Η ταινία, “Λατέρνα φτώχεια και φιλότιμο” προβλήθηκε τη σαιζόν 1955-1956 και έκοψε 126.530 εισιτήρια. Ήρθε στην 2η θέση σε 24 ταινίες.
-Πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση της Τζένης Καρέζη και πρώτη συνεργασία με τη Φίνος Φιλμ. -Η ταινία βγήκε δεύτερη εισπρακτικά από το σύνολο των 22 ελληνικών ταινιών εκείνης της χρονιάς.
-Δύο χρόνια αργότερα, με προτροπή του Φίνου, ο Αλέκος Σακελλάριος γράφει και γυρίζει τη συνέχειά της με τίτλο “Λατέρνα, Φτώχεια και Γαρύφαλλο“, δημιουργώντας το πρώτο sequel στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.
Σκηνή από την ταινία, “Λατέρνα φτώχεια και φιλότιμο”.
-Μεγάλο ρόλο στην ταινία έπαιξαν και τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι, τα οποία ερμηνεύουν ο Μίμης Φωτόπουλος και ο Βασίλης Αυλωνίτης. Αργότερα ηχογραφήθηκαν από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, απογειώνοντας την καριέρα του.
Κώστας Σταματίου, Εφημερίδα Η Αυγή, Δεκέμβριος 1955
-Το καλό συνεργείο της Φίνος Φιλμ πέτυχε αν όχι πρωτότυπες, πάντως πολύ καλές φωτογραφίες στα «εξωτερικά» γυρίσματα που προσθέτονται στο ενεργητικό του οπερατέρ Καρύδη.
Σκηνή από την ταινία, “Λατέρνα φτώχεια και φιλότιμο”.
Ο πραγματικά μεγάλος κωμικός Βασίλης Αυλωνίτης, σε αυτή την ταινία παρουσιάζεται φωτογραφικά αγνώριστος, αλλά και η Τζένη Καρέζη (για πρώτη εμφάνιση, αρκετά καλή) ο Φωτόπουλος, ο Αλεξανδράκης κ.α. Τεχνικά, η ταινία είναι πολύ καλή κι έχει γρήγορο κι έξυπνο μοντάζ, που το φρόντισε ο Ντίνος Κατσουρίδης–η κυριότερη δουλειά στον κινηματογράφο, που τόσο την παραμελούν συνήθως οι σκηνοθέτες μας.
Περίληψη της ταινίας, “Λατέρνα φτώχεια και φιλότιμο”
Δύο φίλοι, ο Πετράκης και ο Παυλάρας, περιπλανόδιοι λατερναζήδες, δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, μιας και η λατέρνα έχει αρχίσει να φαίνεται μουσειακό είδος.
Σκηνή από την ταινία, “Λατέρνα φτώχεια και φιλότιμο”.
Έτσι, αποφασίζουν να πάνε σε ένα πανηγύρι σε κάποιο χωριό, για να βγάλουν χρήματα. Στο δρόμο συναντούν μια κοπέλα που το έχει σκάσει από το σπίτι της για να μην παντρευτεί αυτόν που της επιβάλλει ο πλούσιος πατέρας της. Τυχαία, διαβάζουν στην εφημερίδα, ότι ο πατέρας της κοπέλας δίνει πλουσιοπάροχη αμοιβή σε όποιον βρει την κόρη του.
Οι δύο φίλοι όμως λυγίζουν συναισθηματικά, όταν μαθαίνουν από τη κοπέλα ότι είναι ερωτευμένη με ένα νεαρό, και την παίρνουν υπό την προστασία τους. Τελικά καταφέρνουν να σμίξουν ξανά τους δυο νέους και να συμφιλιώσουν την κοπέλα με τον πατέρα της, παίρνοντας παράλληλα και την αμοιβή.
Πάμε πίσω στις δεκαετίες ’50 και ’60. Τα αντρικά παπούτσια, ήσαν συνήθως ταλαιπωρημένα και σκονισμένα από τους χωματόδρομους, αφού οι ασφαλτόδρομοι σπάνιζαν.
Ο μόνος τρόπος ευπρεπισμού τους ήταν να τα βάψεις με την αλοιφή «Κάμελ», που βρίσκεις και σήμερα. Διαφορετικά κατέφευγες στους υπαίθριους στιλβωτές, τους λούστρους. Κρεμασμένο στον ώμο με λουρί είχαν το κινητό μαγαζί τους, δηλαδή το σκαμνί και το ξύλινο κασελάκι με τα σύνεργά τους. Άλλο μικρό και απέριττο κι άλλο μεγάλο, πολυτελείας, με μπρούτζινες διακοσμήσεις.
Ψάρευαν πελατεία τριγυρνώντας στα καφενεία. Ο πελάτης έπινε τον καφέ, κάπνιζε το τσιγάρο ή διάβαζε την εφημερίδα κι ο λούστρος σκυμμένος γυάλιζε τα παπούτσια του.
Όμως οι λούστροι έκαναν πιάτσα και σε πολυσύχναστα μέρη. Έξω από κινηματογράφους, σε πλατείες ή σε κεντρικούς δρόμους, κατά μόνας ή παραταγμένοι σε σειρά.
Ο πελάτης ακουμπούσε το πόδι στο κασελάκι, στην υπερυψωμένη υποδοχή και ο λούστρος αναλάμβανε τα υπόλοιπα: δίπλωνε το μπατζάκι μη λερωθεί και έχωνε χαρτόνια από τσιγαρόκουτα στα πλάγια για να προστατέψει την κάλτσα. Ξεσκόνιζε με βούρτσα το παπούτσι, έβαζε λίγη αλοιφή από το μπουκαλάκι με το κατάλληλο χρώμα, και την άπλωνε παντού με την βούρτσα. Με ελαφρύ κτύπημα της βούρτσας στο παπούτσι έδινε το σύνθημα στον πελάτη να αλλάξει πόδι. Επαναλάμβανε την διαδικασία και επέστρεφε στο πρώτο για να του δώσει το τελικό γυάλισμα με ειδική αλοιφή, το «ευρωπαϊκό» όπως το έλεγαν.
Μερικοί λούστροι έκαναν επίδειξη της δεξιοτεχνίας τους προσφέροντας δωρεάν θέαμα στο κοινό, πετώντας τις βούρτσες στριφογυριστά στο αέρα, σαν ζογκλέρ, ή χτυπώντας τες ρυθμικά στο κασελάκι.
Το επάγγελμα ασκούσαν όλες οι ηλικίες. Από πιτσιρικάδες, τα «λουστράκια», όπως τα έλεγαν, μέχρι σεβάσμιοι γέροι. Οι βιοποριστικές ανάγκες της εποχής δεν έκαναν διακρίσεις.
Λουστράκια εμφανίζονταν συχνά στις Ελληνικές ταινίες, με αποκορύφωμα «Το λουστράκι», το 1962. Ένα χρόνο αργότερα, ο Ελία Καζάν τα εμφανίζει στην ταινία του «Αμέρικα, Αμέρικα» ενώ ο Χατζιδάκις που έγραψε τη μουσική, τους αφιερώνει ξεχωριστό κομμάτι με τίτλο «Τα λουστράκια», σε στίχους Γκάτσου.
Παρά την κινηματογραφική δημοφιλία τους όμως οι λούστροι δεν έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης στην κοινωνία. Συνηθισμένη η βρισιά «άντε ρε, λούστρο!» ενώ οι γονείς συμβούλευαν τα παιδιά τους να ασχοληθούν με τα γράμματα ή την τέχνη «για να μην καταντήσεις λούστρος».
