Πόσο εύκολο είναι άραγε έστω και για τον πλέον έμπειρο κριτικό κινηματογράφου να απαντήσει στο ερώτημα «Ποια ήταν η σημαντικότερη ταινία στην καριέρα του Θανάση Βέγγου»; «Καθόλου εύκολο» είναι η απάντηση.
Διότι κάθε ταινία του Βέγγου, ακόμα και όσες δεν σημείωσαν εμπορική επιτυχία – και παραδόξως υπήρξαν πολλές τέτοιες -, είχε να προσφέρει και κάτι διαφορετικό στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.
Αν επιμείνουμε ωστόσο στο ερώτημα, τότε η απάντηση που φαίνεται να κερδίζει είναι ότι η σημαντικότερη ταινία του ήταν αυτή που γύρισε το 1971, εν μέσω χούντας, με τον χαρακτηριστικότατο –όσο και αλληγορικό- τίτλο «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση».
Επρόκειτο για μια καθαρά σατυρική ταινία, σε σκηνοθεσία και παραγωγή του Ντίνου Κατσουρίδη, η οποία μάλιστα τιμήθηκε με 3 βραβεία στο 12ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης:
Βραβείο Καλλιτεχνικής Ταινίας, Σεναρίου και α’ ανδρικού ρόλου. Ήταν ξεκάθαρο ότι μέσα από αυτή την ταινία, ο καταπιεσμένος ελληνικός λαός, εν μέσω της στυγνής δικτατορίας των συνταγματαρχών έβλεπε μια ιστορία που του θύμιζε τα δικά το βάσανα, αλλά και ένα Βέγγο σε έναν μοναδικό δραματικό ρόλο.
Μια δραματικότητα που – πόσο παράδοξο αλήθεια – πήγαζε από τα ίδια τα κωμικά συστατικά της υποκριτικής του. Η παρουσία της ταινίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης προκάλεσε πάταγο: Ο Βέγγος ανακηρύχθηκε στο πρόσωπο του Φεστιβάλ και μετά το τέλος της προβολής της ταινίας του, ενθουσιασμένοι θαυμαστές του τον σήκωσαν στα χέρια θριαμβευτικά και τον περιέφεραν έξω από την αίθουσα.
Ήταν ολοφάνερο ότι κάτι άλλο έβλεπαν πίσω από την ερμηνεία του. Κι αυτό δεν ήταν τίποτα άλλο από τα μηνύματα ελευθερίας και δημοκρατίας που πήγαζαν αβίαστα μέσα από την ταινία, τα οποία όμως η χούντα της λογοκρισίας δεν είχε το πνευματικό υπόβαθρο να τα αντιληφθεί.
Η υπόθεση της ταινίας διαδραματίζεται την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Ο Θανάσης είναι ένας εργάτης εργοστασίου, ο οποίος κοιτάει μόνο την δουλειά του και το πως θα εξοικονομήσει λίγο φαγητό.
Αντίθετα η αδελφή του Φρόσω βοηθάει όσο μπορεί την αντίσταση κατά των Γερμανών. Ο Θανάσης θα βρεθεί στο δικαστήριο υπερασπιζόμενος τον ταβερνιάρη της γειτονιάς Θόδωρο. Θα καταδικαστεί όμως ο ίδιος για ψευδορκία, σε είκοσι ημέρες φυλάκιση και θα βρεθεί στο ίδιο κελί με πατριώτες αντιστασιακούς.
Ανάμεσά τους είναι και ο γνωστός Ιβάν. Όλοι μαζί αποφασίζουν και δραπετεύουν πλην του Θανάση, που μένει μόνος στο κελί. Όταν ο διοικητής ζητάει τον Ιβάν για ανάκριση, ο υπεύθυνος της φυλακής, έντρομος διαπιστώνει την απόδραση και στην θέση του Ιβάν παρουσιάζει τον Θανάση.
Είναι μοναδικός ο τρόπος που ο Βέγγος, με εκείνο το θλιμμένο βλέμμα και ύφος βιώνει τις δύσκολες καταστάσεις, καθηλώνοντας τον θεατή. Διότι στην ταινία αυτή, ο σπουδαίος αυτός ηθοποιός «παίζει» και με το βλέμμα του, και με τα μάτια του, και με τις κινήσεις των χεριών του, και με τις συσπάσεις του προσώπου του, με όλο του το είναι.
Γι’ αυτό και το αποτέλεσμα είναι σχεδόν ανεπανάληπτο.
Η ταινία «Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση» προβλήθηκε τη σεζόν 1971-1972 και έκοψε 640.471 εισιτήρια, «σπάζοντας» ταμεία και γεμίζοντας ασφυκτικά τους κινηματογράφους της χώρας. Φυσικό επακόλουθο, να έρθει πρώτη σε εισπράξεις τη σεζόν εκείνη, ανάμεσα σε 90 ταινίες.
Μαζί με τον Βέγγο, στην ταινία πρωταγωνιστούσαν οι Εφη Ροδίτη, Αντώνης Παπαδόπουλος, Καίτη Λαμπροπούλου, Νικήτας Πλατής, Κατερίνα Γώγου. Το σενάριο ήταν του Ντίνου Κατσουρίδη και του Ασημάκη Γιαλαμά, ενώ η μουσική του Μίμη Πλέσσα.
Photo1 teddyboy f0e77bb2bfbf98e0aa88c4510c3b68f9 L 1
Μία από τις πλέον «δυνατές» ηθογραφίες της ελληνικής κοινωνίας του 1960 αποτελεί η ταινία με τίτλο «Τέντυ μπόι αγάπη μου», η οποία γυρίστηκε το 1965, σε συμπαραγωγή της Finos Film και της Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης, με πρωταγωνιστές την Ζωή Λάσκαρη, τον Κώστα Βουτσά και τον Νικήτα Πλατή.
Η ταινία γυρίστηκε στη Θεσσαλονίκη, από τις ελάχιστες φορές που οι παραγωγοί της εποχής εκείνης «εγκατέλειπαν» την Αθήνα ως μέρος γυρισμάτων. Η εμμονή τους να χρησιμοποιούν ως πόλη γυρισμάτων την πρωτεύουσα είναι ένα ζήτημα που σηκώνει πολύ συζήτηση, δεδομένου ότι τις δεκαετίες του 50’, του 60’ και του 70’ τόσο η Θεσσαλονίκη, όσο και άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας θα μπορούσαν κάλιστα να προσφέρουν ιδανικότερες συνθήκες γυρισμάτων, καλύτερα τοπία και εικόνες.
Η ταινία αυτή ωστόσο έχει μείνει στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου ως μια από τις ελάχιστες που έθιγαν πολλά κοινωνικά ζητήματα ταυτόχρονα και όχι μόνο ένα.
Στο μικροσκόπιο του σεναρίου της τέθηκαν η μόδα της αντιπαροχής, οι διαμάχες των οικογενειών για κληρονομικά ζητήματα, το στερεότυπο του αδελφού που πρέπει να φροντίζει την αδελφή του μέχρι τα γεράματά της, η υποχρέωση των γονιών να φροντίζουν διαρκώς τα παιδιά τους και να τα στηρίζουν οικονομικά ακόμα και όταν αυτά παντρευτούν, χωρίς οι ίδιοι να έχουν το δικαίωμα να προχωρήσουν στην ζωή τους αν έχουν ατυχήσει – π.χ. να ξαναπαντρευτούν, καθώς και η αντίληψη ότι οι γάμοι μεταξύ ανθρώπων μιας κάποιας «προχωρημένης» ηλικίας δεν είναι ηθικοί.
Η ταινία αγγίζει όλα αυτά τα ζητήματα με μια έντονα χιουμοριστική διάθεση, χωρίς να επιδιώκει να βαρύνει την ατμόσφαιρα, κάτι που μοιραία συμβαίνει κάποια στιγμή, δίχως όμως να ενοχλεί τον θεατή, αφού έχουν προηγηθεί πολλές εύθυμες σκηνές, στις οποίες καταθέτουν το μοναδικό ταλέντο τους ο Κώστας Βουτσάς (σε μεγάλες φόρμες!), η Ζωή Λάσκαρη (η ήρεμη – και δροσερή – δύναμη), αλλά και ο Νικήτας Πλατής, ίσως στον καλύτερο ρόλο της καριέρας του, αυτού του πατέρα που θυσιάζεται διαρκώς για τα παιδιά του, αλλά κάποια στιγμή «επαναστατεί», θέλοντας να ζήσει κι αυτός καλύτερα, απολαμβάνοντας κάποια υλικά αγαθά που παλαιότερα θεωρούσε πολυτέλεια.
Παρακολουθώντας κανείς την ερμηνεία του Πλατή στην ταινία, δεν μπορεί να μην απορήσει γιατί ο σπουδαίος αυτός ηθοποιός δεν έτυχε καμία άλλα φορά να πάρει πρωταγωνιστικό ρόλο σε κάποια από τις δεκάδες ταινίες που συμμετείχε.
