Η Ζωζώ Ζάρπα γεννήθηκε το 1939. Υπήρξε ηθοποιός με πολλές συμμετοχές σε θεατρικές παραστάσεις, ελληνικές ταινίες αλλά και τηλεοπτικές σειρές με τελευταία αυτή του ΑΝΤ1, “Δόκτωρ Ρούλης”, με τον Χάρη Ρώμα.
Αξέχαστη για τους ρόλους της θα μείνει από τη συμμετοχή της στις τηλεοπτικές σειρές «Κίτρινος φάκελος» και «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά», μέσα από τις οποίες έγινε και ευρέως γνωστή. Το 1981, μαζί με τους Νίκο Βασταρδή, Έντα Δημοπούλου και Γιάννη Νεγρεπόντη ίδρυσαν το θέατρο «Θεμέλιο» και 11 χρόνια μετά το «Θεμέλιο» ίδρυσε την Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης. Τα τελευταία χρόνια, η Ζωζώ Ζάρπα ασχολήθηκε με τη σκηνοθεσία. Την Πέμπτη 19 Απριλίου του 2012, η Ζωζώ Ζάρπα έφυγε από τη ζωή έπειτα από καρδιακό επεισόδιο που υπέστη.
Ο Αλέκος Ζαρταλούδης γεννήθηκε στη Βολισσό της βορειοδυτικής Χίου στις 23 Ιανουαρίου του 1929. Για τα παιδικά του χρόνια δεν είναι και πολλά γνωστά, γι’ αυτό και τον ξαναβρίσκουμε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 στην Αθήνα.
Από ταξιτζής, εστιάτορας και δημόσιος υπάλληλος (κοτζάμ διευθυντής του ΟΤΕ) μέχρι δικηγόρος, γιατρός ή βιομήχανος και εφοπλιστής, δεν είναι και πολλοί οι ρόλοι που δεν έχει ενσαρκώσει στο πανί ή το γυαλί ο ασίγαστος Χιώτης ηθοποιός. Τον αγαπήσαμε μέσα από δεύτερους ρόλους στις πιο σημαντικές ελληνικές ταινίες του χρυσού κινηματογράφου αλλά και στις βιντεοκασέτες καθώς είχε μια χαρακτηριστική φυσιογνωμία και υποκριτική μανιέρα. Είχε μεγάλο καλλιτεχνικό εύρος ενώ έπαιξε ακόμη και σε διαφήμιση εποχής.
Το 1965 ο Αλέκος Ζαρταλούδης αποφοίτησε από τη δραματική σχολή του Κώστα Μιχαηλίδη και την ίδια χρονιά έγινε μέλος του ΣΕΗ. Στο θέατρο συνεργάστηκε, μεταξύ άλλων, με τον θίασο Αλίκης Βουγιουκλάκη – Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Έζησε για αρκετό καιρό στις ΗΠΑ. Εμφανίστηκε σε πολλές κινηματογραφικές ταινίες και σε τηλεοπτικές σειρές. Ο ηθοποιός έζησε δύο υποκριτικές καριέρες, μία «σοβαρή» στον ελληνικό κινηματογράφο και μία «ανάλαφρη» στις βιντεοκασέτες.
Υπήρχαν άλλωστε εποχές που τον ήξεραν όλοι οι βιντεοκλαμπάδες της γειτονιάς και σου πρότειναν μάλιστα βιντεοκασέτες που έπαιρνε μέρος ως προστιθέμενη αξία της ταινίας!
Και μπορεί ως όνομα να διαφεύγει από πολλούς, ως πρόσωπο όμως λέει πολλά σε όλους. Ο θρυλικός «Κουδούνας» με αυτό το «βοτσαλάκι, βοτσαλάκι, γιόμισε η αμμουδιά, το μεράκι, το μεράκι, μού ’χει κάψει την καρδιά» έπαιξε σε περισσότερες ταινίες από όσο ένας άνθρωπος θα μπορούσε να θυμάται (ή να απαριθμήσει), καθώς το ιδιαίτερο παρουσιαστικό του και ο τρόπος που τα ’λεγε άρεσαν σε πολλούς.
Παρά το γεγονός ότι δεν περιλαμβανόταν ποτέ στην αφρόκρεμα της κινηματογραφίας, ήταν ένας αξιοπρεπέστατος ηθοποιός που είχε αυτό το κάτι που έψαχναν οι σκηνοθέτες. Κι έτσι ξεκίνησε την περιπέτειά του στο ελληνικό πανί o Αλέκος Ζαρταλούδης, ήδη από το 1965 και «Το πρόσωπο της ημέρας», για να παίξει μετά σε ένα σωρό ταινίες της λεγόμενης χρυσής εποχής του ελληνικού σινεμά, από το «Πατέρα κάτσε φρόνιμα» (1967), τον «Καπετάν φάντη μπαστούνι» (1968) και τον «Γίγα της Κυψέλης» (1968) μέχρι τις ταινίες του διδύμου Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ αλλά και δίπλα στον Θανάση Βέγγο, τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, τον Νίκο Ρίζο, τον Γιάννη Γκιωνάκη και όλους λίγο πολύ τους μεγάλους.
Εξίσου μακρά ήταν και η καριέρα του στην τηλεόραση, παραμένοντας αναπόσπαστο μέλος της περιπέτειας του νέου μέσου. Οι παλιότεροι τον θυμούνται να παίζει από τη «Μαντάμ Σουσού» μέχρι και τον υπενωμοτάρχη στην αριστουργηματική ασπρόμαυρη σειρά «Γαλήνη».
Ο Αλέκος Ζαρταλούδης θα έβρισκε ωστόσο την πλατιά αναγνώριση από τις αμέτρητες κυριολεκτικά βιντεοταινίες όπου πήρε μέρος, περνώντας στην κινηματογραφική ιστορία του τόπου μας ως ένας καλτ ηθοποιός της μεγάλης αρπαχτής που είπαν βιντεοκασέτα.
Από το 1983 και μετά, όταν ο ελληνικός κινηματογράφος είπε να αλαφρύνει το ρεπερτόριό του, ο Αλέκος Ζαρταλούδης πέρασε χωρίς πρόβλημα στα νέα ήθη της κινηματογραφίας μας. Τώρα έπαιζε με άνεση σε ταινίες που έμοιαζαν με βιντεοκασέτες, μόνο που γυρίζονταν σε φιλμ και παίζονταν στις σκοτεινές αίθουσες: «Γύφτικη κομπανία» (1983), «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα No 2» (1983), «Αν ήταν το βιολί πουλί» (1984), «Λαλάκης ο εισαγόμενος» (1984), «Ράκος Νο 14» (1985), «Γέλιο με δόσεις» (1985), «Κλεφτρόνι και τζέντλεμαν» (1986) και δεν συμμαζεύεται.
