«Ο αδερφός μου έφυγε πάμφτωχος από τη ζωή. Έκανε συναυλίες αφιλοκερδώς για να σώσει την Ελλάδα από τη χούντα και την Κύπρο από την Τουρκία και στο τέλος κάναμε αγώνα για να “φύγει” αξιοπρεπώς…»
Με τα λόγια αυτά η αδερφή του μεγάλου ερμηνευτή της Κρήτης Νίκου Ξυλούρη, Ζουμπουλία, ξεδιπλώνει τις αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής.
«Αν μας είχε ακούσει και είχε πάει να δει την πνευμονία έγκαιρα, ο Νίκος ίσως να ζούσε τώρα. Έπαθε καρκίνο και ούτε προλάβαμε να τον χαιρετήσουμε» λέει σε συνέντευξή της η αδερφή ενός πραγματικού θρύλου στην Espresso.
Η αδερφή του Ξυλούρη δεν μπορεί να μιλήσει για εκείνον χωρίς να βουρκώσει.
«Ήταν σε μια συναυλία που έδινε τότε στα Χανιά με την Αννα Βίσση. Είχε αγοράσει και ένα οικόπεδο σε έναν λόφο και εκεί ήθελε να γεράσει και να πεθάνει. Είχε αγοράσει και εκατό κατσίκια για να τρώνε μαζί με τους φίλους του και να γλεντάνε. Ήταν όμως ήδη καταβεβλημένος. Εβηχε συνεχώς. Δεν σταματούσε. Θυμάμαι ήρθε εδώ στο σπίτι και ο κόσμος τού ζητούσε αυτόγραφα. Εκείνος έδινε και έβηχε. Ομως δεν πήγαινε σε νοσοκομείο. Φοβόταν.
Οι γιατροί που πήγαιναν στο σπίτι τού έλεγαν: “Ψύξη και κρύωμα βαρύ”. Και αυτό του γύρισε σε καρκίνο» περιγράφει και συνεχίζει: «Η μάνα μου στενοχωριόταν και του έλεγε: “Γιατί, ρε Νίκο, πας και κάνεις συναυλίες για τον ξένο κόσμο και για την υγεία σου δεν μπαίνεις σε ένα νοσοκομείο να γίνεις καλά;”.
Και εκείνος, όταν ήταν ήδη πολύ αργά, της είπε: “Η βλακεία μου, μάνα, με έφαγε και θα πεθάνω”. Πήγε στο Memorial στην Αμερική. Εκεί οι γιατροί διαπίστωσαν ότι όλα τα ζωτικά του όργανα ήταν σάπια. Δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Ηταν ήδη αργά». Τα μάτια της κυρά Ζουμπουλίας γεμίζουν δάκρυα. Λες και μιλάει για ένα γεγονός που συνέβη πριν από λίγες ώρες.
«Οταν τον είδαμε στο δωμάτιο του Ευαγγελισμού ήταν με τις πιτζάμες. Επαιζε το κομπολογάκι του κι έβηχε. Η μάνα μου προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Του μιλούσε και πήγαινε στη γωνιά και έκλαιγε. Οταν ήρθε από την Αμερική ο Νίκος, έκλαιγε μέρα νύχτα. Δεν ήθελε να πεθάνει. Είχε όμως τελειώσει».
Με κρητική ντοπιολαλιά η Ζουμπουλία Ξυλούρη αναφέρει πρώτη φορά και το όνειρο της μάνας τους προτού πεθάνει ο Νίκος.
Η σημερινή Αθήνα δεν έχει βέβαια καμιά σχέση με την πόλη που γνώρισαν όσοι γεννήθηκαν στον περασμένο αιώνα, αλλά και στα πρώτα χρόνια της περασμένης δεκαετίας.
Γιατί άλλαξε; ίσως γιατί οι άνθρωποι έπαψαν να αγαπούν μια πόλη που ανήκει σε όσους έχουν αποδείξει ότι την μισούν και την καταστρέφουν ή την αφήνουν να καταστραφεί.
Η πρώτη γυναίκα ενδυματολόγος του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Ήταν υποψήφια για δύο βραβεία Όσκαρ κοστουμιών στις ταινίες του Ζιλ Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή» (1961) και «Φαίδρα» (1963).
Η Ντένη (Θεώνη) Βαχλιώτη γεννήθηκε το 1922 στην Αθήνα (στο Κολωνάκι, Σκουφά και Ηρακλείτου). Κόρη ευκατάστατου δικηγόρου της Αθήνας, σπούδασε ενδυματολογία στην Ακαδημία της Φλωρεντίας και πρωτοδούλεψε σε ιταλικές παραγωγές της «Τσινετσιτά».
Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1955, όταν της ανέθεσαν τα κοστούμια για την παράσταση «Ωραία Ελένη» του Αντρέ Ρουσέν στο Θέατρο Ρεξ – Κοτοπούλη, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Μυράτ και με πρωταγωνίστρια τη Μελίνα Μερκούρη.
Με την αξέχαστη Μελίνα υπήρξαν φίλες από τα χρόνια της κατοχής και συνεργάστηκαν στη συνέχεια σε ταινίες και θεατρικές παραστάσεις όπως: «Ποτέ την Κυριακή» και «Φαίδρα» (για τις οποίες ήταν υποψήφια για Όσκαρ ενδυματολογίας), «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη, «Τοπ Καπί» του Ζυλ Ντασέν και «Νικητές» του Καρλ Φόρμαν.
Σχεδίασε τα κοστούμια στο «Γλυκό πουλί της νιότης» του Τένεσι Ουίλιαμς στο Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν, αλλά και το κοστούμι της «Μήδειας» του Ευριπίδη για το ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία Μίνωα Βολανάκη (1975), το οποίο εκτίθεται στο Μουσείο του Κόβεν Γκάρντεν (αναπαραγωγή του υπάρχει στο Θεατρικό Μουσείο του Τόκυο).
Συμμετείχε στις ταινίες «Ο δράκος» του Νίκου Κούνδουρου (1956) και «Οιδίποδας» του Φίλιπ Σέβιλ (1967), με πρωταγωνιστές τους Κρίστοφερ Πλάμερ, Ντόναλντ Σάδερλαντ και Όρσον Γουέλς. Το 1986 υπέγραψε τα σκηνικά και τα κοστούμια στην τηλεοπτική σειρά «Ακυβέρνητες πολιτείες», βασισμένη στην ομώνυμη τριλογία του Στρατή Τσίρκα, που σκηνοθέτησε για την ΕΡΤ ο Ροβήρος Μανθούλης. Έγραψε, επίσης, δοκίμια για τη σύγκρουση των φύλων μέσα από τη μόδα και για την κοινωνιολογική σημασία του κοστουμιού στον κινηματογράφο.
