Καθώς διαφημίσεις από τις αρχές του 1900 κυκλοφορούν στο διαδίκτυο για το ζαχαροπλαστείο Ηνωμένα Βουστάσια, πολλοί ανακαλούν με νοσταλγία την εικόνα μιας Αθήνας εντελώς διαφορετικής από τη σημερινή.
Τα “Ηνωμένα Βουστάσια” στην περιοχή των Χαυτείων επί της οδόυ Πανεπιστημίου 48 (όπου υψώνεται σήμερα το ξενοδοχείο “Τιτάνια”) ήταν δημοφιλές φιλολογικό, δημοσιογραφικό και καλλιτεχνικό κέντρο και όπως αναγράφεται σε διαφήμιση του καταστήματος (1911) “όλαι αι πνευματικαί Αθήναι, αι Αθήναι της αριστοκρατίας του πνεύματος συχνάζουν στα “Ηνωμένα Βουστάσια”.
Τακτικοί θαμώνες στα “Ηνωμένα Βουστάσια” ήταν, μεταξύ άλλων, ο Ιωάννης Κονδυλάκης, ο Σπύρος Μελάς, ο Διονύσιος Κόκκινος, ο Λάμπρος Πορφύρας και ο Κώστας Βάρναλης.
Το γάλα του, η σοκολάτα του, τα γλυκά του, τα αβγά, τα νωπά βούτυρα και το τσάι πορτοκαλιού συγκινούσαν τους Αθηναίους της εποχής.
Στη θέση του δημιουργήθηκε αργότερα ο κινηματογράφος Τιτάνια, για να τον διαδεχθεί το 1970 το ξενοδοχείο Τιτάνια.
Η ταινία, “Νόμος 4000” προβλήθηκε τη σαιζόν 1962-1963 και έκοψε 118.841 εισιτήρια. Ήρθε στην 4η θέση σε 82 ταινίες.
-Μετά το θρίαμβο της ταινίας “Ο Κατήφορος” την προηγούμενη χρονιά, ο Γιάννης Δαλιανίδης επανέρχεται με μια ακόμη πιο προχωρημένη ταινία, που καταγράφει με τρόπο ανεπανάληπτο την ανήσυχη νεολαία των πρώτων χρόνων του ’60, καθώς και τον περίφημο Νόμο 4000 περί τεντιμποϊσμού, που εκείνη την εποχή είχε προκαλέσει αντιδράσεις.
-Η σκηνή τόσο του γιαουρτώματος όσο και της δημόσιας διαπόμπευσης του μαθητή με το ξυρισμένο κεφάλι, αποτελούν ντοκουμέντα εποχής. Το φαινόμενο να γιαουρτώνονται άτομα ξεκίνησε από νεαρά άτομα, τα οποία κατάγονταν από πλούσιες οικογένειες. Οι πρώτοι πυρήνες των νέων που γιαούρτωναν εμφανίστηκαν στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950 στην Αθήνα, σε περιοχές όπως η Κυψέλη, το Θησείο και το Μεταξουργείο.
Σκηνή από την ταινία, “Νόμος 4000”.
-Εισηγητής του νομοσχεδίου ήταν ο υπουργός Δικαιοσύνης Κωνσταντίνος Καλλίας, ο οποίος είχε αναφέρει στη Βουλή πως το νομοσχέδιο αφορούσε αποκλειστικά τους τεντιμπόηδες. Ανέφερε ακόμη ότι δεν συμπεριέλαβε στο νομοθετικό κείμενο «την κακόηχον αυτήν λέξιν, διότι προσπάθησα να εύρω την διατύπωσιν, η οποία αντιστοιχεί κατά την ελληνικήν γλώσσαν…»
-Ο νόμος και η ποινή του «εν χρω» κουρέματος επέστρεψε κατά τη διάρκεια της επταετίας, εποχή του κινήματος των μπίτνικς και των χίπις. Με διαταγή του υπουργού Παιδείας Θεοφύλακτου Παπακωνσταντίνου όσοι νεαροί «μπίτνικς» ήταν μακρυμάλληδες και συλλαμβάνονταν από την αστυνομία, θα υφίσταντο κούρεμα εν χρω.
Ο μετέπειτα διοικητής της ΕΣΑ, συνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς, αποκαλούσε τους νεαρούς Αριστερούς και τους τεντιμπόηδες, «άπλυτους μακρυμάλληδες», «διακονιάρηδες και αποδιοπομπαίους» και όπως έλεγε, ο σκοπός δεν ήταν να τους κόψει τα μαλλιά αλλά «να τους κόψω την νοοτροπίαν, ήτις είναι καταστρεπτική δι’ αυτούς και διά την Ελλάδαν».
Σκηνή από την ταινία, “Νόμος 4000”.
Ο Νόμος 4000 καταργήθηκε το 1983 από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Η τελευταία φορά που εφαρμόστηκε ήταν το 1981 από την κυβέρνηση του Γεωργίου Ράλλη.
Περίληψη της ταινίας, “Νόμος 4000”
Ο Ανδρέας Οικονόμου (Βασίλης Διαμαντόπουλος) είναι ένας αυστηρός πατέρας και γυμνασιάρχης σε γυμνάσιο της Αθήνας που έχει μαθητή τον Γιώργο (Βαγγέλης Βουλγαρίδης), ο οποίος είναι ερωτευμένος με την κόρη του πρώτου, Μαρία (Ζωή Λάσκαρη). Παράλληλα, ο Γιώργος αντιμετωπίζει έντονα οικογενειακά προβλήματα, αφού οι γονείς του τσακώνονται συνεχώς, που τον ωθούν να χάσει δύο χρονιές στο σχολείο.
Σκηνή από την ταινία, “Νόμος 4000”.
Ένα περιστατικό στο σχολείο αναγκάζει τον γυμνασιάρχη να αποβάλει το Γιώργο και την παρέα του. Ένας μαθητής, ο Ευαγγέλου (Θανάσης Παπαδόπουλος), για να εκδικηθεί τον Οικονόμου, παραφυλάει στον δρόμο και του πετάει έναν κεσέ με γιαούρτι. Μόλις ανακαλύπτεται η ταυτότητα του δράστη, ακολουθεί δημόσια διαπόμπευσή του αφού τον κουρέψουν γουλί, του περάσουν χειροπέδες και του φορέσουν μια πινακίδα που γράφει “Είμαι τεντιμπόης”, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα του Νόμου 4000 περί τεντιμποϊσμού.
Παράλληλα η Μαρία μαθαίνει ότι ο Γιώργος την απατά με μια φίλη της και τον χωρίζει, εκείνος όμως επιμένει πως την αγαπά. Για να αποτρέψει κι άλλη παρασπονδία του Γιώργου, η Μαρία αποφασίζει να υποκύψει στην επιθυμία του να ολοκληρώσουν τη σχέση τους σεξουαλικά.
Σκηνή από την ταινία, “Νόμος 4000”.
Όταν, όμως, μένει έγκυος, αποτείνεται στη Βούλα (Κατερίνα Χέλμη), μια πόρνη που κατοικεί στο υπόγειο της πολυκατοικίας όπου μένει με τους γονείς της, για να τη βοηθήσει να διακόψει την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Καθώς η επέμβαση έχει επιπλοκές, η Βούλα πηγαίνει στον πατέρα Οικονόμου για να τον ενημερώσει. Ο Οικονόμου είναι ο ίδιος άνθρωπος που επί καιρό μαζεύει υπογραφές για να διώξει τη Βούλα από την πολυκατοικία.
