Σύμφωνα με τις στατιστικές, αυτοί από εμάς που ήμασταν παιδιά τις δεκαετίες του 40 50 60 και 70 πιθανόν δεν θα έπρεπε να είχαμε επιζήσει.
Οι κούνιες μας ήταν βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά με βάση το μόλυβδο. Τα πατώματα είχαν μωσαϊκό που σου περόνιαζε τα κόκκαλα κι οι κρεβατοκάμαρες ξύλινα πατώματα που τα γυάλιζαν με παρκετίνη, με κάτι βαρειές παρκετέζες και κάθε τόσο αγκίθες καρφωνόντουσαν στις ξυπόλητες πατούσες μας.
Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση. Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκύτη, μαγουλάδες, ανεμοβλογιά. Δεν είχαμε καπάκια ασφαλείας στα μπουκάλια με τα φάρμακα, ούτε καπάκια στις πρίζες του δωματίου, εκείνες τις σκούρες τις φτιαγμένες από βακελίτη.
Ζεσταινόμασταν με σóμπες με ξύλα η με… κάρβουνο, η με θερμάστρες πετρελαίου. Που να βρεθεί καλοριφέρ τότε.
Τηλέφωνο είχε ή σε κανένα θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη με εκείνες τις μάρκες τις χαραγμένες, ή στο περίπτερο της γειτονιάς, που είχε κρεμασμένα με μανταλάκια τα περιοδικά μας ο Μικρός Ηρωας κι ο Μικρός Σερίφης, κι ακόμα το Ρομάντζο, το Πάνθεον, το Ντομινό, η Βεντέττα, το Πρώτο, το Εμπρός.
Ακόμα ζητάω τη σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου του ταλήρου, ή τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, ακόμα θυμάμαι το Γλυφιτζούρι κοκοράκι, το μαλλί της γριάς στα πρόχειρα λούνα παρκ, το φρεσκοψημένο ποπ κορν , τις καραμέλες γάλακτος τις τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί, τις κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον ,το πεστίλι πέτσα βερίκοκο , το αυθεντικό παστέλι, και το κάτασπρο μαντολάτο. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση απ το καλαμπόκι και τα κάστανα και συγκινούμαι όταν βλέπω καστανάδες, λίγους πια και καλαμποκάδες σε κάνα πανηγύρι.
Χάθηκαν τα αυθεντικά σουβλάκια με τα ντονέρ και την ξεροψημένη πίτα και το κοκινοπίπερο. Τα αστικά λεωφορεία Σκανια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη με μπλέ δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα.
Βόγκαγαν κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Καμμιά φορά είχε και μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη μηχανή που ηταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα.
Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το κλασσικό γκρί καπέλο με το γείσο, ένα πρωτόγονο μικρόφωνο κι έλεγε τις στάσεις ή φώναζε τέρμα τα μία και είκοσι. Θυμάστε εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που τώρα τελευταία ξανάγιναν της μόδας;
Τα κίτρινα τρόλευ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές, κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλλα που έκοβε τα εισιτήρια.
Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Σύνταγμα» τους έκοβαν το μεροκάματο.
Ποιος να έχει τότε Ι.Χ Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή μεταχειρισμένα Consoul Cortina, Hansa, Wartburg, FIAT 1100, Opel Olympia. Θυμάστε τα Anglia, τα Peugeot 403, τα Renault 10 ή το Simca1000, με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα. Το γάλα μας το έφερνε ο γαλατάς ή μέσα σε γυάλινα μπουκάλια με αλουμινένια καπάκια ή μας το άδειαζε από μεγάλες καρδάρες στην κατσαρόλα στην εξώπορτα.
Οι κολώνες του πάγου που τις έφερνε ο παγοπώλης με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του και τις κουβάλαγε με εκείνο το περίεργο εργαλείο γάντζο, αργοέλιωναν στο κεφαλόσκαλο. Και η βρύση του ψυγείου είχε στο στόμιο της τυλιγμένο ένα λευκό τουλπάνι σα φίλτρο. Που ηλεκτρικά ψυγεία. Αργότερα θυμάμαι κάτι ΠΙΤΣΟΣ ΙΖΟΛΑ και ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ.
Οι παπλωματάδες, οι καρεκλάδες οι γανωτζήδες οι ακονιστές κι οι τσαγκάρηδες είχαν πολλή δουλειά. Στην κεντρική λεωφόρο ένα πλήθος από λούστρους με καλογυαλισμένα κασελάκια που λαμποκοπούσαν περιίμεναν πελάτη. Και σε κάποια γωνιά σε μια καμαρούλα 2Χ2 ήταν το βασίλειο του τσαγκάρη με εκείνο το περίεργο καλαπόδι που έβαζε ανάποδα το παπούτσι και το κόλλαγε και το κάρφωνε με εκείνες τις μαύρες πρόκες με το πλατύ κεφάλι και διάχυτη η μυρουδιά της βενζινόκολλας
Στη γωνιά του δρόμου μια ΕΒΓΑ που πούλαγε γάλα, γιαούρτια και παγωτά σε ψυγεία με μαύρα λαχιστένια καπάκια, και σε μια γωνιά μεταλλικά κουτιά με γυάλινο επάνω μέρος και μέσα μπισκότα γεμιστά με κρέμα γεύση βανίλλια σοκολάτα φράουλα και μπανάνα και κουραμπιέδες Μπούσιου αν θυμάμαι τυλιγμένους σε ημιδιαφανές χαρτί.
Γνωρίζατε ότι πριν 100 χρόνια οι γυναίκες φορούσαν μάλλινα μαγιό κι ότι πριν 200 χρόνια βούταγαν στη θάλασσα με ειδικά φουστάνια.
Η ιστορία της εξέλιξης του μαγιό ανά τους αιώνες αποτελεί ένα ενδιαφέρον δείγμα των αλλαγών της μόδας στην ιστορία.
Σε σχετικό άρθρο που δημοσίευσε στην ιστοσελίδα του το CNN παρουσιάζει όλα τα είδη μαγιό που έχουν κυκλοφορήσει από το 1825 μέχρι σήμερα, ενώ οι αλλαγές στη μόδα είναι αισθητές με το πέρασμα των χρόνων και συμβαδίζουν απόλυτα με τις ηθικές νόρμες της εποχής.
1825 Γυναίκες φορούν τα ειδικές τουαλέτες θαλάσσης και πλατσουρίζουν σε ρηχά νερά, αφού το βάρος του φορέματος δεν επιτρέπει το κολύμπι. 1870 Το μαγιό ακόμα καλύπτει όλο το σώμα, αλλά μοιάζει περισσότερο με ρούχο περιπάτου παρά με τουαλέτα
1906 Γυναίκες με μαγιό ολόσωμες φόρμες ποζάρουν σε μία εκδήλωση του Reading Swimming Club.
1925 Το μαγιό αρχίζει να παίρνει μία μορφή πιο κοντινή στα σημερινά ολόσωμα μαγιό και το Χόλιγουντ βοήθησε σε μεγάλο βαθμό στην καθιέρωση της καινούριας μόδας. Στη φωτογραφία ποζάρουν 3 γυναίκες για το «Sennett Bathing Beauties»
1933 Ενα τολμηρό για την εποχή μοντέλο ανοίγει το δρόμο σιγά σιγά στην εξέλιξη του μαγιό όπως είναι σήμερα
1942 Το μαγιό θεωρείται πλέον μοντέρνο και αποκαλυπτικό, ωστόσο είναι ακόμα συντηρητικό το κόψιμό του
1946 Κάνουν την εμφάνιση τους τα πρώτα μπικίνι αποσπώντας αρχικά αρνητικές κριτικές. Τo πρώτο μπικίνι το παρουσίασε το 1946 ο Γάλλος σχεδιαστής μόδας Λουι Ρεαρ αλλά κανένα μοντέλο δε δεχόταν να το φορέσει.
1950 Εμφανίστηκαν τα πρώτα Hawai-print μαγιό για άνδρες, τα οποία ξεκίνησαν από το Ακαπούλκο στο Μεξικό. Την ίδια χρονιά, τα γυναικεία μαγιό στόχευαν στο σέξι και χαριτωμένο στύλ με εκπροσώπους την μοναδική Μέριλιν Μονρόε και την τσαχπίνα Μπετι Πέιτζ
1960 Στις 8 Αυγούστου 1960 κυκλοφόρησε το πασίγνωστο τραγούδι «Teenie Weenie yellow polka dot bikini» σηματοδοτώντας την ανατροπή στη μόδα και ένα καλοκαίρι πιο καυτό από κάθε άλλη χρονιά. Οι γυναίκες πετάνε επιτέλους τα ταμπού και μαζί και τα ρούχα τους και απολαμβάνουν τη θάλασσα και τον Ηλιο
1969 Στο τέλος της δεκαετίας, τα μαγιό έκαναν μία ξαφνική στροφή στην ψυχεδέλεια με σχέδια και χρώματα που προκαλούσαν ίλιγγο στους λουόμενους.
1970 Η φωτογραφία της Φάρα Φόσετ με το διάσημο κόκκινο ολόσωμο μαγιό της κοσμούσε τα κομοδίνα πολλών νέων της εποχής.
1980 Μπικίνι με ψηλό κόψιμο στους γοφούς και ολόσωμα με εκκεντρικά σχέδια σε μία όχι και τόσο μακρινή δεκαετία. Προς το τέλος όμως της δεκαετίας το μαγιό γίνεται πιο αθλητικό, αλλά το κόψιμο παραμένει ψηλά όπως φαίνεται από την Ολυμπιονίκη Φλόρενς Γκρίφιθ Τζόινερ
1990 ΤΟ διάσημο μοντέλο Τάιρα Μπάνκς ήταν η πρώτη Αφροαμερικανή γυναίκα που φωτογραφήθηκε με μπικίνι για το εξώφυλλο του Sports Illustrated
2013 Η Κειτ Απτον πετάει ακόμα και το μαγιό της και στολίζει το γυμνό κορμί της με body painting σε μία μοναδικά καυτή φωτογράφηση για το Sports Illustrated
Στην δεκαετία του ΄80-΄90, ας ταξιδέψουμε… με όμορφες, γλυκές αναμνήσεις…!
