Η Άννα Φόνσου έχει συνεργαστεί με τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού κινηματογράφου.
Η ηθοποιός γυρίζει τον χρόνο πίσω και θυμάται απίστευτα περιστατικά πάνω στην σκηνή. Όταν παίζατε με τον αείμνηστο Γιάννη Γκιωνάκη, εκείνος σας έκανε μια άκομψη χειρονομία πάνω στη σκηνή και τον χτυπήσατε; «Ναι, τον, έδειρα. Φορούσα κι ένα δαχτυλίδι… Πάντα είμαι έτσι, αντιδραστική. Δυστυχώς, είναι το ελάττωμα μου, δεν δέχομαι την αδικία. Δεν κωλώνω».
Μπροστά στα μάτια του κοινού του ρίξατε χαστούκι με το δαχτυλίδι; «Ναι, δεν καταλαβαίνω τίποτα εγώ, μπροστά στο κοινό είπα: «Κυρίες και κύριοι, αυτό που κάνει τώρα ο κύριος Γκιωνάκης δεν το έχει το κείμενο, κι εγώ δεν το ανέχομαι».
Τον χτυπήσατε με ανάποδο χαστούκι; «Ναι, και μπήκε το δαχτυλίδι στο μάτι του… Εντάξει, έγινε καλά. Έτρεξε αίμα, τον πήγανε στο νοσοκομείο κι έγινε καλά. Έκλαιγα μετά, πήγα στο νοσοκομείο να τον δω. Ήμασταν τόσο φίλοι με τον Γιάννη. Νομίζω ότι θα γραφτώ στο βιβλίο Γκίνες, ότι είμαι η μόνη ηθοποιός που δεν έχω τσακωθεί με κανέναν, δεν μπορώ να τσακωθώ με ηθοποιούς. Δεν συγχωρώ εύκολα, ούτε μπορώ το «συγγνώμη» και τις αηδίες. Τους ηθοποιούς τους συγχωρώ αμέσως» αποκάλυψε στο Λοιπόν.
Το 1958 θα εφαρμοστεί για πρώτη φορά ένας νόμος που τάραξε την ελληνική κοινωνία επί πολλά χρόνια.
Η τότε κυβέρνηση Καραμανλή θα ψηφίσει τον περίφημο νόμο περί τεντυμποϊσμού, δηλ. το Νόμο 4000. Σύμφωνα με αυτόν οι νεαροί ταραχοποιοί που κατηγορούνταν για το αδίκημα της εξύβρισης θα τιμωρούνταν αφού συλλαμβάνονταν με κούρεμα (τους έπαιρναν τα μαλλιά με την ψιλή) και σκίσιμο των ρεβέρ στα παντελόνια τους.
Το ημερολόγιο έγραφε 4 Σεπτεμβρίου του 1958 όταν η φοβερή αυτή παιδαγωγική διάταξη πρωτοεφαρμόστηκε σε τέσσερις τεντυμποϊς. Οι αστυνομικοί κούρεψαν με την ψιλή τα αγόρια, έσκισαν τα ρεβέρ και τους διαπόμπευσαν ρίχνωντας τους στον δρόμο υποχρεώνοντας τους να κρατάνε μια πινακίδα που έγραφε “Είμαι τεντυμποις γιατί γιάουρτωσα μια γυναίκα“. Η διαδικασία υπήρξε αμφιλεγόμενη και δίχασε την ελληνική κοινωνία για χρόνια για τον παιδευτικό της ρόλο.
Σκοπός της πολιτείας ήταν η σύμμορφωση, η πειθαρχία και ο παραδειγματισμός των νέων απέναντι σε απρεπείς συμπεριφορές των συνομιλίκων τους. Μιλάμε βέβαια για μια εποχή που η νεολαία έχει αρχίζει να αμφισβητεί γενικώς τηνκοινωνία και τους θεσμούς της.
Ο όρος τεντυμποις άλλωστε προέρχεται από την αγγλική έκφραση teddy boy, όρος με τον οποίο στην Αγγλία χαρακτηρίζονταν τότε οι νέοι με ακριβό ή μοντέρνο ντύσιμο και κούρεμα. Στην μεταπολεμική και μετεμφυλιακή Ελλάδα βέβαια όλα αυτά είναι σχετικά αλλά η αμφισβήτηση υπήρξε και εδώ κομματάκι ανησυχητική για την συντηριτική κοινωνία της εποχής. Το γιαουρτάκι που έπεφτε (κυρίως σε δασκάλους) άρχισε να γίνεται μόδα και μέτρο έκφρασης αυτής αντίδρασης και ο συγκεκριμένος Νόμος θεωρήθηκε ότι θα νουθετούσε τη νεολαία της εποχής.
Χαρακτηριστική αναπαράσταση αυτής της αμφιβόλου εκπαιδευτικής διαδικασίας υπάρχει βέβαια στην ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη “Νόμος 4000”. Εκεί ο σκηνοθέτης παίζει με αυτό το ρεύμα αμφισβήτησης και ανησυχίας της νεολαίας, που ισσοροπεί ανάμεσα στην ανεμελιά, την αθώα πλάκα, την παραβατικότητα, την ηθική της εποχής. Υπάρχει βέβαια μια ολόκληρη σκηνή αναπαράστασης αυτού του Νόμου. Για τον Δαλιανίδη ο Νόμος 4000 υπήρξε πρόεκταση μιας παλιότερης επιτυχίας του, που το 1961 σόκαρε με την τόλμη της για ελληνική ταινία. Ήταν ο “Κατήφορος”. Έχοντας σαν βασική επιρροή τους Ζαβολιάρηδες του Μαρσέλ Καρνέ ο Δαλιανίδης χτίζει ένα σκληρό πορτραίτο για τη νεολαία της εποχής.
Παρά την τόλμη της και στην μια και στην δεύτερη ταινία, όπως γενικά ισχύει στον εμπορικό ελληνικό κινηματογράφο της περιόδου 1950-1970 λειτουργούν ακλόνητα στερεότυπα και ηθογραφικές φιγούρες της εποχής. Για το ζήτημα της νεολαίας πάντως έχει ενδιαφέρον με ποιον τρόπο υπήρξε προσέγγιση και ανάλυση στα μέτρα της εποχής. Ζώντας σε ένα περιβάλλον κατά κύριο λόγο αστικό με τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές ανησυχίες και ανισότητες της εποχής είναι σαφές πως τέτοια φαινομενα βρίσκουν αιτία εκδήλωσης.
Υπάρχει βέβαια και η ανάποδη πλευρά. Παρά τον προσδιορισμό και την εμφάνιση του τεντυμποισμού ωστόσο η αμφισβήτηση και η αντίδραση που υπήρξε συγκριτικά με την υπόλοιπη νεολαία της Δύσης ήταν εμφανώς περιορισμένη ή σε αναντίστοιχο βαθμό τελοσπάντων. Σημειώνει ο Γιάννης Πετρίδης πάνω σε αυτό και σε σχέση με τα πρώτα χρόνια που ξεκίνησε το ραδιόφωνο (μην ξεχνάμε πως η ροκ εν ρολ μουσική υπήρξε λάβαρο αυτής της αμφισβήτησης) :
“Τη στιγμή που στο εξωτερικό συνέβαινε μια πραγματική μουσική επανάσταση, στη χώρα μας, τους «γιεγιέδες» τους είχαν εντάξει στις ταινίες σαν καρικατούρα μιας εποχής. Ναι, υπήρχε ο νόμος 4000 περί τεντυμποϊσμού και τα γιαουρτώματα και ο χλευασμός σε όποιον τολμηρό έβγαινε με κυκλοφορήσει με μακριά μαλλιά στην Αθήνα. Οι χίπις ατύχησαν στη χώρα μας στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60, να συμπέσουν με τη δικτατορία. Δεν μαθαίναμε τίποτα εδώ…
Τις αναστατώσεις τις κοινωνικοπολιτικές στην Αμερική, με τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, τις εξεγέρσεις, δεν τις μαθαίναμε. Δούλευα στη Music Box και ήμουν συνδρομητής σε μουσικά περιοδικά από τις ΗΠΑ, που έπαψαν να μου έρχονται επειδή τα λογόκρινε το καθεστώς, για λόγους ασύλληπτους, π.χ. επειδή ένα από αυτά είχε εξώφυλλο τον Gary Packett και τους Union Gap ντυμένους στρατιωτικά και γελοιοποιούσε λέει το στρατό. Τα κείμενα τα στέλναμε στο Υπουργείο Τύπου να τα εγκρίνει η επιτροπή λογοκρισίας… Ωστόσο, τίποτε από τα σπουδαία πράγματα που συνέβαιναν έξω, ακόμη και οι Beatles, δεν έφτασαν στην Ελλάδα στην ώρα τους. Και θυμίζω βέβαια και τα γεγονότα της συναυλίας των Rolling Stones στην Ελλάδα, που διακόπηκε. Ήταν 4 μέρες πριν το πραξικόπημα… Αυτά αποτέλεσαν προάγγελο του τι έμελλε να συμβεί.”
ΥΓ: Για την ιστορία να αναφέρουμε πάντως πως το 1958 που εφαρμόστηκε ο Νόμος 4000 κυκλοφόρησε μια ταινία που επέδρασε καταλυτικά στη νεολαία της εποχής (τουλάχιστον στα κοριτσούδια). “Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο” παρουσιάζει ένα κολλέγιο θηλέων της μεγαλοαστικής τάξης. Οι νεαρές μαθήτριες του σπάνε πλάκα με τους καθηγητές τους με την ανοχή τους αλλά και την οικονομική ισχύ των γονιών τους. Μέχρι που θα έρθουν οι αεροπλανικές σφαλιάρες του καθηγητή Φλωρά…
Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Νόμος 4000 καταργήθηκε το 1983. Η τελευταία φορά που εφαρμόστηκε ήταν το 1981.
Στα πρώτα χρόνια του κινηματογράφου, υπήρχαν μερικοί ανήσυχοι άνθρωποι, που δεν αρκέστηκαν στο να εργάζονται πάνω στις μηχανές λήψης και προβολής, αλλά έψαχναν τρόπους να εξελίξουν την 7η τέχνη με δικές τους ευρεσιτεχνίες. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ούγγρος Ζόζεφ Χεπ, από τους πρώτους κινηματογραφιστές, που με τις ιδέες του και τα μηχανήματα που κατασκεύασε, συνέβαλε τα μέγιστα στην καλύτερη προβολή των ταινιών στην Ελλάδα, αλλά και γενικότερα στον ελληνικό κινηματογράφο.
Ο Ζοζέφ Χεπ γεννήθηκε στην Βουδαπέστη, έζησε αρχικά στη Γαλλία και εργάστηκε στη γαλλική κινηματογραφική εταιρεία «Πατέ». Το 1910 ήρθε στην Αθήνα, προκειμένου να εγκαταστήσει μια μηχανή προβολής της εταιρείας «Πατέ» στον κινηματογράφο Πανελλήνιον. Τότε όμως του έγινε πρόταση να αναλάβει πρώτος μηχανικός στο ίδιο σινεμά, κι έτσι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.
Αργότερα συνεργάστηκε με τον Μαυρίκιο Νόβακ, αλλά άνοιξε και δική του επιχείρηση, η οποία αναλάμβανε την κατασκευή τίτλων στις βωβές ταινίες, καθώς και τη λήψη επικαίρων. Τα επίκαιρα που κατέγραψε με τη μηχανή του το 1912, τα οποία έδειχναν τις δραστηριότητες της βασιλικής οικογένειας, καθώς και την είσοδο του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη, θεωρούνται τα πρώτα ελληνικά επίκαιρα.
Όμως το μυαλό του ήταν στις εφευρέσεις για την εξέλιξη του κινηματογράφου και ήταν ο πρώτος που κατασκεύασε ένα ηχητικό σύστημα που αναπαρήγαγε τη φωνή σε πλάκες γραμμοφώνου, δημιουργώντας έτσι την πρώτη ηχητική ταινία στην Ελλάδα. Το 1922, ο Χεπ μαζί με τον Γιώργο Προκοπίου και τους αδελφούς Γαζιάδη κατέγραψαν την Μικρασιατική Καταστροφή, πολύτιμο αρχείο μέχρι σήμερα.
Στη συνέχεια, κατασκεύασε ένα μηχάνημα (μούβιτον), που προσαρμοσμένο στις παλιές μηχανές μετέτρεπε τις βωβές ταινίες σε ομιλούσες. Κατοχύρωσε μάλιστα την ευρεσιτεχνία του αλλά επειδή μετά τον Χεπ ακολούθησαν και πολλοί άλλοι, ο ανταγωνισμός ήταν μεγάλος.
Με τον ερχομό του ομιλούντος κινηματογράφου στην Ελλάδα, το 1929, οι βωβές ταινίες άρχισαν σιγά σιγά να αντικαθίστανται με εισαγόμενες ομιλούσες και η μετάφραση των διαλόγων έπρεπε να ενσωματώνεται στην ταινία. Τότε, ο Ζόζεφ Χεπ κατασκεύασε την τιτλέζα, μια ειδική μηχανή με την οποία προβάλλονταν στο κάτω μέρος της οθόνης οι διάλογοι μεταφρασμένοι στα ελληνικά, και την εγκατέστησε στο κινηματογράφο Παλλάς, του οποίου ανέλαβε και τη διεύθυνση.
Παράλληλα, ο Ζόζεφ Χεπ εργάστηκε σαν φωτογράφος στην ελληνική ταινία «Μαρία Πενταγιώτισσα» (1929), και το 1948 ανέλαβε τη διεύθυνση της φωτογραφίας στις ταινίες της Φίνος Φιλμ, «Οι Γερμανοί Ξανάρχονται», του Αλέκου Σακελλάριου και «Χαμένοι Άγγελοι» του Νίκου Τσιφόρου. Με τη Φίνος Φιλμ συνέχισε τη συνεργασία του και στις ταινίες «Τελευταία Αποστολή» (1949), «Ο Μεθύστακας» (1950) και «Έλα στο Θείο» (1950), ταινίες που πέραν όλων των άλλων διακρίθηκαν και για την εξαιρετική φωτογραφία του Ζόζεφ Χεπ.
Η Ελληνική βιβλιογραφία αναφέρει ότι ο Ζόζεφ Χεπ σκηνοθέτησε, το 1930, και δική του ταινία, με τίτλο «Το Όνειρο του Γλύπτη», μια ταινία που προβλήθηκε μόνο μια μέρα σε κινηματογράφο της Αθήνας και ύστερα εξαφανίστηκε.
Μετά από αξιόπιστες μαρτυρίες κριτικών και μελετητών, φαίνεται ότι επρόκειτο για μία αμερικάνικη ταινία του 1928, στην οποία ο Χεπ πρόσθεσε έναν δικό του πεντάλεπτο πρόλογο που τον γύρισε στην Αθήνα, αντικατέστησε τους αγγλικούς μεσότιτλους με ελληνικούς (η ταινία ήταν βωβή), ελληνοποίησε τους ηθοποιούς και μετέτρεψε την ταινία σε ελληνική. Κανείς όμως δεν γνωρίζει αν η πρωτοβουλία ανήκε στον ίδιο ή αν εκτέλεσε την εντολή κάποιου άλλου.
Το αναμφισβήτητο συμπέρασμα πάντως είναι, ότι τα χρόνια που ο Ζόζεφ Χεπ έζησε στην Ελλάδα, έγραψε ιστορία στο χώρο του ελληνικού κινηματογράφου, με μοναδικές ευρεσιτεχνίες και υπηρεσίες.
το Μοναστηράκι ονομαζόταν Τζιερτζίδικα και ποιος ήταν ο Γιουσουρούμ
Τι είναι το Γιουσουρούμ;
Τι κελαρύζει κάτω από την πλατεία και γιατί το τζαμί της θεωρείται καταραμένο;
Πώς ήταν το αθηναϊκό κέντρο τον 19ο αιώνα και πότε σφύριξε για πρώτη φορά ο Ηλεκτρικός;
Ψάχνουμε τα μυστικά της πιο νοσταλγικής γειτονιάς της πόλης και «ξετρυπώνουμε» εννιά ιστορίες…… άκρως μοναστηριακές.Τα πολλά ονόματα μιας πλατείας Αμπατζήδικα, Πλατεία της Παλιάς Στρατώνας, Τζιερτζίδικα. Αυτά ήταν τα ονόματα και τα «παρατσούκλια» με τα οποία αποκαλούσαν οι Αθηναίοι την πλατεία Μοναστηρακίου.
Σύμφωνα με την ιστορική αναδρομή της Παλιάς Αθήνας, το όνομα «Αμπατζήδικα» το οφείλει στα μαγαζιά με τα υφάσματα που υπήρχαν στην περιοχή την περίοδο της Τουρκοκρατίας, το οποία λέγονταν και αμπάδες. Επί Όθωνος, υπήρχε πολύ κοντά στην πλατεία στρατώνας, εξ ου και η «πλατεία της Παλιάς Στρατώνας», ενώ το «Τζιερτζίδικα» προέρχεται από τη λέξη τζιέρι (συκώτι, σπλάχνο), και συγκεκριμένα από τα μικρά ταβερνάκια της περιοχής που σέρβιραν τέτοιους μεζέδες.Από τα πιο γραφικά τζιερτζίδικα της Αθήνας ήταν αυτό του Τασούλα, στο 1 της οδού Άρεως, που δέσποζε ανάμεσα σε ένα τσαρουχάδικο και ένα μπακάλικο.
Το μοναστήρι και το καταραμένο τζαμί.
