20.1 C
Athens
Πέμπτη, 21 Μαΐου, 2026

Λαυρέντης Διανέλλος: Η ψυχή του ελληνικού κινηματογράφου

Υπάρχουν ονόματα που δεν χρειάζονται φανφάρες για...

Βαγγέλης Βουλγαρίδης: Ο ευγενικός ζεν πρεμιέ

Τις περισσότερες φορές, ήταν εκείνοι οι δευτεραγωνιστές...
spot_imgspot_img
Blog Σελίδα 75

Όταν ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος διέκοψε τα γυρίσματα ταινίας

Βασιλιάς Κωνσταντίνος

Το δίδυμο Ζωή Λάσκαρη – Φαίδων Γεωργίτσης το συναντάμε σε αρκετές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, οι οποίες μάλιστα όλες τους έγιναν εμπορικές επιτυχίες. Η χημεία που απέπνεαν οι δυο τους, είτε έπαιζαν σε κωμωδία (όπως π.χ. στις Θαλασσιές τις Χάντρες), είτε σε δράμα (όπως π.χ. στο Όλγα αγάπη μου), ήταν μοναδική και οι σινεφίλ της εποχής την επικροτούσαν.

Όπως συνέβη και στην ταινία που μόλις αναφέραμε, στο «Όλγα αγάπη μου», που γυρίστηκε το 1968 από την Φίνος Φιλμ σε σενάριο και σκηνοθεσία του «μέντορά» τους, Γιάννη Δαλιανίδη.

Στην ταινία αυτή οι δύο σπουδαίοι ηθοποιοί υποδύονταν ένα ζευγάρι, την ΄Ολγα και τον Πέτρο. Η Όλγα είναι μια νεαρή κοπέλα που προέρχεται από ευκατάστατη οικογένεια, η οποία γνωρίζει και ερωτεύεται τον Πέτρο, έναν φτωχό αλλά αριστούχο πολιτικό μηχανικό. Το μέλλον του νεαρού δεν φαντάζει λαμπρό, καθώς χρειάζονται κεφάλαια και γνωριμίες για να ανέβει τα σκαλιά της επιτυχίας.

olga agapi mou

Το κοινωνικό χάσμα που τους χωρίζει είναι τεράστιο και οι αντιδράσεις της μητέρας της Όλγας (μοναδική στον ρόλο της η «κακιά» του ελληνικού κινηματογράφου Τασσώ Καββαδία) δημιουργούν ένα ακόμα μεγάλο εμπόδιο στη σχέση τους. Παρά τις δυσκολίες, οι δύο νέοι αποφασίζουν να ενώσουν τη ζωή τους και να προσπαθήσουν να χτίσουν την κοινή τους πορεία με μοναδική βοήθεια τον έρωτα και τα όνειρά τους για μια ευτυχισμένη οικογένεια.

Η ανικανότητα, όμως, του Πέτρου να σταθεροποιηθεί σε μια δουλειά λόγω του οξύθυμου χαρακτήρα του και το οικονομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν, θα φέρει πολύ γρήγορα τα πρώτα σκοτεινά σύννεφα στη σχέση τους. Παρά τις αναποδιές ωστόσο, το τέλος θα είναι καλό.

Όπως αναφέρει η Φίνος Φιλμ, o Γιάννης Δαλιανίδης συνέλαβε αυτό το σενάριο, επηρεασμένος από τους νέους της εποχής εκείνης, που ενώ σπούδαζαν και αποφοιτούσαν με επαίνους, όταν έρχονταν αντιμέτωποι με την ίδια τη ζωή, ήταν συνήθως αδύναμοι να ανταπεξέλθουν. (Σήμερα, 47 και πλέον χρόνια μετά, η κατάσταση αυτή δεν έχει αλλάξει και οι νέοι παραμένουν αδύναμοι, δείγμα ίσως της διαχρονικής αποτυχίας της ελληνικής κοινωνίας να αναθρέψει ανθρώπους ικανούν να αντέξουν στις δυσκολίες της ζωής).

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας είναι το γεγονός ότι τα γυρίσματά της πραγματοποιήθηκαν στην πολύ δημοφιλή τότε μπουάτ «Κατακόμβη», τα οποία όμως διακόπηκαν απότομα, αφού το ίδιο βράδυ εκδηλώθηκε το βασιλικό Αντικίνημα του Κωνσταντίνου κατά της χούντας, στις 13 Δεκεμβρίου του 1967.

Στην ταινία ακούγεται το θρυλικό τραγούδι του Μίμη Πλέσσα «Τι σου ‘κανα και πίνεις» σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου, ερμηνευμένο μοναδικά από την Πόλυ Πάνου.

Εκτός από τους Λάσκαρη-Γεωργίτση-Καββαδία, στην ταινία «Όλγα αγάπη μου» πρωταγωνιστούν ακόμα οι Ανδρέας Μπάρκουλης, Μέλπω Ζαρόκωστα, Καίτη Παπανίκα, Γιώργος Τσιτσόπουλος, Δημήτρης Γούσης, Γρηγόρης Μασσαλάς, Τούλα Λιακοπούλου, Δώρα Φύτιζα, Γ. Γιώργαινας, Νίκος Γαλιάτσος.

Η ταινία έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους στις 5 Φεβρουαρίου του 1968 και έκοψε 367.559 εισιτήρια. Θεωρήθηκε από τις επιτυχημένες εμπορικά ταινίες, αφού βρέθηκε στην 11η θέση από πλευράς εισπράξεων μεταξύ των 99 ταινιών που προβλήθηκαν τη σεζόν 1967-1968.

Advertisement

Μίτση Κωνσταντάρα: Πέθανε λίγες μέρες μετά τον θάνατο του αδελφού της

Μίτση Κωνσταντάρα

Η Μίτση Κωνσταντάρα ήταν ηθοποιός και αδελφή του Λάμπρου Κωνσταντάρα. Έγινε γνωστή κυρίως μέσα από τις κινηματογραφικές ταινίες, όπου έπαιζε συνήθως στο πλευρό του αδελφού της, αλλά και από τη συμμετοχή της σε σημαντικές θεατρικές παραστάσεις της εποχής της. Η Μίτση ήταν η μικρότερη από τα τρία παιδιά της οικογένειας Κωνσταντάρα. Γεννήθηκε το 1922 στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Κολωνάκι.

Η οικογένεια της δεν αντιμετώπιζε οικονομικό πρόβλημα, καθώς ο πατέρας της διατηρούσε κοσμηματοπωλείο στην Αθήνα. Όμως, ο Δημήτρης Κωνσταντάρας, όπως ήταν το όνομά του, έφυγε από τη ζωή λίγο μετά τη γέννησή της, βυθίζοντας την οικογένεια στο πένθος.

Γι’ αυτό, η μικρή του κόρη πήρε το όνομα του και όλοι της είχαν αδυναμία και δεν της χαλούσαν κανένα χατίρι….

Η Μίτση φοίτησε σε ιδιωτικά σχολεία, ενώ έκανε και ιδιαίτερα φροντιστήρια στο σπίτι, σε μια εποχή με τρομερές οικονομικές δυσκολίες για την Ελλάδα. Μεγαλώνοντας αποφάσισε να γίνει ηθοποιός και παρόλο που το επάγγελμα δεν θεωρείτο «καθώς πρέπει» για τα κορίτσια, κανένας δεν της έφερε αντίρρηση. Γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, από όπου αποφοίτησε με άριστα και ξεκίνησε την καριέρα της σε περιπλανόμενους θιάσους (μπουλούκια), όπως οι περισσότεροι ηθοποιοί της γενιάς της.

mitsi lampros

Η απόφασή της να ενταχθεί στα μπουλούκια, δυσαρέστησε τους συγγενείς της, που με τη βοήθεια του Λάμπρου, ήξεραν ότι θα μπορούσε να βρει δουλειά στην ΑΘήνα. Ωστόσο η καλομαθημένη κοπέλα δεν άκουσε κανένα και έκανε αυτό που είχε αποφασίσει. Ήθελε να πάρει τα πράγματα με τη σειρά και να περάσει από το σχολείο της επαρχίας. Η Μίτση είχε ταλέντο, είχε και ομορφιά.

Ήταν μια εμφανίσιμη κοπέλα, με μακριά μαύρα μαλλιά και πράσινα μάτια. Είχε πολλές κατακτήσεις και δεκάδες άνδρες που τη φλέρταραν. Ωστόσο δεν υπέκυπτε σε καμία πρόταση και ήταν αφοσιωμένη …στη δουλειά και την οικογένειά της….

Είχε μεγάλη αδυναμία στον αδελφό της, γι’ αυτό, όταν ο Λάμπρος της ζήτησε να αποσυρθεί για λίγο από το θέατρο και να φροντίσει το σπίτι τους, εκείνη τον άκουσε και σταμάτησε τις εμφανίσεις της. Όταν επανήλθε, σε ώριμη ηλικία, άρχισε την κινηματογραφική της καριέρα, η οποία αριθμεί περίπου 40 ταινίες. ;Aξέχαστη έχει μείνει η ερώτηση «Του κυρίου Πετροχείλου», στην ταινία «Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι», όταν πήγε στο σπίτι του Κωνσταντάρα, για να προσληφθεί ως υπηρέτρια.