Θα θέλαμε να θυμόμαστε τις μουσικές εκείνης της εποχής αλλά ήμασταν πολύ μικροί για
να έχουμε τέτοιες αναμνήσεις (αν και το Sweet Dreams των Eurithmics ηχεί ακόμα στα αυτιά μας, γιατί μπορούσαμε να έχουμε γλυκά όνειρα)…Ήμασταν στην τελευταία δεκαετία που προλάβαμε τα ομαδικά παιχνίδια Κρυφτό,Κυνηγητό, Κλέφτες κι Αστυνόμους κ.α. …
Βλέπαμε Στρουμφάκια, Thundercats, Κabamaru και Candy Candy και όχι Pokemon, Digimon και Yu Gi Oh…
Παίζαμε με Playmobil και LEGO και όταν θέλαμε ποδόσφαιρο υπήρχε ακόμα κάποια αλάνα να μας δεχθεί…
Βλέπαμε εκπαιδευτική τηλεόραση στην ΕΡΤ1 και Φρουτοπία και του κουτιού τα παραμύθια…
Κάναμε ακόμη παιδικά πάρτυ στα σπίτια μας και δεν τρέχαμε σε κάθε τυχαίο παιδότοπο… Δεν γεννηθήκαμε μέσα στην Τεχνολογία, αλλά την ανακαλύψαμε σε μία καλύτερη ηλικία – χωρίς να είναι η μοναδική επιλογή διεξόδου μας από την καθημερινότητα… Βλέπαμε τις πρώτες πορνοταινίες, σαν κλέφτες στο Βίντεο του Μπαμπά, όχι όπως τώρα που με ένα κλικ τα παιδάκια βρωμίζουν την ψυχή τους… Ακούγαμε τη φωνή του άλλου όταν παίρναμε τηλέφωνο μέχρι που μας έφαγαν τα SMS… Παίρναμε κουλούρια και λουκουμάδες με ζάχαρη από το κυλικείο και όχι τυποποιημένες τυρόπιτες…
Τρώγαμε τη Φάτσα Μπανάνα από την ΕΒΓΑ και τις γρανίτες Turbo πριν τις καταργήσουν…
Τρώγαμε ακόμη σπιτικό φαγητό… Πρωτοχρονιά και Ανάσταση καθόμασταν με την οικογένειά μας και δεν τρέχαμε 00.01
στο πρώτο κλαμπ να τσακίσουμε Mojito, Space και Cuervo… Είδαμε τα πρώτα Χρυσά σε Ολυμπιακούς αγώνες με τη Βούλα Πατουλίδου και τον Πύρρο Δήμα…Είδαμε σε πρώτη εκτέλεση απίθανες σειρές … από το Εκμέκ Παγωτό και τους Απαράδεκτους μέχρι τις Τρεις Χάριτες και τους Μεν και Δεν…
Ξέραμε μόνο την Μπαλαρίνα και τον Μύλο στα Λούνα Παρκ και δεν μας έφευγε η ψυχή
στα 3G…Μας έδιναν ένα πεντοχίλιαρο οι γιαγιάδες και οι παππούδες και νιώθαμε ευτυχισμένοι… Δεν ήμασταν μουρτζούφληδες όπως τώρα που αν πάρουμε 20 ευρώ κοιτάζουμε με μισό μάτι.
Ακόμα και το Game Boy δεν μας έκλεινε σπίτι…. το παίρναμε και τρέχαμε έξω να το
μοιραστούμε με τους φίλους μας… Γράφαμε ακόμη ραβασάκια και δεν κάναμε comment σε Hi5/Facebook… Βγαίναμε με τα ποδήλατα στο δρόμο και δεν κινδυνεύαμε τόσο… Βλέπαμε τα Νιντζάκια σε βιντεοκασέτες.Θυμάστε τους Ευχούληδες;
Προλάβαμε όλη την εξέλιξη του Χτυποκάρδια στο Μπέβερλυ Χιλς και το Baywatch, καθώς και τον Ιππότη της Ασφάλτου…Τραγουδήσαμε «Το νού σου κύριε οδηγέ» και χορέψαμε λαμπάντα…
Πηγαίναμε στα «Ηλεκτρονικά» και παίζαμε Super Mario, Sonic, Mortal Compact, Streetfighter, Bubble Bubble, Tetris, Arkanoid, Top Gun και στα πλοία τρέχαμε να βρούμε που τα έχουν κρυμμένα…
Δεν ανησυχούσαν οι γονείς μας αν θα γυρίσουμε σώοι όπως τώρα… Ματώναμε τα γόνατα
μας και συνεχίζαμε το παιχνίδι… Βλέπαμε Tom & Jerry, Looney toones, Bugs Bunny και Coyote με τον Bippp Bippp…Θυμάστε τα καραμελάκια που όταν τα έβαζες στο στόμα ανατινάσσονταν; Και τη μόδα με τις τσίχλες Shock, το σπανάκι του Ποπάυ και τα τσιγάρα του Αστερίξ;Τρώγαμε Smarties…
Παίζαμε Μπουκάλα και Θάρρος ή Αλήθεια….
Πατούσαμε τα κουτάκια από τα αναψυκτικά και περπατούσαμε σαν να ήταν τακούνια… Παίζαμε με την Τσουλήθρα με τα πιγκουινάκια και με τα όπλα και τις μπάλες NERF…
Κάναμε απίστευτες πλάκες με τις μπουγελόφατσες και τα μπουγέλα γενικά στα σχολεία…
Βλέπαμε Μαγκάιβερ και Φλας…
Διαβάζαμε Ποπάυ…
Πίναμε Carnation και Dolca…
Ντυνόμασταν Νίτζα, Καουμπόυ και Ρομπέν των Δασών τις Απόκριες και όχι Πίκατσου
και Μπομπ Σφουγγαράκης… Ψάχναμε για αυτοκόλλητα και τάπες στα γαριδάκια…Είχαμε τα κλασσικά walkman με τα ακουστικά με το σφουγγαράκι στο πλάι και με το ζόρι χωρούσαμε στη τσέπη μας δύο κασέτες…
Κάναμε κοπάνες για να παίξουμε ποδόσφαιρο και όχι για να πάμε στα WEB και στα InSpot…
Βλέπαμε το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι…Βλέπαμε Αυθαίρετους, Ρετιρέ και Μικρομεσαίους…Συνωστιζόμασταν στα Βίντεο Κλαμπ, για να πάρουμε κασέτες με τον Μουστάκα, τον Τσάκωνα, τον Ταμτάκο και τους νέους τότε Μιχαλόπουλο, Γαρδέλη, Ψάλτη και Στίβ Ντούζο…
Παίζαμε ακόμα με μπίλιες…
Παίζαμε με τα ΥΠΕΡΑΤΟΥ καρτελάκια… αυτοκίνητα-πλοία-αεροπλάνα
Παίρναμε τα φακελάκια με τις φάρσες, μελανό μάτι, σκουλήκια στο νερό, τρύπιο δάχτυλο και άλλα πολλά…
Είχαμε τις χλαπάτσες…
Πιάναμε 4-4 τα Μιράντα Παπαδοπούλου και τα βουτούσαμε στο γάλα… Bλέπαμε Batman – Spiderman To πρώτο μας ηλεκτρονικό το Atari και ακολούθησαν NES, Super Nintendo, Mega Drive…
Βλέπαμε Παντρεμένους με παιδιά και τσαντιζόμασταν που η μαμά μας ήθελε να βλέπει
Ατίθασα Νιάτα και Τόλμη και Γοητεία…Παίρναμε την τσίχλα σωληνάριο και τα γλειφιτζούρια κραγιόν… Πηγαίναμε στα μηχανήματα που έβγαζαν τα μπαλάκια με τα δωράκια και είχαμε αγωνία τι θα πετύχουμε… Τρώγαμε Φουντούνια- Δρακουλίνια- Πακοτίνια, Φοφίκο, Τί και Τί και Λόττο…
Λέγαμε 6 αριθμούς για το νεόφερτο τότε Λόττο στους γονείς, αλλά ποτέ δεν μας κάθισαν… Παίρναμε Ξυστό και αν μας έπεφτε ένα κατοστάρικο, παίρναμε άλλο ένα και το χάναμε και αυτό…
Είδαμε να ξεφυτρώνουν καρτοτηλέφωνα σε όλη την Ελλάδα και κάναμε συλλογή από τηλεκάρτες…Βάζαμε τα σπορτεξάκια με τα φώτα και είχαμε κολλήσει με τις τσάντες PAXOS…και ξερός… Παίζαμε με στρατιωτάκια και τους αλεξιπτωτιστές με το πλαστικό αλεξίπτωτο… Παίζαμε με τα πλαστικά βατραχάκια που έκαναν τον μυστήριο ήχο… Βλέπαμε Μάπετ Σόου…
Το μπισκότο Choco bloom…
Παίρναμε το μπλοκ με τις χειροτεχνίες και με το ασημόχαρτο και το χρυσόχαρτο φτιάχναμε στολίδια τα Χριστούγεννα… Βλέπαμε Παιχνίδια χωρίς Σύνορα… Είδαμε Michael Jordan και μαζεύαμε κάρτες ΝΒΑ… Τρώγαμε Lila Pause και Milka… Βάζαμε στο γάλα μας για να το πιούμε πιο εύκολα HEMO, Caotonic και ήρθε η ώρα να αρπάξουμε το Nesquick…
Το πρώτο μας φιλί δινόταν με ακούμπισμα των χειλιών και όχι κατευθείαν η γλώσσα στον ουρανίσκο… Βλέπαμε μικρό μου Πόνυ και Άμποτ και Κοστέλλο…Τρώγαμε γλειφιτζούρια Chupa Chups και Boomer…
Μαζεύαμε καπάκια από αναψυκτικά στα ταβερνάκια που πηγαίναμε με τους γονείς, ενώ τώρα μαζεύουν τις μπίλιες από τα μπουκάλια που ανοίγουν…
Πιάναμε τα καλαμάκια και βάζοντάς τα κάτω από τη μασχάλη, κάναμε τεχνητά Αέρια… Ακούγαμε Στέφανο Κορκολή, Οmega Vibes, Αλέξια και Κωνσταντίνα…
Βλέπαμε το ΑΡΓΑ και το Μπίγκο με τον Νίκο Μαστοράκη…
Είδαμε χιλιάδες σποτάκια εναντίων των Ναρκωτικών… Βρέχαμε χαρτοπετσέτες και τις πετούσαμε σε ακαθόριστες πορείες και όποιον έβρισκε… Παίζαμε με νεροπίστολα…
Βλέπαμε τους Αστρομαχητές να κυνηγούν τα Γκάγκς… Βλέπαμε ακόμα Λευκά Χριστούγεννα, πριν οι εποχές γίνουν και αυτές ΕΜΟ… Τρώγαμε τυράκια BABYBEL και LA VAS QUI RIT(που το λέγαμε πάντα λαβάς τυρί)…
Διαβάζαμε Αλμανάκο, Κατερίνα, Μανίνα και Σαΐνια…
Τρώγαμε σοκολατίνες και Κορνέδες και όχι κρέπες Σοκό – Μπανά – Μπισκό…
Βάζαμε κολόνια Μυρτώ… Λουζόμασταν με Johnson’s όχι πια δάκρυα και βάζαμε τραυμαπλάστ με φιγούρες και ας μην είχαμε πληγή…
Τρώγαμε Καραμπόλα, αλλά ανοίγαμε το δωράκι πριν φάμε το παγωτό… Μασούσαμε τσίχλες STIMOROL και Brooklyn…Προλάβαμε Κωνσταντίνο Καραμανλή και Ανδρέα Παπανδρέου και όχι τις τωρινές κόπιες τους, που μας βασανίζουν ανελέητα…
Παίζαμε τα επιτραπέζια της ΜΒ, όπως ΗΟΤEL, Μάντεψε ποιος, Το στοιχειωμένο σπίτι…Είδαμε τον Casper και τον Σκαθαροζούμη… Περάσαμε την επιδρομή από ψείρες και κόνιδες, και όμως είμαστε εδώ….Το φάρμακο
που είχαν οι μαμάδες βρωμούσεεε… Eίδαμε το “Αγάπη μου συρρίκνωσα τα παιδιά” και λατρέψαμε τα Cheerios από την σκηνή
με τον μπαμπά στο πιάτο…Τρώγαμε μπισκότα Rondo…και ανοίγαμε πρώτα να φάμε τη σοκολάτα ή τη βανίλια και μετά το μπισκότο…