Το 1986 ο Αλέκος Ζαρταλούδης έπαιξε στο «Επάγγελμα γυναίκα», το 1987 στο «Made in Greece» του Χάρρυ Κλυνν και σε μερικές ακόμα κινηματογραφικές ταινίες. Η δεκαετία του 1980 χαρακτηρίστηκε όμως από τα νέα ήθη της βιντεοκασέτας, ένα είδος που υπηρέτησε ο Αλέκος Ζαρταλούδης με την ίδια αφοσίωση και ενέργεια, ξεπηδώντας τώρα καλτ ηθοποιός για τη νέα γενιά τηλεθεατών!
Ο Αλέκος Ζαρταλούδης συνεργάστηκε στενά αυτή την περίοδο με τον Μιχάλη Μόσιο, τον Στάθη Ψάλτη, τον Σωτήρη Μουστάκα, τον Κώστα Τσάκωνα και τα άλλα ηχηρά χαρτιά της βιντεοκασέτας. Η ξέφρενη κούρσα του στο βίντεο συνεχίστηκε με την ίδια δυναμικότητα ως τα τέλη της δεκαετίας, με τουλάχιστον 30 τίτλους τη χρονιά από το 1985-1989!
Αν πρέπει να το πούμε, o Αλέκος Ζαρταλούδης πήρε μέρος σε όλες τις μεγάλες στιγμές της ύστερης εποχής της βιντεοκασέτας, από τη «Μεγάλη απόφραξη» (1988), τον «Μπάτσο με τσαρούχια» (1988), το «Μας φάγανε οι τρέλες στις Σεϋχέλλες» (1988) μέχρι τον «Γεροντοκαψούρη» (1989), το «Μια Ρένα χωρίς φρένα» (1989), τον «Τελευταίο τίμιο Ρωμιό» (1989), τους «Άγαμους και θύτες» (1990) και την «Αλήτισσα» (1990), την τελευταία του βιντεοταινία.
Το 1992 o Αλέκος Ζαρταλούδης έκανε ένα πέρασμα ως ταξιτζής στην παρωδία της αθηναϊκής καθημερινότητας του Μιχάλη Κακογιάννη «Πάνω, κάτω και πλαγίως». Άλλη μια εμφάνιση θα κάνει, τιμής ένεκεν, ως ιδιοκτήτης εστιατορίου στο αισθηματικό φιλμ του Κορδέλλα «Αριάδνη» το 2002.
Εξίσου εκτεταμένη ήταν και η πορεία του στις ελληνικές τηλεοπτικές σειρές. Ξεκινώντας από την περιβόητη «Γαλήνη» του 1976 (ΕΡΤ), όπου παίζει τον αμίμητο υπενωμοτάρχη, και το «Εκείνες κι εγώ» της ίδιας χρονιάς (ΥΕΝΕΔ), πήρε μέρος -μεταξύ άλλων- στα «Όλα του γάμου δύσκολα» (1981 – ΕΡΤ), «Όταν ήμουν δάσκαλος» (1983 – ΕΤ1), «Ένα αστέρι γεννιέται» (1990 – MEGA), «Δεν είμαστε καλά» (1992 – ΑΝΤ1), «Εκείνες και εγώ» (1996 – ΑΝΤ1) και «Εν Ιορδάνη» (2002 – STAR).
Τελευταία του σειρά, η «Νταντά» του 2003 (MEGA). Θρυλικές έχουν μείνει ακόμα και οι διαφημίσεις που έκανε, καθώς στην πορεία έγινε κι αυτός ένα από τα καλτ φαινόμενα της περιόδου.
Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε κάτι για την προσωπική του ζωή καθώς ανήκει στην κατηγορία των ηθοποιών που προτιμούν να μην παραχωρούν συνεντεύξεις αλλά και να μη δίνουν τροφή στα ΜΜΕ με ό,τι αφορά στην καθημερινότητά τους. Ο Αλέκος Ζαρταλούδης έφυγε από τον κόσμο στις 07 Φεβρουαρίου 2007.
Η Μαρία Ζαφειράκη γεννήθηκε στην Κοζάνη. Είχε παντρευτεί τον ηθοποιό Σπύρο Κωνσταντόπουλο (πέθανε το 2007) με τον οποίο απέκτησε έναν γιο.
Φιλμογραφία
Το χάραμα (1994)
Άλκηστη (1986) [Ζαμπέλη] Τα τσακάλια (1981)
Ισόβια (1980) [Όλγα Μάγερ] Ένας νομοταγής πολίτης (1974) [Καλλιόπη Μοναχογιού] Οι βάσεις και η Βασούλα (1974) [Βάρνα]
Ερωτική συμφωνία (1972)
Η ώρα της αλήθειας (1969)[Ελένη Απέργη]
Τα παιδιά του λιμανιού (1969)
Η κραυγή μιας αθώας (1969)
Επί εσχάτη προδοσία (1968)
Το κανόνι και τ΄αηδόνι (1968)
Αργυρώ η προδομένη τσελιγκοπούλα (1968)
Καρδιές που ξέρουν ν`αγαπούν (1967)
Κατάρα είναι ο χωρισμός (1967) Πυρετός στην άσφαλτο (1967) Ο μπαμπάς μου κι εγώ (1963)
Η Ελένη Ζαφειρίου παρά το γεγονός ότι η ίδια δεν γνώρισε ποτέ τη βιολογική της μητέρα, έγινε η μητέρα-αρχέτυπο της εθνικής μας κινηματογραφίας, μεγαλώνοντας κινηματογραφικά τόσα και τόσα «παιδιά», πιθανότατα δεν υπήρξε έλληνας ηθοποιός που να μην τον ανέθρεψε εντός οθόνης η Ελένη Ζαφειρίου!
Είτε ως μαυροφορεμένη χήρα και μάνα (όπως στο φιλμ «Το κορίτσι με τα μαύρα») είτε ως πιο μοντέρνα μητέρα (όπως στη «Θεία απ’ το Σικάγο»), η Ελένη Ζαφειρίου ταυτίστηκε με τον ρόλο της μητέρας στη Χρυσή Εποχή του ελληνικού κινηματογράφου και μετατράπηκε σε ένα από τα κρυφά όπλα του. Οι 100 κοντά ταινίες που έκανε τη φέρνουν στις πρώτες θέσεις των παραγωγικότερων ελλήνων ηθοποιών, καθώς ο τεράστιος αυτός όγκος των ταινιών δύσκολα ξεπεράστηκε και θα ξεπεραστεί στο ελληνικό σελιλόιντ!
Η Ελένη Ζαφειρίου ήταν βέβαια μια από τις μεγαλύτερες θεατρικές ηθοποιούς της γενιάς της, παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι την έμαθαν από την τυποποίησή της στο μεγάλο πανί. Το άτυπο ρεκόρ της εξάλλου σε ό,τι αφορά τόσο στην εργογραφία της όσο και στις συμμετοχές της σε ταινίες της Φίνος Φιλμ (23 ρόλοι) αποδεικνύει πόσο την ήθελαν οι παραγωγοί. Αν και αυτή, έτσι στιβαρή υποκριτικά καθώς ήταν και με υψηλή καλλιέργεια, καλλιτεχνική παιδεία και αναμφισβήτητα υποκριτικά προσόντα, συνεχίζει να θεωρείται ως μια από τις σημαντικότερες δραματικές μας ηθοποιούς.
