Η Δόρα Στράτου (Δωροθέα Στράτου) υπήρξε ηθοποιός, χορογράφος και θιασάρχης. Ιδρύτρια του ομωνύμου συγκροτήματος Ελληνικών Χορών. Γεννήθηκε στην Αθήνα το Νοέμβριο του 1903.
Κόρη του δικηγόρου, πολιτικού και πρωθυπουργού Νικόλαου Στράτου και της Μαρίας Κορομηλά (κόρης του θεατρικού συγγραφέα Δημήτρη Κορομηλά). Σπούδασε πιάνο, τραγούδι χορό και θέατρο. Μεγάλωσε σε μεγαλοαστικό περιβάλλον με πολλές επιρροές από κλασσικά θεατρικά έργα αλλά και από τους μεγάλους χορούς των Ανακτόρων, Πρεσβειών κλπ.
Η θανατική ποινή και εκτέλεση του πατέρα της (πρώην Πρωθυπουργού) το 1922 της δημιούργησε τη μεγαλύτερη τραυματική εμπειρία στη ζωή της. Μετά τη δήμευση της περιουσίας των γονιών της και τον κοινωνικό υποβιβασμό με τη μητέρα της και τον αδελφό της Ανδρέα έφυγε στο εξωτερικό (Βερολίνο, Παρίσι και Νέα Υόρκη) για 10 χρόνια που όμως συνέχισε σπουδές.
Το 1932 επιστρέφει στην Ελλάδα και βοηθάει τον Κάρολο Κουν στη δημιουργία του θεάτρου του. Στη διάρκεια της κατοχής συνεργάσθηκε δραστήρια στο φιλανθρωπικό έργο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και συμμετείχε στον Εθνικό Οργανισμό Χριστιανικής Αλληλεγγύης.
Η πρωτοπορία της όμως στο τομέα της λαϊκής τέχνης άρχισε το 1951, όταν η τότε Βασίλισσα Φρειδερίκη αναζήτησε άξιο λόγου χοροδιδασκαλείο των ελληνικών δημοτικών χορών στην Αθήνα, που όμως δεν υπήρχε. Συνέπεσε τότε να έρθει στη Ελλάδα ένα ξένο πολυμελές φολκλορικό συγκρότημα που αφενός μεν θεωρήθηκε πρωτοφανές και αφετέρου για να υπογραμμισθεί η παντελής έλλειψη παρόμοιου ελληνικού.
Ο τότε καθηγητής του Πανεπιστημίου Γ. Μέγας ρίχνει την ιδέα τέτοιας δημιουργίας για την διάσωση αλλά και διάδοση των ελληνικών χορών. Η Δόρα Στράτου αναλαμβάνει την επιμέλεια και ο Σοφοκλής Βενιζέλος (αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Πλαστήρα) αναλαμβάνει να βοηθήσει.
Το 1952 δημιουργείται το συγκρότημα Ελληνικών Λαϊκών Χορών και το 1953 αρχίζουν για πρώτη φορά στην Ελλάδα οι πρώτες τακτικές θεατρικές παραστάσεις ελληνικών λαϊκών χορών και τραγουδιών σε επίπεδο επαγγελματικών αξιώσεων. Τον ίδιο χρόνο η Δ.Σ. δημιουργεί κοινωφελές σωματείο με την επωνυμία «Εταιρία Ελληνικών Λαϊκών Χορών και Τραγουδιού» με περιοδείες του συγκροτήματος πλέον και στο εξωτερικό δίνοντας παραστάσεις σχεδόν σε όλες τις Ηπείρους.
Το 1954 δημιουργείται το υπαίθριο θέατρο Δόρας Στράτου στο αρχαίο θέατρο του Πειραιά, με καθημερινές παραστάσεις σε όλη τη θερινή περίοδο που κράτησε μέχρι το 1964, οπότε και δημιουργήθηκε το Θέατρο Κήπου του Θησείου για ένα όμως χρόνο. Τέλος το 1965 με τη βοήθεια και συνεργασία του σκηνογράφου Σπύρου Βασιλείου δημιουργείται το Θέατρο Δόρας Στράτου στο χώρο του Φιλοπάππου.
Το 1967 συνελήφθη με αιτία ότι έκρυβε στην οικία της τον δημοσιογράφο Χρήστο Λαμπράκη, την αποφυλάκιση της οποίας πέτυχε από το εξωτερικό η μετέπειτα Υπουργός Μελίνα Μερκούρη.
Επίσης η Δόρα Στράτου ήταν ιδρύτρια του κοινωφελούς σωματείου «Ελληνικοί Χοροί – Δόρα Στράτου», του σωματείου «Ζωντανό Μουσείο – Δόρα Στράτου» καθώς και ιδρυτικό μέλος του Θεάτρου Τέχνης και του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου (Αντιπρόεδρος του κέντρου μέχρι το 1966) και μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου θεάτρου (1951-1966).
Έγραψε τρία βιβλία «Μια παράδοσις, μια περιπέτεια» (1963), «Οι λαϊκοί χοροί – ένας ζωντανός δεσμός με το παρελθόν» (1966) και «Ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί» (1970) που μεταφράσθηκαν σε πολλές γλώσσες. Επίσης είχε παρουσιάσει τέσσερις εκθέσεις συγκριτικής φωτογραφίας στην Ελλάδα και εξωτερικό και μια μεγάλη σειρά δημοτικών τραγουδιών.
Το έργο της αναγνωρίσθηκε διεθνώς και επιχορηγήθηκε από το Ίδρυμα Φορντ (1968-1972). Βραβεύθηκε από την Ένωση Αμερικανικού Εκπαιδευτικού Θεάτρου, την Ακαδημία Αθηνών (1974) και Αργυρό Μετάλλιο από τον Όμιλο Ροταριανών (1975).
Για λόγους υγείας αποσύρθηκε από την ενεργό δράση της το 1983. Ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών (οδού Υπατίας) και μιλούσε Γαλλικά και Αγγλικά. Πέθανε στις 19 Ιανουαρίου του 1988. Κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.
Ο Νίκος Σταυρίδης ήτας ένας σπουδαίος κωμικός του θεάτρου και του κινηματογράφου, έγραψε ιστορία στην ελληνική κινηματογραφική κωμωδία πρωταγωνιστώντας σε 120 ταινίες.
Γεννήθηκε το 1910 στο Βαθύ της Σάμου. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε δουλεύοντας στο μπακάλικο του πατέρα του, ενώ αργότερα έγινε βοηθός καραγκιοζοπαίχτη και βοηθός μηχανικού προβολής. Από μικρός έδειξε τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες.
