Η φωτογραφία μιας άλλης εποχής….Αθηναϊκό καφενείο….παίζουν τάβλι οι θαμώνες έξω …
Οι παίχτες και οι θεατές είναι προσηλωμένοι στο παιχνίδι. Δύσκολα θα έβλεπες άντρες χωρίς καπέλο αλλά και χωρίς μουστάκι. Το τελευταίο ήταν η ταυτότητα του άρρενος….. Άκουγες σε καυγάδες….”….ε ρε Μπαϊρακτάρης που σου χρειάζεται…” και εννοούσαν το κόψιμο του μουστακιού για τιμωρία του μάγκα παλαιότερα από τον αστυνομικό διοικητή συγγενή του σημερινού γνωστού σουβλατζή στο Μοναστηράκι.
“Ο Μπαϊρακτάρης μ’ έπιασε, στο Μεντρεσέ με έκλεισε τη σκανδαλιάρα μου έσπασε και το μουστάκι μου έκοψε……”
O Mεντρεσές στους Αέρηδες ήταν παλιά φυλακή….η σκανδαλιάρα ήταν η κάμα
του μαγκίτη απαραίτητο αξεσουάρ στο ζωνάρι του που έπαιζε ρόλο ζώνης
αλλά κυρίως μαγκιάς…..
“…έχει λυμένο το ζωνάρι του για καυγά….”.
Όλα είχαν την σημασία τους….
Το μουστάκι το χτενίζανε το πρωϊ στον καθρέφτη και το περνάγανε και με μια
δόση λεμονιού και ζάχαρης για να είναι ντούρο.
Υπήρχαν όμως και ειδικά προϊόντα γι αυτό ….
Ειδικό χτενάκι……μαύρο ή καφέ κραγιόν για τις άσπρες τρίχες η γνωστή μαντέκα αλλά και καραμπογιά γνωστή και ως φούμο.
Οι μπαρμπέρηδες ήταν ιδιαίτερα προσεχτικοί όταν ξύριζαν μυστακοφόρους
πελάτες ….ένα ατύχημα στο μουστάκι θα το πλήρωναν ακριβά και φυσικά όχι
με χρήμα.
Υπήρχαν και οι ατάκες για τους ερωτευμένους μουστακαλήδες….
“…πρόσεξε γιατί αυτή θα σε βάλει μέχρι μουστάκι να ξουρίσεις….”
Οι Beatles στην Αράχωβα το 1967! Η φωτογραφία ανήκει στον παλαίμαχο φωτορεπόρτερ Αριστοτέλη Σαρρηκώστα και περιλαμβάνεται στο φωτογραφικό του λεύκωμα «Αναμνήσεις ενός Έλληνα φωτορεπόρτερ».
Το 1967, ο φωτογράφος, «συνέλαβε» τα διάσημα «σκαθάρια», στην Αράχωβα, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής τους στην Ελλάδα. Ο Ρίνγκο Σταρ, Ο Τζώρτζ Χάρισον, ο Τζον Λένον και ο Πωλ Μακ Κάρτνεϊ, φωτογραφήθηκαν μαζί με δύο λαϊκούς οργανοπαίκτες, τους Παπαλεξανδρή και Μηλιώνη, έξω από το ξενοδοχείο που διέμεναν.
Δεν παντρεύτηκε ποτέ, παρ’ όλο που το 1973 απέκτησε μια κόρη με τον επιχειρηματία Γιώργο Τσαγκάρη, την Ίνκα – Μαρία. Τα τελευταία χρόνια μαζί με τον επί 29 χρόνια σύντροφο της ζωής της, βετεράνο ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού Τάσο Μητρόπουλο, κατοικούσαν στην Εύβοια και δήλωνε ότι ήταν αγρότισσα και ασχολιόταν με την παραγωγή κρασιού.
Το πολυαγαπημένο άλογο της μητέρας μου, ο Καλλίστρατος, πέθανε μία βδομάδα μετά το θάνατο της μητέρας μου (σ.σ. από την επάρατη νόσο).
Την ημέρα δε που “έφυγε” η Έλενα, το άλογο έσπασε την πόρτα του στάβλου. Είχε καταλάβει τη μεγάλη απώλεια». Αυτό δήλωσε η κόρη της Έλενας Ναθαναήλ στην εφημερίδα News.
Προσθέτοντας πως «Κανείς δεν θα μπορούσε να πιστέψει αυτό που συνέβη, όμως ο επιστάτης που βρισκόταν εκεί μπορεί να το επιβεβαιώσει.
Η Έλενα Ναθαναήλ.
Κατά τη διάρκεια της ημέρας που άφησε την τελευταία της πνοή η μητέρα μου, το άλογο που είχε σαν παιδί της, ο Καλλίστρατος, έκανε σαν τρελό.
Χλιμίντριζε δυνατά και χτυπούσε τα πισινά πόδια του στην πόρτα του στάβλου.
Όπως μας είπε ο επιστάτης έκανε σαν τρελό. Ήταν η πρώτη φορά που το είδε έτσι».
Το συγκεκριμένο άλογο το είχε πάρει η Έλενα Ναθαναήλ από τον ιππόδρομο, καθώς πάντα ήθελε το κτήμα της να το έχει σαν φάρμα.
Ο Καλλίστρατος είχε καρκίνο στους λεμφαδένες και θα το σκότωναν, όμως εκείνη το έκανε να ζήσει ακριβώς 25 χρόνια.
Ο θλιβερός επίλογος σε αυτή την ιστορία γράφτηκε μια εβδομάδα μετά τον θάνατο της διάσημης ηθοποιού, με την κόρη της -όπως επισημαίνει το δημοσίευμα του gossip tv- να δηλώνει «Το άλογο άντεξε μόλις μία εβδομάδα μετά το θάνατό της… κι ύστερα “έφυγε” κι αυτό.
Ήταν τόσο θλιβερό το θέαμα του θανάτου του, που έζησα για μια ακόμα φορά το θάνατο της μάνας μου. Τόσο τραγική κατάληξη».
Η Έλενα Ναθαναήλ χτυπημένη από καρκίνο του πνεύμονα απεβίωσε στις 4 Μαρτίου του 2008 το απόγευμα, ενώ η κηδεία της έγινε το μεσημέρι της 5ης Μαρτίου του 2008 στο νεκροταφείο της Νέας Φιλαδελφείας στον Κόκκινο Μύλο.
Πέθανε εντελώς μόνη και αβοήθητη, σε διαμέρισμα που διέμενε επί της πλατείας Κουμουνδούρου, στον αριθμό 22, το ενοίκιο του οποίου πλήρωνε κάποιος νέος επιχειρηματίας θαυμαστής της, που έμεινε όμως άγνωστος.
Τη βρήκαν δύο ημέρες αργότερα έπειτα από αναζήτηση, οι άνθρωποι παρακείμενου εστιατορίου που συνήθιζε να πηγαίνει.
Η αστυνομία διέρρηξε την πόρτα και τη βρήκε νεκρή στις 13 Ιουνίου του 1985.
Η Σαπφώ Νοταρά γεννήθηκε στο Ηράκλειο το 1907. Το πραγματικό της επώνυμο ήταν Χανδάνου. Σπούδασε στην Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου και στη Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου. Το επώνυμο Νοταρά το πήρε από το δρόμο που βρισκόταν η δραματική σχολή στην οποία φοιτούσε.
Η ταινία, “Η βίλλα με τα νούφαρα” προβλήθηκε τη σαιζόν 1945-1946.
–Η βίλλα με τα νούφαρα είναι ελληνική ταινία που χαρακτηρίστηκε για τη σημαντική πρόοδο στη φωτογραφία, τα κινηματογραφικά ντεκόρ, τον εξελιγμένο ήχο και κινηματογραφικό ρυθμό. Οι τότε κριτικοί κινηματογράφου συμφώνησαν ότι ήταν η πρώτη φορά που ελληνική ταινία “άντεχε στην κριτική”.
Σκηνή από την ταινία, “Η βίλλα με τα νούφαρα”.
-Η ταινία ΔΕΝ σώζεται στο Αρχείο της Φίνος Φιλμ και θεωρείται χαμένη.
-Η ταινία επανεκυκλοφόρισε λίγα χρόνια αργότερα με τον τίτλο, “Νύχτα Αγωνίας”. Διεθνώς κυκλοφόρησε με τον τίτλο, “The Villa with the Water Lilies”.
