Ένα ενδιαφέρον άρθρο μας δείχνει πως ήταν τα πράγματα γύρω από την disco εποχή στην Θεσσαλονίκη…
Πολύχρωμα φώτα, ντισκόμπαλες, δυνατή μουσική, ρυθμός, παντελόνια καμπάνες, μεγάλες ζώνες και φουντωτά μαλλιά. Οι ντίσκο της Θεσσαλονίκης τις δεκαετίες ’70-’80 και ’90 έγραψαν τη δική τους ιστορία και αποτέλεσαν σταθμούς για τη διασκέδαση στην πόλη.
Lavalbone, Crypton, Cronos, Amnesia, Palladium, είναι μόνο μερικά από τα ονόματα των μαγαζιών που γέμιζαν καθημερινά από χιλιάδες Θεσσαλονικείς που χόρευαν ασταμάτητα στους ρυθμούς της disco μουσικής. Κάποιοι θα διαβάσουν αυτά τα ονόματα και θα συγκινηθούν, θα νοσταλγήσουν εκείνες τις εποχές, ενώ κάποιοι άλλοι πιθανώς να μην γνωρίζουν καν την ύπαρξή τους.
Σε όποια από τις δύο γενειές και αν ανήκετε, κάντε μαζί μας ένα ταξίδι στην ιστορία της Θεσσαλονίκης μέσα από τα νυχτερινά μαγαζιά που άφησαν εποχή! Δύο γνωστοί dj που διέπρεψαν εκείνη την περίοδο στη Θεσσαλονίκη, μας βοηθούν σε αυτό το μουσικό ταξίδι. Ακολουθούν αποκόματα από εφημερίδες της εποχής, καθώς και φωτογραφίες και βίντεο από τα μαγαζιά Make up, Amnesia, Palladium, Trafik, Regine, Lavalbone, Pierro, Studio 51, Crypton και Cronos.
Η εποχή που οι disco ήταν γεμάτες κάθε μέρα της εβδομάδας
Μπορεί τα τελευταία χρόνια και λόγω της οικονομική κρίσης να έχουμε συνηθίσει να βγαίνουμε μία, το πολύ δύο φορές την εβδομάδα, ωστόσο υπήρξε μία εποχή που κάθε μέρα τα μαγαζιά γέμιζαν με κόσμο. Όπως μας περιγράφει ο dj Πέτρος Μακρίδης, που εργάστηκε στα πιο γνωστά νυχτερινά κέντρα της εποχής “η Δευτέρα ήταν ίδια με την Παρασκευή. Ο κόσμος αλήθεια διασκέδαζε, χόρευε, όλα τα μαγαζιά είχαν πίστες, η διασκέδαση τότε ήταν αθώα”.
Τα μαγαζιά που ξεχώρισαν από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, σύμφωνα με τον ίδιο ήταν το Palladium, ένα τεράστιο μαγαζί, με διακόσμηση- υπεργαραγωγή, όπως λέει χαρακτηριστικά, που τα μηχανήματα του ήχου ήρθαν από το Παρίσι, η Lavalbone κάτω από το Ολύμπιον, η Amnesia, η Swing και το Bodrum. “Στο κέντρο ήταν τα μικρότερα μαγαζιά, ενώ στο αεροδρόμιο ήταν πολύ μεγάλα, χωρητικότητας 1500 ατόμων”.
Υπήρχαν 34 μαγαζιά μόνο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης”
Ο Γιάννης Γαλάκος, είναι ο δεύτερος γνωστός dj της εποχής που βοήθησε να γνωρίσουμε την παλιά νυχτερινή ζωή της Θεσσαλονίκης. Ο ίδιος ξεκίνησε την πορεία του από τη disco Sun Beach, που βρισκόταν στην περιοχή της Αγίας Τριάδας και που τότε συγκέντρωνε όλους τους επώνυμους της Θεσσαλονίκης. Η αρχή των disco, όπως μας λέει, έγινε στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, στο οποίο λειτουργούσαν 34 μαγαζιά!
“Υπήρχε το Γκρίφινς στην Παλαιών Πατρών Γερμανού, μετά η Figaro, στο επόμενο στενό, στην Ικτίνου ήταν το Τίφανις, ο Καλκάνας στην Καρόλου Ντηλ, στη Μητροπόλεως το Παγιάντες, στη Λασσάνη το Pierro, στην προξένου Κορομηλά το στούντιο 51 και φυσικά κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει τη Lavalbone και το Palladium. Τότε, τα μαγαζιά που υπήρχαν στο κέντρο ήταν υπόγεια και μικρά, χωρούσαν μέχρι 300 άτομα. Χαρακτηριστικό της εποχής, ήταν ότι σε όλα τα μαγαζιά υπήρχε ένα τραγούδι το οποίο όταν ακουγόταν, αποτελούσε το σύνθημα για να σηκωθούν όλοι και να αρχίσουν να χορεύουν. Έπαιζε το τραγούδι, έβγαιναν καπνοί και άλλα εφέ και ο κόσμος ανέβαινε στις πίστες”.
Πότε όμως έκαναν την εμφάνισή τους τα μεγάλα μαγαζιά του αεροδρομίου; “Τα κλαμπ του αεροδρομίου άρχισαν τη δεκαετία του ’90. Τα πιο γνωστά που άνοιξαν τότε ήταν το Ολύμπια, το Σμεράλντο, το Κρύπτον. Μετά έγινε μόδα και άνοιξε και το Amnesia, το Bodrum και άλλα”. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό εκείνης της εποχής, που οι νεότεροι δεν το έχουμε δει να συμβαίνει, ήταν τα κυριακάτικα, πρωινά πάρτυ!