Ασφαλώς το σημερινό της όνομα η περιοχή το οφείλει σε μια μονή. Και συγκεκριμένα, στο ναό της Παναγιάς της Παντάνασσας, έναν από τους παλαιότερους και πιο άγνωστους ναούς της πόλης, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Αθηνάς και Ερμού, πάνω στην πλατεία. Χτίστηκε τον 10ο αιώνα, στη μεταβυζαντινή εποχή αποκαλούταν Μεγάλο Μοναστήρι και λειτουργούσε ως γυναικεία μονή, ενώ μετά την Επανάσταση, σύμφωνα με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, το όνομα εξέπεσε σε Μικρομονάστηρο ή Μοναστηράκι, όπως αποκαλούμε σήμερα ολόκληρη την περιοχή.
Όσο για το παλιό τζαμί της πλατείας, που σήμερα στεγάζει το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, ονομάζεται Τζαμί Τζισταράκη, από τον βοεβόδα που το κατασκεύασε και ακολουθείται από θρύλους: Το 1759, ο Τζισταράκης λέγεται ότι χρησιμοποίησε κίονες από το Ναό του Ολυμπίου Διός (ή από την βιβλιοθήκη του Αδριανού) για να θεμελιώσει το τζαμί, κάτι που θεωρήθηκε ιεροσυλία, και πράξη υπεύθυνη για την κατάρα της πανούκλας που έφτασε την επόμενη χρονιά στην Αθήνα.
Το Γιουσουρούμ
Τα Κάτω Παζάρια
Γύρω από το Μοναστήρι και το Τζαμί, αν και δύσκολο να το φανταστούμε σήμερα, υπήρχαν στη θέση του σταθμού αγορές και μικρομάγαζα σιτηρών, φρούτων, κρεάτων και ψαριών, που πωλούνταν σε υπόστεγα, σε μια γειτονιά που ονομαζόταν «Κάτω Παζάρια», όπως αναφέρει αυτή εδώ η αναδρομή του Balkon3.Η περιοχή αυτή απαλλοτριώθηκε όταν η Αθήνα ονομάστηκε πρωτεύουσα της Ελλάδας το 1835, και η αγορά μεταφέρθηκε στην οδό Αθηνάς.
Η άφιξη των επαρχιωτών
Το Μοναστηράκι ήταν κατά τον 19ο αιώνα η αδιαφιλονίκητη «καρδιά» της Αθήνας. Πέρα από τα μικρομάγαζα και την κεντρική αγορά, εκεί ήταν που κατέφθανανοι επαρχιώτες: Από εδώ ξεκινούσαν τροχήλατες άμαξες που έφταναν ως τη Θήβα ενώ υπήρχαν και χάνια, μικρά πανδοχεία για να τους φιλοξενήσουν.Σύμφωνα με την «Παλιά Αθήνα», στα γύρω μαγαζιά με τα ρούχα ήταν που γίνονταν οι πρώτες απαραίτητες στάσεις των επισκεπτών της πόλης, για να «σουλουπωθούν» και να δείχνουν περισσότερο πρωτευουσιάνοι.
Η πλατεία Αβησσυνίας και το Γιουσουρούμ
Μία από τις πιο παλιές και ιστορικές πλατείες του κέντρου, αυτή της Αβησσυνίας στο Μοναστηράκι, οφείλει το όνομά της στους Αβησσύνιους – όπως αποκαλούνταντον 19ο αιώνα οι Αιθίοπες – που κατοικούσαν στη γύρω περιοχή. Κατά μία άλλη εκδοχή, αυτό το όνομα έλαβε η πλατεία όταν έφτασε εκεί η ανθρωπιστική βοήθεια από την Αβησσυνία για τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας.
Σε κάθε περίπτωση, η ευρύτερη περιοχή με τα παλαιοπωλεία γύρω από την πλατεία, οφείλει το όνομά της στον εβραίο Ηλία Γιουσουρούμ, ιδιοκτήτη του πρώτου παλαιοπωλείου της πόλης, και πρόεδρος του κλάδου κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, οπότε και η αγορά των παλαιοπωλών μεταφέρθηκε στο Μοναστηράκι, εκεί που τότε υπήρχαν μαγαζάκια τεχνιτών, τα λεγόμενα Μαγγανάδικα. Ο Γιουσουρούμ (το όνομά του σημαίνει «άνθρωπος του Θεού») έμενε σε αρχοντικό που διασώζεται ακόμα στην πλατεία Αβησσυνίας, και καθιέρωσε από το 1910 το κυριακάτικο παζάρι στην γειτονιά αυτή.
Ο Ηριδανός
Ξέρατε ότι ένα ποτάμι κυλά ήσυχο κάτω από την πλατεία;Ο Ηριδανός ήταν το ποτάμι της αρχαίας Αθήνας, ένα κελαρυστό ρέμα που πήγαζε από τον Λυκαβηττό και περνούσε από τις σημερινές περιοχές του Κολωνακίου και του Συντάγματος, για να συνεχίσει προς τον Κεραμεικό μέσω Μοναστηρακίου. Λόγω της ελώδους φύσης του, αποφασίστηκε να «εγκιβωτιστεί» πολύ νωρίς, από την εποχή του Αδριανού.Κάπως έτσι, το μοναδικό μέρος του που κελαρύζει ακόμα πάνω από το έδαφος βρίσκεται στον Κεραμεικό. Το κομμάτι του Μοναστηρακίου αποκαλύφθηκε τυχαία,κατά τις ανασκαφές του μετρό, και με την ανάπλαση της πλατείας, δημιουργήθηκε εγκάρσια τομή για να φαίνεται η κοίτη του.
Ο σταθμός του Μοναστηρακίου
Στα μέσα του 19ου αιώνα, αποφασίστηκε η σιδηροδρομική σύνδεση της Αθήνας με τον Πειραιά, έργο που πανηγυρίστηκε δεόντως από τους Αθηναίους.Αρχικά, το ατμήλατο τρένο έκανε τη διαδρομή Θησείο-Πειραιάς, ενώ η πρώτη επέκταση, και μάλιστα υπόγεια, πραγματοποιήθηκε ένα χρόνο πριν την πρώτη σύγχρονη Ολυμπιάδα, το 1895.
Τον Μάιο εκείνης της χρονιάς εγκαινιάστηκε ο σταθμός του Μοναστηρακίου. Δέκα χρόνια αργότερα, το τρένο έγινε πια ηλεκτροκίνητο, εξάπτοντας την περιέργεια(και τον τρόμο) των Αθηναίων.Ενδεικτικό είναι το χρονογράφημα των «Καιρών» της 18ης Σεπτεμβρίου 1904, που αναφέρει έναν «διάλογο» της εποχής:-Ένα διά το Φάληρον πρώτης.-Μετ’ επιστροφής;-Απλούν, απλούν.
Δεν μπορώ να είμαι βέβαιος αν θα φθάσω ζωντανός. Έναν αιώνα μετά, εγκαινιάστηκε και ο μοντέρνος σταθμός μετρό-ΗΣΑΠ, ο οποίος κοσμήθηκε και με ένα από τα τελευταία έργα τέχνης-προσθήκες στους αθηναϊκούς σταθμούς. Αν κοιτάξετε προς τα πάνω, μόλις μπείτε στον σταθμό της πλατείας, θα δείτε έναν ψηφιδωτό «ουρανό», φτιαγμένο από 324 κομμάτια πλεξιγκλάς, δημιουργία της εικαστικού Λήδας Παπακωνσταντίνου.
Στον αρχικό σχεδιασμό, προβλεπόταν η δυνατότητα προβολών πάνω στον θόλο του σταθμού, σχέδιο που εγκαταλείφθηκε σύντομα λόγω κόστους.
Η ιστορία της οδού Αθηνάς
Η αρίθμηση της οδού Αθηνάς ξεκινά από το Μοναστηράκι, και κατά την κατασκευή του δρόμου, οι «δημιουργοί» της, Κλεάνθης και Σούμπερτ, την προόριζαν για το πιο ωραίο βουλεβάρτο των Αθηνών, που θα συνέδεε το Μοναστηράκι με τα Βασιλικά Ανάκτορα, τα οποία αρχικά επρόκειτο να χτιστούν στην Ομόνοια.
Ο δρόμος απέκτησε αμέσως εμπορικό χαρακτήρα, με μαγαζάκια, υπαίθρια αγορά, θεάματα και καινούρια διώροφα κτίρια, ενώ στη μέση της οδού, σχεδιαζόταν να διαμορφωθεί ο πρώτος κήπος της πόλης, εκεί όπου οι περιπατητές από την αστική γειτονιά της Ομόνοιας προς το λαϊκό κέντρο του Μοναστηρακίου και την Ακρόπολη, θα κάθονταν να ξεκουραστούν. Τελικά, αντί για κήπο, η Αθήνα απέκτησε την πλατεία που σήμερα ονομάζεται Κοτζιά.
Είχε ύψος 26 μέτρα και κατόπτευε όλη την Αθήνα μέχρι τη θάλασσα. Εκεί ήταν το παλάτι της οικογένειας Ατσαγιόλι και έγινε η φυλακή του Οδυσσέα Ανδρούτσου που δολοφονήθηκε.
Γιατί κατεδαφίστηκε.
Οι φωτογραφίες από το 1854 απεικονίζουν τον Ιερό Βράχο διαφορετικό από ότι είναι σήμερα. Ανάμεσα στα αρχαία κτίσματα διακρίνεται ένας ψηλός τετράγωνος πύργος, ο οποίος βρισκόταν απέναντι από το ναό της Αθηνάς Νίκης.
Ο πύργος ανήκε στη διάσημη οικογένεια της Φλωρεντίας, Ατσαγιόλι, η οποία πήρε το όνομά της επειδή ασχολήθηκε με το εμπόριο ατσαλιού και βασίλεψε στο Δουκάτο των Αθηνών για 73 χρόνια. Την περίοδο της κυριαρχίας τους στην Αθήνα μετέτρεψαν τα Προπύλαια σε παλάτι και η αρχαία είσοδος σφραγίστηκε. Για να ανέβει κάποιος στην Ακρόπολη έπρεπε να περάσει από έναν ελικοειδή δρόμο που κατέληγε στο πίσω μέρος της σημερινής εισόδου. Μέσα στο παλάτι είχε χτιστεί και ένα καθολικό εκκλησάκι.
Ο Πύργος βρισκόταν δεξιά από τα Προπύλαια και είχε ύψος είκοσι έξι μέτρα. Μια εσωτερική ξύλινη σκάλα οδηγούσε στο πιο ψηλό σημείο, απ’όπου είχε πανοραμική θέα στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Ήταν πανομοιότυπος με τους πύργους της Βενετίας και οικοδομήθηκε με πεντελικό μάρμαρο και μάρμαρα από τα μνημεία της Ακρόπολης.
Δίπλα του υπήρχε ένας μικρότερος οδοντωτός πυργίσκος και πάνω από τα Προπύλαια υπήρχαν τα διαμερίσματα του διοικητή. Ο μελετητής Πίτερ Λοκ, είχε αναφέρει ότι υπήρχε πιθανότητα το κτίριο να κατασκευάστηκε από την πανίσχυρη δυναστεία Ντε Λα Ρος, η οποία καταγόταν από τη Βουργουνδία και διοίκησαν το Δουκάτων των Αθηνών πριν από τους Ατσαγιόλι.
Η φυλάκιση του Οδυσσέα Ανδρούτσου στον «Γουλά» Μετά την επικράτηση των Οθωμανών, οι Ατσαγιόλι αποχώρησαν από την Αθήνα. Την περίοδο εκείνη ο Πύργος μετατράπηκε σε αποθήκη αλατιού και ονομαζόταν Γουλάς ή Κουλάς από την τουρκική λέξη kule που σημαίνει «πύργος». Στην ελληνική επανάσταση μετατράπηκε σε φυλακή.
Ανάμεσα σε αυτούς που αιχμαλωτίστηκαν ήταν 12 επιφανείς Αθηναίοι πολίτες που συμμετείχαν στον αγώνα. Κατά την πολιορκία της Ακρόπολης οι εννιά από τους 12 εκτελέστηκαν. Ο Πύργος έμελλε να είναι η φυλακή που σημάδεψε το τέλος του γενναίου Οδυσσέα Ανδρούτσου. Ο Έλληνας οπλαρχηγός δεν φυλακίστηκε από τους Τούρκους αλλά από τους πολιτικούς του αντιπάλους.
Ο Μακρυγιάννης μαζί με τον Κωλέττη είχαν αμφιβολίες για την δράση του Ανδρούτσου και οργάνωσαν πλεκτάνη εναντίον του. Αφού έστειλαν το παλιό πρωτοπαλίκαρο του Ανδρούτσου, Γιάννη Γκούρα, να τον συλλάβει, τον φυλάκισαν στο κάτω μέρος του πύργου της Ακρόπολης και τον βασάνισαν. Στις 5 Ιουνίου 1825 ο Ανδρούτσος δολοφονήθηκε από άντρες του Γκούρα στο κελί του και το άψυχο σώμα του πετάχτηκε στα βράχια της Ακρόπολης.
Η κατεδάφιση του Πύργου
Μετά τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους αποφασίστηκε η κατεδάφιση των μετα-κλασικών κτισμάτων που βρίσκονταν στον Ιερό Βράχο. Την περίοδο εκείνη επικρατούσε το ρεύμα του νεοκλασικισμού και οτιδήποτε δεν είχε σχέση με την Αρχαία Ελλάδα κρίθηκε ότι ήταν περιττό.
Το 1874 ο Ερρίκος Σλήμαν, ο Γερμανός αρχαιολόγος που ανέσκαψε την Τροία χρηματοδότησε την κατεδάφιση του πύργου και από τότε τα Προπύλαια πήραν τη σημερινή τους μορφή. Μια ενέργεια που κατά καιρούς επικρίθηκε έντονα γιατί αφαίρεσε ένα μνημείο από τον αρχαιολογικό χώρο.
Γνωρίστηκαν στη δραματική σχολή του Εθνικού θεάτρου, την ημέρα που πήγαν να δώσουν εισαγωγικές εξετάσεις. Τον είχε πλησιάσει πρώτη εκείνη και τον είχε ρωτήσει από που ήταν.
Εκείνος της είχε απαντήσει βαριά,”Από τον Πειραιά”. Η Αλίκη, πειράχτηκε από το ύφος του και του είπε λίγο υποτιμητικά : ”Α… στο λιμάνι…”. Ύστερα την ρώτησε, από που ήταν αυτή και του είπε από το Μαρούσι.
Στον ίδιο ειρωνικό τόνο της απάντησε ”Α, εκεί κοντά στα τρένα;” Όταν τελικά πέρασαν και οι δύο στην σχολή, την πρώτη μέρα των μαθημάτων συστήθηκαν πιο επίσημα. Την ρώτησε το ονομά της και ύστερα της είπε : ”Πολύ φοβάμαι δεσποινίς πως θα πρέπει να αλλάξετε επίθετο. Δεν είναι τόσο θεατρικό”. Εκείνη εκνευρίστηκε και προσπάθησε να μη το δείξει. ”Μάλιστα… και εσάς πως σας λένε;” ”Δημήτρη Παπαμιχαήλ” αποκρίθηκε εκείνος.
Στη σχολή βρισκόντουσαν σε μόνιμη κόντρα. Υπήρχαν βέβαια μέρες, που έδειχνε ο ένας στον άλλον το ενδιαφέρον και την ευαισθησία που έκρυβαν. Αλλά, υπήρχαν και μέρες που ο ένας εκνεύριζε τον άλλον τρομερά. Η αλήθεια είναι πως εκείνη την εποχή δεν υπήρχε τίποτα το ερωτικό.
Εκτός βέβαια, αν υπήρχε και δεν το είχαν καταλάβει. Δεν το απέκλεισαν άλλωστε, ποτέ. Ο Παπαμιχαήλ αποφοίτησε από τη σχολή με άριστα, ενώ η Αλίκη με λίαν καλώς, εν έτει 1955. Ο Χορν που ήταν στην επιτροπή του Εθνικού θεάτρου, παρενέβη στην άριστη βαθμολογία των υπολοίπων. ”Διαφωνώ κύριοι.
Η δεσποινίς Βουγιουκλάκη έχει λάμψη και όχι ζωντάνια. Έχει εμφάνιση αλλά όχι φαντασία. Ούτε ευαισθησία. Της βάζω λοιπόν λίαν καλώς”. Αλλά και για τον Παπαμιχαήλ, είχε ακουστεί πως μιμείται τον Κωτσόπουλο και πως έχει και άλλα ελαττώματα ως θεατρίνος.
Συναντήθηκαν στα κινηματογραφικά πλατώ το 1958, για την ταινία, ”Αστέρω”. Επρόκειτο για ένα βουκολικό δράμα. Το όνομα της Αλίκης μπαίνει πρώτο στις αφίσες και στους τίτλους. Μια μέρα που βρισκόντουσαν σε ένα πούλμαν για να πάνε στα Γιάννενα για κάποια γυρίσματα του είπε περιπαικτικά ”Eίδες; Εσύ πήρες το ”άριστα” στην σχολή, αλλά εγώ είμαι πρώτη στους τίτλους”.
Ο Παπαμιχαήλ άλλαξε δέκα χρώματα. ”Φύγε από μπροστά μου, μη σου ρίξω καμιά ανάστροφη!” Ευτυχώς επενέβησαν οι υπόλοιποι συντελεστές και τα πνεύματα ηρέμησαν. Η επόμενη ταινία τους είναι το 1959 με τον τίτλο, ”Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο”.
Τα χαστούκια που τρώει η Αλίκη, είναι αληθινά. Και αυτά του Παπαμιχαήλ ιδιαίτερα βαριά. Κάποια στιγμή η Αλίκη Βουγιουκλάκη νευρίασε. ”Σε παρακαλώ, για χτύπα πιο ήρεμα μη γίνουμε μαλλιά κουβάρια”. Και ο Παπαμιχαήλ γελούσε.