-Είχαν κυκλοφορήσει δύο βερσιον της ταινίας, μία με διάρκεια κάτι παραπάνω από 95 λεπτά και μια με περίπου 90 λεπτά. Η βερσιον των 95 λεπτών πιθανών να είναι αυτή που κυκλοφόρησε με τον τίτλο, “Η βίλλα με τα νούφαρα” και η βερσιον των 90 λεπτών με τον τίτλο, “Νύχτα αγωνίας”.
-Είναι άξιο αναφοράς ότι η ερειπωμένη μετά από πυρκαγιά βίλλα, στην οποία γυρίστηκε η ταινία, “Η βίλλα με τα νούφαρα” στην περιοχή των Αναβρύτων, αγοράστηκε από τον γνωστό επιχειρηματία Πρόδρομο Εμφιετζόγλου, ο οποίος συντήρησε τα ερείπιά της, τα οποία σήμερα ανήκουν στην είσοδο του μεγάλου κτήματός του (πρώην κτήμα Βορρέ). Η βίλλα λειτουργεί σήμερα σαν πινακοθήκη στεγάζοντας έργα Ελλήνων καλλιτεχνών. Μπροστά στη βίλλα υπήρχε κάποτε και μια λίμνη με νούφαρα.
-Η ταινία, “Η βίλλα με τα νούφαρα” είναι η πρώτη ελληνική ταινία που αντέχει σε κριτική… Έχει σενάριο που, όσο κι αν είναι μελοδραματικό–η προσπάθεια για την εύκολη συγκίνηση του θεατή είναι από τις πιο συνηθισμένες κακοτοπιές του κινηματογράφου–δεν ενοχλεί και δεν του λείπει κάποιο κοινωνικό περιεχόμενο. Έχει συνέχεια και συνοχή στη δράση.
Δεν παρασέρνεται από το κύριο χαρακτηριστικό των κακών ταινιών: την πολυλογία, την υποταγή της εικόνας στο λόγο. Έχει κάποια ευγένεια στον τρόπο που μεταχειρίζεται το θέμα. Δείχνει αρκετή αντίληψη της σημασίας της εικόνας και δεν της λείπει ο κινηματογραφικός ρυθμός.
Περίληψη της ταινίας, “Η βίλλα με τα νούφαρα”
Την ηρεμία ενός χωριού έρχεται να ταράξει η άφιξη μιας πλούσιας κοπέλας από την Αθήνα, της Ρένας. Η εν λόγω εγκαθίσταται στο χωριό με τη θεία της και τον μικρό της αδελφό Λούλη. Ο μικρός υποφέρει από καρδιακή ανεπάρκεια και έχει ανάγκη από γαλήνη και καθαρό αέρα.
Ο νεαρός γιατρός του χωριού, ο κύριος Κανδής, γοητεύεται από τα θέλγητρα της Ρένας αλλά απογοητεύεται καθώς αυτή δεν του δείχνει παρά την περιφρόνησή της, λόγω της ταπεινής καταγωγής του. Ωστόσο, η ευγενική και άδολη φυσιογνωμία του γιατρού επιβάλλεται σταδιακά. Τέλος εκείνος καταφέρνει να κερδίσει την καρδιά της.
Πόσοι άραγε ξέρουν ή θυμούνται τις πρώτες εμφανίσεις του Ερικ Κλάπτον στην Ελλάδα του 1965 και ότι ο θρύλος του ροκ είχε παίξει με ένα ελληνικό συγκρότημα, τους Juniors;
Ελάχιστοι. Να, όμως, που ο «θεός της κιθάρας» στο βιβλίο του «Clapton: The Autobiography» (εκδόσεις Broadway Books) περιγράφει την ελληνική του περιπέτεια με λεπτομέρειες. Μέχρι σήμερα είχαμε τις μαρτυρίες των μελών του γκρουπ του και του Μάκη Σαλιάρη, ντράμερ τότε των Juniors, που δημοσιεύτηκαν στο μουσικό περιοδικό «ΖΟΟ», τον Μάιο του 1997.
Αντιγράφουμε από τις σελίδες του βιβλίου.
«Το μεσοκαλόκαιρο του 1965, έξι από εμάς, αποφασίσαμε αυθόρμητα να φτιάξουμε μια μπάντα και να γυρίσουμε τον κόσμο με αυτοκίνητο, χρηματοδοτώντας το ταξίδι δίνοντας συναυλίες καθ’ οδόν.
Ονομάσαμε το συγκρότημα Glands1. Ο John Bailey έκανε τα φωνητικά, ο Bernie Greenwood ήταν στο σαξόφωνο, ο Jake Milton στα ντραμς, ο Ben Palmer έπαιζε πιάνο και στο μπάσο είχαμε τον Bob Rae. Ο Bernie είχε ένα MGA το οποίο ανταλλάξαμε για ένα αμερικάνικο Ford Galaxy stationwagon για τη μεταφορά μας. Εγώ είχα εξοικονομήσει μερικές εκατοντάδες στερλίνες και αγόρασα έναν ενισχυτή και δύο κιθάρες.
Την κοπάνησα από Μάγιαλ
Αν ληφθεί υπόψη ότι εγώ ήμουν, υποτίθεται, αυτός που τραβούσε την προσοχή στους Bluesbreakers, θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ήταν ανεύθυνο από μεριάς μου να την κοπανήσω έτσι. Το μόνο που είπα στον John (Mayall) ήταν ότι θα έλειπα για λίγο. Πραγματικά τον άφησα στα κρύα του λουτρού και αναγκάστηκε να ψάξει ανάμεσα σε αρκετούς κιθαρίστες ώστε να καλύψει το κενό όσο θα έλειπα.
Αφού στριμωχτήκαμε και οι έξι στο Ford Galaxy ξεκινήσαμε τον Αύγουστο, διασχίζοντας τη Γαλλία και το Βέλγιο, με σκοπό να συνεχίσουμε ώσπου να βρούμε κάπου να παίξουμε. Δεν είχαμε ιδέα τι κάναμε, πιστεύοντας ότι κατά κάποιον τρόπο θα μας χαμογελούσε η τύχη καθώς ταξιδεύαμε. Το ταξίδι μας παραλίγο να τελειώσει πριν καν αρχίσει. Φθάσαμε στο Μόναχο, ενώ το φημισμένο φεστιβάλ μπίρας ήταν σε εξέλιξη.
Βρισκόμασταν σ’ ένα κιόσκι πίνοντας μπίρες, όταν ο Bob Rae είχε την φαεινή ιδέα να ανάψει το τσιγάρο του με ένα χαρτονόμισμα των πέντε λιρών. Αυτό προκάλεσε μεγάλο καβγά με ένα άλλο μέλος του γκρουπ που θεώρησε υπερβολική μια τέτοια χειρονομία και ήρθε η ρήξη. Καταλήξαμε να ξεφορτώσουμε όλον τον εξοπλισμό από το αυτοκίνητο και στην ομόφωνη απόφαση να επιστρέψουμε στην Αγγλία. Το επόμενο πρωί τα ξαναβρήκαμε. Ξαναφορτώσαμε το Ford και πήραμε πάλι τον δρόμο.
Ωμό κρέας Θεσσαλονίκης
Οδηγώντας μέσω Γιουγκοσλαβίας, σ’ ένα λιθόστρωτο δρόμο ανάμεσα στο Ζάγκρεμπ και το Βελιγράδι, το αυτοκίνητο έτρεμε τόσο πολύ που στο τέλος διαλύθηκε. Το σασί κυριολεκτικά ξεκόλλησε. Αναγκαστήκαμε να το δέσουμε γύρω και κάτω από το αμάξι με σκοινί. Ετσι λοιπόν, τώρα ταξιδεύαμε έξι άνθρωποι μαζί με όλο τον εξοπλισμό μας σε ένα αυτοκίνητο που το συγκρατούσε ένα κομμάτι σκοινί! Οταν τελικά μπήκαμε στην Ελλάδα και φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη ήμασταν τόσο πεινασμένοι, επειδή δεν είχαμε φάει τίποτα τόσες μέρες, που φάγαμε ωμό κρέας από έναν χασάπη…
Συνεχίζοντας, φτάσαμε στην Αθήνα και πιάσαμε δουλειά σ’ ένα κλαμπ που λεγόταν Igloo. Ονομαζόταν έτσι επειδή το εσωτερικό του είχε σχεδιαστεί να μοιάζει με παγωμένη καλύβα. Είχε ένα μόνιμο γκρουπ, τους Juniors, και ο μάνατζέρ τους χρειαζόταν άλλο ένα γκρουπ για support, επειδή το πρόγραμμά τους ξεκινούσε στις 7 το απόγευμα και τραβούσε μέχρι τις 2 ή 3 το πρωί.