Όπως μας περιγράφει ο κ. Γαλάκος κάθε Κυριακή γινόντουσαν πρωινά πάρτυ στις disco προκειμένου να μπορέσει να διασκεδάσει και η νεολαία που δεν μπορούσε να βγει τα βράδια, ενώ δεν σερβιριζόταν κανενός είδος αλκοόλ.
Ο Ανέστης Βλάχος είχε δώσει συνέντευξη στην εκπομπή «Ooh la la» και τον Παναγιώτη Τάτση και αποκάλυψε ένα απίστευτο περιστατικό που είχε συμβεί με τον Νίκο Ξανθόπουλο.
Τα«κουμπαράκια» έπιναν τον καφέ τους στην πλατεία Βικτωρίας. Κάποια στιγμή περνάνε δύο γυναίκες, οι οποίες αρχίζουν να τραβάνε τα μαλλιά τους και να του λένε “Νίκο, πώς κάθεσαι δίπλα του”.
Οπότε γυρίζει ο Νίκος και τους λέει: “Τι λέτε, κυρίες μου, ο Ανέστης είναι το κουμπαράκι μου, το φιλαράκι μου, τον αγαπώ” κι εκείνες του φώναζαν “φύγε, φύγε θα σε σκοτώσει”.
Χτυπιόντουσαν! Επειδή ο Ανέστης Βλάχος καθόταν δίπλα στον Νίκο Ξανθόπουλο και θεωρούσαν πως θα του έκανε κακό. Ο Νίκος Ξανθόπουλος έχει στεφανώσει τον Ανέστη Βλάχο και ήταν φίλοι χρόνια.
Ο Τζιμ ένας ελληνοαμερικανός, έρχεται στην Ελλάδα για να ανοίξει μια μπουάτ για τουρίστες. Συναντά τον Κώστα Πίτουρα που πουλά διάφορα αναμνηστικά στους ξένους και αυτός του συστήνει τον αδελφό της αρραβωνιαστικιάς του, τον Φώτη Τσιπούρα, που είναι μπουζουξής και εμφανίζεται στου Αποστόλη το κουτούκι, με τον Μεμά Γαρδούμπα και τις τραγουδίστριες Σοφία και Μαρκησία, οι οποίες είναι ερωτευμένες μαζί του.
Λίγο αργότερα, παραδίπλα ανοίγει και μια άλλη μπουάτ με μοντέρνο ρεπερτόριο. Επικεφαλής της ορχήστρας είναι η Μαίρη την οποία ερωτεύεται σφοδρά ο Φώτης κι εκείνη προσπαθεί να τον “σουλουπώσει” κάπως και να τον κάνει πιο κομψό και μοντέρνο. Η μεταξύ τους σύγκρουση είναι αναπόφευκτη…
Ο Ροβήρος Μανθούλης γεννήθηκε στην Κομοτηνή το 1929 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Συμμετείχε στους κύκλους της Διάπλασης των Παίδων και στις γραμμές του ΕΑΜ των Νέων και συνέχεια της ΕΠΟΝ. Από τα τέλη του 1943 μέχρι την Απελευθέρωση, ήταν το «χωνί» των Εξαρχείων και της Νεάπολης, που έφερνε τα βράδια, από κάποια ταράτσα στο λόφο του Στρέφη, τα αντιστασιακά μηνύματα μπροστά στα ανοιχτά παράθυρα των περιοίκων.
Μετά το γυμνάσιο σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Πάντειο κι εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, την ποιητική συλλογή Σκαλοπάτια (1949). Από το 1949 έως το 1953 σπούδασε Κινηματογράφο και Θέατρο στο Πανεπιστήμιο Syracuse της πολιτείας της Νέας Υόρκης. Εκεί του ανοίχτηκε και ο πρώτος αμερικανικός φάκελος, όταν δημοσίευσε ένα αντι-μακαρθικό άρθρο στην εφημερίδα του Syracuse. Σ’ αυτή την πόλη είχε το στρατηγείο του ο Μακάρθυ, στα γραφεία της Ομοσπονδίας των Παλαιών Πολεμιστών. Τον δεύτερο φάκελο του τον άνοιξαν το 1972, όταν γύριζε στο Χάρλεμ την ταινία «Μπλουζ με σφιγμένα δόντια».
Όταν επέστρεψε από την Αμερική, το 1953, συνεργάστηκε στην αρχή με το «Θέατρο της Τετάρτης» του Ε.Ι.Ρ., φέρνοντας μια καινούρια ραδιοφωνική τεχνική στις θεατρικές διασκευές. Με τον Μιχάλη Κατσαρό, που ξαναβρήκε στου Λουμίδη, ίδρυσαν μια κινηματογραφική εταιρία που σύντομα διαλύθηκε. Θέλοντας να βοήσει την κινηματογραφική εκπαίδευση, ανέλαβε τη διεύθυνση σπουδών σε δυο, διαδοχικά, κινηματογραφικές σχολές. Στη Σχολή Σταυράκου, όπου είχαν ήδη διδάξει ο Κάρολος Κουν, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Γιάννης Τσαρούχης, είχε συνεργάτες του τον Γρηγόρη Γρηγορίου και τον Γιάννη Μπακογιαννόπουλο.