Νεαρός καλλιτέχνης ακόμη, έψαχνε δουλειά στο θέατρο. Τότε του δόθηκε η ευκαιρία να κάνει ένα νούμερο με την Κούλα Γκιουζέπε στο θέατρο «Έντεν» του Θησείου, ωστόσο δεν τα κατάφερε. Η αποτυχία του κόστισε. Η απογοήτευση ήταν τέτοια που τον οδήγησε στο να πάρει ένα μπουκάλι ούζο και να ανέβει στην Ακρόπολη για να αυτοκτονήσει. Μεθυσμένος όπως ήταν όμως, ξέχασε για ποιο λόγο πήγε στον Ιερό Βράχο και έτσι η αυτοκτονία αναβλήθηκε επ’ αόριστον…
Στην Αθήνα οΝίκος Σταυρίδης έφτασε το 1928. Δούλεψε σε μια αποθήκη υλικού πολέμου στον Πειραιά, όπου έβαζε αρβύλες κατά μέγεθος. Το μεροκάματό του έφτανε ίσα-ίσα για ένα πιάτο φαγητό και στον Πειραιά πήγαινε καθημερινά με τα πόδια. Η παράσταση στο θέατρο «Έντεν» ήταν αρκετή για να τον πείσει να ασχοληθεί με το μουσικό θέατρο. Την επόμενη χρονιά, πείθοντας με το ταλέντο του, έκανε την πρώτη του εμφάνιση στη σκηνή στο έργο «Λοβιτούρα». Έκανε έναν λούστρο που γυάλιζε τα παπούτσια του Βασίλη Αυλωνίτη. Η φωνή του ήταν ένα από τα μεγάλα του χαρίσματα, που τελικά του άνοιξε την πόρτα σε μια νέα ζωή…
Ντεμπούτο στη μεγάλη οθόνη οΝίκος Σταυρίδης έκανε σχετικά αργά, με την κωμωδία του Νίκου Τσιφόρου «Έλα στο Θείο» το 1950, παραγωγή της Φίνος Φιλμ, και συνέχισε να πρωταγωνιστεί σε ταινίες κυρίως του Τσιφόρου, του Λάσκου και του Σακελλάριου, αλλά και του Γλυκοφρύδη, του Γρηγορίου, του Ανδρίτσου και άλλων.
Από τις 120 ταινίες που πρωταγωνίστηκε οΝίκος Σταυρίδης μόνο οι τρεις ήταν της Φίνος Φιλμ. Έως το 1972 συμμετείχε σε περισσότερες από 120 ταινίες, από τις οποίες ξεχωρίζουν: Η Ωραία των Αθηνών (1954), Οι παπατζήδες (1954), Γραφείο συνοικεσίων (1956), Μπαρμπαγιάννης ο Κανατάς (1957), Η Φτώχεια Θέλει Καλοπέραση (1958), Τα κίτρινα γάντια (1960), Η Χιονάτη και τα 7 γεροντοπαλίκαρα (1960), Σταμάτης και Γρηγόρης (1962), Η Αθήνα την νύχτα (1962), Κορόιδο Γαμπρέ (1962), Ζητείται τίμιος (1963), Ο αδελφός μου ο τροχονόμος (1963), Ψυχραιμία Ναπολέων (1968), Ξύπνα καημένε Περικλή (1969), Ο άνθρωπος ρολόι (1972).
Το πηγαίο του ταλέντο στον αυτοσχεδιασμό τον βοήθησε να παίζει αβίαστα. Είχε χαρακτηριστικό γέλιο, δυνατό και κοφτό. Το διαχειριζόταν όπως ήθελε. Εκεί που ξεκαρδιζόταν, εκεί απότομα σοβάρευε. Στην ταινία «Ο Εξυπνάκιας», ο διάλογος με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ που υποδυόταν τον αφελή υποψήφιο υπάλληλο είναι ένα από τα αυτοσχεδιαστικά ντοκουμέντα του ηθοποιού.
ΟΝίκος Σταυρίδης ήταν το αφεντικό που έψαχνε απεγνωσμένα έναν…βλάκα γιατί είχε απογοητευτεί από τις πρωτοβουλίες των έξυπνων υπαλλήλων του. Γι’ αυτό άλλωστε όταν τον συνάντησε, η κρίσιμη ερώτηση που του έκανε ήταν «Είσαι βλάκας;»
Ατάκες όπως το «γλου γλου γλου» στην ταινία «Ευτυχώς τρελάθηκα», η σκηνή με τον Γκιωνάκη στα «Κίτρινα Γάντια» που του ζητούσε πορτοκαλάδα από πορτοκάλια και λεμονάδα από λεμόνια, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.
Αλησμόνητος είναι και ο «γερμάς», το χαϊδευτικό της πλανεύτρας Πόπης Λάζου στην ταινία «Τρίτη και 13», όπου έπαιξε το ρόλο ενός ακραία προληπτικού άντρα που δημιουργούσε συνεχώς μπελάδες με τις βασκανίες και τις γρουσουζιές που πίστευε ότι τον κυνηγούσαν.
ΟΝίκος Σταυρίδης δεν είχε την ομορφιά του Παπαμιχαήλ ούτε τις κατακτήσεις του Αλεξανδράκη. Παρόλα αυτά παντρεύτηκε τρεις φορές και παραδεχόταν ότι οι γυναίκες ήταν η αδυναμία του. Ωστόσο η τραγική απώλεια της πρώτης του συζύγου τον σημάδεψε. Η 27χρονη Ντόρας Καριώτου ήταν μια νέα ηθοποιός, με ταλέντο. Μόλις παντρεύτηκαν ανακάλυψαν ότι έχει όγκο στο κεφάλι. Πήγε στο εξωτερικό για θεραπείες, αλλά τελικά δεν τα κατάφερε.
ΟΝίκος Σταυρίδης θυμόταν τις στιγμές και την δύναμη που έπρεπε να δείξει πάνω στη σκηνή: «Πέθανε στην Αγγλία, μετά από μία εγχείρηση όγκου στο κεφάλι. Εγώ γύρισα στη Θεσσαλονίκη σωστό ράκος. Έπαιζα τότε στο Μετροπόλ. Βγήκα στη σκηνή. Το θέατρο ήταν κατάμεστο. Το γεγονός του θανάτου της γυναίκας μου είχε μαθευτεί. Ξαφνικά την είδα σαν όραμα μπροστά μου. Έχασα τα λόγια μου. Στην πλατεία φάνηκαν τα πρώτα μαντίλια που σφούγγιζαν κλαμένα μάτια. Έπαιζα κωμωδία και αντί να γελάει ο κόσμος, έκλαιγε, και μάλιστα με λυγμούς. Πλησίαζε στο τέλος το νούμερό μου, όταν άρχισε να φτάνει στην πλατεία ένα βουητό “Φτάνει, φτάνει, φτάνει…”. Και μετά ένα ξέφρενο χειροκρότημα».
Ο Νίκος Σταυρίδης παντρεύτηκε άλλες δυο φορές και απέκτησε μια κόρη που λάτρευε, την Δανάη. Τελικά γηροκομήθηκε από την Μαρίνα Παυλίδη, κόρη της τελευταίας του συντρόφου, στο σπίτι του στη Κάτω Κηφισιά έχοντας σαν εγγόνια του τα δύο της παιδιά.