Η εικόνα στα στεγασμένα στιλβωτήρια ήταν διαφορετική. Υπερυψωμένες πολυθρόνες στη σειρά, σαν θρόνοι, υποδέχονταν τους πελάτες, δίνοντάς τους μια ψευδαίσθηση αρχοντιάς. Οι στιλβωτές δούλευαν όρθιοι ή καθισμένοι σε καρέκλα αντί το χαμηλό σκαμνί των υπαίθριων συναδέλφων τους.
Τα διάφορα αυτογυαλιστικά φιαλίδια και σφουγγαράκια, που άρχισαν να εμφανίζονται στις αρχές της δεκαετίας του ’70, σε συνδυασμό με την ασφαλτόστρωση όλων των δρόμων και την οικονομική ανάκαμψη που ακολούθησε, εξαφάνισε το επάγγελμα του λούστρου.
Σήμερα κασελάκια βρίσκεις μόνο στα παλιατζίδικα, στο Μοναστηράκι, και βεβαίως στις παλιές Ελληνικές ταινίες. Εύχομαι κι ελπίζω η σοβούσα οικονομική κρίση να μην αναγκάσει τον κόσμο να τα ανασύρει από την αφάνεια και τα ενεργοποιήσει πάλι…
Το κατασκευάζαμε με χοντρό τέλι απο τις κρεβατίνες και λάστιχο απο το “σταφύλι”. Τα σχετικά χοντρά λάστιχα τα παίρναμε απο τους μεγαλύτερους ή τις γυναίκες που δούλευαν στις αποθήκες συσκευασίας σταφυλιών και τα χρησιμοποιούσαν για να κρατάνε καλυμένα τα σταφύλια με ειδικά χαρτιά μέσα στα “κασάκια” εξαγωγής. Τα ντιχαλάκια που εκτοξεύαμε ήταν “σελωμένο”, κυρτωμένο δηλαδή, τέλι που έπαιρνε την μορφή “U”.
Το τέλι αυτό το παίρναμε απο το μπαλιαστικό μηχάνημα που φέρνανε κάθε καλοκαίρι στο γήπεδο και έδενε τα άχερα σε μπάλες μετά το αλώνισμα απο την αλωνιστική μηχανή των σιτηρών (στάρια και κριθάρια). Τα ντιχάλια αυτά τα έφτιαχναν και τα έπαιζαν οι μικρότεροι χωρίς όμως αυτό να μειώνει την επικινδυνότητά τους καθώς μπορούσες πολύ εύκολα να φάς καμιά στο μάτι και να σου προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά.
Ντιχάλι (δίχαλο – σφεντόνα) ξύλινο.
Ντιχάλι (δίχαλο – σφεντόνα) ξύλινο, με πετσάκια και λάστιχο κλώνο ή σαμπρέλα. Επικίνδυνο και απαγορευμένο παιχνίδι που έφτιαχναν οι μεγαλύτεροι, αφού εύκολα κάποιος μπορούσε να τραυματιστεί πολύ σοβαρά εάν χτυπούσε στο πρόσωπο ή στο κεφάλι με τις πέτρες που εκτοξεύανε. Το χρησιμοποιούσαν για να κυνηγήσουν πουλιά, αλλα και για να συναγωνιστούν στην σκοποβολή. Ενίοτε σπάγανε κανένα τζάμι ή γλόμπο των στύλων της ΔΕΗ.
Όπλο με λαστιχάκι.
Έξυπνη και εύκολη σχετικά κατασκευή με κυρίαρχο χαραχτηριστικό ένα… μανταλάκι.
Ξυλίκι – ντελής.
Πολύ αγαπημένο παιχνίδι που παιζότανε απο δύο ομάδες με δύο ή τρείς παίχτες η κάθε μία. Βρίσκαμε δύο καλά ξύλα: ένα μικρό τον ντελή ή λιμά και το μεγάλο την ντελόβεργα ή ξυλίκι και αφού στήναμε δύο πέτρες (τη μάνα) βάζαμε πάνω τον ντελή.
Μετά βάζαμε την ντελόβεργα ανάμεσα στις δύο πέτρες της μάνας και σε πρώτο χρόνο χτυπούσαμε κατακόρυφα και με φορά απο κάτω προς τα πάνω ελαφρά να σηκωθεί ο ντελής στον αέρα, ενώ σε δεύτερο χρόνο τον χτυπούσαμε οριζόντια με όλη μας την δύναμη να φύγει όσο πιό μακρυά μπορούσαμε.
Οι παίχτες της άλλης ομάδας προσπαθούσαν να πιάσουν στον αέρα τον ντελή που με την δύναμη που είχε καμιά φορά τους χτυπούσε δημιουργώντας -ειδικά στο κεφάλι- τις χαραχτηριστικές “μπαμπούνες” (φούσκωμα δηλαδή απο το χτύπημα).
Για να θυμηθειτε λίγο το παιχνίδι αναφέρω τις λέξεις κλειδιά που χρησιμοποιούσαμε για να δούμε ποιός θα παίξει πρώτος μετρώντας με την ντελόβεργα, απο τον ντελή μέχρι τη μάνα:τόπι -τζι.
Πατίνι με ρουλεμάν.
Η δυσκολία ήταν να βρεθούν τα ρουλεμάν. Απο κεί και πέρα υπήρχαν οι… ειδικοί που βοηθούσαν στην δύσκολη αυτή κατασκευή. Οι τελευταίες καλιτεχνικές πινελιές ήταν συνήθως μπεντόλιρες που μπροκώναμε στη φάτσα. Αγαπημένες πίστες ήταν οι αμαξωτές με ελαφρά κατηφόρα. Δύσκολα μπορεί να ξεχάσει κανείς την “τραβάγια” που έκαναν τα πατίνια στο κατήφορο.
Τσούρλι με μπαγκιονέτα.
Το φτιάχναμε απο πολύ χοντρό τέλι κρεβατίνας και για τροχό βρίσκαμε απο κανένα πεταμένο παιδικό καροτσάκι.
Πολύ αγαπημένο παιχνίδι, καθώς διανύαμε με αυτό ατέλειωτα χιλιόμετρα ενώ για να δοκιμάζουμε την δεξιοτεχνία μας φτιάχναμε ειδικές “πίστες” αγώνων.
Τσούρλι με κλήμα κρεβατίνας και μεγάλο τροχό.
Ευκολη και γρήγορη εφεύρεση για να “τσουρλήξει” ο μεγαλύτερος τροχός αφού δεν του ταίριαζε η μπαγκιονέτα με το τέλι.
Τσούρλι με μεγάλο τροχό ή τσέρκι που τα κυλούσαμε με ένα σκέτο ξύλο.
Ακολουθώντας τον γενικό κανόνα που έλεγε ότι οτιδήποτε ήταν στρογγυλό έπρεπε να κυλάει, βρίσκαμε και το αντίστοιχο εργαλείο. Εδώ τα πράγματα ήταν μάλλον απλά καθώς με ένα κομμάτι ξύλο το παιχνίδι ήταν έτοιμο.
Τσούρλι με καλάμι, τιμόνι με τέλι και διπλό τροχό με άξονα απο παλιό παιχνίδι.