Η διάδοση του ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα έγινε έμμονη ιδέα στον Μανθούλη και το 1960 ίδρυσε την «Ομάδα των 5», με τους Ηρακλή Παπαδάκη, Φώτη Μεσθεναίο, Γιάννη Μπακογιαννόπουλο και Ρούσσο Κούνδουρο. Ύστερα από έναν οργασμό διαφώτισης του κοινού και των κρατικών φορέων, με διαλέξεις, προβολές, φεστιβάλ και κινηματογραφικές λέσχες, κατέληξαν στο να γυρίζουν όλοι, αλλά και άλλοι σκηνοθέτες, σειρά από ταινίες για διάφορους οργανισμούς και να ζούν απ’ αυτό. Η «Ακρόπολη των Αθηνών» (1961), που γύρισε με τον Ηρ. Παπαδάκη και τον Φ. Μεσθεναίο (και τον μέγα αρχαιολόγο Γιάννη Μηλιάδη), πουλήθηκε σε 3.000 πανεπιστήμια στην Αμερική). Οι ταινίες τους αποσπούσαν κάθε φορά το βραβείο του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. “Η Πιο Μεγάλη Δύναμη” το 1961, «Άνθρωποι και Θεοί» το 1965 με τη φωνή του Κίμωνα Φράιερ (μεταφραστή της Οδύσσειας του Καζαντζάκη στ’ αγγλικά) που μεταδιδόταν κάθε χρόνο, επί 5 χρόνια, από το αμερικάνικο δίκτυο NBC.
Το 1959 ο Ροβήρος Μανθούλης δέχτηκε μια πρόταση του κυρ-Αντώνη Ζερβού (της γνωστής εταιρείας ΑΝΖΕΡΒΟΣ, που είχε στούντιο, διανομή και πολλά σινεμά) να γυρίσει μια ελληνική κωμωδία –την «Κυρία Δήμαρχο» (1960)– με πρωταγωνιστές τη Γεωργία Βασιλειάδου και τον Βασίλη Αυλωνίτη, τον Νίκο Κούρκουλο σε δευτερεύοντα ρόλο, τον Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα σε πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση και τον Φώτη Μεσθεναίο ως διευθυντή φωτογραφίας.
Τον επόμενο χρόνο, το «Πρόσωπο με Πρόσωπο» κλήθηκε να πάρει μέρος σε διάφορα φεστιβάλ, αρχής γενομένης από το Διεθνές Φεστιβάλ Νέου Κινηματογράφου στην πόλη Υέρ της νότιας Γαλλίας. Κατ’ εξαίρεση και εκτός διαγωνισμού, γιατί το Φεστιβάλ έκανε δεκτές μόνο πρώτες ταινίες σκηνοθετών, ενώ αυτή ήταν η 4η του Μανθούλη. Το Φεστιβάλ έκανε έναρξη με το «Πρόσωπο με Πρόσωπο» την 21η Απριλίου 1967, ημέρα που έγινε το χουντικό πραξικόπημα στην Ελλάδα! Η ταινία βέβαια ήταν προφητική, αλλά τέτοια σύμπτωση δεν μπορούσε να την περιμένει κανείς. Θα είναι μάλλον και η πρώτη αντιχουντική εκδήλωση που έγινε στο εξωτερικό.
Είναι η αρχή της εξορίας στο εξωτερικό. Η ταινία παίζεται στο Παρίσι, οι κριτικές είναι θριαμβευτικές, η γαλλική τηλεόραση καλεί τον Μανθούλη σε συνεργασία. Του αναθέτει τη σκηνοθεσία ενός πρωτότυπου προγράμματος που θα γυρίζεται σε διάφορες χώρες (ταξίδευε, τότε, με προσφυγικό διαβατήριο «απάτριδος»), ερευνώντας τις πολιτικές και κοινωνικές ρίζες του θεάματος, της μουσικής και του τραγουδιού.
Στο πρόγραμμα, που είχε τίτλο «Στην Αφίσα του Κόσμου», γύρισε πολλούς διάσημους καλλιτέχνες, όπως τον Ζακ Μπρελ, την Τζόαν Μπαέζ, τους Ρόλινγκ Στόουνς με τον Κιθ Ρίτσαρντς και τον Μικ Τζάγκερ, τον Τζον Μαγιάλ, τον Σάνρα, την Μάριον Ουίλιαμς, τον Τζόνι Χαλιντέι, τον Ζορζ Μουστακί, τον Νουρέγιεβ και πολλούς άλλους. Για το ίδιο πρόγραμμα γύρισε ντοκιμαντέρ με τη Μελίνα, τον Μίκη Θεοδωράκη και τη Μαρία Φαραντούρη για την κατάσταση στην Ελλάδα. Η «Αφίσα του Κόσμου» αγαπήθηκε τόσο από το κοινό όσο και από την κριτική, η οποία της έδωσε το ετήσιο βραβείο της καλύτερης γαλλικής εκπομπής του 1969. «Μια μόνο σκηνή του Ροβήρου Μανθούλη, οι ακροβάτες που εκτελούν τα νούμερά τους πάνω από τις ρουλέτες σ’ ένα καζίνο του Λας Βέγκας, έφτανε για να στείλει το προηγούμενο πρόγραμμα στον κάλαθο των αχρήστων» έγραφε η Le Monde (22-3-1969). «Χρωστάμε στην “Αφίσα του Κόσμου” μια στιγμή σπάνια. Τον Νουρέγιεφ σε πρόβα, να χορεύει με την Κλερ Μοτ και να μας μιλάει για τη ζωή και τον θάνατο. Εξαίρετες στιγμές, στο ύψος εκείνου που τις ενέπνευσε» γράφει η L’Union (13-12-1969). «Πρέπει να πούμε ότι η συνάντηση του Ζωρζ Μουστακί με τον Μίκη Θεοδωράκη ξεπέρασε κάθε μας πρόβλεψη.
Τότε αρχίζει και η σειρά των πολιτιστικών ντοκιμαντέρ με τον γενικό τίτλο «Μια χώρα, μια μουσική», που έφερε τον Μανθούλη σε πολλές χώρες των 5 ηπείρων (Ιρλανδία, Ουγγαρία, Αίγυπτο, Υεμένη, ΗΠΑ, Σικελία, Κούβα, Αργεντινή, Βραζιλία, Καναδά, Αυστραλία, Ισραήλ κλπ, και στην Ελλάδα όταν έπεσε η χούντα). Προηγουμένως είχε «σκηνοθετήσει» από τηλεφώνου τις σκηνές που γύρισε ο οπερατέρ Φώτης Μεσθεναίος στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας για την ταινία «Κραυγή της σιωπής».