Πιάσαμε δουλειά στο Igloo
Ο John Bailey κατάφερε τον τύπο να μας προσλάβει. Βρήκαμε ένα δωμάτιο στον τελευταίο όροφο, που το νοίκιαζε ένας Αιγύπτιος συνταγματάρχης. Με ενθουσίασε το σπίτι και πολύ σύντομα άρχισα να το απολαμβάνω. Το πρόγραμμα αποτελείτο από εμάς, να παίζουμε τρία σετ κάθε μέρα, μαζί με τους Juniors που έπαιζαν τραγούδια των Beatles και των Kinks. Μιας και δεν τα ξέρανε τα κομμάτια καλά, τους βοηθούσαμε λιγάκι. Δυο βράδια αργότερα οι Juniors είχαν ένα τροχαίο δυστύχημα, και δυο από αυτούς σκοτώθηκαν επί τόπου.
Το επόμενο πρωί, πίναμε καφέ στο κλαμπ, όταν ο μάνατζερ όρμησε μέσα κι άρχισε να ουρλιάζει το όνομα Θάνος, του κιμπορντίστα, με τον οποίο ήταν προφανώς ερωτευμένος και ήταν ένας από τους δύο που είχαν σκοτωθεί. Ούρλιαζε Θάνο-Θάνο-Θάνο και μετά άρχισε να πετάει ποτήρια στον καθρέφτη πίσω από το μπαρ. Κάποιος μας είπε ότι θα ήταν καλύτερα να βγούμε έξω, έτσι λοιπόν φύγαμε κι αυτός τα έκανε όλα λίμπα.
Το κλαμπ έκλεισε για δύο μέρες και μας συμβούλεψαν να παραμείνουμε, διότι θα βρισκόταν κάποια λύση. Επισκεύασαν το κλαμπ και κάποιος που εκπροσωπούσε τον πληγωμένο μάνατζερ με πλησίασε λέγοντάς μου ότι ήταν να βάλουν πάλι μπροστά το μαγαζί κι ότι με ήθελαν να παίξω με τους Juniors. Ετσι πριν το καταλάβω καλά καλά βρέθηκα να παίζω ένα σετ μαζί τους, ένα σετ με το δικό μου γκρουπ, μετά ένα σετ μαζί τους κ.ο.κ έως ότου κατέληξα να παίζω έξι ώρες ασταμάτητα.
Μπροστά σε 10.000 άτομα
Μετά από κάποιες μέρες, οι Juniors ξαφνικά την κοπάνησαν. Ηξερα όλα τα τραγούδια που ήθελαν να παίξω και φαίνεται ότι είχα συμβάλει στο γκρουπ με κάτι που δεν είχαν πριν. Και πριν το καταλάβω, βρεθήκαμε να παίζουμε στον Πειραιά μπροστά σε 10.000 άτομα.3 Χαιρόμουνα που μπορούσα να βοηθήσω τους Juniors ν’ αποκτήσουν ένα μεγαλύτερο κοινό, αλλά αυτό με γύρναγε πίσω, στον κόσμο της ποπ, που είχα προσπαθήσει να αφήσω πίσω μου. Ηταν σαν deja vu.
Στο μεταξύ οι Glands είχαν μπουχτίσει και τρώγονταν να φύγουν. Οταν είπα στον ντράμερ των Juniors ότι σκεφτόμουν να φύγω μου είπε: «Καλύτερα όχι, ο μάνατζερ θα σε κυνηγήσει αν προσπαθήσεις να φύγεις και θα σου κόψει τα χέρια».4 Μου έδωσε την εντύπωση ότι δεν αστειευόταν κι έτσι καταστρώσαμε ένα σχέδιο διαφυγής. Ο Ben έβγαλε κρυφά εισιτήρια για το τρένο, ενώ οι υπόλοιποι μάζεψαν τα πράγματά τους ώστε να είναι έτοιμοι να φύγουν.
Ενα απόγευμα εμφανίστηκα, όπως συνήθως, για πρόβα με τους Juniors, αλλά είχαμε κανονίσει να περιμένει ένα αυτοκίνητο από την άλλη πλευρά του κτιρίου. Μόλις δόθηκε το σινιάλο, είπα ότι πήγαινα τουαλέτα, βγήκα από την μπροστινή πόρτα, μπήκα στο αυτοκίνητο και πήγα κατευθείαν στο σταθμό, όπου μαζί με τον Ben πήραμε το τρένο για το Λονδίνο αφήνοντας τους Juniors σύξυλους. Ο ντράμερ των Juniors ήταν αυτός που μας βοήθησε και βασικά του χρωστάω τα χέρια μου. Σ’ ευχαριστώ, μάγκα μου, δεν θα μπορέσω ποτέ να σε ξεπληρώσω…
Αφησα πίσω μου μια ωραία Gibson Les Paul και ένα ενισχυτή Marshall.5 Τα υπόλοιπα παιδιά συνέχισαν ανά τον κόσμο, αν και ένας θεός ξέρει πώς ακούγονταν χωρίς κιθάρα και πιάνο. Επιστρέφοντας στην Αγγλία, τέλος Οκτωβρίου 1965, ανακάλυψα ότι τη θέση μου στους Bluesbreakers είχε καλύψει ένας λαμπρός κιθαρίστας ονόματι Peter Green, αργότερα μέλος των Fleetwood Mac…»
1. Αργότερα το άλλαξαν σε Faces.
2. Το πολύνεκρο δυστύχημα έγινε τη Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 1965, στη Νέα Φιλαδέλφεια. Νεκροί ήταν ο Θάνος Σουγιούλ, 22 ετών, η μνηστή του Νανά Μπενέτου, 18, ο Γιάννης και η σύζυγός του Ελένη Κρασούδη, 28 και 20 αντίστοιχα. Βαριά τραυματισμένος ανασύρθηκε ο κιθαρίστας Αλέκος Καρακαντάς, 19 ετών.
3. Η συναυλία έγινε τη Δευτέρα 25 Οκτωβρίου στον κινηματογράφο «Τερψιθέα» της Νίκαιας.
4. Ο ντράμερ των Junior ήταν ο Μάκης Σαλιάρης.
5. Στις 28 Οκτωβρίου, ο Bernie Greenwood έστειλε επιστολή στον Μάκη Σαλιάρη, που του ζητούσε να πουλήσει τον ενισχυτή και να στείλει τα χρήματα στον Eric Clapton.
* Η έρευνα, η απόδοση, η επιμέλεια του κειμένου και οι σημειώσεις έγιναν από τους Χάρη & Βαγγέλη Καββαδία. Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο τους.
«Εκανε την Gibson να κελαηδά»
«Δεν είναι εύκολο να ξεχάσει κανείς μια από τις πιο συναρπαστικές εποχές της ζωής του…
Και εκείνη η εποχή, Οκτώβριος του ’65, ήταν ξεχωριστή για μένα. Ημουν αραχτός στο γραφείο του ιδιοκτήτη του Igloo, όταν πέρασαν την είσοδο του μαγαζιού κάποιοι Εγγλέζοι μουσικοί, ζητώντας δουλειά σε καθημερινή βάση. Οταν ο ιδιοκτήτης τούς ζήτησε να παίξουν για να κρίνει αν του κάνουν, αυτοί έφεραν τα όργανά τους και τα ‘στησαν, έχοντας όμως ένα μικρό πρόβλημα: δεν είχαν ντράμερ!
Τους την κοπάνησε με μια κοπέλα στο Πρίντεζι… Τότε προσφέρθηκα εγώ να συμπληρώσω το γκρουπ τους. Faces ήταν τ’ όνομά τους, και ξεκινήσαμε. Το σχήμα άρεσε κι αρχίσαμε τις πρόβες στο σπίτι που είχα τότε στην οδό Πιπίνου. Δέσαμε περίφημα, η ανταπόκριση που είχαμε στον κόσμο ήταν μεγάλη. Μεγάλος όμως ήταν κι ο κιθαρίστας του συγκροτήματος. Ηταν ο Eric Clapton!
Αγνωστος τότε στην Ελλάδα, ωστόσο 6 μήνες νωρίτερα είχε μια μεγάλη επιτυχία με τους Yardbirds, το «For your love». Καθαρόαιμος μπλουζίστας, εγκατέλειψε τους Yardbirds τότε, διότι ξέφευγαν από τον blues προσανατολισμό τους για πιο ποπ πράγματα… Στο Igloo ήταν ο αρχηγός, όπως ήταν φυσικό, των Faces. Δεν το έπαιζε όμως αρχηγός, ήταν πολύ συνεσταλμένος, εγκρατής και σοβαρός.