Γιατί διέθετε και τη δυναμική και την ικανότητα και το εκτόπισμα να «σηκώσει» στις πλάτες του μια ταινία. Μοιραία λοιπόν ο Νικήτας Πλατής μπήκε με τη σειρά του στη μεγάλη λίστα των ηθοποιών που ήταν χαρισματικοί, ωστόσο οι συνθήκες δεν τους έδωσαν την ευκαιρία να αναδειχθούν περαιτέρω, μένοντας πάντα «οι καλύτεροι πρωταγωνιστικοί δεύτεροι ρόλοι».
Η Μαίρη Αρώνη ήταν η ηθοποιός που αναμφίβολα άφησε το δικό της, ξεχωριστό στίγμα στον ελληνικό κινηματογράφο, παρά το γεγονός ότι πρωταγωνίστησε σε πολύ λίγες ταινίες. Ποιος θα ξεχάσει την ανεπανάληπτη ερμηνεία της στην ταινία «Μια τρελή τρελή οικογένεια», το 1965, ως Πάστα Φλώρα;
Απίστευτες ατάκες («Στέλιο ήρθες;», «Στέλιο πρέπει να κλάψω;»), σκηνές που έβγαζαν αβίαστο γέλιο, λογοπαίγνια που άφησαν εποχή, με το αβαντάρισμα βέβαια κορυφαίων ηθοποιών, όπως του μοναδικού Διονύση Παπαγιαννόπουλου (στο ρόλο του συζύγου της, Στέλιου), της Τζένης Καρέζη και του Αλέκου Αλεξανδράκη.
Η Μαίρη Αρώνη έκανε μια μεγάλη καριέρα στο Εθνικό Θέατρο και ο κινηματογράφος ποτέ δεν ήταν στις προτεραιότητές της. Αυτό ωστόσο που δεν είναι γνωστό όσον αφορά στην συγκεκριμένη ταινία, είναι το γεγονός ότι ο ρόλος της Πάστα Φλώρα είχε προταθεί αρχικά στην Ρένα Βλαχοπούλου, η οποία όμως τον αρνήθηκε διότι όπως είχε πει, προτιμούσε να παίζει τις γεροντοκόρες και τις θείες, παρά τις μαμάδες.
Η ταινία «Μια τρελή τρελή οικογένεια» εμπλουτίζεται με πολλή χορευτική μουσική, την οποία είχε γράψει ο Μίμης Πλέσσας και αφορούσε ρυθμούς πόλκα, μπόσα νόβα, τσάρλεστον και τουίστ, αναδεικνύοντας το απίστευο ταλέντο του κορυφαίου έλληνα μουσικοσυνθέτη.
Στα αξιοσημείωτα της ταινίας είναι το γεγονός ότι στο τέλος της εμφανίζεται ο Γιάννης Βογιατζής, ο οποίος τραγουδάει την «Πρώτη μας νύχτα» στα ιταλικά, αφήνοντας –για άλλη μια φορά – εξαιρετικές εντυπώσεις για την υπέροχη φωνή και την αισθαντική ερμηνεία του. Το σενάριο της εξαιρετικής αυτής κωμωδίας ήταν του Νίκου Τσιφόρου και του Πολύβιου Βασιλειάδη.
Μια από τις κορυφαίες ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του 1960 θεωρείται η ταινία με τίτλο «Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα», την οποία γύρισαν το 1969 ο Φίνος με τον Νίκο Φώσκολο, σε μια εποχή που ο τελευταίος έγραφε τη δική του ιστορία στον ελληνικό κινηματογράφο.
Ήταν μια ακόμα ταινία απόλυτου ρεαλισμού, σχεδόν «αποκρουστικού» θα μπορούσε να πει κανείς, γυρισμένη εξ’ ολοκλήρου στις γειτονιές του Πειραιά και ειδικότερα στη Δραπετσώνα και στο Ικόνιο. Φτώχια, γρίνια, τσακωμοί, τσιγάρα και ποτό, ανεργία, ανέχεια.
Σκηνή από την ταινία, “Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα”.
Τι άλλες καταστάσεις θα έπρεπε άραγε να αποτυπώνει μια ταινία για να μεταδώσει στον θεατή την αίσθηση του «απόκοσμου»;
Μόνο που αυτό το «απόκοσμο», στην συγκεκριμένη ταινία συνοδεύονταν παράλληλα και από μια γοητεία, μια σχεδόν μαγική αίσθηση ταύτισης με τους πρωταγωνιστές, η οποία κρατούσε τα μάτια του θεατή «καρφωμένα» στην οθόνη.
Η ταινία αποτελεί σημείο-σταθμό στην καριέρα της Μάρθας Καραγιάννη, η οποία ερμήνευσε τον πρώτο και μοναδικό δραματικό ρόλο της στον κινηματογράφο, αφήνοντας μάλιστα άφωνους κριτές και κοινό, οι οποίοι την είχαν ταυτίσει με κωμικούς και ανάλαφρους ρόλους.
Παρά τη μοναδική της ερμηνεία ωστόσο, η Μάρθα Καραγιάννη δεν έπαιξε ποτέ ξανά δραματικό ρόλο, αφήνοντας έτσι ένα σημαντικό κενό στην καριέρα της.
Στο «Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα» υποδύεται την τραγουδίστρια Πέρσα, ερμηνεύοντας μάλιστα το τραγούδι «Άναψε καινούργιο μου φεγγάρι» του Μίμη Πλέσσα, με τη φωνή όμως της Δ. Σταυρουλάκη.
Μαζί της συμπρωταγωνιστεί ο Κώστας Καζάκος σε ένα αναπάντεχο καλλιτεχνικό δίδυμο, το οποίο όμως εξίσου «αναπάντεχα» δένει με ένα μοναδικό τρόπο.
Και είναι κρίμα που οι δυο τους δεν εμφανίστηκαν ποτέ ξανά μαζί σε ανάλογου βεληνεκούς ταινία. Το «Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα» παρακολουθεί την ιστορία τριών νεαρών κοριτσιών, οι οποίες είναι αδελφές και διατηρούν με την μητέρα τους μια μικρή ταβέρνα στο λιμάνι. Η Πέρσα, η πιο δυναμική, έχει σχέσεις με τον σεσημασμένο Ζάχο, τον οποίο υποδύεται ο Κώστας Καζάκος. Η Τασία από την άλλη, περιμένει στο λιμάνι εδώ και χρόνια, την επιστροφή του αγαπημένου της.
Τέλος, η Χαρά, ένα αγοροκόριτσο, διστάζει να φανερώσει τα αισθήματά της για τον Αλέκο, ο οποίος τη βλέπει σαν μια καλή παιδική φίλη. Ανάμεσα σε όλους αυτούς, καταλυτικά κινείται ένας άνθρωπος του νόμου, ο Ορφέας, που για χάρη του έρωτα, θα περάσει στο απέναντι στρατόπεδο.
Εξαιρετικό το σενάριο του Φώσκολου, αλλά μοναδική και η σκηνοθεσία του.
Στην ταινία πρωταγωνιστούν ακόμη οι Μάρθα Βούρτση, Άγγελος Αντωνόπουλος, Νόρα Βαλσάμη, Νίκος Γαλανός, Ελένη Κριτή, Σπύρος Καλογήρου, Σωτήρης Μουστάκας, Χρήστος Δοξαράς, Θεόδωρος Ντόβας, Μαρία Φωκά, Χρήστος Δαχτυλίδης, Νίκος Κικίλιας, Νάσος Κεδράκας, Χρήστος Στύπας, Τζένη Ζαχαροπούλου, Νίκη Μακρή, Άρης Τσιούνης, Χρήστος Καλαβρούζος.
Η ταινία στην πρώτη της προβολή, στις 3 Φεβρουαρίου 1969 έκοψε 241.668 εισιτήρια. Το «Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα» αποτελεί άλλη μια ελληνική ταινία που η ιδιωτική τηλεόραση δείχνει να την αγνοεί χρόνια τώρα.
Και είναι κρίμα που οι νεότερες γενιές δεν έχουν την ευκαιρία να δουν τις ταινίες αυτές και να συνειδητοποιήσουν τα όρια της Τέχνης από τα όρια της ηλιθιότητας και της «πλαστικούρας» κάποιων σημερινών ταινιών, που σήμερα πλασάρονται ως ταινίες ποιότητος.
Ταινίες που καταφέρνουν να αποσπάσουν την προσοχή του κοινού μόνο αν ασχολούνται με περιθωριακές καταστάσεις, αιμομιξίες, οικογενειακή βία, σεξ, ναρκωτικά κ.α.
Και που όσο πιο βίαιες είναι, τόσο πιο ποιοτικές θεωρούνται…
Ο Κώστας Παπαχρήστος γεννήθηκε το 1916 . Έπαιζε συνήθως ρόλους στρατιωτικού, αστυνομικού κ.λ.π. Έπαιξε σε 200 ταινίες, εκ των οποίων οι 19 ήταν της Φίνος Φιλμ.
Αν και οι σκηνές των ταινιών στις οποίες εμφανιζόταν ήταν συνήθως μικρές, ο Κώστας Παπαχρήστος έδινε μεγάλη σημασία στην εικόνα του. Ήταν τελειομανής και ήθελε οι στολές που φορούσε να είναι ραμμένες στα μέτρα του. Έτσι ξεκίνησε να επιμελείται ο ίδιος τα κουστούμια του.