Ο Νίκος Σταυρίδης ήταν και φανατικός Ολυμπιακός. Δεν έλειπε ποτέ από τις εξέδρες του σταδίου Γ. Καραϊσκάκης και φρόντισε να λέει κάτι για την αγαπημένη του ομάδα, κατά τη διάρκεια των παραστάσεων. Όταν ήρθε στην Ελλάδα ο Υβ Τριαντάφυλλος, φώναζε συνεχώς Υβ-Υβ, που ήταν και το σχετικό σύνθημα της εποχής. Μια φορά που ο ποδοσφαιριστής πήγε στο θέατρο να τον παρακολουθήσει, ο Σταυρίδης τον ανέβασε στην σκηνή.
Επιπλέον οΝίκος Σταυρίδης ήταν ιδιαίτερα απλός και προσιτός. Προτιμούσε να βλέπει τις ταινίες του σε θερινά σινεμά ανάμεσα στο κοινό, παρά να παρευρίσκεται στις επίσημες πρεμιέρες.
Σε συνέντευξη που είχε δώσει στα τέλη της δεκαετίας του 1970, στην εφημερίδα «Ακρόπολις» οΝίκος Σταυρίδης είχε αποκαλύψει ότι η αποχώρηση του από τη σκηνή θα σήμαινε και το τέλος της ζωής του. Η κατώτερη σύνταξη που του αναλογούσε ήταν 7.000 δραχμές. «Δεν θέλω σύνταξη παρηγοριάς. Προτιμώ να πεθάνω, πριν αναγκαστώ να πάρω αυτά τα χρήματα. Θα είναι μια ζωή χωρίς αξιοπρέπεια. Δεν θα μπορέσω να ζήσω», έλεγε στη δημοσιογράφο, Μαίρη Παραπονιάρη. Παραδέχτηκε με πικρία ότι παρά το έργο που προσέφερε, δεν ανήκε στους καλά αμειβόμενους ηθοποιούς.
ΟΝίκος Σταυρίδης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 77 ετών, στη γενέτειρά του τη Σάμο, στις 12 Δεκεμβρίου του 1987 και κηδεύτηκε δύο μέρες αργότερα στην Κηφισιά.
Ο Μίμης Στεφανάκος γεννήθηκε στις 19 Οκτωβρίου του 1936 στην Καλαμάτα, ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του σταδιοδρομία από την Υπεροχή Νεαπόλεως. Το 1958 πηγαίνει στον Ολυμπιακό, ενώ είχε δελτίο και ήταν αθλητής στην κολύμβηση του Παναθηναϊκού, ο οποίος τον διεκδίκησε μαζί με την ΑΕΚ.
Θεωρείτο ως ένας από τους κορυφαίους αμυντικούς που ανέδειξε το ελληνικό ποδόσφαιρο, τιμώντας για επτά χρόνια τη φανέλα του Ολυμπιακού αλλά και της Εθνικής Ελλάδος. Μάλιστα με την ερυθρόλευκη αγωνίστηκε σε 170 και σημείωσε 3 γκολ. Κατέκτησε δύο πρωταθλήματα, 6 κύπελλα Ελλάδος, 2 πρωταθλήματα ΕΠΣ Πειραιώς, και το βαλκανικό κύπελλο το 1963.
Μάρθα Καραγιάννη και Μίµης Στεφανάκος
Να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στον Ολυμπιακό απέρριψε προτάσεις από την Ίντερ και τη Φενέρμπαχτσε. Ωστόσο το 1965 πήγε στην Νότια Αφρική και αγωνίστηκε με τις τοπικές Ρέιντζερς και Κορίνθιανς. Χρίστηκε 8 φορές διεθνής με το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα Ανδρών Ελλάδας. Μάλιστα, ήταν ο επίτιμος πρόεδρος του Συνδέσμου Βετεράνων Ποδοσφαιριστών Ολυμπιακού.
Ήταν παντρεμένος με την Μάρθα Καραγιάννη. Κατά τη διάρκεια της ποδοσφαιρικής του σταδιοδρομίας, ασχολήθηκε με την ηθοποιία και μετείχε σε 7 ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Ο Μίμης Στεφανάκος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 85 ετών στις 17 Δεκεμβρίου του 2021
«Η οικογένεια του Ολυμπιακού αποχαιρετά τον θρυλικό Μίμη Στεφανάκο, που άφησε απόψε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 85 ετών.
Ο Μίμης Στεφανάκος φόρεσε για επτά χρόνια (1958-1965) την ερυθρόλευκη φανέλα, τιμώντας τη όπως της αρμόζει. Στην καριέρα του με τον Ολυμπιακό κατέκτησε δύο φορές το πρωτάθλημα Ελλάδας, έξι φορές το Κύπελλο, πήρε ένα Βαλκανικό Κύπελλο, ενώ αγωνίστηκε και στην Εθνική ομάδα. Ήταν επίτιμος πρόεδρος του Συνδέσμου Βετεράνων Ποδοσφαιριστών Ολυμπιακού.
Η ΠΑΕ Ολυμπιακός εκφράζει τα ειλικρινή της συλλυπητήρια στους οικείους του.
Μίμη Στεφανάκο, καλό ταξίδι στις αιώνιες θάλασσες…».
Σημαντική ηθοποιός με δυνατή, συνεπή και συνεχή παρουσία στο θέατρο, η Σμάρω Στεφανίδου γεννήθηκε στις 04 Σεπτεμβρίου του 1913 στην Αθήνα και έφυγε από τη ζωή στις 07 Νοεμβρίου του 2010. Ήταν ένας ξεχωριστός άνθρωπος με ιδιαίτερη παιδεία, που έζησε ως το τέλος διατηρώντας και παρακολουθώντας τα καλλιτεχνικά ενδιαφέροντά της.
Μικρασιάτισσα στην καταγωγή, γεννήθηκε στην Αθήνα και τελείωσε την Εμπορική Σχολή. Παράλληλα με τα μαθήματα πιάνου και ξένων γλωσσών, στις οποίες είχε ιδιαίτερη έφεση, σπούδασε υποκριτική – κρυφά από την οικογένειά της – στην σχολή του Εθνικού Θεάτρου.
Σμάρω Στεφανίδου και Λακάζ Ζινέτ στην ταινία, “Τα 4 σκαλοπάτια”.
Με την αποφοίτησή της το 1937, συνεργάστηκε με τη Μαρίκα Κοτοπούλη ως το 1940. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με την κυρία Κατερίνα, με το Θέατρο Τέχνης, τον θίασο Ενωμένων Καλλιτεχνών, τη Βάσω Μανωλίδου κ.α. Από το 1952 έγινε η βασική καρατερίστα στις παραστάσεις του Βασίλη Λογοθετίδη, ως το θάνατό του το 1960.
Από τότε και ως το 1984 η Σμάρω Στεφανίδου συνεργάστηκε με μεγάλους καλλιτέχνες – συχνά και ως συνθιασάρχης – όπως: Γ. Φέρτης – Ξένια Καλογεροπούλου, Γ. Βόγλης, Αλ. Βουγιουκλάκη, Γ. Γκιωνάκη, Τίτος Βανδής, Κ. Βουτσάς κ.α. Ο καλύτερος ωστόσο ρόλος της θεωρείται αυτός της “Εκάβης” στους «Τρωάδες» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία του Γιάννη Τσαρούχη.
