Η Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου

Η Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου ξεκίνησε στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, με
μικρό αριθμό ταινιών μέχρι το 1940 (35 κατά προσέγγιση). Η άνθηση του άρχισε
μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με 4-7 ταινίες το χρόνο μέχρι το 1950 και σταδιακά η
παράγωγη αυξήθηκε μέχρι τις 60 ταινίες το 1960. Η χρυσή εποχή του ελληνικού
κινηματογράφου ήταν από το 1960 μέχρι το 1973 φτάνοντας μέχρι τις 97 ταινίες το
χρόνο (με μέσο ορό 80 ταινίες το χρόνο). Από το 1974 μέχρι σήμερα η παράγωγη
κυμαίνεται σε πολύ μικρότερο επίπεδο από 10 ταινίες μέχρι 40 ταινίες το χρόνο.

Η πρώτη περίοδος

Η ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου αρχίζει το 1906, αν και συχνά αναφέρεται ως έτος αρχής
του το 1914. Το 1906 κινηματογραφείται μια μικρού μήκους ταινία των Ολυμπιακών αγώνων που
διεξάχθηκαν τότε και επρόκειτο για ταινία γυρισμένη με απλά τεχνικά μέσα χωρίς όμως να
λείπουν καλλιτεχνικά γνωρίσματα. Αυτή υπήρξε η πρώτη Ελληνική ταινία καθώς επίσης και η πρώτη
ταινία με αθλητικό περιεχόμενο στο κόσμο. Προβλήθηκε για πρώτη φορά το Μάιο του 1906.
Το (1907) έγινε μια ακόμη ταινία του είδους αυτού που παρουσίαζε τον εορτασμό της
ελληνικής Εθνικής επετείου. Στα επόμενα τρία χρόνια, δεν σημειώνεται καμία άλλη ελληνική ταινία.
Το 1911 ο Κώστας Μπαχατώρης, παρουσίασε στην οθόνη, το κωμειδύλλιο του Περισιάδη Γκόλφω,
με πρωταγωνίστρια τη βεντέτα του θεάτρου της εποχής Ολυμπία Δαμάσκου, που γνώρισε στο θέατρο μεγάλη επιτυχία.
Η ταινία διαρκούσε περίπου μία ώρα και δέκα λεπτά, και γυρίστηκε εξ ολοκλήρου σ’ ένα φωτογραφικό στούντιο.
Η ταινία είχε πολλά ελαττώματα και λάθη αλλά ο κόσμος την υποδέχθηκε με ενθουσιασμό.Γιαννάκης Μανάκης

Το 1912 ιδρύθηκε η πρώτη κινηματογραφική εταιρία, η Αθηνά Φιλμ και η πρώτη της ταινία
ήταν ένα μικρό ντοκιμαντέρ γύρω από τη ζωή των νεαρών Ελλήνων πριγκίπων. Ύστερα
γυρίστηκε μία άλλη ταινία «Η τύχη της Μαρούλας» που αποτελούσε την πρώτη ελληνική ταινία με αξιώσεις στοιχειώδους καλλιτεχνικού και τεχνικού επιπέδου. Το 1913, η ίδια εταιρία παρουσίασε μία σειρά μικρών κωμωδιών τύπου μπουρλέσκ, με πρωταγωνιστή το δημοφιλή κωμικό Δημητρακόπουλο.

Το 1916 ιδρύθηκε μία δεύτερη κινηματογραφική
εταιρία, η Άστυ Φιλμς, που τον ίδιο χρόνο παρουσίασε την κωμωδία με τίτλο Η προίκα της
Αννούλας. Ακολούθησαν τα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που σταμάτησαν μέχρι
το 1920 την εξέλιξη του ελληνικού κινηματογράφου . Στην ίδια περίοδο έγιναν και τα
πολεμικά ντοκιμαντέρ του Γιώργου Προκοπίου. Στα μικρά αυτά φιλμ, που αποτελούν και
τα μόνα κινηματογραφικά ντοκουμέντα που έχουμε από το Μικρασιατικό Πόλεμο.

Το 1921 ο Γαζιάδης παρουσίασε την ταινία «Ελληνικό θαύμα», όπου χρησιμοποίησε Ρώσους ηθοποιούς.
Το 1924 γυρίστηκαν μερικές σύντομες ταινίες, στις οποίες πρωταγωνιστούσε ο κωμικός Μιχαήλ Μιχαήλ .
Το 1927 η Νταγκ Φιλμς παρουσιάζει τη πρώτη ταινία της που ήταν το «Έρως και κύματα», που αποτέλεσε σταθμό για τον ελληνικό κινηματογράφο, ο οποίος έκτοτε πραγματοποίησε αλματώδη εξέλιξη.

Ηχητικός κινηματογράφος

Το 1930 η Νταγκ Φιλμς παρουσίασε μια νέα σειρά από ταινίες, που τα σενάριά τους έγραψαν γνωστοί συγγραφείς και ο πρωταγωνιστές τους είχαν επιλεγεί από τους καλύτερους ηθοποιούς του Βασιλικού θεάτρου. Τότε όμως είχε παρέλθει η εποχή του βωβού κινηματογράφου και το κοινό υποδεχόταν με ενθουσιασμό τον ηχητικό κινηματογράφο. Μετά από λίγο χρονικό διάστημα διαλύθηκε, αδυνατώντας να προσαρμόσει τις εργαστηριακές της εγκαταστάσεις στις απαιτήσεις του ομιλούντος κινηματογράφου, που είχε πια καθιερωθεί.

Την ίδια περίοδο στο μεταξύ ιδρύθηκαν άλλες πιο συγχρονισμένες εταιρίες όπως η Ηρώ Φιλμς, η Ακρόπολις Φιλμς και άλλες. Η δεύτερη παρουσίασε μία σειρά μικρές κωμωδίες με πρωταγωνιστή τον Κίμωνα Σπαθόπουλο, έναν πολύ καλό μιμητή του Σαρλώ. Τον ίδιο χρόνο (1930), γυρίστηκε το «Δάφνις και Χλόη», που θεωρείται η πρώτη ρεαλιστική ελληνική ταινία.

