20.1 C
Athens
Πέμπτη, 21 Μαΐου, 2026

Λαυρέντης Διανέλλος: Η ψυχή του ελληνικού κινηματογράφου

Υπάρχουν ονόματα που δεν χρειάζονται φανφάρες για...

Βαγγέλης Βουλγαρίδης: Ο ευγενικός ζεν πρεμιέ

Τις περισσότερες φορές, ήταν εκείνοι οι δευτεραγωνιστές...
spot_imgspot_img
Blog Σελίδα 76

Ποιες αντικατέστησαν οι Ναθαναήλ-Διαλυνά

Ναθαναήλ-Διαλυνά

Το 1971 η χώρα στέναζε κάτω από τη μπότα τη δικτατορίας των συνταγματαρχών, η ελευθεροτυπία υπήρχε απλά ως λέξη στο ελληνικό λεξικό και κάθε καλλιτεχνική δημιουργία για να βγει «στον αέρα» περνούσε από τη λογοκρισία. Ωστόσο δεν ήταν λίγες οι φορές που οι καλλιτέχνες κατάφερναν μέσα από τα φαινομενικά αθώα δημιουργήματά τους, να περνούν και μηνύματα ελευθερίας. Άλλοτε εύστοχα και άλλοτε όχι.

Το 1971 λοιπόν, ο κινηματογραφικός οργανισμός Καραγιάννης-Καρατζόπουλος γυρίζει την ταινία με τίτλο «Εθελοντής στον έρωτα», με πρωταγωνιστές τον Κώστα Βουτσά, την Έλενα Ναθαναήλ και τον Νίκο Ρίζο. Στο τέλος της ταινίας αυτής ακούγεται…ο ύμνος του ΕΑΜ, «καλυμμένος» σεναριακά πίσω από μια ορχήστρα που πήγε στο σπίτι του πρωταγωνιστή Βουτσά για να παίξει μουσική για τον εορτασμό των αρραβώνων του ίδιου με την Ναθαναήλ.

Και είναι απορίας άξιον πως όλη αυτή η σκηνή κατάφερε να περάσει από τη λογοκρισία και να μνημονεύεται μέχρι σήμερα! Αυτό το γεγονός βέβαια, δεν είναι το μόνο που αξίζει να κρατήσει κανείς από την ταινία αυτή, το σενάριο της οποίας αποτελούσε διασκευή του ομώνυμου θεατρικού έργου των Πολύβιου Βασιλειάδη, Λάκη Μιχαηλίδη, το οποίο μια σεζόν νωρίτερα είχε ανέβει στο θέατρο Μετροπόλιταν, με πρωταγωνιστές τους Κώστα Βουτσά, Νίκο Ρίζο, Μάρω Κοντού, Νόνικα Γαληνέα και Έλσα Ρίζου.

Στην κινηματογραφική μεταφορά του έργου την Μάρω Κοντού είχε αντικαταστήσει η Έλενα Ναθαναήλ και τη Νόνικα Γαληνέα η Ρίκα Διαλυνά. Άλλωστε ήταν γνωστό ότι η Γαληνέα προτιμούσε το θέατρο και απέφευγε τις κινηματογραφικές εμφανίσεις.

Η υπόθεση της ταινίας ήταν η εξής:

Ένας λογιστής σε ασφαλιστική εταιρεία, ο Θωμάς Ραΐζης, γνωρίζει την πανέμορφη Μίρκα, ιδιοκτήτρια μιας μπουτίκ στο Κολωνάκι, η οποία τον παρακαλεί να της κρατήσει τα λογιστικά βιβλία. Εκείνος δέχεται φυσικά, και η Μίρκα στη συνέχεια του ζητάει μια επιπλέον, ιδιάζουσα, χάρη: να προσποιηθεί τον ερωτευμένο μαζί της, μήπως και συνέλθει ο αρραβωνιαστικός της, ο οποίος τον τελευταίο καιρό «της κάνει νερά».

Ο Θωμάς δέχεται να παίξει αυτό το παιχνίδι εξαιρετικά πειστικά, μέχρι που πείθεται και ο ίδιος, κι ερωτεύεται πραγματικά τη Μίρκα. Ακολούθως, σκαρώνει το ίδιο κόλπο για δικό του λογαριασμό, παριστάνοντας τον ερωτευμένο με μια πλούσια πελάτισσα της μπουτίκ (Ρίκα Διαλυνά), προκειμένου να κεντρίσει τη ζήλια της Μίρκας. Και τα καταφέρνει.

Ο συνεταίρος της Μίρκας ερωτεύεται την αδελφή του Θωμά και στο τέλος την παντρεύεται, σώζοντάς την από τα νύχια ενός αετονύχη προικοθήρα. Μάλιστα, ο συνέταιρος της Μίρκας ήταν η αιτία της γνωριμίας της με τον Θωμά, όταν ο τελευταίος έδωσε αίμα σε αυτόν, μετά από κάποιο ατύχημα που είχαν ο συνέταιρος και η Μίρκα, με μηχανάκι.

Έξυπνοι και νευρώδεις διάλογοι, διανθισμένοι ευρηματικό χιούμορ, είναι τα δυνατά ατού της ταινίας, τα στοιχεία που την κάνουν να βλέπεται ευχάριστα και δεύτερη και τρίτη φορά. Η ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 70’ που είναι διάχυτη τόσο στα σκηνικά, όσο και στις ενδυματολογικές προτιμήσεις των πρωταγωνιστών, είναι ένα ακόμα στοιχείο που προσέχει κανείς βλέποντας την ταινία.

Ωστόσο αντίβαρο στο όλο αποτέλεσμα είναι τόσο η ερμηνεία της Ρίκας Διαλυνά, η οποία ήταν γεμάτη ακρότητες και αχρείαστους αστεϊσμούς, όσο και η αντίστοιχη της Μίτσης Κωνσταντάρα, η οποία ήταν φανερό ότι χωρίς την «ασφάλεια» του αδελφού της, Λάμπρου Κωνσταντάρα, αισθάνονταν αρκετά έξω από τα νερά της.

Η σκηνοθεσία της ταινίας ήταν του Κώστα Καραγιάννη, ο οποίος σίγουρα θα μπορούσε να κάνει περισσότερα. Η μουσική ήταν του Γιώργου Ζαμπέτα, ενώ ο ίδιος εμφανίζεται να τραγουδάει, μαζί με την Λένα Σαββίδου. Άλλοι σημαντικοί ηθοποιοί που εμφανίζονται είναι η Έλσα Ρίζου, ο Σωτήρης Τζεβελέκος, ο Μανώλης Δεστούνης, η Μαίρη Φαρμάκη, η Ντίνα Τζιόβα κ.α. Η ταινία έκοψε 246.870 εισιτήρια τη σεζόν 1970-1971 που προβλήθηκε.

Advertisement

Η πρώτη ταινία της Φίνος Φιλμ

e phone tes kardias   002
e phone tes kardias 002

Σίγουρα όλοι όσοι αγαπούν τον παλιό, καλό ελληνικό κινηματογράφο, έχουν μια ιδιαίτερη αγάπη για την Finos Film και την προσφορά της στον ελληνικό πολιτισμό.

Πόσοι όμως γνωρίζουν ποια είναι η πρώτη ελληνική ταινία, στην οποία εμφανίζεται η εταιρεία αυτή ως παραγωγός; Μάλλον λίγοι.

Η ταινία αυτή λοιπόν, είναι «Η φωνή της καρδιάς», η οποία γυρίστηκε και προβλήθηκε το 1943, εν μέσω γερμανικής κατοχής. Μάλιστα ήταν η πρώτη ελληνική ταινία που γυρίστηκε μετά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, το 1941.