Το 1951 η Σμάρω Στεφανίδου έκανε την εμφάνισή της και στον κινηματογράφο με την ταινία του Γ. Ζερβού «Τα Τέσσερα Σκαλοπάτια». Από τότε έπαιξε σε αρκετές ταινίες, τρεις εκ των οποίων της Φίνος Φιλμ. Σημαντική ήταν και η παρουσία της στο ραδιόφωνο με θεατρικά έργα, με αναγνώσεις εξαιρετικών μυθιστορημάτων («Το τρίτο Στεφάνι» Κ. Ταχτσή, «Εκατό Χρόνια Μοναξιάς» του Γκ. Γκαρσίας Μαρκές, «Η Παρακμή των Σκληρών» του Άγγελου Τεζάκη, κ.α) και κάποιες σειρές. Η συνεργασία της με τη τηλεόραση ήταν μικρότερη, καθώς εμφανίστηκε σε μόλις τρεις τηλεοπτικές σειρές.
Από το γάμο της με τον τραγουδιστή Βάσω Σεϊτανίδη, ο οποίος έφυγε από τη ζωή πολύ νωρίς (1965), απέκτησε μια κόρη τη Λήδα με την οποία το φθινόπωρο του 2003 εγκαινίασαν το “Shantom” έναν Πολυχώρο Πολιτισμού και Τεχνών, στο Χαλάνδρι, που διευθύνεται από την κόρη της, γνωστή με το όνομα Λήδα Shantala.
Stoligas Koulis P c89ec6ef7a370c64ebe7d1e993b15c23 T
Ο Κούλης Στολίγκας, με πραγματικό όνομα Ιωάννης Σίσκος, ήταν ένας πολύ αγαπητός ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Με χαρακτηριστική παρουσία και πηγαίο χιούμορ, διακρίθηκε ιδιαίτερα στην οπερέτα, στην επιθεώρηση, και στις κινηματογραφικές κωμωδίες.
Γεννήθηκε το 1909 στη Δράμα και μαθητής ακόμα, ακολούθησε ένα περιοδεύοντα θίασο οπερέτας. Μετά τη στρατιωτική του θητεία ήρθε στην Αθήνα οριστικά και ασχολήθηκε με το θέατρο, παίζοντας αρχικά σε οπερέτες, με πρώτη εμφάνιση του το 1939 στην οπερέτα του Φράντς Λέχαρ «Η Εύθυμη Χήρα». Από τότε, συνέχισε να παίζει σε θιάσους οπερέτας αλλά σιγά-σιγά άρχισε να στρέφεται και στην επιθεώρηση.
Το 1942 συγκρότησε θίασο με τον Νίκο Σταυρίδη. Μέχρι το 1955 έπαιζε σε παραστάσεις επιθεώρησης αλλά και οπερέτας. Στην καριέρα του δημιούργησε αρκετές φορές δικό του θίασο και έγινε συνθιασάρχης με εκλεκτούς ηθοποιούς. Συνεργάστηκε με τον Βασίλη Λογοθετίδη, τις αδελφές Καλουτά, την Καλή Καλό, τον Τάκη Μηλιάδη, τον Κώστα Χατζηχρήστο και την Ντιριντάουα κ.α.
Στο θέατρο πρόζας έπαιξε λίγες φορές με σημαντικότερες συμμετοχές του στο έργο του Σαίξπηρ «Όνειρο Θερινής Νύκτας» με το θίασο του Νίκου Χατζίσκου το 1956 και στη «Δικηγορίνα» με το θίασο του Δημήτρη Μυράτ το 1958.
Πρώτη ουσιαστική εμφάνισή του στον κινηματογράφο ήταν το 1946 στην ταινία της Φίνος Φιλμ «Πρόσωπα Λησμονημένα». Από τότε και μέχρι το τέλος της καριέρας του έπαιξε σε περισσότερες από 50 ταινίες μέσα από τις οποίες αγαπήθηκε από το κοινό.
Τελευταία εμφάνιση του στο θέατρο ήταν το 1979 στην επιθεώρηση του Νίκου Αθερινού «Κουπόνια και μονά-ζυγά», και στον κινηματογράφο το 1982 στην κωμωδία του Κώστα Καραγιάννη «Παπασούζας Φαντομάς». Έχει συμμετάσχει και σε τρεις τηλεοπτικές σειρές της ΕΡΤ.
Ευχαριστούμε θερμά το greekactor.blogspot.gr για τις πληροφορίες.
Η Πέγκυ Σταθακοπούλου γεννήθηκε στις 25 Ιουνίου του 1960 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι το πρώτο παιδί της οικογένειας του Διονύση και της Ευαγγελίας Σταθακοπούλου. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Είναι παντρεμένη με τον αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Καλδή και έχουν αποκτήσει μια κόρη, τη Χριστίνα.
Η Πέγκυ Σταθακοπούλου κάνει το ντεμπούτο της στο θεατρικό σανίδι το 1983 στον θίασο του Κώστα Καρρά με το έργο του Κλαρκ “Σε ποιον ανήκει η ζωή μου”. Λίγους μήνες μετά, συμμετέχει ως Βαλερύ Ποπώφ στην “Εύθυμη Χήρα”, δίπλα στην υπέρλαμπρη Αλίκη Βουγιουκλάκη αλλά και σε μια ομάδα εξαίρετων ηθοποιών που απαρτίζουν το θίασο, όπως ο Δάνης Κατρανίδης, ο Γιάννης Μπέζος, ο Γιάννης Ζαβραδινός κ.ά.
Την επόμενη σεζόν η Πέγκυ Σταθακοπούλου εμφανίζεται ως πρωταγωνίστρια στο πλευρό του Μάνου Κατράκη, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές. Στη συνέχεια έρχονται οι παραστάσεις “Ήταν όλοι τους παιδιά μου” του Άρθουρ Μίλερ, “Λοκαντιέρα” του Κάρλο Γκολντόνι, “Ηθοποιός Κην”, “Με το ίδιο νόμισμα” του Νόρμαν Κράσνα, “Ρινόκερος” του Ευγένιου Ιονέσκο, “Πρωτομάστορας Σόλνες” του Ερρίκου Ίψεν, “Συρανό ντε Μπερζεράκ”, “Bella Venezia”, “Τερέζα Ρακέν” του Εμίλ Ζολά κ.ά.
Ακολουθεί πιστά τις σκηνοθετικές οδηγίες των Γιάννη Ιορδανίδη, Λευτέρη Βογιατζή, Κώστα Αρζόγλου, Νικαίτης Κουντούρη, Γρηγόρη Βαλτινού, Μάγιας Λυμπεροπούλου, Αθανασίας Καραγιαννοπούλου σε πολλά έργα κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου, και συνεργάζεται με πλειάδα αξιόλογων ηθοποιών της ελληνικής θεατρικής σκηνής μεταξύ των οποίων οι Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Κώστας Αρζόγλου, Γιάννης Φέρτης, Κώστας Καρράς, Νικήτας Τσακίρογλου, Γρηγόρης Βαλτινός, Γιάννης Βούρος, Μηνάς Χατζησάββας, Φίλιππος Σοφιανός, Χρυσούλα Διαβάτη, Νόρα Βαλσάμη, Ντίνα Κώνστα, Απόστολος Γκλέτσος, Στράτος Τζώρτζογλου, Γιώργος Τζώρτζης.