Και ακολούθησαν οι ατάκες: «άτιμη κοινωνία, που άλλους τους ανεβάζεις κι άλλους τους ρίχνεις σε ξένα χέρια» και «Κύριε Πετροχείλο, κάποτε ήμουνα πουλί και μ’ αγαπούσανε πολλοί». Η Μίτση ήταν 9 χρόνια μικρότερη από τον αδελφό της, αλλά κατά κανόνα ενσάρκωσε τη μεγαλύτερή του, πότε ως υπηρέτρια, πότε ως συγγενής, ανάλογα με τις ανάγκες του ρόλου. Στην προσωπική της ζωή η ηθοποιός, χρειάστηκε αρκετά χρόνια για να «απεξαρτηθεί» από τα αδέλφια της και κυρίως από τον Λάμπρο.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, σε ηλικία περίπου σαράντα χρονών, μετακόμισε σε δικό της σπίτι αφού παντρεύτηκε, αλλά δεν απέκτησε παιδιά. Διοχέτευσε τη φροντίδα και την αγάπη της στα ανίψια της, στα οποία αγόραζε συνέχεια δώρα. Το μεγάλο πλήγμα στη ζωή της ήρθε τον Ιούνιο του 1985, οπότε έφυγε από τη ζωή ο αγαπημένος της αδελφός. Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας ήταν 72 ετών και είχε πάθει σειρά εγκεφαλικών επεισοδίων. Η Μίτση δεν άντεξε τον χαμό του και λίγους μήνες αργότερα έφυγε κι εκείνη από τη ζωή, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο……

Advertisement

Όταν απειλούσαν να σκοτώσουν την Μαρινέλλα και τον Βοσκόπουλο το 1973

marinella tolis
marinella tolis

Νοέμβριος 1973. Στο σπίτι της μητέρας του τραγουδιστή Τόλη Βοσκόπουλου το τηλέφωνο χτυπούσε όλη μέρα. Ένας άγνωστος άνδρας ζητούσε επίμονα το τηλέφωνο του Τόλη, λέγοντας ότι ήταν επείγον να μιλήσει μαζί του.

Η μητέρα του όμως δεν έδινε τον τηλεφωνικό αριθμό και ο άγνωστος συνέχιζε απτόητος τις κλήσεις.

Στο τελευταίο τηλεφώνημα όμως την αιφνιδίασε. Της είπε ότι «ανήκε σε αντιστασιακή οργάνωση και πως έπρεπε να συναντήσει αμέσως τον Βοσκόπουλο για να ενισχύσει την οργάνωση με 300 χιλιάδες δραχμές. Σε διαφορετική περίπτωση το ζευγάρι δεν θα επιζούσε».

Η ηλικιωμένη γυναίκα τρόμαξε και κάλεσε αμέσως το γιο της, που τότε ήταν παντρεμένος με τη Μαρινέλλα.

Την επόμενη ημέρα ο τραγουδιστής πήγε στο σπίτι της μητέρας του και περίμενε το τηλεφώνημα.

Όταν κάλεσε ο άγνωστος άνδρας, του συστήθηκε ως αντιστασιακός.

Τόλης Βοσκόπουλος, Μαρινελλα
ΟΤόλης Βοσκόπουλος και η Μαρινέλλα.

«Ενεργώ δια λογαριασμό του αρχηγού της αντιστασιακής οργανώσεως, την οποία πρέπει να ενισχύσεις εσύ και η γυναίκα σου, με 300 χιλιάδες δραχμές.

Εξάλλου την οργάνωσή μας έχουν ενισχύσει οικονομικώς και άλλοι καλλιτέχνες, βιομήχανοι και εφοπλισταί».

Ο Τόλης Βοσκόπουλος συμφώνησε με τον άγνωστο άνδρα να συναντηθούν στις 26 Νοεμβρίου, στις 7 το απόγευμα, στο φανάρι της οδού Σπύρου Μερκούρη στο Παγκράτι.

Προηγουμένως όμως είχε ενημερώσει την αστυνομία. Οι αξιωματικοί του έδωσαν οδηγίες και προσημειωμένα χαρτονομίσματα.

Όταν ο «αντιστασιακός» μπήκε στο αυτοκίνητο, είπε πάλι την ίδια ιστορία στον τραγουδιστή.

«Αν δε δώσετε τα χρήματα η ζωή σας διατρέχει κίνδυνο. Έχουμε ανάγκη από χρήματα για να δράσουμε. Ξέρουμε ότι έχεις πολλά λεφτά.

Έχεις χρεωθεί με 150 χιλιάδες εσύ και με άλλα τόσα η γυναίκα σου. Αν δεν τα δώσετε, θα δολοφονηθείτε με υδροκυάνιο».

Ο Βοσκόπουλος όμως του απάντησε ότι είχε μόνο 50 χιλιάδες δραχμές και ο άγνωστος χωρίς να το σκεφτεί τα δέχτηκε.

Πριν αποβιβαστεί από το αυτοκίνητο, ο τραγουδιστής του ζήτησε να υπογράψει μια απόδειξη. Όσο και αν ακούγεται παράλογο, ο εκβιαστής την υπέγραψε.

Λίγα στιγμές μετά, οι άνδρες της αστυνομίας «φόρεσαν» χειροπέδες στον «αντιστασιακό».

Στην απόδειξη είχε υπογράψει ως Νικόλας Παλιούρης, αλλά το πραγματικό του όνομα ήταν Βασίλης Κούδας.

Στα ελαφρά λόγω βλακείας

Μετά από ένα χρόνο στη δίκη του, η υπεράσπιση έβγαλε τα μεγάλα όπλα.

Ο Βοσκόπουλος είπε στον πρόεδρο ότι είχε καταλάβει ότι επρόκειτο περί αστείας ιστορίας, ενώ οι δικηγόροι του κατηγορούμενου επικαλέστηκαν τη βλακεία του πελάτη τους.

Παρουσίασαν μάλιστα και απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης για τρία αδικήματα που είχε διαπράξει στο παρελθόν και είχε απαλλαχθεί για αυτόν τον λόγο.

Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο Κούδας μιμούνταν τις κινήσεις σκύλου όταν έξυνε το κεφάλι, τη μύτη, το αυτί, και το σβέρκο του, προκαλώντας τον εκνευρισμό του προέδρου.

«Κάτσε καλά κατηγορούμενε. Να πάρεις το ύφος που είχες όταν έκανες την εισβολή στο αυτοκίνητο του παθόντος», του φώναξε.

«Το ίδιο ύφος είχε και τότε κύριε πρόεδρε. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα ότι αντιμετώπιζα έναν ηλίθιο», είπε στην έδρα ο Τόλης Βοσκόπουλος.

Στην απολογία του πάντως ο Κούδας ισχυρίστηκε, ότι εκβίασε το καλλιτεχνικό ζευγάρι με σκοπό να γίνει διάσημος, χωρίς όμως να δώσει διευκρινίσεις με ποιο τρόπο θα το κατάφερνε.

Η δήλωση του τραγουδιστή πάντως για ηλιθιότητα του κατηγορουμένου και η επιθυμία του να μην τιμωρηθεί αυστηρά, έκαναν το δικαστήριο να επιβάλλει τη μικρότερη ποινή στον «αντιστασιακό».

Advertisement

Οι έρωτες του κινηματογράφου που ατύχησαν

έρωτες

Δεν ήταν λίγοι οι έρωτες που γεννήθηκαν ανάμεσα σε γνωστούς Έλληνες ηθοποιούς αλλά η κατάληξή τους δεν ήταν και η… καλύτερη.

Κάποιοι από αυτούς τους μεγάλους έρωτες είναι άγνωστοι στο ευρύ κοινό αν και υπήρξαν μεγάλοι, μερικές φορές θυελλώδεις και επεισοδιακοί. Με καβγάδες, χωρισμούς, μέχρι και… ξύλο!

Ξεκινάμε με τον έρωτα του Δημήτρη Παπαμιχαήλ και της Δέσπως Διαμαντίδου.

Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ έχει συνδέσει για πάντα το όνομα του με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, όμως πριμ από την Αλίκη υπήρχε η Δέσπω Διαμαντίδου. Γνωρίστηκαν το 1955 σε παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, όταν εκείνος ήταν μαθητής ακόμη στη σχολή κι εκείνη ήδη πρωταγωνίστρια. Αμέσως την ερωτεύτηκε. Ήταν ένα μεγάλο σχολείο η Διαμαντίδου, του έμαθε πολλά για το θέατρο και σίγουρα έπαιξε μεγάλο ρόλο όχι μόνο στην ερωτική του ζωή αλλά και στην καριέρα του.

Συναντήθηκαν στη σκηνή δεκατρείς φορές, με αποκορύφωμα το έργο «Κολόμπο», με πρωταγωνίστρια την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Εκεί ήταν που ο Δημήτρης και η Αλίκη ένιωσαν τον κεραυνοβόλο έρωτα να τους συγκλονίζει και η σχέση εκείνου με τη Δέσπω Διαμαντίδου τελείωσε. Η Δέσπω Διαμαντίδου πάντως αντιμετώπισε με μεγάλη αξιοπρέπεια το τέλος της σχέσης τους, όπως άλλωστε την έζησε κιόλας, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και τα δημοσιεύματα της εποχής.

Χριστίνα ΣύλΒα -Λάμπρος Κωνσταντάρας

Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας έζησε δύο μεγάλους έρωτες με πρωταγωνίστριες του θεάτρου και του κινηματογράφου. Με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα η Χριστίνα Σύλβα γίνεται ζευγάρι το 1957. Ήταν γενικά πολύ ερωτευμένοι και δεν το έκρυβαν.
Η ΣύλΒα, νιώθει ότι ο Λάμπρος είναι ο άντρας της ζωής της και δεν διστάζει να του κάνει πρόταση γάμου. Εκείνος απαντά αρνητικά, όχι μόνο γιατί τότε δεν ήθελε να ξαναπαντρευτεί αλλά και λόγω της μεγάλης ηλικιακής διαφοράς (23 ολόκληρα χρόνια). Έμειναν μαζί μέχρι το 1961.

Άννα Καλουτά – Λάμπρος Κωνσταντάρας

Η Άννα Καλουτά και ο Λάμπρος Κωνσταντάρας από την πρώτη στιγμή που συναντήθηκαν άρχισαν τους τσακωμούς. Έπαιζαν μαζί στον θίασο της Κοτοπούλη και οι καβγάδες τους ήταν κυρίως για το θέατρο. «Μήπως είστε ερωτευμένοι;» τους έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου μονίμως η Κοτοπούλη. Έξαλλοι και οι δύο απαντούσαν θυμωμένα… «Εγώ μ’ αυτή την ψηλογαϊδούρα;» έλεγε ο Λάμπρος. «Εγώ μ’ αυτόν τον άχαρο ψηλέα;» έλεγε η Καλουτά.