Για τους μερακλήδες της εποχής! Πραγματικά όμορφες κατασκευές με τιμόνια σπέσιαλ, ταχύτητες στο χέρι, καθρέπτες, χλωρινομπούκαλα για συσπασιόν και άλλες ατέλειωτες τροποποιήσεις πρίν την βόλτα στο χωριό για να δείξουμε το καινούργιο μοντέλο.
Φυσοκάλαμα
Αδειάζαμε εσωτερικά τα καλάμια και φυσούσαμε απο μέσα ότι μπορεί κανείς να φανταστεί.
Μπεντόλιρες
“Κοπανίζαμε” και ισιώναμε τα καπάκια απο τα αναψυκτικά και τις μπύρες (Κρυσταλία, Φήμη, FIX, HENINGER κλπ). Κάθε μπεντόλιρα είχε αξία ανάλογα με το πόσο σπάνια την συναντούσε κανείς. Η Κρυσταλία (για αυτούς που θυμούνται τα καταπληκτικά μπυράλ της Βονιανής εταιρείας), ήτανε η φτηνότερη καθώς τα καπάκια της ήταν εν αφθονία στα καφενεία, ακολουθούσε η Φήμη (Αγιοπαρασκίτικη εταιρεία), ενώ τα καπάκια απο τις μπύρες άξιζαν μιά περιουσία! Αργότερα έκαναν την εμφάνισή τους τα καπάκια της Pepsi & Coka cola. Τις παίζαμε όπως έπαιζαν οι μεγαλύτεροι τον τσούκο με απαλέθια.
Ανεμόμυλοι με ασφεντυλιές.
Εποχιακές περίτεχνες κατασκευές ανεμόμυλων απο τις ξερές ασφεντυλιές. Η φαντασία σε όλη της την έκταση.
Αετός της Καθαρής Δευτέρας. (Χαρταετός)
Τα βασικά στοιχεία για την κατασκευή του χαρταετου ήταν καλάμια απο την Περβόλα που τα σκίζαμε για να φτιάξουμε το σκελετό, σπάγγος, λαδόκολα για πανί που την κολάγαμε με κουρκούτι στο περιφερειακό σπάγγο, και εφημερίδες για ουρά. Αργότερα με την εφάνιση των έγρωμων χαρτιών οι κατασκευές έγιναν περίτεχνες και εντυπωσιακές και ανέμιζαν υπερήφανα στο γήπεδο (στο χώρο που είναι σήμερα το Δημαρχείο Θραψανού).
Μαντούρες (καλαμένια φλογέρα).
Τις εποχές που μας πιάνανε… καλιτεχνικές ανησυχίες φτίαχναμε μαντούρες απο καλάμια και προσπαθούσαμε να εκφραστούμε μουσικώς! Κόβαμε λοιπόν καλάμια, καθαρίζαμε καλά ενα κομμάτι και περνούσαμε αμέσως στην δυσκολότερη φάση της κατασκευής που ήτανε η γλώσσα. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαμε ήταν ένα “τσακάκι” (μικρό μαχαίρι που “σφάλιζε” – έκλεινε) για να κόψουμε τα καλάμια, να ανοίξουμε τις τρύπες και να κόψουμε τη γλώσσα. Το σπουδαιότερο όμως εργαλείο ήταν ένα σπασμένο κομμάτι γυαλί που το χρησιμοποιούσαμε για να ξύσουμε τη γλώσσα και να την κάνουμε όσο το δυνατόν λεπτότερη έτσι ώστε με το φύσημα να πάλλεται και να δημιουργεί τον ήχο.
Η ταινία, “Μερικοί το προτιμούν κρύο” προβλήθηκε τη σαιζόν 1963-1964 έκοψε 212.247 εισιτήρια. Ήρθε στην πρώτη θέση ανάμεσα σε 82 ταινίες.
-Πρώτη συνεργασία της Ρένας Βλαχοπούλου με τον Γιάννη Δαλιανίδη και την Φίνος Φιλμ. Αρχικά ο Φίνος ήταν διστακτικός στο να δοθεί ο ρόλος στην Ρένα Βλαχοπούλου, αλλά χάρη στην επιμονή του Δαλιανίδη δέχτηκε και στην πορεία μαγεύτηκε και ο ίδιος από το ταλέντο της.
-Ο τίτλος της ταινίας, “Μερικοί το προτιμούν κρύο” αποτελεί παράφραση του τίτλου της αμερικάνικης ταινίας “Μερικοί το προτιμούν καυτό”.
Σκηνή από την ταινία, “Μερικοί το προτιμούν”.
-Για τον ρόλο της Λέλας είχε αρχικά επιλεγεί η Άννα Φόνσου και ύστερα η Πόπη Λάζου. Τελικά ο ρόλος δόθηκε στην Μάρθα Καραγιάννη. -Πρόκειται για το πρώτο μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη στον ελληνικό κινηματογράφο.
-Η ταινία, “Μερικοί το προτιμούν κρύο” ήρθε 1η εισπρακτικά, ανάμεσα σε 82 ελληνικές ταινίες της χρονιάς εκείνης. -Τα γυρίσματα που πραγματοποιήθηκαν στο σπίτι της οικογένειας Αγγέλου βρίσκεται στου Παπάγου, στην οδό Αναστάσεως 145.
-Ο τίτλος της ταινίας, “Μερικοί το προτιμούν κρύο” αποτελεί παράφραση της γνωστής Αμερικάνικης κωμωδίας του Billy Wilder με πρωταγωνιστές τους Marilyn Monroe, Tony Curtis και Jack Lemmon “Μερικοί το Προτιμούν Καυτό”.
Σκηνή από την ταινία, “Μερικοί το προτιμούν”.
Περίληψη της ταινίας, “Μερικοί το προτιμούν κρύο”
Ο Λάκης έχει την υποχρέωση να παντρέψει τις τρεις αδελφές του, τη Ρένα, την Εύα και τη Μαίρη, πριν προχωρήσει στον δικό του γάμο με την αγαπημένη του Λέλα. Σε μια εκδρομή για μπάνιο στη θάλασσα, η Εύα και η Μαίρη θα γνωρίσουν τον Κλεόπα και τον Γιώργο με τους οποίους θα τα φτιάξουν.
Ο Γιώργος όμως έχει πει ψέματα στην Εύα ότι είναι πλούσιος εφοπλιστής, ενώ στην πραγματικότητα είναι υπάλληλος σε τουριστική επιχείρηση. Η Ρένα και μεγαλύτερη της οικογένειας έχει εδώ και 10 χρόνια μια κρυφή σχέση με το Θόδωρο, ο οποίος δεν την παντρεύεται, γιατί κι αυτός πρέπει πρώτα να παντρέψει τη δική του αδερφή. Ωστόσο, η Λέλα διαμρτύρεται έντονα στο Λάκη για την καθυστέρηση του γάμου τους, με αποτέλεσμα αυτός να ξεκινήσει να γνωρίζει φίλους του στη Ρένα, ώστε να βρει γαμπρό.
Σκηνή από την ταινία, “Μερικοί το προτιμούν”.
Η Ρένα, μη μπορώντας να μιλήσει για τη σχέση της, ακολουθεί τον αδερφό της στα ραντεβού που της κανονίζει, προσπαθώντας με τη συμπεριφορά της να μη γίνεται αρεστή στους υποψήφιους γαμπρούς και αυτοί να την απορρίπτουν ο ένας μετά τον άλλο.