Σε αυτή πρωταγωνιστούν σπουδαίοι ηθοποιοί, όπως ο Αιμίλιος Βεάκης, ο Δημήτρης Χορν, η Καίτη Πάνου, η Σμαρούλα Γιούλη, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, ο Αλέκος Λειβαδίτης, η Νίτσα Τσαγανέα, ο Παντελής Ζερβός και άλλοι πολλοί και εκλεκτοί. Μάλιστα για τους Χόρν, Πάνου, Γιούλη και Κωνσταντάρα, η ταινία αυτή συνιστά από τις πρώτες κινηματογραφικές εμφανίσεις τους.

Η υπόθεση θέλει τον κυρ-Σπύρο (Αιμίλιος Βεάκης») να έχει μόλις βγει από τη φυλακή, όπου εξέτισε την ποινή του για τη δολοφονία του εραστή της γυναίκας του. Προσπαθώντας να επιβιώσει, πιάνει δουλειά σε ένα ταβερνάκι, όπου συχνάζει μια κοπέλα, η οποία είναι η χαμένη του κόρη (Καίτη Πάνου). Αν και δεν την αναγνωρίζει, δημιουργείται μια στοργική σχέση και ο κυρ-Σπύρος προσπαθεί να τη βοηθήσει να παντρευτεί το νέο που αγαπάει, τον οποίο όμως δεν θέλει η μητέρα της.

Όπως πληροφορούμαστε από την Finos Film, η ταινία προβαλλόταν με μεγάλη επιτυχία επί τρεις συνεχείς εβδομάδες σε τρεις κινηματογράφους του κέντρου των Αθηνών και η κοσμοσυρροή έξω από τους κινηματογράφους Ρεξ και Έσπερος ενόχλησε ιδιαίτερα τους Γερμανούς κατακτητές. Η πρώτη προβολή της έγινε στις 29 Μαρτίου του 1943 και έκοψε στην Αθήνα 102. 237 εισιτήρια.

Όπως αναφέρει δε η εταιρεία, στα παρασκήνια των γυρισμάτων αναφέρεται η παρ’ ολίγον αποχώρηση του πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή, χρονογράφου και συνθέτη του ελαφρού τραγουδιού, Χρήστου Χαιρόπουλου, όταν έμαθε πως στην ταινία θα ακουγόταν ένα ρεμπέτικο τραγούδι. Υπήρχαν όμως κι άλλα ενδιαφέροντα tips για την ταινία.

Όπως το πρόβλημα που προέκυψε σε μια ερωτική σκηνή, καθώς ο σκηνοθέτης Δημήτρης Ιωαννόπουλος, ερωτευμένος με την πρωταγωνίστρια Καίτη Πάνου, δεν επέτρεψε στον Δημήτρη Χορν να την φιλήσει στο στόμα όπως απαιτούσε το σενάριο.

Τέλος, η φωνή του Αιμίλιου Βεάκη στην ταινία ανήκει στον Τζαβάλα Καρούσο.

Συμπαραγωγός με την Finos Film ήταν ο Γ. Καβουκίδης, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Δημήτρη Ιωαννόπουλου.

Η μουσική ήταν του Χρήστου Χαιρόπουλου.

Advertisement

Όταν η ταινία Το τελευταίο ψέμα δεν πήγε καλά

Photo9 teleutaio psemma 51cfd836af141fe3f020e5d0d0f797a1 L
Photo9 teleutaio psemma 51cfd836af141fe3f020e5d0d0f797a1 L

Το 1954, με την κινηματογραφική ταινία «Κυριακάτικο ξύπνημα», ο Μιχάλης Κακογιάννης έκανε την αρχή της διεθνούς σκηνοθετικής του καριέρας.

Η «Στέλλα», το «Κορίτσι με τα μαύρα», το «Τελευταίο ψέμα» η τριλογία του «Ηλέκτρα», «Τρωάδες» και «Ιφιγένεια», καθώς και ο «Αλέξης Ζορμπάς» είναι μερικές μόνο από τις ταινίες του που διαγωνίστηκαν και προβλήθηκαν στα εγκυρότερα φεστιβάλ παγκοσμίως και απέσπασαν πολλά βραβεία και τιμητικές διακρίσεις.

Αυτό ωστόσο που είναι λιγότερο γνωστό είναι το γεγονός ότι η διεθνής καταξίωση του Κακογιάννη ήρθε όχι με τη «Στέλλα» ή το «Κορίτσι με τα μαύρα», αλλά με το «Τελευταίο ψέμα», ταινία που γυρίστηκε το 1957 σε συμπαραγωγή της Finos Film και της Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης.

Αυτό συνέβη διότι η ταινία αυτή ήταν η τρίτη χρονικά μετά τις δύο προαναφερθείσες που κινήθηκε σε εξαιρετικά ποιοτικά standards, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι οι δύο προηγούμενες επιτυχίες του Κακογιάννη δεν ήταν τυχαίες. Υπερβολικό; Μπορεί.

Η αλήθεια είναι ωστόσο ότι εκείνη την εποχή δεν ήταν καθόλου εύκολο για έναν σκηνοθέτη να ξεχωρίσει, αφού ο παγκόσμιος κινηματογράφος είχε να επιδείξει εκατοντάδες ποιοτικές ταινίες, από εκατοντάδες σπουδαίους σκηνοθέτες.

Η ταινία «Το τελευταίο ψέμα» έλαβε μέρος σε πολλά φεστιβάλ κινηματογράφου (Κάννες 1958, Μελβούρνη 1959, Σαν Φρανσίσκο 1959), χαρακτηρίστηκε από πολλούς Ευρωπαίους κριτικούς σαν αριστούργημα και καθιέρωσε διεθνώς τον Κακογιάννη, ο οποίος κατάφερε να πάει για τέταρτη φορά στο Φεστιβάλ των Καννών.

Πρωταγωνίστρια της ταινίας ήταν η μοναδική Έλλη Λαμπέτη, η οποία όπως ενημερώνει η Finos Films, «έκανε τους κριτικούς των Καννών να μνημονεύουν το όνομά της δίπλα σε αυτό της Γκρέτα Γκάρμπο, ενώ ήταν υποψήφια για το βραβείο καλύτερης ξένης ηθοποιού στα βραβεία BAFTA της Βρετανικής Ακαδημίας».

Μια άλλη ενδιαφέρουσα πληροφορία για την ταινία ήταν ότι αποτέλεσε την πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση για το παιδί-θαύμα της εποχής εκείνης, Βασιλάκη Καϊλα.

Η ταινία παρακολουθεί τη ζωή της Χλόης, της όμορφης κόρης μιας κατεστραμμένης οικονομικά αθηναϊκής οικογένειας, η οποία πιέζεται από τη μητέρα της να κάνει έναν πλούσιο γάμο, καταπνίγοντας τα πραγματικά της αισθήματα. Ο πατέρας της Χλόης βρίσκεται ένα βήμα πριν την χρεοκοπία, αλλά η μητέρα της πιστεύει πως πρέπει να συνεχίσουν να έχουν επαφή με τους ευκατάστατους φίλους τους με τη βοήθεια δανεικών χρημάτων.

Η σχέση, όμως, της Χλόης με την υπηρέτρια του σπιτιού, την φέρνει κοντά στους απλούς ανθρώπους του λαού και την κάνει να δει τη ζωή με άλλα μάτια. Δίπλα στην Λαμπέτη δεσπόζει μια άλλη μυθική φιγούρα του ελληνικού θεάτρου, ο Γιώργος Παππάς, ο οποίος με την αρχοντική του ερμηνεία στέκεται επάξια δίπλα στην σπουδαία αυτή ελληνίδα ηθοποιό.

Μαζί τους μια πλειάδα εξαιρετικών ηθοποιών, απογειώνουν το σενάριο του Μιχάλη Κακογιάννη: Μιχάλης Νικολινάκος, Ελένη Ζαφειρίου, Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Μηνάς Χρηστίδης, Ζώρζ Σαρρή, Δέσπω Διαμαντίδου, Μαίρη Χρονοπούλου, Αθηνά Μιχαηλίδου, Νίκος Φέρμας, Νίκος Κούρκουλος.

