Όταν η Ρένα Βλαχοπούλου πούλησε το σπίτι της στη Μαρινέλλα και στο Τόλη

Ρένα Βλαχοπούλου

Η πιο αγαπημένη κωμικός του ελληνικού σινεμά, η Ρένα Βλαχοπούλου ήταν πάνω απ’ όλα νοικοκυρά και μετά σταρ. Δηλαδή τι σταρ; Αν ζούσε και με άκουγε, θα με κατσάδιαζε. Δεν της άρεσε καθόλου να την αποκαλούν έτσι. «Άπαπα, δεν μπορώ εγώ αυτά τα ψωνίστικα!» έλεγε. Για αυτό και στο σπίτι της έμπαιναν περισσότερο άνθρωποι εκτός θεάτρου.

Ρένα Βλαχοπούλου

Η Ρένα αγαπούσε τα σπίτια που έμενε αλλά δεν δενόταν καθόλου με αυτά. Της άρεσε συνεχώς να αλλάζει. Κάθε τέσσερα πέντε χρόνια θα βρισκόταν και κάπου αλλού. «Βαριόμουνα τα ίδια και τα ίδια» έλεγε. Ήθελα να αλλάζω περιβάλλον. Από την άλλη, μου άρεσε η διαδικασία του καινούριου σπιτιού. Καινούρια έπιπλα, καινούριοι χώροι, καινούρια γειτονιά. Η μόνιμη διαφωνία με τον άντρα μου ήταν αυτή. Εκείνος ήθελε να αράζει μόλις συνήθιζε ένα σπίτι. Εμένα με έπιανε νευρική κατάσταση. Δεν άντεχα, λοιπόν, σε ένα σπίτι για πολλά χρόνια.

Κάποτε το όνειρό μου ήταν να φτιάξω ένα μεγάλο σπίτι με κήπο, λουλούδια και πολλά δέντρα. Πήγα, λοιπόν, και βρήκα ένα οικόπεδο στην Κηφισιά και ξεκίνησα να το χτίζω. Τι λεφτά ξοδέψαμε τότε! Ο Γιώργος (σ.σ. ο τρίτος της σύζυγος) μου έλεγε:
– Βρε Ειρήνη, τι το θέλεις τόσο μεγάλο σπίτι. Εμείς είμαστε δύο άτομα.
– Όχι, Γιώργο μου, δεν έχεις δίκιο, θα αισθανόμαστε πως είμαστε στην εξοχή. Στον καθαρό αέρα. Εξάλλου, θα πάρουμε σκυλιά, γατιά, πολλά ζώα.
Τέλος πάντων, το σπίτι προχωρούσε σιγά σιγά και σταθερά. Γινόταν μια μεγάλη βίλα με πολλά δωμάτια και εσωτερική σκάλα. Είχαμε ξοδέψει ό,τι είχαμε και δεν είχαμε. Απέναντί μας ακριβώς ένα αντρόγυνο έχτιζε επίσης από το θεμέλιο μέχρι τη σκεπή μια πολύ όμορφη μονοκατοικία ταυτόχρονα με τη δική μας. Μάλιστα, είχαμε γνωριστεί και μιλώντας για τα σπίτια που χτίζαμε πολύ διασκεδάζαμε αυτή τη σύμπτωση. Όταν πια το τελειώσαμε και εμείς και εκείνοι, μια μέρα βλέπω την κυρία ντυμένη στα μαύρα να κλαίει.

– Τι έχετε κυρία μου; την πλησίασα και τη ρώτησα.
– Τι να έχω, κυρία Ρένα μου; μου είπε κλαίγοντας. Με το που τελείωσε το σπίτι μας, δεν προλάβαμε να μπούμε μέσα και ο άντρας μου πέθανε!
– Πέθανε ο άντρας σου; τη ρώτησα ταραγμένη.
– Πέθανε ξαφνικά, από συγκοπή.
– Το πουλάω το σπίτι, μου είπε.
– Το πουλάω κι εγώ το σπίτι, φώναξα και έφυγα τρέχοντας για να πάω να το
ανακοινώσω στον Γιώργο. Μάταια εκείνος προσπαθούσε να με μεταπείσει.
– Γιώργο, μην επιμένεις. Θα το πουλήσουμε το σπίτι, ψυχή μου. Σε παρακαλώ.
– Μα είναι δυνατόν; Ακόμη δεν μείναμε.
– Κι ο άλλος δεν πρόλαβε να μείνει ο άνθρωπος και πέθανε.
Το πολύ να μείναμε έναν μήνα μέσα. Το πουλήσαμε στη Μαρινέλλα και στον Τόλη Βοσκόπουλο, που μόλις είχαν παντρευτεί και έψαχναν για ένα σπίτι στην Κηφισιά. Έτσι ήμουνα! Παρορμητική και ξεροκέφαλη και λίγο προληπτική».

Κείμενο: Μάκης Δελαπόρτας
Πηγή άρθρου: okmag.gr

Προηγούμενο άρθροΓιάννης Σπανός 1934-2019
Επόμενο άρθροΤο χωριό που γυρίστηκε η ταινία, Υπάρχει και φιλότιμο