Bλέπαμε τα Ρακούνς και τον Ντένις τον Τρομερό… Παράλληλα με το Για μπα Ντα μπα Ντου του Φρεντ από τους Flinstones που τα άκουγε μονίμως από τη Βίλμα…
Βλέπαμε τη σειρά με το ανθρώπινο σώμα και το πως λειτουργεί ο οργανισμός… Τα κοριτσάκια έπαιρναν Αλληλογραφίες με άρωμα και έτρωγαν γλειφιτζούρια με σχήμα πιπίλας… για τώρα ας μη πω καλύτερα…
Βλέπαμε Μικρή Λουλού – Ten Ten και τα Ρώσικα παραμύθια με τη μυστήρια μουσική
Τα καραμελάκια TIC-TAC…
Tραγουδούσαμε το “Μ’ αρέσει να μη λέω πολλά” και το Λιωμένο Παγωτό (που κολλούσε πάντα στο χέρι)…
Βλέπαμε Sport Billy και ΗΕ-ΜΑΝ…
Bλέπαμε το Legends of the Hidden Temple με τις ομάδες των παιδιών…που έμπαιναν στο ναό…
Κλέβαμε από το πορτοφάλι της μαμάς και όχι του γείτονα… Το σεξ ήταν ταμπού και κουβέντα στα κρυφά… Κάθε βράδυ λέγαμε «Καληνύχτα» ένας, ένας και αν δεν τελειώναμε, δεν κοιμόμασταν… Κοιμόμασταν σε φίλους Σαββάτο βράδυ και το κανονίζαμε από την Κυριακή… Όταν μας επισκεπτόταν κάποιος, δεν τον κοιτούσαμε στα χέρια… Αγοράζαμε καινούρια τετράδια και κάθε χρόνο ορκιζόμασταν ότι θα τα κρατήσουμε καθαρά. 2 βδομάδες μετά είχαν γεμίσει στιχάκια και μηνύματα με τον διπλανό…
Παίζαμε με πλαστελίνες και PLAY DOH…
Όταν βλέπαμε προφυλακτικά και τράπουλές με τσόντες, κοκκινίζαμε… Θεωρούσαμε πορνό τη «Γαλάζια Λίμνη»…
Παίρναμε κιμωλίες από τον πίνακα του σχολείου… και λερώναμε ο ένας τον άλλο…
Ερωτευόμασταν και το μάθαινε όλο το τμήμα… Αργήσαμε να μάθουμε το πώς γίνονται τα παιδιά…ενώ τώρααα… Βλέπαμε το λικέρ στο σύνθετο του σαλονιού και δοκιμάζαμε…
Οι γιαγιάδες μας φορούσαν μαντίλες και έφτιαχναν πίττες, ενώ τώρα τις πετυχαίνεις στο ΖΑΡΑ και στα ΛΑΚ…
Τις Κυριακές, σηκωνόμασταν απο νωρίς για να προλάβουμε τα «παιδικά»…. Ζητούσαμε ακόμη για δώρο αυτοκινητάκια τα αγόρια και κούκλες τα κορίτσια…ενώ τώρα
ζητούν το νέο Grand Theft Auto για το PSP… Ζωγραφίζαμε ακόμη σε χαρτί και όχι με προγράμματα στα VISTA…Φτιάχναμε ακόμη παζλ και οι γονείς μας τα έκαναν κορνίζες…
Τα τρελομπαλάκια τα οποία τα πετούσαμε και τα βρίσκαμε ένα τετράγωνο πιο κάτω…
Τα πανηγύρια στο χωριό που πηγαίναμε μια φορά το χρόνο και τρώγαμε ό,τι παραδοσιακό υπήρχε…
Τη μανία με τα ΓΙΟ-ΓΙΟ…Την πίτσα που την τρώγαμε σπάνια και κάναμε γιορτή κάθε φορά που μαθαίναμε ότι οι γονείς θα μας πάνε σε πιτσαρία…
Παίζαμε με τα αυτοκινητάκια που για να μετακινηθούν τους βάζαμε ένα κέρμα…
Θυμάστε τα VIEWMASTER?
Τις Χριστουγεννιάτικες καρτέλες με τους αριθμούς που είχαν σοκολατάκια από πίσω… Οι γιαγιάδες μας έφτιαχναν πίττες και κουλουράκια, τώρα φτιάχνουν τα νύχια και τα μαλλιά τους…
Για όλους αυτούς τους λόγους αλλά και για πολλούς ακόμη, είμαστε χαρούμενοι που ζήσαμε τότε τα παιδικά μας χρόνια…
Αθώα! Μαγικά! Ονειρεμένα!!!
Εποχές που δεν ξαναγυρίζουν πίσω… Αλλά η κάθε εποχή έχει την δική της χάρη… Γι’ αυτό ας απολαύσουμε την κάθε στιγμή που ζούμε…!!!
Η Βάσια Τριφύλλη σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εκπομπή «Φτιάξε καφέ να στα πω» σοκάρει με τις δηλώσεις της για τον Στάθη Ψάλτη και πως έμαθε ότι είχε καρκίνο.
«Μου λείπει ο Στάθης και μόνο η ιδέα ότι δεν θα ξαναβρεθώ ξανά ποτέ στη σκηνή, δεν θα τον κάνω να ξαναγελάσει μέχρι να κ@τ@@ριετ@@.
Ο Στάθης ήταν χάχας, είχαμε βάλει και στοίχημα ποιος θα κάνει τον άλλο να γελάσει… πρόλαβα να του πω όσα ήθελα, και σε αυτή την τουρνέ μάλιστα, πρόλαβα.
Δεν φαινότανε ότι ήταν άρρωστος βέβαια, ήταν πιο αδύνατος από άλλες φορές.
Μία στιγμή στην Πτολεμαΐδα, άνοιξε η μύτη του και δεν έλεγε να κλείσει, ασταμάτητα, και τον πήγαμε κατευθείαν στο νοσοκομείο… Κεραυνοβολήθηκα. Εκεί το μάθαμε.
Μπήκαμε γελώντας και παίζοντας, θυμάμαι που μας διώξανε, και γελάγαμε, και όπως βγαίνουμε έξω, μας λέει ένας γιατρός ότι δεν υπάρχει σημείο του κορμιού του που δεν έχει καρκίνο και παραλύω.
Για να κοροϊδέψω την αρρώστια, που τη σέβομαι και την παλεύω, και τον Χάρο, νομίζω μόνο στα φρύδια και στα τσίνορά του δεν είχε…
Η αρτίστα του cabaret, Blanche Vaudon. Περίπου 1898.(Photo by Rischgitz/Getty Images)
Αρτίστα του cabaret από το Παρίσι. 1900 (Photo by Henry Guttmann/Getty Images).
Χορεύτρια του cabaret με εντυπωσιακή ενδυμασία-πεταλούδα στο Folies Bergere, περίπου το 1910.(Photo by General Photographic Agency/Getty Images)
Η Mistinguett (κατά κόσμον Jeanne-Marie Bourgeois, 1873-1956), τραγουδίστρια και χορεύτρια στο Folies Bergeres στο Παρίσι.(Photo by General Photographic Agency/Getty Images).
Ο Leslie Henson σερβίρει παγωτό στην Dorothy Dickson του cabaret Folies στο Daily Express Women’s Excibition στο Olympia του Λονδίνου, τον Απρίλιο του 1923. (Photo by Central Press/Getty Images).
Το κοινό παρακολουθεί το μεγάλο φινάλε της πρώτης απογευματινής παράστασης cabaret στη Βρετανία, που έγινε στο Princes Restaurant, τον Δεκέμβριο του 1924.(Photo by Topical Press Agency/Getty Images).
Η Mira Devi, Ινδή χορεύτρια με ένδυμα για ένα σόου. Περίπου 1925. (Photo by General Photographic Agency/Getty Images)
Άνθρωποι στην είσοδο ενός cabaret στη Γερμανία, γύρω στο 1925. (Photo by Hulton Archive/Getty Images)
Μπαλαρίνες στη σειρά. Από το σόου του cabaret στο Piccadilly Hotel του Λονδίνου, γύρω στο 1925. (Photo by General Photographic Agency/Getty Images).
Mademoiselle Melsass. Ρωσίδα χορεύτρια του Folies Bergere στο Παρίσι, στα παρασκήνια πριν τη παράσταση. Περίπου 1925. (Photo by James Abbe/General Photographic Agency/Getty Images).
Η διάσημη χορεύτρια από τη Ρωσία, Natacha Nattova σε παράσταση του Piccadilly Hotel. Περίπου 1925. (Photo by William Davis/General Photographic Agency/Getty Images)
Mερικά από τα αρχικά μέλη των “κοριτσιών του Hoffman” που εμφανίζονταν στο “Shake Your Feet”. Aπό αριστερά: Dorothy Ellis, Toots Gregory, Claire De Figaniere, Billy Sloane, Louise Blackburn. 1925. (Photo by Sasha/Getty Images)
H Greta Nissen (1906-1988), πρωταγωνίστρια από τη Νορβηγία, όπως εμφανιζόταν στο “The Wanderer”, περίπου το 1925. (Photo by General Photographic Agency/Getty Images).
Δύο νεαρές κοπέλες που δίνουν παράσταση σε cabaret του Piccadilly Hotel, παίρνουν πόζα. Περ. 1925.
Η χορεύτρια Edmonde Guydens που χόρευε στο Moulin Rouge του Παρισιού, με στολή φτιαγμένη από δαντέλα. 3 Φεβρουαρίου 1926. (Photo by Rahma/Topical Press Agency/Getty Images)
Φαγητό και cabaret σόου, στη σάλα του Palm Beach Cafe στον Τάμεση. 12 Ιουνίου 1926. (Photo by E. Bacon/Topical Press Agency/Getty Images)
Η καλλιτέχνης του cabaret, τραγουδίστρια και ηθοποιός Frances Day με ανάλογη περιβολή και φόντο σκηνικό με ζωγραφισμένους παπαγάλους. 20 Οκτωβρίου 1926. (Photo by Sasha/Getty Images).
Χορεύτριες του θιάσου στο Blue Train cabaret ετοιμάζονται για παράσταση στο Prince of Whales Theatre στο Λονδίνο. 7 Ιουνίου 1927. (Photo by Sasha/Getty Images).
Χορεύτριες του cabaret στο Prince of Whales Theatre. 7 Ιουνίου 1927. (Photo by Sasha/Getty Images).
Tα κορίτσια του Hoffman που εμφανίζονταν στη παράσταση “Shake Your Feet” στο London Hippodrome, εδώ εμφανίζονται να έχουν πάθει ναυτία. 10 Ιουνίου 1927. (Photo by Sasha/Getty Images).
Η Ρωσοαμερικανίδα χορεύτρια του μπαλέτου και του cabaret Kyra Alanova, που εμφανίστηκε στην επιθεώρηση “Wake Up And Dream” στο Pavillion Theatre. 21 Αυγούστου 1929. (Photo by Sasha/Getty Images).
Ο κ. Andre Charlot κάνει πρόβες στις χορεύτριες για το κομμάτι του cabaret του Grand Ball στο Royal Opera House. Tα έσοδα θα πήγαιναν στο βρεφοκομείο του οποίου πρόεδρος ήταν η Πριγκίπισσα Mary. 18 Νοεμβρίου 1929. (Photo by Topical Press Agency/Getty Images).
Καν-Καν cabaret στο Piccadilly Hotel (Λονδίνο), γύρω στο 1930. (Photo by Henry Guttmann/Getty Images).