Στην επομένη δεκαετία, αν και δημιουργήθηκαν αρκετές νέες εταιρίες, όπως η Τέλεγκαν, ο Φοίβος κ.ά., ο Ελληνικός Κινηματογράφος περιορίσθηκε αποκλειστικά στα μικρά ντοκιμαντέρ και τις ταινίες επικαίρων . Το 1939 παρουσιάζεται μια ικανοποιητική ελληνική ταινία στον τομέα του ομιλούντος, που γυρίστηκε από τον Φίνο. Ήταν το «Το τραγούδι του χωρισμού», με πρωταγωνιστή το Λάμπρο Κωνσταντάρα, τον Αλέκο Λειβαδίτη, τη Λίντα Μιράντα και την Ευτυχία Δανίκα. Η ταινία αυτή ήταν και το πρώτο ελληνικό έργο που γυρίστηκε με συγχρονισμένα μηχανήματα εικόνας και ήχου.

Έτσι τελειώνει η πρώτη περίοδος (του Βωβού κινηματογράφου) και αρχίζει η αποκλειστική και συστηματική παραγωγή ταινιών του Ομιλούντος.

Ο Ελληνικός Κινηματογράφος, στην πρώτη εποχή του, πορεύεται με πανάρχαια, ακατάλληλα τεχνικά μέσα και κινείται σε περιορισμένα οικονομικά περιθώρια. Εκτός από αυτό, χρησιμοποιεί ηθοποιούς του θεάτρου, χωρίς καμιά ιδιαίτερη ειδίκευση και εξοικείωση στον κινηματογραφικό φακό. Παρόλα αυτά, είναι αξιοσημείωτη η υποστήριξη του ελληνικού κοινού.

Πρέπει να παρατηρηθεί ακόμη ότι αν και χρησιμοποίησε στην πρώτη εκείνη εποχή πολλά ελληνικά θέματα, δεν εμφάνισε ελληνικό χαρακτήρα, ούτε καμιά ξεχωριστή πρωτοτυπία. Η πρώτη ελληνική κινηματογραφική παραγωγή στο σύνολό της μιμείται πότε τα γαλλικά και πότε τα αμερικανικά πρότυπα. Η εξήγηση του φαινομένου αυτού δεν είναι δύσκολη αφού το κράτος της εποχής δε θεώρησε την έβδομη τέχνη άξια να ασχοληθεί σοβαρά.

Η πρώτη περίοδος του ελληνικού κινηματογράφου, που καθορίζεται χρονολογικά από το 1906 ως το 1940, χαρακτηρίζεται από τη φιλότιμη αλλά σε χαμηλό επίπεδο δραστηριότητα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, την ανυπαρξία ειδικευμένων τεχνικών και καλλιτεχνών, την αδιαφορία του κράτους και την προχειρότητα των μηχανικών μέσων.

Η μεταπολεμική περίοδος

Τα χρόνια του πολέμου και της κατοχής 1940-1944 δεν αφήνουν περιθώρια εξέλιξης στον ελληνικό κινηματογράφο, έδωσαν όμως το υλικό και τα θέματά τους στους σεναριογράφους και τους σκηνοθέτες του μεταπολέμου.

 Αξιοσημείωτη είναι η ίδρυση της Φίνος Φιλμ (1942) που κατόρθωσε να παρουσιάσει αξιόλογη δουλειά. Μετά την απελευθέρωση, η κινηματογραφική παραγωγή ανεβαίνει. Τα στούντιο διαθέτουν πια την αναγκαία έκταση και σύγχρονο εξοπλισμό καθώς και ειδικευμένο τεχνικό προσωπικό.

Έλλη Λαμπέτη

Το 1943 η νεοϊδρυθείσα τότε Φίνος Φιλμ παρουσίασε την πρώτη κατοχική ταινία, ονόματι Η φωνή της καρδιάς του Δημήτρη Ιωαννόπουλου, στην οποία έπαιζαν μεταξύ άλλων οι Αιμίλιος Βεάκης, Καίτη Πάνου, Δημήτρης Χορν και Λάμπρος Κωνσταντάρας. Πάντως, από τις ελάχιστες ταινίες που γυρίστηκαν το διάστημα αυτό ξεχωρίζουν τα Χειροκροτήματα (1944), με πρωταγωνιστή τον Αττίκ. Τα Χειροκροτήματα ήταν το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Γιώργου Τζαβέλλα, μιας από τις σημαντικότερες μορφές του μεταπολεμικού σινεμά.

Οι εταιρίες παραγωγής γίνονται συνεχώς περισσότερες. Τη Φίνος Φιλμ, που εμφανίστηκε πρώτη, καθώς και τις Ανζερβός, Νοβάκ ακολουθούν οι εταιρίες Παρθενών, Μεσόγειος, Κώστας Καραγιάννης, Αφοί Καρατζόπουλοι, Χρ.Σπέντζος, κ.ά. Οι προσπάθειες των εταιριών υπήρξαν φιλότιμες, χωρίς εν τούτοις να κατορθώσουν να ξεπεράσουν τα όρια της εμπορικής σκοπιμότητας.

Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι ατυχής κατάληξη είχαν πολλές ταινίες του ελληνικού
κινηματογράφου καθώς δεν προβληθήκαν ποτέ.

Η Χρυσή Εποχή 1955-1967

Χρυσή Εποχή του ελληνικού κινηματογράφου χαρακτηρίζεται από τη συστηματική παραγωγή, διανομή σε βιομηχανική κλίμακα και τη δημιουργία ενός ισχυρού σταρ σύστεμ, βασισμένου σε ξένα πρότυπα. Στο διάστημα αυτό, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1960, η Ελλάδα παρήγαγε τις περισσότερες ταινίες κατά κεφαλήν σε παγκόσμιο επίπεδο ή, κατά άλλους, βρισκόταν στη δεύτερη θέση πίσω από το Μπόλυγουντ. Ο ρυθμός αυξανόταν διαρκώς και από το 1960, όταν προβλήθηκαν 57 ταινίες, ο αριθμός έφτασε τις 196 το 1967. Η Φίνος Φιλμ αναδείχθηκε στη μεγαλύτερη εταιρεία παραγωγής. Οι βασικότεροι ανταγωνιστές της ήταν οι Ανζερβός, κυρίως τη δεκαετία του 1950, Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης και Καραγιάννης-Καρατζόπουλος.