Ο όρος ζεν πρεμιέ δεν φτάνει να περιγράψει αυτές τις δώδεκα αρσενικές ενέργειες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Μια γενιά Ελλήνων ανδρών ηθοποιών που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε μέσα από τις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες!
Δώδεκα πολύ συγκεκριμένοι ηθοποιοί ξεχώρισαν για τη γοητεία και το ταλέντο τους και έμειναν στην ιστορία του ελληνικού σινεμά ως πραγματικοί γόητες του γυναικείου φύλου.
Από τον intellectuel Δημήτρη Χορν μέχρι τον ατίθασο Άλκη Γιαννακά στο «Ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη» και από τον νευρώδη Φαίδωνα Γεωργίστη στον λαμπερό Νίκο Κούρκουλο, αυτοί είναι οι 12 αξεπέραστοι άντρες που θαύμαζαν όλες οι γυναίκες στις παλιές ελληνικές ταινίες… κεντρικό σύνθημα «Κορίτσια ο Μπάρκουλης!»
Αλέκος Αλεξανδράκης
Ο Αλέκος Αλεξανδράκης ήταν επιτομή του Έλληνα ζεν πρεμιέ. Είναι χαρακτηριστική η κριτική του Αιμίλιου Χουρμούζιου στην ”Καθημερινή”, όταν ο Αλέκος έκανε τα πρώτα του βήματα στο θεατρικό σανίδι, στις 9 Ιουλίου 1949, αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις στο κοινό: «Παρουσιάστε όπλα. Επιτέλους, ένας εραστής στο ελληνικό θέατρο’». Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1928. Πολύ νωρίς εγκατέλειψε τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων για ν’ ασχοληθεί με το θέατρο και το σινεμά. Αφορμή ήταν η παρακολούθηση μιας παράστασης του Καρόλου Κουν, στην οποία πρωταγωνιστούσε η Έλλη Λαμπέτη. Πέθανε στις 8 Νοεμβρίου του 2005, έπειτα από μακροχρόνια μάχη με τον καρκίνο.
Άλκης Γιαννακάς
Το πάλαι ποτέ «Ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη», ο Άλκης Γιαννακάς ήταν ένας εντυπωσιακός νεαρός και είχε μεγάλη πέραση στις γυναίκες. Ψηλός, γοητευτικός, το «κακό παιδί» του ελληνικού σινεμά, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1941 και έκανε μικρή καριέρα στο σινεμά. Εγκατέλειψε τα φωτα της δημοσιότητας γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 1980, για να αποσυρθεί στο σπίτι του με τη σύζυγό του. Σήμερα στα 75 του χρόνια, ζει στην πλατεία Αμερικής. Επισκέπτεται συχνά το «Σπίτι του Ηθοποιού» και περνάει χρόνο με τους παλιούς του φίλους και συναδέλφους….Η Γκιζέλα Ντάλι υπήρξε σύντροφος του για μεγάλο διάστημα και όπως είχε δηλώσει: «Ήταν ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής μου. Ήταν ο ωραιότερος και πιο περιζήτητος άντρας και ήταν δικός μου.
Γιάννης Φέρτης
Η πιο χαρακτηριστική ανδρική φωνή του θεάτρου! Ο Γιάννης Φέρτης γεννήθηκε πριν από 78 χρόνια στη Λαμία, σπούδασε στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και στα πρώτα χρόνια της καριέρας του εμφανίστηκε σε παραστάσεις-σταθμούς, όπως «Το γλυκό πουλί της νιότης», στο πλευρό της Μελίνας Μερκούρη. Αρχικά παντρεύτηκε την Ξένια Καλογεροπούλου και με τον κοινό τους θίασο ανέβασαν δεκάδες θεατρικά έργα. Ο δεύτερός του γάμος ήταν με τη Μιμή Ντενίση. Η κλασική ανδρική ομορφιά του, αλλά και η κλασική ευγένειά του τον έκαναν ακαταμάχητο στα τέλη της δεκαετίας του ’70.
Σπύρος Φωκάς
Ψηλός, μελαχρινός με χαρακτηριστικά εκφραστικά μάτια. Γεννημένος το 1937 στην Πάτρα, ο Σπύρος Φωκάς ξεκίνησε την καριέρα του με ρόλους σε μικρές ελληνικές κινηματογραφικές παραγωγές. Μετά τους Έλληνες γοήτευσε και τους ξένους κινηματογραφικούς παραγωγούς. Συμμετείχε σε δεκάδες ξένες ταινίες, κυρίως ιταλικές, με σημαντικότερη όλων το «Ο Ρόκο και τ’ αδέρφια του» του Λουκίνο Βισκόντι, πραγματοποιώντας κι ένα μικρό πέρασμα από το Χόλιγουντ στο Rambo III, όπου υποδύθηκε έναν μουσουλμάνο ηγέτη των Αφγανών. Ο Σπύρος Φωκάς έχει παντρευτεί 4 φορές. Ο πρώτος γάμος ήταν στα 21 του χρόνια και ο τελευταίος του στα 76. Δεν έχει αποκτήσει παιδί γιατί όπως λέει, δεν του αρέσει ο κόσμος που ζει ο ίδιος και έτσι δεν θέλησε να «υποχρεώσει ένα παιδί να ζήσει σ’ αυτόν τον κόσμο»….
Νίκος Γαλανός
Διαπεραστικό βλέμμα, μαλλί χαίτη, στενό πουκάμισο και παντελόνι καμπάνα. Ο Νίκος Γαλανός ήταν στα καλύτερά του στην ταινία «Η αμαρτία της ομορφιάς» (1972) με συμπρωταγωνίστρια τη Μπέττυ Λιβανού. Γεννήθηκε το 1946 και για πρώτη φορά εμφανίστηκε στο θέατρο με τον θίασο της Τζένης Καρέζη. Πρωταγωνίστησε σε αρκετές ταινίες, με σημαντικές συμπρωταγωνίστριες, όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη και η Μαίρη Χρονοπούλου, στη συνέχεια εμφανίστηκε σε πολλές τηλεοπτικές σειρές και μέχρι σήμερα ασχολείται ενεργά με το θέατρο. Χαμηλών τόνων άνθρωπος, αφιερωμένος στην τέχνη του.
Φαίδων Γεωργίτσης
Τα χαρακτηριστικά γαλάζια μάτια του, το νευρώδες παρουσιαστικό του και το ταλέντο του του έδωσαν ρόλους στις ταινίες του Γιάννη Δαλιανίδη. Στις «Θαλασσιές χάντρες» η Λάσκαρη τον έβαλε να ξυρίσει μέχρι και το μουστάκι του, στην Κυρία στα Μπουζούκια η Μαίρη Χρονοπούλου κόντεψε να τον ‘φάει’ μέσα από τα χέρια της Λάσκαρη και στην ξεκαρδιστική «Νύχτα γάμου,» η Μπέτυ Αρβανίτη τον ανάγκασε να κοιμηθεί στη μπανιέρα.
