Στη σύγχρονη εποχή της ελληνικής… ξενομανίας, το διασκεδαστικό ζωντανό πρόγραμμα που παρουσιάζεται σε ένα κλαμπ ή σε μια οποιαδήποτε σκηνή από έναν ή περισσότερους καλλιτέχνες με τον τρόπο της άμεσης επικοινωνίας με τους θεατές λέγεται stand-up comedy. Δηλαδή «κωμωδία στα όρθια» ή αν θέλετε «ο κωμικός απέναντι στο κοινό», που σημαίνει ένα θέαμα όπου τα σκηνικά και οι πολλές φιοριτούρες απουσιάζουν, αφού τον πρώτο λόγο έχει ο ίδιος ο… λόγος και όχι το show. Με δυο λόγια, δεν υπάρχει… τοίχος μεταξύ του καλλιτέχνη και του θεατή, μια και οι δύο πλευρές γίνονται κάποια στιγμή μέρος ενός αυθόρμητου προγράμματος με σκοπό, κυρίως, το γέλιο. Από τη δεκαετία του ’80 έως σήμερα ανάλογο θέαμα έχουν παρουσιάσει σε μουσικοθεατρικές σκηνές ή στην τηλεόραση ο Λάκης Λαζόπουλος, ο Τζίμης Πανούσης, ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο Σάκης Μπουλάς, η ομάδα της τηλεοπτικής εκπομπής «Κάψτε το σενάριο» και πολλοί άλλοι.

Αυτό το είδος όμως της λεγόμενης «επικοινωνιακής διασκέδασης» δεν είναι καινούργιο, έχει βαθιές ρίζες στη χώρα μας… Ξεκίνησε τον 19ο αιώνα, μεσουράνησε στα μέσα του προηγούμενου αιώνα και έδυσε… σιωπηρά στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Και βέβαια, όλοι οι παλιοί γνωρίζουν καλά πως τότε δεν λεγόταν «stand-up comedy» (ένας όρος που την τελευταία εικοσαετία υιοθετήθηκε στην Ελλάδα προερχόμενος από τη Μεγάλη Βρετανία και την Αμερική, όπου επίσης ευδοκιμεί το είδος), αλλά «βαριετέ», από τη γαλλική λέξη «variete», που σημαίνει «ποικιλία». Κοντολογίς μιλάμε για ένα «θέαμα ποικιλιών», το οποίο περιλάμβανε τραγούδια, χορό, διάφορα νούμερα επιθεώρησης αλλά και ακροβατικά ακόμη, με έναν συνδετικό κρίκο που δεν ήταν άλλος από τον δαιμόνιο και πολυτάλαντο παρουσιαστή του βαριετέ (λεγόταν και κονφερανσιέ, από τη γαλλική λέξη «conference»), ο οποίος σκάρωνε διασκεδαστικά στιχάκια με λέξεις που του έδινε το κοινό, έλεγε ανέκδοτα, έκανε φραστικές πλάκες μαζί του, αλλά και μαζί με τους καλλιτέχνες που συμμετείχαν με τον δικό τους άμεσο τρόπο σε αυτό το γενικότερο «αλισβερίσι», απογειώνοντας τη διασκέδαση στα ύψη.

Ολη η ιστορία του βαριετέ στην Ελλάδα περικλείεται στο βιβλίο του δημοσιογράφου-συγγραφέα Νότη Κύτταρη με τον τίτλο «Το Βαριετέ στο Ελληνικό Θέατρο – Η Σκηνή των Θαυμάτων» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δρόμων. Σε πολύ ζωντανό ύφος, ο συγγραφέας, που έχει γνωρίσει από κοντά δεκάδες θρυλικούς πρωταγωνιστές του βαριετέ, αλλά και μέρος των συνεντεύξεων που έχει κάνει μαζί τους, τα δημοσιεύει στο βιβλίο του, καταγράφοντας άγνωστες στιγμές μιας ανάλαφρης και λαϊκής διασκέδασης σε όλο της το μεγαλείο!

Το βαριετέ έκανε έντονα την εμφάνισή του στη… χαλαρή περίοδο του Μεσοπολέμου, σε θρυλικά στέκια όπως είναι η «Οαση» και τα «Πεύκα» ή «Αγελάδες», και τα δύο στην περιοχή του Ζαππείου, καθώς και στη «Μάντρα του Αττίκ» στην πλατεία Αγάμων (τωρινή πλατεία Αμερικής).