Στο μεταξύ, η Μελίνα Μερκούρη ενθουσιάζεται με το φιλμ που της γύρισε ο Μανθούλης για την «Αφίσα του Κόσμου» και του προτείνει μια ταινία αμερικανικής παραγωγής με παραγωγό τον Ζιλ Ντασέν, με τίτλο «Lilly’s Story». Ο Μανθούλης γράφει το σενάριο στα αγγλικά (με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου) και στέλνει ένα γαλλικό συνεργείο να γυρίσει κρυφά σκηνές στην Αθήνα, όπου όμως συλλαμβάνεται έξω από την Ασφάλεια της οδού Μπουμπουλίνας. Τελικά, το φιλμ δεν γυρίστηκε γιατί την παραμονή του γυρίσματος διαλύθηκε η παραγωγός εταιρία. Και δεν μπόρεσε να γυριστεί ούτε στη Ρουμανία, γιατί το απαγόρευσε ο Τσαουσέσκου, ο οποίος είχε υπογράψει τις μέρες εκείνες εμπορική συμφωνία με τη χούντα. Λίγο μετά την πτώση της χούντας η κυβέρνηση πρότεινε στον Μιχάλη Κακογιάννη να αναλάβει την Τηλεόραση (1975). Εκείνος αρνήθηκε και υπέδειξε τον Μανθούλη. Ο Καραμανλής του αναθέτει την καλλιτεχνική διεύθυνση της ΕΡΤ, που στο μεταξύ είχε γίνει ανώνυμη εταιρία δημοσίου δικαίου. Ο Μανθούλης δέχτηκε για ένα χρόνο. Στο διάστημα αυτό προσπάθησε να συνεφέρει το πρόγραμμα, με συνεργάτες του τον Γιάννη Μπακογιαννόπουλο, τον Πέτρο Μάρκαρη, την Τώνια Μαρκετάκη και άλλους. Έφερε τον Γάλλο μοντέρ του Ντομινίκ Κολονά για να ξεκινήσει μια σειρά ανάλογη μ’ αυτές που γύριζε στη Γαλλία. Την βάφτισε «Παρασκήνιο» και την ανέθεσε σε άξιους νέους σκηνοθέτες όπως ο Παπαστάθης και ο Χατζόπουλος.
Ανάμεσα στ’ άλλα κατάφερε να πείσει τον θυμωμένο με την κυβέρνηση Μάνο Χατζιδάκι, που ετοίμαζε παραίτηση, να παραμείνει στο Τρίτο Πρόγραμμα. Όταν, τέλος, διορίστηκαν μερικοί υπάλληλοι της ΚΥΠ στην ΕΡΤ και άρχισαν να σαμποτάρουν το πρόγραμμα, ο Μανθούλης παραιτήθηκε.
Το 1991, ο Ροβήρος Μανθούλης εκλέχτηκε Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Παρισιού, την οποία προσπάθησε να κάνει ένα ελληνικό πολιτιστικό κέντρο. Ίδρυσε εκεί κινηματογραφική λέσχη, εγκαινίασε ένα περιοδικό και οργάνωσε σεμινάρια με πανεπιστημιακούς, σαν ένα λαϊκό πανεπιστήμιο. Παράλληλα, γύρισε μια σειρά ταινιών πάνω στους Έλληνες του Παρισιού. Την ίδια εποχή, ο Μανθούλης ενδιαφέρεται για τον ρόλο της τηλεόρασης στην διαμόρφωση των νεαρών τηλεθεατών, γυρίζει την ταινία «Η Τηλεόραση των μπόμπιρων» και πείθει την υπουργό Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας να ιδρύσει το ινστιτούτο Ιούλιος Βερν για την ενίσχυση των μορφωτικών προγραμμάτων. Ο υπουργός Πολιτισμού Ζακ Λανγκ του αναθέτει ένα φιλμ για τον Καθεδρικό Ναό της Ρεμς, το οποίο προβάλλεται ένα βράδυ στο ναό και πείθει τους παραγωγούς σαμπάνιας, που είχαν προσκληθεί να ενισχύσουν με 100 εκατομμύρια φράγκα την αναστήλωση του ναού και την συντήρηση των 2.000 αγαλμάτων που τον στολίζουν.
Το γαλλικό υπουργείο Πολιτισμού αναθέτει στον Βασίλη Αλεξάκη να καλέσει Έλληνες συγγραφείς στη Γαλλία και στον Μανθούλη τους θεατρικούς συγγραφείς. Θα έρθουν ο Ιάκωβος Καμπανέλης, η Λούλα Αναγνωστάκη και ο Γιώργος Μανιώτης τους οποίους ο Μανθούλης παρουσιάζει στο Θέατρο των Πολιτισμών του Κόσμου μαζί με αποσπάσματα από έργα τους παιγμένα στα γαλλικά. Αυτό θα οδηγήσει στην παρουσίαση από τον Μανθούλη του έργου του Μανιώτη «Η Κοινή Λογική» στο Φεστιβάλ Αβινιόν, παρουσία του συγγραφέα. Η παράσταση θα μεταδοθεί από το κρατικό ραδιόφωνο France-Culture.
