Μπέμπα Μπλανς

Η Μπέμπα Μπλανς (πραγματικό όνομα, Αγγελική Κωνσταντοπούλου) γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου του 1944 στην Αθήνα και ήταν ερμηνεύτρια του λαϊκού τραγουδιού και περιστασιακή ηθοποιός. Τραγουδίστρια με βελούδινη φωνή, είχε αποκτήσει τον τίτλο της μοιραίας ντίβας και οι εμφανίσεις της κάθε άλλο παρά απαρατήρητες περνούσαν.

Το 2008 σε συνέντευξη της, σε εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας είχε πει η ίδια για τις κατακτήσεις της:

“… Είχα πάει να τραγουδήσω στο Ισραήλ και με ειδοποίησαν ότι πρέπει να φύγω από τη χώρα, γιατί δύο σημαίνοντα πρόσωπα τσακώνονταν μέχρι… θανάτου για μένα. Καμιά φορά αναρωτιέμαι: Σε μένα συνέβησαν όλα αυτά; Θυμάμαι που ένας επιχειρηματίας, πολύ γνωστής φίρμας ψωμιού, προκειμένου να μην πάω στη Μύκονο ένα Σαββατοκύριακο και να μείνω μαζί του, μου χάρισε ένα κρις κραφτ. Ηθελε να μου δώσει ή ένα διαμέρισμα ή ένα σκάφος, και εγώ προτίμησα το δεύτερο…

Μπέμπα Μπλανς
Η Μπέμπα Μπλανς.

Ποτέ όμως δεν διέλυσα σπίτια. Ποτέ δεν μπήκα ανάμεσα σε ζευγάρια. Όταν οι άντρες είναι ερωτευμένοι, κάνουν πολλά για να κατακτήσουν μια γυναίκα. Όταν όμως τους… περάσει ο έρωτας, βγάζουν τον πραγματικό τους εαυτό. Από μικρή -ίσως γιατί έχω κάποιες άσχημες μνήμες από τότε- θεωρούσα ότι υπήρχε ένας τοίχος ανάμεσα σε μένα και σε όλους τους άντρες της ζωής μου. Δεν τους μίσησα, αλλά δεν δέθηκα κιόλας μαζί τους συναισθηματικά…”.

Στο καλλιτεχνικό στερέωμα η Μπέμπα Μπλανς μπήκε το 1964, ερμηνεύοντας τη σύνθεση  του  σπουδαίου Γιώργου Ζαμπέτα “Καλώς όρισες βρε Γιώργη”. Από εκεί και ύστερα η πορεία της υπήρξε ανοδική. Η βελούδινη φωνή της καταγράφηκε σε δίσκους, εμφανίστηκε στις μεγαλύτερες αθηναϊκές πίστες, πέρασε από τον κινηματογράφο και δημιούργησε το δικό της θρύλο.

Πρώτη φορά ο Ζαμπέτας την είχε δει στην ταβέρνα του Βλάχου στην Ιερά Οδό, κοντά στο σπίτι του, τότε. Μπουζούκι έπαιζε ο Λουκάς Μεφσούτης και τραγουδούσε η εκρηκτική Αγγελική Κωνσταντοπούλου, γνωστή με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Μπέμπα Μπλανς

Η “Μπέμπα Μπλανς” ήταν τρελή, πολύ τρελή…

Έτσι διηγείται δεκαετίες μετά στην Ιωάννα Κλειάσιου, στην έκδοση «Βίος και πολιτεία» (εκδ. Ντέφι). «Εντάξει είσαι η Μπλανς για τα μαγαζιά, αλλά για τους άλλους που δεν σε ξέρουνε δεν πρέπει να κάνεις κάτι;», της έλεγε, συμβουλεύοντάς την να ηχογραφήσει τραγούδια, να μην περιορίζεται στα μαγαζιά. Την πήγε στη Fidelity, στον Πατσιφά. «Της δίνω το «Ποτέ, ποτέ» και το «Καλωσόρισες, βρε Γιώργη».

Με το που τα λέει, μπαμ και σουξέ η Μπέμπα η Μπλου. Της δίνω κι άλλα, αλλά της Μπέμπας το μυαλό ήτανε αλλού. Πολύ τρελή, πολύ παλαβιάρα, γι’ αυτό και δεν κατόρθωσε να γίνει η μεγάλη καλλιτέχνιδα, αν κι ήτανε μεγάλη δεν μπόρεσε να πατήσει στο σανίδι σαν κυρίαρχη, σαν αυτοκράτειρα όπως γίνανε οι άλλες, Μαρινέλλα, Δούκισσα, Μοσχολιού».