Κώστας Κακκαβάς
Ο Κώστας Κακκαβάς – περίπου 80 ετών σήμερα – συναγωνίστηκε σε δημοφιλία τον Ανδρέα Μπάρκουλη. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1936 και φοίτησε στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου ως εξαιρετικό ταλέντο. Οι δυο ηθοποιοί προκαλούσαν θαυμασμό στον νεαρόκοσμο της εποχής. Μάλιστα οι μαθήτριες είχαν χωριστεί σε στρατόπεδα «Κακκαβικών» και «Μπαρκουλικών». Κάθε εμφάνισή τους προκαλούσε υστερίες και ενθουσιασμούς …
Λάκης Κομνηνός
Ο Λάκης (Μιχαήλ) Κομνηνός γεννήθηκε το 1944 στην Άγρα της Λέσβου και φοίτησε στις δραματικές σχολές του Π. Κατσέλη και του Κ. Μιχαηλίδη. Όλες οι θαυμάστριές του τον θυμούνται στην ταινία «Εκείνο το καλοκαίρι», με την Έλενα Ναθαναήλ, όπου ήταν πραγματικά Hollywood material. Τα τελευταία χρόνια ο ηθοποιός έχει αποσυρθεί και μοιράζει τον χρόνο του μεταξύ Αθήνας και Μάνης, όπου εξασκεί το αγαπημένο του χόμπι που είναι το κυνήγι….
Νίκος Κούρκουλος
Ο Νίκος Κούρκουλος ήταν μακράν ο πιο γοητευτικός και «φωτεινός» ζεν πρεμιέ που έχει περάσει από το ελληνικό σινεμά. Στα νιάτα του υπήρξε ποδοσφαιριστής στον Παναθηναϊκό και από σύμπτωση πήρε την απόφαση να γίνει ηθοποιός, όπως ο ίδιος έλεγε. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στο πλευρό του Μάνου Κατράκη, από την οποία αποφοίτησε το 1958. Την πρώτη θεατρική του εμφάνιση έκανε στο έργο «H κυρία με τις καμέλιες» με τον θίασο Λαμπέτη – Xορν (1958-59). Το 2001 ο ηθοποιός διαγνώστηκε ότι έπασχε από καρκίνο στο ρινοφάρυγγα. Παρά τα προβλήματα υγείας, συνέχιζε να αγωνίζεται για το Εθνικό Θέατρο. Απεβίωσε στις 30 Ιανουαρίου 2007 και κηδεύτηκε στις 31 Ιανουαρίου 2007 από το νεκροταφείο Ζωγράφου, στη γειτονιά όπου μεγάλωσε.
Ανδρέας Μπάρκουλης
«Κορίτσια ο Μπάρκουλης!» Το σύνθημα το γνωρίζουμε όλοι μας … Ο Ανδρέας Μπάρκουλης υπήρξε ένας από τους εμβληματικούς ζεν πρεμιέ του ελληνικού κινηματογράφου. Γεννήθηκε στον Πειραιά στις 4 Αυγούστου 1936. Σπούδασε υποκριτική και κατά την αποφοίτησή του χαρακτηρίστηκε εξαιρετικό ταλέντο. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο θέατρο το 1956 και στον κινηματογράφο το αμέσως επόμενο έτος με την ταινία Μαρία Πενταγιώτισσα. Ένα μικρό διάστημα της ζωής του το πέρασε στις ΗΠΑ, όπου ασχολήθηκε επαγγελματικά με το τραγούδι. Πέθανε στις 23 Αυγούστου 2016 από καρδιοαναπνευστικά προβλήματα μετά από πολύμηνη παραμονή στο νοσοκομείο “Αγία Όλγα”.
Κώστας Βούτσας
Γόης με την πιο χιουμοριστική εκδοχή του όρου ήταν και ο Κώστας Βούτσας. Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη από προσφυγική οικογένεια από τους Επιβάτες Ανατολικής Θράκης. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Μακεδονικού Ωδείου απ’ όπου αποφοίτησε το 1953. Υπήρξε σύζυγος της ηθοποιού και χορεύτριας Έρρικας Μπρόγερ με την οποία απέκτησε μια κόρη, τη Σάντρα. Έχει άλλες δύο κόρες από τον δεύτερο γάμο με την Θεανώ Παπασπύρου, τη Νικολέτα και τη Θεοδώρα, με την τελευταία να ακολουθεί τα δικά του βήματα στο χώρο της ηθοποιΐας. Ο θετός γιος του (από προηγούμενο γάμο της τρίτης γυναίκας του Εύης Καραγιάννη, πρώην μοντέλου και ηθοποιού), Άνθιμος Ανανιάδης, είναι επίσης ηθοποιός. Το 2015 ο Κώστας Βουτσάς έκανε σχέση με την 47 χρόνια μικρότερή του ηθοποιό Αλίκη Κατσαβού, με την οποία παντρεύτηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2016 και στις 23 Ιουλίου του ίδιου έτους απέκτησαν ένα γιο, το Φοίβο.
Δημήτρης Χορν
Ο Δημήτρης Χορν ήταν ένας ιντελεκτουέλ ζεν πρεμιέ της γενιάς του. Γιος του αυστριακής καταγωγής θεατρικού συγγραφέα Παντελή Χορν, καταγόταν από ευκατάστατη αστική οικογένεια που αγαπούσε το θέατρο, στο οποίο αποφάσισε πολύ νωρίς στη ζωή του ότι ήθελε να αφοσιωθεί. Αποφοίτησε από τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου το 1940 και μέχρι το τέλος της καριέρας του, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, συμμετείχε σε εκατοντάδες θεατρικές παραστάσεις, αλλά και στο σινεμά, ερμηνεύοντας ορισμένους από τους πιο χαρακτηριστικούς ρόλους ελληνικών ταινιών, όπως αυτός του ταμία Κλέωνα στο «Μια ζωή την έχουμε» του Γιώργου Τζαβέλλα. Με την Έλλη Λαμπέτη έζησαν έναν θυελλώδη έρωτα.
tff.gr
Τα 12 Αξεπέραστα αρσενικά του ελληνικού κινηματογράφου
Στη διαδρομή του γύρισε ταινίες που έγιναν κλασικές, όπως τη «Μαγική πόλις», τον «Δράκο» που χαρακτηρίστηκε ως η καλύτερη ταινία του ελληνικού κινηματογράφου από την Πανελλήνια Ενωση Κριτικών Κινηματογράφου, το «Ποτάμι», τις «Μικρές Αφροδίτες». Κατέθεσε μια φιλμογραφία συνολικά 12 ταινιών.
Ο Νίκος Κούνδουρος μαζί με τον Γρηγόρη Γρηγορίου («Πικρό ψωμί», 1951) ήταν από τους πρώτους Ελληνες σκηνοθέτες που μετέφεραν την αισθητική του ιταλικού νεορεαλισμού στο ελληνικό σινεμά.
Ο ίδιος αντιμετώπισε το ελληνικό περιβάλλον στον φυσικό χώρο του, απαλύνοντας τους τόνους στην εκφορά του κινηματογραφικού λόγου.
Ο Νίκος Κούνδουρος.
Δημιουργός με σημαντικές ταινίες στο ενεργητικό του, ήταν καλλιτέχνης που ήθελε να ασχολείται με τα κοινά και να έχει λόγο στην τρέχουσα πολιτική κατάσταση, συνεχίζοντας μέχρι τα βαθιά γεράματα να ασχολείται με κοινωνικά θέματα που τον απασχολούσαν, όπως μαρτυρά και η τελευταία του ταινία «Το πλοίο» (2011), μια σύγχρονη κοινωνικοπολιτική αλληγορία.