Μέσα σε λίγο καιρό, είχε καταφέρει να δημιουργήσει το προσωπικό του βεστιάριο και από το 1964 άρχισε να εκτελεί χρέη ενδυματολόγου σε διάφορες ταινίες. Η επιμέλεια των κουστουμιών δεν ήταν η μοναδική του αρμοδιότητα πέραν της υποκριτικής.
Εκτός από ηθοποιός, σε αρκετά γυρίσματα ήταν και βοηθός σκηνοθέτη, τεχνικός σύμβουλος και βοηθός παραγωγής. Οι συνεργάτες του τον εμπιστεύονταν γιατί γνώριζαν πως ήξερε τα πάντα γύρω από το σινεμά.
Ως ενδυματολόγος ήταν πολύ επιτυχημένος, καθώς λόγω της αγάπης του για το στρατό πρόσεχε μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια των στολών. Πολλές φορές έκανε μικρές αλλαγές στις στολές και τις χρησιμοποιούσαν περισσότεροι από ένας ηθοποιοί, χωρίς κανείς να καταλαβαίνει οτιδήποτε.
Η σύζυγός του και ηθοποιός Δήμητρα Σερεμέτη ανέφερε πως ο σύζυγός της είχε μια τεράστια συλλογή ανεκτίμητης αξίας στο βεστιάριό του. Εκτός από στρατιωτικές στολές είχε και πολλά παραδοσιακά κοστούμια από όλο τον κόσμο, ακόμα και από την Κίνα.
Ο Κώστας Παπαχρήστος πέθανε στις 29 Σεπτεμβρίου του 1995. Πριν φύγει από τη ζωή είχε εκφράσει την επιθυμία να δώσει αφιλοκερδώς στολές από τη συλλογή του για να οργανωθεί το πρώτο μουσείο στρατιωτικών στη Θεσσαλονίκη, αλλά η επιθυμία του έμεινε ανεκπλήρωτη.
Μετά τον θάνατό του, η σύζυγός του δώρισε τις στολές στο Γενικό Επιτελείο Στρατού ελπίζοντας να αξιοποιηθούν κάποια στιγμή….
Στη διάρκεια των γυρισμάτων “Πρόβα νυφικού” υπέστη καρδιακό επεισόδιο και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, το Μάρτιο. Την ίδια χρονιά πέθανε. Κηδεύτηκε στον Κόκκινο Μύλο.
Βρισκόμαστε στα 1975. Η δικτατορία των συνταγματαρχών αποτελεί πλέον κακό παρελθόν, αλλά οι συνέπειες της βίαιης επέμβασής της στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας έχουν παραμείνει. (Και δυστυχώς τις βιώνουμε μέχρι σήμερα).
Η τηλεόραση συνεχίζει να κερδίζει έδαφος, με αποτέλεσμα ο κινηματογράφος να χάνει συνεχώς την επιρροή του στους Έλληνες. Ακόμα και η Finos Film περνάει κρίση, ωστόσο εξακολουθεί να αποτελεί τον «φάρο» του καλού, ελληνικού κινηματογράφου.
Τη χρονιά εκείνη λοιπόν ο Φίνος και ο Γιάννης Δαλιανίδης αποφασίζουν να δημιουργήσουν μια «μαύρη» κωμωδία, που αρμόζει όμως άριστα με το κλίμα της εποχής και των ζητημάτων που πλέον τίθενται επιτακτικά για τη χώρα.Ζητήματα όπως η δημοκρατία, ο ανθρωπισμός, η αλληλεγγύη.
Η ταινία είχε τίτλο «Ο τρομοκράτης» και όπως είχε αναφέρει κάποτε σε συνέντευξή του ο Δαλιανίδης, αποτελούσε παράλληλα «ένα πικρό σχόλιο για αυτούς που προσπαθούν να γίνουν κάτι που δεν είναι στην πραγματικότητα». Στον «Τρομοκράτη» πρωταγωνιστούσε ο Κώστας Βουτσάς, ο οποίος με την ταινία αυτή κλείνει για πάντα τον κύκλο της συνεργασίας του με την Finos Film.
Η υπόθεση ήταν οι εξής: Τρεις φίλοι, μετά τη χούντα αποφασίζουν να δημιουργήσουν ένα νέο πολιτικό κόμμα για το καλό της πατρίδας. Ωστόσο, για να το επιτύχουν αυτό χρειάζονται χρήματα, τα οποία δεν διαθέτουν.
Έτσι αποφασίζουν να κάνουν κάτι ακραίο: Απαγάγουν έναν πλούσιο επιχειρηματία, απειλώντας τους δικούς του πως αν δεν πληρώσουν τα λύτρα θα τον σκοτώσουν. Οι δικοί του όμως κάθε άλλο παρά ενδιαφέρονται να σωθεί ο άνθρωπος τους, με αποτέλεσμα αυτοί να μείνουν με τον επιχειρηματία στα χέρια, τον οποίο από την άλλη δεν μπορούν και να σκοτώσουν, γιατί δεν είναι δολοφόνοι.
Ο «Τρομοκράτης» αποτελεί μια διαχρονική ταινία, που αποδεικνύει με εύστοχο τρόπο ότι ακόμα και οι καλύτερες προθέσεις μπορούν κάποια στιγμή να οδηγήσουν σε τραγικά λάθη. Μαζί με τον Βουτσά – ο οποίος για άλλη μια φορά είναι εξαιρετικός, παραμένοντας το ίδιο «φρέσκος» όπως σε όλες τις ταινίες του στη Finos Film -, πρωταγωνιστούν οι Νίκος Δαδινόπουλος και Σωτήρης Τζεβελέκος, οι οποίοι επίσης δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό.
Άλλωστε εκείνη την εποχή ο Κώστας Βουτσάς ήταν σε μια ακόμα άκρως παραγωγική περίοδο της επαγγελματικής του ζωής, αφού πρωταγωνιστούσε στο «μυθικό» πλέον τηλεοπτικό σίριαλ «Ο ονειροπαρμένος», ενώ «έσπαγε ταμεία» και στο θέατρο.
Μαζί με τους Βουτσά, Δαδινόπουλο και Τζεβελέκο, στον «Τρομοκράτη» συμμετείχε ένα ενδιαφέρον καστ ηθοποιών, νέων και παλαιότερων, όπως οι Κούλα Αγαγιώτου, Μπέτυ Αρβανίτη, Νίκος Σκιαδάς, Στέλιος Λιονάκης, Σταύρος Φαρμάκης, Μάγδα Τσαγγάνη, Νίκος Κούρος, Λουίζα Μπατίστα, Γιώργος Τζιφός, Ειρήνη Κουμαριανού, Γιάννης Λιακάκος, Βαγγέλης Πλοιός, Λάουρα Καλατζαντωνάκη, Γιώργος Λουκάκης, Φέφη Μπαλλή, Φραγκούλης Φραγκούλης, Μάνια Κολιανδρή κ.α.
Στις προβλέψεις τους για το σωστό timing δημιουργίας μιας τέτοιας ταινίας δικαιώθηκαν και ο Δαλιανίδης και ο Φίνος. Ο «Τρομοκράτης» στην πρώτη του προβολή έκοψε 70.090 εισιτήρια και έλαβε την 4η θέση ανάμεσα στις 38 ταινίες της σεζόν 1975-1976, επίδοση που προφανώς κρίθηκε πολύ καλή για τα δεδομένα της εποχής εκείνης.
Ο Γιάννης Δαλιανίδης εκτός από τη σκηνοθεσία, έγραψε και το σενάριο, ενώ η ταινία αυτή αποτέλεσε την πρότελευταία που γύρισε για λογαριασμό της Finos Film. H μουσική ήταν του Μίμη Πλέσσα και η φωτογραφία του εξαιρετικού Νίκου Γαρδέλη.
Ήταν ένας μεγάλος έρωτας ο οποίος δεν δημοσιοποιήθηκε παρά μόνο όταν έφυγε το αντικείμενό του από τη ζωή. Πράγματι ο Μιχάλης Κακογιάννης δεν είχε μιλήσει ποτέ για τα αισθήματα που έτρεφε για την Ελλη Λαμπέτη. Το έκανε χρόνια μετά το θάνατό της, στη βιογραφία του (Σε πρώτο πλάνο», εκδόσεις Ψυχογιός).
Η Ελλη Λαμπέτη ήταν ο μεγάλος και κρυφός έρωτας του Μιχάλη Κακογιάννη. Τον αποκάλυψε, όμως, χρόνια μετά το θάνατο της κορυφαίας ενζενί του θεάτρου μας. Οπως έλεγε: «Ηταν η Μαργαρίτα μου. Υπήρξε περίοδος στη ζωή μου που μόλις ξυπνούσα το πρωί αναρωτιόμουν τι ώρα θα έβλεπα την Ελλη». Η ειρωνεία είναι ότι από τον ερωτευμένο σκηνοθέτη γνώρισε η Λαμπέτη τους δύο σημαντικότερους άντρες της ζωής της: τον Χορν και τον Γουέικμαν.