Στο διάστημα αυτό εξέδωσε καινούρια βιβλία (το προηγούμενο ήταν το Κράτος της Τηλεόρασης) από τις εκδόσεις Εξάντας: το Αρχαίο Ερωτικό Λεξιλόγιο, για την αργκό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, Μιμίαμβοι του Αλεξανδρινού κωμωδιογράφου Ηρώνδα σε μετάφραση και σχόλια, το βιωματικό μυθιστόρημα Lilly’s Story, το Μπλουζ με Σφιγμένα Δόντια, χρονικό του γυρίσματος της ταινίας, Tο Ημερολόγιο του Εμφυλίου Διχασμού, 1900-1974 από τις εκδόσεις Καστανιώτη κ.α., συνολικά 17 βιβλία μέχρι σήμερα. (Τα τρία τελευταία του είναι Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΤ’ ΕΜΕ, ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ και ΜΟΝΤΑΖ, από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης).
O «Ηλεκτρικός» εγκαινιάστηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1869. Στην γραμμή λειτουργούσαν ατμοκίνητα τραίνα, τα οποία συνέδεαν την Αθήνα με τον Πειραιά και για την λειτουργία της ήταν υπεύθυνη η εταιρία Σιδηρόδρομοι Αθηνών Πειραιώς (Σ.Α.Π.). Η γραμμή ηλεκτροδοτήθηκε το 1904 με την επωνυμία «Ελληνικοί Ηλεκτρικοί Σιδηρόδρομοι» (Ε.Η.Σ.) ενώ η εταιρία λειτουργίας μετονομάστηκε σε «Ηλεκτρικοί Σιδηρόδρομοι Αθηνών – Πειραιώς» (Η.Σ.Α.Π.) το 1976.
Στα παλιά καφενεία νιώθω την ίδια ιδιότυπη θαλπωρή πού με τυλίγει πάντοτε σε χώρους όπου είναι αποκλεισμένες οι γυναίκες. Είναι ή ίδια αίσθηση πού είχα όταν ακολουθούσα τον πατέρα μου στα τούρκικα χαμάμ, όταν αργότερα πήγα στον στρατό, και πολύ αργότερα στο Άγιο Όρος.
Λες και ή απουσία κάθε θηλυκού στοιχείου να υπαγορεύει μια ξεχωριστή συμπεριφορά, πού εκδηλώνεται μόνον όταν οι άντρες είναι μεταξύ τους. Υπάρχει ελάχιστος ναρκισσισμός ή ένας ναρκισσισμός άλλου τύπου, καθώς και μεγαλύτερη φυσικότητα στον τρόπο πού εκφράζονται. Οι φωτογραφίες πού δημοσιεύονται εδώ είναι από ένα καφενείο πού υπήρχε στη γωνία Πατησίων και Αγίου Μελετίου, απέναντι από το «Μπρόντγουαιη».
Το 1982 το είχα επισκεφθεί πολλές φορές σε διαφορετικές ώρες, μόνος ή με κάποιον φίλο, παίρνοντας πάντα μαζί μου και τη φωτογραφική μου μηχανή. ‘Ηθελα να αποτυπώσω την ατμόσφαιρα πού επικρατούσε εκεί μέσα, λες και κάποιος με είχε προειδοποιήσει, λέγοντας μου πώς αυτό το τόσο χαρακτηριστικό αθηναϊκό καφενείο θα υπέκυπτε στα κελεύσματα των καιρών και θα μετατρεπόταν εκείνη ακριβώς τη χρονιά σε μπουτίκ ανδρικών και γυναικείων ρούχων.
Όποτε περνάω από κει, προσποιούμαι πώς ενδιαφέρομαι για τα κομψά ρούχα πού εκτίθενται στις βιτρίνες του, αλλά στην πραγματικότητα προσπαθώ να κοιτάξω πίσω από τα ακριβά ρούχα, ξαναφέρνοντας στη μνήμη μου τη μυρωδιά και τους φωτισμούς του παλιού καφενείου.
Οι περισσότεροι θαμώνες ήταν ηλικιωμένοι πού φορούσαν κοστούμια, γρα-βάτες και καπέλα. Υπήρχε ένας μόνιμος θόρυβος από ομιλίες πού έφτανε ως ένα ορισμένο ύψος και σε προστάτευε από τη σιωπή.
Εγώ πήγαινα εκεί για να χωθώ σ’ αυτό το προστατευτικό βαμβάκι, οπότε δεν άντεχα την υπερβολική (πολλές φορές εκκωφαντική) σιωπή του σπιτιού μου, πού ακόμα κι όταν ακούγεται μουσική, μου τρυπάει τ’ αυτιά.Έκτος από ελάχιστες εξαιρέσεις, οι άνθρωποι αυτοί ήταν πολύ ήρεμοι, απολάμβαναν με αργές κινήσεις τον καφέ τους, κάπνιζαν, έπιναν ούζο, ρακή, κονιάκ ή μπύρα, και έπαιζαν τάβλι, σκάκι ή χαρτιά.
Κουβαλούσαν σχεδόν πάντα στην τσέπη του πανωφοριού τους μια εφημερίδα, πού διάβαζαν με μεγάλη προσοχή. Όταν ήταν με παρέα, σχολίαζαν κάποιο γεγονός, οπότε άρχιζε μια συζήτηση γύρω από την πολιτική, τα τελευταία νέα, την ακρίβεια και τα επιτεύγματα της Ιατρικής. Μερικοί είχαν μαζί τους φάρμακα πού έπρεπε να πάρουν μια ορισμένη ώρα, οπότε σε λίγο ή κουβέντα επικεντρωνόταν σε θέματα υγείας πού ταλαιπωρούσαν αυτούς τους ίδιους, αλλά και τους συγγενείς και φίλους τους.
Σκέφτομαι πώς οι περισσότεροι από αυτούς θα πρέπει να έχουν πεθάνει κι έτσι δεν θα μάθουν ποτέ ότι έχουν εγκλωβιστεί για πάντα στις σελίδες ενός περιοδικού.