«Ομολογώ το πάθος μου για την εικόνα, το κάδρο, τα σκηνικά, τα κοστούμια. Αυτά που συνθέτουν το ορατό μέρος του κινηματογραφικού έργου. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω το οπτικό υλικό μιας ταινίας από τον λόγο και από ό,τι άλλο συνθέτει το πλήρες και τελικό έργο. Μου αρέσουν τα σκηνικά και τα κοστούμια, τα ξύλα, τα χαρτόνια και η ψαρόκολλα. Μου αρέσουν οι ψεύτικες κατασκευές, τα αντίγραφα πραγμάτων όσο και τα αληθινά πράγματα, οι τοίχοι των σπιτιών, οι ξύλινες παλιές πόρτες, τα κεραμίδια, οι καμινάδες.
Οπως μου αρέσουν και τα βαμμένα πρόσωπα των ηθοποιών, τα κορμιά τους, οι φωνές τους και οι σιωπές τους. Μου αρέσει η διάλυση της ζωής και η ανασύνθεσή της μέσα από τους φακούς της μηχανής και το μάτι του σκηνοθέτη» («Stop carre», Εκδόσεις Καστανιώτη).
Ζωγράφιζε Ο Νίκος Κούνδουρος είχε πάθος για τον κινηματογράφο και τα εικαστικά. Σκηνοθετούσε, επίσης, για το θέατρο, ζωγράφιζε έως το φινάλε της ζωής του, έγραφε, ενώ πρόσφατα είχε εκδώσει το βιβλίο «Γράμματα από την Κριμαία – 1991», μια συλλογή επιστολών κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του «Μπάιρον» (με πρωταγωνιστή τον Μάνο Βακούση, ο οποίος πήρε το βραβείο Α’ ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης) προς τη σύζυγό του δημοσιογράφο Σωτηρία Ματζίρη.
Γεννημένος στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 1926 με καταγωγή από τον Αγιο Νικόλαο της Κρήτης (ήταν γιος του δικηγόρου και πολιτικού Ιωσήφ Κούνδουρου), σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, εντάχθηκε στις τάξεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και εξορίστηκε στη Μακρόνησο μετά τον πόλεμο λόγω των αριστερών φρονημάτων του.
Στον κινηματογράφο πήρε το βάπτισμα του πυρός με τη «Μαγική πόλη» (1954) με φόντο την προσφυγική παραγκούπολη του Δουργουτίου σε σενάριο της Μαργαρίτας Λυμπεράκη, μουσική του αγαπημένου του φίλου Μάνου Χατζιδάκι και πρωταγωνιστές τους Γιώργο Φούντα, Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Μίμη Φωτόπουλο, Μάνο Κατράκη αλλά και τον Θανάση Βέγγο στο ντεμπούτο του (η ταινία προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας).
Συνέχισε με τον «Δράκο» (1956). Σε σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, μουσική του Μάνου Χατζιδάκι (συνέθεσε ακόμη μουσική για τις ταινίες του «Οι Παράνομοι» και «Το ποτάμι») και με πρωταγωνιστή τον Ντίνο Ηλιόπουλο, η ταινία πρωτοπροβλήθηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας, γνώρισε την εμπορική αποτυχία στην Ελλάδα και την έχθρα του Τύπου, για να χαρακτηριστεί αργότερα αριστούργημα του ελληνικού σινεμά.
Ακολούθησαν οι «Παράνομοι» (1958) και ταινίες σε πιο εικαστικά και ποιητικά μονοπάτια, όπως το «Ποτάμι» (1959), οι «Μικρές Αφροδίτες» (1963), το «Πρόσωπο της Μέδουσας» (1967), τα «Τραγούδια της φωτιάς» (1974), το «1922» (1978) και κατόπιν στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 τα φιλμ «Μπορντέλο» (1984), «Μπάιρον: Μπαλάντα για ένα δαίμονα» (1992) και «Οι φωτογράφοι» (1998).
Εχοντας ταξιδέψει πολλές φορές με τις ταινίες του σε διεθνή φεστιβάλ, ο Νίκος Κούνδουρος είχε διακριθεί επίσης πολλές φορές, μεταξύ άλλων με το Βραβείο Σκηνοθεσίας στα Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και Βερολίνου το 1963, καθώς και με το βραβείο της Διεθνούς Ενωσης Κριτικών Κινηματογράφου για τις «Μικρές Αφροδίτες».
«Δεν κάνω κινηματογράφο για την αφεντιά μου. Οι άλλοι με νοιάζουν, των αλλονών τα ντέρτια, οι καημοί, οι δυστυχίες, οι έρωτες και οι θάνατοι. Και στο σημείο που οι άλλοι είναι εγώ, υπογράφω τις ταινίες μου, πλαστογράφος ίσως των αληθινών πραγμάτων, ήσυχος πως δεν έκανα κακό σε κανέναν» σχολίαζε ο δημιουργός συνοψίζοντας το μεράκι της τέχνης του.
«Τα τραγούδια της φωτιάς», το θέατρο και η λογοτεχνία
Προσηλωμένος στην ελληνική κοινωνία, όπως αυτή διαμορφώθηκε από την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τη δικτατορία, με τις «κεραίες» του προσαρμοσμένες στις μεταβολές του ευρύτερου διεθνούς τοπίου, ο Νίκος Κούνδουρος ήταν ένας αντισυμβατικός δημιουργός, πολιτικοποιημένος, δραστήριος, πολυσχιδής. Στο Παρίσι, μετά την επιβολή της χούντας στην Ελλάδα, συνδέθηκε με τον Κώστα Ζουράρι, τον Γιώργο Βέλτσο, τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τη Μελίνα Μερκούρη, για να επιστρέψει στην Αθήνα με την πτώση της δικτατορίας το 1974.
Την ίδια χρονιά κινηματογράφησε τις συναυλίες του Μίκη Θεοδωράκη στο Στάδιο Καραϊσκάκη και του Γιάννη Μαρκόπουλου στο γήπεδο του Παναθηναϊκού στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας αλλά και τις μαζικές διαδηλώσεις στην πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου στο ντοκιμαντέρ «Τα τραγούδια της φωτιάς», όπως και το ντοκιμαντέρ «Ελληνιστί Κύπρος» για την τουρκική εισβολή. Τιμημένος με τον Ταξιάρχη του Φοίνικος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Επικοινωνίας και
ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, διακρίθηκε όχι μόνο στα εικαστικά αλλά και στη συγγραφή («Περιπλάνηση: Ο βίος και η πολιτεία του Μέμου Μακρή», «Ονειρεύτηκα πως πέθανα» κ.τ.λ.).Το 1980 σκηνοθέτησε για λογαριασμό του ΚΘΒΕ την «Οπερα της Πεντάρας» του Μπρεχτ και ανέλαβε τη Διεύθυνση Κινηματογράφου του υπουργείου Πολιτισμού.
Το θέατρο, το οποίο γνώρισε μέσα από την εξορία του στα χρόνια της Μακρονήσου, τον απασχόλησε αρκετές φορές, όπως στην τηλεταινία «Ιφιγένεια εν Ταύροις» (1991) σε σκηνοθεσία Χρήστου Τσάγκα, στην «Αντιγόνη» (1994), ένα δρώμενο σε δική του σκηνοθεσία, στην «Ηλέκτρα» (1996), την όπερα του Μίκη Θεοδωράκη που παρουσιάστηκε στο Ηρώδειο, κ.α.
Η ταινία, “Νεκρή πολιτεία” προβλήθηκε τη σαιζόν 1951-1952 και έκοψε 77.973 εισιτήρια. Ήρθε στην 4η θέση σε 15 ταινίες.