Στην ερωτική τους σκηνή στην παράσταση, τα παθιασμένα φιλιά αρχικά ήταν ψεύτικα. Μέρα με τη μέρα, όμως, τα φιλιά έγιναν αληθινά. «Ωραία φιλάς» της είπε ένα βράδυ μετά την παράσταση ο Κωνσταντάρας. «Κι εσύ» του απάντησε η Καλουτά κι κάπου εκεί ένας έρωτας τρελός ξεκίνησε. Για την Άννα Καλουτά ο Λάμπρος Κωνσταντάρας ήταν ο άντρας που αγάπησε πιο πολύ στη ζωή της και ο πρώτος άντρας που δόθηκε ερωτικά.

Οι εποχές ήταν διαφορετικές η μητέρα της ήταν πάντα παρούσα στη ζωή της και στην καριέρα της, οπότε ήταν δύσκολο να μπορέσει να βρεθεί ερωτικά με κάποιον. Κάποια στιγμή έμεινε έγκυος, η τύχη όμως της έπαιξε σκληρό παιχνίδι: Έχασε και τα δύο αγόρια από διπλή κύηση, αν και είναι αμφίβολο εάν θα τα κρατούσε, αφού δεν ήταν παντρεμένοι και οι εποχές ήταν πολύ διαφορετικές από τη σημερινή. Αν και αγαπούσε πολύ τον Λάμπρο, δεν ήθελε να είναι ανύπαντρη μητέρα. Η σχέση τους κράτησε πέντε χρόνια, ενώ χρόνια μετά η Άννα Καλουτά εξομολογήθηκε ότι ποτέ της δεν αγάπησε άλλο άντρα με το ίδιο πάθος και την ίδια ένταση όπως τον Λάμπρο Κωνσταντάρα.

Σπεράντζα Βρανά -Κώστας Βουτσάς

Το καλοκαίρι του 1959 η Σπεράντζα Βρανά γνωρίζει τον Κώστα Βουτσά. Η γνωριμία τους εξελίχτηκε σε μια θυελλώδη σχέση. Μεγάλος έρωτας, ζήλιες, καβγάδες, ξύλο, αρραβώνας, ετοιμασίες για γάμο, χωρισμοί και όλα αυτά παράλληλα με μια λαμπρή καριέρα και για τους δύο. Η Σπεράντζα Βρανά έγραψε στο Βιβλίο της Τολμώ: «Ο Κώστας ήταν τρομερά φιλόδοξος, μεγαλομανής, αριβίστας. Ήξερε να ελίσσεται. Χρησιμοποιούσε όλα τα κόλπα για να πετύχει τους σκοπούς του. Καλοπερασάκιας. Στην αρχή μου έκανε τον πολύ ερωτευμένο, έκανε ό,τι μπορούσε για να με ευχαριστήσει. Μου αγόραζε δίσκους με λατινοαμερικανικούς ρυθμούς, μου έκανε τον Danny Kaye για να γελάσω, ήταν πολύ κωμικός και ξεκαρδιζόμουν.

Αν μ’ αγάπησε ο Κώστας (γιατί μ’ αγάπησε), αυτό συνέβη αργότερα. Μου φερόταν πολύ ωραία, ήταν πολύ τρυφερός μαζί μου, ζούσαμε πολύ αρμονικά. Όσο η σχέση μας έδενε και πιο γερά, άρχισε τις ζήλιες. “Γιατί κάθεσαι στο καμαρίνι με τη ρόμπα ανοιχτή;”. Καβγάς! “Γιατί σου μίλησε ο τάδε συνάδελφος;”.

Καβγάς! Όλα αυτά τα μικροκαυγαδάκια είχαν σαν αποτέλεσμα να τη βρίσκουμε πιο ωραία ερωτικά. Ο Κώστας ήταν τέλειος σαν εραστής, τρυφερός και γλυκός. Στο κεφάλαιο δουλειά, όμως, ήταν φοβερός. Ήταν φιλόδοξος και βιαζόταν να φτάσει. Πάνω σ’ αυτό το θέμα είχαμε διαφορετικές αντιλήψεις. Η σχέση μας πέρασε από πολλά στάδια. Μέχρι ξύλο έπεσε στον πρώτο μας μεγάλο καβγά». Τελικά αποφασίζουν να παντρευτούν.

Η Σπεράντζα παραγγέλνει το νυφικό και ο Κώστας, παραμονές Χριστουγέννων, της κάνει δώρο ένα χρυσό ρολόι. Ο γάμος είχε οριστεί για την άνοιξη και ο μήνας του μέλιτος θα ήταν ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Όταν ο Βουτσάς είπε στη Σπεράντζα ότι μετά τον γάμο απαιτούσε από εκείνη να αφήσει το θέατρο για να αφοσιωθεί στο σπίτι, η Βρανά δεν το δέχτηκε. Σκέφτηκε τον εαυτό της νοικοκυρά, μακριά από τι σκηνή και τα φώτα και δεν άντεξε στη σκέψη. Έτσι, έπειτα από τεσσεράμισι χρόνια, χώρισαν οριστικά.

Advertisement

Οι ιστορίες πίσω από την απόφαση τους να γίνουν ηθοποιοί

Όσοι είμαστε από μια ηλικία και κάτω, τους αγαπήσαμε – κυρίως – μέσα από τις ταινίες τους. Οι περισσότεροι δε βρίσκονται στη ζωή, ενώ κάποιοι ίσως και να είχαν πεθάνει πριν καν γεννηθούμε εμείς.
Άλλοι πάλι ζουν, αλλά σπανίως τους βλέπουμε να δίνουν κάποια συνέντευξη. Πώς αποφάσισαν, όμως, να ασχοληθούν με την τέχνη του ηθοποιού; Πότε πήραν τη μεγάλη απόφαση και πώς αντέδρασαν οι οικογένειες τους, σε μια εποχή που οι ηθοποιοί – οι καλλιτέχνες γενικά – είχαν κακή φήμη;
Μέσα από σειρά συνεντεύξεων που δημοσιεύθηκαν στην εβδομαδιαία εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ το μακρινό 1959, πριν από 53 ολόκληρα χρόνια, μεγάλοι ηθοποιοί του θεάτρου και του κινηματογράφου διηγήθηκαν τις προσωπικές τους ιστορίες. Ας διαβάσουμε ορισμένες από αυτές:

ΑΛΙΚΗ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ

Οφείλω να  ομολογήσω ότι η συνέντευξη που έδωσε η Αλίκη Βουγιουκλάκη στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ και η οποία δημοσιεύτηκε στο φύλλο της 07.03.1959, δίνει αρκετές περίεργες πληροφορίες, που έρχονται σε αντίφαση με τα στοιχεία που γνωρίζουμε σήμερα για την “εθνική σταρ”.
Στη συγκεκριμένη συνέντευξη, η Αλίκη δήλωνε ότι γεννήθηκε το 1937, ενώ μετά το θάνατο της έγινε γνωστό ότι στην πραγματικότητα γεννήθηκε 4 χρόνια νωρίτερα.
Επίσης, αναφέρεται στον πατέρα της και στο χαστούκι που έφαγε από εκείνον – το μοναδικό, όπως λέει, χαστούκι που της είχε δώσει ο πατέρας της – όταν σε ηλικία 15 ετών του ανήγγειλε επίσημα ότι θα σπούδαζε ηθοποιός. Ωστόσο, απ’ όσα είναι γνωστά, ο πατέρας της ηθοποιού είχε δολοφονηθεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής.
Τέλος πάντων και με την επιφύλαξη για την ορθότητα και των υπόλοιπων πληροφοριών, στην ίδια συνέντευξη η Αλίκη ανέφερε ότι γα πρώτη πρώτη φορά είχε εκδηλώσει την επιθυμία να ασχοληθεί με το θέατρο σε ηλικία 4 ετών, όταν κατά τη διάρκεια μιας γιορτής στο σπίτι της οικογένειας Βουγιουκλάκη, κάποιος από τους καλεσμένους τη ρώτησε τι θα ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει κι εκείνη απάντηση “Σεατλίνα!”.
Κατά την παιδική της ηλικία οργάνωνε παραστάσεις μαζί με τα δύο αδέρφια της και τη φίλη της Θάλεια, ενώ διασκεύαζε τις ταινίες που έβλεπε στον κινηματογράφο. Στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου έδωσε εξετάσεις το 1953 – σε αυτή τη χρονολογία συμφωνούν και τα επίσημα γνωστά στοιχεία – μόνο που η Αλίκη δήλωνε στη συνέντευξη ότι τότε ήταν μόλις 16 ετών, δηλαδή ανήλικη, κι ότι γι’ αυτόν το λόγο παρά λίγο να μην την έκαναν δεκτή στη Σχολή, στην οποία πάντως πέρασε πρώτη.

ΜΑΙΡΗ ΑΡΩΝΗ

Η σπουδαία ηθοποιός του θεάτρου με ελάχιστες, πλην όμως χαρακτηριστικές, εμφανίσεις στη μεγάλη οθόνη καταγόταν από οικογένεια αυστηρών αρχών, καθώς ο πατέρας ήταν καθηγητής της μεγάλης του Γένους Σχολής.
Όταν η Αρώνη του ανακοίνωσε την πρόθεση της να ασχοληθεί το θέατρο, εισέπραξε “ένα όχι τόσο βροντερό, που ακόμη αντηχεί στ’ αυτιά μου”, όπως δήλωνε η ίδια στη συνέντευξη της. Προκειμένου να τους μεταπείσει, προσχώρησε σε.. απεργία πείνας διάρκειας επτά ημερών.

Τελικά οι γονείς της υποχώρησαν και η Μαίρη Αρώνη γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, ενώ το Πάσχα του 1936 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο σανίδι στην παράσταση “Μις Μπα” στο πλευρό της Μαρίκας Κοτοπούλη.

ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΕΖΗ

Η επιθυμία της Τζένης Καρέζη να ασχοληθεί με το θέατρο συνάντησε ψυχρή υποδοχή από την οικογένεια της και ιδιαίτερα από τον γυμνασιάρχη πατέρα της.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που είναι γνωστά, εγκατέλειψε τόσο τη σύζυγό του όσο και την Τζένη, όταν εκείνη του ανακοίνωσε την απόφαση της, ενώ πατέρας και κόρη δεν ξαναμίλησαν έκτοτε, παρά την τεράστια θεατρική και κινηματογραφική καριέρα της ηθοποιού.
Πάντως, σε συνέντευξη της στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ το Μάρτιο του 1959, η ίδια δεν αναφέρεται στο συγκεκριμένο γεγονός, αν και σχολιάζει την έντονη αντίδραση του πατέρα της:
“Ήμουν… καλή μαθήτρια και στις εκθέσεις η καλύτερη. Μέσα μου, όμως, το σαράκι της θεατρίνας με έτρωγε. Αλλά οι.. αγριοματιές του πατέρα μου με εμπόδιζαν να εξωτερικεύσω το μεγάλο μου πόθο. Εκείνος, βεβαίως, όλο και κάτι υποψιαζόταν. Κι εγώ, για να τον αποκοιμίσω, του δήλωσα κάποτε “Δε θέλω να γίνω ηθοποιός. Θα γίνω δημοσιογράφος”. Έτσι με άφησε ήσυχη κι έγινα ηθοποιός”.
Η πρώτη φορά που ανέβηκε στη σκηνή ήταν σε ηλικία τεσσεράμισι ετών σε μια παράσταση του Αττίκ στη Θεσσαλονίκη. Φυσικά, η Τζένη, που άκουγε στο όνομα Ευγενία Καρπούζη – το “Καρέζη” ήταν καλλιτεχνικό επίθετο – δεν πρωταγωνιστούσε.
Είχε πάει ως θεατής μαζί με την οικογένεια της. Η παράσταση, όμως, την είχε συνεπάρει σε τέτοιο βαθμό, που γλίστρησε από τη θέση της και – πριν το καταλάβει κανείς – πήγε στα παρασκήνια και από κει βγήκε στη σκηνή, όπου άρχισε να χορεύει.
Ο Αττίκ την παρουσίασε στο ενθουσιασμένο κοινό σαν μέρος της παράστασης, όμως ο πατέρας της ηθοποιού δεν συμμεριζόταν αυτόν τον ενθουσιασμό, αλλά κατέβασε αμέσως τη μικρή Τζένη από τη σκηνή.

Η πρώτη επαγγελματική εμφάνιση στο θέατρο έγινε πολύ αργότερα, όταν πλέον σπούδασε την τέχνη του ηθοποιού, και ήταν στη σκηνή του θεάτρου Ρεξ και στην παράσταση “Ωραία Ελένη” στο πλευρό της Μελίνας Μερκούρη τη σαιζόν 1954-’55, ενώ η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση έγινε το 1955 στην ταινία “Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο”.

ΜΙΜΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Φωτόπουλος γεννήθηκε το 1913 στη Ζάτουνα. Σε ηλικία 2 μηνών βρέθηκε στο Αίγιο, ενώ σε ηλικία 2 ετών βρέθηκε στην Αθήνα. Στο σχολείο δεν ήταν καλός μαθητής, όπως παραδεχόταν και ο ίδιος. Έδωσε εισαγωγικές εξετάσεις για να περάσει στη Γεωπονική Σχολή, όμως δεν τα κατάφερε. Έδωσε εκ νέους εξετάσεις, όμως αυτή τη φορά για τη Φιλοσοφική.

Αν και κατάφερε να περάσει στη σχολή, δεν άντεξε πάνω από ένα εξάμηνο. Ήδη, την περίοδο των εισαγωγικών εξετάσεων είχε διαβάσει στις εφημερίδες μια αγγελία, που τον οδήγησε στη Δραματική Σχολή του Βασιλικού Θεάτρου. Αφού φοίτησε ένα χρόνο στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου, ο Φωτόπουλος κόπηκε στις εξετάσεις.

Μαζί μ’ ένα φίλο του αποφάσισαν να φοιτήσουν στη Σχολή του Παπαγεωργίου. Εκεί, ο δάσκαλος έδιωξε το φίλο του και κράτησε το Φωτόπουλο, στον οποίο μάλιστα είπε ότι θα γινόταν κωμικός, καθώς η μούρη του “μοιάζει με τρίφτη”!

Η πρώτη του εμφάνιση στο θέατρο έγινε τη σαιζόν 1931-1932 στο Εθνικό θέατρο με την παράσταση “Αγαμέμνονας”, όπου κουνούσε…κλαριά στον Αιμίλιο Βεάκη, που υποδυόταν το βασιλιά των Μυκηνών, που μόλις είχε επιστρέψει από την Τροία.

Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα, ενώ περιόδευε τη χώρα με τα “μπουλούκια”, μέχρι που το 1948 ήρθε ο πρώτος μεγάλος ρόλος στην επιθεώρηση του θεάτρου Μετροπόλιταν “Άνθρωποι, άνθρωποι”.

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΧΡΗΣΤΟΣ

Ο γεννημένος στο Παγκράτι, αλλά μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη Κώστας Χατζηχρήστος ήθελε από την παιδική του ηλικία να ασχοληθεί με το θέατρο, όμως δεν τολμούσε να το ανακοινώσει στους γονείς του.
 
Η πρώτη του επαφή με το σανίδι έγινε σε ηλικία 20 ετών, όταν ως μέλος ενός ερασιτεχνικού θιάσου πρωταγωνίστησε σε μια επιθεώρηση με τίτλο “Μια καινούρια αγάπη”, που έγραψε και σκηνοθέτησε ο ίδιος.
 
Δε σπούδασε σε δραματική σχολή, αλλά, όπως έλεγε ο ίδιος “είμαι διπλωματούχος της σχολής των μπουλουκιών”, ομάδες ηθοποιών που γυρνούσαν την επαρχία κι ανέβαζαν διάφορες παραστάσεις.
Το ξεκίνημα του Χατζηχρήστου στα “μπουλούκια” έγινε την περίοδο της Κατοχής, ενώ σε πρόζα έπαιξε για πρώτη φορά το 1948, στο ρόλο ενός γλυκανάλατου τύπου ονόματι “Λελές”. Σύντομα, όμως, υποδύθηκε έναν από τους πιο διάσημους ρόλους του, που θα τον καθιέρωναν μεταξύ των δημοφιλών κωμικών.
 
Ο ρόλος του Θύμιου από τη Μακρακώμη, ενός αφελούς επαρχιώτη που κατεβαίνει στην Αθήνα, του προτάθηκε από τον σκηνοθέτη Κώστα Νικολαΐδη. Παρά τις αρχικές του αντιρρήσεις, ο Χατζηχρήστος δέχτηκε την πρόταση ύστερα από την επιμονή του σκηνοθέτη, ο οποίος ήξερε ότι ο Χατζηχρήστος μιμούνταν στις παρέες του με μεγάλη επιτυχία έναν τύπο από τη Μακρακώμη, με τον οποίο είχαν υπηρετήσει μαζί ως φαντάροι.

ΝΤΙΝΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

Ο γεννημένος στην Αλεξάνδρεια και μεγαλωμένος στη Μασσαλία, πολυαγαπημένος μας ηθοποιός Ντίνος (από το Κωνσταντίνος) Ηλιόπουλος έγινε ηθοποιός κατόπιν παροτρύνσεως των φίλων του, οι οποίοι έλεγαν “αυτό το παιδί πρέπει να βγει στο θέατρο”, καθώς ήταν ο κωμικός της παρέας.
Φοίτησε στη δραματική σχολή του Γιαννούλη Σαραντίδη και πρωτοπαρουσιάστηκε στο θεατρικό κοινό της Αθήνας το 1944στο θίασο της κυρίας Κατερίνας. Ο ίδιος, πάντως, θεωρούσε ότι κατάφερε ν’ ανοίξει τα φτερά του χάρη στη σπουδαία ηθοποιό Μαρίκα Κοτοπούλη.
Όπως έχει πει ο ίδιος σε συνέντευξη του, “Στην Μαρίκα και στον Σαραντίδη οφείλω τα πάντα. Κι αν έχω την τύχη να με χειροκροτούν, το χειροκρότημα αυτό το αφιερώνω σαν μνημόσυνο στους δύο ανθρώπους που, ενώ λείπουν, είναι πάντα παρόντες”.

ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΠΑ

Το φλερτ της διεθνούς φήμης ηθοποιού ξεκίνησε στην ηλικία των 13 ετών, όταν η Ειρήνη Παππά άρχισε να ντύνεται με τα ρούχα της μητέρας της και να στέκεται μπροστά στον καθρέφτη με τις ώρες μιμούμενη πρόσωπα υπαρκτά κι ανύπαρκτα.
Οι δυο δάσκαλοι γονείς της δεν ενθουσιάστηκαν από την επιθυμία της να γίνει ηθοποιός, όμως δεν έκαναν κάτι για να τη σταματήσουν.
Τελικά, το 1948 αποφοίτησε από τη σχολή του Δημήτρη Ροντήρη, ενώ το ίδιο καλοκαίρι έκανε την πρώτη της εμφάνιση στην επιθεώρηση “Άνθρωποι, άνθρωποι” του θεάτρου Μετροπόλιταν.
Πρώτη ταινία στην οποία συμμετείχε ήταν η “Νεκρή πόλη”, η οποία προβλήθηκε και στο φεστιβάλ κινηματογράφου της Βενετίας το 1952 δίνοντας το έναυσμα για τη διεθνή της καριέρα.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ο κινηματογραφικός και τηλεοπτικός “κυρ-Γιώργης” γεννήθηκε στο Διακοφτό, όπου έζησε μέχρι τα 15 του χρόνια. Τότε, οι γονείς του αποφάσισαν να τον στείλουν στο Γυμνάσιο του Αιγίου, όπου παρακολούθησε για πρώτη φορά στη ζωή του θεατρική παράσταση – “Ο βαρκάρης του Βόλγα”. Ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, που αμέσως αποφάσισε να γίνει ηθοποιός.
“Στο τέλος της παράστασης, ενώ όλος ο κόσμος χειροκροτούσε τους ηθοποιούς, εγώ χειροκροτούσα τον εαυτό μου για τη μεγάλη και ωραία απόφαση που είχα πάρει: θα γινόμουν ηθοποιός!”, δήλωσε ο ίδιος σε συνέντευξη του. Παρήγγειλε από την Αθήνα βιβλία σχετικά με το θέατρο και άρχισε να μελετά μόνος του.
Παράλληλα, άρχισε να διοργανώνει θεατρικές παραστάσεις με την άδεια των γονέων του, στους οποίους έλεγε ότι τα χρήματα των παραστάσεων θα πήγαιναν υπέρ της εκκλησίας. Όταν, όμως, τελείωσε το Γυμνάσιο, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος επέστρεψε στο χωριό του.
Παρά τη μεγάλη επιθυμία του να σπουδάσει τη δραματική τέχνη, δίσταζε να το πει στους γονείς του, οι οποίοι επιθυμούσαν για το γιο τους να γίνει ιερέας. Τελικά, σε ηλικία 24 ετών, σκαρφίσηκε ένα κόλπο.
Έπεισε τους γονείς του να τον στείλουν στην Αθήνα λέγοντας τους ότι θα γινόταν δάσκαλος, όμως φτάνοντας στην πρωτεύουσα γράφτηκε κρυφά στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Αποφοίτησε το 1938, ενώ οι γονείς του αγνοούσαν τα πάντα.
Μάλιστα, όταν ο Αιμίλιος Βεάκης έστειλε τηλεγράφημα στο σπίτι του στο Διακοφτό, οι γονείς του, που δεν ήξεραν ποιος ήταν ο Βεάκης, νόμιζαν αρχικά ότι είχε πάρει το δίπλωμα του δασκάλου, μέχρι που διάβασε το τηλεγράφημα μια θεία του Παπαγιαννόπουλου και ξεκαθάρισε τα πράγματα.
Η μητέρα του νόμιζε ότι ο Διονύσης είχε πάρει τον “κακό δρόμο”, ενώ σκεφτόταν ακόμα και να τον αποκληρώσει, όμως μεσολάβησε ο αδερφός του, Γιάννης, ο οποίος ηρέμησε την έκπληκτη μάνα.
Την ίδια χρονιά, 1938, ο Παπαγιαννόπουλος ανέβηκε για πρώτη φορά στο θεατρικό σανίδι συμμετέχοντας στην παράσταση “Βασιλιάς Ληρ” του Εθνικού Θεάτρου.
Advertisement

Οι έρωτες του 60 που άφησαν εποχή

εποχή

Από το ’60 βλέπουμε τις ασπρόμαυρες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, χωρίς ποτέ να τις βαρεθούμε. Τα λαμπερά πρόσωπα της εποχής, οι αγαπημένοι μας σταρ, έζησαν φλογερούς έpωτες, που δεν γνωρίζαμε.

Ο έpωτας του Δημήτρη Παπαμιχαήλ και της Δέσπως Διαμαντίδου

Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ έχει συνδέσει για πάντα το όνομά του με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, όμως πριν από την Αλίκη υπήρχε η Δέσπω Διαμαντίδου. Γνωρίστηκαν το 1955 σε παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, όταν εκείνος ήταν μαθητής ακόμη στη σχολή κι εκείνη ήδη πρωταγωνίστρια. Αμέσως την εpωτεύτηκε.

Ήταν ένα μεγάλο σχολείο η Διαμαντίδου, του έμαθε πολλά για το θέατρο και σίγουρα έπαιξε μεγάλο ρόλο όχι μόνο στην εpωτική του ζωή, αλλά και στην καριέρα του.

Συναντήθηκαν στη σκηνή δεκατρείς φορές, με αποκορύφωμα το έργο «Κολόμπο», με πρωταγωνίστρια την Αλίκη Βουγιουκλάκη.

Εκεί ήταν που ο Δημήτρης και η Αλίκη ένιωσαν τον κεραυνοβόλο έpωτα να τους συγκλονίζει και η σχέση εκείνου με τη Δέσπω Διαμαντίδου τελείωσε.

Η Δέσπω Διαμαντίδου πάντως αντιμετώπισε με μεγάλη αξιοπρέπεια το τέλος της σχέσης τους, όπως άλλωστε την έζησε κιόλας, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και τα δημοσιεύματα της εποχής.

Χριστίνα Σύλβα – Λάμπρος Κωνσταντάρας

Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας έζησε δύο μεγάλους έpωτες, με πρωταγωνίστριες του θεάτρου και του κινηματογράφου. Με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα η Χριστίνα Σύλβα γίνεται ζευγάρι το 1957. Ήταν πολύ εpωτευμένοι και δεν το έκρυβαν.

Οι έρωτες του 60

Η Σύλβα νιώθει ότι ο Λάμπρος είναι ο άντρας της ζωής της και δεν διστάζει να του κάνει πρόταση γάμου. Εκείνος απαντά αρνητικά, όχι μόνο γιατί τότε δεν ήθελε να ξαναπαντρευτεί, αλλά και λόγω της μεγάλης ηλικιακής τους διαφοράς (23 ολόκληρα χρόνια). Έμειναν μαζί μέχρι το 1961.

Άννα Καλουτά – Λάμπρος Κωνσταντάρας

Η Άννα Καλουτά και ο Λάμπρος Κωνσταντάρας από την πρώτη στιγμή που συναντήθηκαν άρχισαν τους τσακωμούς. Έπαιζαν μαζί στο θίασο της Κοτοπούλη και οι καβγάδες τους ήταν κυρίως για το θέατρο. «Μήπως είστε εpωτευμένοι;», τους έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου μονίμως η Κοτοπούλη.

Έξαλλοι και οι δύο, απαντούσαν θυμωμένα. «Εγώ μ’ αυτήν την ψηλογαϊδούρα;», έλεγε ο Λάμπρος. «Εγώ μ’ αυτόν τον άχαρο ψηλέα;», έλεγε η Καλουτά.

Οι έρωτες του 60

Στην εpωτική τους σκηνή στην παράσταση τα παθιασμένα φιλιά αρχικά ήταν ψεύτικα. Μέρα με τη μέρα, όμως, τα φιλιά έγιναν αληθινά.

«Ωραία φιλάς», της είπε ένα βράδυ μετά την παράσταση ο Κωνσταντάρας. «Κι εσύ», του απάντησε η Καλουτά, και κάπου εκεί ένας έpωτας τρελός ξεκίνησε.

Για την Άννα Καλουτά ο Λάμπρος Κωνσταντάρας ήταν ο άντρας που αγάπησε πιο πολύ στη ζωή της και ο πρώτος άντρας που δόθηκε εpωτικά. Οι εποχές ήταν διαφορετικές, η μητέρα της ήταν πάντα παρούσα στη ζωή της και στην καριέρα της, οπότε ήταν δύσκολο να μπορέσει να βρεθεί εpωτικά με κάποιον. Κάποια στιγμή έμεινε έγκυος, η τύχη όμως της έπαιξε σκληρό παιχνίδι: έχασε και τα δύο αγόρια από τη διπλή κύηση, αν και είναι αμφίβολο εάν θα τα κρατούσε, αφού δεν ήταν παντρεμένοι και οι εποχές ήταν πολύ διαφορετικές από τη σημερινή.

Αν και αγαπούσε πολύ τον Λάμπρο, δεν ήθελε να είναι ανύπαντρη μητέρα. Η σχέση τους κράτησε πέντε χρόνια, ενώ χρόνια μετά η Άννα Καλουτά εξομολογήθηκε ότι ποτέ της δεν αγάπησε άλλο άντρα με το ίδιο πάθος και την ίδια ένταση, όπως τον Λάμπρο Κωνσταντάρα.

Σπεράντζα Βρανά – Κώστας Βουτσάς

Το καλοκαίρι του 1959 η Σπεράντζα Βρανά γνωρίζει τον Κώστα Βουτσά.

Η γνωριμία τους εξελίχτηκε σε μια θυελλώδη σχέση. Μεγάλος έpωτας, ζήλειες, καβγάδες, ξύλο, αρραβώνας, ετοιμασίες για γάμο, χωρισμοί και όλα αυτά παράλληλα με μια λαμπρή καριέρα και για τους δύο.

Η Σπεράντζα Βρανά έγραψε στο βιβλίο της «Τολμώ»:

Ο Κώστας ήταν τρομερά φιλόδοξος, μεγαλομανής, αριβίστας. Ήξερε να ελίσσεται. Χρησιμοποιούσε όλα τα κόλπα για να πετύχει τους σκοπούς του. Καλοπερασάκιας.

Οι έρωτες του 60

Στην αρχή, μου έκανε τον πολύ εpωτευμένο, έκανε ό,τι μπορούσε για να με ευχαριστήσει. Μου αγόραζε δίσκους με λατινοαμερικανικούς ρυθμούς, μου έκανε τον Danny Kaye για να γελάσω, ήταν πολύ κωμικός και ξεκαρδιζόμουν. Αν μ’ αγάπησε ο Κώστας (γιατί μ’ αγάπησε), αυτό συνέβη αργότερα. Μου φερόταν πολύ ωραία, ήταν πολύ τρυφερός μαζί μου, ζούσαμε πολύ αρμονικά. Όσο η σχέση μας έδενε και πιο γερά, άρχισε τις ζήλειες. “Γιατί κάθεσαι στο καμαρίνι με τη ρόμπα ανοιχτή;”. Καβγάς! “Γιατί σου μίλησε ο τάδε συνάδελφος;”.

