Η κεντρική οδός των Αθηνών, η Γ’ Σεπτεμβρίου, είναι γεμάτη κόσμο. Απογευματάκι 12ης Ιουλίου 1914, το καλοκαίρι είναι στη μέση του και η θερμοκρασία υψηλή. Ομάδες ατόμων, δημοσιογράφοι και άνθρωποι του πνεύματος αναμένουν το μεγάλο γεγονός.

Στις 7.00 ακριβώς τα γυρίσματα της πρώτης ελληνικής ταινίας μεγάλου μήκους ξεκινούν. Την άλλη μέρα οι Αθηναίοι διαβάζουν με πηχυαίους τίτλους στις εφημερίδες ότι εντός ολίγου θα ξεκινούσε στις κινηματογραφικές αίθουσες η προβολή της ταινίας «Γκόλφω». Ακριβώς εκατό χρόνια αργότερα, η ίδια παράσταση ανεβαίνει με τον Μάριο Φραγκούλη και την Ελλη Πασπαλά, σε μια περιοδεία τους ανά την Ελλάδα, προς τιμήν των εκατό χρόνων του ελληνικού κινηματογράφου που γνώρισε στιγμές μεγάλης δόξας, αλλά και απογοητευτικής παρακμής, που έκανε ταινίες με ρεκόρ εισιτηρίων, που κατέγραψε τις εξελίξεις στις τάσεις, στη συμπεριφορά και τις αντιλήψεις της νεότερης Ελλάδας.

Πρώτος θεατής της πρώτης ταινίας, που γυρίστηκε από την κινηματογραφική εταιρία Αστυ Φιλμ κι έκανε πρεμιέρα τελικά στα μέσα του Ιανουαρίου 1915, ήταν ο βασιλιάς, αφού η προβολή έγινε στα ανάκτορα με μοναδικό θεατή τον Κωνσταντίνο. «Εις την Α. Μεγαλειότητα ήρεσε πολύ και μάλιστα εξέφρασε την επιθυμίαν του, όπως κινηματογραφηθώσι και άλλα έργα» έγραφε την επομένη η εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ».

Η προβολή

Η δεύτερη προβολή έγινε μερικές ημέρες αργότερα, στις 21 Ιανουαρίου, στην «κομψή αίθουσα» του κινηματογράφου ΠΑΝΘΕΟΝ, παρουσία του πρίγκιπα Νικόλαου και του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου. Παρών ήταν και ο συγγραφέας Σπυρίδωνας Περεσιάδης, «ο μόνος όστις δεν ηδύνατο να ίδη το επί της κινηματογραφικής ταινίας εκτελούμενο ποιητικόν του έργον», καθώς ήταν τυφλός.

Μαζί με το βουκολικό δράμα «Γκόλφω», οι θεατές βλέπουν και «επίκαιρα», ελληνικές ταινίες μικρού μήκους δηλαδή, με την περιήγηση επισήμων στο θωρηκτό «Λήμνος», με τα παιδιά της βασιλικής οικογένειας να τριγυρνούν στην πρωτεύουσα, αλλά και με τα εγκαίνια της έκθεσης του ζωγράφου Σκοτ από τον βασιλιά. Την επομένη, η «Γκόλφω» -όχι τυχαία ταινία φουστανέλας- ανοίγει τις παραστάσεις της για το ευρύ κοινό και οι Αθηναίοι στριμώχνονται στο ΠΑΝΘΕΟΝ. Αναγνωρίζουν μέρη στην Ελευσίνα, βλέπουν τον πύργο της Βασιλίσσης. Εννοείται πως όλα τα γυρίσματα είναι εξωτερικά, ενώ από την οθόνη παρελαύνουν εικόνες και από το δάσος του Ευταξία στην Κόρινθο, αλλά και από τον Χελμό. Στις 28 Ιανουαρίου, η Γκόλφω αποχωρεί από το πανί του ΠΑΝΘΕΟΝ δίνοντας τη θέση της σε μια ξένη παραγωγή, τους «Απάχηδες των Παρισίων».

Το μυστικό

Το γεγονός αποδεικνύεται μάλλον συμβολικό, αφού λίγα χρόνια αργότερα (1930), ο ελληνικός κινηματογράφος παράγει τους «Απάχηδες των Αθηνών» που τη διαφημίζουν ως «την πρώτην ηχητική και άδουσαν ελληνικήν ταινίαν», στην πραγματικότητα όμως δεν είναι παρά ήχοι γραμμένοι σε γραμμόφωνο που κρύβεται πίσω από την οθόνη. Και η συνέχεια είναι ακόμη πιο γοητευτική…