Αλίκη ΒουγιουκλάκηΗ έναρξη της Χρυσής Εποχής ορίζεται το 1955, όταν προβλήθηκαν τα Ιστορία μιας κάλπικης λίρας και Στέλλα. Η Ιστορία μιας κάλπικης λίρας, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Τζαβέλλα, ήταν η πρώτη ελληνική ταινία που είχε τόσο μεγάλη διεθνή απήχηση, αφού προβλήθηκε σε περίβλεπτα φεστιβάλ, όπως αυτά της Βενετίας και του Κάρλοβι Βάρι. Η Στέλλα, η δεύτερη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη και το ντεμπούτο της Μελίνας Μερκούρη, προκάλεσε επίσης ιδιαίτερη αίσθηση στο εξωτερικό, καθώς προτάθηκε για το Χρυσό Φοίνικα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών και τιμήθηκε με Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Οι επόμενες ταινίες του Κακογιάννη (Το κορίτσι με τα μαύρα – 1956, Το τελευταίο ψέμα – 1958, Ερόικα – 1962, Ηλέκτρα – 1962) διακρίθηκαν επανειλημμένως σε ξένα φεστιβάλ και βραβεία.

Το 1956 προβλήθηκε Ο Δράκος του Νίκου Κούνδουρου, μια ταινία-σταθμός. Αντιμετωπίστηκε με εχθρότητα από κοινό και κριτικούς, αλλά απέσπασε θετικά σχόλια στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας και σήμερα θεωρείται ευρέως ένα από τα αριστουργήματα της ελληνικής κινηματογραφίας.

Τη δεκαετία του 1960 γυρίστηκαν μερικές από τις διασημότερες συμπαραγωγές με ξένες εταιρείες. Το Ποτέ την Κυριακή (1960) του Ζυλ Ντασέν κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού για τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, ενώ η Μελίνα Μερκούρη βραβεύτηκε με το Βραβείο Γυναικείου ρόλου στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών. Το 1964 ο Αλέξης Ζορμπάς του Μιχάλη Κακογιάννη ήταν μια μεγάλη εισπρακτική επιτυχία, επίσης με διακρίσεις στα Όσκαρ. Η συγκεκριμένη ταινία επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό, μια επιρροή που είναι ευδιάκριτη ακόμα και σήμερα.

Αν και στις αρχές της δεκαετίας του 1950 υπήρχε ένα σχετικά ευρύ φάσμα ειδών, με το χρόνο κυριάρχησαν οι κωμωδίες. Παρά την κοινωνική και πολιτιστική τους σημασία, οι περισσότερες από αυτές χαρακτηρίζονται από αφέλεια και τυποποίηση στην αφήγηση.

Κεντρικές προσωπικότητες του κωμικού σινεμά αποτέλεσαν οι Αλέκος Σακελλάριος και Γιάννης Δαλιανίδης. Ο Σακελλάριος σκηνοθέτησε και έγραψε, συχνά μαζί με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο, πολλές από τις πλέον αγαπητές κωμωδίες της εποχής, συμπεριλαμβανομένων των Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο (1955), Η θεία απ’ το Σικάγο (1957), Ο Ηλίας του 16ου (1959), Τα κίτρινα γάντια (1960), Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο (1960) και Υπάρχει και φιλότιμο (1965). Η φιλμογραφία του Δαλιανίδη περιλαμβάνει πληθώρα γνωστών κωμωδιών (Ζητείται ψεύτης – 1961, Η Χαρτοπαίχτρα – 1964, Φωνάζει ο κλέφτης – 1965 κ.ά.), ενώ κάποιες εξ αυτών (Μερικοί το προτιμούν κρύο… – 1962, Κορίτσια για φίλημα – 1965 κ.ά.) θεωρούνται τα καλύτερα δείγματα εγχώριου μιούζικαλ. Παράλληλα συνέδεσε το όνομά του με τα επιτυχημένα δράματα Ο Κατήφορος (1961) και Νόμος 4000 (1962).

Άλλες δημοφιλείς κωμωδίες είναι οι Της κακομοίρας (1963) του Ντίνου Κατσουρίδη και Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα (1965) του Γιώργου Τζαβέλλα. Ο Ντίνος Δημόπουλος, ασχολήθηκε κυρίως με την κωμωδία (Δεσποινίς διευθυντής – 1964, Μια τρελλή τρελλή οικογένεια – 1966 κ.ά.), όμως σκηνοθέτησε επίσης τις επιτυχημένες δραματικές ταινίες Λόλα (1964), Κοινωνία ώρα μηδέν (1966) και Κατηγορώ τους ανθρώπους (1966).

Παράλληλα, ιδιαίτερα λαοφιλείς αναδείχτηκαν οι μελοδραματικές ταινίες, σαν τον Λουστράκο (1962) της Μαρίας Πλυτά και το Με πόνο και με δάκρυα (1965) του Απόστολου Τεγόπουλου.

Αρκετές ταινίες αυτής της περιόδου υπέστησαν λογοκρισία. Η Συνοικία του όνειρο (1961) του Αλέκου Αλεξανδράκη αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα κατά τη διάρκειά της παραγωγής, αλλά και στην πρεμιέρα, καθώς σύμφωνα με την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, αποτελούσε δυσφήμηση για την εικόνα της χώρας. Ορισμένες σκηνές της ταινίας κόπηκαν, αλλά ακόμα κι έτσι θεωρείται πλέον μια από τις σπουδαιότερες ελληνικές ταινίες. Ο Αδελφός Άννα (1963) του Γρηγόρη Γρηγορίου λογοκρίθηκε λόγω των αναφορών στα θέματα της παιδοφιλίας και της σεξουαλικής κακοποίησης, ενώ το Αμόκ (1963) του Ντίνου Δημόπουλου θεωρήθηκε πολύ τολμηρό, λόγω του σεξουαλικού περιεχομένου ορισμένων σκηνών.Το χώμα βάφτηκε κόκκινο