Ο σκηνοθέτης γνωρίστηκε με τη Λαμπέτη το 1953, με αφορμή το «Κυριακάτικο ξύπνημα». Τότε εκείνη διέλυσε το γάμο της με τον Μάριο Πλωρίτη, ούσα ερωτευμένη με τον Δημήτρη Χορν. Η σχέση ανάμεσά τους δημιουργήθηκε στην Αίγυπτο, όπου έγιναν τα γυρίσματα της ταινίας.
Μιχάλης Κακογιάννης και Έλλη Λαμπέτη.
Ελεγε σχετικά ο Κακογιάννης πως και οι δυο έρχονταν ταλαιπωρημένοι στο πλατό και άυπνοι. Μέχρι που μια μέρα του εξομολογήθηκαν τον έρωτά τους και του ζήτησαν να… κοιμάται στο ίδιο δωμάτιο του ξενοδοχείου «Μένα Χάους» με τον Χορν, προκειμένου να τον αποτρέπει από τις νυκτερινές του παρασπονδίες. Οντως έτσι έγινε, αλλά όπως υπογράμμιζε γελώντας ο σκηνοθέτης, το «πρώτο βράδυ ξύπνησα και τους άκουσα να κάνουν έρωτα στο δωμάτιο της Ελλης που ήταν δίπλα».
Η σχέση των τριών συνεχίστηκε τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο με το «Κορίτσι με τα μαύρα». Η τελευταία συνεργασία του σκηνοθέτη με την πρωταγωνίστρια σημειώθηκε με τη «Δεσποινίδα Μαργαρίτα», το 1975. Είχε προηγηθεί μια περίοδος «παγωνιάς» ανάμεσά τους. Χρειάστηκε να περάσουν έκτοτε 34 χρόνια για να μιλήσει ο Κακογιάννης, σε βαθύ γήρας πια, για την Ελλη.
Ελεγε συγκεκριμένα: «Τώρα πια όταν τη σκέπτομαι, έχω την εικόνα ενός απαλού πλάσματος. Τη βλέπω να μιλάει σε ορισμένες στάσεις κι εγώ να κοιτάζω τον εκπληκτικό λαιμό της. Και να ρουφάω το φυσικό άρωμά της.
-Ανάμεσα σε χιλιάδες, αυτές τις εικόνες έχω κλέψει και κρατάω μέσα μου.
-Απ’ όλους όσοι έχουν φύγει από τη ζωή μου, είναι αυτή που μου έχει λείψει περισσότερο. Ισως θα ήθελα να μου έλειπαν οι γονείς μου ή ο αδελφός μου, αλλά ούτως ή άλλως είμαστε χώρια πολλά χρόνια.
-Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πώς δεν παρέβλεψα την ύπαρξη του Χορν και τη σχέση τους. Στο Λονδίνο είχε μείνει δυο φορές στο διαμέρισμά μου.
-Εκείνη κοιμόταν στην κρεβατοκάμαρα κι εγώ στο γραφείο, που είχε ένα μεγάλο ντιβάνι. Και η αίσθηση ότι ήταν τόσο κοντά μου και κοιμόταν με τρέλαινε.
-Ενα βράδυ είπα, δεν γίνεται να είμαι εγώ εδώ και η Ελλη μέσα και να μην μπορούμε να ολοκληρώσουμε τη σχέση μας.
-Ζούσε όμως ακόμα με τον Χορν, που επιστρέφοντας στην Αθήνα θα μας περίμενε στο αεροδρόμιο. Δεν μπορώ να είμαι διπρόσωπος απέναντι στους φίλους μου. Αυτό ήταν που με κράτησε.
-Αλλά θυμάμαι πως για μια στιγμή άνοιξα την πόρτα, η Ελλη κοιμόταν σαν αγγελούδι, εγώ προχώρησα μέχρις ενός σημείου και μετά στράφηκα και βγήκα.
-Το πάθος μου για τη Έλλη Λαμπέτη όμως δεν εξηγείται μόνο σεξουαλικά. Μαγευόμουν από πολλά στοιχεία του ταλέντου της. Ο τρόπος ας πούμε που μπορούσε ξαφνικά να αποδώσει μια σκηνή με άφηνε κατάπληκτο. Προσπαθούσα να βρω τις ρίζες από τις οποίες ξεπηδούσε όλη αυτή η μαγεία.
-Ο καλλιτέχνης μπορεί να ξεκινήσει θαυμάζοντας και να ερωτευτεί εν τέλει το υψηλό ταλέντο που στέκει απέναντί του. Ομως δεν ήταν αυτή η δική μου περίπτωση.
-Τέλος πάντων, υπήρξε περίοδος στη ζωή μου που μόλις ξυπνούσα το πρωί αναρωτιόμουν τι ώρα θα έβλεπα την Ελλη, που επιπλέον μέσω εμού είχε γνωρίσει και τους δύο ίσως σημαντικότερους άντρες στη ζωή της.
-Λίγο πριν το τέλος της, την επισκέφτηκα στο νοσοκομείο στη Νέα Υόρκη. Ηξερα και μ’ έσφαζε ότι την έχανα, τη χάναμε.
Φεύγοντας με ρώτησε πού πήγαινα. “Στο θέατρο” απάντησα κι αυτή μου είπε αμέσως: “Πάρε με μαζί σου”.
Μπορεί ο Θανάσης Βέγγος – το 1959 – να πήρε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού όχι από σχολή, αλλά ως εξαιρετικό ταλέντο, με εξετάσεις σε ειδική επιτροπή, ωστόσο αποτελεί ένα από τα λαμπρότερα κεφάλαια στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, όχι μόνο για τις 126 ταινίες που γύρισε, αλλά για το μοναδικό τρόπο που είχε να αποτυπώνει στο κινηματογραφικό πανί ακόμα και τις πιο στενάχωρες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές καταστάσεις.
Μία από τις δεκάδες ταινίες του που διακρίθηκαν είναι και η ταινία «Ένα ασύλληπτο κορόιδο», που γυρίστηκε το 1969, σε συμπαραγωγή της δικής του κινηματογραφικής εταιρείας και της Finos Film. Tο σενάριο ήταν του Γιώργου Λαζαρίδη, ενώ σκηνοθέτης ήταν ο ίδιος ο Βέγγος.
Στην υπόθεση, ένας φτωχός κουρέας στην Πλάκα, ο Θανάσης, είναι ερωτευμένος με τη Λίζα, την κόρη του γείτονά του Χαρούπογλου, ο οποίος υπήρξε συνεργάτης των Γερμανών. Στο σπίτι του τελευταίου έμενε ο Φον Τζίφρεν, ένας γερμανός συνταγματάρχης, που λίγο πριν εγκαταλείψει την Ελλάδα, έθαψε στην αυλή του κουρείου του Θανάση ένα θησαυρό.
Ο Γερμανός και δύο φίλοι του έρχονται, μετά από χρόνια στην Αθήνα, και προτείνουν στον Θανάση να αγοράσουν το κουρείο του, αλλά εκείνος δεν δέχεται να το πουλήσει. Προσπαθούν με άλλα μέσα να αποκτήσουν το θησαυρό, βοηθούμενοι και από τον παλιό συνεργάτη τους, τον Χαρούπογλου.
Ο αφελής Θανάσης, ο οποίος ωστόσο καταλαβαίνει τι συμβαίνει, βρίσκει την ευκαιρία να πάρει με τον τρόπο του εκδίκηση, κερδίζοντας τη φτωχή υπηρέτρια του Χαρούπογλου, την Ελπίδα, η οποία ήταν κρυφά ερωτευμένη μαζί του. Μαζί με τον Βέγγο, πρωταγωνιστούν οι Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Δώρα Φύτιζα, Νόρα Κατσέλη, Γιώργος Βελέντζας, Τάκης Μηλιάδης, Κώστας Παπαχρήστος, Υβόνη Βλαδίμηρου, Γιάννης Ζαννίνο, Κώστας Μεντής, Φραγκούλης Φραγκούλης, Στράτος Παχής, Νένα (Ελένη) Μεντή, Ηλίας Γεωργιάδης, Κώστας Σταυρινουδάκης κ.α.
Η ταινία προβλήθηκε τη σεζόν 1968-1969 και έκοψε 178.895 εισιτήρια. Ήρθε στην 40η θέση, ανάμεσα σε 108 ταινίες.
Μπορεί κάποτε ο Γιάννης Δαλιανίδης να είχε δηλώσει σε ερώτηση δημοσιογράφου γιατί έφτιαχνε μόνο μιούζικαλ, ότι το έκανε γιατί μόνο μιούζικαλ ήξερε να δημιουργεί, ωστόσο αυτό δεν ήταν αληθές.
Πιο πολύ ως δήλωση ενός σεμνού ανθρώπου θα μπορούσε κανείς να το εκλάβει αυτό, παρά ως μια δήλωση αλήθειας.
Ο Γιάννης Δαλιανίδης μπορεί να ήξερε να φτιάχνει εξαιρετικά μιούζικαλ, αλλά και στις δραματικές ταινίες δεν πήγαινε πίσω.
Δύο από αυτές, «Ο κατήφορος» και ο «Νόμος 4000», έκαναν πάταγο στην εποχή τους, όχι τόσο γιατί «έσπασαν ταμεία», όσο γιατί έθιγαν με έναν εξαιρετικά ρεαλιστικό τρόπο ήθη και τα έθιμα της ελληνικής κοινωνίας της δεκαετίας του 1960, που για τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων αποτελούσαν ταμπού.