Στην Κατοχή συνέχισε την πορεία του κυρίως στο «Μοντιάλ», όπου κυρίως η Σοφία Βέμπο, ο Μίμης Τραϊφόρος, ο Μακέδος και τα Καλουτάκια έκαναν το θαύμα τους παρουσιάζοντας αντιπολεμικά νούμερα και τραγούδια για την τόνωση του ηθικού του κόσμου, αλλά και στο «Αλκαζάρ» με τον Ορέστη Λάσκο, το οποίο φιλοξένησε μεγάλα ονόματα του ελαφρού θεάτρου. Μετά το ’50 το είδος περνάει σε άλλους ανοιχτούς χώρους όπως είναι το «Αλσος» στον Πεδίον του Αρεως με τον κονφερανσιέ-σταρ Γιώργο Οικονομίδη, στο «Γκριν Παρκ» στη Μαυροματαίων με τον Ομηρο Αθηναίο, στο «Βερντέν» στου Γκύζη με τον Ικαρο, στον «Κήπο του Μουσείου» με τον ποιητή-κονφερανσιέ Φίλων Αρία, αλλά και στην «Οαση» με τον Μίμη Τραϊφόρο. Θα πρέπει να πούμε ότι οι κριτικοί της εποχής δεν αντάμειψαν με τα καλύτερα σχόλιά τους τα εκάστοτε βαριετέ, λόγω του «φθηνού εισιτηρίου τους, αλλά και του… ανάλογου θεάματος που παρουσίαζαν», όπως έγραφαν συνήθως στις κριτικές τους. Αυτό όμως δεν ήταν αλήθεια, διότι σε αυτούς τους χώρους, που είτε το θέλουμε είτε όχι είναι η «λαϊκή κουλτούρα» μας, το θέαμα δεν ήταν καθόλου φθηνό. Τα νούμερα που παίζονταν από τους «βαριετατζήδες», όπως αποκαλούσαν τους καλλιτέχνες του είδους, ήταν «σπιρτόζικα» και χωρίς βωμολοχίες, ενώ οι κονφερανσιέ ήταν συνήθως μορφωμένα και πολυτάλαντα άτομα που μπορούσαν να γράψουν άνετα ένα χιουμοριστικό ποίημα επί σκηνής με τις λέξεις που τους έδιναν οι θεατές…

Αλλωστε δεν είναι καθόλου τυχαίο που στο βαριετέ έκαναν τα πρώτα τους βήματα σπουδαία ονόματα της καλλιτεχνικής μας ζωής, τα οποία στη συνέχεια διέπρεψαν στην επιθεώρηση όπου το θέαμα ήταν πιο πλούσιο και στημένο αλλιώς, όπως είναι οι Δανάη, Νινή Ζαχά, Τώνης Μαρούδας, Φώτης Πολυμέρης, Μανώλης Χιώτης – Μαίρη Λίντα, Σπεράντζα Βρανά, Μάγια Μελάγια, Καίτη Ντιριντάουα, Βασίλης Αυλωνίτης, Αννα και Μαρία Καλουτά, Κώστας Χατζηχρήστος, Λίντα Αλμα, Ντίνος Ηλιόπουλος, Νίκος Σταυρίδης, Βασίλης Αυλωνίτης, Ρένα Βλαχοπούλου, Μαρίκα Νέζερ, Κούλα Νικολαΐδου, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Ζωζώ Σαπουντζάκη και πάρα πολλοί άλλοι. Στη δεκαετία του ’70 τα βαριετέ μετονομάστηκαν σε «Αναψυκτήρια» (με πιο γνωστά το «Ακρον» στη Λένορμαν του Γιάννη Μπουρνέλη και το «Αλσος» του Γ. Οικονομίδη που συνέχισε… ακάθεκτο), αλλά στην επόμενη δεκαετία, με τον ερχομό μιας νέας τάξης πραγμάτων και στον τομέα της διασκέδασης, εξαφανίστηκαν ως διά μαγείας!

Για να πάρετε μια ιδέα από την ατμόσφαιρα ενός μεταπολεμικού βαριετέ, σας παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Νότη Κύτταρη: «Το πρόγραμμα άρχιζε με τους ήχους της μικρής ζωντανής ορχήστρας, ενώ ένα καλλίγραμμο μπαλετάκι τραγουδούσε χορεύοντας το μοτίβο της έναρξης, σε ρυθμό γρήγορο, τσάρλεστον ή ροκ: “Καλησπέρα, καλησπέρα / καλώς ήλθατε στο βαριετέ / Κι όλοι απόψε πέρα ώς πέρα / θα γλεντήσουμε όσο ποτέ / Και μες στης χαράς το κέφι / σε ένα πρόγραμμά μας δροσερό / νούμερα τραγούδι και χορό…” Μετά τον μουσικοχορευτικό αυτό πρόλογο σε διάφορες παραλλαγές, τον λόγο είχε ο κονφερανσιέ. Κομψός, ευχάριστος, λαλίστατος, υποχρεωτικά ευδιάθετος, λέει την “καλησπέρα” στο κοινό, σχολιάζει τα πάντα, συνήθως με διάθεση σατιρική, δίνοντας έναν τόνο ιλαρότητας στην πλατεία. Στόχος του να προδιαθέσει το κοινό για μια ευχάριστη συνέχεια. Θα βρει την ανάλογη αστεία ατάκα στα τυχόν πειράγματα των θεατών του και αν αυτά δεν υπάρχουν, μπορεί να τα προκαλέσει ο ίδιος… Ο Αττίκ στήριζε ολόκληρη σχεδόν την παράστασή του στην επικοινωνία πλατείας – σκηνής. Μια ιστορική ατάκα του Λάμπρου Ζούνη (επίσης διακεκριμένος κονφερανσιέ που είναι ο πατέρας της ηθοποιού Πέμης Ζούνη) ήταν αυτή που προκάλεσε η αδημονία ενός θεατή για την αργοπορία της εμφάνισης του Τσιγγάνου τραγουδιστή Μανώλη Αγγελόπουλου: “Φίλε μου” του απάντησε ο πνευματώδης κονφερανσιέ “ο Αγγελόπουλος πράγματι έχει καθυστερήσει πολύ. Φαίνεται πως… κάτι τρέχει στα Γύφτικα”! Μετά την κονφεράνς, όπου τίποτα δεν μένει ασχολίαστο από την επικαιρότητα, άλλοτε με ευθεία σάτιρα, άλλοτε με τη σάτιρα του υπαινιγμού και το καθιερωμένο ανέκδοτο, ο κονφερανσιέ θα αναγγείλει το πρώτο νούμερο της παράστασης ή έναν τραγουδιστή».