Τα υπόλοιπα είδη τύχαιναν γενικά μικρότερης προσοχής, αν και ορισμένα είχαν αξιοπρόσεκτη παρουσία στο εξωτερικό. Για παράδειγμα, το ιστορικό δράμα Το χώμα βάφτηκε κόκκινο (1966) του Βασίλη Γεωργιάδη προτάθηκε για Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Το Κοντσέρτο για πολυβόλα (1967) του Ντίνου Δημόπουλου αποτελεί ένα αξιόλογο πολεμικό δράμα. Όσον αφορά το νουάρ και το θρίλερ έγιναν λίγες, αλλά αξιόλογες προσπάθειες, όπως το Έγκλημα στα παρασκήνια (1960) του Ντίνου Κατσουρίδη, ένα από τα πλέον άρτια ελληνικά νουάρ, ο Εφιάλτης (1961) του Ερρίκου Ανδρέου και Ο θάνατος θα ξανάρθει (1961) του Ερρίκου Θαλασσινού. Ο Φόβος (1966) του Κώστα Μανουσάκη ήταν μια πρωτοποριακή ταινία με στοιχεία θρίλερ, που παρότι προβλήθηκε σε αρκετές χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, έμεινε για πολλά χρόνια στην αφάνεια.

ΟλύμπιονΈνα από τα σημαντικότερα γεγονότα της δεκαετίας του 1960 ήταν η διοργάνωση της Εβδομάδας Ελληνικού Κινηματογράφου στην Θεσσαλονίκη, που μετεξελίχθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Παρά τα προβλήματα που κατά καιρούς έχει αντιμετωπίσει, η συνεισφορά του στα κινηματογραφικά πράγματα της Ελλάδας, αλλά και των Βαλκανίων γενικότερα, θεωρείται αξιοσημείωτη.

Δεκαετία 1970-80

Η δεκαετία του 1970 ήταν μια περίοδος προσαρμογής για την ελληνική κοινωνία (Απριλιανή Δικτατορία, απώλεια της μισής Κύπρου, οικονομική δυσχέρεια).
Ο Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος (ΝΕΚ) ωρίμασε σε αυτό το κλίμα, ενώ ο Παλιός Ελληνικός Κινηματογράφος (ΠΕΚ) παρουσίασε τη μεγαλύτερη κάμψη από την εποχή εμφάνισής του.

Βασικές Διαφορές Μεταξύ Παλαιού και Νέου
Ελληνικού Κινηματογράφου

Οι βασικές διαφορές που παρουσιάζονται στον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο και τον Παλιό Ελληνικό Κινηματογράφο εστιάζονται:

  1. Στον τρόπο παραγωγής των ταινιών.
  2. Στη γλώσσα.
  3. Στο κοινό που παρακολουθεί τις ταινίες.
  4. Στα θέματα και στα είδη που επιλέγουν οι σκηνοθέτες.

Τρόποι Παραγωγής

Στη δεκαετία του 70, οι παραγωγές ήταν κυρίως ανεξάρτητες και αποτελούσαν προσπάθειες καλλιτεχνικής έκφρασης των σκηνοθετών, οι οποίοι αναλάμβαναν συνήθως την οικονομική ευθύνη και επωμίζονταν και την ενδεχόμενη αποτυχία (αν και αρκετές φορές υπήρχαν οι μαικήνες παραγωγοί, όπως ο Γ. Παπαλιός). Επίσης, η διανομή και η εκμετάλλευση της ταινίας δεν ήταν εξασφαλισμένη, αφού οι χρηματοδότες ασχολιόντουσαν μόνο με την παραγωγή. Μετά το γύρισμα της ταινίας, την παρουσίασή της σε κάποιο Φεστιβάλ, ή στο κύκλωμα των κινηματογραφικών λεσχών, το μέλλον της ταινίας ήταν αβέβαιο.

Στον ΠΕΚ, οι εμπορικές επιτυχίες της εποχής ήταν συνήθως παραγωγές μεγάλων εταιρειών (Φίνος Φίλμ, Τζέημ Πάρις, κλπ), όπου ο παραγωγός της ταινίας αποφάσιζε για το θέμα, το σκηνοθέτη, τους γνωστούς ηθοποιούς, αλλά και για όλες τις λεπτομέρειες. Ο χώρος γυρισμάτων ήταν πανομοιότυπος σχεδόν για όλες τις ταινίες, και τα γυρίσματα πραγματοποιούνταν σε στούντιο, ενώ το ντεκόρ επαναλαμβανόταν.

Αντίθετα, οι σκηνοθέτες του ΝΕΚ εγκατέλειψαν τους στεγανούς και τυποποιημένους χώρους των στούντιο και άρχισαν σταδιακά να χρησιμοποιούν πραγματικά, εσωτερικά ή εξωτερικά κτίσματα, τοπία, πόλεις ή και δρόμους

Βασικός στόχος των ταινιών της προηγούμενης δεκαετίας ήταν η προσέλκυση μεγαλύτερου κοινού, που θα έφευγε από τις κινηματογραφικές αίθουσες ευχαριστημένο και χωρίς ίχνος προβληματισμού. Η επικράτηση του «happy end» δημιουργούσε στο θεατή ένα αίσθημα ευφορίας, ο οποίος αντιλαμβανόταν τον κινηματογράφο ως ένα μέσο για την απλή κατανάλωση εικόνων.

Θέματα και Είδη

Ο ΠΕΚ παρουσίασε μια αισθητική ομοιογένεια, μια τυποποίηση και μια μορφική στασιμότητα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ν. Κολοβός, μεταξύ των ταινιών του Α.Σακελλάριου και του Ν.Τσιφόρου δύσκολα μπορούσε ο θεατής να διακρίνει κάποιος διαφορές. Τα θέματα σχετίζονταν με την ελληνική καθημερινή πραγματικότητα αλλά επαναλαμβάνονταν χωρίς αισθητικές διαφοροποιήσεις. Μεταξύ των ταινιών με εμπορική επιτυχία και απήχηση στο κοινό περιλαμβάνονταν μερικά φιλμικά κείμενα που παρουσίασαν διαφοροποιήσεις από τα τυποποιημένα και καθιερωμένα έργα. Στις ταινίες αυτές καταγράφηκε η διάθεση για αλλαγή, η αντιστροφή ή η παράκαμψη ορισμένων παγιωμένων κλισέ, η αμφιθυμία, η ανατροπή του αίσιου τέλους και η ρεαλιστική εικαστική οργάνωση του κάδρου.