Έτσι, το 1961 μετά το θρίαμβο της ταινίας «Ο κατήφορος», ο Δαλιανίδης και ο Φίνος αποφασίζουν να γυρίσουν μια ακόμη «δύσκολη» ταινία, το «Νόμο 4000».
Η ταινία αυτή κατέγραφε με τρόπο ανεπανάληπτα ρεαλιστικό την ανήσυχη νεολαία των πρώτων χρόνων του ’60, καθώς και τον περίφημο Νόμο 4000 περί τεντιμποϊσμού, που εκείνη την εποχή είχε προκαλέσει αντιδράσεις.
Ιστορική έμεινε η σκηνή τόσο του γιαουρτώματος του καθηγητή, όσο και της δημόσιας διαπόμπευσης του μαθητή που το έκανε, με το ξυρισμένο κεφάλι. Η Φίνος Φιλμ δε, εκτιμά ότι οι σκηνές αυτές «αποτελούν ντοκουμέντα εποχής».
Φυσικά, μερίδιο στην επιτυχία της ταινίας είχαν και οι σπουδαίοι ηθοποιοί που πρωταγωνιστούσαν, όπως η Ζωή Λάσκαρη, στο ρόλο της μαθήτριας Λένας, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, στο ρόλο του αυστηρού πατέρα της, καθηγητή αρχαίων ελληνικών, αλλά και ο Βαγγέλης Βουλγαρίδης, στο ρόλο του Γιώργου, του ανθρώπου με τον οποίο η Λένα ήταν ερωτευμένη.
Κάποια στιγμή η Λένα μαθαίνει ότι ο Γιώργος την απάτησε με μια φίλη της και τον χωρίζει. Ο Γιώργος επιμένει πως την αγαπάει και εκείνη αποφασίζει να του δοθεί για να μην την απατήσει ξανά.
Η Λένα μένει έγκυος και καταφεύγει μαζί με τον Γιώργο στην πόρνη του υπογείου της πολυκατοικίας όπου μένει, για να διακόψει την εγκυμοσύνη της.
Κατά την διάρκεια της επέμβασης, όμως, η Λένα κινδυνεύει να πεθάνει και η πόρνη αναλαμβάνει να ειδοποιήσει τον πατέρα της.
Ανεπανάληπτη η ερμηνεία του Βασίλη Διαμαντόπουλου -ενός «ιερού τέρατος» του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου-, ειδικά στη σκηνή που ευχαριστεί την πόρνη (Κατερίνα Χέλμη), η οποία έσωσε την κόρη του.
Η ταινία προσφέρει αξεπέραστες ερμηνείες, που ακόμα και σήμερα καθηλώνουν και δείχνουν με τραχύτητα τις δύσκολες καταστάσεις που βίωναν οι νέοι εκείνης της εποχής. Καταστάσεις που σήμερα δύσκολα μπορεί ένας νέος να συνειδητοποιήσει ότι υπήρχαν.
Όπως π.χ. ότι απαγορεύονταν το μακρύ μαλλί στο σχολείο ή ότι οι καθηγητές είχαν λόγο και στις κοινωνικές συναναστροφές των μαθητών τους.
Η φωτογραφία ήταν του Νίκου Δημόπουλου και η μουσική του Μίμη Πλέσσα. Τραγουδούσε η Κατερίνα Τζοβάρα. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους στις 29 Οκτωβρίου 1962 και στην πρώτη προβολή της έκοψε 118.841 εισιτήρια
Το 1953 η Ελλάδα ήταν μια χώρα που προσπαθούσε να ξεπεράσει τις πληγές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όχι μόνο σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, αλλά και σε επιχειρηματικό και οικονομικό.
Σημαντικές επενδύσεις ξεκινούσαν εκείνη την περίοδο σε κάθε τομέα, ωστόσο οι πολίτες δεν είχαν αντιληφθεί άμεσα τις θετικές τους συνέπειες, με ότι αρνητικό μπορεί αυτό να συνεπάγεται. Στον κινηματογράφο, η τρέλα και η αγάπη κάποιων ανθρώπων δεν αρκούσε, αφού η τεχνολογία στη χώρα ήταν ελλειπής για να γυρίζονται αξιοπρεπείς ταινίες.
Γι’ αυτό και οι κινηματογραφιστές και παραγωγοί της εποχής είχαν ανακαλύψει το Κάιρο της Αιγύπτου, όπου υπήρχαν αξιόλογα στούντιο και καλές υποδομές.
Μια από τις ελληνικές ταινίες που γυρίστηκαν εκεί τη χρονιά εκείνη ήταν και η θρυλική «Σάντα Τσικίτα», με πρωταγωνιστές τους Βασίλη Λογοθετίδη και Ίλια Λιβυκού.
Η ταινία αυτή ήταν διασκευή της θεατρικής κωμωδίας των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου «Ο Φώτης Φαγκρής και η Τσικίτα Λοπέζ» και τα γυρίσματά της γίνονταν παράλληλα με τα γυρίσματα της ταινίας «Δεσποινίς ετών 39», στα ίδια αιγυπτιακά στούντιο.
Η διάρκεια των γυρισμάτων και των δύο ταινιών διήρκησε μόλις τρεις εβδομάδες, για λόγους οικονομίας.
Χρονικό διάστημα που μπορεί να ήταν μικρό για την παραγωγή δύο ταινιών, ωστόσο δεν είχε ουδεμία επίπτωση στην ποιότητα και στο επίπεδο αυτών. Το μεράκι των ανθρώπων του κινηματογράφου, αλλά και οι σπουδαίοι ηθοποιοί που συμμετείχαν, αρκούσαν και με το παραπάνω για ένα αξιόλογο αποτέλεσμα. Και η ταινία «Σάντα Τσικίτα» έμεινε στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, ως ταινία-σταθμός, για πολλούς λόγους.
Η υπόθεση ήταν η εξής: Ένας φτωχός αλλά δουλευταράς υπάλληλος, ο Φώτης, είναι αρραβωνιασμένος με τη Μαίρη, αλλά δεν μπορούν να παντρευτούν ελλείψει χρημάτων. Και επειδή στη ζωή όλα τα κακά έρχονται μαζί, οι δύο νέοι δεν αποτελούσαν εξαίρεση.
Από τη μια η πίεση των αδελφών της Μαίρης να παντρευτούν γρήγορα για να μην την δώσουν σε άλλον και από την άλλη το γράμμα που του έρχεται από το χωριό του και του λέει ότι η μητέρα του είναι άρρωστη και χρειάζεται εγχείρηση, τον κάνουν “να τρέχει και να μη φτάνει”. Θα απευθυνθεί παντού για χρήματα, αλλά κανείς δε θα έχει. Ώσπου ένας ξάδελφός του που έχει καμπαρέ, του προτείνει να κάνει λευκό γάμο, έναντι χρημάτων, με μια τραγουδίστρια, τη Τσικίτα Λόπεζ, η οποία κινδυνεύει να απελαθεί. Ο Φώτης δέχεται.
Η απόφαση του Φώτη ωστόσο δημιουργεί τριβές στη σχέση του με τη Μαίρη, αλλά ταυτόχρονα γεννάει μια σειρά από κωμικές καταστάσεις, οι οποίες όμως στο βάθος τους προκαλούν προβληματισμό και θλίψη.
Το τέλος της ιστορίας είναι καλό, αφού η αποχώρηση της Τσικίτα στο εξωτερικό και η ανάρρωση της μητέρας του, άνευ εγχείρησης, του επιτρέπουν να κρατήσει τα λεφτά που έβγαλε, από τον λευκό γάμο και να ζήσει όμορφα τη ζωή του με τη Μαίρη. Η «Σάντα Τσικίτα» αποτελεί μια ιδιαίτερα ατμοσφαιρική ταινία, που καταφέρνει να αναδείξει εξαιρετικά ρεαλιστικά τα ήθη και τα κοινωνικά στερεότυπα της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Οι εικόνες από τα γραφεία της εποχής και τα κέντρα διασκέδασης αναδεικνύουν με νοσταλγικότητα την καθημερινότητα των Ελλήνων, μέσα σε μια κοινωνία που περνούσε δύσκολα, αλλά δεν το έβαζε κάτω.
Στο τραγούδι εμφανίζονταν ο μυθικός -ακόμα και εκείνη την εποχή– Τώνης Μαρούδας, ενώ η παραγωγή ήταν της Μήλλας Φίλμ. Εκτός από τους Λογοθετίδη-Λιβυκού, στην ταινία πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι Στέφανος Στρατηγός, Βαγγέλης Πρωτόπαππας, Καίτη Λαμπροπούλου, Νίκος Καζής, Σμάρω Στεφανίδου, Θάνος Τζενεράλης, Μπέμπα Μωραϊτοπούλου, Ντίνα Σταθάτου, Άννα Ρούσσου, Μιχάλης Παπαδάκης κ.α.