Η «Μάντρα» του Αττίκ

Για την πρωτοποριακή «Μάντρα» του Αττίκ ο συγγραφέας αναφέρει μεταξύ άλλων στο βιβλίο του: «Το ιδιότυπο αυτό θεατράκι προστέθηκε στην ελαφρά μουσική σκηνή της Αθήνας στην αρχή της δεκαετίας του ’30. Σε ανάλογα καλλιτεχνικά στέκια είχε βιώσει ο Αττίκ (Κλέων Τριανταφύλλου) για πολλά χρόνια, όχι μόνο ως συνθέτης, πιανίστας και παρουσιαστής, αλλά και ως τραγουδιστής σε σκηνές στο Παρίσι. Στο ερώτημα τι ήταν η πρώτη “Μάντρα” απάντησε ο ίδιος ο Αττίκ την εποχή που είχε αποσυρθεί και ζούσε με τις αναμνήσεις του: “Πολλές σανίδες, λίγη μπογιά και αρκετή πρωτοπορία. Ενα ξύλινο παράπηγμα-σκηνή, ύψους έξι-επτά μέτρων, και δίπλα η αυλόπορτα-είσοδος. Στον δρόμο η πρόσοψη παριστάνει ένα φτωχικό διώροφο σπιτάκι με ζωγραφισμένα πορτοπαράθυρα. Ενα αληθινό παράθυρο στο ισόγειο, που στην πραγματικότητα ήταν το ταμείο, και μια αληθινή μπαλκονόπορτα με μπαλκόνι. Στην είσοδο, γλάστρες με φυτεμένα… μακαρόνια. Στην πόρτα ψηλά ένα κλουβί με σαρδέλα αντί πουλιού. Πάντοτε η “Μάντρα” ήταν γεμάτη επιγραφές, άλλες ανορθόγραφες και κακογραμμένες, όπου υπήρχε τοίχος, για να νομίζουν οι θεατές ότι τις είχε γράψει ξένο προς την επιχείρηση χέρι, κι άλλες έξυπνες και… κουτές. Για παράδειγμα: “Απαγορεύεται να ανεβαίνετε στον κάλο του γείτονά σας για να βλέπετε καλύτερα”»…


Γιώργος Οικονομίδης, «ο πρύτανης των κονφερανσιέ»

Σύμφωνα με τον Νότη Κύτταρη, ο Γιώργος Οικονομίδης (το όνομά του συνδέθηκε με το «Αλσος») ήταν ο πιο λαμπερός κονφερανσιέ, διέθετε πάρα πολλά ταλέντα και δικαίως του αποδόθηκε ο τίτλος του «πρύτανη» του είδους. Ο συγγραφέας παραθέτει μια αποκλειστική συνέντευξη που είχε πάρει από τον αείμνηστο κονφερανσιέ: «Μισό αιώνα παρακολουθώ τον εαυτό μου να προσφέρει. Ολη η ζωή μου είναι μια προσφορά. Εθνική και κοινωνική. Οχι μόνο στο πολεμικό μέτωπο όπου πολεμούσα και με το όπλο και με την πένα (αναφέρεται στο τραγούδι “Κορόιδο Μουσολίνι” που έχει γράψει ο ίδιος), όχι μόνο πολιτιστικά, αλλά δίνοντας και αμέτρητες παραστάσεις σε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις και εθνικές γιορτές χωρίς να δεχτώ ποτέ αμοιβή. Αμέτρητες είναι οι ευχαριστήριες επιστολές, οι εύφημες μνείες και τα τιμητικά διπλώματα από σωματεία, συλλόγους, γηροκομεία. Ολη όμως η δραστηριότητά μου με απομάκρυνε από την οικογένειά μου. Σπαταλήθηκα με τα κοινά και ήμουν αναγκαστικά κακός στην οικογένειά μου…» Ο Γιώργος Οικονομίδης έφυγε από τη ζωή «στιγματισμένος» για τη συμμετοχή του στη διοργάνωση «Ολυμπιάδα τραγουδιού» την εποχή της επταετίας, ενώ τόσοι άλλοι δημοφιλείς καλλιτέχνες, με τους οποίους συνεργάστηκε στην ίδια εκδήλωση, βγήκαν… αλώβητοι.

πηγή