25.1 C
Athens
Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου, 2026

Λαυρέντης Διανέλλος: Η ψυχή του ελληνικού κινηματογράφου

Υπάρχουν ονόματα που δεν χρειάζονται φανφάρες για...

Βαγγέλης Βουλγαρίδης: Ο ευγενικός ζεν πρεμιέ

Τις περισσότερες φορές, ήταν εκείνοι οι δευτεραγωνιστές...
spot_imgspot_img
Blog Σελίδα 206

Δημήτρης Κολλάτος 1937-

Δημήτρης Κολλάτος

Ο Δημήτρης Κολλάτος είναι συγγραφέας, σκηνοθέτης κινηματογραφικών έργων, θεατρικός συγγραφέας και ποιητής.

Γεννήθηκε στις 9 Ιουνίου 1937. Έγραψε την πρώτη του ποιητική συλλογή το 1956, ενώ ήταν μαθητής στο λύκειο.

Το 1959-1960 ίδρυσε το πειραματικό θέατρο Τσέπης ανεβάζοντας, εκείνη και τις επόμενες δύο θεατρικές περιόδους, σε ένα υπόγειο της οδού Στουρνάρη, τη “Φαλακρή τραγουδίστρια” του Ιονέσκο, το “Τέλος του παιχνιδιού” του Σάμιουελ Μπέκετ και το “Δωμάτιο” του Χάρολντ Πίντερ.

Στις 7 Οκτωβρίου 1961 στο Παρίσι ανέβασε την “Ιφιγένεια εν Ταύροις” του Ευριπίδη στο Centre culturel Πρωταγωνιστές ήταν οι: Arlette Baumann, Roger Jandly, Nicolas Ruffieux,M.-F. Bonte, F. Guiman. Το γαλλικό περιοδικό “L’Express” χαρακτήρισε την παράσταση “μία άνοιξη στο γαλλικό θέατρο”.

Δημήτρης Κολλάτος 1937-
Ο Δημήτρης Κολλάτος.

Η Αρλέτ Μπωμάν έγινε η πρώτη του σύζυγος, από την οποία απέκτησε δύο γιούς, τον Αλέξανδρο και τον Άλκη, και η οποία πρωταγωνίστησε σε όλες τις ταινίες του.

Το 1962 ο Δημήτρης Κολλάτος γύρισε την πρώτη του ταινία μικρού μήκους, “Αθήνα Χι Ψι Ξι”, που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.  Ακολούθησε η μεσαίου μήκους “Ελιές” το 1964, που κι αυτή βραβεύτηκε.

Το 1966 ο “Θάνατος του Αλέξανδρου”, στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης αγνοήθηκε από τα επίσημα βραβεία, πήρε όμως τρία βραβεία Κριτικών (καλύτερης ταινίας, καλύτερου σεναρίου, καλύτερης μουσικής) και γνώρισε όχι μόνο καλλιτεχνική αλλά και εισπρακτική επιτυχία, αφού όταν κατάφερε επιτέλους να προβληθεί στους αθηναϊκούς κινηματογράφους έκοψε σε μία εβδομάδα, 29.900 εισιτήρια.

Ο Μάνος Χατζιδάκις είχε πει: «Η σημαντικοτέρα ταινία που προεβλήθη εις το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αληθινά πανίσχυρη παρουσία που με άφησε άναυδον με το θάρρος και την δύναμιν της συλλήψεώς της, ήταν η ταινία του Δημήτρη Κολλάτου “Ο Θάνατος του Αλέξανδρου”. Αυτή είναι η αληθινά μεγάλη ταινία του φεστιβάλ. Ο Δημήτρης Κολλάτος είναι ο πρώτος Δραματουργός του ελληνικού κινηματογράφου».

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Γαλλία, όπου ανέβασε 20 θεατρικές παραγωγές, δημιουργώντας το “Θέατρο της Τέχνης” (Théatre de l’Art) στο ίδιο κτίριο του Σατλέ, στο Παρίσι. Εκεί παρουσίασε, μεταξύ άλλων, το έργο Philippe Pétain  και το θεατρικό έργο του “Γυναίκα του Σωκράτη”, ένα μονόλογο με πρωταγωνίστρια τη σύζυγό του Αρλέτ Μπωμάν που ανέβασε στο θέατρο Τέχνης.  Η πρεμιέρα έγινε στις 22 Δεκεμβρίου 1973. Επιλέχτηκε ως καλύτερη παράσταση της χρονιάς, και παρουσιάστηκε στο θέατρο των εθνών στις Βρυξέλλες και επαναλήφθηκε τον Ιανουάριο του 1975 και το Σεπτέμβριο του 1976.

Γύρισε επίσης την ταινία Συμπόσιο (1972), με θέμα τον έρωτα και την ομοφυλοφιλία.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1975, άρχισε να ανεβάζει μια σειρά παραστάσεων που από πολλούς θεωρήθηκαν πως έχουν ως στόχο την πρόκληση (όπως τα “Σόδομα και Γόμορρα” με γυμνό που εκείνη την εποχή έκανε σάλο) ή έστω τον πολιτικοκοινωνικό ακτιβισμό και όχι την τέχνη, όπως οι “Οι εφοπλιστές”,  “Άγιος Πρεβέζης” που έγινε και ταινία (1982). Το λεγόμενο “θέατρο καταγγελίας”.

Κέρδισε ωστόσο τις συμπάθειες με τη μαχητική του στάση όσον αφορά τα δικαιώματα των αυτιστικών παιδιών, ορμώμενος από την προσωπική του εμπειρία με τον γιο του Άλκη, και τη δημιουργία ειδικού χώρου στην Αίγινα για τα αυτιστικά παιδιά.

Στην αυτοβιογραφική ταινία “Ζωή με τον Άλκη” (1988), το ρόλο του αυτιστικού νεαρού έπαιξε ο άλλος του γιος, Αλέξανδρος Κολλάτος, που έκτοτε έγινε ηθοποιός.

Άλλη μια ταινία, “Κόκκινα τριαντάφυλλα σου έδωσα” (1993), μιλά όχι μόνο για την εμπειρία ενός γονιού με αυτιστικό παιδί αλλά και για την αυτοκτονία της συζύγου του Αρλέτ Μπωμάν.

Στο “Αλέξανδρος και Αϊσέ” (1998), πάλι με πρωταγωνιστή τον γιό του Αλέξανδρο, προσεγγίζει το θέμα της μουσουλμανικής μειονότητας μέσα από μια ερωτική ιστορία. Ενώ η “Διαθήκη του ιερέα Ζαν Μεσλιέ” (2009), επιστρέφει πάλι στο θέμα της θρησκείας και το ρόλο της εκκλησίας.

Στη Γαλλία το 1977 ο Δημήτρης Κολλάτος γύρισε τη μεσαίου μήκους “Η Γαλλία του Ζισκάρ”, μια κριτική ματιά στη Γαλλία της δεκαετίας του ’70.

Στην τηλεόραση είχε για ένα χρόνο δική του εκπομπή με τίτλο: “Ο Κολλάτος χωρίς λογοκρισία”.

Το 1989 και ξανά το 2013 έθεσε υποψηφιότητα ως ευρωβουλευτής.

Το 2011 δημιούργησε την Ένωση Πολιτών Πόρτα-Πόρτα, μια νέα μορφή πολιτικής παρέμβασης που οργανώνει διάφορα “χάπενινγκ” διαμαρτυρίας κατά της πολιτικής ηγεσίας, της παρέμβασης ξένων δυνάμεων στη χώρα κτλ.

Το 2014 γύρισε την ταινία “Διόνυσος”, με θέμα την Ελλάδα της κρίσης που συμμετείχε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Σε συνέντευξή του στις 25 Νοεμβρίου 2014 δήλωσε χαρακτηριστικά «Η Τέχνη είναι σκάνδαλο! Θα πρέπει ν’ ανησυχεί τον πολίτη, ενώ η επιστήμη να τον καθησυχάζει. Σήμερα, δυστυχώς, η Τέχνη κοιμίζει το θεατή και η επιστήμη τον ανησυχεί!».

Δημήτρης Κολλάτος: Εργολαβία

Φαλακρή τραγουδίστρια του Ιονέσκο
Τέλος του παιχνιδιού του Σάμιουελ Μπέκετ
Δωμάτιο του Χάρολντ Πίντερ
Ιφιγένεια εν Ταύροις
Ένας Έλληνας σήμερα
Η ψυχή του αββά
Άγιος Πρεβέζης
Σόδομα και Γόμορα’ του Ντε Σαντ
TV του Κολλάτου
Το ελληνικό παραμύθι
ΈτοςΤίτλος ταινίας
1962Αθήνα Χι Ψι Ξι
1964Ελιές
1966Θάνατος του Αλέξανδρου
1972Συμπόσιο
1977Η Γαλλία του Ζισκάρ
1978Νίκος Μερτής – στροφή δεξιά
1980Ψάχνοντας για την Πηνελόπη
1981Άγιος Πρεβέζης
1988Ζωή με τον Άλκη
1993Κόκκινα τριαντάφυλλα σου έδωσα
2001Αλέξανδρος και Αϊσέ
2006Η ψυχή του αββά
2007Θυμάμαι
2009Διαθήκη του ιερέα Ζαν Μεσλιέ
2014Το χωνί – Η Εκδίκηση του Διόνυσου
ΈτοςΤίτλος βιβλίου
1956Δέκα ερωτικά ποιήματα
1964Οι ελιές
1971Δέκα ερωτικά ποιήματα εμπνευσμένα από τη Σαπφώ
1972Καπετάν Αντώνης: ο τελευταίος των Ελλήνων
1975Η γυναίκα του Σωκράτη
1986Η ζωή με τον Άλκη
1980Ψάχνοντας την Πηνελόπη
1980Η Γαλλία του Ζισκάρ
1980Αυτό το παιδί είναι μόνο του
1980Η ζωή με τον Άλκη
2002Η γυναίκα του Σωκράτη
2006Οι ελιές (επανέκδοση)
Advertisement

Οι παράνομοι 1958-1959

oi paranomoi 9 e1507627555540
oi paranomoi 9 e1507627555540

Η ταινία, “Οι παράνομοι” προβλήθηκε τη σαιζόν 1958-1959 και έκοψε 13.364 εισιτήρια. Ήρθε στην 28η θέση σε 51 ταινίες.

-Το 1957 ο Νίκος Κούνδουρος καταθέτει το σενάριο της ταινίας προς έγκριση στην Επιτροπή Λογοκρισίας. Το σενάριο απορρίπτεται και η ταινία δεν παίρνει άδεια να γυριστεί.

Παρ’ όλα αυτά ο Νίκος Κούνδουρος με ολιγομελή ομάδα τεχνικών και ηθοποιών της Φίνος Φιλμ καταφεύγει στα Μετέωρα και φιλοξενούμενος σε ένα μοναστήρι, γυρίζει όλη την ταινία στο μαγευτικό τοπίο των Μετεώρων. Το 1958 η ταινία βγαίνει στους κινηματογράφους.

Οι παράνομοι 1958-1959
Σκηνή από την ταινία, “Οι παράνομοι”.

Εκείνη την εποχή οι ταινίες κυκλοφορούσαν κάθε Δευτέρα, οι κριτικοί τις έβλεπαν την ίδια μέρα και έγραφαν κείμενα για την Τρίτη. Μαζί με τους κριτικούς βλέπει τους “Παράνομους” η Επιτροπή Λογοκρισίας και κάτω από πιέσεις δέχεται να δώσει άδεια για το έργο, με την προϋπόθεση να κοπεί μια σκηνή – αυτή που δείχνει την εν ψυχρώ δολοφονία ενός αντάρτη από μια διμοιρία αστυφυλάκων.

Ο σκηνοθέτης αρνείται να κόψει τη σκηνή και να λογοκρίνει ο ίδιος την ταινία του, με αποτέλεσμα να σταματήσει η προβολή της. Η ταινία συμμετέχει στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 1959, όπου λαμβάνει εξαιρετικά θετικά σχόλια από κριτικούς και κοινό, ενώ την επόμενη χρονιά προβάλλεται από το BBC.