Παρά τους διεθνείς διθυράμβους ωστόσο, η ταινία δεν πήγε καλά στο εσωτερικό της χώρας, αφού στην πρώτη της προβολή, τον Φεβρουάριο του 1958, μόλις που ξεπέρασε τα 50.000 εισιτήρια, σε μια πολύ δύσκολη βέβαια εποχή για τους Έλληνες.

Η εξαιρετική μουσική της ταινίας «Το τελευταίο ψέμα» ήταν του Μάνου Χατζιδάκι, ενώ η σκηνογραφία του Γιάννη Τσαρούχη.

Advertisement

Το ατύχημα που είχε κατά τη διάρκεια γυρισμάτων η Αλίκη

Αλίκη

Κάποτε ρώτησαν την Αλίκη Βουγιουκλάκη για την ταινία που θεωρεί ότι στάθηκε σταθμός στην καριέρα της και απάντησε ότι της ήταν δύσκολο να ξεχωρίσει κάποια. Στις 5-6 σημαντικότερες ωστόσο, ανέφερε τη «Μανταλένα», η οποία γυρίστηκε από την Φίνος Φιλμ το 1960 και αποτέλεσε ιστορικό σταθμό για την τελευταία.

Η ταινία θριάμβευσε στο 1ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, με βραβείο σεναρίου για τον Γιώργο Ρούσσο, βραβείο Α’ γυναικείου ρόλου για την Αλίκη Βουγιουκλάκη και βραβείο Β’ ανδρικού ρόλου για τον Παντελή Ζερβό, ενώ παράλληλα εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Φεστιβάλ Καννών του 1961.

Όπως αναφέρει η Finos Film, όλες οι σκηνές της ταινίας είναι γυρισμένες στο νησί της Αντίπαρου, τόπο καταγωγής του σεναριογράφου Γιώργου Ρούσσου, ο οποίος εμπνεύστηκε το θέμα από ένα πραγματικό περιστατικό, που συνέβη στην Αντίπαρο, όταν ήταν νέος.

Το σενάριο θέλει την μικρή κοινωνία ενός κυκλαδίτικου νησιού να είναι χωρισμένη στα δύο, εξαιτίας της έχθρας δύο καπετάνιων. Όταν ο καπετάν-Κοσμάς πεθαίνει, η κόρη του Μανταλένα βρίσκεται σε δύσκολη θέση, καθώς έχει να θρέψει τα έξι αδέλφια της.

Αποφασίζει να δουλέψει μόνη της το καΐκι, αλλά κανένας δεν εμπιστεύεται μια καπετάνισσα. Τα πράγματα θα αρχίσουν να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο, μέχρι να αναλάβει δράση ο παπάς του νησιού και ο έρωτας, στο πρόσωπο του βασικότερου…ανταγωνιστή της, του Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Η ταινία αποτυπώνει με έναν εξαιρετικά ρεαλιστικό τρόπο την ζωή των ψαράδων στα νησιά τη δεκαετία του 1960, όταν οι τελευταίοι προσπαθούν να διαχειριστούν τα ήθη της ελληνικής κοινωνίας της επαρχίας, στο πλαίσιο του ερχομού της τεχνολογίας, η οποία ανατρέπει τα πάντα χωρίς δισταγμούς και συναισθηματισμούς.

Σύμφωνα με την Finos Film, ο Μάνος Χατζιδάκις έστειλε στην Αλίκη τα τραγούδια «Θάλασσα Πλατιά» και «Μέσα σ’ αυτή τη βάρκα», γραμμένα σε μαγνητοταινία με τη φωνή της Νανάς Μούσχουρη!

Το αρχικό γύρισμα έγινε με τα πρωτότυπα τραγούδια και όταν επέστρεψαν στην Αθήνα αντικαταστάθηκε η φωνή της Νανάς Μούσχουρη με αυτή της Αλίκης. Τέλος, ήταν η πρώτη ελληνική ταινία που γυρίστηκε με τον σύγχρονο ήχο των μηχανημάτων Nagra.

Αξέχαστο για την Βουγιουκλάκη έμεινε το ατύχημα που είχε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, όταν σε μια σκηνή με τον Παπαμιχαήλ, βρίσκονταν οι δυο τους αντικριστά σε δύο διαφορετικές βάρκες και πλησιάζοντας ο ένας τον άλλον έπεσαν στο νερό, στο κενό των δύο βαρκών, όπου η Βουγιουκλάκη χτύπησε τον αυχένα της, γεγονός που επέφερε καθυστέρηση στα γυρίσματα.

Η σκηνοθεσία ήταν του Ντίνου Δημόπουλου και μαζί με τους Βουγιουκλάκη, Παπαμιχαήλ και Ζερβό, πρωταγωνιστούσαν οι Θόδωρος Μορίδης, Γιώργος Δαμασιώτης, Δέσπω Διαμαντίδου, Σμάρω Στεφανίδου, Καίτη Λαμπροπούλου, Λαυρέντης Διανέλλος, Θανάσης Βέγγος, Σπύρος Καλογήρου, Μαρία Γιαννακοπούλου, Θανάσης Τζενεράλης, Μαίρη Μεταξά, Περικλής Χριστοφορίδης, Βασίλης Καϊλας κ.α.

Η «Μανταλένα» έκανε πρεμιέρα στις 24 Οκτωβρίου 1960 και στην  πρώτη της προβολή έκοψε 192.378 εισιτήρια.

Advertisement

Όταν στην Ιαπωνία η ταινία Αμόκ προβάλλονταν επί δύο χρόνια

Στην πολύχρονη πορεία του στον ελληνικό κινηματογράφο, ο Φίνος απέδειξε πολλές φορές ότι τολμούσε να κάνει και πράγματα «μη συνηθισμένα» για τα δεδομένα της εποχής του. Και κάθε φορά, δικαιώνονταν. Αυτή τη φορά ήταν ο Ντίνος Δημόπουλος που το 1963 τον πείθει να κάνει κάτι διαφορετικό και επενδύοντας ένα σχετικά μικρό κονδύλι, να γυρίσει μια ταινία από αυτές που έχει επικρατήσει να λέγονται «μη εμπορικές». Πρόκειται για την ταινία με τον «δυνατό» – όσο και ενδεικτικό του περιεχομένου της – τίτλο «Αμόκ».

Σε αυτή πρωταγωνιστούσαν οι ηθοποιοί Φλωρέττα Ζάννα, Λευτέρης Βουρνάς, Άννα Βενέτη, Τάκης Εμμανουήλ, Ζέτα Αποστόλου, Άρτεμις Θεοδωρακοπούλου, Σπύρος Καλογήρου, Νίκη Τριανταφυλλίδη, Μαρία Μπονέλου, Δημήτρης Μπισλάνης, Μαρία Πανταζή, Γιάννης Βογιατζής, Τούλα Λιακοπούλου, Λουκιανός Ροζάν, Καίτη Τριανταφύλλου, Σόφη Μουτράκη, Λίλιαν Σουρτζή, Εύα Μπάρτον, Γιάννης Χαραλαμπίδης, Βασίλης Παπανίκας, Γιώργος Βελέντζας, Νίκος Πασχαλίδης, Ευαγγελία Σαμιωτάκη, Ζώρας Τσάπελης.

Η υπόθεση της ταινίας αφορούσε οκτώ κορίτσια τα οποία δραπετεύουν από το αναμορφωτήριο και στη συνέχεια καταφεύγουν σε ένα ερημονήσι (τα γυρίσματα έγιναν στην Κορωνησία, στην Άρτα).

Στο νησί όμως βρίσκεται και μια ομάδα μισθοφόρων, με αρχηγούς έναν πρώην αξιωματικό των Ες-Ες και τον γιο του. Οι άντρες αυτοί αναζητούν ένα μπαούλο με χρυσαφικά, το οποίο είναι θαμμένο εκεί από τα χρόνια της Κατοχής. Προσπαθώντας να επιτύχουν το στόχο τους, αποφασίζουν να μεταχειριστούν ποικιλοτρόπως τις κοπέλες, αλλά εκείνες κατορθώνουν να συντονιστούν μεταξύ τους και να εξουδετερώσουν τους καταπιεστές τους.