Έτσι, εξαντλείται η υπομονή της Λέλας και πείθει το Λάκη να παντρευτούν κρυφά από τη δική του οικογένεια. Εν τω μεταξύ σε μια απο τις εξορμήσεις της οικογένειας για να βρεί η Ρένα γαμπρό σε ορειβατικό σύλλογο, η Εύα ανακαλύπτει την αλήθεια για το Γιώργο και χωρίζουν.
Αργότερα, η Ρένα δέχεται να αρραβωνιαστεί έναν άντρα που εξομολογήθηκε στον πατέρα της τον κρυφό έρωτά του για εκείνη και ανακοινώνει στο Θόδωρο την ημέρα που αυτός θα έρθει στο σπίτι της να τη ζητήσει.
Την ίδια μέρα ορίστηκε ο γαμος του Λάκη και της Λέλας, στον οποίο όμως αυτός δε μπορεί να πάει, διότι οι γονείς του έχουν αντιρρήσεις να λείπει την ημέρα του αρραβώνα της αδερφής του και εκεινος αδυνατεί να βρει πειστική δικαιολογία. Ο Θόδωρος πάει στο σπίτι της οικογένειας της Ρένας, μιλάει για τη σχέση τους και διαλύεται ο αρραβώνας, αφού δηλώνει έτοιμος να την παντρευτεί.
Εκεί καταφθάνει και η Λέλα φορώντας νυφικό και λέει και αυτή στην οικογένεια του Λάκη τι είχε συμβεί. Τέλος, καταφθάνουν ο Κλεόπας και ο Γιώργος, τον οποίο συγχωρεί η Εύα και τελικά ορίζονται να γίνουν την ίδια μέρα οι γάμοι των τεσσάρων αδερφιών.
“Θα έχουμε πάγο?” Καίριο ερώτημα της εφημερίδας “Εμπρός” στις 10 Ιουνίου 1951. Είναι μια εποχή όπου τα ηλεκτρικά ψυγεία είναι πολυτέλεια για τον μέσο Έλληνα, όπως και δεκάδες άλλα καταναλωτικά αγαθά, .
Έτσι το θέμα της συντήρησης των τροφίμων αλλά και της ψύξης του νερού εξαρτάται από τα κλασικά ψυγεία πάγου. Θέμα ιδιαίτερα σημαντικό ειδικά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εφημερίδας λοιπόν, η ημερήσια παραγωγή πάγου κατά 1951 αν και αυξημένη σε σχέση με το 1950, δεν επαρκούσε για να καλύψει τις ανάγκες της πρωτεύουσας.
Η Αθήνα και ο Πειραιάς χρειάζονταν 120.000 κολώνες πάγου την ημέρα, ενώ η παραγωγή έφτανε μόλις τις 60.000. Άρα οι ελλείψεις σε πάγο ήταν αναπόφευκτες. Άλλωστε εκτός εκτός από την οικιακή χρήση, ο πάγος ήταν απαραίτητος και για επαγγελματική χρήση ενώ ανάγκες υπήρχαν και σε άλλους χώρους, όπως στο στράτευμα.
Το άρθρο τονίζει τη συμβολή που θα μπορούσαν να έχουν τα ηλεκτρικά ψυγεία στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Όμως δε παραγνωρίζει και το γεγονός πως αυτό δεν ήταν κάτι εύκολο να συμβεί.
“Εάν ζητήσετε να αγοράσετε από τα καταστήματα των Αθηνών ένα καλό ψυγείο δε θα σας φτάνουν τα δώδεκα εκατομμύρια”, έγραφε η εφημερίδα. Ένα κόστος απαγορευτικό για τη πλειοψηφία των Ελλήνων εκείνη την εποχή. Το πρόβλημα της επάρκειας πάγου θα αρχίσει να γίνεται μικρότερο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’50, οπότε και αρχίζουν να διαδίδονται οι ηλεκτρικές ευκολίες στα σπίτια, κατά συνέπεια και τα ηλ. ψυγεία.
Ειδική αναφορά γίνεται στα σχέδια της ΙΖΟΛΑ να κυκλοφορήσει “εντός του έτους” ηλεκτρικά ψυγεία ελληνικής κατασκευής “εφάμιλλα των ευρωπαϊκών και των αμερικανικών”, αλλά σε τιμές χαμηλότερες.
Έως τότε όμως το πρόβλημα ήταν υπαρκτό. Η ίδια εφημερίδα ένα χρόνο πριν, στις 8 Ιουνίου 1950, αναφέρεται στο “Αιώνιον βάσανον των θερινών μηνών”και στο πως αντιμετωπίζεται το πρόβλημα του πάγου..
“Εμπρός” 8-6-1950
Σύμφωνα με τα όσα γράφει, η παραγωγή για το 1950 έφτανε τις 40-45.000 κολώνες πάγου ημερησίως, οι 20.250 εκ των οποίων αφορούσαν τα εργοστάσια των Αθηνών.
Το υπουργείο Εφοδιασμού έδινε τα εξής στοιχεία για τη δυναμικότητα αυτών των εργοστασίων.
Παράπονα εκφράζονταν και για τους πρατηριούχους πάγου, οι οποίοι εκμεταλλεύονταν την έλλειψη στην αγορά και πούλαγαν σε υψηλές τιμές. Μη ξεχνάμε και το γεγονός ότι εκείνη την εποχή η διανομή του πάγου στα σπίτια γινόταν με τον παγοπώλη να περνάει από τις γειτονιές.
Πίνακας με τη μηνιαία παραγωγή πάγου του κεντρικού εργοστασίου ΦΙΞ για τα έτη 1939, 1948,1949 και Ιαν.-Μάιο 1950.
Το κεντρικό του ΦΙΞ είχε τη μεγαλύτερη δυναμικότητα παραγωγής πάγου.
Καμία ραδιοφωνική συνέντευξη δεν έχει συζητηθεί τόσο όσο αυτή που έκανε στο μυθικό Τρίτο Πρόγραμμα ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις με τον εκκεντρικό λαϊκό τραγουδιστή Γιάννη Φλωρινιώτη. Ερωτήματα, επιθέσεις, ξάφνιασμα και η παραδοχή στο τέλος πως το μεγαλείο και η ιδιοφυία του Μάνου Χατζιδάκι ξεπερνούσε συμβάσεις και όρια.
Ηδη από την έναρξη της εκπομπής, που είχε πολλά τραγούδια του Γιάννη Φλωρινιώτη, ο Μάνος Χατζιδάκις δήλωνε: «Ο Φλωρινιώτης είναι πλασμένος από το υλικό ενός μεγάλου τραγουδιστή». Η συνέντευξη έγινε το 1979, την εποχή που η Ελλάδα τραγουδούσε με αφέλεια το «Πειράζει που είμαι μεγάλη φίρμα». Ο Χατζιδάκις έπαιξε το τραγούδι στο ραδιόφωνό του τονίζοντας πως ο Φλωρινιώτης από το μικρό χωριό έξω από τη Φλώρινα είναι μεγάλος τραγουδιστής «αλλά δεν το γνωρίζει».
Πολλοί είναι οι θρύλοι γύρω από τους πραγματικούς λόγους που έκαναν τον μέγα Χατζιδάκι να ασχοληθεί με τον Φλωρινιώτη. Το αποτέλεσμα είναι πως ακόμη κι έτσι κατόρθωσε να κάνει μια σπάνια εκπομπή αρχείου και αναφοράς και κυρίως κατόρθωσε να βγάλει για μια ακόμα φορά τη γλώσσα στους σεμνότυφους που σοκάρονταν από το ταλέντο και την καλλιτεχνική και ιδεολογική ανεξιθρησκεία του.