Χρειάστηκε να περάσουν 50 χρόνια, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στους Έλληνες σινεφίλ να δουν την ταινία ολοκληρωμένη στις κινηματογραφικές αίθουσες. Η ταινία προβλήθηκε στην ολοκληρωμένη εκδοχή της μόλις το 2008, ακριβώς 50 χρόνια μετά την πρώτη προβολή της.

Νίκος Κούνδουρος χρησιμοποιεί κλασικά μοτίβα, όπως εκείνα της παρανομίας και της περιπλάνησης στην ύπαιθρο, σε συνδυασμό με στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού, προερχόμενα από τον αστείρευτο θησαυρό της αρχαίας τραγωδίας και της λαϊκής παράδοσης.

-Η ταινία, “Οι παράνομοι” συμμετείχε στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 1959, με υποψηφιότητα για Χρυσή Άρκτο.

-Πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση για την Νέλλη Αγγελίδου.

Περίληψη της ταινίας, “Οι παράνομοι”

Τρείς φυγάδες προσπαθούν, ο καθένας για δικούς του λόγους, να διαφύγουν την σύλληψη τους από τη χωροφυλακή. Καταδιώκονται, επειδή ο ένας σκότωσε τον αδερφό του για ένα κομμάτι γής, ο άλλος είχε αντιστασιακή δράση, και ο τελευταίος επειδή δολοφόνησε τον προδότη που ευθυνόταν για την καταστροφή ενός ολόκληρου χωριού απο τους Ναζί.

Advertisement

Τα πραγματικά ονόματα τους μέρος 2ο

onomata 2
onomata 2

Σε πολλούς από τους καλλιτέχνες μας τα ονόματα όπου έγιναν γνωστοί είναι ψευδώνυμα.

Διαβάστε στο ellinikoskinimatografos.gr τα πραγματικά τους ονόματα.

Νίκος Γαλανός – Νίκος Σαπιωνάς
Ζανίνο – Γιάννης Παπαδόπουλος
Χάρης Ρώμας – Χαράλαμπος Ρασσιάς
Χάρρυ Κλυνν – Βασίλης Τριανταφυλλίδης
Μάρω Κοντού – Μαριάνθη Κοντού
Τόνυ Άντονυ – Αντώνης Κόνιαρης
Γιάννης Ρώτας – Γιάννης Ψάλτης
Γιάννης Φλερύ – Γιάννης Παπαντωνόπουλος
Μάκης Δεμίρης – Πρόδρομος Κουλούμπας
Χρόνης Εξαρχάκος – Πολυχρόνης Έξαρχος
Φλωρέττα Ζάννα – Ανθή Στυλιανέα
Σαπφώ Νοταρά – Σαπφώ Χανδάνου
Γιώργος Νέζος – Μάξιμος Νομπίλης
Ζώρας Τσαπέλης – Ζωγράφος Τσαπέλης
Νίκος Φέρμας – Νίκος Χατζηανδρέου
Γιάννης Βόγλης – Γιάννης Γκόγκλης
Σούλη Σαμπάχ – Αναστασία Χριστοδούλου
Αγκόπ – Φίλιος Φιλιππίδης
Ειρήνη Παππά – Ειρήνη Λελέκου
Στέφανος Ληναίος – Διονύσης Μυτιληναίος
Χρήστος Πολίτης – Χρήστος Πιατουλάκης
Μπέτυ Λιβανού – Δέσποινα Τράτα
Έλλη Λαμπέτη – Έλλη Λούκου
Σπεράντζα Βρανά – Ελπίδα Χωματιανού
Ίλυα Λιβυκού – Αμαλία Χατζάκη
Κατίνα Παξινού – Αικατερίνη Κωνσταντοπούλου
Φίλιππος Σοφιανός – Φίλιππος Ζούκας
Μπέμπα Μπλανς – Αγγελική Μούτσου
Ρία Δελούτση – Ελευθερία Ντε Λούτζιο

πηγή: el.wikipedia.org, retromaniax.gr


Advertisement

Τα πραγματικά ονόματα τους μέρος 1ο

omomata ellinikos kinimatografos
omomata ellinikos kinimatografos

Σε πολλούς από τους καλλιτέχνες μας τα ονόματα όπου έγιναν γνωστοί είναι ψευδώνυμα.

Διαβάστε στο ellinikoskinimatografos.gr τα πραγματικά τους ονόματα.

Τζένη Καρέζη – Ευγενία Καρπούζη
Μαρινέλλα – Κυριακή Παπαδοπούλου
Μάριον Σίβα – Ζαχαρούλα Μπούρμπουλα
Γρηγόρης Βαλτινός – Γρηγόρης Ιωακειμίδης
Βασίλης Λογοθετίδης – Βασίλης Ταυλαρίδης
Καίτη Γκρέυ – Αγγελική Καλαϊτζή
Γιώτα Λύδια – Παναγιώτα Μανταράκη
Σοφία Βέμπο – Έφη Μπέμπο
Μάγια Μελάγια – Μελπομένη Τσιριγώνη
Γιοβάννα – Ιωάννα Φάσσου
Κώστας Κακκαβάς – Κώστας Καράλης
Λίντα Άλμα – Ελένη Μαλιούφα
Βαγγέλης Καζάν – Βαγγέλης Καζαντζόγλου
Ελία Καζάν – Ηλίας Καζαντζόγλου
Μιχάλης Σουγιούλ – Μιχάλης Σουγιουλτζόγλου
Αττίκ – Κλέων Τριανταφύλλου
Νόρα Βαλσάμη – Νόρα Βαλσαμίδου
Χριστίνα Σύλβα – Σύλβα Πουλοπούλου
Αρλέτα – Νικολέτα Τσάμπρα
Μαρία Αλιφέρη – Μαρία Αλειφεροπούλου
Αλέξη Μινωτή -Αλέξη Μινωτάκη
Ζωή Λάσκαρη – Ζωή Κουρούκλη
Σοφία Αλιμπέρτη – Σοφία Παρλαμά
Όλγα Καρλάτου – Όλγα Βλασσοπούλου
Τίνα Σπάθη – Κωνσταντίνα Σπαθούλα
Γεωργία Βασιλειάδου – Γεωργία Αθανασίου
Κατερίνα Γιουλάκη – Αικατερίνη Γιουβαρλάκη
Τζένη Βάνου – Ευγενία Βραχνού
Σία Φαράκη – Πλουσία Φαρφαράκη

πηγή: el.wikipedia.org, retromaniax.gr


Advertisement

Μάγια Μελάγια 1928-2014

Μάγια Μελάγια

Η Μάγια Μελάγια, υπήρξε σπουδαία Ελληνίδα ερμηνεύτρια του μεταπολεμικού ελληνικού ελαφρού, λαϊκού και αρχοντορεμπέτικου τραγουδιού, καθώς και ηθοποιός του θεάτρου, ιδιαίτερα της επιθεώρησης, και του κινηματογράφου.

Στα πόδια της σφάζονταν κάποτε όλες οι εισοδηματικές τάξεις του τόπου μας, από βιοπαλαιστές και μεροκαματιάρηδες μέχρι βιομήχανοι και εφοπλιστές.

Οι άντρες παραληρούσαν, οι γυναίκες ζήλευαν θανάσιμα και η ζωή της είχε όλα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά ενός παραμυθιού, εκτός από αυτό το «ζήσαν αυτοί καλά».

«Αυτοκράτειρα της νύχτας» άλλοτε με το όνομά της σε χρυσό πάντα πλαίσιο στη μαρκίζα, η Μάγια Μελάγια έμοιαζε να έχει ξεπηδήσει από τυπική χολιγουντιανή ταινία, ζώντας την αποθέωση και την ολοκληρωτική συντριβή κατόπιν.

Στους νεότερους έχει φτάσει μόνο το όνομά της να συμβολίζει περασμένα μεγαλεία και δόξες ανείπωτες. Όταν έφυγε από τον κόσμο το 2014, στην κηδεία της δεν ήταν παρά ελάχιστοι. Στην κηδεία της Μάγιας Μελάγια, εκεί που άλλοτε γινόταν κοσμοσυρροή στα θέατρα και τα νυχτερινά κέντρα και επικρατούσε πανδαιμόνιο σε κάθε εμφάνισή της!

Μάγια Μελάγια 1928-2014
Η Μάγια Μελάγια.

Το περιστατικό εξάλλου με την Κατίνα Παξινού, την παγκοσμίου φήμης ελληνίδα ηθοποιό που κατέκτησε το Χόλιγουντ, παραμένει δηλωτικό για το ποια ήταν άλλοτε η Μάγια Μελάγια. Είμαστε στα μέσα της δεκαετίας ’50, όταν η Παξινού ερμήνευε την Εκάβη στην Επίδαυρο, και εξαιτίας του πανζουρλισμού από τα αυτοκίνητα και τον κόσμο που επικρατούσε έξω από το θέατρο, η σπουδαία ηθοποιός μας δεν μπορούσε να πλησιάσει.

Πήγε λοιπόν στον αστυφύλακα για να την αφήσει να περάσει, αργοπορημένη καθώς ήταν, εκείνος όμως δεν την αναγνώρισε. «Μα είμαι η Παξινού», διαμαρτυρήθηκε εκείνη νευριασμένη, για να πάρει την αποστομωτική απάντηση: «Και η Μάγια Μελάγια να είσαι, δεν περνάς!».

Τέτοια σταρ ήταν η Μελάγια στην εποχή της, ένα σωστό sex symbol του ελληνικού θεάματος των δεκαετιών του ’50 και του ’60 που μάγευε τον κόσμο γύρω της με το όμορφο πρόσωπο, το αισθησιακό στόμα, τα γκριζοπράσινα μάτια και εκείνη τη βαθιά και ζεστή κοντράλτα φωνή της. Αλλά και το βιτριολικό χιούμορ της φυσικά, από το οποίο δεν ξέφευγε κανείς.

Πριν τη βαφτίσει ο Τώνης Μαρούδας «αυτοκράτειρα της νύχτας», εκείνη ξεκίνησε να τραγουδά δειλά δειλά για να εξασφαλίσει τη μητέρα και την αδερφή της, μέχρι να γίνει αστέρι πρώτου μεγέθους του ελαφρολαϊκού και του αρχοντορεμπέτικου, πριν μεταπηδήσει στο σανίδι και το πανί.

Κι εκεί, στον κολοφώνα της δόξας της, χωρίζει με τον χρόνιο δεσμό της Γιώργο Μουζάκη το 1965 και πάει στην Αμερική, όπου παράλληλα με τη δεύτερη καριέρα της στα μαγαζιά της ομογένειας, παντρεύεται, χηρεύει και επιστρέφει τελικά στην Ελλάδα το 1978. Πια δεν ήταν όμως η Μάγια Μελάγια, το νήμα της φήμης είχε κοπεί και δεν θα ξαναδενόταν ποτέ.

Ένα μικρό εγκεφαλικό λίγα χρόνια αργότερα θα την έστελνε οριστικά στα αζήτητα της showbiz, ένα γεγονός που η ίδια υποδέχτηκε με στωικότητα και καρτερία: «Δεν είχα ψώνιο με την καλλιτεχνία», έλεγε τώρα ο αλλοτινός θρύλος που τόσο είχε μαγέψει την Ελλάδα με την μπάσα φωνή, τη σκηνική παρουσία, την εντυπωσιακή εμφάνιση και το εκρηκτικό της ταπεραμέντο.

«Στη ζωή μου τα γεύτηκα όλα στον απόλυτο βαθμό. Την επιτυχία, τον έρωτα, τη δόξα, τα πλούτη … Το τραγούδι; Η ζωή μου όλη. Του έκανα απιστίες, αλλά με συγχώρησε». Κάπως έτσι ήταν η μυθιστορηματική ζωή της κορυφαίας ενδεχομένως μεταπολεμικής σταρ του τόπου μας, που κατέκτησε το πανελλήνιο, έκανε το μεγάλο βήμα για το εξωτερικό και γεύτηκε τα φώτα της δημοσιότητας μέχρι το μεδούλι της.