Έντονοι και ενίοτε βίαιοι διάλογοι, διάχυτος ερωτισμός – έστω και υπό τέτοιες δύσκολες συνθήκες -, εξαιρετική φωτογραφία, αλλά και ηθοποιοί που πραγματικά καταθέτουν τον καλύτερό τους εαυτό, συνθέτουν ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα, που αν μη τι άλλο μπορεί ο θεατής να παρακολουθήσει με ενδιαφέρον.

Για πολλούς κριτικούς της εποχής εκείνης δε, η ταινία αυτή βρίσκονταν μεταξύ των 5 κορυφαίων δραματικών ταινιών της Finos Film της δεκαετίας του 1960.

Στην ταινία «Αμόκ» κάνει την πρώτη του εμφάνιση ως διευθυντής φωτογραφίας ο μοναδικός Νίκος Καβουκίδης, ενώ βοηθός σκηνοθέτη είναι ο μετέπειτα επιτυχημένος και πολυβραβευμένος σκηνοθέτης Παντελής Βούλγαρης. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους Αθήνας-Πειραιά στις 9 Δεκεμβρίου 1963 και έκοψε 222.288 εισιτήρια, ωστόσο δεν θεωρήθηκε εμπορική επιτυχία, έστω κι αν βρέθηκε στην 18η θέση σε εισπράξεις ανάμεσα στις 92 ταινίες της σεζόν 1963-1964.

Παρ’ όλα αυτά, η πορεία της στο εξωτερικό ήταν εξαιρετική, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι το ελληνικό κοινό δεν ήταν έτοιμο να αποδεχθεί στον κινηματογράφο τέτοιου είδους …νεωτερισμούς. Το «Αμόκ» λοιπόν, μεταγλωττίστηκε σε πολλές γλώσσες, ενώ μόνο στη Νέα Υόρκη προβάλλονταν στις κινηματογραφικές αίθουσες για 14 εβδομάδες.

Στην Ιαπωνία δε, προβάλλονταν επί δύο ολόκληρα χρόνια. Πέρα από τη σκηνοθεσία, ο Ντίνος Δημόπουλος υπογράφει και το σενάριο, μαζί με τον Λάζαρο Μοντανάρη. Η καταπληκτική μουσική ήταν του Σταύρου Ξαρχάκου και η σκηνογραφία του Μάρκου Ζέρβα.

Advertisement

Θανάσης Βέγγος: Όταν έπεσε από ταράτσα πολυκατοικίας

Θανάσης Βέγγος

Σουρεαλισμός και ρεαλισμός συναντώνται με ένα ιδανικό τρόπο στην ταινία «Ο παπατρέχας» που γύρισε στο τέλος του 1965 ο Θανάσης Βέγγος, με τη δική του εταιρεία παραγωγής. Με πρωταγωνιστή τον ίδιο, σε μια από τις κορυφαίες ερμηνείες της καριέρας του, ο Βέγγος δεν αφήνει κυριολεκτικά τίποτα όρθιο.

Τρέχει διαρκώς, κάνει απρόσεκτες κινήσεις και ζημιές, φροντίζει για όλους, γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, αλλά όλα αυτά καταγράφονται από την κάμερα με ένα μοναδικό τρόπο που σε συνδυασμό με την ανεπανάληπτη ερμηνεία του ίδιου, προκαλούν ατέλειωτο γέλιο μέχρι δακρύων.

Στην ταινία αυτή υποδύεται τον Πολύδωρο… Λαγό – από τις σπάνιες φορές που σε ταινία δεν έχει το όνομα Θανάσης -, έναν αγαπητό θυρωρό μιας πολυκατοικίας της πρωτεύουσας, ο οποίος τρέχει και δε φτάνει, προκειμένου να εξυπηρετήσει όλους τους ένοικους της πολυκατοικίας, για να εξοικονομήσει χρήματα να παντρέψει τις έξι αδερφές του, αλλά και την γεροντοκόρη θεία του.

Οι καταστάσεις που δημιουργούνται πολλές φορές φθάνουν στα όρια του εξωφρενικού, την ίδια στιγμή όμως δεν χάνουν την αίσθηση ρεαλισμού τους. Ο Πολύδωρος ξεκινά ένα ανελέητο κυνήγι γαμπρών και γάμων, με σκοπό να πάρει και αυτός σειρά και να παντρευτεί την καλή του.

Φυσικά οι καταστάσεις που δημιουργούνται είναι απίστευτες, ενώ όπως είχε αποκαλύψει πολλά χρόνια και ο ίδιος σε συνέντευξή του, στα γυρίσματα της ταινίας αυτής κινδύνευσε και η ζωή του, στη σκηνή που πέφτει από την ταράτσα της πολυκατοικίας κρατώντας μόνο ένα σχοινί μπουγάδας!

Η σκηνή είναι εξαιρετικά ρεαλιστική κι αυτό έγινε σκοπίμως από το Βέγγο, στον οποίο άρεσε να γυρίζει σκηνές που παρά τις υπερβολές τους, ήθελε να φαίνονται αληθινές.

Το ίδιο ισχύει και στην σκηνή που πέφτει με το κεφάλι πάνω στην τζαμαρία της πολυκατοικίας, σκηνή που αρχικά …τρομάζει τον θεατή με τον εξαιρετικό ρεαλισμό της.

Το σενάριο της ταινίας ήταν του Ναπολέων Ελευθερίου, καλού φίλου του Βέγγου, με τον οποίο είχαν συνεργαστεί και σε άλλες ταινίες. Η σκηνοθεσία ήταν του Ερρίκου Θαλασσινού και η μουσική του Παύλου Φιλίππου.

Μαζί με τον Βέγγο, στον «Παπατρέχα» πρωταγωνιστούσε πλειάδα καλών και αγαπημένων ηθοποιών όπως οι Σούλη Σαμπάχ, Κατερίνα Γιουλάκη, Ηρώ Κυριακάκη, Τάκης Μηλιάδης, Ταϋγέτη, Κία Μπόζου, Νίκος Φέρμας, Λαυρέντης Διανέλλος, Νίτσα Μαρούδα, Κώστας Μεντής, Σπύρος Κωνσταντόπουλος κ.α.

Η ταινία έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους της Αθήνας τη Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου του 1966 και «έκοψε» στην πρώτη προβολή της 420.339 εισιτήρια, αριθμός που την έφερε στην πρώτη 5άδα των ταινιών εκείνης της σεζόν.

Advertisement

Σεναριακές ατέλειες και χαλαρή σκηνοθεσία

Σεναριακές ατέλειες

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη έμεινε στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου όχι μόνο για το σπουδαίο ταλέντο της, αλλά και εξαιτίας του δυναμικού της χαρακτήρα, ο οποίος πολλές φορές την οδηγούσε σε συγκρούσεις με τους παραγωγούς (αξέχαστες οι κόντρες της με τον Φίνο), αλλά και σε κινήσεις που δεν κρίνονταν πάντα ως επιτυχείς.

Η ίδια δεν δίσταζε να εμπιστευθεί και άλλους παραγωγούς (πέρα του Φίνου, του Κονιτσιώτη, των Καραγιάννη-Καρατζόπουλου, αλλά και του Ζερβού).

Έτσι, το 1959 δεν δίστασε να εμπιστευθεί μια λιγότερο γνωστή εταιρεία παραγωγής, την Adams Films, των αδελφών Αδάμη, για να γυρίσει τη «Ζαβολιάρα», σε σενάριο και σκηνοθεσία του Μάριου Αδάμη.

Η Ζαβολιάρα

Το αξιοπερίεργο της υπόθεσης είναι ότι η εταιρεία αυτή γύρισε μία και μόνο ταινία, τη συγκεκριμένη, ενώ ο Μάριος Αδάμης δεν σκηνοθέτησε ποτέ ξανά.