Η ταινία προβλήθηκε στις αίθουσες των κινηματογράφων Αθηνών – Πειραιώς και προαστίων τη σεζόν 1953-54, έκοψε 89.572 εισιτήρια και κατέλαβε τη 2η θέση σε 21 ταινίες. Το 1964 διασκευάστηκε από την “Καραγιάννης – Καρατζόπουλος Α.Ε.“, σε σκηνοθεσία Κ.Καραγιάννη, με το όνομα “Ο Παράς κι ο Φουκαράς”.
Το ρόλο του Φώτη (στη διασκευή χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά ονόματα) τον υποδύθηκε ο Κώστας Χατζηχρήστος και το ρόλο της Σάντα Τσικίτα η Μάρθα Καραγιάννη.
Όσον αφορά στον Βασίλη Λογοθετίδη, πέρα από το μοναδικό του ταλέντο, βλέποντας κανείς τις ταινίες του δεν μπορεί να μην διαπιστώσει τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο ο ίδιος αποτυπώνει τον τύπο του μικροαστού Έλληνα, ο οποίο βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με το κοινωνικό του περιβάλλον και ξεπερνά τις δυσκολίες με όπλο τον χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό.
Είναι κρίμα για τον ίδιο και το ελληνικό θέατρο το ότι ο ίδιος μεσουράνησε σε μια δύσκολη εποχή, η οποία δεν πρόσφερε δυνατότητες στους έλληνες ηθοποιούς για διεθνή καριέρα, αλλά ούτε και ευκαιρίες προβολής των ταινιών τους σε άλλες χώρες. Ωστόσο, ο Λογοθετίδης ακόμα και τις ελάχιστες περιπώσεις που κατάφερε να αναδείξει τις ικανότητές του έξω από τα σύνορα της χώρας, επιβραβεύθηκε άμεσα και έντονα.
Το 1957 ανέλαβε μία καλλιτεχνική περιοδεία στις ΗΠΑ με σκοπό την καθιέρωση της επαφής μεταξύ των θεάτρων όλων των χωρών, δίνοντας παραστάσεις σε οκτώ πόλεις των ΗΠΑ όπου και θριάμβευσε.
Κατά την υποδοχή του στο Πίτσμπουργκ ο δήμαρχος του παρέδωσε τη “χρυσή κλείδα” της πόλης. Ακριβώς σε αναγνώριση της συμβολής του αυτής για την πρόοδο της ελληνικής θεατρικής τέχνης και παρουσίας σε διεθνές κοινό, ο Βασιλεύς Παύλος του απένειμε τον Χρυσό Σταυρό του Φοίνικος.
Για πολλούς δε, ο θάνατός του το 1960, σηματοδότησε το τέλος μια ολοκληρης εποχής για το ελληνικό θεατρο.
Εδώ και πολλές δεκαετίες, όταν κάποιοι δημοφιλείς καλλιτέχνες φεύγουν από τη ζωή, ακούμε στα ΜΜΕ ότι ανάμεσά τους υπάρχουν και Πατρινοί. Δηλαδή, ηθοποιοί και τραγουδιστές που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Πάτρα χωρίς να το ξέρει η πόλη και χωρίς δυστυχώς να το έχει αναδείξει.
Έτσι επαληθεύονται δύο «κανόνες» που συνήθως λένε για την πόλη μας: Πρώτον, όποιος φεύγει από εδώ, προκόβει καλύτερα και δεύτερον, ότι η πόλη αυτή ξεχνάει τα παιδιά της.
Δεν είναι σκοπός αυτού του άρθρου να αναλύσει αυτούς τους κανόνες αλλά να θυμίσει, να γνωρίσει και να αναδείξει μερικούς από τους Πατρινούς που έγιναν διάσημοι στο καλλιτεχνικό στερέωμα της χώρας, για να μπορέσουμε κάποτε να κάνουμε ένα βιβλίο, ένα άλμπουμ, για τη σχέση της Πάτρας με το σανίδι και το πάλκο.
Η ιστορία, η μνήμη, η γνώση και ο πολιτισμός είναι άλλωστε τα καλύτερα εφόδια για μια πόλη σαν την Πάτρα που αναζητεί την ταυτότητά της στο αβέβαιο κοντινό ή μακρινό αύριο.
ΟΙ ΠΙΟ ΠΑΛΙΟΙ
ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΛΑΟΥΤΑΡΗ Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1893. Από το 1915 υπήρξε μία από τις πρώτες φωνές του μουσικού θεάτρου και πρωταγωνίστησε σε κλασσικούς ρόλους της ελληνικής οπερέτας. Υπήρξε από τις πρώτες εκφωνήτριες της ελληνικής ραδιοφωνίας, το 1938. Αλλά και μετά την κατοχή, από το 1945 έως το 1948. Ήταν φίλη της Σοφίας Βέμπο. Πέθανε στην Αθήνα το 1975 σε ηλικία 82 ετών.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ Πρωτοπόρος στο είδος του αφού ανέβηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει θέατρο το 1924 σε ηλικία 17 ετών. Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1907 και έκανε διεθνή κινηματογραφική καριέρα σε Αίγυπτο, Κύπρο, Τουρκία και αλλού. Κυρίως σε αστυνομικές ταινίες και ταινίες τρόμου. Έχει καταγραφεί ως ο πρώτος ηθοποιός από την Πάτρα που έκανε καριέρα στην ιστορία του κινηματογράφου εδώ και περίπου 100 χρόνια! Πέθανε σε ηλικία 70 ετών, το 1977, σε οίκο ευγηρίας της Αθήνας.
ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ
ΤΩΝΗΣ ΜΑΡΟΥΔΑΣ Τραγουδιστής και συνθέτης του ελαφρού λαϊκού. Γεννήθηκε στην Πάτρα, στις 17 Μαρτίου του 1920. Έμεινε ορφανός μικρός κι έφυγε για δουλειά στην Αθήνα σε ηλικία 18 ετών. Έτσι έβγαλε και τον πρώτο του δίσκο. Είπε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες τραγουδιών στις δεκαετίες ‘50, ’60 και ’70 και το τραγούδι «Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη», που τραγούδησε μαζί με την Σοφία Λόρεν στην ταινία: «Το παιδί και το δελφίνι», έκανε παγκόσμια καριέρα πουλώντας 250.000 δίσκους! Με την εκλεκτή φωνή του έγινε γνωστός κι αγαπητός παντού, αφήνοντας πίσω αξέχαστες επιτυχίες, όπως: «Λίγες καρδιές αγαπούνε», «Μένω σε κάποια γειτονιά», «Εγώ θα κόψω το κρασί» και άλλες πολλές. Πέθανε στην Αθήνα τον Ιούλιο του 1988, σε ηλικία 68 ετών.
ΣΑΚΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ Λιγότερο γνωστός αλλά σημαντικός τροβαδούρος και ηθοποιός της δεκαετίας του ’60. Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1940 και σήμερα ζει κάπου στην Αθήνα. Τραγούδησε στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης, έπαιξε σε έξι ελληνικές ταινίες από το 1966 μέχρι το 1969 και έκανε τρία προσωπικά άλμπουμ τραγουδιών: το 1973, το 1979 και το 1991. Στην ταινία «Οι θαλασσιές οι χάντρες» τραγουδά πλάι στη Ζωή Λάσκαρη το 1967 στο περίφημο υπόγειο Crazy Girls.
ΠΟΛΥ ΠΑΝΟΥ Το πραγματικό της όνομα ήταν Πολυτίμη Κολιοπάνου. Γεννήθηκε τον Οκτώβρη του 1940 σε μαιευτήριο της Αθήνας, αλλά ήρθε αμέσως στην Πάτρα όπου και μεγάλωσε. Υπήρξε μοναδική φωνή του λαϊκού τραγουδιού. Και μπήκε στη δισκογραφία από 17 ετών! Τραγούδησε όλους σχεδόν τους Έλληνες συνθέτες, όπως ο Ζαμπέτας, ο Μητσάκης, ο Γαβαλάς και ο Βασίλης Τσιτσάνης. Έβγαλε 20 προσωπικούς δίσκους. Και για την ιστορία, ήταν η πρώτη που τραγούδησε «Τα παιδιά του Πειραιά» αλλά και αξέχαστα ελληνικά τραγούδια, όπως: «Τα λιμάνια», «Πάρε το δακτυλίδι μου», «Ένα σφάλμα έκανα», «Εσένα δεν σου άξιζε αγάπη» και άλλα πολλά. Πέθανε σε νοσοκομείο της Αθήνας, στις 27 Σεπτέμβρη 2013 σε ηλικία 73 ετών, μετά από σκληρή «μάχη» με την υγεία της.