Για να καταλήξει μόνη σε ένα διαμερισματάκι στην Κυψέλη, ακούγοντας πάντα τις ξεχασμένες μελωδίες της ασπρόμαυρης εποχής του Σουγιούλ, του Μουζάκη και του Μωράκη…

Πρώτα χρόνια

Η Μελπομένη Τσιριγώτη γεννιέται το 1928 στην Πλάκα της Αθήνας, μεγαλώνει ωστόσο στο Παγκράτι. Ερωτευμένη με το πεντάγραμμο από τα μικράτα της, πρωτοβγαίνει στο τραγούδι έφηβη ακόμα, όταν έπειτα από σύσταση γειτόνισσας τη στέλνει η μητέρα της στο βαριετέ «Όασις» του Ζαππείου, το οποίο ειδικευόταν στην ανακάλυψη νέων φιντανιών.

Ο μαέστρος Μιχάλης Σουγιούλ την άκουσε και την προσέλαβε αμέσως, ανεβαίνοντας στη σκηνή κοριτσάκι ακόμα 16 ετών ως Μάνια Τσιριγώτη. Δυο χρόνια αργότερα, το 1946, θα την ακούσει ο Ορέστης Λάσκος και θα την πάρει υπό την προστασία του ως μέντορας, φέρνοντάς τη στις μεγάλες αθηναϊκές πίστες.

magia melagia

Ο Λάσκος ήταν και ο εμπνευστής του καλλιτεχνικού της ονόματος: «Μάγια», νερό στα αιγυπτιακά δηλαδή, και «Μελάγια», ένα είδος μαντιλιού που φορούσαν οι Αιγύπτιες στο κεφάλι, και η μεγαλύτερη ελληνίδα σταρ της εποχής είχε μόλις γεννηθεί.

Σύντομα θα ταυτιζόταν με την ανεμελιά και το νυχτερινό ξεφάντωμα μιας ολόκληρης περιόδου, καθώς εκεί κατέφευγε η κοσμική Αθήνα για να διασκεδάσει, να πνίξει στα λουλούδια τη Μελάγια και να της χαρίσει λίρες με το τσουβάλι (συνήθως σε κουτιά από σπίρτα!).

«Αν θέλετε να μου στείλετε λουλούδια ή κάτι άλλο», αρνούνταν εκείνη με ταπεινότητα, «λεφτά εγώ δεν παίρνω». Αυτά έλεγε σε φανατικούς θαυμαστές της όπως ο Αριστοτέλης Ωνάσης: «Τις λίρες που μου έδιναν τις μοίραζα, αλλά χαρτούρα ποτέ δεν πήρα. Δώρα ναι, και δαχτυλίδια και μπριγιάν και βραχιόλια χρυσά και λουλούδια». Ακόμα και σένια αυτοκίνητα της αγόραζαν, μέσα στις προτάσεις γάμου που έπεφταν σωρηδόν στα πόδια της.

Εκείνη βέβαια «για να δεθώ με έναν άντρα ήθελα να ’μαι ερωτευμένη … Μια ζωή ερωτευμένη και φυσικά τον έχω πληρώσει βαριά και ακριβά τον έρωτα. Αλλά έτσι γεννήθηκα, τι να κάνω; Κι έτσι ο έρωτας έφαγε την καριέρα που μπορούσε να ’τανε πολύ πιο λαμπρή»…

Μάγια Μελάγια: Ο θρύλος γεννιέται

Η Μάγια Μελάγια πρωταγωνίστησε στο πάλκο για είκοσι σχεδόν χρόνια. Νυχτερινά κέντρα, δίσκοι, τραγούδι σε επιθεωρήσεις και ταινίες, επιτυχίες η μία πίσω από την άλλη, μέχρι να γίνει το πρώτο όνομα στο ελαφρολαϊκό ρεπερτόριο. Μέσα στο σκληρό μετεμφυλιακό κλίμα και τις έντονες κοινωνικές ζυμώσεις της Ελλάδας του 1950, η Μάγια αναδείχθηκε στη μεγαλύτερη φίρμα της αθηναϊκής νύχτας, ορόσημο και σύμβολο μαζί του αρχοντορεμπέτικου τον καιρό που μεσουρανούσε.

Ήταν ζευγάρι για εφτά χρόνια με τον μουσικοσυνθέτη Γιώργο Μουζάκη, ο οποίος καμάρωνε στην πίστα τη μούσα του να την τρώνε με τα μάτια οι πελάτες. Δεν ήταν φυσικά μόνο ή πρωτίστως μια καλλίγραμμη παρουσία, καθώς ήταν η ζεστή λαϊκή φωνή της αλλά και η ικανότητά της να υπηρετεί με συνέπεια το τραγούδι, το γλέντι και την αυθεντική λαϊκή διασκέδαση που την έστειλαν στην κορυφή.

Πρώτη της επιτυχία ήταν το ταγκό «Πώς με μεθάς» του Θεόδωρου Παπαδόπουλου το 1947, αν και θα ήταν στη δεκαετία του 1950 που θα αποθεωνόταν με τα τραγούδια του Χιώτη, του Σουγιούλ, του Μουζάκη και του Μωράκη. Οι επιτυχίες αξέχαστες και απανωτές: «Θέλω να τα σπάσω», «Αδύνατον να κοιμηθώ», «Είναι αργά», «Άλα της» και τόσες ακόμα…

Από την πλούσια δισκογραφία της ξεχωρίζουν τα «Θα σε πάρω, θα με πάρεις» (1950), «Της γυναίκας η καρδιά» (1952), «Πού θα με πας» (1953), «Αντίο» (1953), «Έφυγες και γλύτωσα» (1953), «Απόψε θέλω σαματά» (1954), «Άλα, πασά μου» (1954), «Αδύνατον να κοιμηθώ» (1955), «Όλα σπάσ’ τα και αγάπα με» (1956), «Χειμώνιασε, χειμώνιασε» (1956) και άλλα πολλά.

Δέκα χρόνια μετά το ντεμπούτο της στο τραγούδι, πέρασε και στον κινηματογράφο αλλά και τη νεοελληνική επιθεώρηση. Οι πρώτες ταινίες της ήταν οι «Τσαρούχι, πιστόλι, παπιγιόν» (1956), «Τρεις τρελοί ντετέκτιβς» (1957), «Ραντεβού με τον έρωτα» (1957) και «Η φτώχεια θέλει καλοπέραση» (1958)…

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εμφανίζει το τραγούδι του Μωράκη «Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη», το οποίο έμελλε να γίνει σουξέ διεθνούς βεληνεκούς όταν τραγουδήθηκε από τη Σοφία Λόρεν στην ταινία «Το παιδί και το δελφίνι» (1957). Η Μάγια Μελάγια ήταν αυτή που το τραγουδούσε στα γυρίσματα στην Ύδρα μέχρι να μάθει τον ελληνικό στίχο η Λόρεν, την οποία δίδαξε εξάλλου η ίδια χωρίς ίχνος ζήλειας!

Η μακρινή Αμερική

Η Μάγια Μελάγια ήταν πιθανότατα δυο διαφορετικοί άνθρωποι που χωρίζονταν από τη διαχωριστική γραμμή της δημόσιας και της ιδιωτικής ζωής. Στη σκηνή ήταν μια ντίβα, μια σέξι και γοητευτική ύπαρξη που σαγήνευε τα πλήθη. Κάτω από το πάλκο ωστόσο ήταν μια γνήσια λαϊκή γυναίκα, ντόμπρα και αληθινή, που δεν έδινε καμία σημασία στο αφόρητο σεξαπίλ της.

Και βέβαια έπαιρνε πάντα την επιτυχία ως κάτι εφήμερο και φευγαλέο, χωρίς ουσιαστικό ρόλο στην πραγματική ζωή. Κι έτσι στα μέσα της δεκαετίας του 1960, όταν χωρίζει από τον Μουζάκη, δεν θα το σκεφτεί δεύτερη φορά να εγκαταλείψει την Ελλάδα για την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Πάνω στον κολοφώνα της δόξας της!

Εκεί έκανε μια δεύτερη καριέρα στα μαγαζιά της ελληνικής παροικίας των ΗΠΑ και ερωτεύτηκε έναν ομογενή μαγαζάτορα. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα το 1978, μετά τον θάνατο του ελληνοαμερικάνου συζύγου της, ήταν στη χώρα της ολότελα άγνωστη πια. Προσπάθησε μάλιστα να ξαναμπεί στον χώρο, αλλά έβρισκε τώρα όλες τις πόρτες κλειστές, δουλεύοντας τελικά σε μαγαζιά β’ διαλογής και οργώνοντας την επαρχία.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1981, χτυπήθηκε από εγκεφαλικό, κάτι που έβαλε την ταφόπλακα στην καριέρα της. Αποσύρθηκε οριστικά από την πίστα, παρά το γεγονός ότι ανέρρωσε πλήρως, κάνοντας λιγοστές επετειακές εμφανίσεις.

Κανείς δεν θυμόταν πια πως ήταν δικές της πρώτες εκτελέσεις αξέχαστες επιτυχίες όπως το «Αδύνατον να κοιμηθώ», η «Βαλίτσα», το «Μάμπο Μπραζιλέρο», το «Μονοπάτι», το «Πολλές φορές» και το «Απότομα» του Χιώτη, τα οποία έμελλε να γίνουν γνωστότερα από τη φωνή της Μαίρης Λίντα.

Αυτό που έμεινε από αυτή ήταν μόνο το μυστηριακό «Μάγια Μελάγια» και οι διηγήσεις συναδέλφων και θαυμαστών για το ποια ήταν κάποτε η τραγουδίστρια που έκανε τις πίστες να ριγούν…

Τελευταία χρόνια

Τώρα έμενε σε ένα διαμερισματάκι στην Κυψέλη ως ζωντανός θρύλος μιας εποχής που δεν υπήρχε πια. Γι’ αυτό και πήρε την απόφαση να σταματήσει το τραγούδι, για να μην περιφέρει το σαρκίο της αριστερά και δεξιά σαν ξεφτισμένος μύθος. Ήθελε, όπως έλεγε, να τη θυμούνται σαν το μελαχρινό χυμώδες κορίτσι που έκαιγε καρδιές.

Η ζωή της πήρε ακόμα πιο δύσκολη τροπή με τα προβλήματα υγείας που την ταλάνισαν στα στερνά της αλλά και από δύο θανάτους: της καρδιακής της φίλης Σπεράντζας Βρανά το 2009 και της πολυαγαπημένης της αδελφής, Στέλλας, το 2011.

Η Μάγια Μελάγια έφυγε από τον κόσμο αθόρυβα, στο περιθώριο της καλλιτεχνικής ζωής, στις 27 Δεκεμβρίου 2014. Λίγο πρωτύτερα, είχε εξομολογηθεί: «Δεν είχα μυαλό κουκούτσι, δεν πήγα πουθενά, έκατσα εδώ κι έμεινα η Μάγια Μελάγια των νυχτερινών κέντρων και του θεάτρου, η σεξοτραγουδίστρια! Ας είχα μυαλό ή ας ήμουνα λιγότερο ερωτιάρα». Κάτι που θα συμφωνούσε και η Σπεράντζα Βρανά, που είχε πει για κείνη: «Δεν είχε επίγνωση της αξίας της, ακόμη και τον καιρό που μεσουρανούσε».