Παρά το ρίσκο όμως, η Αλίκη δεν δίστασε να συνεργαστεί με την εταιρεία αυτή.

Το αποτέλεσμα της επιλογής της δεν την δικαίωσε, έστω κι αν στην ταινία συμπρωταγωνιστούσαν δύο ακόμα μεγάλα ονόματα του ελληνικού κινηματογράφου, ο Γιώργος Φούντας και ο Παντελής Ζερβός. (Άλλη μια απόδειξη ότι ένα κακό σενάριο δεν αναδεικνύεται ακόμα κι αν το ερμηνεύσουν μεγάλοι ηθοποιοί).

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη υποδύονταν την Λενιώ, κόρη του καπετάν-Κωσταντή (Παντελής Ζερβός), η οποία αγαπάει τον Λάμπρο (Γιώργος Φούντας), έναν ψαρά στην υπηρεσία του πατέρα της.

Την ίδια όμως αγαπάει κι ο Παντελής, ένας άλλος ψαράς, τον οποίο όμως η Λενιώ δεν τον θέλει.

Η προσπάθεια του Παντελή να βγάλει από τη μέση τον Λάμπρο, έχει σαν αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά ο καπετάν-Κωνσταντής.

Ο Λάμπρος παίρνει τη θέση του καπετάνιου και ξεκινούν να ψαρεύουν στα θολά νερά, την πιο επικίνδυνη περιοχή του νησιού, που έχει γίνει ο τάφος πολλών ναυτικών, μεταξύ των οποίων και του πατέρα του.

Μαζί τους πάει και η Λενιώ, που κάνει τον Παντελή να χάσει τα λογικά του και μετά από μια καταιγίδα να επιχειρήσει πάλι να σκοτώσει τον Λάμπρο.

Ευτυχώς, όμως, γίνεται αντιληπτός από τους άλλους. Όταν το καΐκι επιστρέφει στο νησί με τα αμπάρια του γεμάτα ψάρια, ο Λάμπρος ζητάει τη Λενιώ από τον πατέρα της και ο Παντελής παραδίδεται μόνος του στην αστυνομία. Τέλος καλό, όλα καλά δηλαδή.

Ωστόσο, οι σεναριακές ατέλειες, αλλά και η χαλαρή σκηνοθεσία οδηγούν σε ένα μέτριο αποτέλεσμα.

Έτσι, η ταινία που προβλήθηκε τη σεζόν 1959-1960, έκοψε μόλις 23.205 εισιτήρια, ερχόμενη στην 30η θέση ανάμεσα στις 52 ταινίες εκείνης της σεζόν.
Το αν μετάνιωσε ποτέ η Βουγιουκλάκη για την επιλογή της αυτή, θα μείνει για πάντα άγνωστο…

Advertisement

Ο άνθρωπος που δεν έπινε ενσάρκωσε με εξαιρετικό τρόπο τον ρόλο του

έπινε

«Ο μεθύστακας» αποτελεί αναμφισβήτητα μια από τις ταινίες-σταθμούς στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, με πολύ παρασκήνιο. Το 1949 ο Γιώργος Τζαβέλλας προτείνει στον Φίνο να γυρίσουν μια ταινία με πρωταγωνιστή τον Ορέστη Μακρή, στο ρόλο του μεθύστακα, έναν ρόλο που ο Μακρής τον ξεκίνησε από τις επιθεωρήσεις και κυριολεκτικά εκείνη την εποχή σάρωνε.

Ήταν πραγματικά μοναδικό το γεγονός ότι ένας άνθρωπος που δεν έπινε ποτέ του, ενσάρκωνε με τόσο εξαιρετικό τρόπο τον ρόλο ενός μεθυσμένου.

Η πρώτη φορά που ο Μακρής υποδύθηκε το μεθυσμένο ήταν στην επιθεώρηση με τίτλο «Παπαγάλος», η οποία ανέβηκε στο Ρεξ το 1932. Ο ήρωας που υποδυόταν ήταν ένα πραγματικό πρόσωπο που πολύ συχνά περιφερόταν στα γραφικά ταβερνάκια της Πλάκας.Ο Μακρής τον είχε δει και είχε αντιγράψει εκφράσεις και κινήσεις του για να τις μεταφέρει στον ρόλο που έπαιζε στην παράσταση.

Τα γυρίσματα του «Μεθύστακα» ξεκίνησαν λοιπόν με θετική διάθεση από όλους, όμως στη μέση των γυρισμάτων ο Φίνος άλλαξε γνώμη και πρότεινε στον Τζαβέλλα, να σταματήσουν την ταινία γιατί δεν πίστευε πως θα πήγαινε καλά ή αν ήθελε να έβρισκε κάποιον συνέταιρο για την παραγωγή ή αν μπορούσε ο ίδιος ο Τζαβέλλας, να βάλει κάποια χρήματα ως συνεταίρος.

Ο Τζαβέλλας όντως δανείστηκε από έναν θείο του, μπήκε συνέταιρος, η ταινία τελείωσε και ήταν ένας απίστευτος θρίαμβος.

Έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους στις 23 Ιανουαρίου του 1950 και έκοψε 304.438 εισιτήρια από την 5η κιόλας μέρα προβολής της. Τη σεζόν 1949-1950 ήρθε πρώτη ανάμεσα σε 13 ταινίες που προβλήθηκαν σε Αθήνα-Πειραιά.

Στην ταινία έκανε την πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο ο νεαρός τότε Νίκος Ρίζος, ενώ μαζί με τον Μακρή, πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι Δημήτρης Χορν, Μπίλλυ Κωνσταντοπούλου, Αθανασία Μουστάκα, Νίκος Βλαχόπουλος, Μαρία Γιαννακοπούλου, Κάτια Λίντα, Θάνος Τζενεράλης, Άννα Κυριακού, Γιώργος Βλαχόπουλος, Άννα Ραφτοπούλου, Ζαφειρίνη Γκιουζέπε, Ράλλης Αγγελίδης, Ρένα Στρατηγού και πολλοί άλλοι.

Η υπόθεση ήθελε εναν φτωχό τσαγκάρη στην Πλάκα, πριν χρόνια καλό οικογενειάρχη, να έχει καταντήσει μεθύστακας και περίγελος της γειτονιάς εξαιτίας του χαμού του γιου του στο πόλεμο του 1940, τον οποίο δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει.

Όταν η όμορφη κόρη του (Μπίλλυ Κωνσταντοπούλου) ερωτεύεται και τα φτιάχνει με το νεαρό, όμορφο και γοητευτικό προϊστάμενό της, που είναι ένα παιδί πλούσιας οικογένειας (Δημήτρης Χορν), κάνει το παν για να ξεπεράσει το πάθος του, να σταθεί σωστός πατέρας και να μην την εκθέσει.

Όμως το πάθος του για το αλκοόλ είναι μεγάλο και οδηγεί στην καταστροφή τόσο τον ίδιο, όσο και την κόρη του. Λίγο πριν πεθάνει ωστόσο, μετανιώνει για τα λάθη του, ζητάει συγγνώμη από όλους, ενώ η κόρη του στο τέλος παντρεύεται τον καλό της.

Το σενάριο και η σκηνοθεσία ήταν του Γιώργου Τζαβέλλα, η μουσική του Κώστα Γιαννίδη, ενώ τραγουδούν οι Φώτης Πολυμέρης και Νίκος Παπαδάκης. Το μοντάζ της ταινίας το έκανε ο ίδιος ο Φίνος.

Advertisement

Το χατίρι του Φίνου στη Τζένη Καρέζη

ekeinos ki ekeini
ekeinos ki ekeini

Σουρεαλιστική ταινία από τον Φίνο; Ο ίδιος τις απεχθάνονταν, θεωρούσε τέχνη το απλό, αυτό που μπορούσε να μιλήσει ευθέως στην καρδιά του θεατή, χωρίς να χρειάζεται «αποκωδικοποίηση».