Η αρτίστα του cabaret Mary Barbour υποδύεται το Πνεύμα της Πρωτοχρονιάς στο Grosvenor House στο Λονδίνο, γύρω στο 1930. (Photo by Hulton Archive/Getty Images)
Μέλη του θιάσου του Empire Cabaret, που εμφανίστηκαν στη παράσταση “Grosvenor Gambols” στο Grosvenor House του Λονδίνου. Περίπου 1930. (Photo by William Davis/General Photographic Agency/Getty Images).
Δύο χορεύτριες του Καν-Καν, γύρω στο 1930. (Photo by General Photographic Agency/Getty Images).
Ο πιανίστας Jack Harris και η χορεύτρια Vera σε πρόβα για το Dressmaker’s Charity Ball. 22 Μαΐου 1930. (Photo by S. R. Gaiger/Topical Press Agency/Getty Images)
Τι γνώριζε η Μέριλιν Μονρόε για την Ελλάδα; Πως έβλεπε τους Έλληνες; Όλα αυτά αποκαλύπτονται μέσα από τις συναντήσεις που είχε ο μεγάλος δημοσιογράφος και λογοτέχνης Αλέκος Λιδωρίκης όταν την συνάντησε δυο φορές στην αρχή της καριέρας της και στο απόγειο της δόξας της.
Πώς περιγράφει λοιπόν, ο Λιδωρίκης, το ξεκίνημα της πρώτη τους συνάντησης; Μέσα σε λίγα λεπτά, η Μονρόε τού εξιστορεί τα πρώτα χρόνια της ζωής της. Γράφει ο Αλέκος Λιδωρίκης:
«Χόλλυγουντ 1947: Ένα απόγευμα του Ιουνίου του 1947 πρωτοείδα την Μέριλιν Μονρόε στα στούντιο της “Φοξ Φιλμ”, απάνω στο “Μπέβερλι Χίλς” του Λος ‘Αντζελες. Εργαζόμουν τότε εκεί, και συνεργάτης μου ήταν ο Ιρλανδός σεναριογράφος Φίτζ Ρίτσαρντς.
Εργαζόμασταν μαζί στο ίδιο γραφείο και δίπλα μας μια γραμματεύς μάζευε τα χειρόγραφα για να τα δακτυλογραφήσει. Ξαφνικά σταμάτησε η δουλειά απότομα! Μες στο γραφείο μπήκε ένα κύμα ομορφιάς, μια πνοή ολόξανθης δροσιάς, ένα σώμα νεανικό, κυματιστό, ένα πρόσωπο παιδιάστικο μα γοητευτικό, με δύο μάτια που σπινθήριζαν γεμάτα αθωότητα και διαβολιά. Ήταν η Μέριλιν Μονρόε.
Απλή, διαχυτική ευχάριστη, σχεδόν μας είπε όλη την ιστορία της προηγούμενης ζωή της μέσα σε ένα τέταρτο. Ακούσαμε το ότι είχε γεννηθεί μέσα σε χαμόσπιτα, ότι υπέφερε αφάνταστα στα παιδικά της χρόνια.
Έχασε τον πατέρα της και τη μητέρα της σε πολύ μικρή ηλικία. Εννέα ετών κλείστηκε στο ορφανοτροφείο του Λος ‘Αντζελες και δοκίμασε την πικρία των παιδιών που τους λείπει η πατρική κι μητρική στοργή. Αργότερα την πήρε σπίτι της μια φιλάνθρωπη και πονετική κυρία. Μια μικρή ευτυχισμένη ανάπαυλα. Η κυρία όμως αυτή δεν άργησε να πεθάνει και η Μέριλιν Μονρόε βρέθηκε στους δρόμους.
Μόνη, απροστάτευτη, περιτριγυρισμένη από χίλιους δύο κινδύνους. Πέφτει μέσα στο λαβύρινθο της κοινωνικής ζωής. Δεκαπέντε χρονών παντρεύεται ένα αγόρι κατά ένα χρόνο μεγαλύτερο της. Ο γάμος αυτός δεν κράτησε παρά όσο και τα ρόδα. Και η ζωντοχήρα παιδούλα ρίχνεται στην βιοπάλη.
Εργάζεται μοντέλο για φουστάνια, για φωτογραφίες, για διαφημίσεις. Ρίχτηκε σε ένα σωρό δουλειές για να κερδίσει το ψωμί της και -συνεχίζοντας την ιστορία της ζωής της μας είπε ότι- κάποτε στα 16 χρόνια της είχε επιχειρήσει να αυτοκτονήσει.
Το Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου του 1989 στο πλαίσιο της σειράς «Μιλώντας με μορφές του αιώνα – Οι συνεντεύξεις του Αλέκου Λιδωρίκη», μεταδόθηκε η δραματοποιημένη συνέντευξη του Έλληνα δημοσιογράφου με τη θρυλική ντίβα του κινηματογράφου και όχι μόνον, τη Μαίρυλιν Μονρόε την οποία στη ραδιοφωνική μεταφορά υποδύθηκε η Αλίκη Βουγιουκλάκη.
«Ένα απόγευμα του Ιουνίου 1947 πρωτοείδα την Μαίρυλιν Μονρόε στα στούντιο της ΦΟΞ , πάνω στο Μπέβερλυ Χίλς του Λος Άντζελες… Είκοσι χρόνων ήταν τότε. Γεμάτη όνειρα, φιλοδοξίες, ανησυχίες, ελπίδες και απογοητεύσεις…», λέει ο Αλέκος Λιδωρίκης.
Τη συνέντευξη όμως με το « φαινόμενο Μονρόε» την πήρε στο Χόλλυγουντ το 1953, όταν η Μαίρυλιν γύριζε την ταινία «Οι άντρες προτιμούν τις ξανθές» με συμπρωταγωνίστρια την Τζέην Ράσελ.
Φωτογραφία αρχείου που δόθηκε στη δημοσιότητα που εικονίζει τον δημοσιογράφο και λογοτέχνη Αλέκο Λιδωρίκη να παίρνει συνέντευξη από τη διάσημη Αμερικανίδα ηθοποιό, Μέριλιν Μονρόε, στην Αμερική. Τη διάσημη Αμερικανίδα ηθοποιό είχε συναντήσει δύο φορές ο δημοσιογράφος και λογοτέχνης Αλέκος Λιδωρίκης, την πρώτη, στο ξεκίνημα της καριέρας της, το 1947 και τη δεύτερη, στην κορύφωσή της, το 1953, στη διάρκεια της παραμονής του στις ΗΠΑ, από το 1945 έως το 1960, όπου εργάστηκε στα Στούντιο της «Τουέντιεθ Σέντσουρι Φοξ» γνωστότερη ως «20th Fox» και για την τηλεόραση και ταυτόχρονα ήταν ανταποκριτής αθηναϊκών εφημερίδων.
Η Μέριλιν Μονρόε του μιλάει για τη ζωή της, τα δύσκολα παιδικά της χρόνια, την ορφάνια της, την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας, τον πρώτο γάμο της μόλις στα 15 της χρόνια και έπειτα την πορεία προς την ασύλληπτη επιτυχία. Και ο Λιδωρίκης την ρωτάει για όλα: για την ευτυχία, τον γάμο της με τον Τζόε Ντι Μάτζιο, τον έρωτα, τη σταδιοδρομία της, τα όνειρά της, τους πόθους της. Και εκείνη απαντάει σε όλα με παιδιάστικη χάρη αλλά και με πόση σοφία…
-«Θα ήθελα να έχω γεννηθεί στον τόπο σας. Είναι ωραίοι οι Έλληνες! Δεν εννοώ πάντοτε στη μορφή, αν και τα μάτια όλων σπιθίζουν πάντα τόσο παράξενα και τόσο λάγνα. Μ΄αρέσει το θάρρος και η ξενοιασιά τους. Εσείς οι Έλληνες πιστέψατε στο Πεπρωμένο…»
– «Οι άντρες προσέχουν περισσότερο σε μένα αυτό που προέχει στις αισθήσεις τους. Άντρες υπάρχουν πολλοί… δεν ξέρω αν υπάρχει ο άντρας…»
-«Μονάχα ένας άλλος άνθρωπος, ο “άνθρωπός σου”- ούτε τα πλούτη, ούτε οι δόξες, ούτε οι θρίαμβοι της ματαιοδοξίας- μπορεί να μεταδώσει το ρίγος της αγάπης.»
-«Λένε ότι το κορμί μου έπαιξε τον κυριότερο ρόλο… Εγώ νομίζω και κάτι άλλο… Κάτι που αγωνίστηκα για να το αποκτήσω. Η προσωπικότητά μου.»
Η «απαγορευμένη» φωτογράφιση της Αλίκης, έγινε για το περιοδικό «Φαντάζιο» τον Οκτώβριο του 1975. Στο εξώφυλλο, η σταρ εμφανίζεται με μαύρο διαφανές κορμάκι και ο τίτλος προετοιμάζει για το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ στις εσωτερικές σελίδες.
«Σέξι όσο ποτέ άλλοτε. Μια »βασίλισσα» μιλάει στο Φαντάζιο για τα 20 χρόνια της βασιλείας της. Τα καλλιτεχνικά και τα προσωπικά της σχέδια, τη μοναξιά της». Η Βουγιουκλάκη ήταν ήδη 41 ετών, είχε πάρει διαζύγιο από τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ και έκανε στροφή στην προσωπική της ζωή, απελευθερωμένη από βάρη και ταμπού….
Στο επίμαχο τεύχος του Φαντάζιο, η φωτογράφος την είχε πείσει να υπάρχει και μια πιο αποκαλυπτική λήψη, στην οποία θα αποκάλυπτε το στήθος της.
Η φωτογράφιση έγινε, αλλά όταν η ηθοποιός είδε τις φωτογραφίες εκτυπωμένες, μετάνιωσε και ζήτησε να αποσυρθούν. Λέγεται ότι φοβήθηκε, ότι οι συγκεκριμένες πόζες θα φόρτιζαν την αντιδικία της με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ και πιθανόν να επηρέαζαν τη δικαστική απόφαση για την επιμέλεια του παιδιού της. Έτσι, το περιοδικό κυκλοφόρησε χωρίς όλες τις επίμαχες πόζες και όπου χρειάστηκε «έπεσε μαχαίρι»….
Το 1975, η φωτογράφιση θεωρήθηκε προκλητική, αν και δεν ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Τα ήθη ήταν πολύ συντηρητικά και το photoshop ανύπαρκτο.Η Βουγιουκλάκη, πάντως, όπως βλέπετε, ήταν γοητευτική και διατηρούσε το κορμί της νεανικό, με την αιώνια δίαιτα που έκανε, καταπιέζοντας, όσο ελάχιστες καλλιτέχνιδες, τον εαυτό της και την έμφυτη βουλιμία της. Ήταν η απόλυτη επαγγελματίας, όπως μαρτυρούν όλοι όσοι συνεργάστηκαν μαζί της….
Γοητευτικές ιστορίες για δέκα «διαμάντια» της πόλης από τα οποία κάποια δεν άντεξαν στο πέρασμα του χρόνου.