Έφυγε ωστόσο από τον κόσμο ως μια τραγουδίστρια που άγγιξε τα όρια του θρύλου, τον οποίο εγκατέλειψε ευχαρίστως για χάρη του έρωτα και της συντροφικότητας. Και πίσω δεν κοίταξε ποτέ…

Μάγια Μελάγια: Εργολαβία

ΈτοςΤίτλος ταινίας
1956Η άγνωστος
1957Τρελοί ντετέκτιβ
1957Κατά λάθος μπαμπάς
1957Ραντεβού με τον έρωτα
1957Τσαρούχι πιστόλι παπιγιόν
1958Η φτώχεια θέλει καλοπέραση
1961Καπετάνιος για κλάματα
1964Δίψα για ζωή
1964Ένας ζόρικος δεκανέας
1987Η βασίλισσα της ρέγγας

Τα τραγούδια μιας ζωής
Αξέχαστα τραγούδια
Το πεπρωμένο μου
Ανθολογία


Advertisement

Όταν ο Νίκος Σταυρίδης πήρε ένα ούζο και ανέβηκε στην Ακρόπολη

Νίκος Σταυρίδης

Σπουδαίος κωμικός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Γεννήθηκε το 1910 στο Βαθύ της Σάμου. Από μικρός έδειξε τις καλλιτεχνικές ανησυχίες του και ασχολήθηκε νωρίς με την υποκριτική. Για πρώτη φορά ανέβηκε στο σανίδι το 1929 στην παράσταση Λοβιτούρα.

Ο δρόμος προς την επιτυχία δεν ήταν από την αρχή στρωμένος με ροδοπέταλα. Ο άγνωστος ακόμη ηθοποιός έψαχνε δουλειά στο θέατρο κι έλεγε τραγούδια. Τον έβαλαν να κάνει νούμερο με την Κούλα Γκιουζέπε στο θέατρο Έντεν του Θησείου, αλλά είχε αποτυχία.

Νίκος Σταυρίδης
Ο Νίκος Σταυρίδης.

Απελπίστηκε και έγινε υπερβολικός. Απογοητευμένος, πήρε ένα μπουκάλι ούζο και ανέβηκε στην Ακρόπολη, για να αυτοκτονήσει. Μεθυσμένος όπως ήταν όμως, ξέχασε για ποιο λόγο πήγε στον Ιερό Βράχο και έτσι η αυτοκτονία αναβλήθηκε επ’ αόριστον.

Ο Νίκος Σταυρίδης γεννήθηκε στο Βαθύ της Σάμου, το 1910. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε δουλεύοντας στο μπακάλικο του πατέρα του, ενώ αργότερα έγινε βοηθός καραγκιοζοπαίχτη και βοηθός μηχανικού προβολής.

Το 1928 ήρθε στην Αθήνα. Δούλεψε σε μια αποθήκη υλικού πολέμου στον Πειραιά, όπου έβαζε αρβύλες κατά μέγεθος. Το μεροκάματό του έφτανε ίσα για ένα πιάτο φαΐ.

Στον Πειραιά πήγαινε καθημερινά με τα πόδια. Μία παράσταση που έτυχε να παρακολουθήσει στο θέατρο «Έντεν», με τον Β. Αυλωνίτη, ήταν αρκετή για να τον πείσει να ασχοληθεί με το μουσικό θέατρο.

Την επόμενη χρονιά, πείθοντας με το ταλέντο του, έκανε την πρώτη του εμφάνιση στη σκηνή, μαζί με τον Αυλωνίτη στο έργο «Λοβιτούρα». Συνέχισε τις εμφανίσεις του στην οπερέτα, το βαριετέ και την επιθεώρηση. Γρήγορα αγαπήθηκε από το κοινό και καθιερώθηκε ως ένας από τους καλύτερους κωμικούς της μουσικής σκηνής.

Τη δεκαετία του 1940, άρχισε να συγκροτεί δικούς του θιάσους και να συνεργάζεται με σπουδαίους συναδέλφους του. Μεσολάβησε το διάστημα 1954-55, κατά το οποίο ίδρυσε μαζί με τον Τάκη Μηλιάδη και τη Νανά Σκιαδά τον θίασο «Ελληνική Μουσική Κωμωδία».

Παράλληλα, έπαιξε για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη το 1950, στην ταινία του Νίκου Τσιφόρου, «Έλα στον θείο» και συνέχισε να εμφανίζεται σε ταινίες του ίδιου, όπως «Η ωραία των Αθηνών», «Η φτώχεια θέλει καλοπέραση», «Φτωχαδάκια και Λεφτάδες».


Advertisement

Οι κυρίες της αυλής 1965-1966

oi kiries tis avlis ell kinimatogrfaos
oi kiries tis avlis ell kinimatogrfaos

Η ταινία, “Οι κυρίες της αυλής” προβλήθηκε τη σαιζόν 1965-1966 και έκοψε 338.081 εισιτήρια. Ήρθε στην 10η θέση σε 101 ταινίες.

-Πρόκειται για κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού έργου του Άλφρεντ Ζερί “Το Έκτο Πάτωμα” και αποτελεί την τελευταία συμμετοχή του Ντίνου Ηλιόπουλου σε ταινία της Φίνος Φιλμ, για την οποία λέγεται ότι είχε αμειφθεί με το ποσό των 90.000 δραχμών, που θεωρούνταν πολύ μεγάλο για εκείνη την εποχή.

-Η ταινία γυρίστηκε για τον κινηματογράφο μετά την μεγάλη θεατρική επιτυχία του Ντίνου Ηλιόπουλου, την περίοδο 1964-65 στο θέατρο Γκλόρια. O τότε νεαρός Βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε παρακολουθήσει την πρεμιέρα του θεατρικού έργου και είχε συγχαρεί τον ηθοποιό για την έξοχη ερμηνεία του.

Οι κυρίες της αυλής 1965-1966
Σκηνή από την ταινία, “Οι κυρίες της αυλής”.

Ντίνος Ηλιόπουλος εμφανίζεται στη ταινία με τη μόλις δύο ετών κόρη του Εβίτα. Ο ηθοποιός, που είχε τη φήμη του γυναικοκατακτητή, απέκτησε δύο κόρες από τον δεύτερο γάμο του με την αυστριακή Χίλντεγκαρντ την οποία αποκαλούσε «γυναίκα της ζωής του».

-“Οι κυρίες της αυλής” σκηνοθετήθηκαν από το Ντίνο Δημόπουλο – παλιός ηθοποιός και μετέπειτα ένας από τους καλύτερους σκηνοθέτες της ελληνικής κινηματογραφίας, συμμαθητής του Ντίνου Ηλιόπουλου στη Δραματική σχολή και καλός φίλος του. Μετά από χρόνια αυτή η φιλία εξελίχθηκε σε κουμπαριά.

-H φωτογραφία της ταινίας είναι προϊόν του Έλληνα οπερατέρ Νίκου Δημόπουλου.

-Η μουσική, που συνέθεσε ο Μίμης Πλέσσας, διανθίστηκε και πραγματώθηκε σε χορογραφική εικόνα από τον χορευτή και χορογράφο Γιάννη Φλερύ.

-Στους τίτλους αρχής αναφέρεται και ο Γιάννης Φύριος, ο οποίος δεν εμφανίζεται στην ταινία.

Περίληψη της ταινίας, “Οι κυρίες της αυλής”

Ο Πίπης είναι ένας φτωχός ζωγράφος και μένει σε μία αυλή της παλιάς Αθήνας. Αναγκάζεται να μετακομίσει σε ένα μικρότερο σπίτι της ίδιας αυλής, καθώς αδυνατεί να πληρώσει το νοίκι του. Είναι ένας άνθρωπος γελαστός και αγαπητός σε όλους τους γείτονές του, γι’ αυτό και τον στηρίζουν.

Στο παλιό δωμάτιο του Πίπη μετακομίζει ένας νέος, ο Νίκος, που είναι ερωτευμένος με την Μελίτα, μία γοητευτική παντρεμένη κυρία, ο άντρας της οποίας είναι από χρόνια εξαφανισμένος κάπου στο ανατολικό μπλοκ. Η Αννούλα, κόρη του οργανοπαίκτη Νώντα, ερωτεύεται τον Νίκο. Όμως ο Τάσος είναι ήδη ερωτευμένος μαζί της και τα πράγματα αρχίζουν να μπερδεύονται.

Από την άλλη, η χορεύτρια Νίτσα πείθει τον Πίπη να τη βοηθήσει στη δουλειά της σε ένα καμπαρέ. Οι καταστάσεις αρχίζουν να γίνονται όλο και πιο περίπλοκες όταν την προσοχή του Νίκου έλκει η Αννούλα. Στο τέλος μετά από πολλά απρόοπτα, η Αννούλα παντρεύεται τον Νίκο και ο Τάσος με την Νίτσα.

Advertisement

Γιώργος Ζαμπέτας: Έκανα 4 μήνες φυλακή επειδή έκανα έρωτα με την γυναίκα μου

φυλακή

Ο Γιώργος Ζαμπέτας γεννήθηκε στις 25 Ιανουαρίου του 1925 στο Μεταξουργείο αλλά είχε καταγωγή από την Κύθνο. Γονείς του ήταν ο Μιχάλης Ζαμπέτας, που ήταν κουρέας και η Μαρίκα Μωραΐτη, ανηψιά γνωστού βαρύτονου της εποχής. Από πολύ μικρή ηλικία ο Γιώργος Ζαμπέτας έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τη μουσική, αφού παράλληλα με την απασχόλησή του στο κουρείο του πατέρα του ως βοηθός, «σκάρωνε» κρυφά στο μπουζούκι τις πρώτες του μελωδίες.

Οτιδήποτε στη φύση παρήγε ήχο, τον συνάρπαζε και τον βοηθούσε στις συνθέσεις του, σύμφωνα με όσα ο ίδιος εκμυστηρεύτηκε στη βιογραφία του, λίγο πριν το θάνατό του. Το 1932, σε ηλικία μόλις 7 ετών κερδίζει το πρώτο του βραβείο, ως μαθητής της α’ δημοτικού, παίζοντας το πρώτο του τραγούδι σε σχολικό διαγωνισμό.

Η Κατερίνα Ζαμπέτα (κόρη του Γ. Ζαμπέτα) διηγείται…

Ο πατέρας γνώρισε τη μητέρα μου το ’45. Εκείνη ήταν μόλις 15 ετών. Γεννήθηκε στις 13 Οκτωβρίου του 1930. Η μητέρα ήταν γειτονοπούλα και φίλη με τις αδελφές του πατέρα. Ο πατέρας, οι αδελφές του και οι γονείς τους, έμεναν στο πατρικό τους, στην Ιερά Οδό. Η μητέρα έμενε πολύ κοντά τους, Έβρου και Αριστείδου. 

Γιώργος Ζαμπέτας: Έκανα 4 μήνες φυλακή επειδή έκανα έρωτα με την γυναίκα μου
Ο Γιώργος Ζαμπέτας και η Αργυρώ Ζαμπέτα.

Τα βράδια, την έπαιρναν μαζί τους για διασκέδαση. Η μητέρα ήταν όμορφη. Είχε πλούσια, μακριά, καστανόξανθα μαλλιά, που τα άφηνε ανέμελα να χαϊδεύουν τους λεπτούς της ώμους. Ήταν κοντή και λεπτή σαν μινιατούρα. Πολύ εύκολο να τραβήξει το ενδιαφέρον του πατέρα. Παρά το γεγονός ότι τότε είχε δεσμό με μια άλλη γυναίκα, οκτώ χρόνια μεγαλύτερή του. Την Ευρυδίκη. Η δέσμευση αυτή, βέβαια, δεν τον εμπόδισε να φλερτάρει την Αργυρώ.

Χρόνια μετά -μεταξύ αστείου και σοβαρού- ο ίδιος συνήθιζε να λέει: «Εγώ ρε ποτέ δεν είχα μία γκόμενα. Είχα πάντα τρεις. Την πρώτη την είχα «για φούντο», τη δεύτερη «για καβάντζα» και την τρίτη «στο ψηστήρι». Στην προκειμένη περίπτωση, είχε την Ευρυδίκη «για καβάντζα» και τη μητέρα «στο ψηστήρι». Την έπαιρνε και έβγαιναν μαζί με τις αδελφές του.

Τον καιρό που οι γονείς μου έβγαιναν μαζί, ο πατέρας γύρναγε τα βράδια στα κουτουκάκια, με σκοπό να «σπουδάσει» τη μουσική, όπως έλεγε. Κάποιες φορές έπαιζε ως θαμώνας, άλλοτε του ζητούσαν να παίξει.