Ηθοποιός λες από τα γεννοφάσκια της, υιοθετήθηκε από την ηθοποιό Κυριακούλα Ζαφειρίου και εμφανιζόταν στα περιπλανώμενα μπουλούκια ήδη από κοριτσάκι, πριν γίνει δεκτή με τυμπανοκρουσίες από το Εθνικό Θέατρο, στις τάξεις εξάλλου του οποίου θα περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας της.
Αφού έπαιξε ό,τι μπορούσε να παιχτεί, από κλασικό ρεπερτόριο μέχρι και αρχαία τραγωδία, και συνεργάστηκε με όλους τους πρωταγωνιστές της εποχής (Μαρίκα Κοτοπούλη, Έλλη Λαμπέτη, Δημήτρη Χορν κ.λπ.), ξεκίνησε δειλά δειλά την περιπέτειά της με το σινεμά το 1951 (στα «Πικρό Ψωμί» του Γρηγορίου) για να μην τη σταματήσει ποτέ.
Ο ελληνικός κινηματογράφος είχε βρει την ευαίσθητη και τρυφερή του μάνα και άλλο δεν θα έψαχνε: η Ελένη Ζαφειρίου γίνεται η μάνα-σύμβολο πολλών εταιριών παραγωγής (όπως η Φίνος Φιλμ και η Κλακ Φιλμ) και συμβάλλει τα μέγιστα στις μεγάλες τους εμπορικές επιτυχίες
Η Ελένη Ζαφειρίου γεννιέται το 1916 στη Λάρισα με την τραγωδία να εμφανίζεται ήδη από τη γέννα της, καθώς η βιολογική της μητέρα πεθαίνει την ώρα που της δίνει ζωή. Το μωρό θα βρεθεί έτσι σε νέα οικογένεια και η ίδια η Ζαφειρίου θα αποκαλύψει το πώς και το γιατί:
«Βρέθηκε η μάνα μου στη Λάρισα, με τον θίασο του γιου της, την εποχή που γίνεται το παζάρι. Έμενε σ’ ένα ξενοδοχείο, που τα παράθυρά του έβλεπαν στην πλατεία του παζαριού. Καθώς ντυνόταν για να πάει στο θέατρο για πρόβα, άκουγε ένα κλάμα μικρού παιδιού πολύ δυνατό και την ενοχλούσε. Κατέβηκε απ’ το ξενοδοχείο και περνώντας μέσα από το παζάρι, πέφτει απάνω στο παιδάκι, που εξακολουθούσε να κλαίει σκούζοντας. Σταμάτησε, είδε έναν άντρα καθισμένο χάμω σταυροπόδι να πουλάει κάτι. Τον τριγύριζαν δύο αγόρια, και το μικρότερο γκρινιάρικο κοριτσάκι, που εξακολουθούσε να κλαίει».
«‘‘Τίνος είναι αυτό το κοριτσάκι που κλαίει έτσι τόσες ώρες;’’, ρώτησε τον άνδρα που κάθονταν χάμω σταυροπόδι. ‘‘Δικό μου είναι πανάθεμά το. Από το πρωί δεν έχει σταματεμό. Μπας και ξέρω τι να του κάνω; Έτσι μου ’ρχεται να το στραγγαλίξω!’’. ‘‘Καλά, και πού είναι η μάνα του;’’, τον ρωτάει. ‘‘Δεν έχει μάνα, απόθανε μόλις το γέννησε και με άφησε με τρεις διαόλους’’.
Χωρίς πολλές κουβέντες και μεγάλες σκέψεις, του λέει: ‘‘Δώσε μου εμένα το κοριτσάκι σου και θα πάμε στο συμβολαιογράφο να κάνουμε ένα συμφωνητικό ότι μου το δίνεις για ψυχοπαίδι’’. Χωρίς άλλες κουβέντες, έτσι έγινε» (τα αποσπάσματα προέρχονται από τις αυτοβιογραφικές αναφορές της Ελένης Ζαφειρίου που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Οδός Πανός» το 1991 σε τέσσερα τεύχη).
Πράγματι, σε λίγες μέρες που το μπουλούκι της Κυριακούλας Ζαφειρίου και του γιου της Δημήτρη αναχωρούσε από τη Λάρισα, ένα νέο μέλος του θιάσου φιγούραρε ανάμεσά τους: η Ελενίτσα. Η μικρή πήρε τελικά το επίθετο της θετής μητέρας της και ξεκίνησε μια καινούρια ζωή, άμεσα συνυφασμένη με το θέατρο.
Στα μαθητικά της χρόνια η Ελένη Ζαφειρίου ακολουθούσε τον περιπλανώμενο θίασο του θετού αδελφού της κατά πόδας, αλλάζοντας συνέχεια τόπο διαμονής, σχολείο αλλά και παρέες: «Τα μικρά μου χρόνια, πριν πάω σχολειό, δεν τα θυμάμαι με λεπτομέρειες, γιατί ο θίασος ταξίδευε κάθε τόσο από πόλη σε πόλη και εγώ άλλαζα συχνά εντυπώσεις. Πότε κοιμόμασταν σε σπίτια, πότε σε πανδοχεία και με κλείδωναν λέγοντάς μου ότι είναι ώρα να κοιμηθώ».
«Όταν με άφηναν σε σπίτια, οι σπιτονοικοκυρές με τάιζαν και μ’ έριχναν στα ρούχα όσο το δυνατόν γρηγορότερα να γλιτώσουν από τη γκρίνια μου, γιατί τους ζητούσα τη μάνα μου. Μονάχα όταν άρχισα να πηγαίνω σχολειό και συναναστράφηκα παιδιά συνομήλικά μου και έπρεπε όταν με άφηναν μόνη να διαβάζω, ξεφυλλίζοντας τα βιβλία, να γράφω, να ζωγραφίζω, όλα αυτά γέμιζαν κάπως τη ζωή μου και άρχισα πια να σκέπτομαι».
Παρά το γεγονός ότι η μητέρα της έκανε τα πάντα για να της παρέχει στέγη σε κάθε πόλη που επισκέπτονταν για να δώσουν παραστάσεις, οι συνθήκες ήταν τραγικά δύσκολες, καθώς η εποχή δεν ήταν φιλική στους θεατρίνους και η Κυριακούλα δυσκολευόταν πολλές φορές να βρει ακόμα κι ένα μικρό καμαράκι να νοικιάσει, καθώς οι ιδιοκτήτες ήταν ιδιαιτέρως καχύποπτοι με τους καλλιτέχνες.
«Εκείνη την εποχή, τα παιδιά των ηθοποιών δοκίμαζαν πολλές κρίσεις. Πρώτον, έπρεπε να πάρουνε ενδεικτικό σχολείου από κάθε πόλη, κάθε φορά που ο θίασος έφευγε για να πάει αλλού. Δεύτερον, ήταν τρομερό ν’ αλλάζεις δασκάλους, συμμαθητές και περιβάλλον κάθε λίγο και λιγάκι. Τρίτον, το επάγγελμα ηθοποιός δεν ήταν όπως τώρα. Υπάγονταν στους μάγους, στους γύφτους, στους καραγκιοζοπαίχτες και γενικά ήταν ανεπιθύμητοι.