Καβγάς! Όλα αυτά τα μικροκαβγαδάκια είχαν σαν αποτέλεσμα να τη βρίσκουμε πιο ωραία εpωτικά. Ο Κώστας ήταν τέλειος σαν εpαστής, τρυφερός και γλυκός. Στο κεφάλαιο δουλειά, όμως, ήταν φοβερός. Ήταν φιλόδοξος και βιαζόταν να φτάσει. Πάνω σ’ αυτό το θέμα είχαμε διαφορετικές αντιλήψεις. Η σχέση μας πέρασε από πολλά στάδια. Μέχρι ξύλο έπεσε στον πρώτο μας μεγάλο καβγά».

Τελικά, αποφασίζουν να παντρευτούν. Η Σπεράντζα παραγγέλνει το νυφικό και ο Κώστας, παραμονές Χριστουγέννων, της κάνει δώρο ένα χρυσό ρολόι. Ο γάμος είχε οριστεί για την άνοιξη και ο μήνας του μέλιτος θα ήταν ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Όταν ο Βουτσάς είπε στη Σπεράντζα ότι μετά το γάμο απαιτούσε από εκείνη να αφήσει το θέατρο για να αφοσιωθεί στο σπίτι, η Βρανά δεν το δέχτηκε. Σκέφτηκε τον εαυτό της νοικοκυρά, μακριά από τη σκηνή και τα φώτα, και δεν άντεξε στη σκέψη. Έτσι, έπειτα από τεσσεράμισι χρόνια, χώρισαν οριστικά.

Advertisement

Όταν ο Φώσκολος επιλέγει τη Λάσκαρη για πρώτη φορά

1d892c6ee30a88857ee77df341e6ac01
1d892c6ee30a88857ee77df341e6ac01

Τα κοινωνικά ζητήματα ήταν εκείνα που διαχρονικά αποσπούσαν το ενδιαφέρον του Νίκου Φώσκολου.

Όλες οι μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες του στη Φίνος Φιλμ ήταν ακριβώς τέτοιου είδους ταινίες.

Μια από αυτές ήταν και η παραγωγή του 1972, με τίτλο «Αιχμάλωτοι του μίσους», μια ταινία κοινωνικής καταγγελίας, η οποία ασχολούνταν με την προσπάθεια πλουτισμού με πλάγια και κατακριτέα μέσα, όχι μόνο εις βάρος των ανθρώπων, αλλά ολόκληρων λαών.

Όταν ο Φώσκολος επιλέγει τη Λάσκαρη για πρώτη φορά

Εκείνη την εποχή ο Φώσκολος ήταν στο απόγειο της καριέρας του, έχοντας ήδη να επιδείξει σπουδαίες επιτυχίες, όπως την ταινία «Υπολοχαγός Νατάσσα», αλλά και την τηλεοπτική σειρά «Άγνωστος Πόλεμος».

Για πρωταγωνίστριά του επιλέγει τη Ζωή Λάσκαρη, για πρώτη μάλιστα φορά, αφού μέχρι εκείνη την εποχή η Λάσκαρη συνεργάζονταν με τον Γιάννη Δαλιανίδη, έχοντας ήδη συμπληρώσει 13 χρόνια διαρκούς συνεργασίας μαζί του.

Ποια ήταν όμως η υπόθεση του έργου; Όπως μας πληροφορεί η Φίνος Φιλμ, η Βίκυ, Ελληνίδα εξ Αφρικής, επιστρέφει στην πατρίδα της έχοντας υποστεί ψυχικό κλονισμό, αφού είδε να χάνονται μπροστά στα μάτια της όλη της η οικογένεια.

Στην Αθήνα, ο γερμανικής καταγωγής επιχειρηματίας Άγγελος φον Ζίραχ, βοηθά τον αδελφό της να αποφύγει την οικονομική καταστροφή, αλλά και την ίδια να κάνει καριέρα ως χορεύτρια και τραγουδίστρια.

Η Βίκυ τον ερωτεύεται και δέχεται να τον παντρευτεί, προκαλώντας την οργή της γραμματέως και ερωμένης του, Τζίνας. Η τελευταία θα αποκαλύψει στην Βίκυ ότι ο άντρας της είναι λαθρέμπορος όπλων και βοηθάει τους εγκληματίες της Αφρικής.

Ο κλονισμός της Βίκυς είναι μεγάλος, καταδίδει τον φον Ζίραχ στην αστυνομία και φεύγει.

Στην ταινία πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι Κώστας Καρράς, Ελένη Ανουσάκη, Νίκος Δαδινόπουλος, Γρηγόρης Βαφιάς, Γιώργος Μπέλλος, Νίκη Τσαγκάλου, Γιώργος Σίσκος, Γιάννης Κανδύλας, Γιώργος Τσούτσης, Γιώργος Τσαούσης, Ντίνος Καρύδης, Νίκος Πασχαλίδης, Γιώργος Ζαϊφίδης, Γιάννης Σαββαϊδης, Μαίρη Φαρμάκη, Γιάννης Σιδηρόπουλος, Μάνια Κολιανδρή, Νίκος Κικίλιας.

Στο τραγούδι εμφανίζονταν η Ρίτα Σακελλαρίου, αλλά και η ίδια η Ζωή Λάσκαρη.

Η μουσική ήταν του Γιώργου Χατζηνάσιου και οι χορογραφίες του Γιάννη Φλερύ.

Η ταινία έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους στις 25 Δεκεμβρίου 1972 και «έκοψε» 124.745 εισιτήρια.

Advertisement

Το κυνήγι της Λάσκαρη από τους παπαράτσι

page262 1
page262 1

Ο Φιλοποίμην Φίνος μπορεί να θεωρούνταν – και σίγουρα να ήταν – ο «Πατριάρχης του ελληνικού κινηματογράφου», ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι υποτιμούσε τους ανταγωνιστές του, έστω κι αν κατά γενική ομολογία, η ποιότητα των δικών τους ταινιών ήταν τουλάχιστον ένα σκαλί πιο κάτω.

Αντίθετα, τους εκτιμούσε όλους και πάντα παρακολουθούσε τις κινήσεις τους, θεωρώντας ότι θα είχε κάτι να μάθει από αυτές. Το 1966 η εταιρεία Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης γυρίζει την ταινία με τίτλο «Διπλοπενιές», με πρωταγωνιστές την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

νέα τάση

Σκηνοθέτης της ήταν ο Γιάννης Σκαλενάκης, σε σενάριο Αλέκου Σακελλάριου, Η ταινία είναι πλημμυρισμένη από λαϊκές επιτυχίες της εποχής, όπου το μπουζούκι έχει τον πρώτο λόγο.

Πρόκειται για μια μουσική κωμωδία, η οποία σημείωσε εξαιρετική επιτυχία και διεθνώς, αφού έκανε αισθητή παρουσία τόσο στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Σεμπαστιάν στην Ισπανία το 1966, όσο και στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, την ίδια χρονιά.

Βλέποντας ο Φίνος την επιτυχία της ταινίας αυτής καταλαβαίνει ότι υπάρχει μια νέα τάση στον ελληνικό κινηματογράφο, την οποία θα πρέπει να ακολουθήσει αλλά και να εξελίξει περαιτέρω, όπως άρμοζε στη δυναμική της εταιρείας του. Έτσι επιβάλει στον Γιάννη Δαλιανίδη να προσθέσει περισσότερα ελληνικά στοιχεία στα μιούζικαλ και να καταργήσει το σινεμασκόπ.

Όλα αυτά διότι είχε στο μυαλό του να γυρίσει και ο ίδιος μια ανάλογη, μουσική ταινία, με στόχο την διεθνή αγορά. Έτσι, το 1967 γυρίζει την μουσική κωμωδία «Οι θαλασσιές οι χάντρες», σε σενάριο και σκηνοθεσία του Δαλιανίδη και πρωταγωνιστές κορυφαία ονόματα της εποχής όπως την λαμπερή Ζωή Λάσκαρη, τον Φαίδων Γεωργίτση, τον Κώστα Βουτσά, τον Γιώργο Τσιτσόπουλο, την Μάρθα Καραγιάννη, την Μαίρη Χρονοπούλου κ.α.

Η ταινία είναι πλημμυρισμένη από τη μοναδική μουσική και τα υπέροχα τραγούδια του Μίμη Πλέσσα, τραγούδια που ακόμα και σήμερα ακούγονται με νοσταλγία: «Έκλαψα χθες σαν μέτρησα», «Βρέχει πάλι απόψε», «Απόψε κάποιος θα χαθεί», αλλά και η επιτυχία «Grazy Girl», που εμφανίζεται να τραγουδά η Ζωή Λάσκαρη, στην πραγματικότητα όμως ερμηνεύεται από τη φωνή της Αλέκας Κανελλίδου.

Στο τραγούδι εμφανίζονται ακόμα η Αλέκα Μαβίλη, ο Γιάννης Πουλόπουλος, ο Σάκης Παπανικολάου, αλλά και η Μαίρη Χρονοπούλου. Η Λάσκαρη προσφέρει απλόχερα μια υπέροχη ερμηνεία, την οποία πλαισιώνουν με μαεστρία τόσο ο Φαίδων Γεωργίτσης – ίσως στον πλέον δημοφιλή ρόλο της καριέρας του, όσο και οι Κώστας Βουτσάς, Μάρθα Καραγιάννη, Γιώργος Τσιτσόπουλος.

Η επιτυχία της ταινίας έρχεται νομοτελειακά, αφού στην πρώτη της προβολή έκοψε 531.287 εισιτήρια και ήρθε στην 3η θέση ανάμεσα στις 117 ταινίες της σεζόν 1967-1968. Φυσικό επακόλουθο, «Οι θαλασσιές οι χάντρες» να πάρουν το δρόμο…της ξενιτιάς, όπου μεταξύ άλλων η ταινία προβλήθηκε και στο Φεστιβάλ των Καννών, με τον τίτλο «Les Perles Grecques».