Το 1960 φτάνουν στην Αντίπαρο για τα γυρίσματα της ”Μανταλένας”. Η Αλίκη έχει ένα σοβαρό ατύχημα κατά την διάρκεια των γυρισμάτων. Στη σκηνή που πέφτει αγκαλιά με τον Παπαμιχαήλ στη θάλασσα ανάμεσα στα δύο καίκια, επειδή είχε προηγηθεί καυγάς και κρατούσε κάποια απόσταση από αυτόν χτύπησε το κεφάλι της στην κουπαστή και έπαθε διάσειση για τρεις μέρες.
Φυσικά, ο Δημήτρης αμέσως την έπιασε από την μέση και την έβγαλε στη ξηρά. Μετά από το περιστατικό, ήρθαν πιο κοντά και προχώρησαν σε προσωρινή ανακωχή. Σ’αυτό βέβαια βοήθησε και το κλίμα του νησιού. Το 1961, ξεκινούν τα γυρίσματα για την ”Αλίκη στο ναυτικό”. Ήταν ό,τι χειρότερο είχε να θυμάται ο Παπαμιχαήλ στα τόσα χρόνια συνεργασίας τους. Δεν μιλούσαν καθόλου και η αιτία ήταν και πάλι τα ονόματα.
Η Αλίκη με την ταινία, ”Μανταλένα” απέσπασε το βραβείο α’γυναικείου ρόλου στο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Λίγο καιρό μετά, έχουμε την πρώτη μεγάλη επίθεση του Παπαμιχαήλ στην Αλίκη μέσω του τύπου. Η συνέντευξη έχει ως εξής :
”Πέρσι μετάνιωσα που ήρθα στο φεστιβάλ. Δεν μπορούσα να κάνω και διαφορετικά γιατί με ”κουβάλησαν”. Τα βραβεία πέρυσι είχαν διανεμηθεί εκ των προτέρων. Εγώ όταν ήρθα εδώ, γνώριζα τα αποτελέσματα. Όταν μέσα στην κριτική επιτροπή βρίσκεται ο άνθρωπος με τον οποίο έχει δεσμό η Βουγιουκλάκη, είναι δυνατό να πάρει άλλη το βραβείο;
Στην ερώτηση ποια η γνώμη του για την Βουγιουκλάκη, τώρα που σταμάτησε η συνεργασία τους η απάντηση του είναι η εξής…
”Είναι μια θαυμάσια κοπέλα με πολλά προσόντα. Το ατύχημα είναι που έγινε σταρ.” Φυσικά η Αλίκη και εκνευρίστηκε και στεναχωρήθηκε με όσα ειπώθηκαν.
Το 1963 συνεργάζονται ξανά για την ταινία, ”Χτυποκάρδια στο θρανίο” και είναι ίσως η πρώτη φορά που μπορεί να γεννιέται κάτι μεταξύ τους. Η ταινία γυρίστηκε και σε τουρκική version, με διαφορετικό ηθοποιό στον ρόλο του Παπαμιχαήλ.
Και η αλήθεια είναι πως ο Τούρκος συμπρωταγωνιστής την υποδεχόταν κάθε φορά με ένα τριαντάφυλλο ενώ ο Παπαμιχαήλ με βρισιές αν τύχαινε και αργούσε.
Κάποια στιγμή, η Αλίκη το επισήμανε αυτό στον Παπαμιχαήλ και εκείνος πήγε να την δει στην θεατρική παράσταση που έπαιζε εκείνη την εποχή και της πρόσφερε ένα τριαντάφυλλο. Παράλληλα, ο Παπαμιχαήλ, είχε μια σύντομη σχέση με κάποια star της Τουρκίας και ήταν η πρώτη φορά που η Αλίκη έπιασε τον εαυτό της να ζηλεύει.
Το 1964 τους γίνεται πρόταση να παίξουν στο θεατρικό έργο ”Κολόμπ” και δέχονται καθώς είναι κάποιος καιρός που τα βλέμματα που ανταλλάσουν δείχνουν ιδιαίτερη συμπάθεια. Παράλληλα, κάνουν γυρίσματα για την ”Μοντέρνα Σταχτοπούτα”.
Ένα βράδυ, κάνουν μόνοι τους βόλτα στα σοκάκια της Ρώμης και έρχονται πιο κοντά. Την αγκαλιάζει και εκεί καταλαβαίνουν ότι κάτι έχει αρχίσει μεταξύ τους. Στην τελευταία σκηνή του έργου, τη σκηνή του φιλιού, ο σκηνοθέτης φωνάζει ”Stop. Ήτανε τέλειο”.
Μα αυτοί δεν τον ακούνε και συνεχίζουν να φιλιούνται για ώρα ακόμα. Στην Αθήνα, στην πρόβα τζενεράλε της ”Κολόμπ” είναι μια σκηνή όπου ο Παπαμιχαήλ κοιτάζει στα μάτια την Αλίκη και της λέει ”Σ’αγαπώ Κολόμπ. Σ’αγαπώ” και τη φιλάει στο στόμα. Ο Παπαμιχαήλ ξεφεύγει από το έργο και την φιλάει κανονικά. Η Αλίκη ταράζεται.
Στην πρεμιέρα, λίγο πριν βγουν στην σκηνή, ο Παπαμιχαήλ φοράει ένα δαχτυλίδι στο χέρι της Βουγιουκλάκη. ”Αρραβωνιαστήκαμε.” της ανακοινώνει. Σάστισε. ”Τι είπες; Αρραβωνιαστήκαμε;” ”Φυσικά. Και πιο σιγά μη μας ακούσουν στην πλατεία. Πάμε τώρα” ”Μα, που να πάμε; Στην εκκλησία; ” ”Όχι, στην σκηνή” της απαντάει αυτός.
Όταν δημοσιοποιήθηκε η είδηση του αρραβώνα τους, πολλοί υποστήριξαν ότι επρόκειτο για διαφημιστικό κόλπο. Αποφασίζουν να δώσουν μια συνέντευξη τύπου για να διαλύσουν όσα ανακριβή είχαν ειπωθεί εκείνο τον καιρό. Μαζί τους στην συνέντευξη, ο Αλέκος Σακελλάριος. Η συνέντευξη τύπου ξεκινά και η Αλίκη με τον Δημήτρη δηλώνουν κατηγορηματικά πως δεν έδωσαν οι ίδιοι το θέμα στη δημοσιότητα.
Κάποια στιγμή, ο δημοσιογράφος Βραχιολίδης σηκώνεται όρθιος και φωνάζει το όνομα ”Γληνός”. Ο Παπαμιχαήλ ρωτάει τι σχέση έχει αυτό το όνομα με την συζήτηση τους. Ο δημοσιογράφος το ξαναλέει.
Τελικά το συμβάν, κατέληξε με ένα χαστούκι του Παπαμιχαήλ στον Βραχιολίδη. Όπως αποδείχθηκε, ο Βραχιολίδης είχε ακούσει το όνομα αυτό από αρχισυντάκτρια λαικού περιοδικού της εποχής και υποτίθεται πως αυτός ο Γληνός είχε παντρέψει μυστικά τον Παπαμιχαήλ με την Δέσπω Διαμαντίδου όπου διατηρούσαν για χρόνια δεσμό.
Η Αλίκη κατέληξε να κλαίει στην αγκαλιά του Σακελλάριου. Την επόμενη ημέρα οι εφημερίδες οργίασαν. ”Ο Παπαμιχαήλ επετέθη κατά δημοσιογράφου”. ”Θα γίνει γάμος μετά το συμβάν;” Ο Βραχιολίδης έκανε μήνυση στον Παπαμιχαήλ για τεντυμποισμό,τελικά.
Ο γάμος έγινε στους Δελφούς στις 18 Ιανουρίου του 1965. Παρευρίσκοταν τόσο διάσημοι όσο και απλοί θαυμαστές του ζευγαριού. Το γλέντι κράτησε μέχρι τα ξημερώματα με τον Δημήτρη να χορεύει βαριά ζειμπέκικα και την Αλίκη να τον καμαρώνει.
Όμως τη νύχτα του γάμου τους, είχαν το πρώτο τους μεγάλο καυγά, που κατέληξε στο να χαστουκίσει ο Παπαμιχαήλ την Αλίκη.Ωστόσο, η επόμενη ημέρα στο σπίτι τους στην Αθήνα, τους βρίσκει σε πολύ καλές στιγμές, με την Αλίκη να μαγειρεύει για τον σύζυγο της και με τον Παπαμιχαήλ να αστειεύεται και να παριστάνει πως φοβάται για το τι τον περιμένει.
Κάπως έτσι ξεκίνησε η συζυγική τους ζωή και φυσικά τα καυγαδάκια δεν έλειπαν. Αποτελούσαν όμως ακόμη το αλατοπίπερο στη σχέση τους. Την πρώτη επέτειο του γάμου τους, την πέρασαν μόνοι τους αλλά με πολύ έρωτα.
Εκείνος της χάρισε ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι, ενώ εκείνη έναν πίνακα Έλληνα ζωγράφου. Παράλληλα, έχουν συγκροτήσει θίασο οι δυο τους, έχοντας ανεβάσει κατά πολύ το κασέ τους. Μια προσφορά από το θέατρο ”Ακροπόλ” τους πρόσφερε ημερομίσθιο 12.000 δραχμές στον καθένα. Για να γίνει κατανοητό, ένας ημερήσιος μισθός δεν ξεπερνούσε τις 700 δραχμές.
Ο Δημήτρης θέλει να ανεβάσουν έργα ποιότητας. Και ανεβάζουν δύο. ”Του φτωχού τ’αρνί” και τον ”Πειρασμό” του Ξενόπουλου. Παταγώδης αποτυχία και τα δύο. Ο κόσμος στέλνει το μήνυμα στην Αλίκη πως δεν την θέλει σε σοβαρούς ρόλους.
Ο Αλέκος Σακελλάριος γράφει ειδικά για την Αλίκη το ”Η κόρη μου η σοσιαλίστρια”. Θρίαμβος! Στον Δημήτρη δεν αρέσουν αυτά. ”Είναι φτηνοί και εύκολοι ρόλοι. Στη συνείδηση του κόσμου μένεις με μεγάλους ρόλους”. Από αυτό, άρχισαν οι πρώτες διαφωνίες και τα πρώτα σύννεφα στη σχέση τους.
Στα τρία χρόνια που ακολούθησαν, η Αλίκη έμεινε έγκυος κάποιες φορές αλλά πάντα κατέφευγε στην έκτρωση. Πίστευαν και η ίδια και ο Δημήτρης, πως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για παιδιά καθώς ήταν στην καλύτερη τους φάση στο θέατρο.
Από την άλλη, η Αλίκη ήθελε ένα μωρό, μιας και πίστευε ότι με τον ερχομό του ο Δημήτρης θα έκανε υποχωρήσεις σε πράγματα που είχαν να κάνουν με τα επαγγελματικά τους αλλά και με τον μεγάλο ανταγωνισμό που υπήρχε μεταξύ τους.
Εν τέλει αποφάσισαν και οι δύο πως ήθελαν ένα παιδί. Όμως η Αλίκη αντιμετώπισε μεγάλο πρόβλημα στο να συλλάβει. Έκανε τάμα στην Παναγία της Τήνου και ύστερα απευθύνθηκε σε έναν από τους καλύτερους γιατρούς της εποχής, στον Νίκο Παπανικολάου. Εκείνος την υπέβαλε σε κάποια θεραπεία. Η Αλίκη είχε αναφέρει πως είχε δει σαν όραμα μια μαυροφορεμένη γυναίκα κάποιο βράδυ, την Παναγία όπως κατάλαβε.
Εκείνη της είπε πως αυτό που ήθελε θα γινόταν εκείνο το βράδυ. Ο Δημήτρης γύρισε εκείνο το βράδυ από γενική πρόβα, ήταν σκοτωμένος στην κούραση. Η Αλίκη όμως του έλεγε ”Τώρα θα γίνει το παιδί”. Και έκαναν έρωτα εκείνο το βράδυ και με αυτό τον έρωτα η Αλίκη συνέλαβε.
Στα γυρίσματα του ”Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά” κατέφθασε η μεγάλη είδηση στο γιατρό. Η Αλίκη είχε καθυστέρηση. Της είπε να κάνει ένα τεστ. Το έκανε και βγήκε θετικό. Τηλεφώνησε στον γιατρό η αμπιγιέζ της. ”Θετικό, γιατρέ. Κλαίει, γελάει πάρτε την”.
Η Αλίκη ανάμεσα σε λυγμούς και γέλια κατάφερε να του πει ”Ευχαριστώ”. Η εγκυμοσύνη προχωρούσε μαζί με τα γυρίσματα.
Κάποια στιγμή, το κακό συνέβη. Αίμα! Ο γιατρός την βρήκε πνιγμένη στο αίμα στο κρεβάτι του ξενοδοχείου. Ο Δημήτρης τρελός. Οι συμπρωταγωνιστές Παντελής Ζερβός και Άγγελος Αντωνόπουλος ανήσυχοι. Οι συντελεστές αγχωμένοι. Η κατάσταση χειροτέρεψε. Το αίμα συνεχώς γέμιζε σεντόνια. Η κατάσταση οδηγούσε σε απόξεση της μήτρας.
Ο Φιλοποίμην Φίνος που λάτρευε την Αλίκη έστειλε την Κάντιλακ του, που τα καθίσματα της γινόντουσαν κρεβάτι για να φτάσει η Αλίκη άνετα στην Αθήνα. Όταν φτάνουν στην Αθήνα ο γιατρός, της συνιστά πλήρη ακινησία. Πράγματι, η Αλίκη έμεινε στο κρεβάτι τους υπόλοιπους μήνες της εγκυμοσύνης της.
4 Ιουνίου 1969 η Αλίκη φέρνει στον κόσμο τον γιο της, γύρω στις τέσσερις το απόγευμα. Η νοσοκόμα βγήκε και ανακοίνωσε στον Δημήτρη πως είναι αγόρι. Εκείνος ρώτησε ανήσυχος αν είναι και η Αλίκη και το παιδί καλά. Η νοσοκόμα τον καθησύχασε. Πήγε στο δωμάτιο, την αγκάλιασε, την φίλησε και της χάρισε ένα ρουμπινένιο δαχτυλίδι. Είχαν συγκινηθεί και οι δύο.
Εκείνη την εποχή, ο Παπαμιχαήλ δίνει στην Αλίκη μαζί με κάτι άλλα χαρτιά, να υπογράψει και μία μεταβίβαση του σπιτιού στο όνομά του, χωρίς να την έχει ενημερώσει εκ των προτέρων. Η Αλίκη του είχε ως τότε τυφλή εμπιστοσύνη δεν τα πρόσεξε και πήγε να τα υπογράψει.
Όμως ο Λοχαίτης, ένας ηθοποιός που η Αλίκη είχε πάντα κοντά της, είχε μάθει τι ήταν αυτά τα χαρτιά και την ενημέρωσε. Παράλληλα, της τηλεφώνησε και ο συμβολαιογράφος και τη ρώτησε αν είχε συνειδητοποιήσει τι είχε υπογράψει. Τότε ξέσπασε μια κόντρα ανάμεσα τους άνευ προηγουμένου. Έλα αμέσως στο σπίτι. Χωρίζω! Τα έσπασε όλα ο Δημήτρης”.
Στο σπίτι πήγαν πράγματι ο Τόλης, ο αδερφός της Αλίκης, Τάκης, ο Φίνος, ο Δαμασκηνός, ο Μιχαηλίδης αλλά και ο δικηγόρος που τον είχαν ξυπνήσει. Αυτοί αντικρίζουν στο σπίτι μια ατμόσφαιρα πολέμου, με τα πάντα γκρεμισμένα από τον τσακωμό. Κάποια στιγμή η Αλίκη νευριάζει και πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρά τους. Την περιμένουν όλοι, για να συζητήσουν πως θα βγει το διαζύγιο.
Η Αλίκη όμως αργεί πολύ. Είχε πάει κιόλας τέσσερις το βράδυ και βρίσκονταν εκεί από τις 11. Ο Τόλης πηγαίνει να δει τι γίνεται. Η Αλίκη ξαφνιάζεται. ”Ακόμα είναι όλοι έξω; Πώς θα γίνει να τους διώξουμε;”. Ο Τόλης της λέει να μην αργήσει, πηγαίνει μέσα και πληροφορεί τους υπόλοιπους ότι έρχεται.
Τότε ο Δημήτρης πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρα. Περιμένουν μία ώρα περίπου και ανήσυχοι για την ησυχία που επικρατεί, πηγαίνει ο Τόλης στην κρεβατοκάμαρα και τους βρίσκει αγκαλιά να φιλιούνται.
Το 1971 οι φήμες πως χωρίζουν οργιάζουν. Στο μεταξύ, η Αλίκη αγοράζει το δικό της θέατρο, κάτι που κρατά μυστικό από τον Δημήτρη μέχρι την ημέρα των συμβολαίων. Φοβήθηκε, μήπως εξαγριώσει τον Δημήτρη. Στο μεταξύ, οι συχνοί καυγάδες είχαν φθείρει τον Δημήτρη. Είχε αλλάξει.
Ξεσπούσε εύκολα, εκνευριζόταν εύκολα, δεν είχε όρεξη για δουλειά, έκλαιγε συχνά. Προσπαθούσαν βέβαια γιατί είχαν δυσκολευτεί να αποκτήσουν το παιδί τους και κανένας τους δεν ήθελε να είναι παιδί χωρισμένων γονιών.
Συχνά, έστελναν τον μικρό, στην μητέρα της Αλίκης για να μη βρίσκεται μπροστά στους έντονους καυγάδες όπου συχνά έπεφτε ακόμη και ξύλο. Ο Δημήτρης είχε αρχίσει να προσβάλλει την Αλίκη και δημόσια ή όταν είχαν καλεσμένους στο σπίτι τους.