Αλλά όταν έπιανε στα χέρια του την Gibson, την έκανε να κελαηδά. Είχα πάθει πλάκα! Οπως πλάκα είχε πάθει κι ο κόσμος που τον έβλεπε κάθε βράδυ. Χαμός έγινε και στη συναυλία που δόθηκε εις μνήμην του Σουγιούλ, που είχε σκοτωθεί εκείνες τις μέρες σε τροχαίο. Υστερα από αυτό έφυγαν από την Ελλάδα και η μόνη επαφή που είχα έκτοτε μαζί τους ήταν μια επιστολή που μου έστειλε ο Bernie Greenwood, ζητώντας να πουλήσουμε τον ενισχυτή του Clapton και να του στείλουμε τα χρήματα».
Γκαζές…γκαζάκια…γυαλένια τα λέγαμε…. Σε όλες τις αγορίστηκες τσέπες τα εύρισκες και τρύπαγαν αυτές και φώναζε η μάνα και δώστου νέο μπάλωμα…. Τα έστηνες κάτω στο χώμα το πρώτο ήταν το μπάζ το τελευταίο το κωλόμπαζο. Έριχνες με τον παπά την μεγαλύτερη γκαζά και προσπαθούσες να χτυπήσεις από το μπάζ και κάτω. Όπου χτύπαγες έπαιρνες από δεξιά τα υπόλοιπα…. Είχε κι άλλο παιχνίδι ….σχοιμάτιζες ένα τρίγωνο στο χώμα και προσπαθούσες από μακριά να τα βάλεις μέσα. Έχανες κέρδιζες αλλά τον ψιλικατζή πάντα τον επισκεπτόσουνα….τα έβλεπες τα άτιμα μέσα στο γυάλινο βάζο και τα ήθελες όλα.
Με το χαρτζιλίκι από τα θελήματα θα αγόραζες γκαζές αλλά και χαπαχούπες άλλος νταλκάς…. Η Νήσος των Θησαυρών …ολόκληρη συλλογή …..έκανες ανταλλαγές…. σου δίνω τον παπαγάλο….δώσε μου τον πειρατή. Στην φωτογραφία έξω από το σχολείο στο διάλειμμα…τα παπούτσια προαιρετικά και πρέπει να έκανε και κρύο…σαν να φοράει παλτό ο δάσκαλος. Ποιός νοιαζότανε για λεπτομέρειες….μεγάλωνες πολύ γρήγορα και συχνά δεν συμβάδιζες με την ημερομηνία του πιστοποιητικού γέννησης του Μαιευτηρίου Έλενα….ας είναι καλά και αυτή η γυναίκα εκεί που είναι… σωθήκανε πολλά παιδιά σε αυτό.
Οταν ήρθε ο σκηνοθέτης, ο Βερνέιγ, στην Ελλάδα για να γυρίσει την ταινία του, έφερε μαζί του τους ηθοποιούς, τον Ζαν-Πολ Μπελμοντό, τον Ομάρ Σαρίφ, τη Ζακλίν Μπισέ και τον Τζόνι Χαλιντέι.
Ο Ελληνας μάνατζερ διάλεξε εμένα και τη Μαίρη Χρονοπούλου για να τους παίρνουμε από το “Χίλτον” και να τους πηγαίνουμε για ξενάγηση το βράδυ.
Ο Μπελμοντό με συμπάθησε, “γιατί είσαι σπορτίβο και χαρούμενος άνθρωπος”, όπως μου είπε. Πήγαινα και στα γυρίσματα με μία μοτοσικλέτα Καβασάκι μεγάλου κυβισμού και του άρεσε. Γίναμε σχεδόν κολλητάρια, τον είχα πάει και μια ωραία βόλτα στο Σούνιο και ενθουσιάστηκε.
Ο τεχνικός του Φίνου του είπε: “Μεσιέ, ο Αλέκος Τζανετάκος είναι πρωταγωνιστής όπως είσαι εσύ στο Παρίσι, με τις μοτοσικλέτες του και τις ωραίες γυναίκες”.
Του απαντά ο Μπελμοντό: “Τον είδα προχθές που πέσανε πάνω του κάτι όμορφα κορίτσια και τους έδινε αυτόγραφα”.
“Εχει γυρίσει εκατόν ογδόντα ταινίες” (τόσες είχα μέχρι τότε) του λέει ο φίλος μου ο τεχνικός, “και παίζει κάθε βράδυ στο θέατρο”.
Γυρίζει ο Μπελμοντό μία στροφή γύρω από την καρέκλα. Αλήθεια, μου λέει με θαυμασμό. Τότε μου έδωσε σημασία»!
«Ημουν ο κασκαντέρ για κάθε επικίνδυνη σκηνή με αυτοκίνητο σε ελληνικές ταινίες» λέει ο Αλέκος Τζαννετάκος. «Έτρεχα σε αγώνες και ήξερα καλά τα οχήματα. Οταν ο Φίνος, π.χ., ήθελε να δανείσει το αυτοκίνητό του για το γύρισμα κάποιας ταινίας ρωτούσε:
“Είναι εκεί ο Τζαννετάκος;”. Πάντως όταν γύριζα ταινίες μαζί του με έβαζε να υπογράφω, ότι όσο διαρκούν τα γυρίσματα δεν θα τρέχω σε αγώνες αυτοκινήτων».
Ο Αλέκος Τζαννετάκος, έχει στο ενεργητικό του δύο ρεκόρ στην ανάβαση Πάρνηθας, όπου κέρδισε το πρώτο κύπελλο κατάρριψης επίδοσης και ρεκόρ στην κλάση των 850 κ.ε., που δεν έχει «σπάσει» έως σήμερα, καθώς δεν υπάρχει πλέον αυτή η κατηγορία. Διαβάζουμε στο Βήμα του 1996 τον Τζαννετάκο να αποκαλύπτει τα εξής” «Όταν ήρθε στην Ελλάδα ο Ανρί Βερνέιγ για να γυρίσει την κινηματογραφική ταινία “Le Casse (US title: The Burglars)” με τον Ζαν Πολ Μπελμοντό, την Νταϊάν Κάνον και τον Ομάρ Σαρίφ, τού πρότειναν εμένα για να ντουμπλάρω τον Μπελμοντό σε επικίνδυνες σκηνές με αυτοκίνητο.
Έχασα τη δουλειά γιατί του ζήτησα…μόνον 80.000 δραχμές. Ο Σαμιώτης, που με είχε πάει εκεί, μου είπε μετά: “Σε πέρασε για ψώνιο. Έπρεπε να ζητήσεις 3-4 εκατομμύρια!”. Κοκάλωσα».
Αυτές είναι οι σκηνές τις ταινίας Le Casse (US title: The Burglars) που θα γύριζε ο Τζαννετάκος
Η ταινία, “Η δίκη των δικαστών” προβλήθηκε τη σαιζόν 1974-1975 και έκοψε 98.299 εισιτήρια. Ήρθε στην 2η θέση σε 47 ταινίες.
-Μια ιστορική ταινία που αφορά τη δίκη του επαναστάτη οπλαρχηγού και λαϊκού ήρωα, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.
-Η ταινία, “Η δίκη των δικαστών” αποτελεί την τελευταία συνεργασία του Νίκου Κούρκουλου με την Φίνος Φιλμ, και περιλαμβάνει ένα από τα μεγαλύτερα καστ ηθοποιών, με τις ξεχωριστές παρουσίες του Μάνου Κατράκη στο ρόλο του Κολοκοτρώνη και του Δημήτρη Μυράτ στο ρόλο του Καποδίστρια.
-Ιδιαίτερο ντεκόρ και μοναδικά κοστούμια από τον σπουδαίο Διονύση Φωτόπουλο, στην ταινία, “Η δίκη των δικαστών” που μπόρεσε να αναπαραστήσει μια ολόκληρη εποχή με τα λιγότερα δυνατά μέσα.
Περίληψη της ταινίας, “Η δίκη των δικαστών”
Η δίκη των δικαστών Πολυζωίδη και Τερτσέτη για απείθεια, και η πανηγυρική τους αθώωση κατά τη διάρκεια της περιόδου της αντιβασιλείας στην Ελλάδα του Όθωνος.
Μια πραγματική σελίδα της ελληνικής ιστορίας. Λίγα χρόνια μετά την Επανάσταση του 1821, το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, υπό τη βασιλεία του Βαυαρού Όθωνος, προσήγαγε σε δίκη τους μεγάλους οπλαρχηγούς του αγώνα, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη (Μάνος Κατράκης) και Γεώργιο Πλαπούτα (Χρήστος Καλαβρούζος), με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.
Σκηνή από την ταινία, “Η δίκη των δικαστών”.