Κ Α Φ Ε Ν Ε Δ Α Κ Ι
Είσαι :
Καφενεδάκι παραλιακό με μπλε τραπεζάκια κι άσπρους φρεσκοσοβαντισμένους τοίχους . Με ήχους θαλασσινούς και αυγουστιάτικα μελτέμια . Με βασιλικό και γεράνια , με μια γαρδένια σε παλιό βαρέλι σκουριασμένο . Με μυρωδιά ούζου και χταποδάκι στα κάρβουνα .
Σε βρίσκω : Τ’ απομεσήμερα μ’ αγάπες πυρωμένες , σε γλυκιά ηρεμία ουρανού ανέφελου παραδομένο .
Με βρίσκω :
Στις μικρές κι αγαπημένες σου συνήθειες .Ίσως και να’ναι το μόνο σταθερό σημείο , το μόνο στήριγμα όταν όλα γύρω τα αισθάνομαι να καταρρέουν . Εσύ πάντοτε με τον ίδιο τρόπο θα τινάζεις το κεφάλι . Τα φρύδια σου χρόνια τώρα, το ίδιο τόξο σχηματίζουν .
Είσαι :
Καφενεδάκι παραλιακό σε μπλε βαθύ ντυμένο , με μυρωδιά καφέ φρεσκοψημένου, σε φλιτζάνι άσπρο χοντρό. Σε σούρουπο στο Αιγαίο με ανάσες νυχτερινές και ψίθυρους φορτωμένο .
Η Χιονισμένη Κυψέλη και ένα από τα πρώτα ιταλικά τρόλεϊ της Αθήνας που παρελήφθησαν το 1953, της γραμμής 2, Κυψέλη -Παγκράτι…
Μια όμορφη φωτογραφία από την Πλατεία Κυψέλης το 1955…
To 1964…
Κυψέλη – Δεκαετία του 50…
Το ξενοδοχείο Χίλτον στη φάση ανέγερσης…
Ακαδημία Αθηνών – 1940…
Ο Ναός του Ολυμπίου Διός…
Πλατεία Κοτζιά – 1952…
Έξω από το ξενοδοχείο King George – 1948…
Αμπελόκηποι, στη συμβολή των λεωφόρων Κηφισίας & Αλεξάνδρας στη δεκαετία του ’50….
Το εργοστάσιο του ΦΙΞ επί της Λ. Συγγρού, τέλη δεκαετίας ’70 ή αρχές δεκαετίας ’80. Έργο του αρχιτέκτονα Τ. Ζενέτου
Μια εικόνα, χίλιες λέξεις. Το μικρό κοριτσάκι, κοιτάει τα καινούργια του παπούτσια, σε μια εποχή που ακόμα και αυτά ήταν πολυτέλεια. Φωτογραφία της Βούλας Παπαϊωάννου, γύρω στο 1945…
Στοά Ειρηνοδικείου (Ομόνοια-Λυκούργου), εδώ ήταν το κατάστημα Παπαϊωάννου αν θυμάμαι καλά
Στοά Φέξη από Πατησίων με διέξοδο σε Βερανζέρου και Γλάδστωνος, εδώ ήταν το Reffrain και ο Λημναίος
Στοά Κοραή, εδώ ήταν το κατάστημα του Κώστα Χαραλαμπίδη
Στοά Νικολούδη, εδώ ήταν το στούντιο ηχογραφήσεων των ραδιοφωνικών εκπομπών του Μαστοράκη
Στοά Πιγκουίνου, από την Ομόνοια στην Πατησίων, εδώ ήταν το Reffrain του Μιχάλη Γιαμπίλη με όλα τα μικρά δισκάκια και τα τοπ στις βιτρίνες του.
Πολύδωρας, Φιλοδίσκ, το κλασικό κατάστημα στην στοά της Όπερας, το κατάστημα στο υπόγειο στην στοά δίπλα στον παλιό Μαρούση, η στοά στο Μπρόντγουαιη, τα δισκάδικα σε διάφορες στοές στο Μοναστηράκι, όλα είχαν την δικιά τους ιστορία.
Εμείς οι νεο-Έλληνες πάντα νοσταλγούμε. Συνηθίζουμε να λέμε ότι το παλαιότερο είναι καλύτερο. Προφανώς δεν είναι πάντα έτσι.
Όμως ψυχολογικά ο άνθρωπος νοσταλγεί πάντα εκείνο που δεν έχει. Πολλές φορές δε ωραιοποιεί παλαιότερες απλούστερες κοινωνικές δομείς, ίσως επειδή οι απαιτήσεις της εποχής εκείνης ήταν λιγότερες και μάλλον ευκολότερες. Αξίζει πάντως να δούμε κάποιες φωτογραφίες από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, που απεικονίζουν τη μαθητική ζωή σε Σχολεία της Πατρίδας μας.
Όταν ο μαυροπίνακας είναι χαρακωμένος και μόλις διακρίνονται τα σημάδια επάνω του..η σόμπα στη μέση της «αίθουσας» προσπαθεί να δώσει λίγο ζεστασιά στα μικρά παιδιά.
Όταν στα θρανία δεν κάθονταν δυο δυο η τρεις τρεις αλλά έξι και πάνω!!Ιδιαίτερη προσοχή δώστε στο βλέμμα του δασκάλου και στα σταυρωμένα χέρια των παιδιών(1952).
Τα παπούτσια βέβαια ήταν πολυτέλεια…
Κάτι ανάλογο και στα κοριτσάκια…και βέβαια πού βιβλία… ένα βιβλίο για δύο άτομα…(Δημοτικό Σχολείο Καναλίων Βόλου-1949-).
Εδώ δεν υπάρχει ούτε καν αίθουσα…το μάθημα έξω…ο πίνακας φαίνεται μόνο σε λίγους και αυτό με πολύ δυσκολία…(Δημοτικό Σχολείο Ηπείρου-1950-).