Η μητέρα της Αργυρώς, η γιαγιά μου η Κατίνα, δυσανασχετούσε. Δεν ήθελε η κόρη της να σχετίζεται με άνθρωπο της νύχτας.

-Πάλι μ’ αυτόν τον αλήτη γυρίζεις; της φώναζε. Μ΄ αυτόν που κάνει παρέα με όλους τους χασικλήδες; Χαΐρι και προκοπή δε θα δεις από δαύτονε!

Φαίνεται, όμως, ότι η Αργυρώ τον είχε ερωτευτεί τον πατέρα. Αρχικά βέβαια, τον κρατούσε σε απόσταση, γεγονός που τον τρέλαινε.

-Κοίτα το μικρό, έλεγε ο πατέρας κοροϊδευτικά. Κοίτα «κόνξες». Έχω ρίξει τόσες και τόσες και μου αντιστέκεται το νιάνιαρο.

Η Αργυρώ ήθελε πρώτα να σιγουρευτεί για ‘κείνον. Για να τη ρίξει αναγκάστηκε… να της τάξει γάμο.

-Γουστάρεις να τραβηχτούμε και να πορευτούμε μαζί;
-Δηλαδή να παντρευτούμε;
-Ναι ρε!
-Μου λες αλήθεια;
-Στο λόγο της τιμής μου!
-Μου ορκίζεσαι;

Στη μαγκιά μου, στο αντριλίκι μου. Εμένανε ο λόγος μου είναι συμβόλαιο.

Για τον πατέρα, βέβαια, μάλλον όλοι τούτοι οι όρκοι ήταν… λόγια που ταξιδεύουν στον άνεμο, σαν τα φύλλα του φθινοπώρου. Όταν μετά από χρόνια μιλούσαν για τις πρώτες τους στιγμές, ο πατέρας έκανε την αυτοκριτική του: «Είπα εγώ τέτοιες μα….ες;»
Αυτά είπα ο πού….ης; Πως μου βγήκανε; Φαίνεται όμως ότι τα είπε τα λόγια αυτά.

Γιώργος Ζαμπέτας: Έκανα 4 μήνες φυλακή επειδή έκανα έρωτα με την γυναίκα μου
Ο Γιώργος Ζαμπέτας και η Αργυρώ Ζαμπέτα.

Ήταν μια μοιραία βραδιά, που είχανε βγει με τη μητέρα. Είχαν πάει σε ένα κουτουκάκι και είχαν πιει. Μες στη θολούρα του κρασιού και του ερωτικού του πόθου, διέπραξε το μεγάλο λάθος. Κοιμήθηκε με την Αργυρώ. Ενώ αυτή ήταν ακόμη ανήλικη.

Την εποχή εκείνη, η «τιμή» του κάθε θηλυκού ήταν κάτι ιερό. «Ατίμασες μια κοπέλα»; Έπρεπε να επανορθώσεις το συντομότερο δυνατόν. Η μητέρα γύρισε στο σπίτι, μετά την ερωτική της νύχτα, αναμαλλιασμένη και έπεσε πάνω στην αγριεμένη μητέρα της.

-Τι ώρα είναι αυτή Ρούλα; Με ποιον ήσουνα; Τι χάλια είναι αυτά; Μίλα!

Η μητέρα αρχικά σάστισε και δεν απαντούσε. Η γιαγιά όμως άρχισε να «βγάζει αφρούς». Όρμησε πάνω της σα λυσσασμένη τίγρης.

-Με ποιον ήσουνα μωρή; Μίλα! Θα σε γδάρω ζωντανή.
-Με τον Γιώργο. Τον Γιώργο τον Ζαμπέτα.

Σε ατίμασε; Κόρη ανήλικη; Θα σε παντρευτεί αμέσως, ακούς; Αμέσως!

Την επομένη, η Κατίνα χτυπούσε την πόρτα του Ζαμπετέικου, αποφασισμένη να ζητήσει τα δίκια της θυγατέρας της.

-Κυρ Μιχάλη θα σε ρωτήσω κάτι. Αν κανείς «χαλούσε» καμία από τις θυγατέρες σου, τι θα έκανες;
-Θα τον σκότωνα, απάντησε αμέσως ο παππούς.
-Λοιπόν, ο γιος σου δεν είναι εντάξει.

-Γιατί το λες αυτό κυρά Κατίνα;
-Γιατί ατίμασε την κόρη μου, γι’ αυτό. Ντροπή του να ξεπλανέψει το ανήλικο.
-Ο Γιώργος την κόρη σου; Αδύνατον.
-Αυτό που σου λέω εγώ. Ο γιος σου τη «χάλασε» την κόρη μου κυρ Μιχάλη. Μου το ομολόγησε η ίδια.
Σωστό λοιπόν, είναι ο γιος σου να την αποκαταστήσει. Να ξεπλύνει την τιμή του κοριτσιού μου.

Ο παππούς έγινε θηρίο ανήμερο, σαν έφυγε η Κατίνα. Πέντε κόρες είχε. Δε θα ήθελε να πάθει τα ίδια.
Ο πατέρας εκείνη την εποχή υπηρετούσε στην αεροπορία. Μέχρι να βγει, ο παππούς συνάντησε πρώτα την Ευρυδίκη.

-Ευριδίκη, ξέρω πως τα χεις με το γιο μου. Σε παρακαλώ απάντησε μου σε κάτι που θα σε ρωτήσω. Μήπως σε πείραξε;
-Όχι κυρ Μιχάλη.
-Δόξα τω Θεώ. Τουλάχιστον έκανε με μια τη λαδιά.
-Δηλαδή;
Πήγε» με την Αργυρώ. Όπως καταλαβαίνεις κοπέλα μου, πρέπει να κάνεις πίσω. Χρέος του είναι να την παντρευτεί.

-Το ‘χα καταλάβει από καιρό, πως κάτι έτρεχε μ’ αυτήν. Την έβλεπα να πηγαίνει με τις κόρες σας στο εργοστάσιο και μου μπήκανε υποψίες. Έκανα στον Γιώργο σκηνές. Δεν ήθελα να τον χάσω.
-Λυπάμαι κορίτσι μου, μα το σωστό, σωστό. Ο γιος μου χρωσταέι τώρα στην Αργυρώ. Με αυτήν έκανε την «κουτσουκέλα», αυτή οφείλει να αποκαταστήσει, καταλαβαίνεις.
-Αφού είναι έτσι, μουρμούρισε η Ευρυδίκη με πίκρα.

Κάποια στιγμή, βγήκε ο πατέρας με άδεια. Και είχε κανονίσει να πάει σε γλέντι με τον διοικητή του. Μόλις μπήκε στο σπίτι, τον περίμενε ο παππούς μου, με όψη φουρτουνιασμένη.

-Πανάθεμά σε, είπε μόλις τον είδε. Τι παρτίδες έχεις εσύ με την Αργυρώ;
-Δεν έχω κάνει τίποτα. Πρέπει να φύγω τώρα. Με περιμένει απ’ έξω ο διοικητής με το τζιπ. Παίρνω κάτι και φεύγω.

Άνοιξε ένα κομοδίνο, που το κλείδωνε πάντα, πήρε κάτι κι έφυγε.

Μες στη βιασύνη του όμως, ξέχασε ξεκλείδωτο το κομοδίνο. Ο παππούς, που τον έζωναν τα φίδια, το αντιλήφθηκε. Πλησίασε το κομοδίνο και το άνοιξε. Και βρίσκει μέσα φυλαγμένο το εσώρουχο της Αργυρώς. Έγινε έξαλλος. Άρχισε πάλι να ωρύεται. Μάταια η καημένη η γιαγιά Μαρίκα αγωνιζόταν να τον ηρεμήσει.

Και η γιαγιά Κατίνα, όμως, δεν περιορίστηκε στον παππού. Πήγε στο στρατόπεδο, στην αεροπορία και εκεί επιτέθηκε στον πατέρα.

-Εγώ για γαμπρό μου δε σε ήθελα ποτέ! Αλλά έτσι που τα ‘κανες, ή θα την πάρεις τώρα, ή θα σε αναφέρω.
-Θα την πάρω, αλλά όχι τώρα. Να τελειώσω πρώτα.
-Τώρα. Αλλιώς σε έκαψα.

-Και πως θα τη ζήσω κυρά Κατίνα;
-Δε με νοιάζει. Αν θες να γλιτώσεις τη φυλακή, θα την παντρευτείς αμέσως.
-Δε γίνεται.
-Καλά, θα σε κανονίσω εγώ, είπε η Κατίνα.

Και δεν έμεινε στις απειλές. Το ‘πε και το ‘κανε. Έκανε καταγγελία. Ο διοικητής κάλεσε τον πατέρα μου και του ζήτησε εξηγήσεις.

-Τη Ρούλα την αγαπώ και θα την παντρευτώ, υποσχέθηκε ο πατέρας. Μόλις όμως τελειώσω τον στρατό. Τώρα πώς να την πάρω; Που να την πάω;

Ο Γιώργος και η Αργυρώ Ζαμπέτα έμειναν μαζί μέχρι το τέλος.

Με το περιστατικό αυτό, όμως, συνέπεσε και άλλο στο στρατόπεδο. Ένα βράδυ που ο πατέρας φύλαγε σκοπιά, είχε πιεί παραπάνω. Έχασε τον έλεγχο και έριξε μερικές βολές στον αέρα. Έρχεται και η καταγγελία της Κατίνας. Να τονε στη φυλακή. Για τέσσερις μήνες.

Γενικά, ο πατέρας ήταν εξαιρετικά νομοταγής. Και σίγουρα δεν ήθελε να έχει λερωμένο ποινικό μητρώ. Όμως, μάλλον τον είχε πεισμώσει η συμπεριφορά της γιαγιάς.

Από τότε, νομίζω, του έμεινε απωθημένο με τις πεθερές. Ίσως γι’ αυτό αργότερα, στις ελληνικές ταινίες που είχαν ως θέμα τις πεθερές, έβγαζε όλο του το άχτι. Και πολύ συχνά τραγουδούσε στα κέντρα το «από μια τέτοια στρίγκλα πεθερά». Ο Γιώργος και η Αργυρώ παντρεύτηκαν τελικά τον Σεπτέμβριο του 1952 και έμειναν μαζί μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Ο Γιώργος Ζαμπέτας διηγείται:

Έχω κάνει φυλακή στην Αεροπορία. Τέσσερις μήνες πειθαρχικό. Οχτώ μήνες είχα φάει. Χέσ’ τα κι ασ’ τα. Γιατί είχα γ……..ει τη γυναίκα μου. Με πήγε η μάνα της στο δικαστήριο και στο δικαστήριο μου λέει ο πρόεδρος, γιατί ξηγήθηκες έτσι; Πως θέλετε να ξηγηθώ; Οχτώ μήνες φυλακή. Δεν θα την πάρεις; Να πάτε να γα….τε! Και με χώσανε φυλακή. Τι να τους πω; Να τους χαιρετήσω κιόλας;

Στις αρχές του 1992,  μπήκε στο νοσοκομείο με τη διάγνωση του καρκίνου στα οστά σε προχωρημένη κατάσταση. Αφήσε την τελευταία του πνοή από καρκίνο, στο νοσοκομείο «Σωτηρία», στις 10 Μαρτίου του 1992. Ήταν 67 ετών.

Advertisement

Οι κληρονόμοι 1963-1964

fotofrafies kinimatografou
fotofrafies kinimatografou

Η ταινία, “Οι κληρονόμοι” προβλήθηκε τη σαιζόν 1963-1964 και έκοψε 249.751 εισιτήρια. Ήρθε στην 12η θέση σε 92 ταινίες.

-Πρόκειται για την τελευταία κινηματογραφική εμφάνιση του Κώστα Χατζηχρήστου σε ταινία της Φίνος Φιλμ.