Κι όμως, ήρθε μια στιγμή που «αναγκάστηκε» να παραβλέψει την άποψή του αυτή και να ενδώσει στη δημιουργία μιας ταινίας που μάλλον στη σφαίρα του σουρεαλισμού κινούνταν. Γιατί το έκανε;

Απλά γιατί δεν ήθελε να χαλάσει το χατίρι στην Τζένη Καρέζη, η οποία το 1966 του πρότεινε να γυρίσουν μια τέτοιους ύφους ταινία, με τον τίτλο «Εκείνος κι Εκείνη».

Άλλωστε, λίγα χρόνια πριν, με τις ταινίες της «Τζένη-Τζένη» και «Μια τρελή τρελή οικογένεια», η Καρέζη είχε φέρει πολλά χρήματα στα ταμεία της Finos Film.

Κι όπως ήταν φυσικό, δεν ήταν εύκολο ο Φίνος να της αρνηθεί. Μάλιστα, η ίδια η Finos Film στην επίσημη ιστοσελίδα της, αναφερόμενη στην ταινία αυτή, επισημαίνει ότι «αποτελεί εξαίρεση για τα δεδομένα της εποχής, αλλά και για το ύφος της εταιρείας».

Συμπρωταγωνιστής της Καρέζη ήταν ο Φαίδων Γεωργίτσης, ο οποίος με τη σειρά του πήρε το ρίσκο να εμφανιστεί σε ένα ρόλο που δεν ήταν της «πάστας» του. Το αποτέλεσμα; Αμφιλεγόμενο.

Η υπόθεση, σύμφωνα με την Finos Film ήταν η εξής: «Εκείνος, ζει σε ένα νησί και κλείνει μέσα του τον πρωτογονισμό και την αγνότητα της φύσης.

Εκείνη, είναι η σύζυγος του γενικού αρχηγού του Προγράμματος Εκσυγχρονισμού και έρχεται από την αμαρτωλή πολιτεία, μπαίνει ξαφνικά στη ζωή του και ζητά να αναγεννηθεί μέσα από έναν παράφορο έρωτα. Εκείνος και οι συντοπίτες του την αποδέχονται και την καθιστούν μέλος της κοινότητάς τους.

Εκείνη απολαμβάνει την απλότητα και την αληθινή αγάπη, αλλά η εμφάνιση κάποιων αινιγματικών καβαλάρηδων την τρομοκρατεί, ενώ η άφιξη ενός απρόσκλητου δικηγόρου από το παρελθόν την ωθεί να προδώσει αυτούς που την εμπιστεύτηκαν».

Είναι ξεκάθαρο ακόμα και από τον τρόπο που η Finos Film περιγράφει την υπόθεση, ότι ο σουρεαλισμός ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος της ταινίας, την οποία σκηνοθέτησε ο Ερρίκος Ανδρέου, σε σενάριο δικό του και του Πάνου Κοντέλλη. O σουρεαλιστικός χαρακτήρας της ταινίας βέβαια, δεν σημαίνει ότι αυτή δεν ήταν καλή.

Αντίθετα, η Καρέζη και ο Γεωργίτσης δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό, ενώ η εξαιρετική μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου και η καταπληκτική φωτογραφία, με εικόνες από παραλίες και ηλιοβασιλέματα, κρατούν ζωντανό το ενδιαφέρον του θεατή, παρά τους «αραιούς» διαλόγους.

Πολύ δυνατή η τελευταία σκηνή με τον Γεωργίτση να εμφανίζεται μετά από πολλά χρόνια από το χωρισμό με την Καρέζη, να κάθεται γέρος πια στο ίδιο σημείο του βράχου, να ψαρεύει και να αναπολεί την χαμένη του αγάπη, με δάκρυα στα μάτια.

Aξίζει να σημειωθεί και το γεγονός ότι η ταινία δεν είναι έγχρωμη εξολοκλήρου, αλλά στις σκηνές που Εκείνη βρίσκεται στην πόλη, το φιλμ είναι ασπρόμαυρο.

Στην ταινία «Εκείνος κι Εκείνη» πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι  Νότης Περγιάλης, Τάκης Εμμανουήλ, Βαγγέλης Καζάν, Βασίλης Ανδρονίδης, Ζώρας Τσάπελης, Δημήτρης Μπισλάνης, Εύα Ευαγγελίδου, Νίκος Λυκομήτρος, Μιχάλης Μαραγκάκης, Γιάννης Βατζίας, William Del, Κίμων Δημόπουλος, Γιώργος Διαλεγμένος, Νάσος Κατακουζηνός, Rena Pope, Άννα Σταυρίδου.

Η μουσική – όπως είπαμε- ήταν του Γιάννη Μαρκόπουλου, ενώ στην ταινία τραγουδούσε ο Γιάννης Πουλόπουλος. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις 30 Ιανουαρίου του 1967 και στην πρώτη της προβολή «έκοψε» 198.551 εισιτήρια.

Δεν χρειάζεται βέβαια να πούμε, ότι παρά το γεγονός ότι η ταινία δεν πήγε άσχημα εμπορικά, ο Φίνος δεν ξαναγύρισε ποτέ τέτοιου είδους ταινία. Προσωπική μας άποψη: Ίσως δεν θα έπρεπε να επιμείνει σε αυτή του την απόφαση

Advertisement

Το πρώτο αποκλειστικό συμβόλαιο με εταιρεία παραγωγής

εταιρεία παραγωγής

Λίγα μόλις χρόνια μετά την κυκλοφορία των πρώτων ταξί στην Αθήνα, ο Μίμης Φωτόπουλος υποδυόμενος σε ταινία της Φίνος Φιλμ έναν συμπαθέστατο και απλοϊκό ταξιτζή της εποχής, κατάφερε να χτίσει το πρότυπο του Έλληνα ταξιτζή στην λαϊκή συνείδηση. Αναφερόμαστε φυσικά στην ταινία του 1953 με τίτλο «Το σωφεράκι», η οποία ανέδειξε τον σπουδαίο αυτό ηθοποιό στον πλέον δημοφιλή για τη δεκαετία του 1950.

Πέρα από την εξαιρετική ερμηνεία του στην ταινία, η διάκριση αυτή για τον Φωτόπουλο οφείλεται και στο γεγονός ότι ήταν ο πρώτος Έλληνα ηθοποιός που υπέγραψε αποκλειστικό συμβόλαιο συνεργασίας με εταιρεία παραγωγής, στην προκειμένη περίπτωση τη Φίνος Φιλμ.

H υπόθεση της ταινίας θέλει τον πληθωρικό εργένη Βέγγο να δουλεύει ως ταξιτζής με ένα γραφικό αυτοκίνητο – σαραβαλάκι. Η ζωή του θα αλλάξει όταν θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί τη Λέλα, αφού εξαιτίας της θα εγκαταλείψει τις απόψεις του περί εργένικης ζωής και θα αποφασίσει να αποκτήσει καινούργιο ταξί.  Όμως η μητέρα της Λέλας αντιδρά στη σχέση αυτή, αφού θεωρεί ότι ο Βάγγος «δεν κάνει για οικογένεια».

to soferaki

Ωστόσο, η αγάπη του τελευταίου για την Λέλα είναι τόσο μεγάλη που τον οδηγεί στο να την απαγάγει, με τη βοήθεια των φίλων του. Παρά τις δυσκολίες και τα προβλήματα, το τέλος είναι καλό για όλους.  Στην ταινία πρωταγωνιστούν ακόμα οι Σμαρούλα Γιούλη, Σπεράντζα Βρανά, Τζένη Σταυροπούλου, Λόλα Φιλιππίδου, Έλσα Ρίζου, Νίκος Ρίζος, Γιάννης Ιωαννίδης, Γιώργος Βλαχόπουλος, Θανάσης Τζενεράλλης, Γιώργος Λουκάκης, Νίκος Φέρμας κ.α. Το σενάριο και η σκηνοθεσία ήταν του μετρ του είδους Γιώργου Τζαβέλλα.