Επίσης, πρωταγωνιστεί σε αρκετά θεατρικά έργα διασκευασμένα για την τηλεόραση αλλά και το ραδιόφωνο.
Η παρθενική της εμφάνιση στην τηλεόραση γίνεται το 1983, στην -τολμηρή για τα δεδομένα της τότε εποχής σειρά της ΕΡΤ, “Η Κάθοδος”. Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης της κοινωνικής σειράς Γιώργος Μιχαηλίδης την ξεχωρίζει και της εμπιστεύεται τον ρόλο της 19χρονης ηρωίδας, Άννας, η οποία το έχει σκάσει από το σπίτι της και έχει εμπλακεί στα δίκτυα των ναρκωτικών. Στην Κρατική Τηλεόραση ακολουθούν το “Μινόρε της Αυγής” και “Το Πήδημα του Βάτραχου”.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, η Πέγκυ Σταθακοπούλου αρχίζει να συνεργάζεται με το ιδιωτικό κανάλι του ΑΝΤ1. Εκεί, μέσω των πολύ πετυχημένων τηλεοπτικών σειρών συστήνεται ξανά στο ευρύ κοινό και γίνεται ιδιαίτερα αγαπητή στους τηλεθεατές. Πρωταγωνιστεί σε επεισόδια των πετυχημένωνσειρών του Πάνου Κοκκινόπουλου “Ανατομία ενός Εγκλήματος” και “Κόκκινος Κύκλος” καθώς και στο “Τμήμα Ηθών”.
Το 1993 η Πέγκυ Σταθακοπούλου βραβεύεται για την ερμηνεία της στο ρόλο της Πηνελόπη Δέλτα στην ιστορική σειρά “Η Εκτέλεση”, μια σειρά βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Φρέντυ Γερμανού και σε σκηνοθεσία Κώστα Κουτσομύτη. Από την τηλεοπτική της πορεία, επίσης ξεχωρίζει ιδιαίτερα η σειρά “Μια ζωή για την Έλσα” σε σενάριο Νίκου Παναγιωτόπουλου και σκηνοθεσία Βασίλη Τσελεμέγκου, στην οποία συμπρωταγωνιστεί με τους Γιάννη Βόγλη, Κάκια Ιγερινού, Λάζαρο Γεωργακόπουλο, Αφροδίτη Γρηγοριάδου, Έφη Μουρίκη, Γιώργο Τζώρτζη και Στάθη Κακαβά.
Η ερμηνεία της στο ρόλο της νεαρής ταλαντούχας αρχιτέκτονα που έρχεται αντιμέτωπη με τον εφιάλτη του καρκίνου, ευαισθητοποιεί και αφυπνίζει το -γυναικείο κυρίως- κοινό γύρω από το θέμα του καρκίνου του μαστού.
Ακόμη, επιτυχία σημειώνει και η αστυνομική – ρομαντική σειρά του Μανούσου Μανουσάκη, “Ταύρος με Τοξότη”. Μαζί με τον Γιάννη Βούρο θεωρούνται ταιριαστό τηλεοπτικό ζευγάρι. Γι΄αυτό και η ίδια συνταγή επαναλαμβάνεται περίπου δέκα χρόνια αργότερα, με τη σειρά “Και σερά σερά” σε σενάριο Ρένας Ρίγγα και σκηνοθεσία Γιάννη Βούρου.
Η Τούλα Σταθοπούλου γεννήθηκε το 1932 και ήταν Ελληνίδα ηθοποιός. Στον κινηματογράφο, πρωτοεμφανίστηκε στην ταινία του Θεόδωρου Αγγελόπουλου «Αναπαράσταση», το 1970, σε ηλικία 38 ετών.
Για το ρόλο της στην ταινία, απέσπασε το βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης εκείνης της χρονιάς.
Mετά την «Αναπαράσταση», εμφανίστηκε στην «Τιμή της αγάπης» της Τώνιας Μαρκετάκη το 1984 και στα «Παιδιά του Κρόνου» των Γ. Κόρα – Xρ. Βούπουρα.
Η Σταθοπούλου διακρίθηκε και πάλι με βραβείο Β’ γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της στην ταινία «Λιποτάκτης» (1988) των ίδιων δημιουργών.
Έπαιξε και σε άλλες κινηματογραφικές ταινίες (“Τα παιδιά του Κρόνου”, “Τοπίο στην ομίχλη“, “Το λιβάδι που δακρύζει”), σε μια τηλεοπτική σειρά (1987, “Μπουρίνι”, ΕΤ1) και στο θέατρο, όπως στην παράσταση του Εθνικού «Αόρατος θίασος» του Ιάκωβου Καμπανέλλη.
Η Τούλα Σταθοπούλου απεβίωσε στις 19 Ιουλίου του 2006.
Ο Γιάννης Στάνκογλου γεννήθηκε στις 10 Ιανουαρίου του 1974 και από μικρός πήρε τη ζωή στα χέρια του καθώς από τα 14 του άρχισε να δουλεύει σε οικοδομές αλλά και σε ταβέρνες για να μπορεί να εξασφαλίσει κάποια χρήματα.
Σε ηλικία 17 ετών αποφάσισε να ανεξαρτητοποιηθεί και να μείνει μόνος του.
Με την υποκριτική αρχισε να ασχολείται από 23 ετών όταν γράφτηκε και στη Δραματική Σχολή του Κιμούλη.
Στην πορεία του έκανε ένα διάλειμμα, μετακομίζοντας στη Νέα Υόρκη προκειμένου να βρίσκεται με την τότε σχέση του.
Επιστρέφοντας, βέβαια, στην Ελλάδα συνέχισε αυτό που είχε ξεκινήσει σημειώνοντας μια πολύ σημαντική πορεία σε τηλεόραση, θέατρο και κινηματογράφο.
Είναι νυμφευμένος με τη σκηνοθέτιδα Αλίκη Δανέζη-Κνούτσεν και έχουν αποκτήσει δύο παιδιά. Την Φοίβη, που γεννήθηκε το 2009 και τον Φίλιππο, που γεννήθηκε το 2014.
Τηλεόραση
Ο Δήμος Σταρένιος ήταν από τους πλέον πειστικούς «κακούς» του ελληνικού κινηματογράφου και της τηλεόρασης, ο Δήμος Σταρένιος ήταν ένας ταλαντούχος και παθιασμένος ηθοποιός, που έδωσε ευσυνείδητα το «παρών» στην υποκριτική τέχνη για 35 και πλέον χρόνια.