Η Ντένη Βαχλιώτη άφησε την τελευταία της πνοή στις 18 Νοεμβρίου 2014 στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», όπου νοσηλευόταν τον τελευταίο καιρό.
Αδελφός της ήταν ο σκηνοθέτης Χρήστος Βαχλιώτης, εξαδέλφη της η βραβευμένη με όσκαρ σκηνογράφος – ενδυματολόγος Θεώνη Βαχλιώτη – Όλντριτζ (1922-2011) και ανιψιές της η επίσης ενδυματολόγος Ντένη Βαχλιώτη και η σκηνοθέτρια Ειρήνη Βαχλιώτη.
Το 1966, στο απόγειο του εμπορικού ελληνικού σινεμά του Φίνου αλλά και μέσα στην πολιτική αστάθεια, ένα χρόνο πριν τον πραξικόπημα, ο Ντίνος Δημόπουλος, σε σενάριο των Γιαλαμά και Πρετεντέρη, τοποθετεί τη γραφικότητα της προεκλογικής εκστρατείας στο κοσμοπολίτικο νησί των Σπετσών, όπου από έναν λευκό γάμο πολιτικών συμφερόντων γεννιέται ένας έρωτας.
Οι Σπέτσες του «Τζένη Τζένη» συνδυάζουν το απόλυτο, λαμπερό, ρομαντικό ελληνικό καλοκαίρι με την ψυχοσύνθεση ενός λαού που δεινοπαθεί.
Τα προβλήματα, πενήντα χρόνια πριν, τραγελαφικά ίδια: τα ρουσφέτια, τα λεφτά που δε φτάνουν για την εφορία, οι μετανάστες, τα προϊόντα που πετιούνται χωρίς να πουληθούν και οι συντάξεις.
Μάς θυμίζει κάτι; Μήπως το «Τους είπες, να τους ξεπείς.
Εδώ θα φανεί αν είσαι καλός πολιτικός!», ή το «Δε θέλω να σας επηρεάσω, για τ’ όνομα του Θεού, αλλά έτσι και ψηφίσει κανείς τον Γκόρτσο, θα του ανοίξω το κεφάλι με τη μαγκούρα»;
Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό, ο τοπικός κομματάρχης, ο Σκούταρης με τ’ όνομα και τη μαγκούρα, παρατάει τον υποψήφιό του, τον Γκόρτσο, για να υποστηρίξει τον νεαρό Νίκο Μαντά, ανιψιό του εφοπλιστή Κασσανδρή, επισφραγίζοντας την επιλογή του με το να του δώσει νύφη την κόρη του, την πανέμορφη, καλλιεργημένη και ατίθαση Τζένη, παρότι ο Νίκος είναι ήδη παντρεμένος στην Αμερική με πολιτικό γάμο. Ο Νίκος κι η Τζένη, αντίθετα σε κάθε δημοσκόπηση, θα ερωτευτούν. Σμίξανε δυο χαρές να κάνουν μια τρομάρα.
Οι Σπέτσες είναι το τέλειο ντεκόρ γι’ αυτό το… εκλογικό ρομάντζο. Οι διαδρομές από την Ντάπια στο Παλιό Λιμάνι αντικρίζουν ένα νησί αρχοντικό, ιστορικό, γεμάτο ψαράδες και βιοπαλαιστές, αλλά και εφοπλιστές, διεθνείς playboys και Αθηναίους που καθορίζουν τα οικονομικά συμφέροντα της κακοπαθημένης Ελλάδας του ‘60. Οι μέρες γεμίζουν με βουτιές στη θάλασσα, μακροβούτια στη σπηλιά της Νεράιδας, σκι και βόλτες με το ιστιοπλοϊκό, οι νοικοκυρές καθαρίζουν φασολάκια, οι αμαξάδες πηγαινοφέρνουν τους τουρίστες και τα βράδια οι συντροφιές μαζεύονται για ντρινκς με ζωντανή μουσική: «Το Μεγάλο Μυστικό μου» τραγουδά η φωνή της Καίτης Χωματά, με τη μορφή, ωστόσο, μιας νεότατης και μελαγχολικής Νόρας Βαλσάμη.
Ο Νίκος Μαντάς μπορεί να είναι τόσο αρρενωπός και γοητευτικός όσο ο Ανδρέας Μπάρκουλης, είναι όμως ένας νέος άβουλος, αδύναμος, που αφήνει τα πάντα να συμβαίνουν ερήμην του, πίνοντας κι ένα παραπάνω ουισκάκι – ο θείος Λάμπρος Κωνσταντάρας τον μαλώνει αμίμητα, «Βρε παιδάκι μου εσύ είσαι ποτήρι και ζημιά!». Ωστόσο ο Νίκος θα βγει βουλευτής, αφότου κερδίσει παντού, στην Ανω, την Κάτω, την Πέρα και τη Δώθε Παναγιά και θ’ αναγνωρίσει ως «μεγάλο πρωταγωνιστή τον ελληνικό λαό, στου οποίου την κρίση έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη, αφήνοντάς τον να εκφράσει ελευθέρως το φρόνημά του», μετά από ανελέητες προεκλογικές πιέσεις. Κι από την άλλη, το ζευγάρι θα βρει τον τρόπο να στεριώσει την αγάπη του: «Καπετάνιε, στοπ! Βουλευτής Μαντάς εδώ! Μέλλων Υπουργός Ναυτιλίας! Τζένη, δεν υπάρχει γάμος, δεν υπάρχει τίποτα: ο δικαστής ήτανε γκάνγκστερ!» Μέσα στη ροζ πικροδάφνη, τη βαθυγάλαζη θάλασσα, τ’ ασβεστωμένα καλντερίμια και το ηλιοκαμένο δέρμα, στις Σπέτσες του «Τζένη Τζένη» η Ελλάδα μπαίνει σε μια πολιτική Οδύσσεια διαρκείας, αλλά και σ’ ένα καλοκαίρι που κάνει τα δύσκολα να μοιάζουν λίγο ευκολότερα. Και στα δικά μας.
Αυτές είναι φωτογραφίες και σκίτσα της Αθήνας, όπως ήταν κάποτε. Είχαν ληφθεί από τον 19ο αιώνα και είναι είτε αληθινές φωτογραφίες ή σκίτσα που μετατράπηκαν σε φωτογραφίες αργότερα.
Η φωτογραφία που απεικονίζεται ανωτέρω είναι του Αγίου Κοσμά, η τοποθεσία του Αεροδρόμιου της Αθήνας, όπως ήταν γύρω στο 1890.