ο 1972 τα πράγματα είχαν τελειώσει πλέον μεταξύ τους και συνέχισαν να μένουν μαζί περισσότερο λόγω του παιδιού. Η καλλιτεχνική τους συνεργασία λήγει το 1974 με την παράσταση ”Ωραία μου Κυρία”.
Μετά βίας παίζουν μαζί πάνω στην σκηνή. Έχει χαθεί κάθε σεβασμός μεταξύ τους. Κάποια στιγμή, εκείνη την εποχή, η Αλίκη είπε στον Δημήτρη μπροστά σε κόσμο ”Δημητράκη κάνεις πολύ τον μάγκα. Δώσε μου εδώ αν μπορείς μια σφαλιάρα που το παίζεις το καλό παιδί.”
Και ο Δημήτρης σε έναν από τους τελευταίους τους μεγάλους καυγάδες, της είχε πει ”Τρέχα να το πεις στις εφημερίδες πως δεν σου φέρομαι καλά. Εμένα θα πιστέψουν. Εμένα που σ’έβαλα να παίξεις Ανούιγ. Εγώ είμαι άλλωστε το καλό παιδί”.
Την τελευταία φορά, μάλωσαν τόσο έντονα ώστε η Αλίκη φοβούμενη μήπως ο Δημήτρης επιτεθεί και στο παιδί, μάζεψε τα πράγματα της και έφυγε μαζί με τον μικρό. Τηλεφώνησε στον Δημήτρη αργότερα και του είπε να μαζέψει τα πράγματα του και να φύγει.
Το αποκορύφωμα των γεγονότων, ήταν το άδειασμα του εξοχικού τους, που το είχαν αγοράσει μαζί λίγα χρόνια πριν. Στο πάτωμα ήταν γραμμένο με κιμωλία ”Εδώ έζησε ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ”. Η Αλίκη έπαθε σοκ. Όταν ύστερα από κάποιες μέρες ξαναπήγε εκεί, είδε πως το οικόπεδο ήταν χωρισμένο με συρματόπλεγμα σαν στρατόπεδο. Εν τέλει αγόρασε και το μερίδιο του Δημήτρη.
Το διαζύγιο εκδίδεται επίσημα το ’76 ύστερα από πολλές διαμάχες και για τα περιουσιακά μα και για την επιμέλεια του παιδιού.
Κάπως έτσι τελείωσε ο γάμος. Τελείωσε όμως και ο έρωτας; Στα προσωπικά τους βέβαια προχώρησαν και οι δύο. Μετά από 10 χρόνια συνεργάζονται θεατρικά στο ”Εκπαιδεύοντας την Ρίτα”. Τεράστια επιτυχία και οι δύο τους φαίνεται να περνούν καλά. Στην περιοδεία του έργου, ένα βράδυ ο Δημήτρης θυμώνει καθώς κατηγορεί για την Αλίκη που έπαιρνε όταν ήταν παντρεμένοι περισσότερα χρήματα από αυτόν. Φώναζε πως δεν κάνει παράσταση.
Η Αλίκη έκλαιγε. Οι παραγωγοί προσπαθούσαν να τον μεταπείσουν. Τότε φωνάζει αυτός μέσα στο σκοτάδι, ”Είστε τρελοί που δεν θα κάνω παράσταση.Και παράσταση θα κάνω και θα είμαι καλύτερος απ’αυτή”. Τον επόμενο χρόνο ξανασυνεργάζονται για τελευταία φορά στη ”Φιλουμένα Μαρτουράνο”.
Φυσικά, ο Δημήτρης επιτέθηκε πολλές φορές τα επόμενα χρόνια στην Αλίκη μέσω του τύπου. Πότε την αποκαλούσε τρελή, πότε έλεγε πως ο γάμος μαζί της ήταν σωστή χούντα. Άλλοτε πάλι, διέλυσε μια τζαμαρία, την ώρα που έτρωγε η Αλίκη σε μια ταβέρνα με φίλους της για τα γενέθλια της.
Διέλυσε την τζαμαρία με το αμάξι, βγήκε έξω και της τραγουδούσε ”Μας υποχρέωσες, μας υποχρέωσες, μα δεν μας είπες τελικά πόσο μας χρέωσες…”.
Κάποια στιγμή, η Αλίκη θυμωμένη από την αλλοπρόσαλη συμπεριφορά του Δημήτρη, σε ερώτηση δημοσιογράφου, για τις επιθέσεις που δέχεται από τον πρώην συζυγό της απάντησε με ένα ψυχρό χαμόγελο : ”Δεν ασχολούμαι με πρώην. Μόνο με νυν.”
Μετά τον θάνατο της Αλίκης, ο Δημήτρης έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του. Ξαφνικά ένιωσε πως έχασε την αντιπαλό του, τον λόγο για να συνεχίσει να δουλεύει, τον ανταγωνιστή του, την ζωή του, όπως θα εξομολογηθεί το 1997 σε κάποιο φίλο του.
Και η Αλίκη το 1995 που είχε αρχίσει να κουράζεται προφανώς από την αρρώστια της έλεγε παραπονεμένη πως έναν άντρα αγάπησε μα ήταν πολύ βαρύς, πολύ μάγκας. Λένε πως έλεγε για τον ”κύριο Δημητράκη” όπως τον αποκαλούσε. Δε θα το μάθουμε ποτέ.
Ο Φίνος αντιπαθούσε την τηλεόραση. Στη συνέχεια όμως αναγκάστηκε να παραχωρήσει τα δικαιώματα των ταινιών του στη μικρή οθόνη για να πληρώνει τα χρέη του.
Πέθανε χρεωμένος με υποχρεώσεις που έφταναν τις περίπου 50.000.000 εκατομμύρια δραχμές. Ένα χρέος το οποίο κληροδότησε στη σύζυγό του, Τζέλα. Κι εκείνη με μαεστρία κατάφερε να διατηρήσει ζωντανή την επιχείρηση χωρίς να εκποιήσει το παραμικρό περιουσιακό στοιχείο.
Ποιος ανακάλυψε την Αλίκη Βουγιουκλάκη; Ο Φίνος. Αυτός ήταν την έκανε φίρμα. Και οι δυο τους διέθεταν ισχυρή προσωπικότητα και συγκρούστηκαν πολλές φορές. Κυρίως όταν η Αλίκη έφευγε από το τηλεοπτικό πλατό της Φίνος Φιλμ για να πάει στον Καρατζόπουλο, στους Δαμασκηνό-Μιχαηλίδη ή αλλού. Κυκλοφόρησε η φήμη ότι ο Φιλοποίμενας αποκαθήλωνε το κάδρο της από το γραφείο του κάθε φορά που εκείνη έφευγε από την εταιρεία του, για να το επαναφέρει όταν εκείνη έδιναν και πάλι τα χέρια για την παραγωγή μιας νέας ταινίας στη Finos Film.
Σπίτι δικό του δεν απέκτησε παρά στα τελευταία χρόνια της ζήσης του. Η γυναίκα του τον παρότρυνε να αγοράσει ένα δυάρι. Εκείνος προτιμούσε να ξοδεύει κάθε δραχμή που είχε πάνω του, για να αγοράζει καινούργια μηχανήματα και να στήνει καινούργιες παραγωγές.
Κουβαλούσε πάντοτε πάνω του ένα κατσαβίδι και μ’ αυτό επιδιόρθωνε ή τροποποιούσε τα μηχανήματά του. Κι αν κάποιος τον χαρακτήριζε… «κατσαβιδάκια», μόνο υπερβολικός δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί.
Στις καλές εποχές έβγαζε στο κινηματογραφικό πανί περίπου 16 ταινίες το χρόνο, ενώ είχε ξεκινήσει δειλά το 1943 με πρώτη του ταινία τη «Φωνή της Καρδιάς».
Όταν ο ίδιος έκλεισε των κύκλο των ταινιών του, το έκανε και πάλι με μία μόνο ταινία. Κύκνειο άσμα της Φίνος Φιλμ στις 12 Ιανουαρίου 1977 ήταν το «Ο Κυρ-Γιώργης Εκπαιδεύεται» του Γιάννη Δαλιανίδη. Ο Φίνος όμως δεν την είδε ποτέ να προβάλλεται στις αίθουσες. Πάλευε με τον καρκίνο σε νοσοκομείο του Λονδίνου, ενώ πέθανε δύο εβδομάδες αργότερα, βάζοντας τέλος σε μία ολόκληρη εποχή ελληνικού κινηματογράφου. Η αδηφάγος τηλεόραση είχε ήδη εισβάλει σε πολλά ελληνικά νοικοκυριά πλήττοντας τις μεγάλες κινηματογραφικές αίθουσες της εποχής. Διαδοχικά άρχισαν να κλείνουν αρκετές από αυτές, καθώς έκοβαν πλέον ελάχιστα εισιτήρια.
Για τη Φίνος Φιλμ και το Φίνο συναντήσαμε έναν από τους κληρονόμους του και πνευματικό του παιδί. Το Γιώργο Τσαγκαράκη, ο οποίος σήμερα είναι ο οικονομικός διευθυντής της εταιρείας. Τόσο αυτός, όσο και η διευθύντρια Μάρκετινγκ της Φίνος Φιλμ, θυμούνται και σχεδιάζουν το μέλλον. Η αλήθεια είναι όμως πως η ακούραστη παραγωγική δραστηριότητα του χθες, δεν είναι παρά ανάμνηση.
Ακολουθεί η συνέντευξη που παραχώρησαν στο newsbeast.gr:
– Αν και η παραγωγή ταινιών διακόπηκε μετά το θάνατο του Φιλοποίμενα Φίνου, πρόσφατα -το 2006- προχωρήσατε σε συμπαραγωγές όπως η ταινία «Uranya», καθώς και στην επανέκδοση του «Ηλία του 16ου». Γιατί επιλέξατε να σιωπήσετε όλα αυτά τα χρόνια;
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Αυτή τη στιγμή η Finos περιμένει να ξεκαθαρίσει το τοπίο του χώρου. Δραστηριοποιείται μόνο σε τηλεοπτικές προβολές των παλιών της ταινιών, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν συμπαραγωγές στις οποίες μπορεί να ποντάρει κανείς.
Έτσι έχουμε περιοριστεί αποκλειστικά στην εκμετάλλευση των ταινιών που άφησε πίσω του ο Finos».
Χριστίνα Σιγάλα: «Στηρίζουμε παράλληλα το φεστιβάλ Δράμας -τα δύο τελευταία χρόνια- καθώς και τις παράλληλες εκδηλώσεις του.
Επιπλέον έχουμε παρουσία στα social media και ο κόσμος μπορεί να μιλήσει με τη Finos Film. Ομολογώ ότι δεν περιμέναμε ούτε εμείς οι ίδιοι τόσο μεγάλη ανταπόκριση.
Ωστόσο η εταιρεία δεν κάνει παραγωγές γιατί και η οικονομική κατάσταση της χώρας δεν το επιτρέπει. Άλλωστε η κατάσταση ακόμα και για τις μικρές παραγωγές είναι τέτοια που δεν προσφέρει δημιουργικές ευκαιρίες. Και η Finos, εάν θέλει να βγει και να πει “η Finos Film παρουσιάζει”, θα πρέπει να προβάλει ένα προϊόν υψηλών αξιώσεων.
Αυτή τη στιγμή έχουμε στη διάθεσή μας όλες τις ταινίες της Finos ψηφιοποιημένες, ενώ στόχος μας είναι να τις βγάλουμε κάποια στιγμή σε blu-ray. Δεν αποκλείεται να δημιουργήσουμε και κάποιο συνδρομητικό κανάλι, το οποίο θα δίνει τη δυνατότητα στους χρήστες να βλέπουν όποια ταινία επιθυμούν».
– Ήταν γνωστή η αποστροφή του Φιλοποίμενα Φίνου για την τηλεόραση. Τι θα έλεγε εάν ζούσε σήμερα και έβλεπε την εταιρεία που εκείνος ίδρυσε να φιγουράρει στο Facebook;
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Θα το δεχόταν. Οι εποχές έχουν αλλάξει άλλωστε και η σημερινή πραγματικότητα διαφέρει».
– Η αντίστροφη μέτρηση άρχισε μετά το θάνατο του Φίνου, δεδομένης της ταύτισης που είχε η εταιρεία με το όνομα και την προσωπικότητά του ή είχε ξεκινήσει νωρίτερα;
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Η αντίστροφη μέτρηση για την παραγωγή είχε έρθει πολύ πριν το θάνατο του Φίνου. Όταν η παραγωγή των 16 ταινιών ετησίως, έφτασε στην παραγωγή μίας μόλις ταινίας, η οποία προβλήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με το θάνατό του. Κι αυτή ήταν η ταινία “Ο κυρ Γιώργης εκπαιδεύεται” με τον Παπαγιαννόπουλο».
Χριστίνα Σιγάλα: «Αναμφισβήτητα πάντως η Finos ήταν ο Φιλοποίμην Φίνος, και ο Φίνος ήταν η Finos Film».
– Ποιοι διαχειρίζονται την πνευματική της κληρονομιά; Ποιους εμπιστεύθηκε ο Φίνος;
Χριστίνα Σιγάλα: «Ο Φίνος άφησε κληρονομιά στη γυναίκα του τη Τζέλα. Εκείνη ήταν ανέκαθεν το δεξί του χέρι στην επιχείρηση, και ανέλαβε να διαχειριστεί την εταιρία με απόλυτη επιτυχία έως τα 96 που έφυγε από τη ζωή.
Σήμερα στην κεφαλή της εταιρείας βρίσκονται τα πρόσωπα που άφησε ως κληρονόμους στη διαθήκη της η Τζέλα Φίνου».
– Ισχύει ότι ο Φίνος δεν αγόρασε ποτέ δικό του σπίτι; Ήταν λάθος το γεγονός ότι δεν φρόντισε για τα γεράματά του παρά προσπάθησε να επενδύσει σε νέα μηχανήματα, νέες ταινίες;
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Μόνο λίγα χρόνια πριν το θάνατό του, κι αυτό με την προτροπή της γυναίκας του, κατάφερε να αγοράσει ένα σπίτι».
Χριστίνα Σιγάλα: «Ο Φίνος πέθανε χρεωμένος».
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Το χρέος το οποίο άφησε πλησίαζε τα 50.000.000 δραχμές. Φανταστείτε ότι είχαν συμβουλεύσει τη γυναίκα του να αποποιηθεί την κληρονομιά. Τα ποσά ήταν τέτοια, ώστε το μόνο περιουσιακό στοιχείο το οποίο είχε τότε ο Φίνος ήταν αυτό το δυομισάρι διαμέρισμα και τα στούντιο στα Σπάτα. Δεν υπήρχαν καν τα μετρητά για να εκπληρωθούν οι υποχρεώσεις.
Και η Τζέλα έπρεπε ή να αποποιηθεί την κληρονομιά ή να την αποδεχτεί και να εκποιήσει την περιουσία. Παρόλ’ αυτά εκείνη τα κατάφερε χωρίς να εκποιήσει το παραμικρό περιουσιακό στοιχείο. Γι’ αυτό και είμαστε τώρα εδώ και μιλάμε».
– Ο ρομαντισμός του υπερνικούσε την ορθή οικονομική διαχείριση που θα έπρεπε να κάνει με αποτέλεσμα να μπαίνει μέσα οικονομικά;
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Είχε ένα ελάττωμα.Όταν είχε 10 δραχμές, με τις οποίες μπορούσε να περάσει ένα μήνα, προτιμούσε να τις διαθέσει στην παραγωγή. Αυτό δεν του επέτρεπε να διαχειριστεί με σύνεση τα οικονομικά του. Δεν τον ενδιέφερε ακόμα και αν δεν είχε να πληρώσει το ΙΚΑ. Έπρεπε όμως να έχει πετρέλαιο το καλοριφέρ στα Σπάτα για να μην κρυώνουν οι ηθοποιοί».
Χριστίνα Σιγάλα: «Και φυσικά ήταν πολύ ρομαντικός!»
– Κύριε Τσαγκαράκη ποια ήταν η σχέση που είχατε μαζί του;
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Ήταν ο πατέρας μου. Θυμάμαι πως όταν είχα πάει τον πρώτο καιρό για δουλειά, μπήκε μία μέρα στο γραφείο. Μόλις με είδε ρώτησε: “Αυτός ο μικρούλης τι θέλει εδώ;”.
Δεν γνώριζε καν την ύπαρξή μου. Από τότε όμως πέρασαν 50 χρόνια και κάθομαι σε αυτή την καρέκλα μιλώντας για εκείνον».
– Ήταν ισχυρογνώμων ο Φίνος; Ρωτάω δεδομένου ότι τον θυμάμαι να λέει σε μία από τις συνεντεύξεις του ότι η Βουγιουκλάκη ήθελε να ελέγχει τα πάντα. Από τα ρούχα που φορούσε, έως και τον τρόπο που θα συμπεριφερόταν δημοσίως χωρίς να δέχεται παρεμβάσεις… Εκείνος ήθελε να επιβάλει αυτά που πίστευε ή άκουγε και τους άλλους;
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Ήταν ισχυρογνώμων. Παρόλ’ αυτά δεν επέβαλε την άποψή του χωρίς να την τεκμηριώσει. Την τεκμηρίωνε και την επέβαλε.
Θυμάμαι κάποτε του είχε διαμαρτυρηθεί η Βασιλειάδου ότι είχε καθιερωθεί ως λαϊκή γυναίκα, και παρουσιαζόταν πάντοτε ατημέλητη. “Ρε Φίφη, να μη σουλουπωθώ κι εγώ σε μια ταινία;”, τον είχε ρωτήσει.