Στη δεκαετία 1970-80, παρατηρείται η εγκατάλειψη των θεμάτων του ΠΕΚ (φαρσοκωμωδίες, μελοδράματα, ταινίες εποχής, και Μιούζικαλ) και τα θέματα σχετίζονταν με τους φόβους, τις ανησυχίες και τις αναζητήσεις του ατόμου. Επίσης, πολλές ταινίες άντλησαν τα θέματά τους από τον ιστορικό, φιλοσοφικό και κοινωνικό προβληματισμό.

Συμπεράσματα

Στον κινηματογράφο, τη δεκαετία του 1970 η μυθοπλασία συνάντησε την ιστορία προκειμένου να παρουσιαστεί το αποθαρρυντικό πορτραίτο της ελληνικής κοινωνίας μετά τον εμφύλιο και την χούντα. Οι πολιτικές αναταραχές και οι οικονομικές μεταπτώσεις επέφεραν την αστικοποίηση και την ερήμωση της υπαίθρου, αφού η στασιμότητα της αγροτικής οικονομίας οδήγησε πολλούς- άντρες κυρίως της εργατικής τάξης- να μεταναστεύσουν σε μεγάλα αστικά κέντρα και στο εξωτερικό.

Οι διαφορές μεταξύ του ΠΕΚ και του ΝΕΚ διαγράφονται έντονα αυτή την περίοδο. Για τους δημιουργούς της εποχής, η κινηματογραφική τέχνη δεν ήταν πλέον ένα μέσο πλουτισμού αλλά ανάγκη έκφρασης και προβληματισμού. Ανάμεσα στους σκηνοθέτες που ξεχώρισαν ήταν και ο Θ. Αγγελόπουλος, ο οποίος έδειξε έναν νέο κινηματογράφο, όπου τα γεγονότα, με τη βοήθεια των νέων τεχνολογικών μέσων, μπορούν να θεαθούν με πολλούς τρόπους, γιατί σημασία έχει ο τρόπος προσέγγισής τους, η αφηγηματική γλώσσα και η ματιά του σκηνοθέτη.

  • Ο άνθρωπος που γύρισε απ’τη ζέστη (1972) Λάμπρος Κωνσταντάρας
  • Της ζήλιας τα καμώματα (1971) Λάμπρος Κωνσταντάρας
  • Ο τρελοπενηντάρης (1971) Λάμπρος Κωνσταντάρας
  • Τι 30 , τι 40 , τι 50  (1972) Λάμπρος Κωνσταντάρας
  • Ο Λαμπρούκος μπαλαντέρ (1981) Λάμπρος Κωνσταντάρας
  • Παπαφλέσας (1971) Δημήτρης Παπαμιχαήλ
  • Αγάπη μου παλιόγρια (1972) Κώστας Βουτσάς
  • Ο αισιόδοξος (1973) Κώστας Βουτσάς
  • Τον αράπη κι αν τον πλένεις το σαπούνι σου χαλάς (1973) Κώστας Βουτσάς
  • Ο τρομοκράτης (1975) Κώστας Βουτσάς
  • Θέμα συνειδήσεως (1973) Νίκος Κούρκουλος
  • Πονηρό θηλυκό , κατεργάρα γυναίκα (1980) Αλίκη Βουγιουκλάκη
  • Σ ‘αγαπώ (1971) Αλίκη Βουγιουκλάκη
  • Μία τρελή τρελή σαραντάρα (1970) Ρένα Βλαχοπούλου
  • Μία ελληνίδα στο χαρέμι (1970) Ρένα Βλαχοπούλου
  • Ζητείται επειγόντως γαμπρός (1971) Ρένα Βλαχοπούλου
  • Ο μάγκας με το τρίκυκλο (1971) Μάρθα Καραγιάννη

Δεκαετία 1980

Αρχές της δεκαετίας του ’80 και η Ελλάδα βαριέται. Μέχρι τη στιγμή που μπαίνει στο σπίτι ένα παράξενο μαύρο κουτί. Το λένε βίντεο και θεωρείται μεγάλη υπόθεση να κατέχεις ένα. Οι μαμάδες σιδερώνουν τα πετσετάκια για να το βάλουν στην καλύτερη θέση στο σαλόνι. Οι μπαμπάδες και τα παιδιά τρέχουν να γραφτούν μέλη στις βιντεολέσχες. Αυτό που θα ακολουθούσε ήταν έξω από κάθε φαντασία και πέρα από κάθε περιγραφή.

Τη δεκαετία του ’80 οι κινηματογραφικές αίθουσες ήταν άδειες, η τηλεόραση δεν είχε τίποτα αξιόλογο και έκλεινε νωρίς, το βίντεο γινόταν μόδα, ανέβαινε ως αξία, πίστευες πως σου είναι απαραίτητο. Τα βιντεοκλάμπ ξεφύτρωναν παντού, ήταν τέτοια η ζήτηση που ακόμα και μίνι μάρκετ ή καταστήματα ηλεκτρικών ειδών δημιουργούσαν τμήματα βιντεοκασέτας.Οι αμερικάνικες ταινίες κάθε είδους ήταν περιζήτητες.

Τότε προέκυψε η ανάγκη για διασκέδαση που να μιλά τη γλώσσα του λαού. Οι πρώτοι που έσπευσαν να την καλύψουν ήταν τα ιερά τέρατα της παλαιάς κινηματογραφικής δόξας που βρισκόταν στο σπίτι τους νοσταλγώντας τις παλιές καλές μέρες. Αντιγράφοντας τους αμερικανούς ομολόγους τους σκέφτηκαν πως ίσως δεν ήταν άσχημη κάποια νεανική φαρσοκωμωδία από αυτές που έσκιζαν διεθνώς.

Όταν προβλήθηκε στις αίθουσες το «Βασικά καλησπέρα σας», με ήρωα έναν ραδιοπειρατή με διχτυωτή μπλούζα, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει τη συνέχεια. Ήταν όμως συνταρακτική. Οι πρώτες ταινίες κοινωνικού προβληματισμού, με target group στους νέους, είχαν γεννηθεί.