ΡΕΝΑ ΝΤΟΡ Καρατερίστα, τραγουδίστρια και κομφερασιέ, παρτενέρ του Γιώργου Οικονομίδη στο ραδιόφωνο του ΕΙΡΤ. Ηθοποιός κωμικών ρόλων, αργότερα, και άνθρωπος με μοναδικός χιούμορ. Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1917 στη συνοικία Αγίου Διονυσίου και το πραγματικό της όνομα ήταν Ειρήνη Γιαννάτου. Υπήρξε αστέρι του μουσικού θεάτρου, τραγουδίστρια της επιθεώρησης από το 1935 μέχρι το 1970. Ήταν σύζυγος του γνωστού ηθοποιού Αλέκου Λειβαδίτη. Και είχε άλλα τέσσερα αδέλφια που έμεναν στην Πάτρα μέχρι πριν λίγα χρόνια. Πέθανε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου του 2000, σε ηλικία 83 ετών, μετά από πολύμηνη νοσηλεία στο νοσοκομείο συνεπεία εγκεφαλικού επεισοδίου.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΛΕΡΥ Χορευτής και χορογράφος, γνωστός από τις ασπρόμαυρες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, μαζί με την σπουδαία χορεύτρια Λίντα Άλμα. Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1914 και το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης Παπαντωνόπουλος. Έφυγε από εδώ 14 χρόνων και τελειώνοντας το 1ο Γυμνάσιο Αθηνών μπήκε στη Νομική Σχολή, αλλά τον κέρδισαν το Θέατρο και ο Χορός. Διέπρεψε στο Παρίσι, χορεύοντας πλάι σε ηθοποιούς, όπως ο Υβ Μοντάν και ο Σαρλ Αζναβούρ, ενώ συνεργάστηκε για δύο χρόνια με την απίθανη Εντίθ Πιαφ. Από το 1946 μέχρι το 1953 συμπρωταγωνιστούσαν σε χορευτικό νούμερο σε μεγάλο καμπαρέ κλαμπ του Παρισιού. Σαράντα ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου έχουν την υπογραφή του στις χορογραφίες και όλα τα μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη. Συνεργάστηκε με όλα τα θέατρα της Αθήνας και τη Λυρική σκηνή. Πέθανε στις 10 Αυγούστου του 2001 σε ηλικία 87 ετών.
ΜΠΑΜΠΗΣ ΓΚΟΛΕΣ Ο γνωστότερος νεοέλληνας ρεμπέτης τραγουδιστής των δεκαετιών ‘60 έως και ’90. Γεννήθηκε στα Ταμπάχανα, στην Πάτρα. Στις 5 Νοέμβρη του 1947 και έπαιζε κιθάρα και ούτι αυτοδίδακτος από 8 χρονών. Είχε μεγάλη γνώση του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού και ανέδειξε ο ίδιος πολλά παλιά ξεχασμένα τραγούδια. Η πρώτη του δισκογραφική δουλειά ήταν το 1982 ενώ τραγούδησε με τα «Παιδιά από την Πάτρα» και πολλές φίρμες του ρεμπέτικου σε πάλκα της Αθήνας μέχρι το 2008. Καταγράφηκε ως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της αναβίωσης του ρεμπέτικου τραγουδιού των τελευταίων δεκαετιών στην Ελλάδα. Πέθανε σε ηλικία 68 ετών, στις 11 Γενάρη του 2015 και ετάφη στο κοιμητήριο Παναγίας Αλεξιωτίσσης στην Πάτρα.
ΗΘΟΠΟΙΟΙ
ΤΑΣΣΩ ΚΑΒΒΒΑΔΙΑ Η δημοφιλέστερη «κακιά» του ελληνικού κινηματογράφου. Γεννήθηκε στην Πάτρα στις 10 Γενάρη του 1921. Το πραγματικό της όνομα ήταν Αναστασία Καζαντζή. Σπούδασε στην Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης, πλάι στον Κάρολο Κουν. Επίσης έχει κάνει σπουδές ζωγραφικής, διακόσμησης και πιάνου στο Παρίσι. Έπαιξε σε 45 ελληνικές ταινίες και σε 12 τηλεοπτικές παραγωγές. Από το 1954 πρωταγωνίστησε σε πρώτους και δεύτερους ρόλους στο ελληνικό θέατρο μέχρι περίπου τις αρχές του ’80. Υπήρξε παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών και συντάκτρια εφημερίδων στο καλλιτεχνικό ρεπορτάζ. Έχει μεταφράσει πάρα πολλά λογοτεχνικά έργα μερικά από τα οποία έγιναν θεατρικές παραστάσεις. Πέθανε στην Αθήνα, στις 18 Δεκέμβρη του 2010, σε ηλικία 89 ετών.
ΜΠΕΤΥ ΜΟΣΧΟΝΑ Η τσαχπίνα των ελληνικών ταινιών. Πλάι στους μεγαλύτερους ηθοποιούς της εποχής της. Γεννήθηκε στην Πάτρα, στις 7 Μαρτίου του 1927. Και υπήρξε σύζυγος του επίσης δημοφιλούς ηθοποιού Τάκη Μηλιάδη. Έπαιξε στο θέατρο από το 1952 μέχρι το 1999. Σε δεκάδες παραστάσεις 47 ολόκληρα χρόνια! Από το 1955 μέχρι το 1990 έπαιξε σε 30 ελληνικές ταινίες. Και το 1986 πρωταγωνίστησε στη «Μαντάμ Σουσού» στην ΕΡΤ2. Στην τηλεόραση έπαιξε σε 14 παραγωγές. Πέθανε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου του 2006 σε ηλικία 79 ετών.
ΣΠΥΡΟΣ ΦΩΚΑΣ Ο ζεν πρεμιέ της δεκαετίας του ’60 που έφτασε να συμπρωταγωνιστήσει με τον Ομάρ Σαρίφ. Το πραγματικό του όνομα είναι Σπύρος Ανδρουτσόπουλος. Και γεννήθηκε στην Πάτρα στις 17 Αυγούστου του 1937. Είναι σήμερα 78 ετών και ζει μεταξύ Αθήνας και εξωτερικού. Έκανε αξιόλογη διεθνή καριέρα παίζοντας ως πρωταγωνιστής σε 80 ταινίες του ελληνικού και ξένου σινεμά. Στην τηλεόραση εμφανίστηκε σε δύο παραγωγές. Θεωρείται ένας από τους ωραιότερους Έλληνες ηθοποιούς όλων των εποχών.
ΟΛΓΑ ΠΟΛΙΤΟΥ Εκπρόσωπος της νεότερης γενιάς ηθοποιών των δεκαετιών ’70 και ’80. Γεννήθηκε στην Πάτρα και έχει παίξει σε δεκάδες ελληνικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές από το 1972 μέχρι και το 2005 η πιο πρόσφατη. Έχει διακριθεί σε σημαντικούς ρόλους στο θέατρο και έχει συνεργαστεί με το δικό μας ΔΗΠΕΘΕ.
ΜΕΜΑ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ Το κορίτσι με το μελαγχολικό βλέμμα στον ελληνικό κινηματογράφο. Γεννήθηκε στην πάτρα το 1942 και έπαιξε στο σινεμά σε ηλικία 22 ετών για πρώτη φορά το 1964. Υπήρξε αθλήτρια στίβου της Παναχαϊκής στο άλμα εις ύψος. Σταμάτησε οικειοθελώς την καριέρα της το 1976 για να αφοσιωθεί στην οικογένειά της. Έχει πρωταγωνιστήσει σε 25 ελληνικές ταινίες κυρίως πλάι στον επίσης δημοφιλή ηθοποιό Θάνο Λειβαδίτη αλλά και άλλους όπως ο Γιάννης Βόγλης. Ήταν η μόνη καλλιτέχνιδα από όλους όσους γεννήθηκαν στην Πάτρα που άφησε την Αθήνα και εγκαταστάθηκε εδώ περίπου το 1990. Δυστυχώς όμως εννέα χρόνια μετά, στις 17 Οκτωβρίου του 1999, πέθανε σε ηλικία μόλις 57 ετών, νικημένη από την επάρατη νόσο.
ΝΙΤΣΑ ΜΑΡΟΥΔΑ Η τρομερή ξανθιά του ελληνικού κινηματογράφου. Τσαχπίνα, γλυκιά και αφελής στους ρόλους που έπαιξε και διακρίθηκε σε 35 ελληνικές ταινίες από το 1960 έως το 1980. Έχει γεννηθεί στην Πάτρα το 1935. Σήμερα ζει στην Αθήνα και είναι η πεθερά του Βαγγέλη Μεϊμαράκη, αφού ο γνωστός πολιτικός έχει παντρευτεί την κόρη της, Ιωάννα. Η Νίτσα Μαρούδα έπαιξε σε τρεις τηλεοπτικές παραγωγές από το 1971 έως το 1982. Χαρακτηριστικές οι απίθανες εμφανίσεις της στις ταινίες «Δεσποινίς Διευθυντής» πλάι στην Καρέζη και τον Αλεξανδράκη, «Ο Μικές παντρεύεται» και άλλες.
ΤΙΜΟΣ ΠΕΡΛΕΓΚΑΣ Ηθοποιός που ξεκίνησε από ποδοσφαιριστής σε Πατρινές ομάδες. Γεννήθηκε στην Πάτρα στις 22 Οκτωβρίου του 1938. Ανέβηκε στην Αθήνα από τα 18 του και σπούδασε στην περίφημη Σχολή Σταυράκου. Είχε δάσκαλους τον Μάνο Κατράκη, τον Νίκο Τζόγια και άλλους. Έπαιξε σε έξι ξεχωριστές θεατρικές παραστάσεις και σε 14 ελληνικές ταινίες. Πρωταγωνίστησε σε τηλεοπτικές παραγωγές, κυρίως σε αυστηρούς ρόλους. Διακρίθηκε στον συνδικαλισμό των ηθοποιών ως μέλος του Κ.Κ.Ε., αλλά δυστυχώς «έφυγε» από τη ζωή από έμφραγμα του μυοκαρδίου, ξαφνικά, σε ηλικία μόλις 55 ετών. Είχε βγει να περπατήσει και άφησε την τελευταία του πνοή σε ένα παγκάκι στο Μαρούσι, το βράδυ της 19ης Απριλίου του 1993. Γιος του είναι ο επίσης ηθοποιός Γιάννος Περλέγκας.