Πώς γνώρισε ο Χατζιδάκις τον Φλωρινιώτη
Αφορμή για τη γνωριμία που οδήγησε στην ιστορική εκπομπή ήταν η Μελίνα Μερκούρη. Αυτή παρέσυρε τον Μάνο Χατζιδάκι και μαζί με τον Αρη Δαβαράκη πήγαν στη Νέα Αθηναία όπου ο Γιάννης Φλωρινιώτης ως άλλος Τζον Τραβόλτα χόρευε, στροβιλιζόταν, άλλαζε συνεχώς εντυπωσιακά κοστούμια, ήταν ο ίδιος το αθηναϊκό Λας Βέγκας.
Δίπλα του οι αδελφές Γαρμπή και ο ανερχόμενος τότε και γοητευτικός Βασίλης Λέκκας – μετέπειτα συνεργάτης του Μάνου. Ακόμη όμως και οι τακτικοί θαμώνες της Νέας Αθηναίας, όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη και η Τζένη Καρέζη σάστισαν όταν άκουσαν την εκπομπή και τον γκουρού τους Μάνο να αποκαλεί τον Φλωρινιώτη «Ζακ Μπρελ της Ελλάδος» και «Αστροναύτη χωρίς επιστροφή»!
Η ταινία, “Μαριχουάνα στοπ” προβλήθηκε τη σαιζόν 1970-1971 και έκοψε 312.260 εισιτήρια. Ήρθε στην 12η θέση σε 87 ταινίες.
-Η ταινία αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου θεατρικού μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη, που παρουσιάστηκε στο θέατρο “Μπουρνέλλη”, και με το οποίο η Ζωή Λάσκαρη πραγματοποίησε την πρώτη της θεατρική εμφάνιση.
-Μεγάλες επιτυχίες του συνθέτη Μίμη Πλέσσα, όπως το τραγούδι, “Το Φεγγάρι Πάνωθέ μου”, ερμηνεύονται στην ταινία από τον Τόλη Βοσκόπουλο.
Σκηνή από την ταινία, “Μαριχουάνα στοπ”.
-Το σημαντικότερο για τον Τόλη Βοσκόπουλο ήταν η γνωριμία του με τη Ζωή Λάσκαρη, καθώς κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, πλέχτηκε το μεταξύ τους ειδύλλιο που κράτησε τρία χρόνια και απασχόλησε τις κοσμικές στήλες της εποχής.
Μάλιστα, η αδελφή του τραγουδιστή είχε αναφέρει : «Τότε τρελάθηκε ο άνθρωπος. Το παθαίνει αυτό οποιοσδήποτε όταν ερωτευτεί. Αυτό έπαθε όταν γνώρισε τη Ζωή. Και ξέχασε και σπίτι και δουλειά και συνεργάτες και τα πάντα και έφυγε μαζί της», γράφει η αδερφή του Τόλη Βοσκόπουλου για τον έρωτα που σήμανε και το τέλος του γάμου του με τη Στέλλα Στρατηγού».
-Ο Πόλεμος στο Βιετνάμ, το άγχος, το ψυχεδελικό ροκ, η σεξουαλική επανάσταση και η αντικουλτούρα των χίπις που χρησιμοποιούσαν ναρκωτικά όπως μαριχουάνα έτσι ώστε να καταφέρουν να “εξερευνήσουν” εναλλακτικά και καινούρια πράγματα, ήταν τα κυρίαρχα θέματα της εποχής.
Ειρήνη, αγάπη και ελευθερία ήταν το τρίπτυχο των χίπις που το δήλωναν με τη συμπεριφορά τους και με το ντύσιμό τους. Όλα τα παραπάνω, η επικαιρότητα, κάποια ηθογραφικά στοιχεία, λίγη σάτιρα και κυρίως η ευχή για παγκόσμια ειρήνη, που οι χίπις την ευχόντουσαν καπνίζοντας μαριχουάνα, τα συγκέντρωσε ο Γιάννης Δαλιανίδης και με καθαρό μυαλό, έγραψε τη μουσική κωμωδία, “Μαριχουάνα στοπ“.
-Mε συνεργάτες τον Μίμη Πλέσσα στη μουσική, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο στους στίχους, τον Γιώργο Ανεμογιάννη στα σκηνικά-κοστούμια, τον Βαγγέλη Σειληνό στις χορογραφίες.
-Ο Γιάννης Δαλιανίδης που ήξερε να πιάνει το σφυγμό του κόσμου σχετικά με τις προτιμήσεις του, για να ολοκληρώσει το πρώτο του μουσικό θεατρικό εγχείρημα, εξασφαλίζει το μεγαλύτερο είδωλο εκείνης της εποχής στο τραγούδι, τον Τόλη Βοσκόπουλο, ο οποίος παίζει τον εαυτό του.
Τα υπόλοιπα ανήκουν στην καλλιτεχνική ιστορία. Το έργο σκίζει το καλοκαίρι, μεταφέρεται και στο χειμερινό Πάνθεον για δύο μήνες και γίνεται ταινία όπως συνηθίζονταν τότε, κάθε θεατρική επιτυχία να μεταφέρεται στον κινηματογράφο με τους ίδιους συντελεστές, εκτός της Νίτσας Μαρούδα και της Δέσποινας Στυλιανοπούλου, που το ρόλο της θα υποδυθεί η Μάρθα Καραγιάννη.
-Ένα απρόοπτο που συνέβη στα γυρίσματα της ταινίας, “Μαριχουάνα στοπ“, ανέφερε στη Μηχανή του Χρόνου η Ελένη Ανουσάκη, η οποία ενσάρκωνε τη Γαλλίδα Ζωρζέτ.
Η ηθοποιός είχε ένα μικρό ατύχημα όταν ετοιμαζόταν να γυρίσει τη σκηνή με το χορευτικό της στο αεροδρόμιο: «Εκεί συνέβη ένα τρομαχτικό ατύχημα για την αισθητική μου. Την ώρα που πήγα να βάλω τα ρούχα φορούσα ένα δαχτυλίδι ήμουνα και πολύ μικρή δεν το πρόσεξα και έσκισα την κάλτσα. Και σε όλη την ταινία αυτή έχω ένα πόντο στην κάλτσα. Αυτά είναι τα ωραία. Ωραία άσχημα. Γιατί πού να αλλάξω μες το αεροδρόμιο εκεί, εκείνη την εποχή δεν είχαμε ας πούμε 10 καλσόν που παίρνουμε τώρα μαζί. Και με ρωτάει ο κόσμος γιατί έχω σκισμένο καλσόν».
Περίληψη της ταινίας, “Μαριχουάνα στοπ”
Το παλιό αρχοντικό στην Πλάκα, που κληρονομούν τρία ξαδέρφια, γίνεται η πέτρα του σκανδάλου, αφού ο καθένας σκέπτεται να το αξιοποιήσει διαφορετικά. Ο Αχιλλέας θέλει να το κάνει νυχτερινό κέντρο, όπου θα παρουσιάζει το χορευτικό του πρόγραμμα, ενώ ο Ιπποκράτης ζει σ’ αυτό και νοικιάζει το υπόγειο στην κοπέλα που αγαπά, τη Δέσποινα. Τα πράγματα περιπλέκονται με την άφιξη από το εξωτερικό της τρίτης κληρονόμου, της Καίτης, η οποία θα τους ξεσηκώσει τα μυαλά, αλλά θα αλλάξει τακτική όταν ερωτευτεί τον Γιώργο..