Αυτή την πόλη την ξέρουμε. Και μας ξέρει. Απέξω και ανακατωτά. Ετσι νομίζουμε. Ομως, όλες οι πόλεις υφαίνουν τους δικούς τους μύθους, ακόμα και οι πιο απομυθοποιημένες. Στην περίπτωση της Αθήνας, οι μύθοι, τα καλά κρυμμένα μυστικά επιβιώνουν ακόμα πιο εύκολα ίσως γιατί οι βαθιές σχισμές που χαράκτηκαν στο σώμα της πόλης μεταπολεμικά εξόρισαν τις παλιές ιστορίες σ’ ένα αγεωγράφητο σύμπαν, στα όρια του φανταστικού. Ολα λοιπόν όσα θα σας αφηγηθούμε σήμερα είναι πέρα για πέρα αλήθεια. Και δεν μένουμε προσηλωμένοι στο χθες. Η Αθήνα διαθέτει και σύγχρονα μυστικά, ικανά να εκπλήξουν και τους πιο πεσιμιστές από μας.
1. Το άγαλμα που μετακόμισε. Πριν από λίγες ημέρες ένα από τα πιο εντυπωσιακά υπαίθρια γλυπτά της πόλης, επέστρεψε στη θέση του, στην πλατεία Βικτωρίας. Εξειδικευμένο συνεργείο του δήμου ξεκίνησε τον Φεβρουάριο εργασίες αποκατάστασης και καθαρισμού του αγάλματος, ύψους 3,40 μ., κατά τη διάρκεια των οποίων διαπιστώθηκαν σοβαρές παραμορφώσεις και φθορές στην έδραση, στήριξη και σύνδεση του γλυπτού με τη μαρμάρινη βάση του, που είχαν επιφέρει αποκολλήσεις σε τμήματά του, με κίνδυνο κατάρρευσης. Δύο μήνες μετά προχώρησε στη μεταφορά του, σε ειδικό εργαστήριο – χυτήριο για τις απαραίτητες εργασίες. Αυτό που δεν ξέρουμε είναι ότι το συγκεκριμένο άγαλμα του Γερμανού γλύπτη Johannes Pfuhl (1846 – 1914), με τίτλο «Θησέας σώζων Ιπποδάμεια» και φιλοτεχνημένο το 1906, κοσμούσε μέχρι το 1938 την πλατεία Συντάγματος. Βρισκόταν σε κεντρική θέση, εκεί που σήμερα συναντάμε το σιντριβάνι της πλατείας. Απεικονίζει σε σύμπλεγμα τον Θησέα, που σύμφωνα με τον μύθο, σώζει την Ιπποδάμεια από τον Κένταυρο Ευρυτίωνα. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει όμοιο αντιστοίχου μεγέθους έργο κατασκευασμένο από χαλκό με τη μέθοδο της γαλβανοπλαστικής.
2. Τσίλερ κατεδαφιστέος! Είναι δύο από τα πιο μεγαλοπρεπή μέγαρα της παλιάς Αθήνας. Η οικία Δεληγιώργη στη συμβολή των οδών Ακαδημίας και Κανάρη, και το Μέγαρο Σταθάτου στη Βασιλίσσης Σοφίας, και τα δύο έργα του Ερνέστου Τσίλερ, παραλίγο να κατεδαφιστούν κατά τη διάρκεια της χούντας. Τα σχέδια είχαν προχωρήσει τόσο πολύ με αποτέλεσμα να δημοσιευθούν στον αθηναϊκό Τύπο οι μακέτες των πολυώροφων οικοδομών που θα τα αντικαθιστούσαν. Σήμερα η οικία Δεληγιώργη ανακαινίζεται για να φιλοξενήσει την Πινακοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, ενώ το Μέγαρο Σταθάτου έχει παραχωρηθεί από το 1991 στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης του Ιδρύματος Ν. Π. Γουλανδρή.
3. Πικ νικ στη λίμνη της Πάρνηθας! Ναι, όπως το ακούτε. Πικ νικ στη λίμνη Μπελέτσι, στην Πάρνηθα. Ενα μεγάλο μέρος του βουνού παρέμεινε, ευτυχώς, αλώβητο από την καταστροφική πυρκαγιά του 2007. Προορισμός η Ιπποκράτειος Πολιτεία, κοντά στις Αφιδνές. Προτιμάμε τον εσωτερικό δρόμο (μέσω Βαρυμπόμπης και Κατσιμιδίου) από την εθνική οδό για να απολαύσουμε το απαράμιλλο τοπίο. Χορταίνετε πράσινο και φτάνοντας στον οικισμό ψάξτε την οδό Κίρκης που οδηγεί στη λίμνη. Δεν είναι η «Γαλάζια Λίμνη», αλλά για την αστεία απόσταση που κάνατε μην το πείτε ούτε του παπά. Οι πάπιες «φτιάχνουν» ατμόσφαιρα. Και μην ξεχνάτε: όσο ζέστη κι αν κάνει στην Αθήνα, εδώ δεν θα καταλάβετε τίποτα.
4. Δροσιές στην αυλή του Σλήμαν. Το Μέγαρο Σλήμαν που σήμερα φιλοξενεί το Νομισματικό Μουσείο διαθέτει μια καταπληκτική αυλή, αθέατη για τους περαστικούς της οδού Πανεπιστημίου. Το Aναψυκτήριο (τηλ. 210 36.12.519) λειτουργεί στον κήπο του Μεγάρου, μια μικρή πράσινη όαση στο κέντρο της Αθήνας. Ο κήπος περιλαμβάνει πολλά είδη φυτών της ελληνικής χλωρίδας και κοσμείται με αντίγραφα αρχαίων ελληνικών αγαλμάτων. Ανοικτό καθημερινά μέχρι τις 11 το βράδυ, πλην Κυριακής (έως τις 3 μ.μ.).
5. Οι άγνωστες πρασιές της Ιεράς Οδού. Προσέξτε το την επόμενη φορά που θα περάσετε από την Ιερά Οδό. Ο ιστορικός, αλλά αισθητικά άνισος δρόμος με τα μπουζουξίδικα, τα κέντρα διασκέδασης και τα συνεργεία διαθέτει πεζοδρόμια τόσο φαρδιά που θα τα ζήλευαν και οι πιο κεντρικοί λεωφόροι της πόλης. Χάρη σε ένα προπολεμικό διάταγμα, οι πρασιές είναι υποχρεωτικές στην Ιερά Οδό και περιέργως δεν παραβιάζεται.
6. Η παραμυθένια Βίλα Μαργαρίτα. Σήμερα ούτε που πάει το μυαλό σου. Στις αρχές της λεωφόρου Μεσογείων, γωνία με Βασιλίσσης Σοφίας, στεκόταν έως το 1968 η Βίλα της Μαργαρίτας, ένας κανονικός «πύργος της Σταχτοπούτας». Το παραμυθένιο αυτό παλατάκι δέσποζε σε μια περιοχή που αργότερα σηματοδοτήθηκε από ένα άλλο «εξωτικό» φρούτο, τον πρώτο αθηναϊκό ουρανοξύστη, και μάλιστα διπλό, τον Πύργο Αθηνών.
7. Καθυστερημένος νεοκλασικισμός. Το επιβλητικό κτίριο που στεγάζει σήμερα το υπουργείο Εξωτερικών, στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας δίνει την εντύπωση ενός κραταιού νεοκλασικού μεγάρου, από τα πολλά που χτίστηκαν στην Αθήνα του 19ου αιώνα. Πρόκειται για έναν αρχιτεκτονικό «αναχρονισμό», αν είναι δόκιμος ο όρος. Οικοδομήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’30, μια εποχή που θριάμβευε ο μοντερνισμός. Ηταν προσωπική επιλογή του Ελευθέριου Βενιζέλου ο οποίος οραματιζόταν μια Βασιλίσσης Σοφίας γεμάτη μόνο νεοκλασικά μέγαρα.
8. Από χαγιάτι… μπαρ. Αν θέλετε να μυηθείτε στο Νο 1 καλοκαιρινό spot της «ψαγμένης» Αθήνας, εμπρός βήμα ταχύ για το «taf» στην οδό Νορμανού, στο Μοναστηράκι, λίγο πριν από την πλατεία Αβυσσηνίας. Εικαστικός χώρος με μια απίθανη, παλιά αθηναϊκή αυλή που γρήγορα εξελίχθηκε στην πιο cool μπάρα της πόλης. Ο κύριος κορμός του κτιρίου χρονολογείται από το 1870 με προσθήκες περί το 1900. Αποτελείται από το κυρίως κτίσμα που στεγάζει την γκαλερί εμβαδού 140 τ.μ. στον πρώτο όροφο και την είσοδο στο ισόγειο. Η εσωτερική αυλή εμβαδού 150 τ.μ., περίπου, περιβάλλεται από δύο ακόμα κτίσματα, ένα ισόγειο με τέσσερα στούντιο, και ένα διώροφο με άλλα οκτώ, εμβαδού 10 τ.μ. το καθένα. Το σύνολο των κτιρίων αποτελεί ένα τυπικό και σήμερα εξαιρετικά σπάνιο δείγμα εσωτερικής αθηναϊκής αυλής του 19ου αιώνα. Κλασικό χαγιάτι, κάθε δωμάτιο και οικογένεια.
9. Η Κοντέσσα του Εφετείου. Το κτίριο του παλιού Εφετείου ήρθε πρόσφατα στην επικαιρότητα για πολύ δυσάρεστους λόγους. Το κτίριο της οδού Σωκράτους πριν στεγάσει το Εφετείο ήταν ένα από τα καλά ξενοδοχεία της Αθήνας (το Ambassadeur), έργο του αρχιτέκτονα Σπύρου Στάικου. Για να χτιστεί το Ambassadeur στα τέλη της δεκαετίας του ’50, «θυσιάστηκε» ένα μικρό κόσμημα της αστικής Αθήνας, το Μέγαρο της Κοντέσσας Θεοτόκη, αδιανόητο για τα σημερινά δεδομένα της εποχής. Ξακουστός ήταν ο εκπληκτικός κήπος με τους φοίνικες και ακόμα πιο ξακουστός ο θρυλικός βίος της Κοντέσσας που δεν ήταν άλλη από τη Βρετανή αριστοκράτισσα λαίδη Ντίγκμπι, περιώνυμη τυχοδιόκτισσα, με σκανδαλώδη ζωή, η οποία τελικά πέθανε στη σκηνή βεδουίνων στη Συρία.
10. Ο πρώτος αθηναϊκός ουρανοξύστης. Δύσκολο να το πιστέψεις σήμερα, αλλά το 1917, όταν χτίστηκε το επταώροφο κτίριο που βρίσκεται ακόμα στη θέση του, στη συμβολή των οδών Φιλελλήνων και Οθωνος, προκάλεσε μέγα σκάνδαλο εξαιτίας του ύψους του. Είναι το Μέγαρο Γιαννάκου, το υψηλότερο κτίριο της εποχής του στην Αθήνα και η αιτία για την έκδοση Διατάγματος που ρύθμιζε τα του ύψους των οικοδομών. Επίσης, ένα από τα πρώτα κτίρια στα οποία έγινε χρήση του νεοεμφανιζόμενου τότε οπλισμένου σκυροδέματος.
Η ιστορία πίσω από το πιο διάσημο καπέλο όλων των εποχών που περνά από γενιά σε γενιά.Τα Panama hats είναι το σήμα κατατεθέν στο κόσμο των καπέλων για την εξαιρετική ποιότητα κατασκευής και σχεδίων.Η μέθοδος ύφανσης των καπέλων “Paja Toquila” ήταν γνωστή από την ισπανική κατάκτηση το 16ο αιώνα. Οι ντόπιοι από το Εκουαδόρ, ύφαιναν τα καπέλα με το άχυρο Paja Toquila, χρησιμοποιώντας τις ίνες από τα φύλλα φοινικόδεντρων.