Οι κληρονόμοι 1963-1964
Σκηνή από την ταινία, “Οι κληρονόμοι”.

-Χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι τα μικρά φτεράκια πάνω στα επίμαχα σημεία του γυμνού κορμιού της Μάρθας Καραγιάννη, τα κόλλησε ο ίδιος ο Γιάννης Δαλιανίδης.

-Ο Γιάννης Δαλιανίδης, εκτός από σκηνοθέτης, έπαιξε και το ρόλο ενός κομπάρσου. Υποδύθηκε τον άντρα, που προσπαθεί να ηρεμήσει τα πνεύματα, στον καυγά που προκλήθηκε εξ αιτίας των απρόσεκτων οδηγών.

Περίληψη της ταινίας, “Οι κληρονόμοι”

Δύο μακρινά ξαδέλφια, ο Παναγιώτης ο κουρέας και ο Σωτήρης, ένας άνεργος, κληρονομούν τον μακαρίτη θείο τους, ιδρυτή ενός οίκου υψηλής ραπτικής. Συνκληρονόμοι είναι ο Ερρίκος, ο διευθυντής του οίκου, και η Μαίρη, η φιλενάδα του μακαρίτη.

Τα δυο ξαδέλφια και ο διευθυντής κληρονομούν ο καθένας το 24% της επιχείρησης και η Μαίρη το 28%. Τέσσερα μερίδια για τέτοια κληρονομιά είναι μάλλον πολλά και ιδιαίτερα όταν πρόκειται για άσχετους με το επάγγελμα ανθρώπους.

Κι ενώ τα ξαδέλφια προσπαθούν να βγάλουν ο ένας το μάτι του άλλου, η τσαπερδόνα Μαίρη παριστάνει το μανεκέν, κλέβει την καρδιά του Ερρίκου και έτσι αποκτά τον έλεγχο του οίκου.

Advertisement

Το ραδιόφωνο στην Ελλάδα

ραδιόφωνο

Το ραδιόφωνο στην Ελλάδα εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1920 με πειραματικές προσπάθειες από  δημόσιους φορείς αλλά και από ιδιώτες. Όλα αυτά σε μία εποχή που η τιμή μιας ραδιοφωνικής συσκευής (εν έτη 1923) ανερχόταν στις 31.000 δραχμές, όταν ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο κόστιζε 18.000 δραχμές.

Επίσημα ο φορέας συστήθηκε το 1938 ως όργανο προπαγάνδας του μεταξικού καθεστώτος. Ανήμερα της εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου 1938, ακούστηκε από τον Ραδιοσταθμό Αθηνών το «Εδώ Αθήναι» και το ιστορικό ελληνικό σήμα του Τσοπανάκου με τη φλογέρα και τα κουδούνια. Ο σταθμός των Αθηνών εγκαινιάστηκε από το Βασιλιά Γεώργιο Β΄.

Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πόλεμου το ραδιόφωνο μετέδιδε πληροφορίες για τις συγκρούσεις και χρησιμοποιήθηκε για την κινητοποίηση της ελληνικής πλευράς. Λίγο πριν από την είσοδο των ναζιστικών στρατευμάτων στην Αθήνα, σε μια δραματική έκκληση ο εκφωνητής ανακοίνωσε: «Σε λίγο ο σταθμός αυτός δεν θα είναι ελληνικός, μην τον ακούτε! Έλληνες ψηλά το κεφάλι, ψηλά τις καρδιές».

Για την ιστορία η συγκεκριμένη ηχογράφηση έγινε το 1966, και αφορμή γι’ αυτό στάθηκε όταν ο Γιώργος Κάρτερ συγκέντρωνε υλικό για το ντοκυμαντέρ ”Ο Μεγάλος Πόλεμος” ο οποίος είχε κυκλοφορήσει σε δίσκο βινυλίου. Ανακάλυψε την έλλειψη του συγκεκριμένου ηχητικού ντοκουμέντου, η οποία φυσικά ήταν σημαντική.

Έτσι λοιπόν παρακάλεσε τον αρχιεκφωνητή Κώστα Σταυρόπουλο να ηχογραφήσουν τα δύο πρώτα πολεμικά ανακοινωθέντα, καθώς επίσης και την εκφώνηση της εισόδου των Γερμανών στην Αθήνα «με τα κατάκλειστα σπίτια».

Κατά την ηχογράφηση των ανακοινωθέντων είχε προσθέσει και θόρυβο από το κενό ενός παλιού δίσκου για να είναι πειστικότερη η ηχογράφηση (ότι είναι παλιά). Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε και σώθηκε (έστω και με ριμέικ) αυτό το ραδιοφωνικό ντοκουμέντο.

Την  27η Απριλίου του 1941 οι Γερμανοί μπαίνοντας στην Ελληνική πρωτεύουσα πήραν τον έλεγχο του ραδιοφωνικού σταθμού, και δύο χρόνια αργότερα, το 1943, με διαταγή των γερμανικών αρχών Κατοχής σφραγίστηκαν περισσότερα από 40.000 ραδιόφωνα.

Τον Οκτώβρη του 1944, όταν οι Γερμανοί έφυγαν από την Αθήνα, προσπάθησαν να ανατινάξουν τους πομπούς του σταθμού στα Λιόσια, ωστόσο κατέστρεψαν μόνο έναν στους τρεις.

Το 1945, μέσα στο κατακαλόκαιρο, εγκαινιάστηκε επισήμως το Ε.Ι.Ρ. με καινούρια μικρόφωνα, κονσόλες, ενισχυτές και μαγνητόφωνα. Οι εκπομπές του παράγονταν στους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου με βασικό διοργανωτή τον στρατηγό Χριστόδουλο Τσιγάντε και σημαντικούς διευθυντές τους κορυφαίους λογοτέχνες της χώρας μας Στρατή Μυριβήλη και Οδυσσέα Ελύτη.

Θ’ ακολουθήσει η ίδρυση του ψυχαγωγικού σταθμού Θεσαλλονίκης (1947), το ψυχαγωγικό Δεύτερο Πρόγραμμα (1952) και τέλος το Τρίτο Πρόγραμμα το οποίο εξαρχής μετέδιδε κλασική μουσική(1954). Τα χρόνια εκείνα οι ραδιοφωνικές συσκευές θύμιζαν καλοφτιαγμένα έπιπλα, κατάλληλα για κάθε χώρο. Με χειροποίητο ξύλο, με καλαίσθητα σκαλίσματα και καμπύλες.

Όλα αυτά τα χρόνια μαζί με το ραδιόφωνο εξελίσσεται και η ελληνική δισκογραφία την οποία αδρανοποίησαν η κατοχή και οι δύσκολες μέρες του πολέμου. Όλες οι προπολεμικές ηχογραφήσεις είχαν «χαθεί» καθώς οι μεταλλικές μήτρες των δίσκων έγιναν σφαίρες από τους κατακτητές. Μεταπολεμικά νέοι δημιουργοί, λάμπρυναν με την παρουσία και το έργο τους την ελληνική δισκογραφία και το ραδιόφωνο.

Το ραδιόφωνο γίνετε πλέον το καμάρι και το στολίδι σε κάθε νοικοκυριό. Βαλμένο πάντα πάνω σ΄ένα σερβάν ή σ΄ένα μπουφέ καθορίζει ακόμη και τα πάρτι εκείνων των χρόνων που οργανώνονταν ανάλογα με τα προγράμματα που μετέδιδαν τα καινούρια χορευτικά κομμάτια. Μάμπο, σάμπα, ροκ εν ρόλ, μπολερό, τσα-τσα και τσάρλεστον.

Οι ραδιοφωνικές εκπομπές ήταν κατά βάση ψυχαγωγικές ωστόσο υπήρχαν και ενημερωτικές και εκπαιδευτικές. Το μικρόφωνο έκρυβε τεράστια δύναμη. Έφτιαχνε και κατέστρεφε καριέρες. Ειδωλοποιούσε και απομυθοποιούσε καλλιτέχνες. Η ορχήστρα ελαφράς μουσικής του ραδιοφώνου περνά τη χρυσή περίοδο της ενώ παράλληλα αρχίζει και η άνοδος της ελληνικής δισκογραφίας. Σε πομπίνες, μεταλλικές μήτρες και δίσκους γραμμοφώνου γράφονται νέες ηχογραφήσεις (ιστορικές σήμερα).

Τη δεκαετία του ’50 ξεχωρίζει  με την εκπομπή του, «Τα Νέα Ταλέντα» ο Γιώργος Οικονομίδης. Από εδώ αναδείχθηκαν πολλοί καλλιτέχνες που ακολούθησαν λαμπρή καριέρα, όπως ο Χάρυ Κλυν, ο Γιάννης Βογιατζής, η Τζένη Βάνου, ο Πάνος  Τζανετής, η Νάνα Μούσχουρη και τόσοι άλλοι. Ήταν, ουσιαστικά, το πρώτο ελληνικό τάλεντ σόου! Ο Γιώργος Οικονομίδης πανέξυπνος, σπιρτόζος και με φοβερό χιούμορ μάγεψε και με άλλες εκπομπές όπως «Τα ανάλατα» και οι «Ιπτάμενοι δίσκοι».

Το μυθικό ραδιοφωνικό του προφίλ πέρασε και μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο, καθώς καταγράφηκε μοναδικά στις ταινίες: «Χαρούμενο ξεκίνημα»(1954) και «Έξω φτώχεια και καλή καρδιά»(1964).

Στη δεκαετία του ΄60 η ιστορία του ελληνικού ραδιοφώνου σημαδεύεται από τη  Χούντα των Συνταγματαρχών με τους Έλληνες να ακούνε την ελληνική εκπομπή του BBC και αυτήν της Deutsche Welle που αμφότερες είχαν έντονα αντιστασιακό χαρακτήρα. Παράλληλα κάνουν την εμφάνιση τους οι πρώτοι ραδιοπειρατές. Φαινόμενο που θα πάρει τεράστιες διαστάσεις κυρίως στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ΄80.

Στα χρόνια του ΄60 ηχογραφήθηκαν, με τη συμμετοχή μεγάλων ηθοποιών, σημαντικά θεατρικά έργα και προέκυψε και η μόδα των ραδιοφωνικών σίριαλ με κορυφαίο «Το σπίτι των ανέμων», μια αστυνομική σειρά, κοινωνική και ερωτική ταυτόχρονα. Επειδή η σειρά είχε μεγάλη επιτυχία, γυρίστηκαν και κάποιες ταινίες με την ίδια υπόθεση και χαρακτήρες, όπως «Ο Λαμπίρης εναντίον των Παρανόμων» (1967) και «Θύελλα στο Σπίτι των Ανέμων» (1968).

Και φυσικά ακολούθησαν και άλλες ανάλογες σειρές: «Πικρή μικρή μου αγάπη», «Μαρίνα, ένα κορίτσι αλλιώτικο από τα άλλα», «Λάουρα» και «Μιράντα». Ήταν απίστευτο τι ακροαματικότητα είχαν. Οι νοικοκυρές άκουγαν τις εκπομπές αυτές κι οι φωνές των ηθοποιών τις ταξίδευαν από τις γκρίζες γειτονιές της φτωχολογιάς στα τοπία μιας όμορφης, ελεύθερης και πλούσιας ζωής.

Βέβαια η ιστορία της ελληνικής ραδιοφωνίας περιλαμβάνει πολλές ακόμη εκπομπές όπως: «Η θεία Λένα», «Καλησπέρα κύριε Έντισον», «Εδώ Λιλιπούπολη», «Μοντέρνοι ρυθμοί» και άλλες. Εκπομπές, που σφράγισαν την σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας φέρνοντας σε επαφή τους απλούς ανθρώπους με τη λογοτεχνία, το θέατρο, τη μουσική κι αφήνοντας τη φαντασία του ακροατή να ντύνει τον ήχο με τις δικές του εικόνες. Γιατί, όπως έλεγε και ο Μάνος Χατζιδάκις: «…η τηλεόραση μας αιχμαλώτισε, ενώ το ραδιόφωνο μας μάγεψε».