Τέσσερις ημέρες πριν από το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών, οι Rolling Stones άνοιγαν τον χορό των ροκ συναυλιών στην Ελλάδα. Η συναυλία τους στο γήπεδο του Παναθηναϊκού άρχισε κανονικά, αλλά δεν τελείωσε ποτέ.
Τον Ιανουάριο του 1967 ο Μικ Τζάγκερ και η….παρέα τους κυκλοφόρησαν το νέο τους άλμπουμ Between the Buttons, που σημείωσε μεγάλη επιτυχία, με τραγούδια, όπως τα Let’s Spend The Night Together και Ruby Tuesday. Για την άνοιξη είχαν προγραμματίσει η περιοδεία στην Ευρώπη, εν μέσω της διαμάχης του Μικ Τζάγκερ και του Μπράιαν Τζόουνς, των δύο ηγετικών μορφών του συγκροτήματος.
Στα νότια της Ευρώπης, η Ελλάδα βρισκόταν σε μια δύσκολη καμπή της ιστορίας της. Με εμφανείς ακόμη τις πληγές της «Αποστασίας» βάδιζε ολοταχώς για εκλογές, έχοντας στο τιμόνι της την κυβέρνηση της Ε.Ρ.Ε. υπό τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Οι εκλογές ήταν προγραμματισμένες για τις 28 Μαΐου και αναμενόταν να εξελιχθούν σε ένα θρίαμβο της Ενώσεως Κέντρου και του Ανδρέα Παπανδρέου, ηγετικού στελέχους του κόμματος εκείνη την περίοδο.
Η κατάσταση ήταν τεταμένη. Το Παλάτι και η Δεξιά δεν απέκλειαν κάποιας μορφής συνταγματική εκτροπή, με την επιβολή μιας βραχυχρόνιας δικτατορίας. Δεν είχαν υπολογίσει τους Συνταγματάρχες!
Η αναγγελία της συναυλίας Στις 22 Μαρτίου κυκλοφορεί το 77ο τεύχος του μουσικού περιοδικού Μοντέρνοι Ρυθμοί με μια είδηση βόμβα: «Δεν είναι ούτε πρωταπριλιάτικο ψέμα, ούτε διαφημιστικό κόλπο. Οι Ρόλινγκ Στόουνς έρχονται». Η συμφωνία είχε κλείσει προ οκταημέρου μεταξύ του δημοσιογράφου και ατζέντη Νίκου Μαστοράκη και του μάνατζερ του συγκροτήματος Ντέβιντ Απς.
Η συναυλία ορίστηκε για τις 17 Απριλίου στην Αθήνα και θα έκλεινε την ευρωπαϊκή περιοδεία των Rolling Stones, η οποία θα άνοιγε στις 25 Μαρτίου στη Στοκχόλμη. Ως χώρος διεξαγωγής επιλέχτηκε το γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας και τα εισιτήρια κόστιζαν από 60 έως 120 δραχμές, αρκετά «αλμυρά» για το νεαρόκοσμο της εποχής. Υπήρχαν και λίγα εισιτήρια των 500 δραχμών, ακριβώς μπροστά από την εξέδρα.
Οι αφίσες που κυκλοφόρησαν ανάφεραν ότι «το ρεσιτάλ είναι υπό την αιγίδα του δημάρχου Αθηναίων κ. Γεωργίου Πλυτά και οι εισπράξεις του θα διατεθούν για φιλανθρωπικό σκοπό».
Την Κυριακή 16 Απριλίου κυκλοφόρησε η φήμη ότι οι Stones αναμένονται στην Αθήνα. Εκατοντάδες νεαροί πολιόρκησαν το αεροδρόμιο του Ελληνικού για να τους υποδεχθούν και να τους δουν από κοντά. Σημειώθηκαν μικροσυγκρούσεις με την αστυνομία. Αντί για τα μέλη του συγκροτήματος, είχαν έλθει οι τεχνικοί, οι οποίοι δεν έχασαν την ευκαιρία να μοιράσουν αυτόγραφα σε κάποιους αδαείς συγκεντρωμένους, που τους πέρασαν για τους Stones.
Οι Rolling Stones ήλθαν ανήμερα της συναυλίας με πτήση της Ολυμπιακής Αεροπορίας και κατέλυσαν στο «Χίλτον». Τους δημοσιογράφους, που βρέθηκαν στο αεροδρόμιο, εντυπωσίασε η πανέμορφη σύζυγος του μπασίστα Μπιλ Γουάιμαν. Ήταν Δευτέρα στην Αθήνα και ο ήλιος διαδεχόταν τα σύννεφα και τη βροχή.
Νωρίς το απόγευμα, τα μέλη του συγκροτήματος -πλην του Μπράιαν Τζόουνς που κοιμόταν- έδωσαν την καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου. «Τι γνωρίζετε για το Σέξπιρ;», ρώτησε ένας δημοσιογράφος. «Και σεις τι γνωρίζετε για τον Όμηρο;» απάντησε με ερώτηση ο Μικ Τζάγκερ, ο μόνος ομιλητικός της παρέας.
Οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή: – «Ποια είναι η γνώμη σας για τη μουσική σας;». – «Τα τραγούδια μας εκφράζουν την εποχή μας. Δεν είμαστε υστερικοί, όπως πιστεύεται, αλλά οι μεγαλύτεροι δεν μπορούν να μας καταλάβουν.»
– «Τι πιστεύετε για τους Μπιτλς;» – «Τους αγαπάμε πάρα πολύ.» – «Πως περνάτε τις ελεύθερες ώρες σας;» – «Με κορίτσια.»
– «Είστε αγαπημένοι μεταξύ σας;» – «Ναι, και η απόδειξη είναι ότι κοιμόμαστε μαζί στο ίδιο κρεβάτι.» – «Αλλά ο Μπιλ Γουάιμαν είναι παντρεμένος. Τι έχει να πει επ’ αυτού η γυναίκα του;» αντέτεινε ο δημοσιογράφος. – «Κοιμάται μαζί μας» απάντησε ο Τζάγκερ.
Η συναυλία
Περίπου την ώρα της συνέντευξης τύπου των Stones, οι πρώτοι θεατές άρχιζαν να μπαίνουν στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Γύρω στις 7 το βράδυ, στις εξέδρες της «Λεωφόρου» βρίσκονταν γύρω στα 8.000 άτομα. Η εξέδρα ήταν στημένη στη σέντρα του γηπέδου και μέσα στον αγωνιστικό χώρο επιτρεπόταν η είσοδος στους λίγους που είχαν να πληρώσουν το πανάκριβο εισιτήριο των 500 δραχμών. Το γήπεδο ήταν ζωσμένο από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις.
Σε λίγη ώρα άρχισε το πρώτο μέρος του προγράμματος, με ελληνικά συγκροτήματα και καλλιτέχνες. Εμφανίστηκαν κατά σειρά οι Loubogg, MGC, Idols, Τάσος Παπασταμάτης, Δάκης και We Five. Στις 9:30 μ.μ. οι Stones ανέβηκαν στη σκηνή και άρχισαν τη συναυλία τους με το Last Time.