Της ξεγήθηκε, όπως έλεγε, καλά. Την έβαλε σε δίσκους και ταινίες. Την αγάπησε και ο φακός. «Είπε πολύ καλά το “Καράβι”, “Μιας πεντάρας νιάτα”, καταπληκτικά. Σε πιάνει η φωνή της, είναι μοναδική, ιδιόρρυθμη και μυστήρια. Με αγγίζει εμένα η Μπέμπα, με πιάνει, μου αρέσει. Έχει γνήσια λαϊκή φωνή. Έχει στη φωνή ένα βελούδο μυστήριο».

Στη μεγάλη οθόνη πρωτοεμφανίστηκε το 1960, ως ηθοποιός στη ταινία του Οδυσσέα Κωστελέτου “Το χαμίνι”. Οι λάτρεις του ελληνικού κινηματογράφου ωστόσο θα τη θυμούνται ως τραγουδίστρια σε καμπαρέ της Τρούμπας στη ταινία του Αλέκου ΣακελλάριουΚαλώς ήλθε το δολλάριο”.

Εκεί ερμήνευσε μοναδικά το “Έναν αητό αγάπησα” (των Σπανού – Σακελλάριου). Ιστορικές  θα μείνουν  και οι  εμφανίσεις  της στη κωμωδία του Κώστα Καραγιάννη “Τα δίδυμα”( όπου μαζί με τον Γιώργο Ζαμπέτα τραγούδησαν το “Μαθητή”) και στο φιλμ του Κώστα Στράντζαλη “Σήκω χόρεψε συρτάκι”, (μαζί με τον Γιάννη Καραμπεσίνη τραγούδησαν το “Έχω μια μεγάλη αγάπη”).

Η Μπέμπα Μπλανς χάρη στο εκρηκτικό της ταμπεραμέντο τροφοδότησε την έμπνευση μεγάλων δημιουργών όπως του Γιώργου Ζαμπέτα ο οποίος την αποκαλούσε “Μπεμπέκα βελούδο” και με τον οποίο συνεργάστηκε σε πολλά τραγούδια.

Έκανε τρεις πλούσιους γάμους και από τον τρίτο της σύζυγο απέκτησε μία κόρη. Όπως είχε δηλώσει σε μία συνέντευξή της είχε χάσει όλη την περιουσία της στο χρηματιστήριο και από το πολυτελές της διαμέρισμα στην οδό Ρηγίλλης ζούσε με νοίκι σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην Κυψέλη.

Ο Μπέμπα Μπλανς έφυγε από τη ζωή στις 07 Σεπτεμβρίου 2017 στην κλινική της Αγίας Ελένης στους Αμπελοκήπους, σε ηλικία 71 ετών. Τον τελευταίο καιρό νοσηλευόταν σε νοσοκομείο, καθώς υπέφερε από σοβαρής μορφής αναιμία.

Η ίδια δεν έκρυψε ποτέ το πρόβλημά της, μάλιστα σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις της δήλωνε πως είχε σκεφτεί μέχρι και να δώσει τέλος στη ζωή της.

Μόνη, απογοητευμένη με σοβαρά οικονομικά προβλήματα και λίγους φίλους. Ανάμεσά τους η Ξανθή Περράκη και η Γιώτα Γιάννα που ήταν και οι μόνες, εκτός από την κόρη της την Μαργαρίτα, που την επισκεπτόντουσαν στο θεραπευτήριο που νοσηλευόταν εδώ και πολλούς μήνες δίνοντας μεγάλη μάχη για να κρατηθεί στη ζωή.

Η Γιώτα Γιάννα μάλιστα ήταν και το τελευταίο φιλικό της πρόσωπο που την επισκέφθηκε λίγο πριν φύγει από τη ζωή το 2017 και της έπαιξε στη φυσαρμόνικα την μεγάλη της επιτυχία «Το καράβι», το θρυλικό κομμάτι του Γιώργου Ζαμπέτα.

Η πλήρως εξασθενημένη άλλοτε μεγάλη δόξα του τραγουδιού δεν είχε σταματήσει να κλαίει, ενώ όταν είχε ολοκληρωθεί η μουσική είχε σηκώσει όσο μπορούσε τα χέρια της για να χειροκροτήσει.