Εδώ είναι ένα μοντάζ της παλιάς Αθήνας, από το 1845, με την τοποθέτηση Hymetus στην απόσταση. Ο λόφος στο κέντρο είναι η τρέχουσα τοποθεσία του Καλιμάρμαρου, οικοδομώντας έτσι το 1896 Ολυμπιακούς Αγώνες και χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα. Μπορείτε να δείτε τις στήλες στα δεξιά (ένα ζευγάρι έχει έπεσε από τότε), Πύλη του Αδριανού στα αριστερά και ελάχιστα σπίτια.
Αυτή είναι μια άποψη από το 1845, όταν η Αθήνα ήταν ανεξάρτητη από την τουρκική κυριαρχία, και όταν καθιερώθηκε ως η πρωτεύουσα . Τα σπίτια που βλέπετε από την πλευρά της Ακρόπολης ήταν εκείνες των εργαζομένων που είχαν εμπλακεί στην οικοδόμηση περισσότερες της Αθήνας, πολλοί από τους οποίους προέρχονταν από τα νησιά Κυκλάδων.
Αποχρώσεις της σύγχρονης Αθήνας εμφανίζονται γύρω στο 1862, όταν τα σπίτια άρχισαν να χτίζονται έξω από την πόλη ( Εξάρχεια).
Αυτή είναι η θέα από την Ακρόπολη, με θέα προς την πόλη. Μπορείτε να δείτε το ναό του Ηφαιστου στα αριστερά, μικρά σπίτια στην Πλάκα, πολύ κενό χώρο που έγινε πάρκα και την Πλατεία Ομονοίας και σε απόσταση, ο καθαρός αέρας, ελαιώνες και βουνά άδειο.
Πλάκα – 1919
Οδός Γεωργίου Α΄ – Αρχές 20ου αιώνα
1935 – Κιν/φος “Ορφεύς” – Λεωφ Βουλιαγμένης
1906 – πιθανόν οδός Αθηνάς/Ερμού – probably Athinas/Hermou st.
Δεκαετία 1950 – Μοναστηράκι – Monastiraki Sq.
1925 – Ο παλιός σταθμός της Ομόνοιας – Old Omonoia RR station
1915 – ΟΙ ΠΡΙΓΚΗΠΕΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΑΙ ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΝΗΣΙΩΤΗΣ, ΣΤΗ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ ΤΩΝ ΟΔΩΝ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΚΑΙ ΣΤΑΔΙΟΥ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΒΟΥΛΗ – ΑΡΧΕΙΟ ΕΡΤ
Τα ξύλινα βαγόνια του Ηλεκτρικού της γραμμής Κηφισιά – Πειραιάς (το θηρίο) – Αρχές δεκαετίας ’70
Τα Αναφιώτικα – Δεκαετία 1920
Καλλιμάρμαρο Στάδιο – Αρχές 20ου αιώνα
1914 – Αμπελόκηποι – Η βίλλα Θων – Μπροστά στο κτίριο ποζάρει πιθανόν η οικογένεια Θων (Αρχείο ΕΡΤ)
46ο Γυμνάσιο – Ασκληπιού 183 και Λάμπρου Κατσώνη (κοντά στη Λ. Αλεξάνδρας) – κηρύχθηκε διατηρητέο
Η οικία Σαριπόλου στην οδό Πατησίων – Κατεδαφίστηκε το 1960 – Saripolos mansion – Demolished 1960
Αλυσίδα (τέρμα Πατησίων) – Alysida (end of Patission St.)
Ο παλιός σταθμός του Φαλήρου – 1920 – Old RR Station of Faleron
Άποψη της παλιάς Αθήνας από την Ακρόπολη
Athinas St. – Οδός Αθηνάς – Τέλη δεκαετίας ’50, αρχές ’60
Έγκλημα χωρίς τιμωρία! Κατεδάφιση ξενοδοχείου ΑΚΤΑΙΟΝ στο Ν. Φάληρο
Το Δημοτικό Θέατρο, όπου η σημερινή Πλατεία Κοτζιά!
Η Τρούμπα πήρε το όνομά της από την τρόμπα – αντλία- που ήταν τοποθετημένη από το 1860 σε πηγάδι, στην περιοχή αυτή, στην αρχή της οδού Αιγέως, σημερινής 2ας Μεραρχίας, από το οποίο έπαιρναν νερό τα πλοία.
Τα κακόφημα σπίτια – οίκοι ανοχής – άρχισαν να εγκαθίστανται εκεί μετά την Κατοχή. Πριν από αυτήν υπήρχαν διάφορα κέντρα διασκέδασης, μεταξύ των οποίων και τεκέδες. Όμως έκλεισαν τα Βουρλα και γρήγορα έγιναν πάρα πολλά, μιας και το περιβάλλον προσφερόταν, στο μεγάλο τετράγωνο που περικλειόταν από την Ακτή Μιαούλη, τη Φιλελλήνων, την Κολοκοτρώνη και τη Σωτήρος Διος. Επίκεντρο οι δρόμοι Φίλωνος και Νοταρά. Δεκάδες κόκκινα φανάρια, και εκατοντάδες ονόματα Τζένη, Λιάνα, Μαίρη, Πίτσα, Κίτσα κλπ, όλα ψεύτικα βέβαια.
Μια πολύ ανάγλυφη εικόνα μας δίνει ακόμα και σήμερα η ταινία « Κόκκινα Φανάρια».
Στα 1960-65 ή Τρούμπα ήταν στις…. δόξες της. Πάρα πολλοί οι οίκοι ανοχής, κι ανάμεσά τους τα καμπαρέ, με επικεφαλής τα « Τζων Μπουλ», « Μπλακ Κατ», και τα άλλα παρόμοια κέντρα. Με στριπ τηζ και άλλα νούμερα, που προσπαθούσαν να ικανοποιήσουν και τα πιο δύσκολα γούστα.
Κι όπως σημειώνει στην καθημερινή εφημερίδα «ΑΘΗΝΑΪΚΗ» τον Οκτώβρη του 1965 ο συντάκτης της κ. Σταύρος Μαρμαρινός, «η ζήτηση στρηπτιζέζ είναι μεγάλη», κυρίως για κείνες που κάνουν εντυπωσιακά νούμερα. Ανάμεσα σ όλα αυτά και μερικές οικογένειες, – εκεί είχαν τα σπίτια τους που να πάνε;-, που για να μην ενοχλούνται είχαν βάλει πινακίδες όπως αυτή: ΕΔΩ ΜΕΝΟΥΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ». Τις ιερόδουλες έδιωξε το 1968 ο τότε δήμαρχος Αριστείδης Σκυλίτσης.