Οι θεατές ξεπερνούσαν τους 10.000 και οι αστυνομικοί έκαναν αισθητή την παρουσία τους μέσα στον αγωνιστικό χώρο και γύρω από τη σκηνή, έχοντας σαφείς εντολές να συλλαμβάνουν όποιον παρεκτρεπόταν, τουτέστιν, όποιοn απλώς σηκωνόταν από τη θέση του για να χορέψει ή να χειροκροτήσει με ενθουσιασμό.
Λίγο πριν αρχίσουν να παίζουν το Satisfaction, ο Τζάγκερ είχε την έμπνευση να ράνει τους θεατές με κόκκινα γαρύφαλλα. Δεν μπόρεσε ο ίδιος να φθάσει στην εξέδρα και ανέθεσε τη δουλειά στον μάνατζερ της περιοδείας τους, Τομ Κέιλοκ.
Η πράξη θεωρήθηκε επαναστατική από την Αστυνομία και αμέσως έξι άνδρες της έπεσαν πάνω στον δυστυχή Κέιλοκ και τον έσπασαν στο ξύλο. Οι υπεύθυνοι του γηπέδου, με διαταγή της Αστυνομίας, κατέβασαν τον γενικό και η συναυλία τερματίσθηκε άδοξα μέσα σε πυκνό σκοτάδι.
Τα μέλη των Rolling Stones φυγαδεύτηκαν στο ξενοδοχείο, μη μπορώντας να καταλάβουν τι συνέβη. Αγανακτισμένοι θεατές συγκρούστηκαν με την αστυνομία και συγκρότησαν διαδήλωση, η οποία κατέληξε μπροστά από το «Χίλτον». Την ατμόσφαιρα δονούσε το σύνθημα: «Τσιλιχρήστο (σ.σ. ο τότε διευθυντής της Αστυνομίας) παραιτήσου!».
Η επομένη της συναυλίας ήταν η ημέρα της αναχώρησης για τα μέλη του συγκροτήματος, που υποβλήθηκαν σε εξαντλητικούς ελέγχους στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Ο Μικ Τζάγκερ πέταξε για το Λονδίνο, ο Μπράιαν Τζόουνς για το Μόναχο, προκειμένου να παρακολουθήσει την πρεμιέρα της ταινίας του Φόλκερ Σλέντορφ Mord und Totschlag (A Degree of Murder, ο αγγλικός τίτλος), της οποίας είχε γράψει τη μουσική.
Ο Κιθ Ρίτσαρντς έχασε το αεροπλάνο για το Λονδίνο και πέταξε για το Μόναχο με τον Τζόουνς, ενώ η οικογένεια Γουάιμαν παρέμεινε στην Αθήνα για ολιγοήμερες διακοπές. Για κακή της τύχη, η ημέρα της αναχώρησης συνέπεσε με την εκδήλωση του πραξικοπήματος της 21η Απριλίου. Το αεροδρόμιο ήταν κλειστό και η οικογένεια Γουάιμαν αναγκάστηκε να μείνει στην Αθήνα μέχρι τις 23 Απριλίου, οπότε πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το Λονδίνο….
Ο Φρίξος Ηλιάδης υπηρέτησε την πολιτιστική πορεία του τόπου μας σαν λογοτέχνης, δημοσιογράφος, κριτικός τέχνης, σεναριογράφος, σκηνοθέτης.
Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1923 και στα 15 του χρόνια είχε κιόλας εκδώσει το πρώτο του βιβλίο. Στη συνέχεια κυκλοφόρησε δύο ποιητικές ανθολογίες του, ενώ παράλληλα δημοσιογραφούσε στον ημερήσιο τύπο. Συνεργάστηκε με τις εφημερίδες Καθημερινή, Προοδευτικός Φιλελεύθερος, Απογευματινή, Ελεύθερος Κόσμος, Ακρόπολις και διετέλεσε διευθυντής στα περιοδικά, «Ποιητική Τέχνη», «Γράμματα», και «Ελληνικό Θέατρο». Τον ενδιέφερε η έρευνα των σύγχρονων πολιτιστικών θεμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο και ιδιαίτερα η καταγραφή του πολιτιστικού χρονικού της Ελλάδας, γι’ αυτό και διέθετε ένα τεράστιο αρχείο.
Επί σειρά ετών εργάστηκε σαν κριτικός θεάτρου, κινηματογράφου και εικαστικών τεχνών. Το 1960 κυκλοφόρησε το ιστορικό χρονικό του «Ελληνικός Κινηματογράφος 1906-1960». Έγραψε επίσης τις μονογραφίες «Μαρίκα Κοτοπούλη», «Ο Τσαρούχης μου είπε» «Δημήτρης Χορν» και «Έλλη Λαμπέτη».
Στο θέατρο, η παρουσία του, ταυτίστηκε με μεταφράσεις που παρουσιάστηκαν από θιάσους γνωστών πρωταγωνιστών, με έργα των Φεϊντό, Τέιλορ, Σίμον και Πιραντέλο, ενώ μαζί με τον Αιμίλιο Χουρμούζιο, τον Αλέξη Σολωμό, το Μάνο Χατζηδάκι και την Άννα Φόνσου, υπήρξε συνιδρυτής της θεατρικής σκηνής «Προσκήνιο». Διετέλεσε επίσης διευθυντής σε πολλά αθηναϊκά θέατρα.
Πέρα όμως από όλα αυτά, ο Φρίξος Ηλιάδης ασχολήθηκε συστηματικά και με τον κινηματογράφο, ως σεναριογράφος, σκηνοθέτης και μεταφραστής. Η πρώτη ταινία που σκηνοθέτησε ήταν η “Νεκρή Πολιτεία” σε δικό του σενάριο, που ήταν και η μοναδική συνεργασία με τη Φίνος Φιλμ.
Ωστόσο η ταινία αυτή, με τα ιδιαίτερα καλλιτεχνικά χαρακτηριστικά, απετέλεσε σταθμό, αφού επιλέχτηκε από την επιτροπή να συμμετάσχει στο Φεστιβάλ των Καννών, αντιπροσωπεύοντας την Ελλάδα και κάνοντας διάσημη την Ειρήνη Παππά. Άλλες ταινίες που σκηνοθέτησε σε δικά του σενάρια ήταν «Το Οργανάκι του Αττίκ» (1955), «Μπάρμπα-Γιάννης ο Κανατάς» (1957), «Μέλπω» (1958), «Το Κορίτσι της Φτωχογειτονιάς» (1957), «Πλούσιοι χωρίς Λεφτά!…» (1960), «Παλικαράκια της Παντρειάς» (1963), κ.α.
Ο Φρίξος Ηλιάδης εργάστηκε επίσης στην ελληνική ραδιοφωνία, ως λογοτέχνης, μεταφραστής και σκηνοθέτης. Το 2009 βραβεύτηκε από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ως ένας από τους ανθρώπους που το παρακολούθησαν και το υπηρέτησαν σταθερά για 50 και πλέον χρόνια.
Ο Φρίξος Ηλιάδης έφυγε από τη ζωή στα 87 του χρόνια στις 21 Αυγούστου του 2010. Η κηδεία του έγινε στο Κοιμητήριο του Ζωγράφου.
Το χαμάμ λεγόταν “Μικρά Ασία”, ξεκίνησε να χτίζεται το 1923, ολοκληρώθηκε το 1925 κι άρχισε να λειτουργεί το 1926. Την οικοδόμησή του ανέλαβαν επιχειρηματίες, μιας και το οικονομικό μέγεθος του έργου ήταν αρκετά υψηλό. Η λειτουργία του χαμάμ ήταν ημερήσια. Από τις 8 π.μ. μέχρι τις 5 μ.μ. δεχόταν τις γυναίκες, ενώ οι άντρες το επισκέπτονταν από τις 5 μ.μ. μέχρι τις 9-10 μ.μ.. Τα παιδιά μέχρι 5 χρόνων έμπαιναν με τις γυναίκες, ενώ τ’ αγόρια από 5 ετών και πάνω θεωρούνταν άντρες.