Πολλά χρόνια αργότερα ξεκίνησε η εξαγωγή τους στον Παναμά όπου χρησιμοποιήθηκαν από τους εργάτες που δούλευαν στη κατασκευή του Καναλιού του Παναμά για την προστασία από τον ήλιο και για την ιδιαίτερη ανθεκτικότητα τους στο λύγισμα χωρίς να χάνουν το αρχικό τους σχήμα. Από εκείνη την στιγμή τα καπέλα έγιναν γνωστά σε όλο το κόσμο σαν Panama Hats.
Λέγεται ότι το καπέλο Παναμά ονομάστηκε έτσι, όταν ο πρόεδρος Ρούσβελτ έλαβε μέρος στα εγκαίνεια της διώρυγας του Παναμά (1913) και δέχτηκε σαν δώρο ένα καπέλο από το Εκουαδόρ από φύλλα Τοκίγια και χωρίς να ξέρει την πραγματική του προέλευση, ευχαρίστησε για το δώρο, αναφέροντας το ως καπέλο από τον Παναμά.
Στην περίοδο από το 1800 μέχρι το 1900 αυξήθηκε κατά πολύ η ζήτηση για το καπέλο από φυτικές ίνες και η παρουσία του σε παγκόσμιο επίπεδο ήταν όλο και πιο εμφανής, μιας και ήταν παρόν σε γεγονότα όπως ο πυρετός του χρυσού στην Καλιφόρνια και τη διεθνή έκθεση στο Παρίσι το 1900.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι το “καπέλο Παναμά” είναι φτιαγμένο στο Εκουαδόρ. Τα μυστικά για την δημιουργία αυτού του καπέλου περνούν από γενιά σε γενιά και ακόμα και σήμερα φτιάχνεται στο χέρι, κυρίως στην Κουένκα και το Μοντεκρίστι.
Ο Κώστας Καρουσάκης τραγουδούσε στην πίστα όταν ο Νίκος Κοεμτζής…
Ο λόγος στον ερμηνευτή μέσα από την αυτοβιογραφία του :
« Στη συνέχεια της καριέρας μου, μετά τις… επιτυχημένες σεζόν στο «Γαλαξία», στις Τζιτζιφιές με το δίδυμο Τσιτσάνη – Παπαϊωάννου, δούλεψα στον «Ποσειδώνα», στον Ιππόδρομο, μαζί με τον Τάκη Αθανασιάδη, τον Ζαφειράκη, τη Ρέα Κουκά και τις αδελφές Έδεμ.
Οι αδελφές Έδεμ δεν ήταν στην πραγματικότητα αδελφές, αλλά φίλες. Η μία εξ αυτών ήταν η Κατερίνα Μαρινάκη της οποίας τα καλλιτεχνικά βήματα χάθηκαν και η άλλη είναι η γνωστή σε όλους Άντζελα Δημητρίου. Όταν τελείωσε η σεζόν στον «Ποσειδώνα», το ίδιο πρόγραμμα, χωρίς τις αδελφές Έδεμ, μεταφέρθηκε στην Πλάκα, στο «Κίτρινο Κουνέλι», που μετονομάστηκε σε «Μεσάνυχτα Και Κάτι» και δουλέψαμε εκεί δύο σεζόν. Μετά όλο το σχήμα πήγε στο «Άβα», και αυτό στην Πλάκα, αλλά το μαγαζί δεν είχε άδεια και έτσι έκλεισε γρήγορα. Στη συνέχεια, με τους ίδιους συνεργάτες, δουλέψαμε στα «Χρυσά Κλειδιά», πάλι στην Πλάκα, όπου η επιτυχία συνεχίστηκε αμείωτη.
Το ίδιο πρόγραμμα μεταφέρθηκε στη «Νεράιδα της Αθήνας», στην Κυψέλη, Αγίου Μελετίου και Δροσοπούλου, όπου έγινε η μεγάλη σφαγή με τον Νίκο Κοεμτζή.
Το μαγαζί το είχαν δύο – τρείς συνέταιροι, δε θυμάμαι τα ονόματά τους, ο ένας πάντως απ’ αυτούς λεγόταν Τάκης Σχίζας. Την εποχή εκείνη μάζευα τραγούδια για τον πρώτο μου μεγάλο δίσκο.
Το κέντρο «Νεράιδα της Αθήνας» ήταν πολύ γνωστό στη νυχτερινή ζωή της πόλης και το σχήμα με τον Τάκη Αθανασιάδη κι εμένα γνώρισε εκεί μεγάλη επιτυχία. Δυστυχώς όμως το όνομα του μαγαζιού αυτού δέθηκε μ’ ένα από τα πιο τραγικά γεγονότα της Αθηναϊκής νύχτας. Ένα Σαββατόβραδο, Απόκριες του 1973, το μαγαζί ήταν ασφυκτικά γεμάτο.
Δεν έβρισκες καρέκλα να καθίσεις. Είθισται σε όλα τα νυχτερινά κέντρα να κρατούν ένα τραπέζι μπροστινό, σε περίπτωση που κάποιος επώνυμος έρθει ξαφνικά και ζητήσει «πρώτο τραπέζι πίστα».
Έτσι κι εκείνο το βράδυ, όπως ουσιαστικά και κάθε βράδυ, γιατί το μαγαζί πήγαινε πολύ καλά, ο μετρ κρατούσε ένα τραπέζι ρεζερβέ. Μπήκε ξαφνικά μια παρέα πέντε ατόμων, τρεις άντρες και δυο γυναίκες.
Αυθαίρετα, πήγαν και κάθισαν σ’ εκείνο το ρεζερβέ, πλαϊνό μπροστινό τραπέζι.
Ο μετρ δεν έφερε αντίρρηση και ο σερβιτόρος έβαλε το ουίσκι στο τραπέζι. Εκείνη την ώρα ήμουν στην πίστα και τραγουδούσα την επιτυχία μου, το «Όχι το λένε οι δυνατοί» (στίχοι Τάκη Κωλέττη – μουσική δική μου). Μετά το slow τραγούδι μου άρχισα να τραγουδάω τσιφτετέλια και ζεϊμπέκικα, γιατί οι πελάτες ήθελαν να χορέψουν.
Ο κόσμος εκείνη τη βραδιά του Σαββάτου ήταν στα μεγάλα του κέφια, χόρευε και διασκέδαζε με την ψυχή του.
Τότε ο ένας από την παρέα των πέντε ατόμων, που στη συνέχεια απεδείχθη πως ήταν ο αδερφός του Νίκου Κοεμτζή, με φώναξε κοντά του για να μου πει κάτι.
Όλοι γνωρίζουν πως όταν ο τραγουδιστής είναι πάνω στην πίστα, έχει καλύτερη επαφή με τους πελάτες που κάθονται στα μπροστινά τραπέζια, λόγω της μικρής απόστασης μεταξύ τους.
Τώρα βέβαια με τα μικρόφωνα τελευταίου τύπου ο καλλιτέχνης έχει πρόσβαση σε όλο το μαγαζί, τότε όμως μπορούσε να κάνει τόσα βήματα προς τα τραπέζια, όσα του επέτρεπε το καλώδιο του μικροφώνου.
Θα μου πεις παραγγελιά τις «Βεργούλες» για να χορέψω. Για όσους δεν ξέρουν, «παραγγελιά» είναι η επιθυμία ενός πελάτη να ακούσει ένα συγκεκριμένο τραγούδι το οποίο χορεύει ο ίδιος στην πίστα μόνος του.
Τις περισσότερες φορές η «παραγγελιά» είναι ζεϊμπέκικο και οι δικοί του φίλοι τον ραίνουν με λουλούδια, σπάζοντας πιάτα και χτυπώντας του παλαμάκια γονατιστοί, ενώ εκείνος φέρνει τις βόλτες του.
Όταν όμως η πίστα είναι γεμάτη κόσμο που χορεύει, είναι πολύ δύσκολο να τον απομακρύνεις για να ικανοποιήσεις την επιθυμία του ενός πελάτη να χορέψει την «παραγγελιά».
Δεν μπορώ, του απάντησα σκύβοντας προς το τραπέζι του. Κοίτα τι γίνεται!… Χορεύουν τόσοι άνθρωποι. Είναι δύσκολο να τους κατεβάσω Σαββατιάτικα απ’ την πίστα…
Μου γνέφει απειλητικά με τη γνωστή χειρονομία, βάζοντας το δείκτη του χεριού του στα χείλη του. «Όταν κατέβεις θα τα πούμε…» Από ένστικτο για να αποφύγω μια πιθανή φασαρία, ύστερα από την απειλητική διάθεση του συγκεκριμένου πελάτη, είπα το σλόου – λεζάντα τραγούδι μου «Ήταν κι αυτή μια περιπέτεια», για να σταματήσει ο κόσμος να χορεύει και να κατέβει από την πίστα.
Τελείωσα το πρόγραμμά μου γρηγορότερα και πήγα στην κουζίνα του κέντρου να πιω λίγο νερό. Στο διάδρομο συνάντησα τον Τάκη Αθανασιάδη και εν ολίγοις του είπα το περιστατικό που πριν λίγο είχε συμβεί.
Του ζήτησα να τραγουδήσει εκείνος την «παραγγελιά» αν τη ζητήσουν ξανά.
Η παρέα του Νίκου Κοεμτζή ζήτησε το συγκεκριμένο τραγούδι και από τον Τάκη Αθανασιάδη, που της έκανε το χατίρι. Ο αδερφός του Νίκου σηκώθηκε για να χορέψει την «παραγγελιά». Όμως η πίστα ήταν γεμάτη. Με την έναρξη του τραγουδιού ο κόσμος άρχισε να χορεύει μαζί του το συγκεκριμένο ζεϊμπέκικο.
Εκείνος πλησίασε τον τραγουδιστή και τον πίεζε να πει στο μικρόφωνο πως οι «Βεργούλες» είναι «παραγγελιά» και ήθελε να χορέψει μόνος του. Ο Τάκης αρνήθηκε λέγοντάς του «Πέστο εσύ στο μικρόφωνο να φύγουν απ’ την πίστα, γιατί εγώ δεν το λέω. Ζήτησέ το εσύ από τον κόσμο, για να χορέψεις όπως γουστάρεις…». Εγώ ήμουν στην άκρη του διαδρόμου, κοντά στην πίστα, παρακολουθώντας τα δρώμενα.
Πράγματι, εκείνος δεν δίστασε, και πήρε το μικρόφωνο στα χέρια του φωνάζοντας δυνατά: Κατεβείτε όλοι κάτω ρε για να χορέψω εγώ! «Παραγγελιά», δεν ακούτε ρε… εεεεε; Φυσικά οι πελάτες δεν υπάκουσαν. Από τη μια το ποτό και η ωραία διάθεση που είχαν, από την άλλη ο χορός που απολάμβαναν, δεν κατάλαβαν περί τίνος επρόκειτο και συνέχισαν να χορεύουν. Τότε εκείνος άρχισε να τους σπρώχνει βίαια. Σπρώξιμο στο σπρώξιμο τυχαία έπεσε πάνω σε δύο αστυνομικούς με πολιτικά που κι εκείνοι χόρευαν.