Ο ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟΣ ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΚΑΙ Η ΤΡΟΥΜΠΑ
Για τον προπολεμικό Πειραιά και το ρεμπέτικο, ο ρεμπέτης Νίκος Μάθεσης, γράφει στα απομνημονεύματά – όπως τα παρέδωσε στον Κώστα Χατζηδουλή :
«Ο Πειραιάς πριν μισό αιώνα με τα καταγώγια, τους ντεκέδες, τα μπαρμπουταντζίδικα, τα Βούρλα και τα «καφέ-σαντάν» του.
Ο Πειραιάς με τους νταήδες του, τους μάγκες, τους ρεμπέτες, τους αγαπητικούς, τους πορτοφολάδες και τους κλέφτες των λιμανιών. Ο Πειραιάς προ 57 χρόνια όπως τον έζησα εγώ, τότε ήμουν 11 χρονών και τον θυμάμαι σαν να ήταν χθες. Τότε και πριν έλθουν οι πρόσφυγες ήταν μικρός. Θυμάμαι το 1917 όπου ήμουν πρόσκοπος στην ομάδα του Λελούδα με έναν συμμαθητή μου που τώρα είναι δικηγόρος, επίσης και ο αδερφός του δικηγόρος είναι.
Και όταν ερχότανε απ’ τη Θεσσαλονίκη το “Λαφαγιέτ”, το πλοίο νοσοκομείο (γαλλικό ήτανε) στου Ξαβέριου και έφερνε Έλληνες στρατιώτες τραυματίες από τις μάχες του Σκρα και τους κερνούσαμε και μετά τους πήγαιναν στο Χατζηκυριάκειον που ήτανε νοσοκομείο τότε. Εκεί μπροστά στου Ξαβέριου ήταν αραγμένα πολεμικά καράβια γαλλικά , ιταλικά, αγγλικά και ελληνικά. Και σαν δεν είχαμε δουλειά πηγαίναμε παρέες και κολυμπάγαμε και λέγαμε στους Γάλλους “μουσχιού ντόνε μουά λεπέν” ή “ντόνε μουά νεσού”. Δηλαδή, “κύριε δω μας ψωμί” ή “δω μας μια δεκάρα”. Κι αυτοί μας έλεγαν “μαργαρήτ…”.
Τότες ο Πειραιάς ήταν πολύ άγριος. Από την μια ο αποκλεισμός, από την άλλη τα πολιτικά μας μίση. Οι φόνοι στα Καρβουνιάρικα, Τρούμπα και Τζελέπη ήταν στην ημερησίαν διάταξιν. Όσο για ντεκέδες από την Πειραϊκή, Παναγίτσα, Άγιο Νείλο, Άγιο Νικόλαο, Γύφτικα, στο Χατζηκυριάκειο, στην Τρούμπα και όσο πιο πέρα πήγαινες, Άγιο Διονύση, εκεί φουμάρανε στο δρόμο.
Ζάρια μες το δρόμο παίζανε, περνούσε ο χωροφύλακας και δεν του έδινε κανείς σημασία, παρά τραβούσανε την δίκοπη επιδειχτικά να την δει! Τι να έκανε; Από στρατιώτη αγράμματο βουνήσιο τον ρίξανε χωροφύλακα στον Πειραιά μες τα λυσσασμένα τσακάλια. Πρωτοδικείο, Εισαγγελία δεν είχε τότε ο Πειραιάς!
Από την Αθήνα κατέβαιναν οι νωματαρχέοι νταήδες να επιβάλουν την τάξη και να συλλάβουν κανέναν επικίνδυνο καταζητούμενον. Ο Μαρούδας και ο Γαλιγάλης, οι μάγκες είχανε συνθέσει και στίχους για τους μόρτες καταδότες και ας μην τους ήξεραν και το τραγουδούσαν παίζοντας το μπουζούκι τους.
»Ο Πειραιάς τότε είχε και έφιππη χωροφυλακή. Χαμαιτυπεία είχε μόνο στα Βούρλα που τώρα είναι φυλακές. Εκεί οι γυναίκες δεν βγαίνανε έξω, απαγορευότανε αυστηρώς. Αλλά οι αγαπητικοί είχαν τον τρόπο τους και πηδάγανε τα μεσάνυχτα μέσα παρ’ όλο που φυλάγανε άγριοι εύζωνοι! Αλλά καμία δεν μαρτυρούσε.
Φόνοι γινόντουσαν κάθε τόσο, αιτία βέβαια οι γυναίκες αλλά όσοι εγκληματούσαν για την γυναίκα, αυτή ήταν υποχρεωμένη μέχρι να βγει απ’ την φυλακή να τον συντηρεί. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, θα σκοτωνότανε απ’ τους φίλους του. Αλλά και όταν έβγαινε, η πρώτη του δουλειά ήταν να την στεφανωθεί. απαραίτητος κανών!!! Για τον σκυλόμαγκα ο άγραπτος νόμος είναι σκληρός! Καφωδεία ο Πειραιάς είχε πολλά γύρω στην Ντρούμπα. Απάνω στο πάλκο έπαιζαν τσιφτετέλια, ζεϊμπέκικο κ.λ.π.
Κάτω στο πάλκο ορχήστρα ευρωπαϊκή, πιάνο, βιολί και τζάζι για ταγκό κ.λ.π. Και μπροστά χαμηλά, σχεδόν κάτω ήταν δώδεκα κορίτσια σε παράταξη άβαφτες Γερμανίδες που έπαιζαν με την σειρά τους βιολιά. Αυτή την διαρρύθμιση είχαν όλα τα καφωδεία της Τρούμπας. Οι φόνοι εκεί γινόντουσαν συχνότατα. Αφού του έτρωγε τα λεπτά του και τον έκανε στούπα, του έλεγε να την περιμένει απέξω! Και η αρτίστα έβγαινε αγκαζέ με τον ντερβίση της, αλλά και ο άλλος ο επαρχιώτης άγριος, και το ψυχικό γινότανε…
Επίσης και τα παιχνίδια ήταν πάμπολλα (λέσχες). Μέσα κάθε καρυδιάς καρύδι, μπράβοι, αβανταδόροι, μούτρα, να πουν αμέσως φυλακή σε ένα γνέμα! Φόνοι πιο πολλοί στα παιχνίδια γιατί έχανες τα λεπτά σου, ίσως και ξένα που στα είχαν εμπιστευθεί να τους ψωνίσεις κάτι πράγματα. Και το αίμα ανέβαινε στο κεφάλι και … όσο για μάγκες, δηλαδή ρεμπέτες, κάθε συνοικία είχε τους δικούς της.