Η προβολή της δημιούργησε μεγάλη αίσθηση, αφού οι παπαράτσι κυνηγούσαν τη Ζωή Λάσκαρη για να απαθανατίσουν κάθε της κίνηση. Λίγο αργότερα, η ταινία προβλήθηκε μεταγλωττισμένη στη Γαλλία.

«Αυτή μέχρι μουστάκι θα σε βάλει να ξυρίσεις»

Θα πρέπει δε στο σημείο αυτό να τονιστεί ότι στην ταινία αυτή η Μαίρη Χρονοπούλου και ο Φαίδων Γεωργίτσης εμφανίζονται για πρώτη φορά σε μιούζικαλ, ενώ η Μάρθα Καραγιάννη καθιερώνεται ως κωμικός.

Ποια ήταν όμως η υπόθεση της ταινίας: Ο πλανόδιος μικροπωλητής τουριστικών ειδών Κώστας (Κώστας Βουτσάς), θα συναντηθεί με τον ελληνοαμερικανό επιχειρηματία Τζίμυ (Γιώργος Τσιτσόπουλος) και θα τον βοηθήσει να ανοίξουν μια μπουάτ για τουρίστες στην Πλάκα.

νέα τάση

Ο Φώτης (Φαίδων Γεωργίτσης) είναι πρώτο μπουζούκι στην ταβέρνα του “Αποστόλη” και εμφανίζεται μαζί με τον Μεμά (Γιάννης Βογιατζής) και τις τραγουδίστριες Σοφία (Μαίρη Χρονοπούλου) και Μαρκησία (Αλέκα Μαβίλη), που είναι παράφορα ερωτευμένες μαζί του.

Κάποια μέρα όμως, στην γειτονιά τους ανοίγει ένα νέο κέντρο με μοντέρνα μουσική στο οποίο τραγουδάει ένα γυναικείο συγκρότημα με τραγουδίστρια την Μαίρη (Ζωή Λάσκαρη).

Η σύγκρουση στα είδη μουσικής που υπηρετούν ο Φώτης και η Μαίρη είναι μεγάλη, αλλά ο έρωτας θα έρθει για να λύσει κάθε διαφορά, έστω κι αν αυτός περάσει μέσα από πολλές και σκληρές συγκρούσεις με τον κοινωνικό περίγυρο των δύο νέων. Ποιος δεν γνωρίζει άλλωστε την θρυλική ατάκα του Μεμά στον Φώτη, «αυτή μέχρι μουστάκι θα σε βάλει να ξυρίσεις», θέλοντας να του πει ότι η Μαίρη θα τον κάνει ότι θέλει.

Ατάκα που μέχρι σήμερα λέγεται σε ανάλογες περιπτώσεις σε παρέες και συζητήσεις των νεοελλήνων. Εξαιρετική η σκηνή όπου ο Φώτης και η παρέα του πηγαίνουν στο σπίτι της Μαίρης για να γνωρίσουν τους δικούς της, σε ένα περιβάλλον γεμάτο αριστοκράτες, οι οποίοι «παγώνουν» όταν βλέπουν την λαϊκή καταγωγή τους. Γρήγορα όμως εμφανίζονται να ενστερνίζονται τον τρόπο συμπεριφοράς των λαϊκών αυτών ανθρώπων, συμπεριφορά που φαίνεται ξεκάθαρα ότι τους απελευθερώνει από τις δεσμεύσεις και τα status που τους έχουν επιβληθεί από τον κοινωνικό περίγυρο.

Η εικόνα των «αριστοκρατών» αυτών να τρώνε στη δεξίωση με τα χέρια, μιμούμενοι τον Φώτη και την παρέα του, προσφέρει άφθονο γέλιο, προσφέροντας παράλληλα μια εύστοχη κοινωνική κριτική στα στερεότυπα της εποχής εκείνης. Ίσως δε, ακόμα και της σημερινής.

Στο ίδιο πλαίσιο και η στημένη φάρσα, που εξελίσσεται σε αληθινό καυγά για την τιμή της αδελφής, όπου ο Φώτης σπάει στο ξύλο τον Κώστα επειδή παράτησε την αδελφή του με την οποία είχε δεσμό, ενώ οι τουρίστες θαμώνες του κέντρου, αλλά και οι φίλοι των δύο ανδρών διασκεδάζουν, νομίζοντας ότι το ξύλο είναι συννενοημένο, ενώ δεν είναι. «Με τις “Θαλασσιές τις χάντρες”, ο Γιάννης Δαλιανίδης προσθέτει ένα ακόμη επιτυχημένο “μιούζικαλ” στη σειρά που έχει αρχίσει με τα “Κορίτσια για Φίλημα” κ.λ.π.», αναφέρει μεταξύ άλλων στην κριτική της για την ταινία, η κριτικός Αγλαϊα Μητροπούλου, στην εφημερίδα «Αθηναϊκή», τον Φεβρουάριο του 1967.

Και συνεχίζει: «Τώρα, αφορμή και πυρήνας του έργου είναι τα μπουζούκια και ένα σωρό καλοί ηθοποιοί – Φαίδων Γεωργίτσης, Μαίρη Χρονοπούλου, Κώστας Βουτσάς, Μάρθα Καραγιάννη, Ζωή Λάσκαρη, Αλέκα Μαβίλη, Νανά Σκιαδά, Άρης Μαλιαγρός – τραγουδούν και χορεύουν την ιστορία της πλούσιας κοπέλας που έχει γίνει λαϊκή τραγουδίστρια, ερωτευμένη με τον μπουζουκτσή ενός λαϊκού κέντρου και της αδελφής του μπουζουκτσή, ερωτευμένης με τον κωμικό-ιμπρεσάριο του κέντρου».

Η ταινία «Οι θαλασσιές οι χάντρες» είναι από τις αγαπημένες των ελληνικών καναλιών, τα οποία την προβάλουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Και βέβαια, κάθε φορά οι τηλεθεάσεις της είναι υψηλές.

Advertisement

Το ειδύλλιο Βοσκόπουλου-Λάσκαρη

ειδύλλιο

Ήταν η εποχή που οι νεανικές –και όχι μόνο- μάζες μαγεύονταν από την ελευθεριάζουσα ατμόσφαιρα στο σεξ, από το κίνημα των χίπις, από το αντιπολεμικό κλίμα που προκαλούσε ο πόλεμος στο Βιετνάμ, από το αντικαπιταλιστικό κλίμα που πυροδοτούσε η διεθνής πετρελαϊκή κρίση.

Κι όλα αυτά, τη στιγμή που η Ελλάδα στέναζε κάτω από την σκληρή και αλλοπρόσαλλη χούντα των συνταγματαρχών. Μιλάμε για το 1970, όταν ο Γιάννης Δαλιανίδης αποφασίζει με τον Φίνο να μεταφέρουν το θεατρικό μιούζικαλ «Μαριχουάνα Στοπ» και στον κινηματογράφο.

Το έργο ήταν του Γιάννη Δαλιανίδη και παρουσιάστηκε στο θέατρο Μπουρνέλλη, με την Ζωή Λάσκαρη να πραγματοποιεί την πρώτη της θεατρική εμφάνιση στο κοινό της Αθήνας.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή η Λάσκαρη είχε κάνει απλά μια θεατρική περιοδεία στην Κύπρο, το 1967.

Ένα καστ σπουδαίων ηθοποιών, υπό την καθοδήγηση του Δαλιανίδη, με την εξαιρετική μουσική του Μίμη Πλέσσα, τα όμορφα χορευτικά του Βαγγέλη Σειληνού, αλλά και τα ανεπανάληπτα τραγούδια του σταρ της εποχής, Τόλη Βοσκόπουλου, δημιουργούν μια ενδιαφέρουσα ταινία, που μέχρι και σήμερα, όποτε προβάλλεται από την ελληνική τηλεόραση σημειώνει σημαντικές τηλεθεάσεις.

Μάλιστα, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας αυτής δημιουργήθηκε και το φλογερό ειδύλλιο της Ζωής Λάσκαρη και του Τόλη Βοσκόπουλου, το οποίο άφησε εποχή. Ο Τόλης Βοσκόπουλος διήγαγε την κορυφαία περίοδο της μεγάλης καριέρας του, ήταν ο σούπερ σταρ της εποχής, «σπάζοντας ταμεία» σε κάθε του εμφάνιση.

Στην ταινία «Μαριχουάνα Στοπ» ερμηνεύει με τον δικό του μοναδικό τρόπο μερικά σπουδαία τραγούδια των Μίμη Πλέσσα και Λευτέρη Παπαδόπουλου που άφησαν εποχή: «Κι εσύ θα φύγεις», «Μ’ ανάστησες καρδιά μου», «Μη σε νοιάζει», «Το Φεγγάρι πάνωθέ μου». Το τελευταίο το ερμηνεύει σε μια σκηνή κοσμικής ταβέρνας, χορεύοντάς το μαζί με τη Ζωή Λάσκαρη, σε μια σκηνή που πλέον θεωρείται από τις κλασικές του ελληνικού κινηματογράφου.

Να σημειωθεί ότι στο θέατρο, το ρόλο της Μάρθας Καραγιάννη στην ταινία, ερμήνευε η Δέσποινα Στυλιανοπούλου.

Ποια ήταν όμως η υπόθεση της ταινίας; Σ’ ένα παλιό αρχοντικό της Πλάκας ζει ο Ιπποκράτης (Χρόνης Εξαρχάκος) νοικιάζοντας το υπόγειο του σπιτιού στην Δέσποινα (Μάρθα Καραγιάννη) που είναι και ερωτευμένη μαζί του.

Ο ξάδερφός του ο Αχιλλέας και η φίλη του Πωλίνα θέλουν να μετατρέψουν το σπίτι σε νυχτερινό κέντρο. Ο Ιπποκράτης θέλει να το πουλήσουν. Πλήρης διαφωνία λοιπόν. Το μπέρδεμα αναμένουν να τους το λύσει η τρίτη τους ξαδέρφη, η Καίτη (Ζωή Λάσκαρη), η οποία έρχεται απ’ το Λονδίνο για ν’ αποφασισθεί μαζί της η τύχη του σπιτιού. Η Καίτη καταφθάνει μαζί με τον Γιώργο (Γιώργος Πάντζας), τον οποίο γνώρισε στο αεροπλάνο.