Για να καταλάβετε, εκείνη την εποχή σας λέω ότι σπάνια νοίκιαζαν στους ‘‘θεατρίνους’’, όπως τους έλεγαν, τα σπίτια τους. Τους θεωρούσαν πρόστυχους. Αν υπήρχαν ξενοδοχεία, ή ήταν πολύ ακριβά και δεν είχαν τόσα λεφτά ή δεν τους έβαζαν, μήπως δεν δουλέψει ο θίασος και φύγουν χωρίς να τους πληρώσουν».
Η Ελένη Ζαφειρίου μεγαλώνει μέσα σε αυτές τις δυσκολίες και κοιμάται όπου βρει. Παράλληλα με το σχολείο, αρχίζει να εμφανίζεται στο σανίδι, όταν οι παραστάσεις δικαιολογούσαν παιδικό ρόλο, και η πιτσιρίκα μαγεύεται από το χειροκρότημα του κόσμου. Αν και έβλεπε ότι η υποκριτική είχε τουλάχιστον τόσες πίκρες όσο και χαρές.
«Θα ήμουνα μεγαλούτσικη, γιατί θυμάμαι ότι κάποτε που φτάσαμε σε μια πόλη δεν έβρισκε η μάνα μου σπίτι, ούτε καν χάνι για να με βάλει να κοιμηθώ, και εκείνη να πάει στο θέατρο, γιατί το βράδυ είχαν παράσταση. Βιαστική, με κρατούσε απ’ το χέρι και όποιον έβρισκε στο δρόμο τον ρωτούσε αν ήξερε κανένα σπίτι να νοικιάζεται. Κάποιος της έδειξε ένα. Χτύπησε την πόρτα, μας άνοιξαν, τους είπε τι ήθελε».
«Μόλις άκουσαν τη μάνα μου να τους λέει ότι είναι ηθοποιός κατσούφιασαν και ψυχρά της απάντησαν: ‘‘Δεν έχουμε τίποτα’’. Τόσο απελπισμένη ήταν η έρμη που είδε μια ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στο απάνω πάτωμα και τους λέει: ‘‘Έχω στρωσίδια, σας παρακαλώ πολύ, αφήστε με να στρώσω κάτω από τη σκάλα, να βάλω το παιδί μου να κοιμηθεί, είναι κουρασμένο απ’ το ταξίδι και αύριο πρέπει να πάει σχολείο. Βιάζομαι να πάω και εγώ στο θέατρο να ετοιμάσω την παράσταση.
Όταν τελειώσω θα έρθω να κοιμηθώ και εγώ μαζί του. Αύριο μου λέτε τι λεπτά θέλετε για νοίκι και εγώ θα σας προπληρώσω δέκα μέρες’’. Την άλλη μέρα συμφώνησε μαζί τους και κοιμόμασταν κάτω απ’ την ξύλινη σκάλα αρκετές μέρες, γιατί η πιάτσα ήταν μεγάλη και ο θίασος δούλεψε».
Έτσι λοιπόν η Ελένη Ζαφειρίου ξεκίνησε την περιπέτειά της με το θέατρο, ως φυσική συνέπεια της ζωής μέσα σε περιπλανώμενο θίασο. «Όπως όλα τα παιδιά των ηθοποιών, έτσι κι εγώ έπαιζα σε όλα τα έργα που χρειαζόντουσαν παιδιά, όπως στη ‘‘Μήδεια’’, τον ‘‘Οιδίποδα Τύραννο’’, τη ‘‘Γενοβέφα’’, τον ‘‘Αθανάσιο Διάκο’’, που τον έπαιζαν στην εθνική μας γιορτή, καθώς και σε πολλά άλλα. Ήταν δύσκολο να βρουν στην επαρχία δυο παιδιά μαζί.
Αν έπαιζα εγώ το ένα, ευκολότερα έβρισκαν ακόμα ένα παιδάκι. Είχα όμως και παραξενιές, παρ’ όλο που ήμουνα μικρή. Ενώ στον ‘‘Οιδίποδα’’, που τον έπαιζε ο γιος της, ήμουνα πρόθυμη, μόλις μου έλεγαν να παίξω στη ‘‘Μήδεια’’, που την έπαιζε η μάνα μου, αντιδρούσα πεισματικά και τους έλεγα ξεκάθαρα: ‘‘Δε θέλω να παίξω, δε μ’ αρέσει το έργο’’. Τι με παρακαλούσαν, τι μου έταζαν δώρα αν παίξω, εγώ τίποτα. Ξεκάθαρα τους επαναλάμβανα: ‘‘Δεν θέλω’’.
«Μια μέρα, μ’ έπιασε ο γιος της με το μαλακό και μέσα σε όλα με ρώτησε: ‘‘Γιατί Ελενάκι μου, αφού παίζεις χωρίς αντιρρήσεις σε μένα, γιατί δεν παίζεις και με τη μάνα μας;’’. Χωρίς να το πολυσκεφτώ, του απάντησα αναιδέστατα: ‘‘Η μάνα μας δεν είναι καλή ηθοποιός και δεν μ’ αρέσει’’.
Η Ελένη Ζαφειρίου.
Γέλασε, μ’ αγκάλιασε, με φίλησε και δεν μου είπε τίποτα. Έτσι δεν έπαιξα ποτέ άλλοτε στη ‘‘Μήδεια’’ με τη μάνα μου. Με το πέρασμα του χρόνου κατάλαβα γιατί δεν ήθελα να παίζω στη ‘‘Μήδεια’’. Φαίνεται ότι υποσυνείδητα δεν μου άρεσε η ‘‘Μήδεια’’ γιατί ήταν στην καθαρεύουσα και η μάνα μου (παρ’ όλο που τη λάτρευα) σαν ηθοποιός ήταν στομφώδης, κατώτερη απ’ το γιο της, και μένα δεν μ’ ενθουσίαζε. Ο γιος της πριν κάνει δικό του θίασο συνεργάστηκε ακόμη και με τον Αιμίλιο Βεάκη».
Η μητέρα της ήταν όμως αυτή που φρόντισε ιδιαιτέρως να τη διαπαιδαγωγήσει υποκριτικά, ήδη από κοριτσάκι ακόμα. Την πήγαινε συχνά σε μεγάλες θεατρικές σκηνές της Αθήνας και η μικρή έφευγε κάθε φορά και πιο μαγεμένη. Όπως είχε εξομολογηθεί εξάλλου η ίδια, η παράσταση «Οιδίπους Τύραννος» που ανέβαινε από το Εθνικό Θέατρο με πρωταγωνιστές τον Βεάκη, τον Μινωτή και την Παξινού έγινε η μοιραία αφορμή για να πάρει επίσημα την απόφαση να γίνει ηθοποιός!