-Πρόκειται για την αφετηρία της συνεργασίας του συνθέτη Μάνου Χατζιδάκι με την Φίνος Φιλμ. -Με αυτή την ταινία, καθιερώνεται η μοναδική Ειρήνη Παππά, ενώ εμφανίζεται για πρώτη φορά στον κινηματογράφο, ο ηθοποιός Γιώργος Φούντας.
-Με ιδιαίτερα καλλιτεχνικά χαρακτηριστικά, τόσο σε σκηνοθεσία όσο και σε φωτογραφία, η ταινία κατάφερε να αντιπροσωπεύσει την Ελλάδα στο Φεστιβάλ των Καννών.
Σκηνή από την ταινία, “Νεκρή πολιτεία”.
Περίληψη της ταινίας, “Νεκρή πολιτεία”
Ένας νεαρός ζωγράφος επιστρέφει στη γενέτειρά του, τον Μυστρά, όπου η μητέρα του τον προτρέπει να συνεχίσει μία παλιά οικογενειακή βεντέτα. Αυτός όχι μόνο δεν το κάνει, αλλά ερωτεύεται την κόρη της αντίπαλης οικογένειας! Ο πατέρας της κοπέλας όμως τη σκοτώνει κατά λάθος, νομίζοντας πως είναι άντρας, όταν εκείνη είχε μεταμφιεσθεί, για να σώσει τον αγαπημένο της.
Ρετρό φωτογραφίες που δείχνουν τα κορίτσια των κόκκινων φαναριών στις αρχές του προηγούμενο αιώνα δημοσίευσε η διαδικτυακή Daily Mail.
Ασπρόμαυρες φωτογραφίες τραβηγμένες το 1912 σε παλάτια αλλά και σε παράγκες αποκαλύπτουν πως ζούσαν οι ιερόδουλες της Νέας Ορλεάνης 100 χρόνια πριν. Τα πορτραίτα τράβηξε ο φωτογράφος E. J. Bellocq στο νόμιμο οίκο ανοχής στο Storyville ο οποίος έκλεισε το 1917.
Η ταινία, “Ναι μεν αλλά” προβλήθηκε τη σαιζόν 1972-1973 και έκοψε 44.318 εισιτήρια. Ήρθε στην 41η θέση σε 64 ταινίες. -Μια ιδιαίτερη ταινία του ταλαντούχου Παύλου Τάσιου, που απέσπασε βραβείο καλύτερου σεναρίου, μοντάζ και καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1972.
Η μεγάλη έκπληξη που αδικήθηκε Πηγή: Εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος, Νοέμβριος 1972
Η ταινία αυτή ήταν η μεγάλη έκπληξη – και η μεγάλη αδικημένη – του πρόσφατου φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ο δημιουργός της δεν ήταν άγνωστος στον κόσμο του ελληνικού κινηματογράφου: είχε στο «παθητικό» του πέντε- έξι ταινίες «μελό», που συντελούσαν σε μια έκπτωση της αξίας των «διαπιστευτηρίων» του. Κι αυτό επηρέασε ακόμα και την τελική κρίση της επιτροπής, που παρά λίγο να τον αφήσει χωρίς κανένα βραβείο. Τελικά, απέσπασε το βραβείο σεναρίου – έτσι, για να μην φύγει με άδεια χέρια. Άξιζε, όμως, για πολύ περισσότερα…
Σκηνή από την ταινία, “Ναι μεν αλλά”
Μακριά από μελοδραματισμούς Πηγή: Κώστας Πάρλας, Εφημερίδα Το Βήμα, Δεκέμβριος 1972
Κρατιέται μακριά από οποιονδήποτε μελοδραματικό ή φωναχτό τόνο και πετυχαίνει σε ορισμένες στιγμές να δώσει με σαφήνεια τον εσωτερικό αναβρασμό που νοιώθει ο νεαρός άνθρωπος. Προσωπικά πιστεύουμε ότι οι καλύτερες του στιγμές βρίσκονται εκεί όπου μπορεί να εντάξει την ηθική πίεση που ασκείται πάνω του, μέσα στο πλαίσιο της αφήγησης, παρά εκεί όπου επιχειρεί να πιάσει την αντίδραση του περίγυρου του, να αντιμετωπίσει την μεσοαστική μονολιθικότητα – αντιλήψεων και ατόμων – χρησιμοποιώντας το μέσο του δημοσιογραφικού φακού.
Περίληψη της ταινίας, “Ναι μεν αλλά”
Ένας νέος άντρας, ο Φάνης, παντρεμένος με μια επαρχιώτισσα γυναίκα που δεν αγαπάει, ζει μια μίζερη ζωή και ονειρεύεται συνεχώς αυτό που του έλειψε: μια όμορφη γυναίκα-σύντροφο και μια ολοκληρωμένη σχέση.
Σχετίζεται τυχαία με μια νέα και όμορφη κοπέλα και δίνει όλο τον εαυτό του, προκειμένου να την κρατήσει. Αυτή όμως, «παίζει» μαζί του για λίγο και τίποτα παραπάνω.
Σκηνή από την ταινία, “Ναι μεν αλλά”
Στην προσπάθεια που κάνει για να μην του φύγει και ενώ εκείνη τον μεταχειρίζεται σαν σκουπίδι, τη σκοτώνει με τέτοιο τρόπο που είναι σαν εκδίκηση για όλες τις γυναίκες που δεν μπόρεσε να αποκτήσει.
Στη συνέχεια, τρελός και απελπισμένος από την πράξη του, αποφασίζει να αυτοκτονήσει.
Αυτό το κάνει μ’ έναν περίεργο και προκλητικό τρόπο. Ανεβαίνει στην ταράτσα ενός σπιτιού, αναστατώνει τον κόσμο και την αστυνομία, λέγοντας ότι σε λίγο θα πέσει και θα σκοτωθεί από κει, ενώ αφού περνούν έξι ώρες διαπραγματεύσεων για να πεισθεί να κατέβει, δίνει μια θεαματική βουτιά στο κενό και σκοτώνεται.
Είναι γνωστή η μυστηριώδης παρουσία του πλανώδιου πωλητή αιγινήτικων κανατιών και σταμνών στις παραδοσιακές γειτονιές της Πλάκας, της Βλασσαρούς και του Ψυρρή.
Τις Κυριακές αντέγραφε τις συνήθειες των μεγαλοαστών, φορώντας ρεντιγκότα, ριγωτό παντελόνι με άψογη τσάκιση, λουστρίνια, γιλέκο γαρνιρισμένο με λουλούδια, ψηλό καπέλο και κρατώντας ασημένιο μπαστουνάκι.
Τροφοδότησε σενάρια όταν εξαφανίσθηκε ξαφνικά από τους δρόμους των Αθηνών μετά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1878.
Οι φήμες τον ήθελαν βουλγαρικής καταγωγής.
Έμεινε στην ιστορία με το τραγούδι που τραγουδούσε στους δρόμους και τον διαιώνισε ο τενόρος Πέτρος Επιτροπάκης, όταν στις αρχές 1933 κυκλοφόρησε δίσκο με το τραγούδι του μπαρμπα Γιάννη του Κανατά.
Γραμμόφωνα, πιάνα και ρομβίες διασκέδαζαν τον κόσμο με τον γραφικό μπαρμπα Γιάννη, το ψηλό καπέλο του και τα μυτερά παπούτσια.