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ Ίσως ο γνωστότερος Πατρινός τηλεοπτικός ηθοποιός των τελευταίων δύο δεκαετιών. Γεννήθηκε στην Πάτρα στις 18 Δεκεμβρίου του 1960. Έχει σπουδάσει θέατρο και σκηνοθεσία στη Σχολή Χατζίκου και είναι σύζυγος της γνωστής ηθοποιού Μπέσσυς Μάλφα. Έχει παίξει σε 43 τηλεοπτικές παραγωγές και σε 21 θεατρικές παραστάσεις, ενώ έχει πρωταγωνιστήσει σε 26 ελληνικές ταινίες από το 1984 μέχρι το 2012. Έρχεται συχνά σε συγγενικά του πρόσωπα στην Πάτρα.
ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ
ΤΑΚΗΣ ΖΑΧΑΡΑΤΟΣ Απίθανος μίμος περφόμερ και ηθοποιός με καριέρα στο Μουσικό Θέατρο αλλά και την τηλεόραση. Γεννήθηκε στην Πάτρα όπου δούλεψε πολλά χρόνια ως κομμωτής αλλά το πηγαίο ταλέντο του τον οδήγησε να γίνει ένα λαμπερό αστέρι στο είδος του. Επισκέπτεται συχνά την Πάτρα, έχει φίλους και συγγενείς και είναι αγαπητός παντού!
ΝΙΝΑ ΛΟΤΣΑΡΗ Το όμορφο κορίτσι με την μοναδική φωνή! Έχει κάνει σπουδές κλασσικού τραγουδιού και μια αξιόλογη καριέρα στο Μουσικό Θέατρο, την τηλεόραση και το τραγούδι. Έχει γεννηθεί στην Πάτρα και έχει τελειώσει το Πολυκλαδικό Λύκειο. Θεωρείται από τα νεότερα αστέρια στο είδος της και επισκέπτεται συχνά την οικογένειά της στην Πάτρα και τους φίλους της.
ΝΕΟΤΕΡΗ ΓΕΝΙΑ ΗΘΟΠΟΙΩΝ
Αξιόλογη καριέρα ως ηθοποιοί στο θέατρο αλλά και στην τηλεόραση κάνουν και σήμερα πολλά Πατρινόπουλα, κάποια από τα οποία είναι και κάτω από 30 ετών. Ο Γιάννης Στόλλας, ο Δημήτρης Γεωργαλάς, η Λίλα Μπακλέση, ο Σωτήρης Δούβρης, η Λένα Δροσάκη, ο Γιώργος Παπαπαύλου και πολλά ακόμα νέα παιδιά ανήκουν στην Πάτρα που φιλοδοξεί να συνεχίσει την μεγάλη και άγνωστη στο ευρύ κοινό ιστορία της στο σανίδι και στο πάλκο!
Το τελευταίο πράγμα που θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς βλέποντας την ταινία «Ναι, μεν αλλά», παραγωγής 1972, ήταν ότι την είχε γυρίσει ο Φίνος. Κι αυτό διότι η συγκεκριμένη, θεωρείται μια από τις πρώτες ταινίες ακραιφνούς κινηματογραφικού ρεαλισμού, ο οποίος κατέγραψε τις σημαντικές δομικές κοινωνικές αλλαγές που βίωσε η Ελλάδα στη μεταπολίτευση, με αιχμή την αστυφιλία και τον σύγχρονο, αγχώδη τρόπο ζωής στις μεγαλοπούλεις. Και ο Φίνος δεν φημίζονταν για την εμμονή του σε τέτοιες κινηματογραφικές τάσεις, που για πολλούς θεωρούνταν εξεζητημένες. Ωστόσο, με την ταινία «Ναι μεν, αλλά» κάνει το μεγάλο βήμα, στηριζόμενος σε ένα νέο εκείνη την εποχή κινηματογραφιστή, τον Παύλο Τάσιο, τον οποίο όμως ο ίδιος είχε ήδη δίπλα του μια δεκαετία στη Finos Film.
O Tάσιος είχε γράψει το σενάριο, αλλά σκηνοθέτησε παράλληλα την ταινία. Ο Φίνος δεν έκανε λάθος. Η ταινία απέσπασε βραβείο καλύτερου σεναρίου, μοντάζ και καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1972, ενώ ανέδειξε ένα νέο εκείνη την εποχή ηθοποιό, τον Φάνη Χηνά, ο οποίος με την εξαιρετική ερμηνεία του κυριολεκτικά «απογείωσε» το τελικό αποτέλεσμα. Ένας ηθοποιός με μεγάλο ταλέντο, ο οποίος όμως για λόγους που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, δεν έκανε την καριέρα που μπορούσε και δικαιούταν.
Η υπόθεση της ταινίας αφορά στην πορεία ενός απλού άνδρα που ήρθε από το χωριό στην πρωτεύουσα για να ζήσει μια καλύτερη ζωή, την οποία όμως δεν έζησε ποτέ. Τόσο επαγγελματικά, όσο και στην προσωπική του ζωή, η οποία ήταν γεμάτη από μεγάλους και επίπονους συμβιβασμούς.
Βιώνοντας στα άκρα τις πιέσεις του κοινωνικού του περίγυρου, αλλά και το ασφυκτικό περιβάλλον της μεγαλούπολης, οδηγείται σε παράλογες καταστάσεις και κάπως έτσι φθάνει στο να δολοφονήσει την κοπέλα του και στη συνέχεια να αυτοκτονήσει και ο ίδιος. Κάπου εδώ παρεμβαίνει ένας δημοσιογράφος, συνεργάτης της αστυνομίας, ο οποίος προσπαθώντας να εξηγήσει τον φόνο της κοπέλας από τον άνδρα αυτόν, ανακαλύπτει πολλά για το παρελθόν του, όπως έναν αποτυχημένο γάμο, ατέλειωτη μοναξιά και απελπισία. Τον δημοσιογράφο υποδύεται ο σκηνοθέτης Αλέξης Δαμιανός, προσφέροντας ένα ακόμα ατού στο «Ναι μεν, αλλά».
Εκτός από τους Χηνά και Δαμιανό, στην ταινία εμφανίζονται οι Ζαννίνο, Μελανί Στάντζου, Μιχαήλ Μιχαήλ, Λάκης Γκέκας, Χρήστος Νάτσιος, Άννα Μεταλλίδου, Κατερίνα Γώγου, Κική Τσιγκάλου, Μανώλης Δεστούνης, Υβόνη Βλαδιμήρου, Γιάννης Εμμανουήλ, Βίκυ Βανίτα, Βάσια Τριφύλλη, Ανθή Καρυοφύλλη, Βασίλης Βασταρδής, Βαγγέλης Πετανίτης, Γιώργος Σαλάχας, Ρίτα Μπενσουσάν, Βασίλης Μητσάκης, Βαγγέλης Λαμπρόπουλος, Ιωάννα Κορομπίλη, Χαράλαμπος Μητρόπουλος, Μαρία Μαρτίκα, Φραγκούλης Φραγκούλης, Στέλλα Γερμενή, Γιώργος Μπαλής, Γιάννης Χειμωνίδης.
Η ταινία έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους της Αθήνας στις 6 Νοεμβρίου του 1972 και στην πρώτη της προβολή έκοψε 44.318 εισιτήρια.
Η μουσική ήταν του Δημήτρη Μήλιου. «Η ταινία «Ναι μεν, αλλά» θεωρείται η ταινία που άνοιξε το διάλογο για τις επιπτώσεις των γρήγορων, βίαιων και άτσαλων αλλαγών της ελληνικής κοινωνίας στην ανθρώπινη συμπεριφορά και ψυχολογία -μια μετάβαση σκληρή, δύσκολη και ξαφνική, ότι ακριβώς δηλαδή βιώνουμε στις ημέρες μας» διαβάζουμε στο sevenart.gr.
Kαι βλέποντας την ταινία ξανά και ξανά, δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε μαζί του.
Τελικά ο Φίνος δεν έπαψε ποτέ να εκπλήσσει. Όσο για τον Τάσιο, η μετέπειτα πορεία του δικαίωσε τον Φίνο. Ο Τάσιος ασχολήθηκε ενδελεχώς με τις κοινωνικές αλλαγές της μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις τους, στο σύνολο της μετέπειτα φιλμογραφίας του, από το «Βαρύ πεπόνι» και την «Παραγγελιά», στο «Στίγμα», τα «Βαποράκια» και το «Νοκ άουτ».
Τον Ιανουάριο του 1974, στην πρώτη αίθουσα bowling που δημιουργείται στην Ελλάδα δύο χρόνια πριν και συγκεκριμένα στο ξενοδοχείο "Apollon Pallas" στο Καβούρι, διεξάγεται...