«Ίσως να μη γνώριζα ποτέ τους μεγάλους καλλιτέχνες αν η ή μάνα μου δεν είχε μέσα της, εκτός από τα τρυφερά αισθήματα, και κριτήρια καλλιτεχνικά. Μια μέρα μου λέει: ‘‘αύριο ή μεθαύριο να πάμε να δεις ένα έργο που το ξέρεις κι έχεις παίξει’’. Πάντα μου άρεσαν οι εκπλήξεις, γι’ αυτό δεν τη ρώτησα να μου πει καμιά λεπτομέρεια. Δεν άργησε όμως να έρθει η πολυπόθητη αυτή μέρα. Αφού ντυθήκαμε ‘‘ευπρεπώς’’ (έτσι το έλεγε η μάνα μου, της άρεσε η καθαρεύουσα) πήραμε την ανηφόρα της οδού Λένορμαν, φτάσαμε στο Μεταξουργείο και από εκεί μπήκαμε στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου και σε λίγο φτάσαμε στο Εθνικό Θέατρο».
«Στην πόρτα τής έφεραν λίγες δυσκολίες γιατί είχαν μόνο μία θέση, γι’ αυτήν. Τους εξήγησε ότι θα καθίσει στην άκρη και εγώ θ’ ακουμπήσω στο χερούλι του καθίσματος της, χωρίς να ενοχλώ τους θεατές. Δεν επέμειναν περισσότερο, μπήκαμε στην πλατεία. Θεέ μου, τι έκπληξη ήταν αυτή μόλις αντίκρισα το σκηνικό! Η αυλαία ήταν ανοιχτή, δε χρειαζόταν ν’ ανοίξει για ν’ αρχίσει η παράσταση. Εγώ δε μπορούσα να φανταστώ το έργο που θα έβλεπα, γι’ αυτό αγωνιούσα ν’ αρχίσει.
Επιτέλους άρχισαν και με τα πρώτα λόγια κατάλαβα ότι έπαιζαν τον ‘‘Οιδίποδα Τύραννο’’, έβλεπα τη μεγαλόπρεπη παράσταση του Φώτη Πολίτη χωρίς να ξέρω ότι Οιδίποδα έπαιζε ο μεγάλος Βεάκης, Ιοκάστη η ανεπανάληπτη Παξινού, τους υπόλοιπους ρόλους ο Μινωτής, ο Ροζάν, ο Γιώργος Γληνός, ο Παρασκευάς, ο Κωτσόπουλος κι όλη η καλλιτεχνική αφρόκρεμα εκείνης της εποχής. Παρακολουθώντας αυτή την παράσταση, νοερώς αποφάσισα να ακολουθήσω το επάγγελμα του ηθοποιού, αλλά σ’ αυτό το χώρο».
Κι έτσι η Ελένη Ζαφειρίου γράφτηκε στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, από την οποία αποφοίτησε για να γίνει μόνιμο μέλος της πρώτης αθηναϊκής σκηνής και να γράψει τελικά μια λαμπρή καριέρα στο σανίδι, ερμηνεύοντας πρωτίστως ρόλους κλασικού ρεπερτορίου… Καριέρα
Με το χαρτί του ηθοποιού ανά χείρας, η Ελένη Ζαφειρίου κάνει το θεατρικό της ντεμπούτο στο Εθνικό το 1936 (στην παράσταση «Πριν από το ηλιοβασίλεμα»), στο οποίο θα παραμείνει μέχρι το 1943 υποδυόμενη με επιτυχία δεκάδες ρόλους και βάζοντας το δικό της λιθαράκι στις μεγάλες εμπορικές επιτυχίες του σανιδιού. Έπειτα από μια δεκαετία θητείας στο Εθνικό Θέατρο, η Ζαφειρίου πέρασε στο Ελεύθερο Θέατρο, όπου πήρε μέρος σε έργα ελληνικού αλλά και ξένου ρεπερτορίου, επιστρέφοντας και πάλι στο Εθνικό το 1955, στις τάξεις του οποίου θα παραμείνει μέχρι το 1978.
Όσοι ευτύχησαν να την προλάβουν στο θέατρο, μιλούν για μια σπουδαία ηθοποιό με τεράστιο ταλέντο. Οι ερμηνείες της στις παραστάσεις «Ιφιγένεια», «Άμλετ», «Πέρσες» και «Οιδίπους Επί Κολωνώ» άφησαν τη δική τους εποχή στο νεοελληνικό θέατρο. Ακόμα και «Μήδεια» έπαιξε τελικά, παρά το παιδικό τραύμα.
Το κατοπινό κοινό έμαθε την Ελένη Ζαφειρίου μέσα από τις σχεδόν 100 κινηματογραφικές ταινίες που εμφανίστηκε και ταυτίστηκε στον ρόλο της μάνας. Έχοντας κάνει το ντεμπούτο της ήδη από το 1951 στο «Πικρό Ψωμί» του Γρηγόρη Γρηγορίου, συνέχισε με δύο αξέχαστες και κλασικές πια ταινίες της Φίνος Φιλμ, τη «Νεκρή Πολιτεία» και την «Αγνή του Λιμανιού», όπου καταξιώθηκε με το σοβαρό και απέριττο παίξιμό της.
Ακολουθεί η τεράστια επιτυχία του Κακογιάννη «Το Κορίτσι με τα Μαύρα» (1958), ταινία που θα την καθιερώσει στον ρόλο της μάνας ανοίγοντάς τα διάπλατα τις πόρτες των ελληνικών παραγωγών. Η μάνα των νεαρών πρωταγωνιστών της εποχής έχει έρθει λοιπόν για τα καλά φέρνοντας στις υποκριτικές της βαλίτσες το θαυμάσιο ταλέντο και την εκφραστική της δεινότητά, με τα οποία ενσαρκώνει με άνεση και απλότητα μάνες και γυναίκες των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων.
Το κινηματογραφικό παλμαρέ της Ζαφειρίου είναι δηλωτικό για το πόσο την ήθελαν τόσο οι εμπορικότερες όσο και οι καλλιτεχνικότερες παραγωγές. Αναφέρουμε ενδεικτικά: «Ο κατήφορος» (1961), «Νόμος 4000» (1962), «Ουρανός» (1962), «Εγωισμός» (1964), «Ξύπνα Βασίλη» (1969), «Η σφραγίδα του Θεού» (1969), «Αστραπόγιαννος» (1970), «Πικρό ψωμί» (1951), «Νεκρή Πολιτεία» (1951), «Η Αγνή του λιμανιού» (1952), «Το τελευταίο ψέμα» (1957), «Θεία από το Σικάγο» (1957), «Ζάλογγο, το κάστρο της λευτεριάς» (1959), «Η λίμνη των στεναγμών» (1959), «Ο κατήφορος» (1961) κ.ά.
Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην κινηματογραφική της καριέρα ήταν οι 20 ταινίες που έκανε με τον Νίκο Ξανθόπουλο. Οι 23 ταινίες που γύρισε μάλιστα για λογαριασμό της Φίνος Φιλμ παραμένουν αριθμός-ρεκόρ για την εταιρία!