Αν ακουγότανε κανένας ρεμπέτης καλός με πράξεις σωστές ρεμπέτικες, δηλαδή παλικαρίσιες εξηγήσεις, τότε ακουγότανε και στον Πειραιά, δηλαδή στην καρδιά του Πειραιά. Στα παιχνίδια που είχαν οι νταήδες ανεγνωρισμένοι… Έσπαγε τα δεσμά της συνοικίας του και από μαχαλόμαγκας αφανής –ενός μαχαλά -γινότανε διεθνής. Αναγνωριζότανε από όλες τις συνοικίες, αλλά πως;
Έπρεπε με έργα και όχι με λόγια, να μαλώσει, να μαχαιρώσει, να μπιστολίσει, να τραυματίσει καλόν νταή ανεγνωρισμένον, ασχέτως εάν δεν πήγε στην φυλακή. Μηνύσεις δεν γινόντουσαν, θα καθαρίζανε στον δεύτερο γύρο που θα έβγαινε ο χτυπημένος απ’ το νοσοκομείο…
Η αστυνομία το μάθαινε και ερχότανε να σου πάρει κατάθεση και εσύ τους έλεγες ότι έπεσες από ένα μικρό γκρεμό και σου μπήκαν κάτι σίδερα στην κοιλιά… και σου έλεγε μακάρι μόλις βγεις να σου μπούνε κι άλλα να ησυχάσουμε από εσάς τα τομάρια…Αν όμως έκανες μήνυση κατέρρεες αυτομάτως και όλοι οι μάγκες είχαν να κάνουν με σένα και να σε ξεφτιλίζουν…Τέτοια γινόντουσαν που και που, μάλλον από γερασμένους νταήδες και από φιγουρατζήδες ρεμπέτες…
Όσο για μπουζούκια, ο Πειραιάς με τους μαγκίτες του, ήτανε ορχήστρα πλήρης. Μέρα και βράδυ από όπου και να πέρναγες, δηλαδή από καφενείο, άκουγες το κελάηδισμα του μπουζουκιού ή του μπαγλαμά και την μυρωδιά της ταλμίρας (χασίς) ή από αργιλέ ή από τσιγαριλίκι. Και αυτός που το έπαιζε δεν ήταν κάνα παιδάκι, ήταν άνθρωπος της τούφας και το είχε μάθει στο σχολείο – φυλακή.
Έτσι λεγότανε η φυλακή για να μην καταλαβαίνουν οι ανίδεοι. Παιδιά κάτω των 20 χρόνων και ανώμαλοι απαγορευότανε η είσοδος δια καρπαζιάς, σβουριχτής και κλοτσάς! Εδώ το νταραβέρι είναι του τάδε και συχνάζει όλο το σκυλολόι».
Να σημειώσουμε εδώ ότι η ιστορία μιας περιοχής γράφεται κυρίως από τέτοιες αφηγήσεις.
Το 1925 είχαν ξεσπάσει δύο μεγάλες πυρκαγιές στον Πειραιά στις 19-7-1925 στο σύμπλεγμα αποθηκών της Αμερικάνικης περίθαλψης στην Ηετιωνία ακτή, και στις 18-9-1925 στο Τελωνείο στην Τρούμπα.
Πολλοί από τους μεγάλους ρεμπέτες δούλεψαν στην Τρούμπα. Μεταξύ αυτών:
– Στα 1949- 50 ο Μάρκος Βαμβακάρης δούλεψε στην Τρούμπα σ’ ένα μαγαζί στην παραλία, στου Λινάρη.
– Μετά την απελευθέρωση και τον εμφύλιο ο Μιχάλης Γενίτσαρης ανέλαβε ένα μαγαζί στην Τρούμπα. Μαζί του ήταν ο Παπαϊωάννου, ο Κερομύτης και ο Νίκος ο Πουνέντης, ώσπου μία φασαρία με έναν Εγγλέζο στάθηκε η αφορμή να του το κλείσει η αστυνομία.
– Ο Τάκης Μπίνης είχε παλιό όνειρο την Τρούμπα. Αφηγείται σχετικά: « Τέλειωσα τη δευτέρα Γυμνασίου με άριστα, το ίδιο και στην Τρίτη και άκουγα κάπου – κάπου που συζητούσαν η μάνα κι ο πατέρας μου για το μέλλον μου. Ο ένας έλεγε πως θα γινόμουν δικηγόρος, ο άλλος ήθελε να γίνω αξιωματικός κι εγώ έλεγα από μέσα μου, «κούνια που σας κούναγε, σε λίγο θα με χάσετε και από την Τούμπα, θα είμαι μπουζουξής μες στη μαγκιά, στην Τρούμπα του Πειραιά».
Ο Τάκης Μπίνης από τη Θεσσαλονίκη, έκανε το όνειρό του πραγματικότητα στην κατοχή. Συνελήφθη για αντιστασιακή δράση αλλά δραπέτευσε και ύστερα από πολύμηνη περιπλάνηση στα βουνά έφτασε με τα πόδια στη Χαλκίδα και από κει στον Πειραιά το 1944 , και δούλεψε στην Τρούμπα σαν μπουζουκτσής.
– Ο λαϊκός συνθέτης κιθαρίστας και τραγουδιστής Γιάννης Μπαφούνης ή Σαμιώτης δούλεψε στο «Καρρέ του Aσσου» στην Τρούμπα , που το ‘χε ο Ηλίας Νοταράς. Και πολλοί άλλοι.
Γι αυτή τη συνοικία γράφτηκαν πολλά τραγούδια όπως το «Χρόνια μες στην Τρούμπα» του Μάρκου Βαμβακάρη
Εκεί γύρω από την Τρούμπα ήταν πάντα τα γραφεία ναυτικών εταιριών και εργασιών, συμβάσεων και άλλων, που διακινούσαν τα περιπλανώμενα νιάτα σε καράβια, εργοστάσια, οικοδομές, σπίτια ή και σε αγροτικές δουλειές. Πελατεία για τους κάθε είδους…επαγγελματίες της περιοχής ανάλογη με τα χρόνια.
Εκεί ήταν και το Τμήμα Μεταγωγών. Αλλά πιο πάνω και το Δεύτερο Γυμνάσιο. Οπου δίδασκε Γαλλικά η κα Αρχοντάκη. Μία σωματώδης γυναίκα της οποίας ο άντρας ήταν αστυνομικός διευθυντής Πειραιά και η οποία όταν δεν δίδασκε έφερνε βόλτα την Τρούμπα και μάζευε, σαν το «μεικτό» των στρατιωτών, τους μαθητές της.
Σε όσους δεν είχαν πάρε-δώσε με την Τρούμπα ήταν ιδιαιτέρως αγαπητή. Διέθετε ένα μοναδικό κράμα καλοσύνης και αγάπης προς τους μαθητές της, συγχρόνως με μία απίστευτη σκληρότητα σ όσους πήγαιναν στους οίκους ανοχής (τους πλάκωνε κυριολεκτικά στο ξύλο και μιλάμε για μαθητές που ήταν 1. 85 και 22 χρονών αφού ήταν σύνηθες φαινόμενο κάποιος να διακόπτει το σχολείο, να πηγαίνει να μπαρκάρει και μετά από μερικά χρόνια να το ξαναπιάνει) γεγονός που την είχε κάνει φόβο και τρόμο της Τρούμπας. Αν κανείς, μικρός σε ηλικία, εμφανιζόταν εκεί τον ρωτούσαν “Σε ποιό γυμνάσιο πας ;”. Αν έλεγε “δεύτερο” όλες οι πόρτες έκλειναν», λέει ο αφηγητής μας.