Η περιβόητη αυτή δίκη του 1833, που έγινε στο Ναύπλιο, συγκλόνισε το έθνος, επειδή οι πάντες γνώριζαν ότι οι δύο ήρωες ήταν απολύτως αθώοι.
Ο πρόεδρος του δικαστηρίου Αθανάσιος Πολυζωίδης (Νίκος Κούρκουλος) και ο δικαστής Γεώργιος Τερτσέτης (Νικηφόρος Νανέρης) αρνούνται να προσυπογράψουν την καθ’ υπαγόρευση από το παλάτι, μέσω των τριών αντιβασιλέων Άρμανσμπεργκ, Μάουερ και Χέιντεκ, καταδίκη σε θάνατο των κατηγορουμένων.
Οι Βαυαροί διατάζουν τον Υπουργό Δικαιοσύνης να παρέμβει, και αυτός απαγγέλλει κατηγορία εναντίον τους, με αποτέλεσμα να συρθούν στα μπουντρούμια των φυλακών και να δικαστούν με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας…
-Προσπάθησα να κρατήσω μια γραμμή απλούστευσης όσον αφορά το σενάριο και το ντεκουπάζ της ταινίας, “Η δίκη των δικαστών” και να κρατήσω κάποια απόσταση από τα πράγματα, και γι αυτό υπάρχει μια χρήση γενικών πλάνων.
Ταυτόχρονα, υπάρχουν γκρο-πλαν που λειτουργούν ως εξής: π.χ διακόπτεται η ανάγνωση της δικαστικής απόφασης, για να κυριαρχήσει ένα γκρο-πλαν διαρκείας του Κούρκουλου, βουβό, με μόνο ήχο τη μουσική.
Αυτό είναι φανερό πως γίνεται για να εξοντωθεί το μοντέλο, κι ο Φίνος «έμεινε κατάπληκτος», θεωρώντας αδιανόητο κάτι τέτοιο. Σαν κινηματογραφική αντίληψη δεν μπορούσε να την αποδεχτεί. Φυσικά, το γύρισμα είχε τελειώσει∙ ήταν αδύνατον πια να ανατραπεί.
Το ίδιο συνέβη με τα τράβελινγκ και τα πανοραμίκ. Τελικά, δεν λειτούργησαν, γιατί η επέμβαση έγινε στο μοντάζ∙ δηλαδή καταστράφηκαν πάνω στην προσπάθεια της αναζήτησης του μοντέλου.
Το τράβελιγκ και τα πανοραμίκ κομματιάστηκαν. Στα ντεκόρ υπήρχε μια αρχική δέσμευση. Η δίκη του Κολοκοτρώνη έγινε σε ένα τζαμί του Ναυπλίου, πρωτεύουσα τότε της Ελλάδας. Το τζαμί τους έλυνε το πρόβλημα της χωρητικότητας, ώστε να παρακολουθήσει τη δίκη πολύς κόσμος για παραδειγματισμό.
Οι Βαυαροί θα σκότωναν τους δύο φορείς της λαϊκής θέλησης μπροστά στα μάτια του λαού. Έτσι, το γεγονός της καταδίκης θα γινόταν πιο αποτελεσματικό.
Το συγκεκριμένο τζαμί ήταν ένας γυμνός χώρος, που δεν εξυπηρετούσε το μοντέλο της Φίνος Φιλμ. Προτιμήθηκε μια κατασκευή που να θυμίζει περισσότερο αυτά που έχει ο κόσμος στις μνήμες του για το τζαμί (καμάρες, κολόνες, γραμμές, τόξα στα παράθυρα κ.λ.π).
Το μέγεθος λειτούργησε ενάντια στην ταινία, “Η δίκη των δικαστών” γιατί ο χώρος απαιτούσε πολλούς κομπάρσους, αλλά έπασχε η «Φίνος Φιλμ» οικονομικά, όπως κι όλος ο κινηματογράφος, κι έτσι μειώθηκε ο αριθμός των κομπάρσων.
Ο Φίνος, όπως και κάθε παραγωγός, επιδιώκοντας το κέρδος, απαιτεί να υπάρχει πάντα στις ταινίες του απεριόριστος βαθμός κατανοητικότητας. Τα πάντα να υπάρχουν, να δείχνονται, να λέγονται…
Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι νόμιμο, από τη στιγμή που το κοινό δεν θέλει να κουράζεται για να ψάχνει, να σκέφτεται, κι έτσι προτιμάει τις ταινίες του. Δεν είμαι αντίθετος στο να βλέπει τις ταινίες πολύς κόσμος. Θα ήθελα, όπως κάθε κινηματογραφιστής, οι ταινίες μου να βλέπονται από πολύ κόσμο.
Ο κινηματογράφος είναι ένα μέσο πλατειάς επικοινωνίας και άμεσης αποτελεσματικότητας. Γι’ αυτό θα ήθελα να κάνω ταινίες που να τις βλέπει πολύς κόσμος. Δεν ξέρω, όμως, πως πετυχαίνεται αυτό, δηλαδή από τη μία οι ταινίες να είναι κατανοητές κι από την άλλη να είναι «καλλιτεχνικές», «επιστημονικές», «σύγχρονες» κ.λ.π.
Μου φαίνεται δύσκολο, αλλά προς αυτό πρέπει να τείνουμε.
Θέλει καλή παρέα, κουβεντολόι και τσιµπολόγηµα µεζέδων, και θα σου ανταποδώσει χαρά και κέφι.
Ενα από τα ελαττώµατά µου – στο οποίο δύσκολα αντιστέκοµαι – είναι να κρυφακούω την ώρα που βρίσκοµαι σε χώρους εστίασης. Προφανώς έχει να κάνει και µε επαγγελµατική διαστροφή. Ακούω εντυπώσεις, σχόλια, παράπονα, αντιλήψεις, κάποιες φορές λανθασµένες, κάποιες φορές σωστές. Βρέθηκα πρόσφατα, λοιπόν, στο αγαπηµένο µου εστιατόριο µε εξειδίκευση στα θαλασσινά, το Υπερωκεάνιο, στο Χατζηκυριάκειο.
Μια σχετικά ηλικιωµένη κυρία που καθόταν στο διπλανό τραπέζι φιλοξενούσε την κόρη της και τον γαµπρό της από το εξωτερικό. Ηταν αγχωµένη, λες και κουβαλούσε την Ελλάδα µέσα σ’ ένα κυριακάτικο γεύµα.
Από τον τρόπο µε τον οποίο επικοινωνούσαν στο τραπέζι, κατάλαβα ότι ο γαµπρός ήταν ξένος – κατά πάσα πιθανότητα Αγγλος. Η εν λόγω κυρία φώναξε τον σερβιτόρο, επιµελήθηκε µε κάθε λεπτοµέρεια τις επιλογές του φαγητού και, µοιραία, η κουβέντα οδηγήθηκε στο ποτό. «Τι θα πιείτε;» ρώτησε ο σερβιτόρος και επιχείρησε να απαριθµήσει τις επιλογές. «Ούζο», τον διέκοψε η οικοδέσποινα µε µια αυστηρότητα στα όρια της αγένειας και του ζήτησε επιτακτικά να µάθει ποιο είναι το «καλό». Ούζο, λοιπόν, γιατί είναι µια Ελλάδα στο ποτήρι, ούζο γιατί είναι ό,τι καλύτερο µπορεί να συµβεί στα οστρακοειδή, στα ψάρια, παστά ή µαγειρευτά, τηγανητά ή στη σχάρα.
Στα θαλασσινά γενικότερα, όπως έχει επικρατήσει να αναφέρεται ο κατάλογος µε τα καλούδια της ψαροταβέρνας.
Ιστορικά δεν είναι απόλυτα εξακριβωµένο πότε και πού ξεκίνησε η παραγωγή του ούζου και νοµίζω πως δεν είναι και το ζητούµενο. Σηµασία έχει πως πρόκειται για απόλυτα ελληνικό προϊόν και είµαστε τυχεροί που παράγεται σε αρκετές περιοχές της πατρίδας µας. Λέσβος, Χίος, Μεσολόγγι, Θεσσαλία, Θράκη, Καλαµάτα, Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Πειραιάς είναι πόλεις ή περιοχές όπου εδρεύουν µερικές από τις πιο εµβληµατικές ποτοποιίες.