Σε μια άγνωστη πτυχή της ζωής της, η Ελένη Ζαφειρίου έπαιζε στο μεγάλο πανί μόνο και μόνο για να βγάζει τα προς το ζην και να μπορεί έτσι να συμμετέχει στα θεατρικά σχήματα της αρεσκείας της χωρίς να πρέπει να σκεφτεί τον εμπορικό αντίκτυπο της δουλειάς της. Τόσο το Εθνικό όσο και η Επίδαυρος (της οποίας ήταν επίσης μόνιμος «θαμώνας») δεν της απέφεραν σοβαρές οικονομικές απολαβές και έπρεπε να στραφεί στο εμπορικό σινεμά για να ζήσει.
Κι έτσι ενώ στο σανίδι ήταν μεγάλη πρωταγωνίστρια, στο πανί αποδέχτηκε τη μοίρα της δευτεραγωνίστριας, καθώς δεν θεωρούσε το σινεμά μεγάλη υπόθεση. Παρά τις συνεχείς κινηματογραφικές της υποχρεώσεις αλλά και τη λατρεία των παραγωγών! Χαρακτηριστικό είναι εδώ το γεγονός ότι όταν γύριζαν την «Τζένη Τζένη» στις Σπέτσες, ο Φ.Φίνος της πλήρωνε καθημερινά θαλάσσιο ταξί για να πηγαινοέρχεται στην Επίδαυρο, όπου έδινε παραστάσεις τις νύχτες.
Η Ελένη Ζαφειρίου πέρασε και από την ελληνική τηλεόραση («Δόνα Ροζίτα» – 1984, «Το τρίτο στεφάνι» – 1995 και «Το χρώμα του φεγγαριού» – 1996-1997), με αρκετούς χαρακτηριστικούς ρόλους, όπως την Καμπουρίτσα που ερμήνευσε στην ανεπανάληπτη σειρά της δεκαετίας του ’70 «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται».
Οι 99 ταινίες που έχει η Ελένη Ζαφειρίου στο ενεργητικό της τη φέρνουν στη δεύτερη θέση των παραγωγικότερων ελληνίδων ηθοποιών του κινηματογράφου, πίσω μόνο από τη Μαλαίνα Ανουσάκη.
Η αξέχαστη μάνα του εθνικού μας σινεμά έφυγε από τη ζωή στις 02 Σεπτεμβρίου του 2004. Πέθανε στο Λαϊκό Νοσοκομείο μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο και κηδεύτηκε στο Νεκροταφείο Χαλανδρίου σε στενό οικογενειακό κύκλο. Η είδηση του θανάτου της μαθεύτηκε όπως το θέλησε η ίδια, μετά την κηδεία της. Η Ελένη Ζαφειρίου είχε αποκτήσει μια θετή κόρη.
Ο Δημήτρης Ζακυνθινός γεννήθηκε το 1939 στην Αθήνα και σπούδασε στη Δραματική Σχολή του”Εθνικού Θεάτρου”. Αποφοίτησε επίσης από την “Ανώτερη Σχολή Θεάτρου και Κινηματογράφου”. Πρωτοεμφανίζεται το 1965 με τη “Νέα Σκηνή” του Κωστή Λειβαδέα.
Ακολουθούν συνεργασίες με τον θίασο Μάρως Κοντού – Γ. Κωνσταντίνου – Ν. Ρίζου,τον θίασο Ζωής Λάσκαρη κ.ά. Ξεκινάει την καριέρα του και στον κινηματογράφο συμμετέχοντας στην ταινία ” Κάτι κουρασμένα παλικάρια “. Έντονη υπήρξε η δραστηριότητα του και στην τηλεόραση.Υπήρξε εκφωνητής στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας και παρουσίαζε για ένα μεγάλο διάστημα τις μόνιμες εκπομπές “Ταξιδεύοντας εδώ και εκεί”. Διετέλεσε μέλος του Σ.Ε.Η.
Η Φλωρέττα Ζάννα, αν και ηθοποιός αποκλειστικά του κινηματογράφου.
Επαιξε σε λίγες ταινίες, αλλά έγινε αμέσως πρωταγωνίστρια, αφήνοντας το στίγμα της σε επτά δραματικές ταινίες της Φίνος Φιλμ.
Γεννήθηκε στον Άγιο Νικόλαο Μεσσηνίας το 1936 και το πραγματικό της όνομα ήταν Στυλιανέα Ανθή.
Πρωτοεμφανίστηκε στον κινηματογράφο το 1959, πρωταγωνιστώντας στην ταινία “Αμαρυλλίς” (Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης). Το 1963 πρωταγωνίστησε στην δραματική περιπέτεια της Φίνος Φιλμ, “Αμοκ” και συνέχισε με επιτυχημένες ερμηνείες σε αρκετές ταινίες.
Το 1966, εμφανίστηκε σε τρεις ταινίες της Φίνος Φιλμ – “Κατηγορώ τους Ανθρώπους”, “Οι Κυρίες της Αυλής”, και “Κοινωνία Ώρα Μηδέν”, σκηνοθετημένες όλες από τον Ντίνο Δημόπουλο. Τελευταία της εμφάνιση στον κινηματογράφο ήταν στην ταινία “Η Αρχόντισσα και ο Αλήτης”.
Υπήρξε σύζυγος του σκηνοθέτη Ντίνου Δημόπουλου, από το 1960 ως το θάνατό του, το 2003.
Πέθανε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2019. Η είδηση έγινε γνωστή μέσω της ανάρτησης του ηθοποιού Γιώργου Γεωργίου στον προσωπικό του λογαριασμό, στο Facebook.
Φιλμογραφία
Ο Ζαννίνο, με πραγματικό όνομα Γιάννης Παπαδόπουλος, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 21 Αυγούστου του 1923. Ταλαντούχος ηθοποιός, με χαρακτηριστικά ιδιαίτερο στυλ, αν και έπαιξε κυρίως σε δεύτερους ρόλους, αγαπήθηκε πολύ από το θεατρικό και το κινηματογραφικό κοινό, και για αυτό και είχε μια πλούσια καριέρα.
Με τον ξεριζωμό ήρθε με την οικογένεια του στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στην Δραπετσώνα του Πειραιά με δύσκολες οικονομικές συνθήκες. Δεκατεσσάρων ετών ορφάνεψε από πατέρα και αναγκάστηκε να κάνει διάφορες δουλειές για επιβίωση. Ταλαντούχος όμως όπως ήταν, δεν άργησε να προσληφθεί σαν χορευτής στα μπαλέτα Ρομασόφ, που εκείνη την εποχή έδιναν παραστάσεις σε καφέ-σαντάν και βαριετέ της Αθήνας.
Σε μία παράσταση που έδωσε το μπαλέτο το 1941 στη γνωστή «Μάντρα του Αττίκ», ο ίδιος ο Αττίκ του άλλαξε το όνομα και τον παρουσίασε στο κοινό σαν Ζαννίνο. Από τότε, με το όνομα Ζαννίνο, ξεκίνησε την καλλιτεχνική του καριέρα και το πραγματικό του όνομα ξεχάστηκε τόσο, που ακόμα και η οικογένεια που δημιούργησε υιοθέτησε το επίθετο Ζαννίνου.