Αρκετό παρασκήνιο συνοδεύει την ταινία αυτή. Πρώτα από όλα, σε αυτή ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά το σουξέ «Μια ζωή την έχουμε», σε μουσική Μιχάλη Σουγιούλ και στίχους Γιώργου Τζαβέλλα, το οποίο πέντε χρόνια αργότερα έδωσε τον τίτλο στην ομώνυμη ταινία του Τζαβέλλα με τον Δημήτρη Χορν και την Υβόν Σανσόν.

Επίσης, στην ταινία αυτή κάνει την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση η χορεύτρια τότε και μετέπειτα ηθοποιός, Έλσα Ρίζου. Το «Σωφεράκι» έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους της Αθήνας στις 02 Φεβρουαρίου του 1953 και έκοψε στην πρώτη προβολή 190.589 εισιτήρια, ερχόμενη πρώτη σε πωλήσεις εισιτηρίων από τις 22 ελληνικές ταινίες εκείνης της χρονιάς.

Η μουσική ήταν του Μιχάλη Σουγιούλ και το μοντάζ του Ντίνου Κατσουρίδη. Στο τραγούδι εμφανίζεται ο Μανώλης Χιώτης, σε μια από τις πρώτες εμφανίσεις του σε ελληνικές ταινίες.

Advertisement

Εγωισμός: Το σκάνδαλο της ερωτικής αφίσας

Εγωισμός

Το φθινόπωρο του 1964 ένα μικρό «σκάνδαλο» αναστάτωσε τα συντηρητικά ήθη της Ελλάδας, αναδεικνύοντας με εκκωφαντικό τρόπο τις υπερβολές και τις ακρότητες κάποιων ηθών της ελληνικής κοινωνίας, οι οποίες την ακολουθούν σε ένα βαθμό μέχρι σήμερα.

Σε μια διαφημιστική αφίσα ελληνικής ταινίας, η οποία είχε αναρτηθεί έξω από κεντρικό αθηναϊκό κινηματογράφο, απεικονίζονταν μια νεαρή, γυμνή κοπέλα, ν’ αγκαλιάζεται μ’ ένα νεαρό, επίσης γυμνό. Οι δύο νέοι δεν ήταν άλλοι από την Ζωή Λάσκαρη και το Σπύρο Φωκά, στην αφίσα που διαφήμιζε την ταινία “Εγωισμός“, η οποία προβάλλονταν εκείνες τις ημέρες στους κινηματογράφους.

Η φωτογραφία φάνταζε ιδιαίτερα τολμηρή για τα δεδομένα της εποχής, παρά το γεγονός ότι οι θεατές δεν έβλεπαν κάποιο «ευαίσθητο» σημείο από τα σώματα των δύο ηθοποιών, παρά μόνο αν άφηναν τη φαντασία τους ελεύθερη. Ωστόσο, στην Ελλάδα του 1964 φαίνεται ότι ακόμα και η φαντασία αποτελούσε αποδεικτικό στοιχείο προσβολής της δημόσιας αιδούς. Έτσι, η αστυνομία σκέπασε τα σώματα της αφίσας, λογοκρίνοντας ουσιαστικά ένα δομικό συστατικό της ταινίας, όπως ήταν οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές της.

Εγωισμός
Η αφίσα της ταινίας, “Εγωισμός”.

Η ιστορία της αφίσας όμως είχε και συνέχεια, από τη στιγμή που η παρέμβαση της αστυνομίας κρίθηκε υπερβολική. Έτσι, η Λάσκαρη, που ακόμη έκανε τα πρώτα της βήματα στον κινηματογράφο πέντε χρόνια μετά την ανάδειξη της ως Σταρ Ελλάς, απάντησε στην… «πρόκληση» της αστυνομίας, με μία νέα.

Φωτογραφήθηκε στο μπάνιο του σπιτιού της – μέσα στις σαπουνάδες – για λογαριασμό της εβδομαδιαίας εφημερίδας Εμπρός (03.10.1964), η οποία αφιέρωσε το πρωτοσέλιδό της (και μία σελίδα στο εσωτερικό) στην «Ανατομία ενός κοινωνικού φαινομένου και…. της Ζωής Λάσκαρη», όπως ήταν ο τίτλος του δημοσιεύματος, που έφερε την υπογραφή του Σταμάτη Φιλιππούλη.

Συνέπεια όλων των παραπάνω ήταν η δημοφιλία της ταινίας “Εγωισμός”, καθώς και των πρωταγωνιστών της, να εκτοξευθεί! Κάτι που δεν μπορούσαν να φανταστούν ούτε ο Φίνος – η παραγωγή ήταν της Φίνος Φιλμ -, ούτε ο Γιάννης Δαλιανίδης, ο οποίος είχε γράψει το σενάριο, ενώ είχε κάνει και τη σκηνοθεσία.

Η υπόθεση της ταινίας, “Εγωισμός” ήταν η εξής: Μια κακομαθημένη κοπέλα, η Μαρία (Ζωή Λάσκαρη) ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό της και για το πως η ίδια θα περνάει καλά, αδιαφορώντας για τους γύρω της. Ο εγωκεντρικός της χαρακτήρας την οδηγεί στο να κάνει δεσμό με τον αρραβωνιαστικό της αδελφής της, τον Κώστα.

Κι αυτό για να την εκδικηθεί την αδελφή της (Τζένη Ρουσσέα), αλλά και για να μπορεί να πληρώνει τα χρέη που της δημιουργεί η σπάταλη ζωή της. Ο Κώστας είναι τραπεζικός υπάλληλος και για να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της ερωμένης του, γίνεται καταχραστής.

Ωστόσο ένας κακός χαρακτήρας δεν μπορεί να εκτιμήσει τις θυσίες ενός ανθρώπου και σύντομα οδηγείται στο επόμενο λάθος. Στην περίπτωση της Μαρίας, το επόμενο «λάθος» της έχει να κάνει με την εγκατάλειψη του Κώστα, για χάρη ενός άλλου νέου, του Γιώργου τον οποίο γνώρισε όταν χάλασε το αυτοκίνητό της και τον ερωτεύτηκε πραγματικά.

Ο παθολογικός εγωισμός της μετατρέπεται σε απύθμενο έρωτα για έναν άντρα που την αγαπά μεν, αλλά δεν είναι διατεθειμένος να ανεχτεί τα καπρίτσια της. Όταν μάλιστα ο Γιώργος μαθαίνει τα λάθη της πρόσφατης ζωής της, την εγκαταλείπει και η Μαρία κλονίζεται ψυχολογικά.

Με τη βοήθεια της αδελφής της, η οποία την έχει συγχωρήσει, θα συνέλθει και θα ξανασμίξει με τον Γιώργο. Ο Κώστας ωστόσο εξακολουθεί να βρίσκεται στη φυλακή, εξαιτίας των καταχρήσεών του, αλλά η γυναίκα του τον περιμένει υπομονετικά.

Η οντισιόν του Φωκά και η απόρριψη της Ναθαναήλ

Εγωισμός

Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το παρασκήνιο που κρύβεται πίσω από την ταινία. Πρώτα από όλα, ο Σπύρος Φωκάς είχε μόλις γυρίσει από το εξωτερικό, έχοντας γυρίσει σημαντικές ταινίες, όπως ήταν η ιστορική πλέον ταινία, “Ο Ρόκκο και τα Αδέλφια του”, δίπλα στον Αλέν Ντελόν και την Κλαούντια Καρντινάλε.

Ο ίδιος λοιπόν είχε ανεβάσει ιδιαίτερα τις μετοχές του στο διεθνές καλλιτεχνικό στερέωμα και ήταν ξεκάθαρο ότι η καριέρα του θα συνέχιζε να περιλαμβάνει και διεθνείς συνεργασίες. Ωστόσο, ο Γιάννης Δαλιανίδης, όταν του πρότεινε να συμμετάσχει στην ταινία «Εγωισμός» τον ενημέρωσε ότι πρώτα θα έκανε…δοκιμαστικό γύρισμα!