Ενδεικτικά αξίζει κανείς να αναφέρει «Τα Τσακάλια», γύρω από τη μάστιγα των ναρκωτικών, το «Θύρα 7», σχόλιο πάνω στο δαιδαλώδες πρόβλημα του Χουλιγκανισμού, τις «Φυλακές Ανηλίκων» για τη νεανική παραβατικότητα, αλλά και ταινίες όπως το «Ρόδα Τσάντα και Κοπάνα», γιατί και η κωμωδία είναι απαραίτητη.

Η ακμή

Σύντομα άρχιζαν να γυρίζονται οι πρώτες ταινίες αποκλειστικά για χρήση βίντεο, αν και πότε-πότε κάποια από αυτές λοξοδρομούσε για ένα μικρό διάστημα στα σινεμά. Άρχισε επίσης να ξεκαθαρίζει το τι όριζε το σύμπαν της βιντεοκασέτας.Ελένη Φιλίνη

Οι χαρακτήρες σπάνια γνώριζαν άλλη λέξη εκτός από Τη γνωστή με τα 3 «α», το όνειρό τους ήταν να αγοράσουν χιλιάρα μηχανή, να κερδίσει η ομάδα τους το πρωτάθλημα, να τους κάτσει εκείνη που αγαπούσαν χωρίς ανταπόκριση. Ήταν κοινωνικοί, έβγαιναν το βράδυ, πολλές σκηνές γυρίστηκαν στις ντισκοτέκ “Ντόριαν Γκρέι” και στην “Μπαρμπαρέλα”, ενώ δεν έλειπαν και τα κοινωνικό-πολιτικά σχόλια. Ζητήματα της εποχής, όπως η Αλλαγή και η ΕΟΚ, βρήκαν τον τρόπο να περάσουν μέσα στο στόρι. η παιδεία, τα ναρκωτικά, η ανεργία, ο χουλιγκανισμός ήταν θέματα που απασχολούσαν τους ήρωες.

Μια νέα γενιά ηθοποιών άρχιζε να ανεβαίνει στα πράγματα. Η θέα και μόνο του Στάθη Ψάλτη έκανε το κοινό να γελάει. Ο Πάνος Μιχαλόπουλος τρύπωσε σε χιλιάδες κοριτσίστικα όνειρα, δεν αποκλείεται και σε όνειρα μαμάδων των κοριτσιών.

Ο Σταμάτης Γαρδέλης, που είχε κάτι πιο τηνέιτζερ στην εμφάνισή του, λάμπρυνε με την παρουσία του δεκάδες εξώφυλλα στη Σούπερ Κατερίνα. Υπήρχαν κι άλλοι, όπως ο Στηβ Ντούζος, ο Νίκος Πετρόχειλος, που ξεστόμισε μερικές από τις σημαντικότερες ατάκες στα αριστουργήματα του είδους, ο Νίκος Παπαναστασίου που διέπρεψε ως ξενομανής-εισαγόμενος.Τέτα Ντούζου

Την εποχή της δόξας πολλά από τα ιερά τέρατα του Φίνου όπως Βουτσάς, Μουστάκας, Ρίζος, αναγκάστηκαν να παίξουν στο βίντεο στηρίζοντας εξωφρενικά σενάρια και πλαισιωμένοι από τα καυτά θηλυκά της εποχής.

Η Ελένη Φιλίνη υπήρξε ο μελαχρινός πειρασμός που στο πέρασμά του έβαζε φωτιές. Η ερμηνεία της στη «Γυναικάρα με τα Πράσινα», ωστόσο έδειξε πως διέθετε και βαθιά κωμική φλέβα. Η Έφη Πίκουλα, αν και λιγότερο σέξι, ήταν μια από τις πριγκίπισσες του χώρου, το ίδιο και η Τέτα Ντούζου, αδελφή του Στηβ. Η Ισμήνη Καλέση, είχε τις κατακτήσεις της με το πληθωρικό της μπούστο και το μαλλί βαμμένο μες και με περμανάντ. Η εξαφανισμένη πια Βίνα Ασίκη έδειχνε τις πλούσιες καμπύλες της κυκλοφορώντας με τα καυτά της σορτς, ενώ κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει τη συγχωρεμένη Ρένα Παγκράτη. Από τις βιντεοκασέτες ξεκίνησε επίσης η Βάνα Μπάρμπα που εντυπωσίασε στο πλευρό του Κώστα Βουτσά ως εξωγήινη σεξοβόμβα.

σοφια αλιμπερτη

Υπήρχαν και τα κοριτσάκια της εποχής με τα οποία ταυτίζονταν όλες οι αναγνώστριες της «Μανίνας». Η Σοφία Αλιμπέρτη έκανε ίσως όχι πολλές αλλά χαρακτηριστικές εμφανίσεις. Το ίδιο και η Βάσια Παναγοπούλου.

Μέσα στις ταινίες της ακμής όπως ήταν αναμενόμενο ακούγονταν πολλά τραγούδια καθώς ορισμένοι από τους χαρακτήρες διέθεταν ή πειρατικό σταθμό ή ροκ συγκρότημα. Εκεί δόθηκαν έξοχα δείγματα σύγχρονης στιχουργικής, που από σπόντα έφερε στις βιντεοκασέτες κάτι από την αισθητική της γενιάς του χάους. Τα χρόνια εκείνα ήταν αδύνατο καλλιτέχνες του εμπορικού σινεμά να ξεφύγουν από τη χιονοστιβάδα του βίντεο.

Σύντομα το αντιλήφθηκαν τα αστέρια της πίστας και έκαναν τη δική τους βιντεοκατάθεση. Έτσι ταινίες γύρισαν ο ΛΕΠΑ, η λαίδη Άντζι και βέβαια ο Φλωρινιώτης που κινήθηκε στον χώρο

Η παρακμή

Λίγο πριν η εποχή αυτή τελειώσει, νέο αίμα εισέβαλε στον πλανήτη της βιντεοκασέτας, που έμελλε να τη συνοδεύσει μέχρι τέλους.