Αλλά η εταιρεία «Κολούμπια» εισέπραττε χωρίς να δίνει δικαιώματα στον Π. Επιτροπάκη από τους δίσκους που πωλούσε.
Ισχυριζόταν πως το τραγούδι ήταν παλιό και τα δικαιώματα παραγραμμένα.
Ο καλλιτέχνης όμως αντεπιτέθηκε και έσυρε την εταιρεία στα δικαστήρια, αφού όπως έλεγε εκείνος διασκεύασε και παρουσίασε το τραγούδι, συνεπώς ήταν ιδιοκτησία του.
Εμφανίστηκε λοιπόν, τον Ιανουάριο 1934, με γραμμόφωνο στο δικαστήριο και με μάρτυρες σπουδαίους ανθρώπους της μουσικής, όπως ο σπουδαίος μουσουργός Διονύσιος Λαυράγκας και ο μουσικοσυνθέτης Μανώλης Καλομοίρης.
Στο δικαστήριο ένας υπαίθριος οργανοπαίχτης, ο Σάϋλερ, του οποίου ο πατέρας είχε αντιγράψει και μεταφέρει στα καθ’ ημάς ένα Ιταλικό τραγούδι που ήταν και εκείνο αντιγραφή από το Ισπανικό «Πριμαβέρα».
Τα λόγια όπως έφθασαν σ’ εμάς γεννήθηκαν από τον Πωλ Μενεστρέλ και εκδόθηκαν σε μουσικά κομμάτια του Γαϊτάνου.
Κατόπιν τούτων το δικαστήριο δικαίωσε τον Επιτροπάκη, ο οποίος έκτοτε έπαιρνε κανονικά τα δικαιώματά του από την εταιρεία.
Ημέρα πληρωμής το Σάββατο εκείνα τα χρόνια για τους ανθρώπους του μεροκάματου.
“Σάββατο νάναι μάστορα κι ας είν σαράντα μέρες….” λέγανε. Έβαζε το αφεντικό το χέρι στην τσέπη έβγαζε ένα πάκο χαρτονομίσματα επίτηδες να τα βλέπει ο εργαζόμενος και να καταλαβαίνει ποιός είναι ο ισχυρός και άρχιζε να του τα μετράει φτύνοντας κάθε τόσο το δάχτυλο μήπως ξεφύγει κανένα παραπάνω.
Χαρά ο μπακάλης και από κοντά ο μπακαλόγατος με την βρώμικη ποδιά…. Βάλε σαλάμι….βάλε κεφαλίσιο για μακαρόνια…βάλε φέτα…..βάλε μακαρόνια… Γέμιζε το δίχτυ αλλά και το τεφτέρι….
Απέναντι ο χασάπης…άλλα χαμόγελα….το ίδιο σκηνικό…. “…βάλε ανάμικτο κυμά….” κοιτούσε η σύζυγος έκανε νόημα να πάρουν ότι κάθε φορά καρακαταψυγμένο….ο αρχηγός της οικογένειας ήθελε έστω μια φορά να μοσχοβολήσουν οι κεφτέδες έστω με λίγο φρέσκο κυμά ανακατεμένο. Τέλος πέρασμα και από τον ΕΒΓΑΤΖΗ …..τα πιτσιρίκια κολάγανε την μούρη στην βιτρίνα του ψυγείου με τις πάστες τα γαλακτομπούρικα τα καταϊφια…. Από ένα έκαστος….διαλέχτε…. “….βάλε γωνία μπακλαβά…καταϊφι…σοκολατίνα….” Μεγάλη ημέρα το Σάββατο….γιορτινή και το βραδάκι σε κάποιο σπίτι θα βρισκόντουσαν με τις κατσαρόλες τους για να ξημερώσει η Κυριακή για την εκκλησία το γήπεδο από το ραδιόφωνο την αλάνα.
Ο Τόλης Βοσκόπουλος, το είδωλο μιας ολόκληρης εποχής εδώ και μισό αιώνα περίπου, δίνει το παρόν του πότε στο θέατρο, πότε στον κινηματογράφο, πότε στη δισκογραφία και πότε στις μεγάλες πίστες. Πάντα παρών και πάντα με μια αξιοπρέπεια που είναι κάτι που τον χαρακτηρίζει, όλα αυτά τα χρόνια της μαγικής σχέσης του με το κοινό.
Ο Απόστολος Βοσκόπουλος, γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου του 1940 στην Κοκκινιά. Ήταν το 20o παιδί μιας οικογένειας, που περιμένοντας το αγόρι είχαν αποκτήσει προηγουμένως 19 κορίτσια. Σε ηλικία 15 ετών γράφεται στο Εθνικό Ωδείο του Μανώλη Καλομοίρη, στο παράρτημα της Δραματικής Σχολής.
Η καλλιτεχνική του πορεία ξεκίνησε αρχικά ως ηθοποιός και η πρώτη του θεατρική εμφάνιση ήταν το 1958, ενώ συνεχίστηκε σε πολλές θεατρικές παραστάσεις δίπλα σε μεγάλους ηθοποιούς. Το 1959 γνωρίζει τη Στέλλα Στρατηγού και μετά από δυο χρόνια παντρεύονται. Σαν τραγουδιστής ξεκίνησε το 1963 με το τραγούδι “Βήμα, βήμα” και η καθιέρωσή του στο πεντάγραμμο ήρθε το 1968 με το τραγούδι “Αγωνία”, που μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα ξεπέρασε τις 300.000 πωλήσεις.
Το τραγούδι ακούγεται και δίνει τον τίτλο και σε κινηματογραφική ταινία της εποχής με πρωταγωνιστή τον ίδιο και την Ελένη Ανουσάκη. Ωστόσο τον ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη είχε γίνει το 1960 παίζοντας τον ρόλο ενός κομφερασιέ στην κωμωδία του Νίκου Τσιφόρου «Τρείς κούκλες κι εγώ».
Το 1964 λαμπερός, χαριτωμένος και «έγχρωμος» συμμετέχει στο ιστορικό μιούζικαλ της Φίνος Φιλμ «Κάτι να καίει». Μεγάλη επιτυχία είχε επίσης και η συμμετοχή του, σαν τραγουδιστής αυτή τη φορά, στην ταινία της Φίνος Φιλμ “Μαριχουάνα Στόπ”, στην οποία ερμήνευσε την μεγάλη του επιτυχία “Το φεγγάρι πάνω θεε μου”.
Σαν κινηματογραφικός ηθοποιός, γύρισε συνολικά 20 ταινίες. Ανάμεσα τους: «Σε ικετεύω», «Τά αδέλφια», «Το όνειρο της Κυριακής», «O άγνωστος εκείνης της νύχτας», «Μια γυναίκα, μια αγάπη, μια ζωή», «Αδέλφια μου αλήτες πουλιά» και άλλες. Η τελευταία εξιστορούσε την ιστορία και τα δεινά του τσιγγάνικου λαού ενώ το ομότιτλο τραγούδι είχε πει σε πρώτη εκτέλεση ο Γιάννης Βογιατζής στο Φεστιβάλ τραγουδιού Θεσσαλονίκης.
Στο θέατρο γνώρισε πραγματική αποθέωση με το θεατρικό έργο “Οι εραστές του ονείρου” (1972), πλάι στην Ζωή Λάσκαρη με την οποία διατηρούσε πολύχρονη σχέση. Ωστόσο όταν το συγκεκριμένο θεατρικό έγινε και ταινία από τον Φίνο το 1974 παρτενέρ της Ζωής ήταν ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ.