Στην Τρούμπα γυρίστηκαν διάφορες ταινίες όπως « Κόκκινα φανάρια» (1962), «Ποτέ την Κυριακή», «Λόλα» (1964), “Στέλλα”, «Σκότωσα για το παιδί μου με την Ελένη Χατζηαργύρη, Κώστα Κακκαβά (1962), «Καλώς ήλθε το δολάριο», «Τρούμπα 67 ή Αμαρτωλές γυναίκες στην Τρούμπα», και άλλες
Στην Τρούμπα λειτουργούσαν οι κινηματογράφοι ΗΛΥΣΙΑ (2ας Μεραρχίας6), ΦΩΣ (2ας Μεραρχίας 4) και ΟΛΥΜΠΙΚ, Φίλωνος 68 – συνεχίζει και σήμερα 2009. Που έπαιζαν φυσικά τολμηρές ταινίες.
Ο π. Φιλόθεος Φάρος που μεγάλωσε στην Τρούμπα γράφει στο βιβλίο του «Η αλλοίωση του Χριστιανικού ήθους»: «Οι πόρνες και οι χασικλήδες της Τρούμπας δεν εστηρίζοντο στην δική τους δικαιοσύνη, όπως οι καθώς πρέπει ευσεβείς και γι’ αυτό όχι μόνον δεν είχαν έπαρση αλλά είχαν και μια αυθόρμητη ταπείνωση.
Δεν έκαναν καμία προσπάθεια να αποκρύπτουν τη κατάντια τους. Δεν κάλυπταν την παλιανθρωπιά τους με μια μάσκα υποκριτικής ευπρέπειας. Δεν έκρυβαν την οργή τους με ανατριχιαστικά ευγενικά χαμόγελα, και είχαν μια γνήσια πίστη στην δύναμη και στην αγάπη του Θεού, γιατί αν και ομολογούσαν την κατάντια τους, δεν σταματούσαν να ζητούν και να ελπίζουν χωρίς μεγαλορρημοσύνες στο έλεός του».
1986: ΚΕΣΑΤΙΑ ΣΤΑ ΚΑΜΠΑΡΕ ΤΗΣ ΤΡΟΥΜΠΑΣ
Κάτω από αυτές τις συνθήκες πέρασε η εικοσαετία 1945-1965 που ανέδειξε την Τρούμπα σε κέντρο του αγοραίου έρωτα και της κάθε είδους διασκέδασης, που ομολογουμένως εξελίχθηκαν ταχύτατα. Ωσπου φθάσαμε στο 1968 που «τα σπίτια» έκλεισαν. Όλα έχουν ένα τέλος.
Από κει και μετά η περιοχή έψαξε να βρει τη νέα της φυσιογνωμία. Μπορεί να έκλεισαν τα σπίτια, όμως τα διάφορα κέντρα διασκέδασης, καμπαρέ κλπ έμειναν.Στα 1986 ο χρονογράφος της εποχής σημειώνει:
«Κεσάτια» και μάλιστα μεγάλα περνάνε τα καμπαρέ και τα μπαρ που βρίσκονται στον κεντρικό Πειραιά και ιδίως στο λιμάνι, για τη διασκέδαση κυρίως Ελλήνων και αλλοδαπών ναυτικών. Η παγκόσμια οικονομική κρίση έχει αναγκάσει ακόμα και τους ναυτικούς να μην «σκορπάνε» όπως σε παλιότερες εποχές τα λεφτά τους και να τα «μετράνε» όταν διασκεδάζουν.
Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής και της οικονομικής κρίσης γενικότερα ήταν να κλείσουν πρόσφατα εννιά καμπαρέ, στην περιοχή της Τρούμπας.
Από τα 24 καμπαρέ που λειτουργούσαν μέχρι τις αρχές του 1985, τώρα λειτουργούν μόνο 15. Και να σκεφτεί κανείς, ότι οι τιμές τους σε σχέση με τα καμπαρέ της Αθήνας είναι πάμφθηνες. Στα καμπαρέ του Πειραιά η τιμή της σαμπάνιας κυμαίνεται μεταξύ 5.000 ως 7.000 δρχ., αντίθετα με των Αθηνών, που είναι διπλάσια.
«Δύσκολες εποχές» λοιπόν, για τη νυχτερινή ζωή του Πειραϊκού λιμανιού. Η «δυσκολία» αυτή αποδεικνύεται και από το καθημερινό αστυνομικό δελτίο, που εδώ και πολλούς μήνες είναι σχεδόν λευκό…
Παλιότερα με τους εκατοντάδες ναυτικούς κάθε βράδυ «να τα σπάνε» στα καμπαρέ και πάνω στο μεθύσι τους να κάνουν (όχι πολλοί βέβαια) καβγάδες, η Αστυνομία και τα δικαστήρια του Πειραιά είχαν «φουλ» δουλειά σε καθημερινή βάση! Δεν υπήρχε βραδιά που να μην γίνει επεισόδιο στην Τρούμπα.
Τώρα, όμως, οι καιροί άλλαξαν και αυτοί που πηγαίνουν για ψυχαγωγία στα καμπαρέ δεν …σπάνε τραπέζια και καρέκλες, για τα «μάτια» των «κοριτσιών».
Τα «κορίτσια», οι «καλλιτέχνιδες» δηλαδή που μας έρχονται από τον Άγιο Δομίνικο και το Ελ Σαλβαδόρ. Για τις Φιλιππινέζες και τις Ταϋλανδέζες η πόρτα των πειραϊκών καμπαρέ έχει κλείσει, τα δύο τελευταία χρόνια.
Μπαλέτα
Οι «καλλιτέχνιδες» έρχονται σαν «μπαλέτα», με την μεσολάβηση διαφόρων γραφείων. Μένουν σε ξενοδοχεία του Νέου Φαλήρου και μετακινούνται κάθε βράδυ με πούλμαν. Το δρομολόγιο «ξενοδοχείο – καμπαρέ – ξενοδοχείο» γίνεται κάθε βράδυ μεταξύ 8μμ και 2 μετά τα μεσάνυχτα. Το Σαββατοκύριακο τα καμπαρέ κλείνουν στις 3 μετά τα μεσάνυχτα. Οι «καλλιτέχνιδες» μετά το… δρομολόγιο, είναι ελεύθερες…
Στην χώρα μας οι «καλλιτέχνιδες» έχουν άδεια παραμονής για έξι μήνες. Τα καλλιτεχνικά γραφεία, μετά τους έξι μήνες, τις πηγαίνουν για ένα τρίμηνο στην Κύπρο ή στην Ιταλία και στη συνέχεια τις ξαναφέρνουν στην Ελλάδα.