Η γοητεία του ποτού ξεκινάει από την ανάγνωση της ετικέτας. Κάποιες οµολογουµένως θυµίζουν διαφηµιστικά έντυπα από σχολές ελληνικών χορών και κάποιες άλλες θυµίζουν καλλιστεία της δεκαετίας του ’60, αλλά όλες έχουν το έτος ίδρυσης, το όνοµα της οικογενείας και το σήµα κατατεθέν σε περίοπτη θέση. Και αφού αναφέροµαι στο έτος ίδρυσης, τις περισσότερες φορές η ιστορία τους ξεπερνά τα 100-150 χρόνια.
Είναι αξιοθαύµαστο το πώς στην Ελλάδα του 1860 υπήρχαν άνθρωποι που συνδύαζαν παραγωγική διαδικασία, εµπορικό δαιµόνιο και πρακτικές µάρκετινγκ της τότε εποχής.
Ο γλυκάνισος και η παρέα του
Πρακτικά, το ούζο είναι ποτό που προέρχεται από απόσταξη αρωµατισµένης αλκοόλης. Τα βότανα που χρησιµοποιούνται είναι λίγο-πολύ γνωστά, µε τη διαφορά πως κάθε οίκος ακολουθεί την οικογενειακή συνταγή και, µοιραία, καθορίζει τη γευστική του ταυτότητα. Κυρίαρχο βότανο είναι ο γλυκάνισος και τη λίστα συµπληρώνουν ο µάραθος, η µαστίχα, η κανέλα, το µοσχοκάρυδο, η πιπερόριζα, ο αστεροειδής άνισος, ο κορίανδρος, το κάρδαµο, η µέντα, η αγγελική, το φλαµούρι.
Η σηµειολογία του ποτού
Το τελετουργικό της απόλαυσης σηκώνει πολλή συζήτηση. Οι µεν παραδοσιακοί τοποθετούν το ούζο σαν καθαρόαιµο απεριτίφ µε ένα συνοδευτικό µικρό πιάτο από διάφορους µεζέδες. Ουσιαστικά, είναι µια αφορµή για να δούµε φίλους και να ρεµβάσουµε. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόµη και η στάση του σώµατος (σταυροπόδι, σε παράλληλη θέση προς το τραπέζι) υποδηλώνει πως δεν είµαστε σε θέση φαγητού.
Η συγκεκριµένη τάση καθιερώθηκε στα ουζερί, στα οποία παλαιότερα σύχναζαν µόνο άνδρες. Εναλλακτικά, η πιο σύγχρονη αντίληψη επιτάσσει γεύµα κανονικό, συνήθως µε αναρίθµητους θαλασσινούς (ως επί το πλείστον) µεζέδες, µε τη συνοδεία ούζου. Αλλη λεπτοµέρεια που έχει τη σηµασία της είναι ότι οι παλιοί πότες αρέσκονται να προσθέτουν παγωµένο νερό στο ούζο και όχι πάγο, που σοκάρει το ποτό και το εµποδίζει να ελευθερώσει τα αρώµατά του.
Ο καλός µεζές
Στο τραπέζι του φαγητού η αλήθεια είναι πως το ούζο έχει ιδιαίτερα εύκαµπτη συµπεριφορά, αρκεί και από την πλευρά µας να µην υπάρξουν υπερβολές. Ο υψηλός αλκοολικός βαθµός και ο αρωµατικός πλούτος του, λόγω κυρίως του γλυκάνισου, είναι στοιχεία που πρέπει να υπολογίσουµε. Τον αλκοολικό βαθµό τον καλύπτουµε µε «νεύρο» στο φαγητό: πικάντικα, καπνιστά, αλµυρά, τηγανητά και όξινα µας λύνουν την εξίσωση. Οσον αφορά τον αρωµατικό πλούτο του, καλό είναι να τον προστατεύσουµε από σάλτσες και γλυκά χαρακτηριστικά. Τελευταία παράµετρος είναι ότι το ούζο έχει ταυτιστεί µε το καλοκαίρι και τη θάλασσα γενικότερα. Η αλήθεια είναι πως ταιριάζει πολύ περισσότερο µε ιωδιούχα φαγητά, παρά µε κρεατικά. Εξαίρεση αποτελούν τα αλλαντικά, µε τον παστουρµά να αποτελεί ιδανικό ταίρι.
Η περίπτωση της Μυτιλήνης
Συνηθίζεται σε αµερικανικές αστυνοµικές ταινίες µυστηρίου να λέγεται πως, αν θέλεις να λύσεις το µυστήριο, πρέπει να ακολουθήσεις την πορεία των χρηµάτων. Κάπως έτσι στη δική µας περίπτωση, αν θέλει κάποιος να βρει καλό ούζο, ας ακολουθήσει τα αλίπαστα και τους ψαροµεζέδες γενικότερα ή, διαφορετικά, την πορεία των προσφύγων της Μικράς Ασίας.
Δικαιωµατικά το πιο ισχυρό τοπωνύµιο παραγωγής του ούζου είναι το νησί της Λέσβου, ίσως και από τις λίγες φορές που η γειτνίαση µε την Τουρκία λειτουργεί ευεργετικά, γαστρονοµικά τουλάχιστον. Ευλογηµένο νησί σε ό,τι έχει να µας προσφέρει η γη, όσο και η θάλασσα που το περιβάλλει. Μια θάλασσα που εδώ και αιώνες µάς προσφέρει απλόχερα τους «καρπούς» της. Οι φηµισµένες σαρδέλες του κόλπου της Καλλονής, τα χτένια, τα µύδια, τα κυδώνια είναι µερικά από τα θαλασσινά που χαίρονται ντόπιοι και επισκέπτες του νησιού. Στο εσωτερικό του νησιού δεν ξέρεις από πού να ξεκινήσεις. Τυροκοµία που ακµάζει, ελαιουργία εξίσου αναγνωρίσιµη και κάµπος που εξειδικεύεται σε κάθε λογής κηπευτικό. Και όλα αυτά προτού εµφανιστεί ο ανθρώπινος παράγοντας, προτού ακουµπήσει το ανθρώπινο χέρι. Οσο ευλογηµένος είναι ο τόπος, άλλο τόσο ικανοί στο να µαγειρεύουν ή να µεταποιούν τον καρπό της γης είναι οι Μυτιληνιοί. Οπως ψιθυρίζεται στα στέκια των καλοφαγάδων, το καλύτερο εστιατόριο της Λέσβου είναι τα σπίτια των ντόπιων.
Οι ρακιτζήδες, ή ρακοκαζανάδες, έχοντας τα πρώτα ένσηµα στον πρόγονο του ούζου, τη ρακή, ήταν οι πρώτοι που µετέφεραν την τεχνική της απόσταξης από τη Μικρά Ασία και ουσιαστικά µετέτρεψαν το Πλωµάρι σε καρδιά των γεγονότων. Σήµερα λειτουργούν τέσσερις ποτοποιίες στον οικισµό και πολύ περισσότερες στο υπόλοιπο νησί. Ο χαρακτήρας του ούζου της Μυτιλήνης είναι ιδιαίτερα φίνος, ντελικάτος, κάποιες φορές γλυκόπιοτος, λες και εσκεµµένα θέλει να αφήσει χώρο στο φαγητό της περιοχής.
Μια Ελλάδα στο ποτήρι
Θα ήταν άδικο να µην αναφερθώ και στις υπόλοιπες περιοχές της Ελλάδας που παράγουν ούζο. Ο Τύρναβος και η περιοχή της Θεσσαλίας γενικότερα έχουν δηµιουργήσει σχολή στα αποστάγµατα και στο ούζο, µε το καζάνι να αποτελεί µέρος του οικιακού εξοπλισµού. Η Θράκη έχει παρουσιάσει πολύ αξιόλογα δείγµατα γραφής, διατηρώντας ένα πιο αυστηρό, ρωµαλέο στυλ, κλείνοντας το µάτι στη ρακή που παράγεται λίγα χιλιόµετρα ανατολικότερα. Το Μεσολόγγι δεν θα µπορούσε να κάνει διαφορετικά, έχοντας έναν από τους πιο εξεζητηµένους µεζέδες εντός των ορίων του, το αβγοτάραχο. Η Καλαµάτα, επίσης, έχει χρόνια παράδοση στην ποτοποιία µε πολύ ιδιαίτερο αρωµατικό χαρακτήρα. Ακολουθώντας τα βήµατα των προσφύγων, θα οδηγηθούµε στις παρυφές της Θεσσαλονίκης, όσο και σε όλη την επικράτεια της Βόρειας Ελλάδας (Σέρρες, Δράµα). Στο Ανατολικό Αιγαίο, παράδοση στο ούζο διατηρεί και η Χίος µε χαρακτήρα τονισµένο από – τι άλλο; – µαστίχα.