Το κοινό είχε αρχίσει να κουράζεται ενώ έγινε πραγματικότητα η ιδιωτική τηλεόραση που έφερε επανάσταση στα ελληνικά ήθη και έθιμα. Η θεματολογία κατρακυλούσε προς την αθλιότητα, αναγκάζοντας ακόμη και τον αδιαφιλονίκητο βασιλιά Στάθη Ψάλτη να ξεπέσει. Ήταν η εποχή του Ταμτάκου, του Τσάκωνα, της Νατάσας Γερασιμίδου, του Σωτήρη Τσεβελέκου και της Χριστίνα Πάπα.

Ταινίες όπως:

  • Ο Ταμτάκος στο Ναυτικό
  • Ο τελευταίος γυφτοκράτορας
  • Η Μεγάλη Απόφραξη
  • Η Γκολάρα του Βαμβακούλα
  • Ροκάκιας την Ημέρα, το Βράδυ Καμαριέρα

Μερικοί από τους τότε πρωταγωνιστές εξαφανίστηκαν ενώ κάποιο άλλοι έκαναν στροφή στις επιθεωρήσεις ή τηλεοπτικά σίριαλ Και αν σε κάποια βιντεοκλάμπ υπάρχει ακόμη το ελληνικό τμήμα της εποχής, μάλλον θα είναι μέσα στη σκόνη.

Χαρακτηριστικές ταινίες

  • Φυλακές Ανηλίκων
  • Βασικά Καλησπέρα σας
  • Θύρα 7
  • Ο Ροζ Γάτος
  • Τα Τσακάλια
  • Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα
  • Έλα να Αγαπηθούμε Ντάρλινγκ
  • Η Γυναικάρα με τα Πράσινα
  • Ροκάκιας την Ημέρα, το Βράδυ Καμαριέρα
  • Ο τελευταίος γυφτοκράτορας
Οι Μάγκες
  • Στάθης Ψάλτης
  • Πάνος Μιχαλόπουλος
  • Σταμάτης Γαρδέλης
  • Νίκος Πετρόχειλος
  • Μιχάλης Μόσιος
  • Κώστας Τσάκωνας
  • Νίκος Παπαναστασίου
  • Στηβ Ντούζος
  • Σωτήρης Τσεβελέκος
Κορίτσια που Έκλεψαν Καρδιές
  • Σοφία Αλιμπέρτη
  • Ελένη Φιλίνη
  • Καίτη Φίνου
  • Βίνα Ασίκη
  • Ισμήνη Καλέση
  • Έφη Πίκουλα
  • Τέτα Ντούζου

Σύγχρονος Ελληνικός Κινηματογράφος

Δεκαετία του 1990

Η γενικότερη κινηματογραφική ανομβρία της δεκαετίας του ‘80 δείχνει έντονα τα σημάδια της και στην επομένη δεκαετία ερχομός της ιδιωτικής τηλεόρασης θα απορροφήσει μεγάλο μέρος των ατόμων που εργάζονται στον χώρο καθώς και θα μονοπωλήσει το ενδιαφέρον του κοινού με την πλειάδα των προγραμμάτων και των τηλεοπτικών σειρών που εισάγει. Η εγχώρια παραγωγή κάνει ωστόσο τα πρώτα συστηματικά ανοίγματά της στην Ευρώπη και στη διεθνή συμπαραγωγή, ενώ εμφανίζεται ολοένα και ισχυρότερος ο θεσμός του ιδιώτη παραγωγού.

Στα τέλη της δεκαετίας του 90′ και μετά από μια χρονική περίοδο «κινηματογραφικής κάμψης» η Ελληνική παραγωγή επαναφέρει τους σινεφίλ στις κινηματογραφικές αίθουσες

Οι ελληνικές ταινίες προβάλλονται σε φεστιβάλ όλου του κόσμου, με την στη
πλειονότητα τους ωστόσο να είναι μικρά φεστιβάλ.
Ασφαλώς φωτεινή εξαίρεση αποτελεί
η περίπτωση του Θόδωρου
Αγγελόπουλου, οι ταινίες του οποίου
διαγωνίζονται και βραβεύονται στα
μεγάλα φεστιβάλ με κορυφαία
βράβευση τον Χρυσό Φοίνικα στο
φεστιβάλ των Κανών για την ταινία
«Μια Αιωνιότητα και μια Μέρα»
(1998). Εξίσου σημαντικές ταινίες του:
«Το Μετέωρο βήμα του Πελαργού» (1991) χωρίς να διευκρινίζει την πόλη όπου
τοποθετείται η ταινία, φτιάχνει ένα έργο-μεταίχμιο πάνω στην απελπισία του
τέλους του αιώνα και τη διασταύρωση δύο όμορων πολιτισμών, θεματολογία που
απασχόλησε ιδιαίτερα τον Ελληνικό Κινηματογράφο λόγω της εισροής
μεταναστευτικών πληθυσμών και των κοινωνικών αντιγνωμιών που επέφεραν. Μια
άλλη ταινία του σκηνοθέτη ήταν «Το βλέμμα του Οδυσσέα» το οποίο είχε μια
τεράστια εισπρακτική πορεία σε όλον τον κόσμο και ήταν η πρώτη φορά που ο
Αγγελόπουλος συνεργάστηκε με Αμερικάνους παραγωγούς και με πρωταγωνιστή
τον Harvey Keitel.

Ο Παντελής Βούλγαρης σημαδεύει επίσης αυτήν την δεκαετία με
την ανθρωποκεντρική σπονδυλωτή ταινία του «Όλα είναι δρόμος» του 1998. Άλλες
αξιόλογες προσπάθειες αυτής της δεκαετίας είναι το «Από την άκρη της πόλης» του
Κων/νου Γιάνναρη που παρουσιάζει μια παρέα Ρωσσοπόντιων που έρχονται στην
Ελλάδα για μια καλύτερη ζωή και καταλήγουν αντ’ αυτού στο περιθώριο. Ο
Γιάνναρης θέτει διαχωριστικές γραμμές ακόμη και στα άτομα που ανήκουν στην
ίδια κοινότητα. Από τη μια πλευρά οι γονείς που κυνηγούν το μεροκάματο και από
την άλλη οι νέοι που αναλώνουν τη ζωή τους στα ναρκωτικά και την πορνεία. Η
ταινία που προβλήθηκε το 1998, απέκτησε θετικές κριτικές, ενώ συμμετείχε και στο
επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Βερολίνου. Στο ίδιο φεστιβάλ
συμμετείχε και ένα χρόνο νωρίτερα το «My sweet home» του Φίλιππου Τσίτου.
Τέλος ο μικρός πρωταγωνιστής της ταινίας της Πέννυς Παναγιωτοπούλου «Δύσκολοι
αποχαιρετισμοί: ο μπαμπάς μου», Γιώργος Καραγιάννης, απέσπασε το πρώτο
βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο.