Ο Νίκος Κοεμτζής βλέποντας τη βαβούρα πάνω στην πίστα, ανέβηκε, έβγαλε το μαχαίρι του κι άρχισε να μαχαιρώνει όποιον έβρισκε μπροστά του. Είχε πάθει αμόκ. Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να τον είχε επηρεάσει τόσο πολύ, ώστε ν’ ανέβει στην πίστα και να «καρφώνει» τους πελάτες που χόρευαν. Είναι μια σκηνή που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Το μαχαίρι του έσταζε αίμα από αυτούς που είχε μαχαιρώσει.
Στην προσπάθειά του να ξεφύγει, μαχαίρωνε και όποιον συναντούσε στο διάβα του μέχρι να φτάσει στην έξοδο του κέντρου, προτείνοντας το μαχαίρι του δεξιά και αριστερά, αριστερά και δεξιά, προφανώς για να μην μπορεί κανείς να τον πλησιάσει και τον εμποδίσει μέχρι να ξεφύγει.
Οι άνθρωποι έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλο πανικόβλητοι, ουρλιάζοντας, προσπαθώντας να βγουν έξω από το κέντρο, βλέποντας τους νεκρούς πεσμένους στην πίστα και τους τραυματισμένους να βογκούν από τον πόνο.
Αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι που πριν λίγο έπιναν, γλεντούσαν και χόρευαν ήταν άλλοι νεκροί και άλλοι βαριά τραυματισμένοι. Δεν μπορώ με λόγια να περιγράψω τη σκηνή του τρόμου.
Οι σερβιτόροι, όλοι οι άνθρωποι του κέντρου, οι καλλιτέχνες προσπαθούσαμε να βοηθήσουμε εκείνους που είχαν τραυματιστεί. Στην προσπάθειά μου να βρω κάποιον να ειδοποιήσει τα ασθενοφόρα έφθασα στην έξοδο, την ίδια ακριβώς στιγμή με τον Νίκο Κοεμτζή. Ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του. Τον κοίταξα και με κοίταξε. Έμεινα ακίνητος για μερικά δευτερόλεπτα απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ και να συνειδητοποιήσω το χρόνο εκείνες τις μοιραίες στιγμές.
Κοντά μου ήρθε ο Γιώργος Γιαλούρης, χρόνια επιχειρηματίας νυχτερινών κέντρων και φίλος μου. Αντελήφθη τον κίνδυνο που διέτρεχα και μ’ έσπρωξε προς τον τοίχο για να φύγω από το οπτικό πεδίο του Κοεμτζή και από την τροχιά του μαχαιριού του. Ο Κοεμτζής κρατώντας πάντα το μαχαίρι του χάθηκε μέσα στη νύχτα.
Οι υπόλοιποι της παρέας, μόνο οι άντρες, ανακατεύτηκαν με τον κόσμο, ενώ οι γυναίκες για λόγους που δεν γνωρίζω, είχαν αποχωρήσει από το κέντρο πριν το φονικό. Ανάμεσα στους θαμώνες στο πρώτο τραπέζι ήταν ο πολιτικός μηχανικός Κώστα Ξύπας με τη σύζυγό του και τη συντροφιά της. Ένας απ’ την παρέα ήταν και ο φίλος μου ο Φάνης που ο Κοεμτζής τον μαχαίρωσε στην προσπάθειά του να φύγει προς την έξοδο. Ευτυχώς ο φίλος μου ήταν τυχερός, γιατί αν και τα χτυπήματα ήταν σοβαρά, τη γλίτωσε.
Κατά τη διάρκεια του μακελειού, σύμφωνα και με άλλους αυτόπτες μάρτυρες, το αίμα των ανθρώπων πεταγόταν τόσο μακριά που τα ρούχα των περισσότερων θαμώνων του κέντρου είχαν γεμίσει αίματα. Όλοι οι τραγουδιστές είχαμε πάθει σοκ και καθίσαμε σ’ ένα πεζούλι, έξω από το κέντρο κλαίγοντας μ’ αναφιλητά οι περισσότεροι, κυρίως οι γυναίκες. Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει πως μια βραδιά Σαββατιάτικου αποκριάτικου γλεντιού είχε μετατραπεί σε τραγωδία. Ήρθαν τα ασθενοφόρα . Ο ήχος από τις σειρήνες τους σκορπιζόταν στον αέρα.
Γιατροί, νοσοκόμοι προσπαθούσαν να σώσουν όποιον μπορούσαν. Τρεις νεκροί, εκ των οποίων οι δύο ήταν αστυνομικοί, και εφτά τραυματίες ο απολογισμός του αιματηρού φονικού. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως υπήρχε μια κοπέλα σε αναπηρική καρέκλα που είχε έρθει εκείνο το βράδυ για να με ακούσει. Δυστυχώς έχασε τον αδελφό της, που ήταν μηχανικός αυτοκινήτων, από το φονικό μαχαίρι. Έκλαιγε απαρηγόρητα πάνω από το σώμα του νεκρού αδελφού της που έμελλε να χάσει μέσα σε μια κακιά στιγμή. Και τι τραγική ειρωνεία. Δεν μπορούσε να σηκωθεί από την αναπηρική καρέκλα για να τον αγκαλιάσει!!!
Η πίστα ήταν γεμάτη αίματα. Κανείς δεν άντεχε να καθαρίσει το χώρο από το αίμα τόσων αθώων. Ακόμη ακούω στ’ αυτιά μου τα βογκητά των τραυματισμένων και τις κραυγές απόγνωσης των φίλων και των συγγενών των θυμάτων. Την άλλη μέρα οι εφημερίδες έγραφαν από τρομερές ανακρίβειες έως ψέματα. Ότι το τραγούδι που ζητήθηκε ως «παραγγελιά» ήταν το «Ο χάρος βγήκε παγανιά». Αλλά πώς μπορούσε να είναι αυτό το συγκεκριμένο τραγούδι; Αυτό είναι χασαποσέρβικο και δεν χορεύεται ζεϊμπέκικο, όπως ήθελε να χορέψει ο Κοεμτζής.
Ενώ το τραγούδι της παραγγελιάς ήταν «Οι Βεργούλες», ένα καθαρόαιμο ζεϊμπέκικο του Μάρκου Βαμβακάρη. Στη δίκη ήμουν ένας από τους βασικούς μάρτυρες . Ορκίστηκα στο Ευαγγέλιο να πω την αλήθεια και την είπα χωρίς φόβο και πάθος. Περιέγραψα όλα όσα είδα, όλα όσα βίωσα εκείνη την εφιαλτική νύχτα. Πολλά βράδια από τότε δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Το μαγαζί έκλεισε ένα τριήμερο για να ολοκληρωθεί η ανάκριση.
Προσωπικά παρακάλεσα τον τότε Διοικητή του αστυνομικού τμήματος της Κυψέλης, τον Γιώργο Μπακογιάννη, να μας αφήσει να δουλέψουμε, γιατί αν παρέμενε μεγάλο χρονικό διάστημα κλειστό, μέχρι να τελειώσουν οι ανακρίσεις, θα έμεναν στο δρόμο σαράντα οικογένειες εργαζομένων. Πράγματι το μαγαζί άνοιξε για όλη την υπόλοιπη σεζόν. Κάθε βράδυ γινόταν το αδιαχώρητο . Οι περισσότεροι έρχονταν να δουν από κοντά όχι μόνο το πρόγραμμα αλλά και τον χώρο που συνέβη το φονικό. Κανένας από όλους εμάς που δουλεύαμε εκεί δεν μπορούσε να το ξεχάσει. Όλοι ήμασταν μουδιασμένοι, σα χαμένοι.
Η επιθυμία μας ήταν, να μετακομίζαμε σε άλλο χώρο, να μην «πατάμε» την πίστα που άφησαν την τελευταία τους πνοή οι συνάνθρωποί μας. Αλλά αυτό δεν ήταν δυνατόν να γίνει. Συνεχίσαμε να ζούμε, να δουλεύουμε, χωρίς όμως να ξεχάσουμε το τραγικό γεγονός που σημάδεψε τη ζωή όλων μας.
Αιωνία η μνήμη αυτών των ανθρώπων που τόσο άδικα έφυγαν από τη ζωή. Όταν γυρίστηκε η ταινία με την υπόθεση του Νίκου Κοεμτζή μου ζητήθηκε να τραγουδήσω όπως είχε συμβεί στην πραγματικότητα εκείνο το μοιραίο βράδυ του μεγάλου φονικού.
Αρνήθηκα γιατί οι μνήμες και οι πληγές από εκείνη τη βραδιά ήταν νωπές και δεν ήθελα να είμαι πάλι ένας από τους πρωταγωνιστές για δεύτερη φορά. Έτσι, με αντικατέστησαν με τον Γιώργο Καμπουρίδη»
Από το βιβλίο της Γιούλης Καρουσάκη: «Κώστας Καρουσάκης Τα λερωμένα… τ’ άπλυτα… της Νύχτας» 23 Σεπτεμβρίου 2011
Στις 22 Φεβρουαρίου 1948 ο κρατούμενος των φυλακών Κέρκυρας Νίκος Γόδας στέλνει στην οικογένειά του ένα γράμμα. Επί της ουσίας πρόκειται για μια φωτογραφία του, που συνοδεύεται από μια ιδιόχειρη αφιέρωση. Είναι η τελευταία φορά που επικοινωνεί μαζί τους.
Μερικούς μήνες αργότερα θα σταθεί χωρίς ίχνος φόβου μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα που θα του στερήσει τη ζωή.
Η τελευταία του επιθυμία είναι αυτή που θα τον τοποθετήσει ανάμεσα στους θρύλους του Θρύλου.
Ο Γόδας ζήτησε από τους εκτελεστές του να φορέσει τη φανέλα του Ολυμπιακού στον οποίο προπολεμικά αγωνιζόταν στη δεξιά πλευρά της επίθεσης!
⚽️ Η αρχή μιας σύντομης ζωής
Θα μπορούσε να ειπωθεί, και δεν θα ήταν ψέμα, πως ο πόλεμος, οι κακουχίες και η ανέχεια σημάδεψαν τη ζωή του Νίκου Γόδα ήδη από το ξεκίνημά της. Γεννήθηκε το 1921 στο Αϊβαλί. Με την καταστροφή της Σμύρνης η οικογένεια του φεύγει και φτάνει στη Μυτιλήνη. Από εκεί πηγαίνουν στη Κρήτη όπου για ένα χρονικό διάστημα εγκαταστάθηκαν στο Ρέθυμνο.
Στη συνέχεια έφυγαν και μετακόμισαν στον Πειραιά. Το σπίτι της οικογένειας ήταν στην Κοκκινιά. Αν και ανήλικος ο Γόδας έπιασε δουλειά στο εργοστάσιο του Κεραμεικού, το οποίο έφτιαχνε κεραμικά. Το εργοστάσιο αυτό βρισκόταν στη συμβολή των οδών Πειραιώς και Φαλήρου εκεί που σήμερα υπάρχει το εργοστάσιο της Ελαΐς.
Μια ανάσα από το γήπεδο Καραϊσκάκη, που τότε ακόμα λεγόταν «καρβουνάδικο» εξαιτίας του γεγονότος πως ήταν στρωμένο με καρβουνόσκονη για να είναι το έδαφος πιο μαλακό για τους παίκτες δεδομένου πως δεν υπήρχε η δυνατότητα όχι χλοοτάπητας να τοποθετηθεί αλλά ούτε καν χώμα!