Ο Φωκάς το δέχθηκε, έκανε το δοκιμαστικό και φυσικά, ο Δαλιανίδης τον πήρε στην ταινία.
Άλλωστε, ένα βασικό χαρακτηριστικό κάθε μεγάλου πραγματικά ηθοποιού είναι ο 100% επαγγελματισμός, ο αυτοσαρκασμός και η προθυμία του να «τσαλακώνει» τον εαυτό του για τις ανάγκες κάθε ρόλου, αλλά και κάθε ταινίας που το απαιτεί. Θα έλεγε κανείς δε, ότι ο Δαλιανίδης στην ταινία αυτή έβγαλε όλο τον «σκληρό» επαγγελματισμό του, αφού είχαμε και άλλο φαινόμενο προστριβών με το καστ των ηθοποιών:

Ο κορυφαίος έλληνας σκηνοθέτης είχε αρχικά σκεφθεί ως πρωταγωνιστικό δίδυμο στην ταινία τη Ζωή Λάσκαρη και την Έλενα Ναθαναήλ, που θα υποδύονταν τις δύο αδελφές. Κατά το πρώτο γύρισμα, όμως, η 17χρονη τότε Ναθαναήλ δεν τα πήγε τόσο καλά για τα δεδομένα του Δαλιανίδη και μετά απο κάποια ατυχή περιστατικά έχασε όχι μόνο το ρόλο της στην ταινία, αλλά και το συμβόλαιο της με την Φίνος Φιλμ.

Βαρύ χτύπημα για τη νεαρή ηθοποιό, η οποία όμως δεν το έβαλε κάτω, συνέχισε τις προσπάθειές της και στη συνέχεια έκανε μια πολύ μεγάλη καριέρα στον ελληνικό κινηματογράφο. Όσον αφορά στον ρόλο της στην ταινία, τελικά τον πήρε η Τζένη Ρουσσέα. Η οποία έδωσε τον καλύτερο εαυτό της, έστω κι αν δεν απέφυγε κάποιες υποκριτικές υπερβολές.

Η Ζωή Λάσκαρη ωστόσο ήταν το μεγάλο όπλο της ταινίας, τόσο με την εξαιρετική ερμηνεία της, όσο και με την σέξι εμφάνισή της, η οποία απέπνεε έναν εξαιρετικό ερωτισμό, πάντα όμως στα όρια της τέχνης.

Από την πλευρά του, ο Σπύρος Φωκάς, ήταν πολύ καλός, ωστόσο ήταν φανερό ότι έκανε προσπάθειες για να μην μείνει στη σκιά της Λάσκαρη. Κάτι που κατά την προσωπική μας γνώμη, μάλλον δεν τα κατάφερε.

Άλλοι κορυφαίοι ηθοποιοί που συμμετείχαν στην ταινία ήταν οι Βαγγέλης Βουλγαρίδης, Ελένη Ζαφειρίου, Άγγελος Μαυρόπουλος, Ρίτα Μουσούρη, Αλέκος Τζανετάκος (ατυχής έμπνευση του σεναρίου να αποτελεί ο ίδιος τον κολλητό φίλο του πρωταγωνιστή, καμία χημεία με τον Σπύρο Φωκά), Λάκης Κομνηνός, Αφροδίτη Γρηγοριάδου, Εύα Κοταμανίδου, Άγγελος Αντωνόπουλος και πολλοί άλλοι.

Η ταινία, “Εγωισμός” προβλήθηκε τη σεζόν 1964-1965, έκοψε 344.675 εισιτήρια και ήρθε στην 9η θέση ανάμεσα στις 93 ταινίες της σεζόν εκείνης.

Η μουσική ήταν του Μίμη Πλέσσα, η φωτογραφία του Νίκου Δημόπουλου και η σκηνογραφία του Μάρκου Ζέρβα.

Advertisement

Το σφάλμα στην ταινία Πυρετός στην άσφαλτο

Πυρετός στην άσφαλτο

Δύο σημαντικά tips συνδέονται με την ταινία «Πυρετός στην άσφαλτο», η οποία γυρίστηκε το 1967 από την Φίνος Φιλμ σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου και σενάριο του μετρ του είδους, Νίκου Φώσκολου:

Το πρώτο αφορά στο γεγονός ότι με την ερμηνεία του στην ταινία αυτή, ο Γιώργος Φούντας κέρδισε το βραβείο Α’ Ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1967, το οποίο εκείνη την εποχή έχαιρε διεθνούς κύρους και αξιοπιστίας. Το δεύτερο tip αφορά στο ότι με αυτήν την ταινία ξεκινά η συνεργασία του συνθέτη Μάνου Λοϊζου με την Φίνος Φιλμ.

piretos asfalto

Η υπόθεση της ταινίας ήταν πολύ «βαριά»:

Ένα βράδυ, ο αρχιφύλακας Μέρκος (Γιώρηγος Φούντας), επικεφαλής ενός περιπολικού της Άμεσης Δράσης, βρίσκεται μπροστά σε ένα τρομερό δίλημμα: να μεταφέρει στο νοσοκομείο το σπάνιας ομάδας αίμα που χρειάζεται η γυναίκα του (Τζένη Ρουσσέα), η οποία κινδυνεύει να χάσει τη ζωή της και το παιδί που κουβαλάει, ή να σώσει τριάντα παιδάκια που μεταφέρει ένα λεωφορείο που οδηγεί ένας δραπέτης του φρενοκομείου (Φαίδων Γεωργίτσης);

Το δίλημμα το απαντά με πόνο ψυχής ο ίδιος, αφού αποφασίζει να δώσει προτεραιότητα στο να σώσει τα τριάντα παιδάκια. Φυσικά, η απόφασή του αυτή δημιουργεί ισχυρές συγκρούσεις, αλλά το τέλος είναι καλό, έστω κι αν περνάει «από 40 κύματα».

Στην ταινία πρωταγωνιστούν ακόμα οι Νόρα Βαλσάμη, Σπύρος Καλογήρου, Θεόδωρος Ντόβας, Βασίλης Ανδρονίδης, Γιώργος Μπέλλος, Γιάννης Κάσδαγλης, Αθηνόδωρος Προύσαλης, Γιάννης Χαραλαμπίδης, Βασίλης Μητσάκης, Κίμων Δημόπουλος, Θόδωρος Έξαρχος, Ερρίκος Κονταρίνης, Γιώργος Γιουβανέλης, Σπύρος Κωνσταντόπουλος, Σωτήρης Φούντας, Μαρία Ζαφειράκη, Θωμάς Κωνσταντινίδης, Βάσω Βουλγαράκη, Νίκος Χαλκιάς, Δέσποινα Σόκαλη.

Ένα ωστόσο σημαντικό «σφάλμα» – ή καλύτερα παράλειψη της ταινίας – είναι το γεγονός ότι στους τίτλους της δεν εμφανίζεται το όνομα της τραγουδίστριας Μαρίας Κορδερά, η οποία ερμηνεύει την μεγάλη της επιτυχία εκείνη την εποχή, «Όποιος δει το παλικάρι».

Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις 23 Οκτωβρίου 1967 και στην πρώτη της προβολή «έκοψε» 487.036 εισιτήρια.

Advertisement

Μία ματιά και εδώ..

7 αποκαλύψεις για την ταινία, Πανικός

Πανικός
Η ταινία, “Πανικός” προβλήθηκε τη σαιζόν 1969-1970 και έκοψε 260.627 εισιτήρια. Ήρθε στην 25η θέση σε 99 ταινίες.Ο δημοσιογράφος και αρθρογράφος του ellinikoskinimatografos.gr Χρήστος...

Βασίλης Τσιβιλίκας 1942-2012

vasilis tsivilikas
Ο Βασίλης Τσιβιλίκας γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου του 1942 στη Θεσσαλονίκη.Ήταν το μοναδικό αγόρι της οικογένειάς του και μεγαλύτερος από τις δύο αδελφές του....