“Όχι”, της απάντησε κοφτά ο Φίνος.
“Μα γιατί όχι;”, συνέχισε εκείνη.
“Άκου να δεις Γεωργία. Ο κόσμος σε έχει συνηθίσει έτσι. Προσπάθησε αν θέλεις, αλλά θα δεις ότι δεν θα σου βγει”, ανταπάντησε ο Φίνος.
Αφού το σκέφτηκε η Βασιλειάδου παραδέχτηκε πως ο Φίνος είχε δίκιο και παράτησε την προσπάθειά της να τον πείσει».
– Η Βουγιουκλάκη κουβαλούσε αυτό το «σταριλίκι» που περιέγραφε ακόμα και ο ίδιος ο Φίνος;
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Το είχε μέσα της. Αλλά όλοι όσοι έχουν αυτές τις τάσεις, αλλού το εκδηλώνουν περισσότερο και αλλού λιγότερο. Όπου τους περνάει δηλαδή.
Ο Φίνος πάντως ήταν εκείνος που την ανέδειξε. Μπορεί να είχε συμμετάσχει σε άλλες παραγωγές νωρίτερα, αλλά ο Φίνος την έκανε γνωστή.
Το 1968, ο Φίνος απαίτησε από τους συνεργάτες του την Αλίκη. Λέγεται πως μια μέρα τους μάζεψε στο γραφείο του και είπε: “Φέρτε μου πίσω την Αλίκη με οποιοδήποτε κόστος”. Της πρόσφερε τότε 500.000 δραχμές για να ενσαρκώσει τον Πίπη στην ταινία “Η Αρχόντισσα και ο Αλήτης”»…
– Ισχύει πως όταν έφευγε για να πάει σε άλλες εταιρείες, εκείνος κατέβαζε το κάδρο της από το γραφείο του και όταν επέστρεφε το ξαναέβαζε στη θέση του;
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Θα έλεγα ότι όλα αυτά που λέγονταν τότε ήταν υπερβολές. Χωρίς να αμφισβητώ ότι υπήρχαν περίοδοι εντάσεων. Οι εντάσεις όμως προέκυπταν για θέματα της δουλειάς. Δεν υπήρχε τίποτα προσωπικό στα όσα συνέβαιναν. Το γεγονός άλλωστε ότι επανασυνδέονταν επαγγελματικά είναι χαρακτηριστικό της σχέσης τους. Συνήθως ο Φίνος ήταν πολύ σκληρός όταν τον “πείραζε” κάποιος. Δεν υπήρχε περίπτωση να αποκαταστήσει τις σχέσεις του».
Χριστίνα Σιγάλα: «Φανταστείτε ότι τελικά απέκτησαν και συγγενικές σχέσεις. Η Τζέλα Φίνου βάφτισε το γιο της Αλίκης».
– Πώς έκλειναν οι συμφωνίες για μία νέα ταινία την εποχή εκείνη;
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Όλα γίνονταν στα λόγια. Ηθοποιοί, σκηνοθέτες και όλοι οι συντελεστές είχαν απεριόριστη εμπιστοσύνη στο Φίνο. Κάτι που έχουμε τηρήσει έως και σήμερα. Φανταστείτε ότι έρχονται οι κληρονόμοι και εισπράττουν χρήματα, χωρίς οι πρόγονοί τους να έχουν υπογράψει ποτέ συμβόλαιο με την εταιρεία.
Κανείς δεν αμφισβητούσε τα χρήματα που του έδινε ο Φίνος. Εφόσον το είχε πει εκείνος η κουβέντα τελείωνε».
– Κάποιοι παραπονούμενοι έσπευσαν να πουν ότι η Finos στιγματίστηκε κυρίως από την εποχή Διαλιανίδη και την εποχή Φώσκολου. Τι απαντάτε;
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Όσοι λένε κάτι τέτοιο έχουν άδικο. Γιατί υπήρχε και εποχή Τζαβέλα, Σακελάριου, Τσιφόρου, Τζίμα, Τάσιου, αλλά και Κούνδουρου. Και πολλών άλλων
Ίσως τα λένε επειδή δεν μπόρεσαν να μπούνε στη Finos. Αυτό το δέχομαι.
Πολλοί όμως δεν είχαν διάθεση να ασπαστούν τη φιλοσοφία του Φίνου, ο οποίος ζητούσε να είναι τέλειο το αποτέλεσμα.
Φανταστείτε ότι γύρισε ταινία δύο φορές, ενώ υπήρξε και ταινία η οποία δεν βγήκε ποτέ στις αίθουσες -«Η Φωτιά»- καθώς ο ίδιος θεώρησε ότι ήταν αρκετά τολμηρή για την εποχή της. Δεν ήταν πορνό, αλλά είχε κάποια γυμνά και τελικά αποφάσισε ότι δεν θα τη βγάλει.
Ακόμα και η Στεφανία όμως είχε χαρακτηριστεί ως αυστηρώς ακατάλληλη».
– Φίνος, ο άνθρωπος με το κατσαβίδι;
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Οπωσδήποτε ήταν ο άνθρωπος με το κατσαβίδι. Όταν έφερε στην Ελλάδα τα μαγνητόφωνα Nagra -λίγο μεγαλύτερα από ένα ντοσιέ Α4- ξεκίνησε να τα λύνει ένα προς ένα. Έστειλε τότε μία επιστολή στην εταιρεία, λέγοντας: “Έχω να κάνω μία παρατήρηση. Πρέπει να προβείτε σε αυτή τη διόρθωση”.
Η εταιρεία και συγκεκριμένα ο Στέφαν Κουντέλσκι ανέφεραν στο εξής ότι η συγκεκριμένη διόρθωση προήλθε μετά από διόρθωση του Φίνου.
Ήταν τόσο τελειομανής στα τεχνικά ζητήματα, σε σημείο που σκούπιζε το γράσο από τα μηχανήματα ακόμα και με το πουκάμισο ή τη γραβάτα που φορούσε! Όταν τον ρωτούσαν γιατί του άρεσε τόσο πολύ να ασχολείται με τα μηχανήματα, απαντούσε ότι δεν είχε την πολυτέλεια χρόνου να στείλει στο εξωτερικό κάποιο από αυτά και να του το ξαναστείλουν πίσω.
“Έχω προγραμματίσει γυρίσματα για τους επόμενους δύο μήνες και πρέπει οπωσδήποτε να επισκευάσω το μηχάνημα στην Ελλάδα”, έλεγε συνήθως.
Αντί για πιρούνι εκείνος είχε κατσαβίδι».
– Η Βλαχοπούλου όπως είναι γνωστό δεν ξεκίνησε ως ηθοποιός, αλλά ως τραγουδίστρια. Παρόλ’ αυτά κι εκείνη έκανε ντεμπούτο στη Finos.
Χριστίνα Σιγάλα: «Τη Βλαχοπούλου την έφερε ο Δαλιανίδης, ο οποίος ουσιαστικά την επέβαλε στο Φίνο».
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Οι σκηνοθέτες έκαναν τις προτάσεις κι εκείνος απαντούσε “ναι” ή “όχι.
Θυμάμαι πως όταν του έκαναν πρόταση για κάποιον ηθοποιό, πήγαινε ο ίδιος και τον έβλεπε στο θέατρο».
– Το Δαλιανίδη ποιος τον πρότεινε στο Φίνο;
Χριστίνα Σιγάλα: «Δεν είναι γνωστό πως γνωρίστηκαν. Ξέρω όμως να σας πω ποιος πρότεινε τον Κακογιάννη. Υπάρχει η επιστολή του Δημήτρη Χορν, η οποία αποδεικνύει ότι εκείνος τον έφερε στο Φιλοποίμενα: “Αγαπημένε μου Φιλοποίμην, θέλω να σου συστήσω έναν εξαιρετικό και ταλαντούχο σκηνοθέτη, το Μιχάλη Κακογιάννη. Θα ήταν μεγάλη χαρά εάν μπορούσατε να συνεργαστείτε μαζί. Πιστεύω ότι το αποτέλεσμα θα είναι μοναδικό”.
Τον Φώσκολο, ο οποίος ήταν σεναριογράφος, τον προέτρεψε ο Φίνος να γίνει σκηνοθέτης».
– Πήρε ποτέ κρατική επιχορήγηση;
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Όχι. Τα μόνα χρήματα που εισέπραττε ήταν από την επιστροφή του φόρου δημοσίων θεαμάτων που έπαιρναν όλοι οι παραγωγοί. Δεν πήρε ποτέ του ούτε μία δραχμή για την παραγωγή ταινίας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το δάνειο που πήρε για να γυρίσει την τελευταία ταινία της Finos, “Ο κυρ Γιώργης εκπαιδεύεται”».
– Το κανάλι που είχατε δημιουργήσει κάποια στίμη στο ΥouΤube τι απέγινε;
Χριστίνα Σιγάλα: «Κατέβηκε σχεδόν αμέσως, μόλις στον πρώτο μήνα λειτουργίας του. Αντιμετωπίσαμε αρκετά προβλήματα με τους φορείς συλλογικής διαχείρισης πνευματικών δικαιωμάτων».
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Στην πραγματικότητα ήθελαν κάποιοι να χτυπήσουν τη Finos Film. Διάφοροι κληρονόμοι νόμιζαν ότι τους εκμεταλλεύεται η εταιρεία, προβάλλοντας τις ταινίες στο διαδίκτυο χωρίς να τους αποδίδει τα δικαιώματα. Οι άνθρωποι αυτοί όμως δεν έχουν καμία σχέση και δεν νοιώθουν τίποτα για τις ταινίες. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να εισπράξουν τα χρήματά τους.
Φανταστείτε ότι υπάρχουν ταινίες, στις οποίες έχουν δικαιώματα ακόμα και 17 διαφορετικοί κληρονόμοι».
– Τι ήταν αυτό που οδήγησε το Φίνο στο περιθώριο;
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Όταν αρρώστησε, άρχισε να μη μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που είχε για την παραγωγή. Έκανε βέβαια την εμφάνισή της και η τηλεόραση με αποτέλεσμα να μειώνονται μέρα με τη μέρα τα εισιτήρια που έκοβαν οι κινηματογράφοι».
– Ο Φίνος παρά το γεγονός ότι δεν ήθελε να δώσει τις ταινίες του στην τηλεόραση, τελικά το έκανε…
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Ήταν απαραίτητο για να μπορέσει να αποπληρώνει το δάνειο που είχε πάρει από την Εθνική Τράπεζα. Συγκεκριμένα, υπήρχε όρος στη σύμβαση, ο οποίος ανέφερε ότι εάν δεν πλήρωνε τις δόσεις, η τράπεζα είχε το δικαίωμα να βάλει ταμεία στο γραφείο εκμετάλλευσης. Επομένως ότι έμπαινε στο ταμείο της Finos θα το έπαιρνε η τράπεζα.
Θεωρούσε μάλιστα ότι τα παιδιά που δεν είχε, ήταν οι ταινίες του.
Θα σας αφηγηθώ ένα περιστατικό: Με τον Καραμανλή ήταν συμφοιτητές στη Νομική και πολύ φίλοι. Όταν ο πρώτος γύρισε στην Ελλάδα από το Παρίσι και ανέλαβε τη διακυβέρνηση, φώναξε το Φίνο να αναλάβει πρόεδρος στην ΕΡΤ. Εκείνος αρνήθηκε κατηγορηματικά, λέγοντάς του ότι το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν ο κινηματογράφος. Δεν του άρεσε η “πρόχειρη” δουλειά της τηλεόρασης».
– Ο Φίνος κατηγορήθηκε ότι διατηρούσε καλές σχέσεις με τη Χούντα, γι’ αυτό και μπόρεσε να πάρει πιο εύκολα δάνειο ώστε να φτιάξει τα στούντιο στα Σπάτα. Τι απαντάτε;
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Ο πατέρας του ήταν γιατρός με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και τροφοδοτούσε τους αντάρτες.
Ξέρετε ότι ο Φίνος ήταν ένας από τους 52 που θα κρεμούσαν οι Γερμανοί στο Πικέρμι; Ο πατέρας υπέγραψε και αποποιήθηκε κάθε περιουσιακό στοιχείο που είχε στην κατοχή του. Ήθελε έτσι να αποδείξει ότι το παιδί δεν είχε καμία ευθύνη. Ωστόσο δεν γλίτωσαν ο πατέρας και ο παππούς του.
Σε ό,τι αφορά στη Χούντα που με ρωτήσατε: Πώς είναι δυνατόν τα είχε καλά μαζί της, όταν για να φτιάξει τα στούντιο στα Σπάτα πήρε δάνειο από την Εθνική Τράπεζα, το οποίο όταν πέθανε ανερχόταν στα 50.000.000 δραχμές;
Στα εγκαίνια, μάλιστα, όταν ο υπουργός Βιομηχανίας της Χούντας πήγε να πει ότι επί των ημερών του δημιουργήθηκαν τα στούντιο, ο Φίνος του άρπαξε το μικρόφωνο και τον διόρθωσε: “Κάνετε λάθος! Αυτά τα έχω φτιάξει με δάνειο που πήρα από την Εθνική Τράπεζα”. Δεν ξέρω λοιπόν ποιοι τον κατηγόρησαν, ξέρω όμως ότι πολλοί τον φθονούσαν».
– Γιατί ασχολήθηκε με την παραγωγή, δεδομένου ότι είχε σπουδάσει νομικά;
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Ο πατέρας του είχε τον κινηματογράφο Αλκαζάρ στο σταθμό Λαρίσης. Ο Φίνος μεγάλωσε μέσα εκεί. Φανταστείτε μάλιστα ότι δεν βρέθηκε ποτέ το πτυχίο της Νομικής, το οποίο ποτέ του δεν παρέλαβε. Ήθελε να κάνει απλά το χατίρι του πατέρα του, καθώς εκείνος είχε μάθει από μικρός στην καμπίνα».
– Τον θυμάστε στις τελευταίες του στιγμές;
Γιώργος Τσαγκαράκης: «Τον τελευταίο καιρό βρισκόταν σε νοσοκομείο του Λονδίνου. Τον βλέπαμε και στενοχωριόμαστε, καθότι ήταν ένας άνθρωπος πολύ ζωντανός. Έτσι τον είχαμε συνηθίσει. Και ξαφνικά δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει…»
Το 2014, ο τούρκικος κινηματογράφος συμπληρώνει 100 χρόνια ζωής και μάλιστα η Ταινιοθήκη της Ελλάδας τιμά αυτήν την επέτειο των γειτόνων μας με ειδικό αφιέρωμα προβολής σημαντικών τουρκικών ταινιών το διάστημα 23-29 Οκτωβρίου.
Σχετικά με την επέτειο αυτή, η συνεισφορά του μπλογκ είναι διπλή: κατ’ αρχήν περιορίζεται σε μια – απλά ονομαστική – αναφορά στην πρώτη τουρκική ταινία που προβλήθηκε στη χώρα μας, ενώ ακολουθεί μια πιο λεπτομερή περιγραφή της πρώτης ομιλούσας ταινίας του τουρκικού κινηματογράφου, η οποία μάλιστα είχε και κάποια μικρή γεύση από Ελλάδα, αφού στην Αθήνα και τον Πειραιά πραγματοποιήθηκαν κάποια από τα γυρίσματα.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα ελληνικών εφημερίδων το Δεκέμβριο του 1930, μετά και την υπογραφή του ελληνοτουρκικού συμφώνου από τους Ελευθέριο Βενιζέλο και Κεμάλ Ατατούρκ, είχε προγραμματιστεί να προβληθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα μια τούρκικη ταινία μυθοπλασίας, η κινηματογραφική διασκευή της – πολύ δημοφιλούς και στην Ελλάδα – οπερέτας “Ο Λεμπλεμπιτζής Χορ-Χορ Αγάς”, μια ταινία ηχητική, αλλά όχι ομιλούσα.
Εξάλλου, ένα χρόνο αργότερα γυρίστηκε η πρώτη ομιλούσα, τουρκική ταινία, που επίσης θα προβαλλόταν στη χώρα μας. Είχε τον τίτλο “Ο ζητιάνος της Σταμπούλ”, ενώ διαπνεόταν και από άρωμα Ελλάδας, καθώς ένα μέρος των γυρισμάτων πραγματοποιήθηκε στη χώρα μας, ενώ στην ταινία συμμετείχαν και δύο Έλληνες ηθοποιοί: ο – αγαπητός στο ελληνικό κοινό – ο Περικλής Γαβριηλίδης και η – λιγότερο γνωστή – Λιλή Γκρίτση, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της Τοτώς Δαμία, η οποία κυνηγούσε μια καριέρα ως ηθοποιός στη Νίκαια της Γαλλίας.
Η συγκεκριμένη ταινία προβλήθηκε στην Ελλάδα το Φεβρουάριο του 1932 και συγκεκριμένα από τις 08.02, όταν βρισκόταν στην τρίτη εβδομάδα προβολής της η πρώτη ομιλούσα ελληνική ταινία (γυρισμένη στην Ελλάδα), ο “Αγαπητικός της βοσκοπούλας”.
Η σκηνοθεσία του “Ζητιάνου της Σταμπούλ” έγινε από τον Ερτογρούλ Μουχσίν βέη, ο οποίος υπέγραφε και το σενάριο. Ο Ερτογρούλ Μουχσίν ήταν πρωταγωνιστής του τουρκικού εθνικού θεάτρου, ο οποίος παρακολούθησε ειδικές σπουδές σκηνοθεσίας σε Γερμανία και Ρωσία. Μετά την επιστροφή του στην Τουρκία ανέλαβε καλλιτεχνικός διευθυντής της εταιρίας “Κεμάλ-Φιλμ” και σκηνοθέτησε τη συντριπτική πλειοψηφία των – λίγων αριθμητικά – τουρκικών ταινιών της εποχής., όπως “Ο ταχυδρόμος της Άγκυρας”, “Κόκκινο πουκάμισο”, “Ζωή του χαρεμιού”, “Τραγωδία του Πύργου του Λεάνδρου” κλπ.