Κάθε τόπος το δικό του
Υποσυνείδητα, γράφοντας το κείµενο, θυµήθηκα το πρώτο ταξίδι µου στα αποστακτήρια της Σκωτίας. Νοέµβριος του 2001, αν δεν µε απατά η µνήµη µου. Ωρες πολλές από άµβυκα σε άµβυκα, δοκιµάζοντας και κρατώντας σηµειώσεις, ώσπου την τελευταία ηµέρα, χαζεύοντας τον Ατλαντικό, το µαύρο χρώµα της θάλασσας, τον σκοτεινό ουρανό, τα απόκρηµνα βράχια, κατάλαβα πως ένα τόσο δραµατικό τοπίο δεν θα µπορούσε να βγάλει από τα σπλάχνα του κάτι λιγότερο δριµύ από το ουίσκι. Κάπως έτσι θα προέτρεπα τους επισκέπτες του Αιγαίου να κοιτάξουν το αιγαιοπελαγίτικο τοπίο, το φως, τη θάλασσα και θα καταλάβουν γιατί το ούζο είναι τόσο γλυκόπιοτο.
Όσοι μεγάλωσαν στο Ν.Φάληρο δύο μυρωδιές θα έχουν σίγουρα στη μνήμη τους..την ”βουτυρίλα” απο την ΕΛΑΙΣ και την μυρωδια του κακάο και της καραμέλας απο την ΙΟΝ..
Σε αυτή την ανάρτηση θα κάνω μια μικρή ιστορική αναδρομή για την ΙΟΝ,μια απο τις γνωστότερες ελληνικές επιχειρήσεις ,όπου με τις σοκολάτες και της καραμέλες της μας έχει συντροφεύσει απο την παιδική μέχρι την ενήλικη ζωή μας…
1930
Μια ομάδα μετόχων ξεκινάνε ένα εργοστάσιο παραγωγής σοκολάτας στην οδό Πειραιώς, στο Νέο Φάληρο, όπου και μέχρι σήμερα βρίσκεται.Φιλοδοξία τους είναι να γίνουν σοκολατοποιοί,έτσι ιδρύεται η σοκολατοποιία ΙΟΝ και παίρνει το όνομά της από το «ίον το εύοσμο», τον μενεξέ. Το πρώτο καταστατικό της εταιρείας δημοσιεύεται στο υπ’ αριθμό 267 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβέρνησης στις 23/09/1930.
Στη συνέχεια της ΙΟΝ Α.Ε. δημιουργείται και η εταιρεία NASKO A.E. με σκοπό την παραγωγή ζαχαρωδών προϊόντων. Η επωνυμία αυτή χαρακτήρισε μετέπειτα γενιές προϊόντων καραμέλας ΙΟΝ που φθάνουν έως σήμερα με τις γνωστές γεμιστές καραμέλες ΝΑΣΚΟ φρούτων και ασορτί.
Τα θεμέλια του σημερινού μεγέθους της ΙΟΝ, ως μια από τις μεγαλύτερες Ελληνικές βιομηχανίες σοκολατοειδών και ζαχαρωδών προϊόντων, τοποθετούνται μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο.
1947
Η ΙΟΝ για πρώτη φορά δημιουργεί τη σοκολάτα γάλακτος με αμύγδαλα, τη γνωστή σε όλους ΙΟΝ ΑΜΥΓΔΑΛΟΥ. Το κλαδί της ανθισμένης μυγδαλιάς που χαρακτηρίζει τη συσκευασία της έγινε απόλυτο συνώνυμο στη συνείδηση των καταναλωτών με τη σοκολάτα αμυγδάλου.
Το 1956 δημιουργείται η εμπορική εταιρεία ‘Αδελφοί Ι. Κωτσιόπουλοι’ η οποία αναλαμβάνει την αποκλειστική διάθεση των προϊόντων της ΙΟΝ καθώς και των προϊόντων της ΝΑΣΚΟ. Με έδρα στον Πειραιά (Λουδοβίκου 22) και το πρώτο της κατάστημα στο εμπορικό κέντρο της Αθήνας (Αθηνάς 43γ) η νεοσύστατη αυτή εταιρεία θέτει τις βάσεις του σημερινού δικτύου πωλήσεων και διανομής της εταιρείας.
Λίγο αργότερα η ΙΟΝ αφομοιώνει την εταιρεία ΝΑΣΚΟ Α.Ε.και αποκτά πλέον την σημερινή της μορφή με παραγωγή ευρείας γκάμας ζαχαρωδών και σοκολατοειδών προϊόντων. Σταδιακά έρχεται και η επέκταση της εταιρείας σε νέους κλάδους ζαχαρωδών όπως γκοφρέτες, candy bars και σοκοπάστες.
Διαφήμιση του 1958
Δεκαετίες 60-70
Διαφήμιση καραμέλας
Διαφήμιση ροφήματος κακάο
Διαφήμιση σοκολάτας
Στις δεκαετίες του 60 και 70 η ΙΟΝ ήταν από τις πρώτες εταιρείες στην Ελλάδα που χρησιμοποίησαν ενεργά την διαφήμιση, πρώτα την έντυπη και αργότερα, με την εξάπλωση της τηλεόρασης, τα διαφημιστικά σποτ.
ΙΟΝ γάλακτος
ΙΟΝ γάλακτος
Το 1975 σταθμό στην εξέλιξη της ΙΟΝ αποτελούν οι σημαντικές επενδύσεις στην Άρτα, με τη δημιουργία εργοστασίου παραγωγής γκοφρέτας.
Ενώ το 1976 δημιουργεί και λανσάρει για πρώτη φορά στην Ελλάδα σοκολατάκι με ένα ολόκληρο φουντούκι. Γεννιέται η NOISETTA..
Γκοφρέτα Σαφάρι
το 1986 η ΙΟΝ λανσάρει την πρώτη τετράγωνη ελληνική σοκολάτα, την γνωστή BREAK.
Δεκαετίες 90-2000
Το 1998 έγινε Διεθνοποίηση της ελληνικής αγοράς, με την ΙΟΝ να παραμένει μια αμιγώς Ελληνική σοκολατοποιία.
Το 2001 η INTERIA A.E θυγατρική εταιρεία της ΙΟΝ Α.Ε, ιδρύει την ΙΝΤΕRΙΟΝ S.A, με έδρα το Konstinbrod, στη Σόφια της Βουλγαρίας. Η ΙΝΤΕRΙΟΝ S.A εξειδικεύεται στην παραγωγή της γνωστής σοκοπάστας Nucrema σε διάφορους τύπους (με φουντούκι, κρέμα κακάο, κρέμα σοκολάτας και δίχρωμη). Παράλληλα η εταιρεία διαθέτει ένα εκτεταμένο δίκτυο διανομής, για την πώληση των προϊόντων που παράγει αλλά και των προϊόντων της ΙΟΝ, το οποίο καλύπτει όλες τις περιοχές της Βουλγαρίας καθώς και γειτονικές χώρες των Βαλκανίων.
Το 2006 η ΙΟΝ συνεργάστηκε με τη βιομηχανία γάλακτος ΚΡΙ-ΚΡΙ και συνδίασαν τη Σοκοφρέτα ΙΟΝ, την ΙΟΝ Αμυγδάλου και την ΙΟΝ Γάλακτος με το παγωτό βανίλια ΚΡΙ-ΚΡΙ.
Η ΙΟΝ σήμερα διαθέτει τρεις σύγχρονες μονάδες παραγωγής (Ν. Φάληρο, Άρτα και Μαρκόπουλο Αττικής), με υψηλή παραγωγική δυνατότητα, εργαστήρια ποιοτικού ελέγχου και εξέλιξης νέων προϊόντων. Με σύνολο εργαζομένων που ξεπερνάει τους 970 και κύκλο εργασιών κοντά στα 105 εκατομμύρια ΕΥΡΩ, κατατάσσεται μεταξύ των 60 μεγαλυτέρων βιομηχανιών στην Ελλάδα και είναι εξ ολοκλήρου ελληνικών συμφερόντων.
Το εργοστάσιο της ΙΟΝ στο Ν.Φάληρο
Το κείμενο και οι φωτογραφίες είναι απο την σελίδα ion.gr.
Την έχουν διασχίσει ουκ ολίγες φορές ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Μανώλης Χιώτης και η Σεβάς Χανούμ. Στα στέκια της, στο περίφημο για την εποχή «καφενείο του Μάριου» αλλά και το «Στέμμα», οι περισσότεροι από αυτούς σύχναζαν περνώντας ατελείωτες ώρες με καλή μουσική, φίλους και αμπελοφιλοσοφίες.