Έπαιξε σε πολλά μουσικά θεατρικά έργα και από το 1956 ξεκίνησε την κινηματογραφική του καριέρα συνεργαζόμενος με τους καλύτερους Έλληνες σκηνοθέτες, αλλά και με Αμερικανούς όπως στην ταινία «Το Εξπρές του Μεσονυχτίου». Συνολικά, συμμετείχε σε περισσότερες από 80 ταινίες, με τελευταία τον «Καβάφη» του Γιάννη Σμαραγδή το 1996. Με τη Φίνος Φιλμ συνεργάστηκε σε έξι παραγωγές της που σημείωσαν μεγάλη επιτυχία. Από το 1972 έως και το 1992 έπαιξε και σε αρκετές τηλεοπτικές σειρές, κατά τις οποίες αγαπήθηκε πολύ από ένα ευρύτερο κοινό.
Πέρα από την καλλιτεχνική του καριέρα, είχε και μια επιτυχημένη οικογενειακή ζωή δίπλα στην αγαπημένη του γυναίκα Τζένη και στην κόρη τους, επίσης ηθοποιό Σόφη Ζαννίνου ενώ εγγονή του η τραγουδίστρια Φιόνα Τζαβάρα. Ο Ζαννίνο απεβίωσε στις 27 Μαΐου του 1995.
Ο Πέτρος Ζαρκάδης γεννήθηκε στις 28 Οκτωβρίου 1940 στη Ζάκυνθο. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή Λυκούργου Σταυράκου. Ως μέλος του Σ.Ε.Η. ανέπτυξε συνδικαλιστική δραστηριότητα. Διετέλεσε Γενικός Γραμματέας του Σ.Ε.Η. Την περίοδο 1986-1990 έζησε στη Νέα Υόρκη, όπου συνεργάστηκε ως σκηνοθέτης με το Κέντρον Ελληνικού Πολιτισμού στην παρουσίαση θεατρικών έργων.
Φιλμογραφία
Νιάτα στο πεζοδρόμιο (1964) Αποστολή θανάτου (1968) Γοργοπόταμος (1968) Η ανταρσία των δέκα (1970) Έμπαινε Μανωλιό (1970) Ηδονή και εκδίκηση (1970)[Βαγγέλης Λέπουρας] Ένας τρελός γλεντζές (1970) Η σάρκα προστάζει (1971) Ταξίδι στον έρωτα και στον θάνατο (1972) Μέρες του ’36 (1972) [Λουκάς] Αμαρτωλές σχέσεις (1972) Ο κύκλος της αμαρτίας (1973) Στα δίχτυα της ανωμαλίας (1973) Αληθινή ηδονή (1974) Τα χρώματα της ίριδος (1974) Η αμαρτία στο κορμί της (1974)[Πέτρος] Διαστροφές (1974] [Μάνθος Λιαγκρής] Ο θίασος (1975) [Ορέστης] Γεύση από ηδονή (1975)[επιθεωρητής της αστυνομίας] 1922 (1978) Αν μάθετε τίποτα (1979) Ρεπό (1982) [Δρακάκος] Υπόγεια διαδρομή (1983) Χωρίς μάρτυρες (1983) [εισαγγελέας] Χούλιγκανς (κάτω τα χέρια απ’ τα νιάτα!) (1983) [Σάββας] Τι έχουν να δουν τα μάτια μου (1984)[Νικηφόρος Δημόπουλος] Εν πλω (1985) [πατέρας] Το χάραμα – Dawn (1994)
Εκλεκτή ηθοποιός, συγγραφέας και στιχουργός, η πολυσχιδής Μέλπω Ζαρόκωστα ασχολήθηκε με την ίδια σοβαρότητα και υπευθυνότητα σε όλα τα είδη των δραστηριοτήτων της.
Γεννήθηκε στον Πειραιά στις 07 Μαΐου του 1933 αλλά μετά τον πόλεμο του ΄40 μετανάστευσε στην Αυστραλία. Σπούδασε θέατρο στο Metropolitan Theater στο Σίδνεϋ, στο οποίο αργότερα πρωταγωνίστησε σε αρκετές παραστάσεις. Συνέχισε τις σπουδές της στη σκηνοθεσία, την υποκριτική και το σενάριο στη σχολή ραδιοφωνικών σπουδών Canοndale.
Μετά τις σπουδές της εργάστηκε στην Αυστραλία σαν ηθοποιός στο θέατρο, τον κινηματογράφο, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Πριν επιστρέψει στην Ελλάδα το 1958, εργάστηκε για ένα χρόνο στην Αγγλία μεταφράζοντας και διασκευάζοντας ραδιοφωνικά έργα. Με την επιστροφή της στην Ελλάδα έπαιξε στην ταινία της Φίνος Φιλμ «Το Ξύλο Βγήκε από τον Παράδεισο» (1959) και συνέχισε τη συνεργασία της με τον Φίνο μέχρι το 1972.
Συνολικά έχει παίξει σε 56 Ελληνικές και ξένες κινηματογραφικές ταινίες. Έχει γράψει 25 σενάρια, πολλά από τα οποία γυρίστηκαν με επιτυχία όπως: «Ανταρσία των Δέκα», «Ο Γιος μου ο Φίλιππος», «Σχιζοφρένεια», «Λαχείο», «Μια πολυάσχολη Κυρία», κ.α.
Έχει γράψει πολλά θεατρικά έργα που παίχτηκαν σε ελληνικά θέατρα, (Φροντιστήριο Γυναικών, Ερωτοκαβγάδες, Δυο γυναίκες ένας άντρας, Ο Φίλος μου ο Τζο, Δυο κοπέλες μόνες, κ.α.) και έχει μεταφράσει πάνω από 150. Έχει σκηνοθετήσει δικές της παραγωγές στην τηλεόραση, με κυριότερη τη σειρά «Από την Κωμωδία στο Δράμα».
Σε πολλά έργα της πρωταγωνίστησε η ίδια. Σαν θεατρικός συγγραφέας έχει βραβευτεί από το Υπουργείο Πολιτισμού με το Α΄ βραβείο, για τη συγγραφή του θεατρικού έργου της «Συμβιβαστήκαμε» το οποίο παρουσιάστηκε στο Εθνικό το 1992.
Σαν στιχουργός, έχει κερδίσει το Α΄ Διεθνές Βραβείο στη Λισσαβόνα για τους στίχους του τραγουδιού «Ο Παλιάτσος»
Υπήρξε το πρώτο γυναικείο μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων το 1960 και εξακολουθεί να είναι μέλος. Ακόμη, είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Στιχουργών, της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών, μέλος του Δ.Σ, του Οργανισμού «ΘΕΣΠΙΣ» και ιδρυτικό μέλος του ιδρύματος «Το Σπίτι του Ηθοποιού».
Το 2012 πρωταγωνίστησε σε μια τουρκική ταινία τέχνης, αλλά και στο θέατρο, πρωταγωνιστώντας, μαζί με τη Σούλη Σαμπάχ, στο έργο της «Τρεις Κολασμένες Ιστορίες» που παίχτηκε στο καφέ-θέατρο Πυρήνας. Ήταν σύζυγος του σκηνοθέτη Βίκτωρα Παγουλάτου, με τον οποίον απέκτησε τον γιο της Αλέξανδρο.