Όσον αφορά τον “Ζητιάνο της Σταμπούλ”, μια αναλυτική περιγραφή της υπόθεσης του έργου είχε ως εξής:
“Η διάσημη Αιγύπτια συγγραφέας Σεμιρά Χανούμ αναζητά θέμα για το νέο της μυθιστόρημα. Αναχωρεί από την Αλεξάνδρεια με προορισμό την Κωνσταντινούπολη, ακούει στο ραδιόφωνο ένα πολύ γλυκό τραγούδι, το “Τραγούδι του Ζητιάνου”. Το βαπόρι έκανε στάση μιας ημέρας στον Πειραιά, όπου η Σεμιρά εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και επισκέφθηκε τις ελληνικές αρχαιότητες (τον ξεναγό υποδυόταν ο Γαβριηλίδης).
Όταν τελικά έφτασε στην Κωνσταντινούπλη, η Σεμιρά νοίκιασε μια βίλα. Μια μέρα, κάτω από το σπίτι περνούσε ένας τυφλός ζητιάνος,ο Ραχμί, συνοδευόμενος από τον αδελφό του, Ταλάτ. Ο ζητιάνος τραγουδούσε με γλυκιά φωνή, το τραγούδι που η συγγραφέας είχε ακούσει στο βαπόρι. Αμέσως τους προσκαλεί στο σπίτι της και ο αδελφός του τυφλού διηγείται την ιστορία τους. Κάπου εδώ ξεκινάει και η κυρίως υπόθεση της ταινίας.
Ο Ταλάτ ήταν εμποροϋπάλληλος και ο Ραχμί ταμίας σε μια τράπεζα. Οι δυο τους ζούσαν με τη χήρα μητέρα τους. Κάποτε, ο Ραχμί ερωτεύθηκε μια χορεύτρια (την υποδυόταν η Γκρίτση), για χάρη της οποίας σπατάλησε πολλά χρήματα. Μάλιστα, έφτασε στο σημείο να καταχραστεί ένα σημαντικό ποσό της τράπεζας, όπου εργαζόταν, με συνέπεια την απόλυσή του.
Ο Ταλάτ πηγαίνει σ’ ένα μπαρ, όπου συναντά τον αδελφό του, ο οποίος γλεντούσε με την ερωμένη του. Ο σερβιτόρος προσπάθησε να κλέψει τον Ραχμί και έριξε ναρκωτικό στο ποτό του. Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο μπαρ ο Ταλάτ, ο οποίος στο πρόσωπο της χορεύτριας, ερωμένης του αδελφού του, αναγνώρισε μια παλιά ερωμένη δικιά του. Τα δυο αδέλφια λογομαχούν και σε μια στιγμή, ο Ταλάτ ρίχνει το ποτό του στο πρόσωπο του Ραχμί, ο οποίος τυφλώθηκε εξαιτίας του ναρκωτικού, που αυτό περιείχε.
Η μητέρα των δύο αδερφών πέθανε από τη λύπη της, ενώ ο Ταλάτ συνοδεύει τον αδελφό του στην Προύσα, όπου ψάχνουν έναν θείο τους, που όμως είχε κι αυτός πεθάνει, όπως ανακαλύπτουν. Έτσι, πηγαίνουν σ’ ένα πανδοχείο, όπου ο Ραχμί τραγουδά για τους πελάτες. Εκεί κάθονται δυο χρόνια. Το διάστημα αυτό, ο Ραχμί ερωτεύτηκε την κόρη του πανδοχέα, τη Σεμιχά. Όταν όμως ο πανδοχέας αντιλήφθηκε τη σχέση αυτή, έδιωξε τα δυο αδέρφια.
Εκείνοι άρχισαν να περιπλανώνται και πέρασαν πολλές ταλαιπωρίες, που μάλιστα στον Ταλάτ στοίχισαν και δυο χρόνια φυλακής. Στη συνέχεια έγιναν ζητιάνοι και σ’ αυτήν την κατάσταση βρίσκονταν, όταν τους συνάντησε η Σεμιρά, η οποία ερωτεύτηκε τον Ραχμί και ξόδεψε ολόκληρη την περιουσία της, προκειμένου αυτός να ξαναβρεί το φως του, όπως κι έγινε.
Την ημέρα των γάμων εμφανίζεται ξαφνικά μια γυναίκα μαζί μ’ ένα παιδάκι. Είναι η κόρη του πανδοχέα, η Σαμιχά, με το παιδί που είχε αποκτήσει από τη σχέση της με τον Ραχμί. Στη συνέχεια, η Σεμιρά φεύγει από την Κωνσταντινούπολη κι επιστρέφει στην Αίγυπτο, αφού πια έχει βρει το θέμα για το βιβλίο της, ενώ ο Ραχμί και η Σαμιχά παντρεύονται”.
Να σημειωθεί ότι οι ήρωες της ταινίας δανείστηκαν τα ονόματά τους από τους ηθοποιούς, που υποδύονταν τους αντίστοιχους ρόλους, εκτός από την “Σεμιρά”, το ρόλος της οποίας ερμήνευε η Αζιζέ Αμίρ χανούμ. Άλλοι ηθοποιοί που συμμετείχαν στον “Ζητιάνο της Σταμπούλ” – όλοι τους πρωταγωνιστές του τουρκικού Εθνικού θεάτρου – ήταν οι: Μπεντιά, Μπεζάτ Χακή βέης, Γκαλήπ, Χαζίμ κλπ. (Όλα τα ονόματα, όπως αναφέρονταν στις ελληνικές εφημερίδες).
Ο Γιώργος Λαζαρίδης ήταν Έλληνας δημοσιογράφος, κριτικός, σκηνοθέτης και παραγωγός του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου καθώς και θεατρικός συγγραφέας.
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1927. Όταν κηρύχθηκε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος ήταν 13 ετών και τα χρόνια της κατοχής που ακολούθησαν υπήρξαν ιδιαίτερα δύσκολα για την οικογένειά του. Παρά ταύτα το θέατρο και ο κινηματογράφος είχαν προλάβει να τον κεντρίσουν σχετικά.
Έτσι μετά την απελευθέρωση άρχισε ν’ ασχολείται έντονα με τη δημοσιογραφίαόπου το 1948 δημοσιεύει σε εφημερίδες της Αθήνας τα πρώτα του χρονογραφήματα, δοκίμια καθώς και θεατρικές κριτικές.
Τη δραστηριότητά του αυτή πολύ σύντομα την επεκτείνει και στον κινηματογραφικό χώρο, συνεργαζόμενος με εφημερίδες της Θεσσαλονίκης καθώς και της Νέας Υόρκης.
Ο Γιώργος Λαζαρίδης.
Για πολλά χρόνια υπήρξε μόνιμος συντάκτης του περιοδικού “Κινηματογραφικός Αστέρας” που ήταν και το μοναδικό περιοδικό του χώρου που κυκλοφορούσε στη Αθήνα.
Παράλληλα, από το 1948 άρχισε τη συνεργασία του ως βοηθός σκηνοθέτη με τους Νίκο Τσιφόρο και Αλέκο Σακελλάριο. Λίγο αργότερα αρχίζει να γράφει σενάρια για τις εταιρείες Ανζερβός, Σπέντζος Φιλμ και Φίνος Φιλμ ενώ δεν αργεί να δημιουργήσει και δική του εταιρεία.
Ο Γιώργος Λαζαρίδης έγραψε ένα μεγάλο αριθμό έργων διαφόρων ειδών όπως επιθεωρήσεις, κωμωδίες, δράματα, θρίλερ κ.λπ.
Την υπογραφή του ως παραγωγού, συγγραφέα, ή σκηνοθέτη φέρουν πολλές θεατρικές, κινηματογραφικές ακόμα και τηλεοπτικές παραγωγές που ξεπερνούν τις πεντακόσιες.
Στα περίπου 60 θεατρικά έργα που έγραψε, ο Γ. Λαζαρίδης, εκτός των πολλών επιθεωρήσεων, ξεχώρισαν ιδιαίτερα “Ο τρελός του Λούνα Παρκ”, “Οδός ευκαιρίας”, “Δώδεκα μήνες Καλοκαίρι” κ.ά. Στον κινηματογραφικό χώρο υπήρξε σκηνοθέτης και σεναριογράφος σε περισσότερες από 200 ταινίες, μεταξύ των οποίων “Η Χιονάτη και τα εφτά γεροντοπαλλήκαρα”, “Το κοροϊδάκι της Δεσποινίδος”, “Ποιός Θανάσης!”, “Λαός και Κολωνάκι” κ.ά. Πολλά επίσης σενάρια έγραψε και για την τηλεόραση, συμμετέχοντας σε πολλές εκπομπές θεατρικού κυρίως αντικειμένου.
Ο Γιώργος Λαζαρίδης έφυγε από την ζωή στην Αθήνα στις 9 Αυγούστου του 2012, σε ηλικία 85 ετών και κηδεύτηκε στο κοιμητήριο του Δήμου Χαλανδρίου.
Ο Γιώργος Λαζαρίδης ήταν ο τελευταίος των Mοΐκανών συγγραφέων και σκηνοθετών στην Ελλάδα. Αγαπούσε με πάθος το θέατρο και το σινεμά. Αγαπούσε με πάθος τη δουλειά του. Τις ταινίες του και το παραμύθι. Ήταν ένας γνήσιος παραμυθάς. Έγραφε πάντα στη γραφομηχανή του, που την είχε κοντά του μέχρι το βράδυ που μας αποχαιρέτησε. Τη γραφομηχανή του πρώτα και μετά εμάς, τους υπόλοιπους δικούς του.
Μαχητής και γνήσιος υπερασπιστής του ελληνικού έργου, ήθελε να βλέπει Έλληνες συγγραφείς στις μαρκίζες των θεάτρων. Πάλευε για τη διάδοση του ελληνικού έργου και ως πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων θεατρικών Συγγραφέων και από οποιαδήποτε θέση κατείχε σε οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης πνευματικών δικαιωμάτων αλλά και ως αρθρογράφος σε εφημερίδες και περιοδικά. Ο Γιώργος ήταν ταλέντο, είχε και ήθος.
Πράγμα που σήμερα σπανίζει. Ήταν αθυρόστομος, αλλά ρομαντικός. Σεβόταν τους προηγούμενους συγγραφείς και δημιουργούς και προωθούσε τους νεότερους. Όταν φώναζε, τον έτρεμαν, και όταν διηγούνταν ιστορίες, γοήτευε.
Ήταν μια ζωντανή εγκυκλοπαίδεια για τον ελληνικό και τον παγκόσμιο κινηματογράφο και το θέατρο. Δεν θα μας λείψει γιατί το έργο του θα συνεχίσουμε να το βλέπουμε και με αυτό θα παραμείνει πάντα κοντά μας. Δεν χρειαζόμαστε ούτε μεγάλα λόγια ούτε μεγάλους αποχαιρετισμούς για το πόσο σπουδαίος ήταν.
Για να θυμούνται με νοσταλγία οι παλιοί και να μαθαίνουμε οι νεώτεροι… πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον οδοιπορικό για την, παντελώς άγνωστη σε πολλούς, Ιστορία της Ελληνικής βιομηχανίας αυτοκινήτου και την αργή εξόντωση της από την κρατικοδίαιτη λαίλαπα της Μεταπολίτευσης και την ΕΟΚ που κατήρηγησε τους προστατευτικούς για τα εγχώρια προϊόντα, δασμούς εισαγωγής.
Θαυμάστε την αξιέπαινη και συγκινητική προσπάθεια που είχε γίνει στην Ελλάδα κατά το πρόσφατο παρελθόν με μηδενικά κεφάλαια και ανύπαρκτη τεχνογνωσία, σημειώνει ο Λεονάρδος….)
Πριν ξεκινήσουμε αυτό το ταξίδι μνήμης για τους παλιούς και γνωριμίας για τους νεώτερους, θα πρέπει να θυμηθούμε και να καταλάβουμε ορισμένες καταστάσεις που επικρατούσαν όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σ’ όλο τον κόσμο τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Για γεωπολιτικούς λόγους, θα επικεντρωθούμε στον χώρο της Ευρώπης.
Η Ευρώπη μετά από έναν πόλεμο προσπαθεί να γιατρέψει τις πληγές της και να ξανασταθεί στα πόδια της, μια Ευρώπη όμως που άσχετα αν υπήρξαν νικητές και ηττημένοι, όλοι είχαν προβλήματα με: Κατεστραμμένη οικονομία. Κατεστραμμένη Βιομηχανία – Κτιριακό – Εργαλειακό εξοπλισμό. Ανυπαρξία πρωτογεννών πρώτων υλών. Μικρές ποσότητες καύσιμης ύλης και με τεράστιο κόστος οι υπάρχουσες. Ελάχιστο εξειδικευμένο επιστημονικό – εργατικό προσωπικό.
Εάν θα πρέπει να εστιάσουμε ακόμα περισσότερο στην αυτοκινητοβιομηχανία, εκεί επικράτησε το χάος. Κύριοι και σοβαροί κατασκευαστές υπήρχαν προπολεμικά στην Αγγλία, (που για τις ανάγκες του πολέμου, όσοι είχαν επιβιώσει από τους βομβαρδισμούς, παρήγαγαν μόνο πολεμικές μηχανες) στην Γαλλία (που μετά την γρήγορη κατάληψή της απο τους Γερμανούς άλλαξε την παραγωγή της και εξυπηρετούσε μόνο την Γερμανική πολεμική μηχανή), στην Ιταλία που υπέστη στα τέλη του πολέμου καταστροφές τόσο από τις συμμαχικές δυνάμεις, όσο και από τους Γερμανούς) και τέλος στην Γερμανία που ήταν και ο κύριος κατασκευαστής.
Εκεί αντιμετωπίσθηκε σωρεία προβλημάτων μεταπολεμικά. Πρώτον πολλές αυτοκινητοβιομηχανίες είχαν αλλάξει το προϊόν παραγωγής (λόγω αναγκών πολέμου), δεύτερον μετά τους μαζικούς συμμαχικούς βομβαρδισμούς ελάχιστα εργοστάσια σώθηκαν κι αυτό γιατί έπρεπε να σωθούν για λόγους που φαίνονται στον τρίτο λόγο) και τρίτον ολόκληρα εργοστάσια ή ολόκληρος εργαλειακός / μηχανολογικός / σχεδιαστικός μαζί με τους τεχνίτες, εξοπλισμός, μετανάστευσαν σε αλλες χώρες.
Παράδειγμα: ολόκληρο το εργοστάσιο της OPEL, μετακόμισε στην Ρωσία και εκεί φτιάχτηκαν τα πρώτα Μόσκοβιτς. Αρχίζει λοιπόν η σχεδίαση και η κατασκευή των πρώτων Ευρωπαϊκών αυτοκινήτων. Οι επιδιώξεις: Απλή σχεδίαση, ώστε να είναι φθηνή κατασκευή, σε υπάρχουσες διασωθείσες εγκαταστάσεις και με σχετικά ανειδίκευτο εργατοτεχνικό προσωπικό. Χρήση υπαρχουσών πρώτων υλών.
Κινητήρες οικονομικοι
Αποτέλεσμα αυτών των σχεδιαστικών επιδιώξεων, ήταν η σχεδίαση και κατασκευή μικρών – οικονομικών – απλών επιβατηγών οχημάτων, με χρήση υπαρχόντων εξαρτημάτων (MESSERSCHMITT, όπου χρησιμοποιούσε καλύπτρα αεροπλάνου για πόρτα, αλουμίνιο από αεροπλάνα για αμάξωμα και κινητήρα απο μοτοποδήλατο) – ΗΕΙNKEL – FULDAMOBIL κ.λπ.
Μεγάλες παραδοσιακές εταιρείες όπως OPEL – MERCEDES – DKW, άργησαν να επαναεκκινήσουν σχεδίαση – παραγωγή και ‘οταν ακόμα ξεκίνησαν το κόστος κτήσης ήταν μεγάλο. Από την άλλη πλευρά η ανάγκη ύπαρξης αυτοκινήτων εργαλείων (όπως φορτηγά – αγροτικά – μεταφορικά και άλλα) ήταν μεγάλη και χωρίς τον περιορισμό του όγκου και της οικονομίας καυσίμου. Αναγκαία όμως ήταν η σχεδίαση να είναι απλή και φθηνή.
Πάνω σε αυτές τις απλές σχεδιάσεις ξεκινάνε και βασίζονται και οι πρώτες Ελληνικές κατασκευές αυτοκίνησης. Στην αρχή, Έλληνας κατασκευαστής θεωρείται αυτός που έχει την δυνατότητα, την λογική, την τεχνική την μικροοικονομική και τον χώρο, ώστε να κλέψει ιδέες, να βρει διάφορα υπάρχοντα υλικά να τα παντρέψει όλα μαζί και να φτιάξει κάτι που μερικές φορές ανταποκρινόταν στις ανάγκες του.