Η προσωπική ζωή του γινόταν πάντα πρωτοσέλιδο και απασχολούσε τα μέσα ενημέρωσης. Έκανε τέσσερις γάμους, ο πρώτος που προαναφέραμε με την Στέλλα Στρατηγού, ο δεύτερος με τη Μαρινέλλα, ο τρίτος με την Τζούλια Παπαδημητρίου και ο τέταρτος με την Άντζελα Γκερέκου, ηθοποιός, μοντέλο και πρώην υφυπουργός τουρισμού.
Ο Τόλης Βοσκόπουλος, ακόμα και σήμερα, σχεδόν μισό αιώνα, από την εμφάνιση του στο καλλιτεχνικό στερέωμα, συνεχίζει να αποτελεί μεγάλο κεφάλαιο στο χώρο του θεάματος.
Ο Στέλιος Καζαντζίδης υπήρξε ένας από τους λίγους τραγουδιστές, που κέρδισαν αδιαφιλονίκητα τον τίτλο του λαϊκού ερμηνευτή, αγαπήθηκε φανατικά, μπήκε στις καρδιές και στα σπίτια των ανθρώπων, τραγουδήθηκε όσο λίγοι και χάρισε το αίσθημα της οικειότητας σε όσους ένιωσαν ότι τραγουδά για εκείνους.
Με τη μοναδική υφή της φωνής του κατάφερε να εκφράσει τις αγωνίες, τους φόβους, αλλά και τις ελπίδες μιας ολόκληρης γενιάς ανθρώπων, για τους οποίους η επιβίωση δεν ήταν και τόσο αυτονόητη. Οικονομικά και κοινωνικά αποκλεισμένοι, πρόσφυγες, εργάτες, όλοι αγωνιστές της καθημερινότητας αναζητούσαν στα τραγούδια του παρηγοριά για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν καθημερινά. Και το κοινό του, βέβαια, δεν σταματούσε μόνο σε αυτούς.
Ο Στέλιος Καζαντζίδης.
Ο Στέλιος Καζαντζίδης αγαπήθηκε από τους θαυμαστές του, όσο κανένας άλλος Έλληνας καλλιτέχνης.Οι φανατικοί του θαυμαστές, γνώριζαν τα πάντα για τη ζωή και την καθημερινότητά του.
Υπήρχε, όμως, μια λεπτομέρεια για την προσωπική του ζωή, που χάρη σε δικές του παραπλανητικές δηλώσεις, δεν ήταν γνωστή.
Ήταν ο λόγος, για τον οποίο ο Στέλιος δεν έκανε ποτέ παιδιά. Ο Καζαντζίδης ήταν ένας γοητευτικός άντρας και πάντα είχε στο πλευρό του μια δυναμική γυναίκα. Με καμία όμως, ούτε καν με την επί σειρά ετών σύζυγό του Μαρινέλλα, δεν έκανε παιδιά.
Σε μία από τις ελάχιστες συνεντεύξεις που έδωσε ο Καζαντζίδης, αποκάλυψε την αιτία. Όπως υποστήριξε, όταν ήταν φαντάρος, τον είχε κλωτσήσει ένα άλογο στα γεννητικά του όργανα, αφήνοντάς του μόνιμο πρόβλημα γονιμότητας.
Γιατί όμως τον χτύπησε το άλογο; Την εξήγηση έδωσε η τελευταία του σύζυγος, Βάσω Καζαντζίδη, σε συνέντευξή της.
Σύμφωνα με την κυρία Καζαντζίδη, όταν ο Στέλιος ήταν φαντάρος, τον έκλεισαν σε ένα στάβλο, για να τον τιμωρήσουν για τα κομμουνιστικά πολιτικά του φρονήματα. Πρακτική που ήταν συνηθισμένη σε όσους κατάγονταν από αριστερή οικογένεια και δεν την είχαν αποκηρύξει.Στον στάβλο, όπως είπε ο ίδιος, έγινε το ατύχημα με το άλογο, που του στέρησε την πατρότητα. Ο γιατρός που τον εξέτασε τότε, του είπε: «Τη ζωή σου τη γλίτωσες, αλλά δεν θα κάνεις παιδιά».
Ο μεγάλος ηθοποιός του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου Μίμης Φωτόπουλος γεννήθηκε στις 20 Απριλίου του 1913 στη Ζάτουνα της Γορτυνίας. Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα, καθώς έμεινε νωρίς ορφανός από πατέρα. Ξεκίνησε να σπουδάζει στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, αλλά την παράτησε στο δεύτερο έτος. Η καλλιτεχνική του φύση τον οδήγησε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου (τότε Βασιλικού Θεάτρου).
Πρεμιέρα στη θεατρική του καριέρα έκανε στο 1932, σε ηλικία 19 ετών, στην παράσταση «Λοκαντιέρα», με το θίασο Κουνελάκη. Δύο χρόνια αργότερα αναχώρησε για την πρώτη του περιοδεία, με το θίασο «Δράματος, κωμωδίας, κωμειδυλλίου και επιθεωρήσεως» του Θεμιστοκλή Νέζερ. Λίγο πριν από τον πόλεμο του ’40 έκανε ένα σύντομο πέρασμα απ’ το χώρο του βαριετέ και το θέατρο της Κατερίνας, συμμετέχοντας σε πολεμικές επιθεωρήσεις και μουσικές ηθογραφίες.
Στη διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, στις τάξεις του ΕΑΜ. Συμμετείχε στα Δεκεμβριανά, συνελήφθη από τις βρετανικές μονάδες και εκτοπίστηκε στο στρατόπεδο της Ελ Ντάμπα, από όπου επέστρεψε τον Μάρτη του 1945.
Το στρατόπεδο της Ελ Ντάμπα, που βρισκόταν 150 χιλιόμετρα μακριά από την Αλεξάνδρεια, ήταν τόπος εξορίας των Ελλήνων αριστερών, κατά την περίοδο των Δεκεμβριανών.
Στο βρετανικό στρατόπεδο της Αιγύπτου, στάλθηκαν πάνω από 5.000 Έλληνες αριστεροί και όχι μόνο. Ανάμεσά τους και ο ηθοποιός Μίμης Φωτόπουλος.
Ο Μίμης Φωτόπουλος.
Τα πολιτικά πιστεύω του Φωτόπουλου
Κατά την περίοδο της κατοχής, ο Μίμης Φωτόπουλος εντάχθηκε στην αντίσταση και συμμετείχε στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Λόγω της μόρφωσής του, είχε αναλάβει περισσότερο «διαφωτιστικό» ρόλο. Μετέφερε δηλαδή τις ιδέες και τη θεωρία της επανάστασης στον απλό κόσμο.
Το 1944, έγινε μέλος και στον θίασο των Ενωμένων Καλλιτεχνών, της ομάδας, δηλαδή, των ηθοποιών, που πρότασσαν, μέσα από τα έργα τους, τις ιδέες της αριστεράς. Σαν μέλος αυτού του θιάσου, συμμετείχε σε παραστάσεις που γίνονταν σε υπόγεια θέατρα, υπό το άγρυπνο μάτι ανθρώπων του ΕΛΑΣ, που φύλαγαν ηθοποιούς και θεατές από ενδεχόμενο χτύπημα.