Μια ιδιαίτερη προσπάθεια για ένα διαφορετικό μοντέλο ραδιοφώνου έγινε από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 από τον Μάνο Χατζιδάκι όταν του ανατέθηκε η διεύθυνση της ραδιοφωνίας και αργότερα του Τρίτου Προγράμματος. Ο σταθμός απέκτησε ευρύτερη πολιτιστική διάσταση παράγοντας ποιοτικό πρόγραμμα με απήχηση στο κοινό. Το 1982 όμως ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης έρχεται σε σύγκρουση με τη νέα διοίκηση από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που εξελέγη το 1981 και παραιτείται.

Τη δεκαετία του ’80 όπως προαναφέραμε την σημάδεψε η πειρατική ραδιοφωνία, ενώ στο δεύτερο μισό της δεκαετίας  θεσμοθετείτε η μη κρατική ραδιοφωνία. Ο πρώτος νόμιμος ιδιωτικός ραδιοσταθμός ήταν ο Αθήνα 9.84 που εξέπεμψε στις 31 Μαΐου 1987…Εδώ τελειώνει η εποχή της αθωότητας για το ελληνικό ραδιόφωνο.

Το ραδιόφωνο από λαϊκό και ψυχαγωγικό μέσο έχασε την αίγλη του με αποτέλεσμα να μην θυμίζει ούτε στο ελάχιστο τις παλιές καλές εποχές του. Έχει μετατραπεί σε ένα μέσο προώθησης μουσικών προϊόντων. Ο επαγγελματισμός και το κέρδος σκότωσαν το ρομαντισμό που υπήρχε κάποτε και οι κονσόλες και τα μικρόφωνα βρίσκονται σε χέρια ανθρώπων μόνο για λόγους αναγνωρισιμότητας. Κάτι ανάλογο συνέβη και στη τηλεόραση.


Advertisement

Οι δυο διασημότερες μαμάδες του Ελληνικού Κινηματογράφου

ζαφειριου, τσαγανεα

Ακόμα και όσοι δεν γνωρίζουν πολλά από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, βλέποντας την Ελένη Ζαφειρίου είτε σε κάποια παλιά ταινία, είτε σε κάποια ασπρόμαυρη φωτογραφία θα αναγνωρίσουν στο πρόσωπό της την πλέον δημοφιλή ελληνίδα πρωταγωνίστρια που στην πολύ σπουδαία καριέρα της υποδύθηκε τον ρόλο της μάνας στην συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών στις οποίες συμμετείχε.

Ακόμα και όταν δεν υποδύονταν την μητέρα, υποδύονταν είτε την πεθερά, είτε την θεία κάποιου παιδιού. Πάντα ωστόσο το μητρικό στοιχείο ήταν εκείνο που κυριαρχούσε στις ερμηνείες της.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, η Ελένη Ζαφειρίου συμμετείχε περίπου σε 100 ελληνικές ταινίες, στις 20 από τις οποίες υποδύθηκε την μητέρα του Νίκου Ξανθόπουλου, ενώ 23 ακόμα γύρισε με την Φίνος Φίλμ, αριθμός που είναι ρεκόρ συμμετοχών γυναίκας ηθοποιού για την ιστορική εταιρεία του Φιλοποίμην Φίνου. Κι όμως, η σπουδαία αυτή ηθοποιός, που ερμήνευσε με τόσο πάθος και ρεαλισμό τον ρόλο της μάνας, δεν είχε γνωρίζει ποτέ την πραγματική της μητέρα…

Ελένη Ζαφειρίου
Η Ελένη Ζαφειρίου με τον Βασίλη Καΐλα.

Η διασημότερη “μάνα”… που δεν γνώρισε μάνα

Η Ελένη Ζαφειρίου γεννήθηκε το 1916 και υιοθετήθηκε από μια οικογένεια ηθοποιών. Τον τρόπο που έγινε αυτή η διαδικασία περιέγραψε η ίδια σε αυτοβιογραφία της, αποσπάσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν σε τεύχη του περιοδικού «Οδός Πανός».

Λέει λοιπόν εκεί η Ελένη Ζαφειρίου: «…Βρέθηκε, η μάνα μου στη Λάρισα, με τον θίασο του γιου της, την εποχή που γίνεται το παζάρι. Έμενε σ’ ένα ξενοδοχείο, που τα παράθυρά του έβλεπαν στην πλατεία του παζαριού. Καθώς ντυνόταν για να πάει στο θέατρο για πρόβα, άκουγε ένα κλάμα μικρού παιδιού πολύ δυνατό και την ενοχλούσε. Κατέβηκε απ’ το ξενοδοχείο και περνώντας μέσα από το παζάρι, πέφτει απάνω στο παιδάκι, που εξακολουθούσε να κλαίει σκούζοντας.

Σταμάτησε, είδε έναν άντρα καθισμένο χάμω σταυροπόδι να πουλάει κάτι. Τον τριγύριζαν δύο αγόρια, και το μικρότερο γκρινιάρικο κοριτσάκι, που εξακολουθούσε να κλαίει. Τίνος είναι αυτό το κοριτσάκι που κλαίει έτσι τόσες ώρες; ρώτησε τον άνδρα που κάθονταν χάμω σταυροπόδι. «Δικό μου είναι πανάθεμά το. Από το πρωί δεν έχει σταματεμό.

Μπας και ξέρω τι να του κάνω; Έτσι μούρχεται να το στραγγαλίξω!» «Καλά, και πού είναι η μάνα του,» τον ρωτάει; «Δεν έχει μάνα, απόθανε μόλις το γέννησε και με άφησε με τρεις διαόλους». Χωρίς πολλές κουβέντες και μεγάλες σκέψεις του λέει: «Δώσε μου εμένα το κοριτσάκι σου και θα πάμε στο συμβολαιογράφο να κάνουμε ένα συμφωνητικό ότι μου το δίνεις για ψυχοπαίδι». Χωρίς άλλες κουβέντες, έτσι έγινε».

Ο «Οιδίπους Τύραννος» και το θαλάσσιο ταξί του Φίνου

Και κάπως έτσι η μικρή Ελένη πήρε το επίθετο της θετής μητέρας της και ξεκίνησε μια καινούρια ζωή, στην οποία το θέατρο κυριαρχούσε. Κι αυτό διότι τόσο η θετή μητέρα της, όσο και ο θετός αδελφός της ήταν άνθρωποι του θεάτρου και έκαναν διαρκώς περιοδείες ανά την Ελλάδα. Τούτο σήμαινε ότι η μικρή Ελένη άλλαζε διαρκώς πόλεις διαμονής και σχολικό περιβάλλον, κάτι ωστόσο που δεν την ενοχλούσε, αφού η αγάπη της για το θέατρο κυριαρχούσε.

Οι πρώτες της συμμετοχές σε παραστάσεις ήταν όταν υπήρχαν σε αυτές παιδικοί ρόλοι, τους οποίους ερμήνευε με μεγάλη επιτυχία. Εξάλλου η μητέρα της φρόντισε να της δώσει και θεατρική παιδεία από τα μαθητικά της κιόλας χρόνια, ενώ την απόφασή της να γίνει ηθοποιός την πήρε όταν είδε την παράσταση «Οιδίπους Τύραννος» που ανέβαινε από το Εθνικό Θέατρο με πρωταγωνιστές τον Βεάκη, τον Μινωτή και την Παξινού.

Η Ελένη Ζαφειρίου αποφοίτησε από τη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου και ακολούθησε μια λαμπρή καριέρα στο θεατρικό σανίδι, ερμηνεύοντας κυρίως ρόλους σε έργα κλασικού ρεπερτορίου.

Μερικές από τις πλέον σημαντικές κινηματογραφικές ερμηνείες της ήταν στις ταινίες “Η Αγνή του λιμανιού” (1951), “Η Άγνωστος” (1954), “Η καφετζού”, “Το κορίτσι με τα μαύρα” (1956), “Η θεία από το Σικάγο” (1957), “Η κυρά μας η μαμή” (1958), “Ναυάγια της ζωής” (1959), “Ο κατήφορος” (1969), “Νόμος 4000”, “Το ταξίδι” (1962), “Δεσποινίς Διευθυντής” (1964).

Επίσης στη ταινία, “Τζένη-Τζένη” (1966) – ο Φίνος της πλήρωνε κάθε μέρα θαλάσσιο ταξί και την πηγαινόφερνε από την Επίδαυρο που έπαιζε η Ζαφειρίου στις Σπέτσες, όπου έγιναν τα γυρίσματα της ταινίας -, “Γαμπρός απο το Λονδίνο” (1967), “Η αρχόντισσα και ο αλήτης”, “Αυτοί που δεν λύγισαν” (1968), “Η οδύσσεια ενός ξεριζωμένου”, “Ξύπνα Βασίλη” (1969), “Υπολοχαγός Νατάσα”, “Αυτοί που μίλησαν με τον θάνατο” (1970), “Η λεωφόρος του μίσους” (1971), “Ο εχθρός του λαού” (1972) κ.α.

Η Ελένη Ζαφειρίου πέθανε στις 2 Σεπτεμβρίου του 2004.

Από την Μαίρη Μεταξά στην Νίτσα Τσαγανέα

Πολλές ακόμα ελληνίδες πρωταγωνίστριες του παλιού κινηματογράφου υποδύθηκαν τους ρόλους της μάνας και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία. Ποιος θα ξεχάσει ερμηνείες όπως της Μαίρης Μεταξά, στην ταινία “Το ανθρωπάκι”, που υποδύθηκε την μάνα του Κώστα Βουτσά – και σε πολλές ακόμα ταινίες -, της Μαίρης Αρώνη, ως θρυλική Πάστα Φλώρα στην “Τρελή τρελή οικογένεια”, της Γεωργίας Βασιλειάδου στην ταινία “Η κυρά μας η μαμή”, της Μαρίκα Κρεβατά στην “Κόμισα της φάμπρικας”, της Σμάρω Στεφανίδου στην ταινία “20 γυναίκες κι εγώ”.

Νίτσα Τσαγανέα
Η Νίτσα Τσαγανέα.

Ωστόσο μόνο μία ακόμη ηθοποιός θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στην Ζαφειρίου στον ρόλο της πιο δημοφιλούς μάνας του ελληνικού κινηματογράφου: η Νίτσα Τσαγανέα. Θέση που κατέκτησε επάξια με τους ρόλους της μάνας που ερμήνευσε στην ταινία του 1958 “Ένας ήρωας με παντούφλες”, πλάι στον Βασίλη Λογοθετίδη και την Ίλυα Λιβυκού και στην ταινία του 1962 “Ο Θόδωρος και το δίκανο”, πλάι στον Μίμη Φωτόπουλο και την Σμαρούλα Γιούλη.

Στην πρώτη ταινία υποδύθηκε την μητέρα της Ίλιας Λιβυκού και σύζυγο του Βασίλη Λογοθετίδη, ο οποίος ερμήνευσε τον ρόλο του στρατηγού Λάμπρου Δεκαβάλα, που γίνεται θύμα επιτήδειων πολιτικών που θέλησαν να βγάλουν χρήματα εκμεταλλευόμενοι την προσωπικότητα του στρατηγού, αλλά ταυτόχρονα και την αφέλειά του.

Ο ίδιος παρά το ένδοξο παρελθόν του, δεν είναι οικονομικά εύρωστος, με αποτέλεσμα η οικογένειά του να κακοπερνά, μια κατάσταση που αναδεικνύεται εκπληκτικά μέσα από την ερμηνεία της Τσαγανέα ως μητέρας της Λιβυκού, αλλά και ως συζύγου του στρατηγού που προσπαθεί πάντα να τον προσγειώσει στην δύσκολη καθημερινή πραγματικότητα.