Ο Νίκος Γόδας έπαιζε και εκεί με την ομάδα του εργοστασίου. Γρήγορα, όμως, μαγνήτισε τα βλέμματα των ανθρώπων του Ολυμπιακού οι οποίοι του πρότειναν να υπογράψει δελτίο σε ηλικία 17 ετών!
⚽️ Η μεγάλη αγάπη για τον Ολυμπιακό
Ο Γόδας αρχίζει και καθιερώνεται με τον Ολυμπιακό όπου ξεχωρίζει παίζοντας στο δεξί άκρο της επίθεσης των Πειραιωτών. Οι συμπαίκτες του τον έλεγαν «καλλιτέχνη» γιατί διάθετε ένα σπάνιο ταλέντο και θεωρούταν ένα από τα μεγαλύτερα ανερχόμενα αστέρια της χώρας.
Παράλληλα, με το ποδόσφαιρο όμως ο Γόδας ασχολείται και με άλλα πράγματα. Ανοίγει ένα ρεμπέτικο μαγαζί με το όνομα «τα αραπάκια» όπου εμφανίστηκαν ο Τσιτσάνης, ο Βαμβακάρης ενώ εκεί είχε πρωτοζητήσει δουλειά ο Μανώλης Χιώτης. Την ίδια στιγμή, τον απασχολούν και κοινωνικά ζητήματα καθώς βιώνει στο πετσί του την αδικία, την καταπίεση και την φτώχεια.
Στο βιβλίο «Ποδόσφαιρο μια θρησκεία χωρίς άπιστους» των Νίκου Μπογιόπουλου και Δημήτρη Μηλάκα αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Από τα τέλη του ’42 είναι ο βασικός μεσοεπιθετικός του Ολυμπιακού. Σκοράρει στο 4-0 κατά του Εθνικού και κατά του Απόλλωνα. Είναι στην ενδεκάδα του Ολυμπιακού όταν κερδίζει τον Παναθηναϊκό στον τελικό του κυπέλλου που διοργανώνει ο δήμος Πειραιά το Μάιο του 1943, όταν ο Ολυμπιακός επικράτησε με 5-2 απέναντι πάλι στον Παναθηναϊκό. Αλλά ο Γόδας είναι “βασικός” και στους αγώνες για τη λευτεριά»…
⚽️ Ο πόλεμος, η κατοχή και ο εμφύλιος
Όταν ο πόλεμος έριξε βαριά τη σκιά του πάνω από την Ελλάδα, ο Νίκος Γόδας δεν χάνει χρόνο. Εντάσσεται στις τάξεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Αναπτύσσει έντονη αντιστασιακή δράση ως μέλος του 5ου Επίλεκτου Λόχου του ΕΛΑΣ στην Κοκκινιά. Στη μάχη της «Ηλεκτρικής» στο Κερατσίνι, βρισκόταν στα πολυβολεία. Στις 7 Μαρτίου του 1944 παίρνει μέρος στη μάχη της Κοκκινιάς.
Τα Δεκεμβριανά τον βρίσκουν να πολεμά τους Άγγλους στο νεκροταφείο της Ανάστασης στον Πειραιά. Ο Σταμάτης Σκούρτης, σύντροφος του Γόδα και ανθυπολοχαγός στον ίδιο λόγο διηγείται. «Θυμάμαι τότε τον λοχαγό μου, Νίκο Γόδα, που θα πει μισοαστεία-μισοσοβαρά. “Σύντροφε ανθυπολοχαγέ, εμείς από όλους τους άλλους ΕΛΑΣίτες είμαστε οι πιο προνομιούχοι. Όσοι από εμάς σκοτωθούμε είμαστε τυχεροί γιατί θα θαφτούμε σε κανονικό και μάλιστα προνομιούχο μνήμα».
Στη συνέχεια ο Γόδας φεύγει από την Αθήνα. Τον «ξανασυναντάμε» στο Βελούχι να παίρνει μέρος σε μάχες. Εκείνη την περίοδο παθαίνει πνευμονία και επιστρέφει στην Αθήνα. Ήταν λίγο μετά την Συμφωνία της Βάρκιζας και το… κλίμα δεν ήταν καλό για τους ηττημένους.
Αδύναμος και χωρίς άλλα κουράγια, συλλαμβάνεται μετά από «καρφωτή» και κάπου εκεί ξεκινάει ο δικός του Γολγοθάς στο τέλος του οποίου τον περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα. Φυλακές Αβέρωφ, Αίγινα και τέλος Κέρκυρα.
⚽️ Η φυλάκιση, η δίκη παρωδία και η εκτέλεση
Ακόμα και μέσα στη φυλακή ο Γόδας δεν εγκαταλείπει την μεγάλη του αγάπη για το ποδόσφαιρο και τον Ολυμπιακό. Παίζει μπάλα στην ομάδα που είχε δημιουργηθεί από τους φυλακισμένους στην Αίγινα, ενώ στο κελί του, σε ένα καρφί έχει κρεμασμένη την ερυθρόλευκη, ριγωτή φανέλα.
Ο Γόδας ήταν ένας από τους κατηγορούμενους στη δίκη του «ασύλου της Κοκκινιάς». Η δίκη έγινε τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1945 και σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού ήταν ένας από τους αντάρτες που εκτέλεσαν δεκάδες πολιτικούς τους αντιπάλους.
Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, ωστόσο, ο Νίκος Γόδας έπεσε θύμα της ίδιας του της φήμης. Κανείς από τους μάρτυρες στη δίκη δεν τον αναγνώρισε ανεπιφύλακτα. Κανείς δεν είπε πως «ναι, τον είδα να εκτελεί». Όλοι, όμως, ήξεραν το όνομα του και αυτό όπως αποδείχθηκε έκανε κακό στον επιθετικό των ερυθρόλευκων.
Όλοι οι κατηγορούμενοι καταδικάζονται σε θάνατο. Η απόφαση του έκτακτου στρατοδικείου θα εκτελεστεί την 19η Νοέμβρη του 1948, μέχρι τότε ο Νίκος Γόδας θα αρνηθεί πολλές φορές να γίνει «δηλωσίας».
Εκείνο το παγωμένο πρωινό, ο Γόδας βγαίνει από κελί του φορώντας το παλτό του και από μέσα την φανέλα του Ολυμπιακού. «Νενικήκαμεν. Ζήτω οι ολυμπιονίκεις του σοσιαλισμού. Γεια σας, συναθλητές μου», ήταν τα τελευταία λόγια του φεύγοντας από τη φυλακή με τελικό προορισμό το νησί Λαζαρέτο της Κέρκυρας για να τον εκτελέσουν.
Εκεί, θα σταθεί μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα με τρόπο ηρωικό και μοναδικό. Όταν ο επικεφαλής του αποσπάσματος τον ρωτάει ποια είναι η τελευταία του επιθυμία εκείνος του απαντά: «Να μου ρίξετε και να με δολοφονήσετε με τη φανέλα του Ολυμπιακού και να μην μου δέσετε τα μάτια, για να βλέπω τα χρώματα της ομάδας μου πριν τη χαριστική βολή»! Λίγες στιγμές αργότερα, ο Νίκος Γόδας έπεφτε νεκρός.
Στο ερώτημα αν ο τότε επίσημος Ολυμπιακός θα μπορούσε να είχε αποτρέψει την εκτέλεση του ποδοσφαιριστή του, ο 45χρονος σκηνοθέτης Χρήστος Γόδας, ανιψιός του αδικοχαμένου Νίκου (ο οποίος, μάλιστα, τα τελευταία χρόνια προετοιμάζει ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το θάνατο του επιθετικού των ερυθρόλευκων), σε παλαιότερη συνέντευξή του είχε δηλώσει πως: «Όταν έλαβαν χώρα αυτά τα γεγονότα, πρόεδρος του Ολυμπιακού ήταν ο βιομήχανος Μανούσκος. Όταν του ετέθη το ερώτημα -και υπάρχουν μαρτυρίες για αυτό- από τον Μουράτη, αν θα μπορούσε να μεσολαβήσει η ομάδα για να σωθεί η απάντηση ήταν: “Όπως έστρωσε ας κοιμηθεί”…».
Πριν από καιρό η Πάολα Ρεβενιώτη ανέβασε στο facebook της ένα τέλειο ντοκουμέντο.
“Όταν μαζευαμε υπογραφές για την αποφυλάκιση του Χρίστου Ρούσσου”, ήταν ο τίτλος της ανάρτησής της και πριν βάλω το σκαναρισμένο χαρτί με τις υπογραφές ας θυμήσω ποιος ήταν ο Ρούσσος.
Ο Χρήστος Ρούσσος σκότωσε τον εραστή του το 1976 επειδή προσπαθούσε να τον εξωθήσει στην πορνεία.
Η υπόθεση του 19χρονου τότε ομοφυλόφιλου γέμισε τις σελίδες του Τύπου αλλά και τις κινηματογραφικές αίθουσες το 1982.
Η ταινία “ο Άγγελος” του Γ. Κατακουζηνού έστειλε “αδιάβαστο” το κοινό που παρακολούθησε σοκαρισμένο μια τραγωδία ταμπού για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής.
Το 1990 ο Χρήστος αποφυλακίζεται με χάρη που υπογράφει ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Καραμανλής. Είχε προηγηθεί η επίμονη άρνηση του Χρήστου Σαρτζετάκη, που είχε ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων και εκδηλώσεων συμπαράστασης.
Πολιτικοί, καλλιτέχνες, διανοούμενοι, φοιτητές και πολλοί απλοί πολίτες από την Ελλάδα και το εξωτερικό υποστήριξαν με θέρμη την απελευθέρωση του Ρούσσου. Μελίνα Μερκούρη, Μάνος Χατζιδάκις, Μιχάλης Ράπτης, Οτέλο ντε Καρβάλιο, Έντουαρτ Κέννεντυ, Ιβ Μοντάν, Ζαν Λουί Τρεντινιάν ήταν μερικοί από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του.Πριν την αποφυλάκισή του λοιπόν, η Πάολα μαζί με τον Θοδωρή Αντωνόπουλο μάζευαν υπογραφές από διάσημους Έλληνες.
Από τον Φώτη Κουβέλη και τον Μανόλη Αναγνωστάκη, μέχρι τον Γλέζο, τη Λιάνα Κανέλλη – αλλά και τους Σταμάτη Φασουλή / Αλίκη Βουγιουκλάκη / Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Θυμάται μάλιστα κάτι χαριτωμένο η Πάολα σχετικά με την Αλίκη:
Όταν έβαζε την υπογραφή της η Βουγιουκλάκη, πετάχτηκε ο Φασουλής που ήταν δίπλα και της είπε: “‘Αλίκη, μη γράψεις ‘Με αγάπη’!”
Η Σούλα Δημητρίου ήταν από τα ταλέντα που αναδείχτηκαν μέσα από τη "Μάντρα" του Αττίκ. Γεννήθηκε το 1917 και μαθήτευσε κοντά στη Μαρίκα Κοτοπούλη.Κατά...
Η Ρένα Βλαχοπούλου “σφράγισε” μια ολόκληρη εποχή με το ταλέντο της, αλλά και τον μοναδικό χαρακτήρα και το ήθος της. Ανεπανάληπτη κωμικός, ταλαντούχα σόουγουμαν...