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Κάιρο σε εύπορη οικογένεια στις 15 Σεπτεμβρίου του 1909. Το 1932 ήρθε στην Ελλάδα και γράφτηκε στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου ως εξαιρετικό ταλέντο. Τον επόμενο χρόνο έκανε το θεατρικό του ντεμπούτο με τον θίασο της Αλίκης (Θεοδωρίδου) στην κομεντί του Μπέρνσταϊν «Ευτυχία». Από την πρώτη κιόλας εμφάνισή του εκτιμήθηκε το ταλέντο του γι’ αυτό και μεγάλοι θίασοι της εποχής του πρότειναν συνεργασία.
Το 1945, οργανωμένος στο ΕΑΜ από την κατοχή, ασχολήθηκε ενεργά με τη σύσταση του αντιστασιακού θιάσου «Ενωμένοι Καλλιτέχνες» μαζί με τον Αιμίλιο Βεάκη, τον Λυκούργο Καλλέργη, τον Θόδωρο Μορίδη, τον Τίτο Βανδή, τον Νάσο Κεδράκα, την Αλέκα Παΐζη, τον Μάνο Χατζηδάκι, τον Αλέξη Δαμιανό και αρκετούς άλλους.
Στο διάστημα της θεατρικής καριέρας του, που σταμάτησε το 1973 για λόγους υγείας, συνεργάστηκε με τους καλύτερους πρωταγωνιστές όπως: Κατερίνα, Μελίνα Μερκούρη, Μάνο Κατράκη, Τίτο Βανδή, Αλέκο Αλεξανδράκη, Λάμπρο Κωνσταντάρα, Δημήτρη Χορν, Αλίκη Βουγουκλάκη κ,α. Την ίδια χρονιά που πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο έκανε και το ντεμπούτο του στον ελληνικό κινηματογράφο, με ένα μικρό ρόλο στην ταινία «Μάγια η Τσιγγάνα» (Γιάννης Χριστοδούλου, 1943).
Από εκεί και πέρα και ως το 1978 ο Δήμος Σταρένιος έπαιξε σε περισσότερες από 70 ταινίες σε ρόλους συνήθως του τσιγκούνη, του τοκογλύφου, του καταδότη και γενικότερα του κακού. Κάποιες από αυτές τις ταινίες ήταν διεθνείς παραγωγές, όπως: «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» (1957), «Ποτέ την Κυριακή» (1960), «Λέων της Σπάρτης» (1961), «Ο Τεν Τεν και το Χρυσόμαλλο Δέρας» (1961), «Αμέρικα Αμέρικα» (1963), «Η Ζωή του Ωνάση» (The Greek Ticoon 1978), κ.α.
Θρυλική ωστόσο, θεωρείται η ερμηνεία του στο ρόλο του Γερό-Λαδά στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, του έργου του Νίκου Καζαντζάκη «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται»: στο θέατρο με τον Μάνο Κατράκη το 1956, στον κινηματογράφο στην ομώνυμη ταινία του Ζυλ Ντασέν το 1957 και στην τηλεοπτική σειρά του Βασίλη Γεωργιάδη το 1975. Συμμετείχε επίσης, από το 1970 και για μια δεκαετία, σε αρκετές τηλεοπτικές σειρές της κρατικής τηλεόρασης.
Ο Δήμος Σταρένιος έφυγε από τη ζωή στις στις 23 Οκτωβρίου του 1983, σε ηλικία 74 ετών. Ήταν παντρεμένος με την ηθοποιό Νίνα Βαρβέρη (1910-1988) και δεν απέκτησαν παιδιά.
Η Τιτίκα Στασινοπούλου γεννήθηκε στις 02 Αυγούστου του 1950 στην Αθήνα με καταγωγή από Ηλεία και Αρκαδία. Σε αρκετά μικρή ηλικία βρέθηκε για σπουδές Κοινωνιολογίας και Θεάτρου στην Αμερική. Μιλάει και μεταφράζει 4 γλώσσες. Στην Ελλάδα σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Έκανε το Θεατρικό της ντεμπούτο στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, όπου βρέθηκε μετά από πρόσκληση του Σπύρου Ευαγγελάτου, το φθινόπωρο του 1970. Από τότε ξεκίνησε μια μεγάλη διαδρομή σε Θέατρο, Σινεμά, Τηλεόραση. Παίζει, σκηνοθετεί, γράφει.
Τιτίκα Στασινοπούλου, Γιώργος Παπαζήσης, Νίκος Φέρμας και Μάκης Δεμιρης στη ταινία, “Ο Μανωλιός στην Ευρώπη”.
Το 1974 η Πολιτεία την τιμά με το Αιέν Αριστεύειν για την επιτυχημένη της δημιουργική διαδρομή στην ελληνική τηλεόραση, ενώ 32 χρόνια αργότερα ο Δήμος Αθηναίων την τίμησε με το Μετάλλιο της Πόλης των Αθηνών για την προσφορά της στον ελληνικό κινηματογράφο κι ο Δήμος Ναυπλίου το 2008 για την «Καλλιτεχνική και Πνευματική της Προσφορά στην Ελλάδα και την πόλη μας», ενώ το καλοκαίρι του 2009 τιμάται από το Φεστιβάλ Θεάτρου του DUBROVNIK στην Κροατία και από το «Κέντρο Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Zagreb» για τη μεγάλη επιτυχία που είχε το Σεμινάριο που δίδαξε και το Workshop Αρχαίου Δράματος καθώς και τη σκηνοθεσία της «Μήδειας» του Ευριπίδη.
Tο 2004 η Τιτίκα Στασινοπούλου κάνει το Μεταπτυχιακό της στο Πανεπιστήμιο του Bedford απ’ όπου αποφοιτά με άριστα στο Master of Arts in Theatre Arts και τώρα κάνει το Διδακτορικό της στην Επικοινωνία, στην Αγγλία. Τον Μάιο του 2008 βραβεύτηκε με τιμητικό Δίπλωμα από την Ακαδημία Επιστημών της Γεωργίας και την Ακαδημία Επιστημών της Ρωσίας. Είναι επίσης ιδρυτικό μέλος της υπό σύσταση «Ευρωμεσογειακής Ακαδημίας Τεχνών & Επιστημών» με χρέη Γενικού Γραμματέα.
Παρ’ όλες τις επαγγελματικές της ασχολίες η Τιτίκα Στασινοπούλου ασχολείται πολύ ενεργά με τον Εθελοντισμό και είναι μέλος σε αρκετές Οργανώσεις (Κέντρο Unesco για τις Γυναίκες και την Ειρήνη στα Βαλκάνια, Διαβαλκανική Εταιρεία Γυναικών κ.ά.) Έχει τιμηθεί εκτός από τον Ερυθρό Σταυρό και από πολλές Μη Κυβερνητικές και Εθελοντικές Οργανώσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό (Ιταλία, Ιορδανία κ.τ.λ.). Ήταν παντρεμένη για πάνω από 30 χρόνια με τον ηθοποιό Γιώργο Παπαζήση με τον οποίο απέκτησε έναν γιο.