Τη στιγμή αυτή σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του Κέντρου Αλλοδαπών Πειραιά -στα καμπαρέ της Τρούμπας εργάζονται 130 γυναίκες από το Ελ Σαλβαδόρ και τον Άγιο Δομίνικο.
Στον κεντρικό Πειραιά εκτός από τα 15 καμπαρέ, λειτουργούν και 22 μπαρ. Τα μπαρ δεν προσφέρουν πρόγραμμα, παρά μόνο μουσική από στέρεο.
Στις «καλλιτέχνιδες» δίνεται άδεια παραμονής για 6 μήνες με την προϋπόθεση ότι δεν πρόκειται να στραφούν στην «πορνεία». Σε περίπτωση που συλληφθούν για τέτοιο παράπτωμα αμέσως απελαύνονται.
Παλιότερα δεκάδες Φιλιππινέζες και Ταϋλανδέζες είχαν συλληφθεί για πορνεία, αλλά και αρκετοί «διευθυντές» γραφείων είχαν κατηγορηθεί για «σωματεμπορία».
Τα δύο τελευταία χρόνια, οι περιπτώσεις γυναικών από το Ελ Σαλβαδόρ και τον Άγιο Δομίνικο, που πιάστηκαν για «πορνεία» είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Μιλήσαμε με ιδιοκτήτη Πειραϊκού καμπαρέ, για να μας πει τα προβλήματα που υπάρχουν καθώς και το πρόγραμμα που παρουσιάζεται. Είπε: «Κάνουμε μια προσπάθεια τελευταία, να παρουσιάσουμε όσο το δυνατόν καλύτερο πρόγραμμα, για να έρθουν στο μαγαζί μας, εκτός από ναυτικούς κι άλλοι για να διασκεδάσουν. Έχουμε λαϊκό πρόγραμμα και οι τιμές στα ποτά μας είναι χαμηλές. Έχουμε αρκετά προβλήματα και τα καμπαρέ δεν γεμίζουν όπως άλλες εποχές.
Έτσι ο «τζίρος» μας είναι μικρός. Αποτέλεσμα, να έχουν κλείσει αρκετά καμπαρέ, που παλιότερα έκαναν χρυσές δουλειές. Πιστεύω ότι σύντομα, με το ωραίο πρόγραμμα που παρουσιάζουν όλα τα καμπαρέ του Πειραιά, οι δουλειές μας θα αυξηθούν, με την προσέλκυση κι άλλων -εκτός των ναυτικών – που τους αρέσει η ψυχαγωγία.
Μπορεί τα «σπίτια» να έκλεισαν, να λιγόστεψαν τα καμπαρέ, όμως η φήμη κι ο φόβος έμεινε:
Ενας Θεσσαλονικιός, ο Θανάσης Π. που επισκέφθηκε την περιοχή το 1989, όταν διορίστηκε δικαστικός αντιπρόσωπος στις εκλογές σημειώνει:
«Κάνοντας μια βόλτα πίσω από το Πρωτοδικείο στη Σκουζέ, είδα ένα βαμμένο κατακόκκινο μαγαζί. Δεν ήταν αυτό που νομίζετε και νόμιζα κι εγώ αρχικά. Ηταν κέντρο διασκέδασης, “οικογενειακό” έγραφε μάλιστα !!! Εκεί τραγουδούσε πλέον ο Γιώργος Ζαμπέτας, λίγο πριν πεθάνει, στην Τρούμπα. Ηταν μέρα όταν πέρασα απ΄έξω, παρόλα αυτά μ’ έπιασε φόβος, καθότι: “Πέντε μάγκες στον Περαία…..”
ΤΟ ΠΟΛΥΧΡΩΜΟ ΓΚΕΤΟ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ
Σήμερα, τόσα χρόνια μετά το 1986, δεν έχουν αλλάξει και πολλά πράγματα. Βέβαια τα μικρά σπίτια έχουν κατεδαφιστεί, έχουν χτιστεί κτίρια που στεγάζουν ναυτιλιακές και άλλες εταιρίες, γραφεία και στο ισόγειο καταστήματα κάθε λογής, καθώς και ξενοδοχεία, αφού υπάρχει η ανάγκη διανυκτέρευσης πολλών αλλοδαπών.
Ετσι το «ΠΟΛΥΧΡΩΜΟ ΓΚΕΤΟ» υπάρχει πάντα στον Πειραιά και ζωντανεύει στο διάστημα Απριλίου-Νοεμβρίου. Τους μήνες αυτούς οι έγχρωμοι στήνουν το βασίλειο τους στον Τινάνειο κήπο, στην οδό Φίλωνος (από τη Φιλελλήνων μέχρι την Σωτήρος) στον κάτω κήπο της Τερψιθέας, στην οδό Νοταρά και σ’ ένα τμήμα της 2ας Μεραρχίας.
ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ Η ΝΥΧΤΑ
Από τις 8.30 -9 το βράδυ που κλείνουν τα καταστήματα θεωρείται επικίνδυνο – μέχρι τα ξημερώματα – να κυκλοφορήσει κάποιος στην περιοχή της Τρούμπας.
Ο Τινάνειος κήπος, που είναι από τους λίγους χώρους πράσινου του τσιμεντένιου Πειραιά, έχει χαθεί προ πολλού για τους μικρούς Πειραιώτες, αφού στα παγκάκια και πάνω στο γκαζόν, οι έγχρωμοι κοιμούνται το πρωί και το μεσημέρι, για να… συμπληρώσουν τον χαμένο λόγω υγρασίας, νυχτερινό ύπνο τους.
Οι «μόνιμοι» πια αυτοί κάτοικοι του επινείου, περνάνε την ημέρα τους φτιάχνοντας «πηγαδάκια» έξω από τον Άγιο Σπυρίδωνα, στη διασταύρωση Φίλωνος και 2ας Μεραρχίας, στη Νοταρά και στη Φιλελλήνων, περιμένοντας κάποιο «ναυτομεσίτη» για να τους προσφέρει τη θέση του ναύτη ή του λαδά σε κάποιο από τα 2.000 ελληνικά καράβια.