Ο Παύλος Τάσιος, σκηνοθέτης και σεναριογράφος, εκπαιδεύτηκε στην 7 τέχνη αποκλειστικά στη Φίνος Φιλμ, για να εξελιχθεί αργότερα σε πρωτοπόρο εκπρόσωπο του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου.
Γεννήθηκε το 1942 στον Πολύγυρο Χαλκιδικής και δούλευε από μικρό παιδί.
Το 1960 βρέθηκε τυχαία στο σημείο της Θεσσαλονίκης που γυριζόταν η ταινία της Φίνος Φιλμ «Ο Ατσίδας».
Εντυπωσιάστηκε και ζήτησε από το συνεργείο να δουλέψει μαζί τους.
Ο Παύλος Τάσιος
Από εκείνη την ημέρα, και για αρκετά χρόνια, έγινε βοηθός του Γιάννη Δαλιανίδη.
Το 1965, μαζί με κάποιους φίλους του συνέστησαν ομάδα και γύρισαν την ταινία «Φτωχολογιά».
Την ίδια εποχή, ο Φίνος του ζήτησε να γράψει ένα σενάριο. Έτσι, προέκυψε η ταινία «Παράνομοι Πόθοι» (1966), την οποία και σκηνοθέτησε.
Αμέσως μετά, σκηνοθέτησε το επόμενο σενάριο του στην ταινία «Χαμένη Ευτυχία».
Αργότερα, ο Παύλος Τάσιος γύρισε την ταινία του «Πληγωμένα Νιάτα» σε δική του παραγωγή και από το 1968 ως το 1972 διαμόρφωνε τη νέα κινηματογραφική του έκφραση.
Έτσι, το 1972 γύρισε στη Φίνος Φιλμ την ταινία του «Ναι μεν Αλλά», η οποία απέσπασε βραβείο σεναρίου στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης.
Συνολικά, ο Παύλος Τάσιος γύρισε 11 ταινίες μεγάλου μήκους, με πιο γνωστές και βραβευμένες το «Βαρύ Πεπόνι» (1977), «Παραγγελιά» (1980), «Το Στίγμα».
H κινηματογραφική καριέρα του Παύλου Τάσιου έκλεισε απότομα το 1986, όταν παρουσίασε το «Νοκ Αουτ». Σε αυτήν την παράξενη ταινία, ένα ψυχόδραμα με κωμικούς τόνους, ο Τάσιος εξέταζε την προσπάθεια ενός άντρα (Κώστας Αρζόγλου) να βγάλει από το τέλμα τον απογοητευμένο από τη ζωή, ψυχικώς διαταραγμένο και με αυτοκαταστροφικές τάσεις φίλο του (Γιώργος Κιμούλης). Ακόμα μια ταινία που ξεχώρισε στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης αποσπώντας τα βραβεία καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, Α΄ ανδρικού ρόλου (Κιμούλης) και Β’ ανδρικού ρόλου (Φ. Χηνάς).
Τα τελευταία χρόνια ο Παύλος Τάσιος προσπαθούσε να υλοποιήσει ένα σχέδιο με θέμα τη ζωή της θρυλικής Ζωζώς Νταλμάς εστιασμένο στην σχέση της με τον Τούρκο ηγέτη Κεμάλ Ατατούρκ. Αν και το σχέδιο είχε εγκριθεί από το πρόγραμμα Ορίζοντες του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, το εγχείρημα ποτέ δεν προχώρησε διότι όπως ο Τάσιος είχε πει στο «Βήμα» το 2009 ότι «για να γυριστεί μια τέτοια ταινία έτσι όπως πρέπει, χρειάζεται τεράστιο κοστολόγιο και διεθνής υποστήριξη.»
Σύζυγος του ήταν η επίσης πρόωρα χαμένη ηθοποιός και ποιήτρια, Κατερίνα Γώγου και είχε μία κόρη τη Μυρτώ Τάσιου.
Ο Παύλος Τάσιος έφυγε από τη ζωή στις 02 Οκτωβρίου 2011, στα 69 του χρόνια, ύστερα από μάχη με τον καρκίνο. Η κηδεία του έγινε στο Νεκροταφείο Γλυκών Νερών.
Το 1928 η οικογένεια Λούκου μετακομίζει στην Αθήνα από τα Βίλια της Αττικής.
Η πολυμελής οικογένεια θα εγκατασταθεί σε ένα σπίτι στο κέντρο της Αθήνας αναγκαζόμενη να στριμωχτεί στο αστικό περιβάλλον της πρωτεύουσας. Εκεί η νεαρή Λούκου τελειώνει τις σχολικές της σπουδές.
Την βρίσκει ο πόλεμος μέσα στο μεγάλο σπίτι της οδού Δελφών. Μια αποτυχημένη εξέταση στο Εθνικό Θέατρο την κάνει να αλλάξει το όνομά της σε Έλλη Λαμπέτη. Το 1941 καταφέρνει να εισαχθεί στη Σχολή Κοτοπούλη. Η πρώτη της θεατρική εμφάνιση γίνεται το 1943.
Τελικά από το πατρικό της θα φύγει λίγο καιρό αργότερα. Το σπίτι στη γωνία Δελφών και Διδότου έζησε τα πρώτα χρόνια της πορείας της ηθοποιού Έλλης Λαμπέτης.
Από της αγωνίες τις οικογενειάς της όταν αργούσε η ίδια στα μαθήματα, μέχρι τις πρώτες ανθοδέσμες θαυμασμού στην νεαρή ηθοποιό. Σήμερα φυσικά το σπίτι της Λαμπέτη έχει αλλάξει χέρια.
Το μικρό στενάκι του Κολωνακίου έχει πεζοδρομηθεί και η μονοκατοικία κρύβεται μοναχικά πίσω από τις ανθισμένες νερατζιές και τα μικρά καταστήματα που περιτριγυρίζουν την άλλοτε αρχοντική συνοικία.
Το 1998 ο Δήμος Αθηναίων προκήρυξε διαγωνισμό για την φιλοτέχνηση προτομής της ηθοποιού.
Τελικά επιλέγεται το μαρμάρινο έργο του Αν. Γκιόκα που τοποθετείται έξω από το σπίτι της Έλλης Λαμπέτη. Λίγα χρόνια πριν όταν η βιογραφία της Λαμπέτη είχε οπτικοποιηθεί σε τηλεοπτική σειρά αρκετές σκηνές είχαν γυριστεί στον πεζόδρομο της οδού Δελφών.
Μπορεί κάποτε ο Γιάννης Δαλιανίδης να είχε δηλώσει σε ερώτηση δημοσιογράφου γιατί έφτιαχνε μόνο μιούζικαλ, ότι το έκανε γιατί μόνο μιούζικαλ ήξερε να δημιουργεί,...
Ο Νίκος Κούνδουρος είναι από τους σημαντικότερους Έλληνες σκηνοθέτες. Διανοητής, ασυμβίβαστος, με εικαστικό ταλέντο και γνώσεις, με έντονη και εκρηκτική προσωπικότητα, εγκαινίασε ένα καινούργιο...