Ο Τάκης Σπυριδάκης γεννήθηκε στην Αίγινα στις 04 Φεβρουαρίου 1958 και μεγάλωσε στον Πειραιά, όπου πήγε και σχολείο. Εργάστηκε από μικρός σε διάφορες δουλειές ενώ παράλληλα πήγαινε σε νυχτερινό γυμνάσιο.Αγαπημένο του χόμπι να παίζει φλιπεράκια έξω από τη Νομική Αθηνών.
Το κοινό μας μάλιστα ενδιαφέρον μας είχε δώσει και τη δυνατότητα μιας γνωριμίας ανακαλύπτοντας πόσο σεμνός και σωστός άνθρωπος ήταν. Παρακολουθούσε συχνά κινηματογραφικές ταινίες, χωρίς όμως να έχει εξαρχής προσανατολιστεί προς το επάγγελμα του ηθοποιού. Φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, την οποία εγκατέλειψε λίγο πριν το τέλος.
Ο Τάκης Σπυριδάκης είχε συμμετάσχει σε 13 ταινίες ενώ το σκηνοθετικό του ντεμπούτο πραγματοποίησε το 1994 με την ταινία “Ο Κήπος του Θεού”, της οποίας έγραψε και το σενάριο. Η ταινία τιμήθηκε με 7 κρατικά βραβεία ποιότητας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Ο Τάκης Σπυριδάκης εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη ερμηνεύοντας έναν από τους πρωταγωνιστές της ταινίας “Γλυκιά Συμμορία”, σε σκηνοθεσία του Νίκου Νικολαΐδη (1983). Για την ερμηνεία του εκείνη απέσπασε το ειδικό βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, τον ίδιο χρόνο.
Αξιοσημείωτη ήταν και η δεύτερη συμμετοχή του, στη “Λούφα και Παραλλαγή” του Νίκου Περάκη (1984). Ακολούθησαν η “Πρωινή Περίπολος” (Νίκος Νικολαΐδης, 1986), “Προστάτης Οικογένειας” (Νίκος Περάκης, 1997), “Αυτή η Νύχτα Μένει” (Νίκος Παναγιωτόπουλος, 1999), “Μαύρο Γάλα” (Νίκος Τριανταφυλλίδης, 1999), “Κανείς δεν χάνει σε Όλα” (Διονύσης Γρηγοράτος, 2000), “Φτηνά Τσιγάρα” (Ρένος Χαραλαμπίδης, 2000), “Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου” (Νίκος Παναγιωτόπουλος, 2002), “Λούφα και παραλλαγή: Σειρήνες στο Αιγαίο” (Νίκος Περάκης, 2005), “Ισοβίτες” (Θόδωρος Μαραγκός, 2008) και “4 Μαύρα Κοστούμια” (Ρένος Χαραλαμπίδης, 2009).
Το 1989 ο Τάκης Σπυριδάκης έγραψε και σκηνοθέτησε την ταινία μικρού μήκους “Βέρα Κρουζ”, που απέσπασε το 1ο βραβείο καλύτερης ταινίας στο αντίστοιχο Φεστιβάλ, τιμήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού και βραβεύτηκε από το Εθνικό Κέντρο Ταινιών της Γαλλίας, το 1990. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια πρωταγωνιστούσε στο θέατρο, στο έργο του Γιάννη Τσίρου “Άγριος Σπόρος”, στο θέατρο Επί Κολωνώ, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη. Συμμετείχε, επίσης, σε διαφημίσεις για εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, στην οποία υποδυόταν τον πρόεδρο μιας ποδοσφαιρικής ομάδας.
Ο Τάκης Σπυριδάκης έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό μέσα από τις διαφημίσεις γνωστής εταιρίας τηλεφωνίας. Ως πρόεδρος ομάδας έπαιζε τη δική του μπάλα με τους παράγοντες και έφερε τη μεγάλη μεταγραφή τον «Πίου», κάνοντας πολλούς να λένε τις ατάκες του. Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης έκανε δύο γάμους. Ο πρώτος έγινε όταν ήταν περίπου 20 χρονών και διήρκεσε μόλις έξι μήνες, ενώ ο δεύτερος κράτησε 20 χρόνια, από τον οποίο το ζευγάρι απέκτησε δυο κόρες.
Το 2016, σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει, ο Τάκης Σπυριδάκης, είχε εκμυστηρευτεί τις πιο δύσκολες περιόδους τις ζωής του, αλλά και τα πράγματα για τα οποία είχε μετανιώσει.
«Νομίζω ότι δυσκολεύτηκα πάρα πολύ και για να το θυμάμαι ακόμα σημαίνει ότι ήταν πάρα πολύ έντονο, το ’78 που πήγα στρατιώτης ήταν πολύς ο καιρός και νομίζω ότι ήταν μία από τις πιο δύσκολες περιόδους της ζωής μου, γιατί πάνω στα καλύτερα σου χρόνια είσαι αγκαλιά με το τίποτα.
Η απώλεια της αδελφής μου που ήταν μάλιστα και πρόσφατη ήταν ένα μεγάλο γεγονός για εμένα, έφυγε από την ζωή την Πρωτοχρονιά. Το περιμέναμε, αλλά όσο αναμενόμενο και να είναι, όταν συμβαίνει, συμβαίνει. Μου κόστισε πολύ», είχε αναφέρει, ο Τάκης Σπυριδάκης για τον χαμό της αδελφής του.
Ο Τάκης Σπυριδάκης απεβίωσε στις 13 Σεπτεμβρίου του 2019 σε ηλικία 61 ετών από καρκίνο. Ο ηθοποιός έλεγε για τον επικείμενο θάνατό του: «Συνήθως τον τελευταίο καφέ τον πίνουν άλλοι για σένα κι εσύ ή είσαι εκεί γιατί είσαι αόρατος ή γιατί δεν καταλαβαίνεις τίποτε. Κανείς δεν ξέρει και δεν θα μάθει ποτέ τι συμβαίνει αυτή την στιγμή.
Αλλά ο τελευταίος καφές θα ήθελα να είναι όπως άρχισε, με μια πρόταση σε κάποια κοπέλα που πια μεγάλωσε από το χρόνο, απελευθερωμένος από τις ερωτικές επιθυμίες και θα συνοψιζόταν σε έξι λέξεις: «Θα θέλατε να πιείτε έναν καφέ μαζί μου;».
Ο Τάκης Σπυριδάκης είχε μιλήσει και για τη μάχη που έδινε με τον καρκίνο έχοντας εξομολογηθεί πως χάρη στην επιμονή της πρώην συζύγου του είχε πάει στον γιατρό ο οποίος του είχε πει ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει.
«Είχα κάποια συμπτώματα με την έννοια του ότι δεν μπορούσα να φάω καλά. Πίστευα ότι ήταν ένα σύμπτωμα από τη δουλειά μας, το άγχος μας, αλλά τι άγχος. Έκανα μια δουλειά στο θέατρο που πήγαινε εξαιρετικά καλά και πάει ακόμα. Δεν πήγα στον γιατρό», είχε πει.