Όταν πολυτέλεια ήταν ακόμα και τα θρανία…τα παιδιά γονατισμένα συμμετέχουν στο μάθημα!!(1948).
Παιδόπολις – Αγ. Ελευθερίου – 1953…τα παιδιά ντυμένα πιο προσεγμένα…άλλωστε κυριαρχούσε η προπαγάνδα της βασίλισσας Φρειδερίκης περί προσεγμένων παιδιών και σχολείων…
Υποστολή σημαίας σε παιδόπολη τη δεκαετία του 1950.
Δημοτικό σχολείο στο Βαρδάρη Θεσσαλονίκης(1930)…καμιά 60αριά παιδιά με μόνο μία δασκάλα!!!
Ελληνικό Σχολείο Αρρένων Πύλου (1930) …όταν η τραγιάσκα επιβάλλονταν για τα αγόρια…
Και το ανάλογο σχολείο θηλέων…ο αριθμός μαθητριών εξίσου μεγάλος και η δασκάλα πάλι μόνο μία…
Όταν η πείνα θέριζε…συσσίτιο στο σχολείο…
Βέβαια δε θα μπορούσαν να λείψουν οι εκδηλώσεις στο τέλος της χρονιάς…γυμναστικές επιδείξεις…
Να και μια σχετικά πιο πρόσφατη φωτογραφία…το 5ο Γυμνάσιο Θηλέων Θεσσαλονίκης. Η ποδιά απαραίτητη στις μαθήτριες, το ίδιο και ο γιακάς…
Ακόμα πιο πρόσφατη φωτογραφία με την ποδιά όμως ακόμα υποχρεωτική.
Ο ηθοποιός προερχόταν από αριστερή οικογένεια. Έτσι, όταν ήρθε η ώρα να εκτίσει τη στρατιωτική του θητεία, τον έστειλαν με δυσμενή μετάθεση στη Μακρόνησο, που ήταν τόπος εξορίας των κομμουνιστών.
Η καθημερινότητα στο νησί ήταν βασανιστήριο, όχι μόνο για τους εξόριστους, αλλά και για τους φαντάρους. Ο Βέγγος δούλευε στο γιαπί, κάτω από άθλιες συνθήκες.
Όλη τη μέρα κουβαλούσε και έσπαγε πέτρες, με αποτέλεσμα να εξαντλείται και να ζει μέσα στη σκόνη. Το καθημερινό αυτό μαρτύριο στη Μακρόνησο, του δημιούργησε μια εμμονή, που κουβαλούσε σε όλη τη μετέπειτα ζωή του. Τη φοβία για τη σκόνη.
Η εμμονή του Βέγγου
Πριν φύγει για τη Μακρόνησο, ο Θανάσης Βέγγος έτσι κι αλλιώς ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε την καθαριότητα.
Όταν η διετής στρατιωτική θητεία ολοκληρώθηκε και επέστρεψε στην καθημερινότητά, είχε γίνει πλέον μανιακός με την καθαριότητα. Ξεσκόνιζε επίμονα τα ποτήρια και τα πιάτα πριν τα χρησιμοποιήσει, ακόμα και αν αυτά είχαν πλυθεί. Τίναζε τα ρούχα του πριν τα φορέσει. Πολλές φορές γυρνούσε προς τα έξω τις τσέπες του παντελονιού και τις τίναζε κι αυτές, ακόμα κι αν δεν είχε βάλει ποτέ τίποτα μέσα. Απέφευγε τα ραντεβού σε εξωτερικούς χώρους.
Προτιμούσε να συναντά φίλους και συνεργάτες στο γραφείο του, το οποίο ξεσκόνιζε καθημερινά. Στο σπίτι του υπήρχε πάντα ιονιστής για να καθαρίζει την ατμόσφαιρα από τη σκόνη. Οι άνθρωποι που τον έζησαν στο θέατρο, θυμούνται τον ηθοποιό να καθαρίζει καθημερινά τα σκηνικά. Μια φορά μάλιστα, ο Βέγγος διέκοψε την πρόβα για να τινάξει ένα τραπεζομάντηλο που ήταν μέρος του ντεκόρ.
Τα καλοκαίρια, γυρνούσε στο θέατρο και έκλεινε τα παράθυρα για να γλιτώσει από τη σκόνη, με αποτέλεσμα η ζέστη να γίνεται αφόρητη. Εκτός από μανιακός με την καθαριότητα, ο Βέγγος ήταν ένας πολύ γλυκός άνθρωπος. Παρόλο που με την εμμονή του, πολλές φορές καταντούσε γραφικός, κανείς δεν του κρατούσε κακία. Παράλληλα με την υποκριτική, ο Βέγγος έκανε και διάφορες μικροδουλειές για να συμπληρώνει το εισόδημά του.
Η αγαπημένη του, ήταν αυτή του παγοπώλη. Τι κι αν κουραζόταν κουβαλώντας κολόνες πάγου στα σπίτια; Δεν το ένοιαζε καθόλου, αφού ήταν σίγουρος ότι πάγος και σκόνη δεν πάνε μαζί. Στη Μακρόνησο, ο Βέγγος δεν απέκτησε μόνο τη «σκονοφοβία», αλλά ευτυχώς για εκείνον, γνώρισε κάποιους ανθρώπους, που τον βοήθησαν να κάνει τα πρώτα του βήματα στον κινηματογράφο, με τον οποίο μέχρι τότε δεν είχε καμία σχέση.