Η κρατική επιχορήγηση και γενικότερα η εμπιστοσύνη προς τους νεότερους
σκηνοθέτες παραμένει ένα μεγάλο αγκάθι για τον Ελληνικό Κινηματογράφο. Μια
αξιόλογη προσπάθεια που περιγράφει αυτήν την κατάσταση με μια δόση χιούμορ,
είναι η παρθενική ταινία του Ρένου Χαραλαμπίδη, το «No Budget Story» που δείχνει
τις προσπάθειες ενός φέρελπι σκηνοθέτη να γυρίσει τη δική του ταινία. Εξίσου
ενδιαφέρουσα και η δεύτερη ταινία του τα «Φτηνά Τσιγάρα» που φανερώνει πλέον
το ύφος του σκηνοθέτη που δημιουργεί -όπως ο ίδιος τις αποκαλεί- «μελαγχολικές
κωμωδίες». Άξιες αναφοράς αυτή την περίοδο είναι και οι προσπάθειες για
ελληνικά road movies από το Σταύρο Τσιώλη «Ας περιμένουν οι γυναίκες».

Ένα νέο είδος που εμφανίζεται έντονα αυτή την δεκαετία είναι η σεξοκωμωδία, που
συνδύασε, με σχηματικό τρόπο, την κωμωδία με τον ερωτισμό και πραγματοποίησε
μια μαζική, σχεδόν ισοπεδωτική εμφάνιση στο κινηματογραφικό στερέωμα,
ιδιαιτέρως, μετά τη διανομή του «Safe sex» (Ρέππας-Παπαθανασίου). Συνήθως οι
σύγχρονες ελληνικές σεξοκωμωδίες ακολουθούν συγκεκριμένους αισθητικούς
κανόνες που αποσκοπούν στη σίγουρη εμπορική επιτυχία, με την χρήση
αθυροστομιών και χοντροκομμένων (τις περισσότερες φορές) σεξουαλικών αστείων.

Οι ταινίες αυτές είναι απλοϊκές και αισθητικά άκομψες, είτε στη σκηνοθεσία, είτε
στη σύλληψη. Ενώ θα μπορούσαν να είναι
αιχμηρές και ηθικό-ιδεολογικά προκλητικές
ταινίες (Όπως «Ο Δράκουλας Των
Εξαρχείων» στα 80s), λόγω της επιλογής
τολμηρών ερωτικών θεμάτων με
αναπόφευκτες κοινωνικές προεκτάσεις,
παρόλα αυτά επιλέγουν να βουλιάξουν στην
πεζότητα, προτείνοντας τη μετριότερη
εκδοχή του σεξισμού στον κινηματογράφο, ενώ από στιλιστικής άποψης πρόκειται
για φιλμ που συνήθως ενστερνίζονται τις τηλεοπτικές προδιαγραφές.

Παρόλα τα αρνητικά που τους καταλογίζονται, τα φιλμ αυτά κατάφεραν να φέρουν
ένα μεγάλο μέρος του κοινού της τηλεόρασης στις αίθουσες και να
αναζωογονήσουν οικονομικά ένα μέρος των ελληνικών παραγωγών. Έσπρωξαν
νέους θεατές προς τις υπόλοιπες, πιο φιλόδοξες καλλιτεχνικά ελληνικές ταινίες και
προς το διεθνή κινηματογράφο που προβάλλεται στα σινεμά.

Η ταινία-φαινόμενο αυτής της τάσης, είναι η τεράστια εισπρακτική επιτυχία, «Safe sex» που ξεπέρασε το
1.000.000 εισιτήρια.

Δεκαετία των 00’s

Μετά το 2000, η παραγωγή ταινιών αρχίζει σχετικά να σταθεροποιείται και να φτάνει περίπου τις 20 ταινίες το χρόνο. Αρχίζει σταδιακά υπάρχει μια άνοδος στην ποιότητα της παράγωγης, με ταινίες που δημιουργούν μια κάποια αίσθηση τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Παρότι δεν μπορούμε ακόμα να μιλάμε για Ελληνικό Κινηματογράφο με σταθερή ανοδική πορεία και σοβαρή, αδιάσπαστη εγχώρια παραγωγή, ταινίες όπως η «Πολίτικη κουζίνα» του Τάσσου Μπουλμέτη, οι «Νύφες» του Παντελή Βούλγαρη, το «Hardcore» του Ντέννη Ηλιάδη, ο «Βασιλιάς» του Νίκου Γραμματικού, το «Σπιρτόκουτο» του Γιάννη Οικονομίδη, η «Ιστορία 52» του Αλέξη Αλέξιου , «Η διαγραφή» του Θάνου Ανεστόπουλου κ.α. αποδεικνύουν την ύπαρξη ενός δυναμικού δημιουργικού ρεύματος και ενός ελληνικού κινηματογράφου που απαιτεί να αποκτήσει χαρακτήρα και κύρος..

Βέβαια εδώ να προσθέσουμε πως οι περισσότερες από τις ταινίες αυτής της δεκαετίας ξεφεύγουν από τις κλασσικές «νόρμες» του νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, δημιουργώντας έναν νέο, νέο ελληνικό κινηματογράφο, πιο παγκοσμιοποιημένο, με διαφορετικά άγχη και αγωνίες, αλλά εξίσου ποιοτικό. Παρότι τα προβλήματα παραμένουν τα ίδια, η νέα γενιά δημιουργών επιμένει σε πείσμα των συνθηκών να δημιουργεί έργα υψηλού επιπέδου.

ΤΕΛΟΣ