«Με την επιμονή της πρώην συζύγου μου, που διατηρούμε μια εξαιρετική σχέση, πήγα σε ένα γιατρό που μου ανακοίνωσε ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει. Του είπα ότι είμαι μεγάλος άνθρωπος και θα ήθελα να μην μιλάμε περιφραστικά, να μην μιλάμε με μισόλογα και να μου πει ότι είναι για να ξέρω κι εγώ τι να κάνω και να πάρω τις αποφάσεις μου.
Πήρα τη γυναίκα μου και πήγαμε σε ένα μπαράκι, χτύπησα τέσσερα ουίσκι απανωτά, κάπνισα κι ένα πακέτο τσιγάρα και είπα από μέσα μου μερικά πράγματα, δεν τα εξομολογήθηκα σε κανέναν. Όταν πήγα σπίτι, ζήτησα απλώς να δω τα παιδιά μου, να κάνουμε μια κουβέντα για να μην τους έρθει απότομα. 52 μέρες μέσα στο νοσοκομείο, τα είδα όλα», είχε προσθέσει.
Έλληνας ηθοποιός, σεναριογράφος και παραγωγός.
Ο Κώστας Σπυρόπουλος μπήκε στον χώρο του θεάματος όταν ήταν δέκα ετών. Ξεκίνησε με παιδικές διαφημίσεις και συνέχισε με παιδικό θέατρο.
Τελειώνοντας το Γυμνάσιο έδωσε εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο και πέρασε στη σχολή Ηλεκτρονικών – Φυσικών ενώ μετά από δύο χρόνια φοίτησης, αποφάσισε να μπει με υποτροφία στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Με δασκάλους τη Μαίρη Αρώνη,τον Τάσο Λιγνάδη και άλλα ιερά τέρατα της υποκριτικής, αποφοιτά από τη σχολή αριστούχος και με καλές περγαμηνές για λαμπρή καριέρα στο λεγόμενο ποιοτικό θέατρο. Η μοίρα όμως τον έφερε στην οντισιόν που έκανε η Αλίκη Βουγιουκλάκη για το έργο «Forty carats»και τον επέλεξε ως παρτενέρ της στη σκηνή. Τότε ενεπλάκη και συναισθηματικά με την Αλίκη Βουγιοκλάκη με την οποία έζησε ένα θυελλώση έρωτα.
Εμφανίστηκε μαζί της στα έργα που ανεβάσε κι ακόμα όταν δεν υπάρχει ρόλος γοα εκείνον, η Αλίκη φρόντιζε για τη θεατρική του πορεία, ακόμα και για το ποια συμπρωταγωνίστρια θα έχει μαζί του…
Από το 1987 που γνώρισε την Αλίκη έως το 1996 που εκείνη έφυγε από τη ζωή ο Κώστας Σπυρόπουλος ήταν ένα με τη δουλειά της, τη ζωή της και τον μύθο της. Η μεγάλη διαφορά ηλικίας που τους χώριζε αλλά και το γεγονός ότι τον είχε υπό την προστασία της σχολιάστηκαν όμως, στην πραγματικότητα οι δύο τους τα πήγαιναν μία χαρά.
Οσο για τη διαφορά ηλικίας τους, η Αλίκη είχε τη δική της χιουμοριστική ατάκα που την έλεγε κατάμουτρα σε όλους τους νεώτερους άνδρες με τους οποίους είχε δεσμό: «Εμείς οι δύο, αγάπη μου, μαζί… θα γεράσουμε». Και όπως έχει δηλώσει ο Σπυρόπουλος, η συμπεριφορά της απέναντί του τον έκανε πολλές φορές να νιώθει… μεγαλύτερός της.
Μετά τον ξαφνικό χαμό της Αλίκης Βουγιουκλάκη, ο Κώστας Σπυρόπουλος βρήκε παρηγοριά στην αγκαλιά της Δήμητρας Λιάνη, χήρα του Ανδρέα Παπανδρέου με τη μεσολάβηση της κοινής τους φίλης Ζωής Λάσκαρη . Ηταν ένα μυστικό ειδύλλιο μέχρι τη στιγμή που οι παπαράτσι τους ανακάλυψαν να κάνουν μαζί διακοπές. Παρ’ όλα αυτά, το ζευγάρι δεν θέλησε ποτέ να μιλήσει ανοιχτά για τον δεσμό του.
Ο Κώστας Σπυρόπουλου γνωρίστηκε με την Μελίνα Ασλάνογλου στα γυρίσματα της τηλεοπτικής σειράς «Σαν τον σκύλο με τη γάτα» και εν τέλει παντρεύτηκαν αλλά χώρισαν το 2011.
Ελληνικές τηλεοπτικές σειρές στις οποίες έχει παίξει:
Ταμάμ (2014) ΑΝΤ1
Safe sex: Δίδυμος με ωροσκόπο Παρθένο (2008) Mega
Το κόκκινο δωμάτιο: Κυρία Κόλλια η επιστροφή (2008) Mega
Οδός Παραδείσου 7 (2006) Alpha
Το κόκκινο δωμάτιο: Το άσπρο πακέτο (2006) Mega
Η ώρα η καλή (2004) Mega
Τα μαχαιρώματα (2004) ΑΝΤ1
Σαν τον σκύλο με τη γάτα (2003) ΑΝΤ1
Η λάμψη (1991) ΑΝΤ1
Και εύθυμη και χήρα (1991) ΑΝΤ1
Ο πατέρας μου ο Έλληνας (1990) ΕΤ2
Ελληνικές κινηματογραφικές ταινίες στις οποίες έχει παίξει:
Το στίγμα (1982)
Ελληνικές τηλεταινίες στις οποίες έχει παίξει:
Cabaret (1978 ) ΕΡΤ
Vaincre a Olympie (1977)
Ελληνικές βιντεοταινίες στις οποίες έχει παίξει:
Ένας λαθρεπιβάτης στην καρδιά μου (1988)
Ο ένας για τον άλλο (1987)
Τηλεοπτικές θεατρικές παραστάσεις στις οποίες έχει παίξει:
Δείπνο ηλιθίων (2000) Alpha
Δεν το πιστεύω (2000) Alter 5
Δεσμοί αίματος (2000) ΑΝΤ1
Ρωμαίος και Ιουλιέτα (1995) ΑΝΤ1
Η κυρία δε με μέλλει (1992) ΑΝΤ1
Θεατρικές παραστάσεις στις οποίες έχει παίξει:
Μάρτυρας κατηγορίας (2005)
Ένας τρελλός έρωτας (1991)
Έναν σωσία… και γρήγορα (1990)
Λίγο πιο νωρίς…. Λίγο πιο αργά… (1987)
Εκπομπές στις οποίες συμμετείχε ή τις οποίες παρουσίαζε:
Celebrity game night (2014) Mega
Ελένη (2011) Alpha
Πάμε πακέτο (2006) Alpha
Πρωινός καφές (1991) ΑΝΤ1
3 στον αέρα 1986 ΕΡΤ
Η Ρένα Βλαχοπούλου υπήρξε δεινή καπνίστρια από πολύ μικρή ηλικία. Ωστόσο σεβόταν απόλυτα όσους δεν κάπνιζαν. Και σεβόταν ακόμα περισσότερο τους θαυμαστές της. Γι΄αυτό...