Η οδός Σατωβριάνδου, που βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από την Ομόνοια, ήταν πολύ πριν από την «in» γειτονιά του Κολωνακίου το καλλιτεχνικό στέκι που μάζευε την ελίτ της ελληνικής λαϊκής μουσικής.
Αγνωστες πληροφορίες και ενδιαφέρουσες πτυχές για την ιστορία της Σατωβριάνδου θα παρουσιαστούν στον γνωστό πολυχώρο του κέντρου, στο «Αγγέλων Βήμα», το προσεχές Σαββατοκύριακο (29 και 30 Σεπτεμβρίου) σε μια διήμερη γιορτή με τίτλο «Η Ομόνοια χαίρεται – Η Σατωβριάνδου γιορτάζει». Την πρώτη ημέρα μάλιστα όπου θα γίνει συνάντηση με όλους τους συντελεστές της νέας περιόδου θα ζωντανέψουν όλες οι μνήμες των τελευταίων 100 χρόνων.
Πού ανακάλυψε η Καίτη Γκρέυ τον Χρήστο Νικολόπουλο και πού περνούσε τον χρόνο της η μοναχική Σαπφώ Νοταρά; Με ποιον λέγεται ότι είχε έρθει στα χέρια η Σεβάς Χανούμ;
Οπως μας εξήγησε η Μαργαρίτα Δαλαμάγκα – Καλογήρου, μεταφράστρια και ιδιοκτήτρια του πολυχώρου «Αγγέλων Βήμα», η συλλογή πληροφοριών για την πλούσια ιστορία του δρόμου ξεκίνησε πέρυσι, κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης του «Center project», ενός ενδιαφέροντος πειράματος που καλούσε το κοινό να γνωρίσει υποβαθμισμένες γειτονιές της πόλης. «Ενώ λοιπόν το στήναμε, διαπιστώσαμε ότι η Σατωβριάνδου κρύβει πολλά πράγματα, τα οποία έως τότε αγνοούσαμε. Λόγω όμως του ότι ήταν πολύ αργά για να συμπεριλάβουμε το εν λόγω υλικό στο πρόγραμμα, σκεφτήκαμε ότι σωστό θα ήταν να το προγραμματίσουμε για φέτος».
Στην αναζήτησή τους οι άνθρωποι του πολυχώρου ανέσυραν από τη λήθη του παρελθόντος πρόσωπα και γεγονότα, κατορθώνοντας να συνθέσουν τον καλλιτεχνικό χάρτη της περιοχής.
Στον αριθμό 29 βρίσκεται ακόμη και σήμερα το ξακουστό «καφενείο των μουσικών», που λειτουργεί από τις αρχές του περασμένου αιώνα. «Αν μπείτε μέσα θα τα χάσετε, οι φωτογραφίες που έχει στους τοίχους ο ιδιοκτήτης θα μπορούσαν να γεμίσουν 100 άλμπουμ».
Από εκεί ξεκίνησε ο Στράτος Διονυσίου και η Καίτη Γκρέυ ανακάλυψε τον Χρήστο Νικολόπουλο.
Το ενδιαφέρον είναι μάλιστα ότι η ισραηλινή τηλεόραση αναζήτησε το καφενείο των μουσικών για ένα ντοκιμαντέρ που είχε ετοιμάσει για τη Ρόζα Εσκενάζυ. Ασχετα αν εμείς αγνοούμε την ύπαρξή του…
«Εγώ ντράπηκα που δεν ήξερα ότι υπήρχε. Τα τελευταία 60 χρόνια το έχει ένας ηλικιωμένος κύριος, ο οποίος το κρατάει στην αρχική του εικόνα. Σε αυτό ακόμη συχνάζουν εξαιρετικοί δεξιοτέχνες» τόνισε η κυρία Δαλαμάγκα – Καλογήρου.
Μάλιστα το προγραμματισμένο υπαίθριο γλέντι της Κυριακής θα γίνει έξω από αυτό το μικρό καφενείο παρουσία μουσικών -και του Διαμαντή Διονυσίου, γιου του αξέχαστου Στράτου- αλλά και όσων πιστεύουν ακόμη στη «μαγεία» του ιστορικού κέντρου. «Εχουμε ζητήσει και από τον δήμο εκείνη την ημέρα να κλείσουμε για λίγο το τετράγωνο. Θέλουμε να δείξουμε σε όλους ότι το κέντρο, παρά τα όσα λέγονται, είναι ξανανιωμένο και ασφαλές. Χαιρόμαστε που ακόμη ζούμε και δουλεύουμε εδώ» κατέληξε η ίδια.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στο φετινό πρόγραμμα υπάρχει και μια παράσταση με τίτλο «Σατωβριάνδου τότε και τώρα – των θεατρίνων ουράνια χώρα», με τη Μαίη Σεβαστοπούλου, για την ιστορία του δρόμου, η οποία ξεκινά στις 14 Οκτωβρίου.
Εδώ σύχναζαν ο «Βραχνός», ο «Βλάχος», η «Ομορφη» και ο «Αριστοκράτης»!
«Ο δρόμος Μαρίκα Κοτοπούλη παλιότερα λεγόταν Ιωνος. Εκεί, λοιπόν, στη συμβολή Ιωνος και Σατωβριάνδου, όπου σήμερα βρίσκεται ένα υπαίθριο πάρκινγκ, υπήρχε το περίφημο “Μπαράκι του Μάριου”, το οποίο έχει μια τεράστια και πλούσια ιστορία» τόνισε η κυρία Δαλαμάγκα – Καλογήρου.
«Για το στέκι αυτό μάλιστα συνήθιζαν να λένε ότι αν δεν έχεις περάσει από εκεί δεν θα έπρεπε να λέγεσαι ρεμπέτης. Πήγαιναν ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Απόστολος Καλδάρας, η Μαρίκα Νίνου, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και άλλοι πολλοί. Μάλιστα, κατά τις εννιά η ώρα αυτό ερήμωνε γιατί όσοι είχαν δουλειά φεύγανε, ενώ οι υπόλοιποι πήγαιναν στα σπίτια τους διότι δεν είχαν παρέα» συμπλήρωσε η ίδια.
Βέβαια, δεν ήταν λίγες οι φορές που στο μπαράκι διοργανώνονταν και μικρά γλέντια. «Ο ιδιοκτήτης του, ένας εύσωμος άνδρας και ιδιαίτερα γραφική φιγούρα, ο Μάριος Δαλέζιος, είχε παντρευτεί μια λιλιπούτεια γυναίκα με το καλλιτεχνικό όνομα Καλ, η οποία ενίοτε τραγουδούσε μαζί με τους υπόλοιπους θαμώνες».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει μάλιστα ότι εκεί μέσα κανείς δεν φώναζε τον άλλον με το όνομά του, αλλά με παρατσούκλια. Ο «βλάχος» (Τσιτσάνης), ο «Βραχνός» (Βαμβακάρης), ο «Αριστοκράτης» (Χιώτης) και η «Ομορφη» (Σεβάς Χανούμ), ο «ντροπαλός» (Καζαντζίδης), ο «γεωπόνος» (Καλδάρας) περνούσαν την ώρα τους εκεί.
Πιο δίπλα βρισκόταν το περίφημο «Στέμμα», στέκι των θεατρίνων. «Σε αυτό πήγαιναν ηθοποιοί που έψαχναν για δουλειά στα μπουλούκια, δηλαδή στους περιοδεύοντες θιάσους. Στον δημοφιλή για την εποχή χώρο ο Αλέκος Σακελλάριος εντόπισε τη Γεωργία Βασιλειάδου δίνοντάς της την πρώτη της δουλειά. Δεκάδες ηθοποιοί περίμεναν στα τραπεζάκια του την ευκαιρία. Το μόνο που έχει απομένει από το ιστορικό σημείο είναι μόνο μια ταμπέλα, την οποία έχουμε και σε φωτογραφία». Ακόμη και ποίημα είχε γραφτεί για το μέρος από τον Μίμη Φωτόπουλο!
Η Βάσια Παναγοπούλου γεννήθηκε στην Μυτιλήνη στις 6 Οκτωβρίου του 1966 και είναι Ελληνίδα ηθοποιός.Μόλις τελείωσε το σχολείο, μετακόμισε στην Αθήνα για να σπουδάσει υποκριτική. Είναι απόφοιτη της Δραματικής Σχολής Αθηνών του...
Ο Άκης Φλωρεντής, ήταν Έλληνας ηθοποιός εβραϊκής καταγωγής. Γεννήθηκε στην Αθήνα ως Μπαρούχ Φλωρεντίν στις 06 Ιανουαρίου του 1955. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του...