Ο χρόνος περνάει, καινούργιες τακτικές αντιγράφονται (πολλές φορές ανακαλύπτονται) καινούργια υλικά έρχονται στην χώρα, οι νόμοι ξεκαθαρίζουν τι μπορεί να επιτραπεί και έτσι αρχίζουν να εμφανίζονται και οι πρώτοι κατασκευαστές.Φτιάχνονται χώροι, αγοράζονται μηχανήματα, προσλαμβάνονται τεχνίτες, ακόμα και σχεδιαστές, αγοράζονται καινούργιες μηχανές ή μερικοί ανακατασκευάζουν και ακόμα μερικοί άλλοι κατασκευάζουν μηχανές. Ας δούμε λοιπόν την καταγραφή – απογραφή…
THEOLOGOU
Ο Νίκος Θεολόγου, μηχανικός αυτοκινήτων στην Αμερική (που βρίσκεται εκεί σαν μετανάστης), επιστρέφει στην Ελλάδα και δημιουργεί την εταιρεία του. Μεταξύ 1918 και 1920, σχεδιάζει και κατασκευάζει ένα ελαφρύ όχημα, που χρησιμοποιεί κινητήρα μοτοσυκλέτας τύπου PIERCE 750cc. Ταυτόχρονα αρχίζει την εισαγωγή σασί από FORD του 1920 και ξεκινά την κατασκευή φορτηγών και λεωφορείων.
Στα μέσα της δεκαετίας του ‘20 αντιμετωπίζει έντονο ανταγωνισμό από τους «ΤΟΥΡΝΙΚΙΩΤΗ» στην Αθήνα και την «BOUHAGIER» στην Πάτρα, που επίσης κατασκευάζουν φορτηγά και λεωφορεία και μη αντέχοντας κλείνει.
Εκτός από την Βιομηχανία / Βιοτεχνία, κατασκευής αμαξωμάτων και μετέπειτα κατασκευής ολοκληρωμένων οχημάτων – Λεωφορεία, Φορτηγά και αγροτικά μηχανήματα, υπάρχει ακόμα μια προπολεμική (του 1920) καταγραφή για ελληνική κατασκευή αυτοκίνητου και αυτό είναι το όχημα του «ΤΑΓΚΑΛΑΚΗ» (κατασκευαστής αμαξωμάτων από την δεκαετία του ‘30) το 1937 που ήταν βασισμένο σε μηχανικά μέρη από D.K.W.
BIOPLASTIC S.A. – αργότερα D.I.M.
Κύρια προϊόντα: Αttica – Carmel – D.I.M. Iδρυτής – ιδιοκτήτης ο Γεώργιος Δημητριάδης. Το 1958 σε ιδιόκτητο χώρο σχεδίασε και κατασκεύασε ένα ελαφρύ τετράτροχο αυτοκίνητο Mod 505. Λόγω της αδιαφορίας της κυβέρνησης και των υψηλών εκείνη την εποχή φόρων για τ’ αυτοκίνητα, αναγκάστηκε να στραφεί στην κατασκευήτρίκυκλων μεταφορικών οχημάτων, επειδή υπάγονταν στην κατηγορία των μοτοσυκλετών (χαμηλοί φόροι -τέλη και απόκτησης άδειας τύπου).
Βλέποντας τις διευκολύνσεις που του παρείχε η τότε ισχύουσα νομολογία για τα τρίκυκλα και την υφιστάμενη μεταπολεμική Ευρωπαϊκή βιομηχανική κατάσταση, αγοράζει από την Γερμανία FULDAMOBIL την άδεια κατασκευής ενός μικρού τρίτροχου επιβατικού οχήματος.
Με αρκετές διαφοροποιήσεις στο σασί – αμάξωμα – μηχανικά, αρχίζει την κατασκευή και διάθεση του ΑTTICA 200. Oι κινητήρες ήταν SACHS και HEINKEL, που κατασκευαζόντουσαν επίσης στο εργοστάσιό του. Το αυτοκίνητο ήταν σχετικά φθηνό στην αγορά του και στην χρήση του και γρήγορα έγινε επιτυχία στην Ελλάδα και κατασκευάσθηκε έως και το 1972. Ταυτόχρονα βάζει στην παραγωγή από το 1972 και μετά ένα μικρό τρίκυκλο φορτηγό, με την παλαβή κατά πολλούς αλλά επιτυχημένη, πατέντα της αναστροφής του Attica, όπου το πίσω μέρος του Αttica, έγινε το εμπρός για το φορτηγάκι.
Μέχρι το 1965 η εταιρεία απλώς επιβιώνει και τότε ξαναπροσπαθεί να μπει στον χώρο κατασκευής αυτοκινήτων, συναρμολογώντας το ATTICA CARMEL 12, μετά από άδεια από την Ισραηλινή ISRAELI AUTOCARS (η οποία χρησιμοποιούσε τεχνολογία – τεχνογνωσία της ΑγγλικήςRELIANT). Στην πραγματικότητα το αυτοκίνητο ήταν καθαρά Αγγλικό, μιά και σχεδόν όλα τα εξαρτήματά του, ερχόντουσαν από Αγγλία. Δυστυχώς το μοντέλο αυτό δεν βρίσκει απήχηση και σταματά η παραγωγή του, μετά από μερικές εκατοντάδες κομμάτια.
Το 1977 ο Γιώργος Δημητριάδης αλλάζει το όνομα της εταιρείας σε D.I.M. MOTOR και αρχίζει η κατασκευή ενός (πάλι) περίεργου οχήματος, του DIM 652. Με αμάξωμα πολυεστερικό, εμφανισιακά μοιάζει με το Οτομπιάνκι Α112, ενώ μηχανικά φοράει συστήματα από το FIAT 126 (αερόψυκτο δικύλινδρο κινητήρα 652 cc). Η παραγωγή και η ζωή αυτού του μοντέλου ήταν μικρή και κάπου εκεί τελειώνει και η D.I.M.
ALTA
Eταιρεία κατασκευής / συναρμολόγησης μοτοποδηλάτων στην Αθήνα από το 1962. Κατασκεύαζε τα δίκυκλα μοτοποδήλαταALTA 50 S (50cc), τα τρίκυκλα φορτηγάκια με δίχρονο μοτέρ SACHS 50 cc, τα τρίκυκλα φορτηγά ALTA 700 truck, με τετράχρονο μοτέρ BMW 700 cc,3 5HP και δυνατότητας φορτίου 800Kgs. Ήταν τέτοια η επιτυχία που το 1967αγοράζει ιδιόκτητο χώρο στην Ελευσίνα, όπου και κατασκευάζει ένα μοντέρνο εργοστάσιο (το κτίριο εξακολουθεί να υπάρχει ερειπωμένο ακόμα και σήμερα στην συμβολή της Νέας Εθνικής Αθηνών – Κορίνθου και της Παλαιάς Εθνικής Ελευσίνας – Θήβας).
Αγοράζει και αυτή την άδεια κατασκευής τουFULDAMOBIL. Τα καλούπια αλλάζουν και εμφανίζεται στην αγορά το ALTA 200. “Αδελφάκι” με το Attica, αλλά με κατά πολύ πιο μοντέρνα εμφάνιση και μικρές μηχανολογικές διαφοροποιήσεις,το οποίο πάει εμπορικά αρκετά καλά. Η εταιρεία σταμάτησε να λειτουργεί το 1978.
NAMCO National Motor Company Of Greece
Ιδρύθηκε από τους αδελφούς Κοντογούρη που ησχολούντο / απασχολούντο με το αυτοκίνητο από το 1950. Οι πρώτες προσπάθειες των αδελφών Κοντογούρη, ήταν στην Γερμανία, όπου προσπάθησαν να βάλουν σε παραγωγή ένα φορτηγό με τ’ όνομα «HELLAS». Το 1957 ο Κοντογούρης αποκτά τα δικαιώματα βιομηχανικής κατασκευής από την WILFRED FAHR, ενός οχήματος πολλαπλών χρήσεων.
Το 1961 δημιουργείται στην Θεσσαλονίκη το πρώτο εργοστάσιο, με την ονομασία FARCO, όπου αρχίζει η κατασκευή του προαναφερόμενου οχήματος με το όνομα FARMOBIL. Φορά δικύλινδρο αερόψυκτο κινητήρα 700cc της BMW. Αυτό το πάρα πολύ καλό για την εποχή του όχημα, δεν παίρνει έγκριση τύπου στην Ελλάδα, (παρά την καλή υποδοχή που του έγινε), και όλη η παραγωγή κατευθύνεται στο εξωτερικό.
Βλέποντας την ευκαιρία ηCHRYSLER αγοράζει την εταιρεία και το παραγωγικό της έργο και δημιουργεί την CHRYSLER HELLAS S.A. Το 1967 η αμερικανική πλέον εταιρεία και μετά την κωλυσιεργία της Ελληνικής Κυβέρνησης να χορηγήσει έγκριση τύπου, κλείνει και μεταφέρει όλο το εργοστάσιο και την παραγωγή του σε άλλη χώρα όπου συνεχίζει με επιτυχία την παραγωγή του.
Τέλη δεκαετίας του ‘60, ο Κοντογούρης, δημιουργεί την NAMCO, και στο τέλος της δεκαετίας, παρουσιάζει στην Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης το PONY. To PONY ήταν μια διεθνής σχεδίαση του γραφείου FNF CITROEN, για ένα απλό – φθηνό – εύκολο στην κατασκευή του όχημα. Η NAMCO παράγει το μικρό PONY σε ολοκαίνουργιο εργοστάσιο στην Θεσσαλονίκη και αμέσως γίνεται μεγάλη επιτυχία.
Είναι τόσο πετυχημένη η σχεδίαση, η κατασκευή και τόσο χαμηλό το κόστος αγοράς και χρήσης, που πουλάει σε μεγάλα νούμερα τόσο στην Ελλάδα (που το αγοράζουν εκτός από ιδιώτες, οι Ένοπλες Δυνάμεις, ο ΟΤΕ, η ΔΕΗ και πάρα πολλοί άλλοι), όσο και στο εξωτερικό (υπήρξαν και εξαγωγές στην Αμερική). Παρήχθησαν και επωλήθησαν πάνω από 30.000 PONY.
To 1978 η NAMCO επεκτείνεται σε ειδικά οχήματα Σουηδικής πατέντας, με ειδικές off road αναρτήσεις, πολλαπλών χρήσεων και αναγκών. Αρχίζει η κατασκευή (επιτυχημένων) προτύπων οχημάτων 4×4, 6×6 (από 3 ως 6,5 τονους). Σχεδιάζει και κατασκευάζει ειδικά στρατιωτικά οχήματα – θωρακισμένα ή μη – όπως το PANTHER (2 επιτυχημένα πρωτότυπα), το ΤIGER και το ACHILLES. Δυστυχώς εκείνη την εποχή το κράτος ετοιμάζει την κρατική ΕΛΒΟ, με αποτέλεσμα να δοθούν ελάχιστες παραγγελίες για το φορτηγό.
Η παραγωγή της πρώτης γενιάς PONY σταματά το 1983 – 1984, εποχή που αλλάζει ο φορολογικός νόμος που αφορά τα αυτοκίνητα της κατηγορίας, με αποτέλεσμα να μην είναι συμφέρουσα η εξέλιξή του και η συνέχεια της παραγωγής του. Ετσι παρ’ όλο που είχε παρουσιασθεί ένα νέο διαφορετικό μοντέλο με όνομα SUPER PONY (που δεν είχε καμιά σχέση με την CITROEN, αλλά με την FORD, αφού φοράει σειρά κινητήρων 950cc 45 HP, 1100cc 55HP, 1300cc 69HP, 1600cc DIESEL 54 HP και με δίπορτα και τετράπορτα αμαξώματα) δεν μπόρεσε να συνεχίσει την παραγωγή.
Κι όμως η εταιρεία διασώθηκε. Δεν ήταν δυνατό να κερδίσει από την παραγωγή αυτοκινήτων, κέρδισε όμως από την πώληση τεχνογνωσίας. Από το 1994 το πρώτο SUPER PONY βγήκε από την γραμμή παραγωγής του Βουλγάρικου εργοστασίου, που αγόρασε και χρησιμοποιεί την Ελληνική τεχνογνωσία της NAMCO. H NΑΜCO, μάλλον πρέπει να παραμένει ζωντανή, έστω και χωρίς παραγωγή. Είχε ακουσθεί ότι ο εργαλειακός εξοπλισμός της παραμένει ετοιμοπόλεμος.
ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ
Ήταν μια μεγάλη εταιρεία με μοντέρνο εργοστάσιο βόρεια της Αθήνας. Μετά από συμφωνίες με ξένες εταιρείες αγόρασε την άδεια συναρμολόγησης αυτοκινήτων εδώ, με μεγάλη προστιθέμενη αξία. Κατασκευάσθηκε μεγάλος αριθμός αποMAZDA 323, OPEL CADETT D και ALFASUD (το πρώτο προσθιοκίνητο ΑLFA ROMEO). Kατασκευάσθηκε επίσης μεγάλος αριθμός από φορτηγάκια MAZDA B 1600 μερικά από τα οποία κυκλοφόρησαν με το σήμα GREZDA (GReecce και ΜΑZDA).
Η εταιρεία αντιμετώπισε σειρά εργασιακών προβλημάτων(απεργίες κ.λπ.) το 1980. Το 1985 η εταιρεία αναγκάσθηκε να σταματήσει τις εργασίες της. Ηταν λυπηρό το τέλος της εταιρείας, ειδικά στις αρχές του ‘80 που πολλές ξένες αυτοκινητοβιομηχανίες ζήταγαν συνεργασία με Ελληνικές Βιομηχανίες. Το άδικο με την συγκεκριμένη εταιρεία ήταν ότι αναγκάστηκε να κλείσει, όταν ήταν στα πρόθυρα συμφωνίας με την Hyundai, για δημιουργία γραμμής παραγωγής (της μοναδικής στην Ευρώπη) των Κορεάτικων αυτοκινήτων.
AUTOMECCANICA Α.Ε.Β.Ε.
H AUTOMECCANICA ιδρύθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 (από πρώην στελέχη της Αυτοκινητοβιομηχανίας της Ελλάδος που μόλις είχε κλείσει). Οι πρώτες παραγωγές ήταν η κατασκευή των FIAT SCOUT και AMICO που αποτελούσαν παραλλαγές βασισμένες στα FIAT 127. Από το 1981 έως το 1985 κατασκευαζόταν πλήρως στην Ελλάδα το ZEBRA βασισμένο στο DAIHATSU CHARADE, όπως και το ίδιο το DAIHATSU CHARADE, που το τελευταίο διάστημα έφερε μόνο το σήμα ZEBRA. Aπότο 1985 κατασκεύασε και το LADA NIVA. Οι εγασίες της εταιρείας και το κλείσιμο του εργοστασίου έγινε το 1995.
NISSAN TEOCAR
Aπό το 1978 ο Θεοχαράκης δημιουργεί την TEOCAR και τηνTECOM. Χτίζει εργοστάσια σε κοντινή σχετικά απόσταση μεταξύ τους, που το πρώτο έχει σαν σκοπό την συναρμολόγηση αυτοκινήτων της NISSAN. To δεύτερο η TECOM έχει την υποχρέωση να κατασκευάζει καθίσματα και αρκετά άλλα τμήματα των αυτοκινήτων που συναρμολογούνται στην TEOCAR.
To 1980 βγαίνει από την γραμμή παραγωγής το πρώτο από μια σειρά μοντέλων της NISSAN (επιβατηγά και φορτηγά). Το 1995 η παραγωγή σταματάει για φορολογικούς λόγους. Το εργοστάσιο της TEOCAR το οποίο έχει υποστεί σειρά εκμοντερνισμών διαλύεται εις τα εξ ων συνετέθει και πωλείται στην Ρωσία. Το εργοστάσιο της TECOM συνεχίζει να λειτουργεί κατασκευάζοντας πλέον έπιπλα γραφείου, δέρματα και aftermarket καθίσματα αυτοκινήτου.
ENFIELD NEORION
Η ENFIELD AUTOMOTIVE Ltd με έδρα το Λονδίνο, ειδικευόταν στην σχεδίαση και κατασκευή ηλεκτρικών αυτόνομων αυτοκινήτων. Το 1972 εξαγοράσθηκε από τους αδελφούς Γουλανδρή, οι οποίοι την μετονόμασαν σε «ENFIELD NEORION» και μετέφεραν την γραμμή παραγωγής σε τμήμα των Ναυπηγείων Σύρου. Ένα από τα μοντέλα που δέχθηκαν τις σχεδιαστικές περιποιήσεις του Έλληνα Βιομηχανικού σχεδιαστή ήταν το Ε.8000.
Επρόκειτο για αυτοκίνητα με μπαταρίες με μέγιστη τελική τα 65 χλμ/ώρα και αυτονομία 110-130 χλμ. Από την μια πλευρά δεν πήρε έγκριση τύπου στην Ελλάδα και από την άλλη είχε σχετικά υψηλή τιμή του, με αποτέλεσμα να βγουν λίγα κομμάτια που αγοράσθηκαν από τα Αγγλικά Ταχυδρομεία. Για τους παραπάνω λόγους σταμάτησε η εξέλιξή του και σύντομα η παραγωγή του.
Ο σχεδιαστής Γιώργος Μιχαήλ εκτελώντας παραγγελία των Γουλανδρήδων σχεδίασε και κατασκευάσθηκαν δύο πρωτότυπα πολυτελή παντός εδάφους οχήματα με θηριώδεις V8 κινητήρες, τα «ΣΙΚΑΓΟ». Ένα από ταNEORION ΣΙΚΑΓΟ είναι υπό φύλαξη σε αποθήκες του ΟΔΔΥ, στην Αμυγδαλέζα.
ΜΕΒΕΑ – Μεσογειακαί Επιχειρήσεις Βιομηχανίας Εμπορίου και Αντιπροσωπειών
Μετά από συνένωση δύο (από το 1954) κατασκευαστών / συναρμολογητών μοτοποδηλάτων, το 1960 δημιουργείται η ΜΕΒΕΑ. Ξεκινάει την παραγωγή ενός μικρού τρίκυκλου φορτηγού με κινητήρα ZUNDAPP 50cc. Mεγάλη επιτυχία που πωλείται και κυκλοφορεί σ’ όλη την Ελλάδα για πάνω από 30 χρόνια. Πωλείται και εξάγεται επίσης στην Ασία σε μεγάλους αριθμούς σαν επιβατηγό και σαν φορτηγό.
