Το τελευταίο πράγμα που θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς βλέποντας την ταινία «Ναι, μεν αλλά», παραγωγής 1972, ήταν ότι την είχε γυρίσει ο Φίνος. Κι αυτό διότι η συγκεκριμένη, θεωρείται μια από τις πρώτες ταινίες ακραιφνούς κινηματογραφικού ρεαλισμού, ο οποίος κατέγραψε τις σημαντικές δομικές κοινωνικές αλλαγές που βίωσε η Ελλάδα στη μεταπολίτευση, με αιχμή την αστυφιλία και τον σύγχρονο, αγχώδη τρόπο ζωής στις μεγαλοπούλεις. Και ο Φίνος δεν φημίζονταν για την εμμονή του σε τέτοιες κινηματογραφικές τάσεις, που για πολλούς θεωρούνταν εξεζητημένες. Ωστόσο, με την ταινία «Ναι μεν, αλλά» κάνει το μεγάλο βήμα, στηριζόμενος σε ένα νέο εκείνη την εποχή κινηματογραφιστή, τον Παύλο Τάσιο, τον οποίο όμως ο ίδιος είχε ήδη δίπλα του μια δεκαετία στη Finos Film.

O Tάσιος είχε γράψει το σενάριο, αλλά σκηνοθέτησε παράλληλα την ταινία. Ο Φίνος δεν έκανε λάθος. Η ταινία απέσπασε βραβείο καλύτερου σεναρίου, μοντάζ και καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1972, ενώ ανέδειξε ένα νέο εκείνη την εποχή ηθοποιό, τον Φάνη Χηνά, ο οποίος με την εξαιρετική ερμηνεία του κυριολεκτικά «απογείωσε» το τελικό αποτέλεσμα. Ένας ηθοποιός με μεγάλο ταλέντο, ο οποίος όμως για λόγους που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, δεν έκανε την καριέρα που μπορούσε και δικαιούταν.

Η υπόθεση της ταινίας αφορά στην πορεία ενός απλού άνδρα που ήρθε από το χωριό στην πρωτεύουσα για να ζήσει μια καλύτερη ζωή, την οποία όμως δεν έζησε ποτέ. Τόσο επαγγελματικά, όσο και στην προσωπική του ζωή, η οποία ήταν γεμάτη από μεγάλους και επίπονους συμβιβασμούς.

Βιώνοντας στα άκρα τις πιέσεις του κοινωνικού του περίγυρου, αλλά και το ασφυκτικό περιβάλλον της μεγαλούπολης, οδηγείται σε παράλογες καταστάσεις και κάπως έτσι φθάνει στο να δολοφονήσει την κοπέλα του και στη συνέχεια να αυτοκτονήσει και ο ίδιος. Κάπου εδώ παρεμβαίνει ένας δημοσιογράφος, συνεργάτης της αστυνομίας, ο οποίος προσπαθώντας να εξηγήσει τον φόνο της κοπέλας από τον άνδρα αυτόν, ανακαλύπτει πολλά για το παρελθόν του, όπως έναν αποτυχημένο γάμο, ατέλειωτη μοναξιά και απελπισία. Τον δημοσιογράφο υποδύεται ο σκηνοθέτης Αλέξης Δαμιανός, προσφέροντας ένα ακόμα ατού στο «Ναι μεν, αλλά».

photo4_2e0fe2eeaba75a34cee26aa02e4bfe9a_L Όταν ο Φίνος έκανε στροφή στον κινηματογραφικό ρεαλισμό

Εκτός από τους Χηνά και Δαμιανό, στην ταινία εμφανίζονται οι Ζαννίνο, Μελανί Στάντζου, Μιχαήλ Μιχαήλ, Λάκης Γκέκας, Χρήστος Νάτσιος, Άννα Μεταλλίδου, Κατερίνα Γώγου, Κική Τσιγκάλου, Μανώλης Δεστούνης, Υβόνη Βλαδιμήρου, Γιάννης Εμμανουήλ, Βίκυ Βανίτα, Βάσια Τριφύλλη, Ανθή Καρυοφύλλη, Βασίλης Βασταρδής, Βαγγέλης Πετανίτης, Γιώργος Σαλάχας, Ρίτα Μπενσουσάν, Βασίλης Μητσάκης, Βαγγέλης Λαμπρόπουλος, Ιωάννα Κορομπίλη, Χαράλαμπος Μητρόπουλος, Μαρία Μαρτίκα, Φραγκούλης Φραγκούλης, Στέλλα Γερμενή, Γιώργος Μπαλής, Γιάννης Χειμωνίδης.

Η ταινία έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους της Αθήνας στις 6 Νοεμβρίου του 1972 και στην πρώτη της προβολή έκοψε 44.318 εισιτήρια.

photo6_2e0fe2eeaba75a34cee26aa02e4bfe9a_L Όταν ο Φίνος έκανε στροφή στον κινηματογραφικό ρεαλισμό

Η μουσική ήταν του Δημήτρη Μήλιου. «Η ταινία «Ναι μεν, αλλά» θεωρείται η ταινία που άνοιξε το διάλογο για τις επιπτώσεις των γρήγορων, βίαιων και άτσαλων αλλαγών της ελληνικής κοινωνίας στην ανθρώπινη συμπεριφορά και ψυχολογία -μια μετάβαση σκληρή, δύσκολη και ξαφνική, ότι ακριβώς δηλαδή βιώνουμε στις ημέρες μας» διαβάζουμε στο sevenart.gr.

Kαι βλέποντας την ταινία ξανά και ξανά, δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε μαζί του.

Τελικά ο Φίνος δεν έπαψε ποτέ να εκπλήσσει.

Όσο για τον Τάσιο, η μετέπειτα πορεία του δικαίωσε τον Φίνο. Ο Τάσιος ασχολήθηκε ενδελεχώς με τις κοινωνικές αλλαγές της μεταπολίτευσης και τις επιπτώσεις τους, στο σύνολο της μετέπειτα φιλμογραφίας του, από το «Βαρύ πεπόνι» και την «Παραγγελιά», στο «Στίγμα», τα «Βαποράκια» και το «Νοκ άουτ».

πηγή