Την άλλη μέρα πάει στο γραφείο του κι ανακαλύπτει το δεσμό του με την Ζωρζέτ (Ελένη Ανουσάκη), μια Γαλλιδούλα. Αποφασίζει ν’ αδιαφορήσει μα ο Γιώργος την κυνηγάει κι αποφασίζει να την κάνει να ζηλέψει. Συνεννοείται λοιπόν με την Μελίτα, μια πλούσια κυρία που είναι ερωτευμένη με τον Βοσκόπουλο και θέλει κι εκείνη να τον κάνει να ζηλέψει.

Εν τω μεταξύ το ίδιο κόλπο σοφίζεται και η Δέσποινα για να κάνει τον Ιπποκράτη να ζηλέψει. Τα μπερδέματα διαδέχονται το ένα το άλλο, σε ένα απίθανο γαϊτανάκι παρεξηγήσεων. Και μπορεί το σενάριο κάποιες φορές να φαντάζει αφελές, ωστόσο προκαλεί αβίαστα το γέλιο, κυρίως λόγω των «δυνατών» ερμηνειών ηθοποιών όπως ο Εξαρχάκος και ο Πάντζας.

Η ταινία «Μαριχουάνα Στοπ» προβλήθηκε στις αίθουσες Αθηνών – Πειραιώς – Προαστίων το 1971 και έκοψε 312.042 εισιτήρια. Ο αριθμός αυτός την έφερε στην 12η θέση ανάμεσα στις 87 ταινίες της σεζόν εκείνης.

Advertisement

Ποιος ήταν ο σύζυγος της Καίτης Παπανίκα

Έναν γάμο έκανε στην ζωή της η Καίτη Παπανίκα και αυτός ήταν με έναν συνάδελφό της.

Έναν ηθοποιό που τον ξέρουμε όλοι μας πολύ καλά και τον έχουμε αγαπήσει πολύ μέσα από τις ταινίες και το θέατρο. Η Κάτια Παπανίκα λοιπόν μέχρι το 1993 ήταν παντρεμένη με τον Θόδωρο Κατσαδράμη.

Advertisement

Ποιός ήταν ο πραγματικός τρελο-Μπρίλυ

τρελο-Μπρίλυ

Μπορεί ένας δεύτερος ρόλος σε μια ταινία να είναι τόσο επιτυχημένος, ώστε κάθε αναφορά σε αυτή να οδηγεί την σκέψη στο όνομα του ηθοποιού που υποδύθηκε τον ρόλο αυτό;

Μπορεί ένα 15λεπτο «πέρασμα» ενός ηθοποιού από μια ταινία να αποτυπωθεί τόσο έντονα στο μυαλό των θεατών, ώστε κάθε αναφορά στην ταινία αυτή να συνδέεται σχεδόν νομοτελειακά με τον ηθοποιό αυτό; Η απάντηση είναι ξεκάθαρα «ναι». Όταν μάλιστα ο ηθοποιός αυτός είναι ο μοναδικός Γιάννης Γκιωνάκης, τότε το «ναι» έρχεται ακόμα πιο εύκολα.

Ο ρόλος του τρελο-Μπρίλυ που ερμήνευσε ο σπουδαίος αυτός ηθοποιός στην ταινία «Τα κίτρινα γάντια» θεωρείται από πολλούς ως ο σημαντικότερος ρόλος της καριέρας τους.

Το σίγουρο είναι ότι η ερμηνεία του σε αυτή την ταινία του 1960, έμεινε ιστορική, ειδικά η σκηνή όπου ο ίδιος συζητά με τον Νίκο Σταυρίδη στο καφενείο των Αγίων Θεοδώρων, όταν ο τελευταίος μπήκε για να αναζητήσει τη γυναίκα του.

Η φράση «τι θέτε, πορτοκαλάδα από πορτοκάλια;» και η απάντηση του Σταυρίδη «όχι, από μούσμουλα» αποτελεί μια από τις φράσεις που έμειναν στο πάνθεον των διαχρονικών διαλόγων που άφησε παρακαταθήκη ο παλιός, καλός ελληνικός κινηματογράφος.

Μια φράση που ακόμα και σήμερα ακούγεται στις καθημερινές συζητήσεις των νεοελλήνων, όταν οι τελευταίοι χαλαρώνουν και διασκεδάζουν –όσο τέλως πάντων τους επιτρέπει η δύσκολη καθημερινότητα που ζούμε όλοι τα τελευταία χρόνια.

Όπως και ο διάλογος των δύο ηθοποιών, στην ίδια σκηνή, όπου ο Σταυρίδης βλέπει στον τοίχο κρεμασμένο ένα κάδρο του Παλαιών Πατρών Γερμανού και ρωτώντας τον Γκιωνάκη εάν αυτός είναι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο τελευταίος τον αποστομώνει λέγοντάς του το αμίμητο «όχι…Έλληνας είναι!».

Αυτό που δεν γνωρίζει ο κόσμος, είναι ότι ο ρόλος του τρελο-Μπρίλυ δεν προέκυψε εκ παρθενογεννέσεως, αφού ο Γκιωνάκης με αυτόν μιμήθηκε έναν χαζούλη τύπο που κυκλοφορούσε εκείνη την εποχή στα καμαρίνια των ηθοποιών.

Η ταινία αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά του έργου των Αλέκου Σακελλάριου- Χρήστου Γιαννακόπουλου «Η Ρένα εξώκειλε», το οποίο γράφτηκε για το θίασο του Βασίλη Λογοθετίδη, χωρίς όμως ο ίδιος να πρωταγωνιστήσει στην κινηματογραφική ταινία, γιατί δυστυχώς πέθανε στις 20 Φεβρουαρίου του 1960.

Έτσι, τη θέση του πήρε ο Νίκος Σταυρίδης. Στην ταινία πρωτοεμφανίστηκε, ο μεγάλος Έλληνας μοντέρ Πέτρος Λύκας, ο όποιος, από κει κι έπειτα, συνεργάστηκε στη Finos Film, μέχρι και το 1977, όταν η εταιρεία έκλεισε.

«Τα κίτρινα γάντια» προβλήθηκαν το 1960 στις κινηματογραφικές αίθουσες Πειραιά, Αθήνας και προαστίων και έκοψε 27.787 εισιτήρια. Από τις 58 ταινίες εκείνης της χρονιάς κατέλαβε τη 18η θέση.

Για την μετέπειτα πορεία της ταινίας, η επίδοση αυτή σαφέστατα ήταν πολύ μικρή. Είναι λοιπόν ξεκάθαρο ότι η ταινία στην εποχή της δεν έκανε και τόσο μεγάλη επιτυχία, ωστόσο σήμερα θεωρείται μια από τις κλασικότερες, ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.

Ποια ήταν όμως η υπόθεσή της;

«Ο Ορέστης, ένας πλούσιος κύριος, ζηλεύει παθολογικά τη νεαρή όμορφη γυναίκα του και υποπτεύεται πως κάποιοι περίεργοι μουστακαλήδες παραμονεύουν έξω από το σπίτι του γι’ αυτήν. Από την άλλη, η υπηρέτρια του, Τούλα, διατηρεί κρυφό δεσμό με έναν μουστακαλή ταξιτζή.

Κάποια στιγμή η υπηρέτρια, ο ταξιτζής, ο ζηλιάρης σύζυγος, μια γειτόνισσα που έχει δανειστεί απο τη γυναίκα του Ορέστη τα ρούχα της, και ο αρραβωνιαστικός της γειτόνισσας βρίσκονται σε ένα καφενείο έξω απο την Αθήνα. Από εκείνη τη στιγμή αρχίζει να ξετυλίγεται ένα κουβάρι παρεξηγήσεων, που μόνο ο ίδιος ο Ορέστης μπορεί να ξεδιαλύνει». Η ταινία ήταν παραγωγή Finos Film και της εταιρείας Δαμασκηνός & Μιχαηλίδης, σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου.

Εκτός από το Νίκο Σταυρίδη και τον Γιάννη Γκιωνάκη, πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι Μίμης Φωτόπουλος, Μάρω Κοντού, Μάρθα Βούρτση, Παντελής Ζερβός, Νίκη Λινάρδου, Κώστας Δούκας, Υβόνη Βλαδιμήρου, Γιώργος Μπέλλος, Πόπη Λάζου, Παναγιώτης Καραβουσιάνος κ.α. Η μουσική ήταν του Τάκη Μωράκη, ενώ στην ταινία τραγουδούν η Μάρθα Βούρτση και ο Μίμης Φωτόπουλος.

Advertisement

Ποιός Ελληνας ηθοποιός έχει πάρει Όσκαρ

Όσκαρ

Ο Γιώργος Πετρόχειλος ειναι Ελληνας Ηθοποιός ο οποίος εγινε κυρίως γνωστός απο τις Βιντεοκασέτες την δεκαετία του 80′.

Πόσοι όμως γνωρίζετε πως ο Γιωργος Πετρόχειλος εχει πάρει Βραβείο Οσκαρ Β’ αντρικού ρόλου για την καταπληκτική του ερμηνεία αλλά και χορογραφία στην ταινία «hooligans» (1983) ;

Δείτε το σκηνή της ταινίας που πήρε ΟΣΚΑΡ…

Advertisement

Μία ματιά και εδώ..

Αχ και να ‘μουν άντρας: Σπάνια φωτογραφία

Αχ και να 'μουν άντρας
Το 1966 έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους η ταινία με πρωταγωνίστρια την Μάρω Κοντού, "Αχ και να 'μουν άντρας". Μια ευχάριστη κωμωδία σε σενάριο και...

Διονύσης Παπαγιαννόπουλος 1912-1984

papagiannopoulos e1481279280945
Ο ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος γεννήθηκε το 1912 στο Διακοφτό.Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου και πρωτοεμφανίστηκε το...