Τα κατασκευαστικά σχέδια και η τεχνογνωσία της ΜΕΒΕΑδίνονται και σε μια άλλη εταιρεία την MEGO, για να μεγαλώσει η παραγωγή και να καλυφθεί η ζήτηση. Το 1970 σε συνεργασία με την Αγγλική RELIANT κατασκευάζει κατόπιν αδείας το σχετικά βαρύ τρίκυκλο φορτηγό TW9 και από το1974 και το μικρό τρίτροχο επιβατηγό ROBIN. Εκείνη την εποχή το τρίκυκλο ήταν στην ουσία μονόδρομος για τα χαμηλά εισοδήματα στην Ελλάδα μιας και ενέπιπταν στην κατηγορία των μοτοσυκλετών, οπότε η φορολόγηση ήταν ανεκτή.
Το 1979 η εταιρεία πάνω σε τροποποιημένο σασί απο τοRELIANT KITTEN σχεδιάζει και κατασκευάζει το τετράτροχο μικτής χρήσης FOX (το βλέπετε στην κεντρική φωτογραφία) που ήταν μια πετυχημένη σχεδίαση και κατασκευή. Για ν αποφύγουν τα γνωστά ελληνικά προβλήματα για έγκριση τύπου, αποστέλλεται το αυτοκίνητο στην Αγγλία μαζί με τ’ απαραίτητα σχέδια και αμέσως χωρίς πρόβλημα παίρνει έγκριση τύπου σαν Αγγλικής σχεδίασης και κατασκευής RELIANT FOX.
Κατασκευάζεται με επιτυχία στην Ελλάδα μέχρι το 1984-85, οπότε αλλάζει ο φορολογικός νόμος που έβαλε ταφόπετρα σ’ όλους τους Έλληνες κατασκευαστές κι η εταιρεία μετα από λίγο κλείνει. Το Ελληνικό RELIANT FOX που στα χαρτιά φαινόταν Αγγλικής σχεδίασης έχει εξαχθεί από την Ελλάδα στην Αγγλία. Και τα δυο παραπάνω αυτοκίνητα εξακολουθούν να ζουν στην Αγγλία.
MAVA
H ΜΑΒΑ αρχικά ήταν η ελληνική εταιρεία εισαγωγής των αυτοκινήτων RENAULT. Το 1979 αποφασίζει την σχεδίαση και κατασκευή ενός αυτοκινήτου. Την σχεδίαση αναλαμβάνει ο Έλληνας βιομηχανικός σχεδιαστής αυτοκινήτων Γιώργος Μιχαήλ. Πάνω σε μηχανικά μέρη από RENAULT σχεδιάζει και κατασκευάζει το πρότυπο ενός ελαφρού πολλαπλών χρήσεων οχήματος που ονομάζεται “FARMA”. Μετά από αίτηση της MAVA το αυτοκίνητο στέλνεται στην RENAULT στην Γαλλία όπου μετά από εξονυχιστικούς ελέγχους και δοκιμές παίρνει έγκριση τύπου και μάλιστα με το όνομα της RENAULT.
Το αυτοκίνητο γίνεται επιτυχία και κατασκευάζεται σε πολλούς τύπους όπως επιβατηγό – φορτηγό ακόμα και τύπου τζίπ. Χρησιμοποιεί κινητήρα 845 cc ισχύος 34 HP με τελική 110 χλμ/ώρα. Το 1984σχεδιάζεται ο διάδοχός το FARMA S με αυξημένες εκτός δρόμου δυνατότητες που το είχαν προ ονομάσει «το Ελληνικό Τζίπ». Την ίδια εποχή αλλάζει ο νόμος η παραγωγή κρίνεται αντιοικονομική και σταματά και μετά από λίγο κλείνει και το εργοστάσιο.
ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ Α.Β.Ε.Ε. BALKANIA 4X4 truck
BALKANIA: ήταν το σήμα που χρησιμοποιούσε οΖαχαρόπουλος που κατασκεύαζε στην Αθήνα ελαφρά 4×4 φορτηγά και 4×4 τύπου τζίπ. Μέχρι το 1972 η Ζαχαρόπουλος ΑΒΕΕ ασχολείτο με την εισαγωγή Ρουμάνικων και Ινδικών αυτοκινήτων. Το 1975 σχεδιάζει και κατασκευάζει ενα φορτηγό 4×4 με κινητήρα Diesel – Mercedes Benz 3200 CC με μεταλική καμπίνα και για φορτίο 1500 κιλών. Το 1979 το αυτοκίνητο επανασχεδιάζεται με νέα μοντέρνα πολυεστερική καμπίνα. Κατασκευάζεται μέχρι το 1984 οπότε με τον νέο φοροεισπρακτικό νόμο σταματάει η παραγωγή του.
Το 1975 η εταιρεία συναρμολογεί και παρουσιάζει στην Ελληνική αγορά ένα ελαφρού τύπου τζίπ με το όνομαAUTOTRACTOR. Το αυτοκίνητο ήταν στην ουσία ένα εδώ συναρμολογημένο τύπου τζίπ: το AHINDRA”. Kαι αυτό βέβαια ήταν αντίγραφο από τα πρωτογενή Αμερικάνικα και φόραγε κινητήρα diesel 3.100 cc 62 HP PEUGEOT. Το εκμοντερνισμένο πιο «καλό» μοντέλο AUTOTRACTOR KZ , φορούσε κινητήρα βενζίνης πάλι της PEUGEOT 2.500 cc , 103 HP.
Το εργοστάσιο εκμοντερνίζεται το 1985 και αποκτά νέα πλέον ονομασία «MAHINDRA HELLAS Α.Ε.» Η ονομασία AUTOTRACTOR εγκαταλείπεται και τα αυτοκίνητα πωλούνται με το όνομα MAHINDRA (αν και με πολλές διαφοροποιήσεις απο τα πρωτογενή Ινδικά). Με την φοροεισπραχτική αλλαγή της νομοθεσίας το 1985 η παραγωγή γονατίζει και στην ουσία όλη η παραγωγή πάει στο εξωτερικό. Η εταιρεία σταματά τις εργασίες της και κλείνει το 1995.
GEN
Ο τύπος GEN κατασκευάσθηκε απο τονΑντώνη Τζεν, παλαιό οδηγό αγώνων, μηχανικό και ταυτόχρονα συλλέκτη αυτοκινήτων. Η πρώτη του δημιουργία ήταν το 1963 ένα κομψό σπόρ αυτοκίνητο, σχεδιασμένο από τον έλληνα αρχιτέκτονα Π. Βαρουχάκη. Κτίσθηκε πάνω σε πλαίσιο VW και μηχανικά μέρη της SAAB. Δεν προχώρησε σε βιομηχανική παραγωγή λόγωαδυναμίας απόκτησης έγκρισης τύπου από τις Ελληνικές κρατικές υπηρεσίες.
Απο το 1968 ο Τζεν ασχολήθηκε με τις μετατροπές μερικών FIAT και SAAB σε κάμπριο. Το1970 ξανασχολήθηκε με την δημιουργία ενός σπορ αυτοκινήτου χρησιμοποιώντας πλαίσιο VW. Ξανά αντιμετώπισε προβλήματα απόκτησης έγκρισης τύπου, παρ’ όλα αυτά κατασκεύασε περίπου 10 οχήματα. Από το 2005 ο Τζεν ασχολείται με την σχεδίαση – κατασκευή ενός ηλεκτρικού αυτοκινήτου.
SCAVAS
Σχεδιαστής / κατασκευαστής / μηχανικός ο Βασίλειος Σκάβας. Αποκτώντας εμπειρία από την εργασία του στηνΒΙΑΜΑΞ ξεκίνησε την πρώτη του σχεδίαση το 1969 κάνοντας σχεδόν τα πάντα όσον αφορά την κατασκευή του πρoτύπου. Το SCAVAS 1 ήταν ένα σπορ αυτοκίνητο με κινητήρα N.S.U.1200 και παρουσιάσθηκε το 1973. Το αυτοκίνητο μετά από έντονες πιέσεις του Κώστα Καββαθά, ιδιοκτήτη των 4 Τροχών, πήρε άδεια κυκλοφορίας αλλά ποτέ άδεια έγκρισης για παραγωγή.
Το δεύτερο μοντέλο ήταν το πανέμορφο SCAVAS 2 που παρουσιάσθηκε το 1992 και προοριζόταν για παραγωγή. Για μια ακόμα φορά το Ελληνικό κράτος του έδωσε άδεια κυκλοφορίας αλλά όχι αδεια παραγωγής. Το SCAVAS 3 παρουσιάστηκε το 1996 δεν ξεπέρασε ποτέ το στάδιο σχεδίασης.
PETROS PETROPOULOS Α.Ε.Β.Ε.
Η εταιρεία ήταν (και είναι τώρα) στην ουσία μια εταιρεία εισαγωγής και διάθεσης οχημάτων και βαριών μηχανημάτων και για μια εποχή και κατασκευαστής. Η οικογένεια Πετρόπουλου παραδοσιακά απασχολείτο με την μεταλλουργία (χυτήρια, όπου μεταξύ άλλων εθεωρείτο ένας από τους καλύτερους κατασκευαστές καμπανών) από τον 19ο αιώνα, αρχικά στην Άμφισσα και αργότερα στην Λαμία.
Η εταιρεία με την σημερινή της μορφή δημιουργήθηκε απο τον Πέτρο Πετρόπουλο στην Θεσσαλονίκη του 1922 με εργασίες πώλησης οχημάτων και επισκευές / ανακατασκευές κινητήρων. Με αυτούς τους κινητήρες άρχισε κατασκευές οχημάτων, με βάση επιβατηγά FORD του 1920, τα WILLYS-OVERLAND του 1930 και για φορτηγά με τα DIAMOND T και INTERNATIONAL του 1930.
Το 1938 μεταφέρεται στην Αθήνα. Κύρια απασχόληση απότο 1956 η κατασκευή τρακτέρ με χρήση ανακατασκευασμένων κινητήρων. Αργότερα κατασκευάζει σειρά τρακτέρ με κινητήρα PERKINS με μεγάλες πωλήσεις. Από το 1974 αρχίζει την κατασκευή του πρώτου «έξυπνου» όπως το ονομάζει οικογενειακού φορτηγού 4×4, σε τύπους UNITRUCK-POLYTRUCK και MILITRUCK για τον στρατό.
Οι αγρότες τα αγοράζουν σε μεγάλους αριθμούς αλλά όχι κι ο στρατός. Επιπλέον ο νόμος για τα αγροτικά αλλάζει το 1984-85 κι έτσι σταματάει η παραγωγή με την εταιρεία σε δεινή οικονομική κατάσταση λόγω των μεγάλων επενδύσεων που είχε κάνει ως τότε.
Κέρκυρα, Κέρκυρα, με το Ποντικονήσι… Μπορεί ο ίδιος ο Αλέκος Σακελλάριος να έγραψε τα λόγια αυτού του τραγουδιού που έμελλε να γίνει κλασικό στην ελληνική «τουριστική φολκ», ήταν όμως άλλοι, βέροι Κερκυραίοι συνεργάτες του στην ταινία, φυσικά η Ρένα Βλαχοπούλου, αλλά και ο Γιώργος Κατσαρός, που τον συμβούλευσαν για τα αντιπροσωπευτικά, τα πανέμορφα σημεία και στοιχεία τους νησιού τους που έπρεπε να χωρέσουν στους στίχους για να διαφημίσουν τον τόπο τους.
Σκηνή από την ταινία, “Κόμισσα της Κέρκυρας”.
Γιατί η «Κόμησσα της Κέρκυρας», ταινία του 1972, βασισμένη σε μια χαριτωμένη όσο και προσχηματική πλοκή, έγινε κυρίως για να προβάλλει τη γραφικότητα και τη λάμψη της Κέρκυρας, λουσμένης στον ήλιο στη φωτογραφία του Γιώργου Αρβανίτη, ως ιδανικό προορισμό για τους ξένους ταξιδιώτες και, μάλιστα, τους κοσμοπολίτες, «λεφτάδες», με γούστο και καλλιτεχνικές ανησυχίες.
Οι γωνιές της Κέρκυρας, τα μνημεία, το Αχίλλειον αλλά και τα καντούνια, τα πολυτελή ξενοδοχεία και οι ζαφειρένιες παραλίες, έγιναν στην ταινία η πίστα για τα απίθανα χορευτικά του Φώτη Μεταξόπουλου με την ντάμα του, τη Νάντια Φοντάνα που, μαζί με το 15μελές μπαλέτο τους και τα ανεπανάληπτα ’70ς μικροσκοπικά ρούχα τους λειτούργησαν ως τέλειοι ξεναγοί.
Η ίδια η ιστορία λειτουργεί κι αυτή ως πρόσχημα για βόλτες, τραγούδια και χορούς. Η χηρευάμενη σιόρα Αντζολίνα, ζόρικη δασκάλα του πιάνου, κορτάρεται από τον Σωτήρη Καρέλη, ο οποίος στην πραγματικότητα θέλει να της πάρει το σπίτι για να το κάνει ξενοδοχείο («Τι πάει να πει δεν το πουλάει; Αμα της μοστράρεις ένα εκατομμύριο μετρητά;»).
Εκείνη όμως είναι ταγμένη στον Πίπη, τον αρραβωνιαστικό που την εγκατέλειψε. Περιμένοντας τις εξελίξεις, η Αντζολίνα δέχεται να γίνει εφεδρική τραγουδίστρια για μια μπάντα Ιταλών που κάνει σόου στο Καστέλλο. Στα ενδιάμεσα ψωνίζει φρούτα φρεσκότατα, «απ’ αυτά που παίρνει κι η Σοράγια», απολαμβάνει μια φάλτσα νυχτερινή καντάδα, δηλώνει ότι η μοντέρνα μουσική βγαίνει «από τα τεντζερέδια», κάνει παρέα με τη φίλη της τη Φρόσω (η Νόνικα Γαληνέα στα πρώτα χρόνια του γάμου της με τον Αλεξανδράκη) και μαθαίνει πιάνο στα παιδάκια: «Ω ψυχή μου εσύ τσαντσαμίνι μου μπουγαρίνι μου Παναγία κοντά σου!»
Η τουριστική οργάνωση στην Κέρκυρα του ’72 δε διαφέρει πολύ από τη σημερινή: οι πράκτορες προσκαλούν τους τουρίστες ενώ δεν έχουν πού να τους βάλουν και τους σκορπίζουν σε σπίτια, αλλά η καλή καρδιά, ένα κερασμένο ουζάκι κι ένα μάτσο λουλούδια διορθώνουν την κατάσταση (κάπως). Τα όργανα της τάξης επιβλέπουν τα πάντα – μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στα χρόνια της χούντας – αλλά οι ήρωες με κέφι θα κάνουν τις ζαβολιές τους και θα καταφέρουν να κλείσουν την ιστορία γελαστοί κι αγαπημένοι, με τον Σωτήρη να βρίσκει την Αντζολίνα «έκτακτη». Κι αν αυτοί ζουν καλά, εμείς θα ζήσουμε ακόμα καλύτερα στην όμορφη Κέρκυρα, μάς πείθει η ταινία, γιατί εκεί όλα έχουν ιστορία και φως κι εκεί ζουν και τα ωραιότερα κορίτσια κι αγόρια επίσης. Τουλάχιστον τους καλοκαιρινούς μήνες!
Η χειρονομία της μούντζας είναι μια παγκόσμια Ελληνική πρωτοτυπία και δεν χρησιμοποιείται από κανέναν άλλο λαό. Γιατί όμως θεωρείται προσβλητική χειρονομία;…
Η απάντηση βρίσκεται στις σελίδες της βυζαντινής Ιστορίας, απ’ όπου έχει και τις ρίζες της. Στο Βυζάντιο, μια από τις πιο συνηθισμένες μορφές τιμωρίας ήταν η διαπόμπευση.
Μπορεί για τα σημερινά δεδομένα να φαντάζει παράλογη, αλλά εκείνη την περίοδο εφαρμοζόταν κατά κόρον σε κλοπές, σε μοιχείες κτλ.
Το άτομο που διαπομπεύονταν, το έβαζαν ανάποδα σε ένα γαϊδούρι και το περιέφεραν στους δρόμους της πόλης. Από την πλευρά τους, οι κάτοικοι, για να ταπεινώσουν το συγκεκριμένο άτομο, άλειφαν με ανοιχτή την παλάμη τους το πρόσωπό του με καπνιά. Έτσι, με τον καιρό, η ανοιχτή παλάμη άρχισε να θεωρείται ενέργεια προσβλητική για το πρόσωπο που απευθύνεται.
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας που ακολούθησαν, το παραπάνω εθιμοτυπικό χρησιμοποιήθηκε με το δικό του τρόπο: Συνηθιζόταν να αφήνουν το αποτύπωμα της ανοιχτής παλάμης αλειμμένης με πίσσα στην είσοδο των οίκων ανοχής, ώστε να γίνει σαφές ότι το συγκεκριμένο σπίτι είναι μαγαρισμένο και θα πρέπει οι άνθρωποι να αποφεύγουν να περνούν ακόμη και απ’ έξω.
Η Δήμητρα Ζέζα γεννήθηκε στην Κομοτηνή στις 16 Ιουνίου 1937 και σπούδασε στη Δραματική Σχολή Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν, από όπου αποφοίτησε το 1955....
O Νίκος Τσιφόρος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1909. Δύο χρόνια αργότερα η οικογένεια εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Από τα έντεκά του χρόνια ο Νίκος Τσιφόρος άρχισε να ασχολείται...