Στην δεύτερη ταινία, η Νίτσα Τσαγανέα υποδύεται την μητέρα της Σμαρούλας Γιούλη και τη σύζυγο του Μίμη Φωτόπουλου, ενός βαθύτατα συντηρητικού πατέρα, που προσπαθεί να προφυλάξει την κόρη του από τους κινδύνους, όπως τουλάχιστον ο ίδιος τους αντιλαμβάνεται. Εμβληματικός ο ρόλος της Τσαγανέα στην ταινία αυτή, που προσπαθεί να λειτουργήσει ως γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ του συζύγου της και της κόρης της.

Νίτσα Τσαγανέα: Εν αρχή ην…Ελένη Λάσκαρη

Το πραγματικό όνομα της Νίτσα Τσαγανέα ήταν Ελένη Λάσκαρη και γεννήθηκε το 1902. Έπαιξε για πρώτη φορά στο θέατρο το 1924 ως μέλος του «Θιάσου Νέων», ενώ πολύ σύντομα άρχισε να παίζει στο πλευρό της Μαρίκας Κοτοπούλη. Εκείνη την εποχή γνώρισε και τον πρώτο της σύζυγο, τον γιατρό Γιώργο Βιτσώρη, ο οποίος την ερωτεύτηκε τόσο πολύ που για χάρη της εγκατέλειψε την επιστήμη και έγινε κι εκείνος ηθοποιός.

Το ζευγάρι παντρεύτηκε και απέκτησε μια κόρη, τη Λιάνα. Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα, η Λάσκαρη γνωρίζει έναν νεαρό αριστοκρατικής καταγωγής από τη Ρουμανία, ο οποίος βρέθηκε στην Ελλάδα για να σπουδάσει επίσης ιατρική. Ήταν ο Χρήστος Τσαγανέας, ο οποίος την ερωτεύθηκε, εγκατέλειψε τις σπουδές του στην ιατρική, την παντρεύτηκε και έγινε και ο ίδιος ηθοποιός.

Ωστόσο για τον Τσαγανέα η επιλογή αυτή είχε πολύ μεγάλο κόστος, αφού οι γονείς του τον αποκλήρωσαν. Το ζευγάρι έμεινε μαζί μέχρι το 1977, όταν πέθανε ο Τσαγανέας, ενώ δεν απέκτησαν ποτέ παιδί μαζί. Η Νίτσα Τσαγανέα πέθανε το 2002 σε ηλικία 100 χρονών, και τάφηκε δίπλα στην κόρη της Λιάνα, η οποία είχε πεθάνει το 1997 σε ηλικία 73 ετών.

Advertisement

Η μήνυση της Αλίκης σε Σακελλάριο και Τζαβέλλα

μήνυση

O Σταύρος Παράβας αποτελεί μία ιδιαίτερη πάστα ηθοποιού, ο οποίος μπορούσε με την ίδια ευκολία που υποδύονταν έναν λαϊκό άνθρωπο, να υποδυθεί και έναν «σαλονάτο».

Η έμφυτη λαϊκή του προδιάθεση, που όμως ήταν τόσο «εξευγενισμένη», αληθινή και ντόμπρα, του έδωσε σημαντική ώθηση στην καριέρα του.

Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της προδιάθεσης αποτυπώθηκε στο κινηματογραφικό πανί το 1972, με την ταινία «Ο μάγκας με το τρίκυκλο», στην οποία πρωταγωνιστούσε ο ίδιος, μαζί με την Τόνια Καζιάνη.

Τη χρονιά εκείνη ο Γιάννης Δαλιανίδης αποφασίζει να μεταφέρει στον κινηματογράφο το θεατρικό του μιούζικαλ «Το σεξ και πως να το αποκτήσετε», έργο που είχε αντικαταστήσει στη σκηνή στο θέατρο «Πάνθεον» τη σεζόν 1970-71, το «Μαριχουάνα Στοπ», αλλά με διαφορετική διανομή ρόλων.

Ο μάγκας με το τρίκυκλο
Σκηνή από την ταινία, “Ο μάγκας με το τρίκυκλο”.

Ο Σταύρος Παράβας έπαιξε το ρόλο που στο θέατρο είχε παίξει πρώτα ο Γιώργος Πάντζας, ενώ η Τόνια Καζιάνη αντικατέστησε τη Ζωή Λάσκαρη και η Μάρθα Καραγιάννη την Δέσποινα Στυλιανοπούλου.

Όπως οι περισσότεροι ηθοποιοί της γενιάς του, ο Σταύρος Παράβας πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια, κάνοντας πολλές και διαφορετικές δουλειές για να ζήσει.

Γεννήθηκε το 1935 από γονείς Μικρασιάτες, ήταν το μικρότερο από τα 5 παιδιά της οικογένειας και μεγάλωσε στα Προσφυγικά, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Το ντεμπούτο του στο θέατρο το έκανε το 1955 δίπλα στην Κατερίνα, υποδυόμενος έναν αστυνομικό στο «Πρώτο ψέμα» του Γιώργου Ρούσσου, παράσταση που μερικά χρόνια αργότερα έγινε ταινία με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, η πασίγνωστη σήμερα «Σωφερίνα».

Ο Παράβας έμεινε στην ιστορία του κινηματογράφου ως ο πρώτος ηθοποιός που τόλμησε να ενσαρκώσει ρόλους θηλυπρεπών ανδρών, με την πρώτο σχετικό ρόλο να είναι εκείνος του Φίφη, στην ταινία «Μικροί-μεγάλοι εν δράση», το 1963.

Η επιτυχία ήταν μεγάλη και από εκεί και πέρα ακολούθησαν πολλές προτάσεις προς τον ίδιο για παρόμοιους ρόλους, σε ταινίες όπως «Φίφης ο αχτύπητος», «Η Χαρτορίχτρα», «Ο Μόδιστρος», «Κλεοπάτρα εν δράσει», «Η Κλεοπάτρα ήταν Αντώνης» και πολλές άλλες.

Όπως επισημαίνει σε σχετικό του σχόλιο ο Ιάσωνας Τριανταφυλλίδης, «όσες φορές δοκίμασε στα χρόνια του ´60 ο Παράβας να παίξει έναν ρόλο… με περισσότερη αρρενωπότητα έπεφτε στο κενό και το ίδιο συνέβαινε και στο θέατρο, στις επιθεωρήσεις όπου οτιδήποτε άλλο και να έπαιζε, έπρεπε να υπάρχει και ένα νούμερο όπου έπαιζε είτε το κορίτσι, είτε τη γυναίκα ή κάποιον θηλυπρεπή άντρα» Κάποιες απο τις «θηλυπρεπείς» ερμηνείες του στο θέατρο προκάλεσαν πάταγο, όπως π.χ. όταν έπαιξε την Αλίκη Βουγιουκλάκη σε ένα νούμερο το 1968 στην επιθεώρηση «Και μη χειρότερα».

Υποδύθηκε τόσο ρεαλιστικά την Βουγιουκλάκη που η τελευταία έκανε μήνυση τους συγγραφείς του έργου Αλέκο Σακελλάριο και Γιώργο Τζαβέλλα γιατί αισθάνθηκε πως θίγεται. «Κύριε πρόεδρε Παράβας υπάρχει, παράβαση δεν υπάρχει» είχε πει ο Γιώργος Μουζάκης ο μουσικός της παράστασης στο δικαστήριο ως μάρτυς υπερασπίσεως.

Ο Σταύρος Παράβας, ντυμένος μαθήτρια με ξανθιά περούκα, υποδυόταν την Αλίκη Βουγιουκλάκη, αποκαλούσε χοντρό σαν «βαρελάκι» και στραβοπόδη τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ και τραγουδούσε: «Δημήτρη μου, Δημήτρη μου, σου το ‘δωσα το σπίτι μου. Δημήτρη μου, Δημήτρη μου, σου πήρα κι αυτοκίνητο…».

Κατά τη διάρκεια της παράστασης ακούγονταν ατάκες, όπως: «Θέλω να καταπιώ δέκα σαν την Καρέζη για να κάνω κέφι», ενώ αναφέρονταν και στην ηλικία της πρωταγωνίστριας και στο γεγονός πως δεν μπορούσε να κάνει παιδί.

Το ζευγάρι των αγαπημένων πρωταγωνιστών θεώρησε απαράδεκτο τον τρόπο με το οποίο τους παρουσίαζαν στην παράσταση. Πάνω από όλα, όμως, ενοχλήθηκαν για τα σχόλια που αφορούσαν το θέμα της εγκυμοσύνης, καθώς η Αλίκη Βουγιουκλάκη εκείνη την περίοδο είχε δύο αποβολές και προσπαθούσε να μείνει έγκυος.

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ κατέθεσαν μήνυση για εξύβριση σε βάρος των Γιώργου Τζαβέλα και Αλέκου Σακελλάριου αλλά και του επιχειρηματία και κουμπάρου της πρωταγωνίστριας, Τάκη Μακρίδη.

Η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια της οδού Σανταρόζα τον Ιούλιο του 1968, όπου παραχωρήθηκε η μεγαλύτερη αίθουσα για να συνεδριάσει το Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Σε μια ασφυκτικά γεμάτη δικαστική αίθουσα, από θαυμαστές του λαμπερού ζευγαριού, η Αλίκη Βουγιουκλάκη εξήγησε από το βήμα του μάρτυρα τι ήταν αυτό που τους εξόργισε.

Σημεία-σταθμοί στην πορεία του Παράβα στον κινηματογράφο ήταν οι ταινίες «Το κοροϊδάκι της πριγκηπέσας» και «Ο μάγκας με το τρίκυκλο», τις οποίες γύρισε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 με τον Γιάννη Δαλιανίδη.

Μάλιστα, ο χαρακτηρισμός «μάγκας με τον τρίκυκλο» τον ακολούθησε μέχρι το τέλος της ζωής του, το 2008.

Στα χρόνια της δικτατορίας, ενώ η καριέρα του ήταν στα καλύτερά της, ένα θεατρικό νούμερο που έπαιξε στο θέατρο Ρέξ ήταν η αιτία να συλληφθεί και να φυλακιστεί στη Γυάρο. Μάλιστα, ήταν στους τελευταίους 44 ανθρώπους που αποφυλακίστηκαν από το νησί αυτό, μετά την πτώση της δικτατορίας.

Με την επιστροφή του από την εξορία έκανε στροφή σε πιο κλασικό και σύγχρονο ρεπερτόριο.

Μεταξύ των έργων που έπαιξε ήταν ο «Πλούτος» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Λούκα Ρονκόνι, οι «Ιππείς» του Αριστοφάνη με το Αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου, οι «Εκκλησιάζουσες», οι «Ψύλλοι στ΄ αφτιά» του Φεντό με τον θίασο Καλογεροπούλου, το «Μόνο ζευγάρι» με συμπρωταγωνιστή τον Νίκο Κούρκουλο, στα «Σκουπίδια», στα «Χριστούγεννα των Κουπιέλο» κ.ά.

Ο Σταύρος Παράβας από το γάμο με τη σύζυγό του Άννυ απέκτησε τρία παιδιά: Δύο κόρες, τη Μάρθα και τη Βανέσσα, κι ένα γιο, τον Τζόναθαν.

Την περίοδο της δικτατορίας, όμως, η σύζυγός και τα παιδιά του επέστρεψαν μόνιμα στην Αγγλία και έμεινε μόνος του στην Ελλάδα.

Το 2002 ο γιος του Τζόναθαν πέθανε και ο θάνατός αυτός του στοίχισε πολύ.

Advertisement

Μία ματιά και εδώ..

Η κάλπικη λίρα: Η πρώτη ελληνική ταινία σε ψηφιακή μορφή

ψηφιακή μορφή
Η ταινία- σταθμός στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου  είναι η πρώτη ελληνική ταινία που επανακυκλοφορεί μετά από ειδική ψηφιακή επεξεργασία που επιμελήθηκε ο κινηματογραφικός...

Γιώργος Βελέντζας 1927-2015

Γιώργος Βελέντζας
Ο Γιώργος Βελέντζας γεννήθηκε στην Αθήνα στις 04 Δεκεμβρίου του 1927 και μεγάλωσε στην περιοχή του Αγίου Θωμά Αμπελοκήπων. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του...