Η σύλληψη του ηθοποιού και η εξορία
Στα τέλη του 1944, τα Δεκεμβριανά είχαν ήδη ξεσπάσει στην Αθήνα. Οι συγκρούσεις των ανταρτών με τους Βρετανούς και τις κυβερνητικές δυνάμεις ήταν καθημερινές και σφοδρές. Πολλά σπίτια κάηκαν και χιλιάδες άνθρωποι, ακόμα και αμέτοχοι στη σύρραξη, βρήκαν τραγικό θάνατο. Ένα από τα σπίτια που παραδόθηκαν στις φλόγες, ήταν και αυτό του Μίμη Φωτόπουλου. Η απώλεια ήταν μεγάλη. Όχι μόνο γιατί ο ίδιος και ο αδελφός του βρέθηκαν στον δρόμο, αλλά και γιατί μέσα στο σπίτι τους, τα δύο αδέλφια είχαν μια τεράστια βιβλιοθήκη, με περοσσότερα από 2.000 βιβλία, που κάηκαν.
Την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 1945, ο Φωτόπουλος επισκέφτηκε τα στέκια των καλλιτεχνών στο Κολωνάκι, προκειμένου να βρει δουλειά.
Εκεί συνελήφθη. Τον είχε προδώσει ένας άνθρωπος του θεάτρου. Ο ίδιος έχει περιγράψει τη στιγμή της σύλληψης στο βιβλίο του, «το ποτάμι της ζωής μου»:
«Ξαφνικά, ένα βάναυσο χέρι μου χτύπησε τον ώμο. Γυρίζω και βλέπω έναν ταξιθέτη. Ήτανε το πασίγνωστο τομάρι του θεάτρου, ο Αποστόλης. Σε λίγο, να “μαι στα βάθη ενός κρατητηρίου. Βρισκόμουν βέβαια σε ένα αστυνομικό τμήμα, που στεγαζόταν σε κάποια πολυκατοικία κοντά στην οδό Αμερικής. Στην αρχή ήμουν ο μόνος ένοικος. Μα μέσα σε δύο ώρες, αυτό το μπουντρούμι είχε γεμίσει με τόσο κόσμο, που δεν είχαμε αέρα να αναπνεύσουμε».
Λίγες μέρες αργότερα, οι κρατούμενοι φορτώθηκαν σε ένα καράβι και απέπλευσαν από το Φάληρο, με άγνωστο προορισμό. Μέσα στο πλοίο βρίσκονταν στοιβαγμένοι Έλληνες άντρες κάθε ηλικίας. Κανείς τους δεν γνώριζε που τους πήγαιναν.
«Μας βάλανε στα έγκατα του καραβιού και μας κλείσανε πίσω από καγκελωτές σιδερένιες πόρτες, με σκοπούς μπροστά να μας φυλάνε. Ότι σαλπάραμε, το καταλάβαμε από το τράνταγμα της προπέλας, καθώς έσκιζε τα νερά του Σαρωνικού. Για που τραβάγαμε; Σίγουρα πάντως όχι για την Αίγινα».
Ο προορισμός ήταν η Ελ Ντάμπα της Αφρικής.
Η ζωή στο στρατόπεδο
Οι συνθήκες ζωής στην Ελ Ντάμπα ήταν πολύ δύσκολες. Το στρατόπεδο είχε στηθεί πρόχειρα σε αμμόλοφους της ερήμου. Οι Έλληνες, που δεν είχαν συνηθίσει το κλίμα της Αφρικής, δυσκολεύτηκαν να προσαρμοστούν. Την ημέρα η ζέστη ήταν αφόρητη και το βράδυ η παγωνιά έκανε τους αιχμαλώτους να υποφέρουν. Οι υποδομές ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Οι εξόριστοι ζούσαν μέσα σε συρματοπλέγματα, που έμοιαζαν με τεράστια κλουβιά. Οι σκηνές δεν έφταναν για όλους, με αποτέλεσμα να συνωστίζονται για να κοιμηθούν.
Οι ψείρες έκαναν γρήγορα την εμφάνισή τους. Το φαγητό ήταν μια ακόμη δύσκολη εμπειρία για τους εξόριστους. Στην έρημο, οι αμμοθύελλες ήταν συχνές, με αποτέλεσμα πολύ συχνά οι εξόριστοι να μασάνε κόκκους άμμου, μέσα στο λιγοστό φαγητό που τους έδιναν. Όλοι έψαχναν διεξόδους, που θα κράταγαν ζωντανή την ελπίδα για ζωή. Ο Μίμης Φωτόπουλος βρήκε καταφύγιο στο θέατρο. «Καιρό τώρα σκεφτόμασταν, πως μας έλειπε κάτι το ουσιαστικό. Ήταν το θέατρο. Στο κλουβί μας υπήρχε ένας θεατρώνης, ένας υποβολέας κι ένας ηθοποιός. Μετά τις παραστάσεις που δώσαμε μες το κλουβί μας, φύγαμε για περιοδεία και στ’ απέναντι κλουβί».
Για αρκετό καιρό, ο Φωτόπουλος και η ομάδα του διασκέδαζαν τους υπόλοιπους κρατούμενους, κάνοντας κάτι δημιουργικό.
Οι μέρες κυλούσαν κι ενώ η ζωή στην Ελ Ντάμπα είχε μπει σε ένα ρυθμό, στην Ελλάδα, οι συγγενείς του ηθοποιού δεν είχαν καταφέρει να μάθουν τίποτα, για την τύχη του αγαπημένου τους.
Το γράμμα που έγραψε ο Φωτόπουλος προς την αγαπημένη μητέρα του, δεν έφτασε ποτέ.
«Μας δώσανε από ένα επιστολόχαρτο να δώσουμε στους δικούς μας, ένα μήνυμα που θα ‘βαζε τέλος στην αγωνία της μάνας μου. «Μάνα μου, βρίσκομαι στην Αφρική, στα σύρματα, χωρίς να ξέρω γιατί. Μ’ αρπάξανε βάναυσα μέσα από τη ζεστασιά σας. Είμαι καλά. Όμως, η σκέψη μου είναι όλες τις ώρες κοντά σας. Γράψτε μου αμέσως δυο λέξεις, να μάθω κάτι για σας. Η αγωνία μου είναι τέτοια, που δεν περιγράφεται».
Η ίδια αγωνία κυρίευε όλη την οικογένεια. Έτσι, όταν ο ηθοποιός επέστρεψε, τον Μάρτιο του 1945, η ξαδέλφη του που τον αντίκρισε πρώτη, ξαφνιάστηκε τόσο, που της έπεσε από τα χέρια το ταψί με το φαγητό που κρατούσε.
Ήταν 25η Μαρτίου και ο Φωτόπουλος θεώρησε τη μέρα εκείνη, σημάδι της μοίρας.
Η περιπέτεια του ηθοποιού είχε αίσιο τέλος, αλλά ο ίδιος δεν ξέχασε ποτέ τη σκληρή εμπειρία της εξορίας.
Γι’ αυτό, η περιγραφή της περιόδου εκείνης στο βιβλίο του, είναι πολύ ζωντανή.
Η ταινία, "Το κλωτσοσκούφι" προβλήθηκε τη σαιζόν 1959-1960 και έκοψε 202.542 εισιτήρια. Ήρθε στη 2η θέση σε 52 ταινίες.-Αρχικός συμπρωταγωνιστής της Αλίκης Βουγιουκλάκη ήταν...
Ο Φίνος αντιπαθούσε την τηλεόραση. Στη συνέχεια όμως αναγκάστηκε να παραχωρήσει τα δικαιώματα των ταινιών του στη μικρή οθόνη για να πληρώνει τα χρέη...