Βασισμένο στο θεατρικό «Ο Καρδιοκλέφτης» του Ναπολέοντα Ελευθερίου – ο οποίος υπογράφει και το σενάριο, το «Τύφλα να ‘χει ο Μάρλον Μπράντο» του Ορέστη Λάσκου υπήρξε στην πραγματικότητα το breakthrough του Θανάση Βέγγου σε πρωταγωνιστικό ρόλο, μια τεράστια εμπορική επιτυχία και η πρώτη αεικίνητη κωμωδία του στο πνεύμα της εποχής και σε τουριστικό αίσθημα, γυρισμένη εξ ολοκλήρου on location στον Πόρο την άνοιξη του 1963.
Ενας απλός υπάλληλος ληξιαρχείου με το όνομα Στέφανος Αυγερινός συνταξιδεύει συμπτωματικά με προορισμό τον Πόρο με τον συνώνυμο γνωστό ποιητή… Στέφανο Αυγερινό! Φτάνοντας στο νησί, γίνεται δεκτός με ενθουσιασμό από την τοπική κοινωνία που νομίζει ότι αυτός είναι ο διάσημος ποιητής, ενώ ο πραγματικός αποκρύπτει εσκεμμένα την ταυτότητα του, θέλοντας να αποδείξει ότι μπορεί να γοητεύσει τις γυναίκες και δίχως τη βοήθεια της φήμης του. Οταν όμως τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως τα περίμενε, καθώς ο υπάλληλος έχει κατενθουσιάσει τις γυναίκες που τον καταδιώκουν συνεχώς, αποφασίζει να αποκαλύψει την αληθινή του ταυτότητα.
Σε στιλ κωμωδίας καταστάσεων προς το υπερβάλλον γκαγκ attack, μπορεί ο Θανάσης Βέγγος να τρέχει – εδώ ακόμη όχι με τελειοποιημένη την αξεπέραστη μανιέρα του – και το ριγέ μαγιό του να κλέβει την παράσταση, αλλά ο Πόρος τον ακολουθεί κατά πόδας ως το απόλυτα ερωτικό νησί, ιδανικό για κάθε είδος διακοπών: μοναχικά στις βραχώδεις παραλίες του, πολύβουα στο κεντρικό λιμάνι της χώρας, μέσα, έξω και γύρω από το θρυλικό ξενοδοχείο «Χρυσή Αυγή» που (ευτυχώς) θα έχανε μετά το 2002 – για ευνόητους λόγους – το πρωτότυπο ονομά του για να μετονομαστεί σε Golden View.
Στο απόγειο της made in Greece θερινής περιόδου και με τον κοσμοπολίτη Πόρο να χαρίζει τα θελγητρά του στις κατά λάθος ρομαντζάδες του κατά λάθος Στέφανου Αυγερινού, ο Ορέστης Λάσκος χαρίζει στο ελληνικό κοινό της εποχής δωρεάν διακοπές, κορίτσια να δει το μάτι σου και εμπλέκει όλον τον τοπικό πληθυσμό σε ένα ξέφρενο one man show του Θανάση Βέγγου, αφήνοντας πίσω του ελάχιστες μνήμες σκηνοθετικών κρεσέντων αλλά σίγουρα μια δύο ατάκες να θυμάσαι.
Από το «Βοηθάτε χριστιανοί! Σιγά λυσσάρες!» που βρίσκει τον Θανάση Βέγγο να βουτάει στο λιμάνι του Πόρου μέχρι το «Αγαλμα της Ελευθερίας» και το «Ησυχο το ποταμάκι…» σε αυθαίρετη ρίμα, το «Τύφλα να ‘χει ο Μάρλον Μπράντο» αποτελεί μάλλον την πιο εμβληματική ταινία για τον Πόρο, ακόμη κι αν δύο χρόνια πριν ή έγχρωμη «Αλίκη στο Ναυτικό» είχε βρει την Αλίκη να τον περιδιαβαίνει με γαϊδουράκι και τρια χρόνια πριν ο Ροβήρος Μανθούλης τον διάλεξε για να τοποθετήσει εκεί την «Κυρία Δήμαρχό» του.
«Τύφλα να ‘χει ο Μάρλον Μπράντο» του Ορέστη Λάσκου (1963) / Σενάριο: Ναπολέων Ελευθερίου / Πρωταγωνιστούν: Θανάσης Βέγγος, Κώστας Κακκαβάς, Ντίνα Τριάντη, Περικλής Χριστοφορίδης, Εφη Οικονόμου
Η ταινία- σταθμός στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου είναι η πρώτη ελληνική ταινία που επανακυκλοφορεί μετά από ειδική ψηφιακή επεξεργασία που επιμελήθηκε ο κινηματογραφικός οργανισμός Καραγιάννης – Καρατζόπουλος Α.Ε.
«Η κάλπικη λίρα» του Γιώργου Τζαβέλλα, μία από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές και καλλιτεχνικές επιτυχίες της εποχής της, με καριέρα σε πολλά διεθνή φεστιβάλ, είχε κυκλοφορήσει στις 15 Απριλίου του 2012 με την τεχνολογία της ψηφιακής προβολής.
Το τετράπτυχο των ιστοριών ζωντανεύει από την αφρόκρεμα των ερμηνευτών, θεατρικών και κινηματογραφικών, της εποχής: ο Βασίλης Λογοθετίδης και η Ίλυα Λιβυκού, ο Μίμης Φωτόπουλος και η Σπεράντζα Βρανά, ο Δημήτρης Χορν και η Έλλη Λαμπέτη, καθώς και ο Ορέστης Μακρής.
-Τη μουσική στην «Κάλπικη λίρα» έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις. -Η ταινία βραβεύτηκε στα φεστιβάλ Βενετίας, Μόσχας και Μπάρι.
Η ταινία, "Το πιο λαμπρό αστέρι" προβλήθηκε τη σαιζόν 1967-1968 και έκοψε 652.661 εισιτήρια. Ήρθε στην πρώτη θέση ανάμεσα σε 99 ταινίες.-Η πρώτη συνεργασία...