ΑΕΤΟΝΥΧΗΔΕΣ
Μερικοί Έλληνες «αετονύχηδες» που θέλησαν να τα… οικονομήσουν μια και καλή, άρχισαν να παίζουν τον ρόλο του «ναυτομεσίτη» στέλνοντας τους έγχρωμους σε διάφορα λιμάνια του εσωτερικού και του εξωτερικού, ναυτολογώντας τους σε ανύπαρκτα πλοία! Έπαιρναν, μάλιστα, από κάθε αλλοδαπό ναυτικό, από 100.000 δρχ. και πάνω…
Ένας τέτοιος ναυτομεσίτης καταδικάσθηκε σε τρία χρόνια φυλάκιση από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, γιατί σ’ ένα δεκαήμερο, πήρε 500.000 δρχ. από 11 αλλοδαπούς, αφού τους παρουσιαζόταν σαν αρχιπλοίαρχος μεγάλης ναυτικής εταιρίας και τους μπαρκάριζε στα «πλοία των υποσχέσεων». Αλλά τους Ελληνες «αετονύχηδες» ακολούθησαν και ξένοι.
Λίγοι από τους έγχρωμους έχουν χρήματα για τη συντήρησή τους. Οι περισσότεροι κάνουν κλοπές, μικροαπατεωνιές, ή γίνονται έμποροι ναρκωτικών. Κάθε τόσο συλλαμβάνονται αλλοδαποί για διάφορα παραπτώματα.
ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ
Τακτικές «εξορμήσεις» στα στέκια των έγχρωμων πραγματοποιεί το κέντρο Αλλοδαπών. Σε κάθε «εξόρμηση» πιάνει αρκετούς κι ύστερα από έλεγχο στα χαρτιά τους, διαπιστώνεται ποιοι έχουν άδεια παραμονής στη χώρα μας και για ποιους έχει λήξει. Οι τελευταίοι απελαύνονται.
Σήμερα εκτός των άλλων στην Τρούμπα στεγάζονται τα Δικαστήρια του Πειραιά και η Εισαγγελία.
Τα περίπτερα στη χώρα μας είναι κομμάτι της κοινωνίας μας εδώ και πολλά χρόνια. Η μορφή τους όπως την ξέρουμε, είναι Ελληνική ιδιαιτερότητα και πρωτοτυπία, η οποία όμως παρέχει ευκολία και πρακτικότητα στην καθημερινότητα, και τη δικιά μας και των τουριστών.
Πως όμως ξεκίνησαν και πότε ξεκίνησαν;
Στην αρχή λοιπόν, ήταν μικρά καπνοπωλεία, τα οποία εμφανίστηκαν αμέσως μετά την πρώτη ίδρυση του Ελληνικού κράτους στο Ναύπλιο και λίγο μετά ήρθαν και στην Αθήνα. Σιγά-σιγά τα προϊόντα που πωλούσαν πλήθαιναν και έτσι έφτασε στις προθήκες τους το πρώτο φιλολογικό περιοδικό, το «Ίρις» το οποίο πωλούνταν προς 25 λεπτά.
Από το 1889 ξεκίνησε η χορήγηση αδειών σε τραυματίες πολέμου και έτσι ξαφνικά ο αριθμός τους μεγάλωσε κατά πολύ. Την εποχή εκείνη,μόνος τρόπος ενημέρωσης ήταν οι εφημερίδες, οι οποίες πολύ γρήγορα έγιναν μέρος της γκάμας των περιπτέρων, βοηθώντας στην ανάπτυξή τους.
Από το 1940 στα περίπτερα άρχισαν να πωλούνται «ζαχαρώδη» και αναψυκτικά – πορτοκαλάδες και γκαζόζες ΗΒΗ, φυλλαράκια τσίχλας με γεύση δυόσμου και κανέλας και αργότερα οι σοκολάτες.
Αργότερα αλλάζει η σχετική νομοθεσία, αλλάζει έτσι και η όψη τους, γίνονται όλα ομοιόμορφα και ομοιόχρωμα και με ίδιες διαστάσεις για όλη την Ελλάδα (1.30 Χ 1.50 μ.) με ρολά και ψυγείο για τα αναψυκτικά.
Τοποθετούνται στα πεζοδρόμια, στις πλατείες, στα πάρκα. στις στάσεις των λεωφορείων, στα ΚΤΕΛ. Η έλευση των τηλεφώνων στην Ελλάδα δίνει μεγάλη ώθηση στα περίπτερα, τα κάνει πολύ σημαντικά όπου βρίσκονται.
Η δεκαετία του ’50 και του 60 είναι οι δεκαετίες της μεγάλης εσωτερικής μετανάστευσης και πλήθος ανθρώπων από την επαρχία συρρέουν στην Αθήνα κατά κύριο λόγο.
Για τηλέφωνο στο σπίτι ούτε κουβέντα, έτσι τα περίπτερα με τις τηλεφωνικές τους συσκευές και τα τηλέφωνα με μετρητές και αργότερα με κερματοδέκτες(τα κόκκινα τηλέφωνα, τα θυμάστε;;;;) είναι βασικά για την επικοινωνία με συγγενείς και φίλους στους τόπους καταγωγής.
Ο Ανέστης Βλάχος είχε δώσει συνέντευξη στην εκπομπή «Ooh la la» και τον Παναγιώτη Τάτση και αποκάλυψε ένα απίστευτο περιστατικό που είχε συμβεί με τον Νίκο Ξανθόπουλο.
Τα«κουμπαράκια» έπιναν τον καφέ τους στην πλατεία Βικτωρίας. Κάποια στιγμή περνάνε δύο γυναίκες, οι οποίες αρχίζουν να τραβάνε τα μαλλιά τους και να του λένε “Νίκο, πώς κάθεσαι δίπλα του”.
Οπότε γυρίζει ο Νίκος και τους λέει: “Τι λέτε, κυρίες μου, ο Ανέστης είναι το κουμπαράκι μου, το φιλαράκι μου, τον αγαπώ” κι εκείνες του φώναζαν “φύγε, φύγε θα σε σκοτώσει”.
Χτυπιόντουσαν! Επειδή ο Ανέστης Βλάχος καθόταν δίπλα στον Νίκο Ξανθόπουλο και θεωρούσαν πως θα του έκανε κακό. Ο Νίκος Ξανθόπουλος έχει στεφανώσει τον Ανέστη Βλάχο και ήταν φίλοι χρόνια.
Η ταινία, "Αιχμάλωτοι του μίσους" προβλήθηκε τη σαιζόν 1972-1973 και έκοψε 124.745 εισιτήρια. Ήρθε στην 14η θέση σε 64 ταινίες.-Μια ταινία κοινωνικής καταγγελίας, που...
Πίσω στο μακρινό 1981, άφηνα για πάντα την πρώτη μου δουλειά κατόπιν μιας πιο δελεαστικής επαγγελματικής πρότασης. Πήγα, θυμάμαι, την τελευταία μέρα στον κυρ-Γιάννη,...