Ο Νίκος Ευθυμίου ήταν Ζεν-πρεμιέ της δεκαετίας του ’40. Γεννήθηκε το 1917. Συνεταιρίστηκε με τον στενό του φίλο Αδαμάντιο Λεμό ιδρύοντας το 1940 την “Νεοελληνική Σκηνή”. Συμμετείχε επίσης στο “Θέατρο Τέχνης” του Κουν, στο θέατρο “Διονύσια” της Καλλιθέας καθώς και με δικό του θίασο στο θέατρο “Ραντάρ”. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Γερμανία όπου οργάνωνε παραστάσεις για ομογενείς.
Νίκος Ευθυμίου: Φιλμογραφία
Η ανθοπώλις των Αθηνών (1945) [Χρήστος] H Kρήτη στις φλόγες (1947) Μητέρα στο βούρκο (1953) Ο άνεμος του μίσους (1954) [Mιχάλης]
Ευχαριστούμε θερμά το greekactor.blogspot.gr για τις πληροφορίες.
Ο Χρήστος Ευθυμίου γεννήθηκε στη Λαμία στις 03 Αυγούστου του 1900 και ήταν κωμικός ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Ήταν διπλωματούχος της Νομικής Σχολής Αθηνών και το 1929 φοίτησε στην επαγγελματική σχολή θεάτρου από την οποία και βγήκε αριστούχος μετά τετραετή φοίτηση.
Το 1929 έκανε τη πρώτη του θεατρική παρουσία με το θίασο Κυβέλης και μετά διετία προσκλήθηκε ως ιδρυτικό μέλος του Βασιλικού Θεάτρου όπου και υπηρέτησε ως βασικό στέλεχος και ως ένας των πρωταγωνιστών του.
Από τη θέση αυτή διέπρεψε ως κωμικός ιδίως σε έργα του Μολιέρου, του Σαίξπηρ αλλά και σε χαρακτηριστικούς ελληνικούς λαογραφικούς ρόλους ελληνικών έργων.
Το 1952 τιμήθηκε ιδιαίτερα από τη Γαλλική Κυβέρνηση για την εξαίρετη ερμηνεία του των έργων του Μολιέρου με το παράσημο των Ακαδημαϊκών Δαφνών.
Μετά τον θάνατο του Βασίλη Λογοθετίδη το 1960 τέθηκε επικεφαλής του θιάσου του εκλιπόντος δημοφιλούς κωμικού. Δύο χρόνια αργότερα τιμήθηκε με σχετικό παράσημο από τον Βασιλέα Παύλο.
Χριστουγεννιάτικα κάλαντα στην ελληνική ραδιοφωνία από αξέχαστους καλλιτέχνες, διακρίνονται ανάμεσά τους από αριστερά η Τζένη Καρέζη, η Ρένα Ντορ, η Αλέκα Κατσέλη, ο Νίκος Κάζης, ο Κώστας Βουτσάς και ο Χρήστος Ευθυμίου.
Αξιόλογη επίσης ήταν και η παρουσία του στον ελληνικό κινηματογράφο. Οι ρόλοι του στις ταινίες, Ο γυναικάς και Ένας βλάκας και μισός είναι αυτοί για τους οποίους μνημονεύεται περισσότερο. Επίσης χαρακτηριστική υπήρξε η επί μακρόν συμμετοχή του σε καθημερινές απογευματινές ραδιοφωνικές πεντάλεπτες “παρλάτες” με την ατάκα “Αχ τι τραβάω!”.
Ο Χρήστος Ευθυμίου έφυγε από τη ζωή στις 04 Μαΐου του 1971 και κηδεύτηκε στον Κόκκινο Μύλο.
Ο Γιάννης Ζαβραδινός γεννήθηκε στην Αθήνα και ο τόπος καταγωγής του είναι η Ζάκυνθος. Είναι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής Αθηνών – Γεωργίου Θεοδοσιάδη.
ΟΓιάννης Ζαβραδινός.
Πριν ακόμα αποφοιτήσει από τη σχολή, συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο, το νεοσύστατο τότε «Ανοιχτό Θέατρο» του Γιώργου Μιχαηλίδη και στα χορικά της Ζουλούς Μικολούδη.
Στο θέατρο συνεργάστηκε με τους θιάσους Αλεξανδράκη – Γαληνέα, Χορν – Ρουσέα, Χατζίσκου – Νικηφοράκη, Αλίκης Βουγιουκλάκη, Κάτιας Δανδουλάκη, το Θέατρο Τέχνης, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, το Θεσσαλικό Θέατρο, τα ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας, Κρήτης και Σερρών, καθώς και στο θέατρο «Αργώ» της Αιμιλίας Υψηλάντη.
Στην τηλεόραση πρωταγωνίστησε, μεταξύ άλλων, στις σειρές: «Λεμονοδάσος», «Το Μινόρε της Αυγής», «Το δίλημμα», «Σαν τα τρελά πουλιά», «Casa di macaroni», «Οικογένεια», «Έκτη εντολή», «Φωτορομάντζο», «Δακρυσμένα φεγγάρια», «Απαγορευμένη αγάπη» και «Βέρα στο δεξί». Στο σινεμά συμμετείχε στις ταινίες: «Ηλιογραφία» – σκηνοθεσία Δήμος Γεροντάκης, «Ματαίωση» – σκηνοθεσία Κώστας Αυγέρης, «Γιάννης Ρίτσος» – σκηνοθεσία Τάκης Παπαγιαννίδης, «Μετέωρο και σκιά» – σκηνοθεσία Τάκης Σπετσιώτης, «Φανταρίνες» – σκηνοθεσία Ντίμης Δαδήρας, «Άγρια Νιάτα» – σκηνοθεσία Νίκος Φώσκολος, «Μελισσοκόμος» – σκηνοθεσία Θόδωρος Αγγελόπουλος, «Το βλέμμα του Οδυσσέα» – σκηνοθεσία Θόδωρος Αγγελόπουλος.
Στη Θεατρική Σκηνή Ζακύνθου έχει σκηνοθετήσει τις παραστάσεις «Ο Πειρασμός» του Γρηγορίου Ξενόπουλου το 1998, «Ο Ματωμένος Γάμος» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα το 1999, «Καπέλο από ψάθα Ιταλίας του Εζέν Λαμπίς το 2000, «Πολυγαμία» του Γρηγορίου Ξενόπουλου το 2001, «Ο Φιάκας του Δημοσθένη Μισιτζή το 2013.
Τα τελευταία χρόνια ο Γιάννης Ζαβραδινός έχει εγκατασταθεί μόνιμα στο Νυδρί Λευκάδας.
Η ταινία, "Δονούσα" είναι Γερμανικής, Ελληνικής & Ελβετικής παραγωγής. Προβλήθηκε τη σαιζόν 1992-1993 και έκοψε 5.000 εισιτήρια πανελλαδικά. Ήρθε στην 9η θέση σε 11...