18.8 C
Athens
Τετάρτη, 29 Μαΐου, 2024

Άγνωστες πτυχές της ταινίας, Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται

Η ταινία, "Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται" προβλήθηκε τη...

Ήξερες ότι η Άννα Παναγιωτοπούλου…

Η Άννα Παναγιωτοπούλου ήταν Ελληνίδα ηθοποιός και...

Ποια ηθοποιός κάνει τις υψηλότερες τηλεθεάσεις με τις ταινίες της

Ο Χρήστος Κωνσταντίνου αποκαλύπτει ποια ηθοποιός της...
Blog Σελίδα 278

Ποτέ δεν ήμουν πιστός σε μια γυναίκα

βουτσας
Είναι ένας σύγχρονος μποέμ. Η χαρά της ζωής. Όπως εκείνη η απίθανη ατάκα του «φσσστ… μπόινγκ!» στην πρώτη ελληνική έγχρωμη σινεμασκόπ ταινία «Κάτι να καίει» (1963), που τον χαρακτήρισε σε όλη του την καριέρα.
Είναι ένας σύγχρονος μποέμ. Η χαρά της ζωής. Όπως εκείνη η απίθανη ατάκα του «φσσστ… μπόινγκ!» στην πρώτη ελληνική έγχρωμη σινεμασκόπ ταινία «Κάτι να καίει» (1963), που τον χαρακτήρισε σε όλη του την καριέρα. Ο Κώστας Βουτσάς, όπως ακριβώς τότε έκλεινε το μάτι στη ζωή, με την ίδια ζωντάνια το κλείνει και τώρα. Σαν να μην πέρασε μια μέρα, κι ας έκλεισε 61 χρόνια στο θέατρο, έχει «κλειδώσει» το χρόνο.

Του αρέσει να ανανεώνεται, να αφουγκράζεται τη νέα γενιά και να συμβαδίζει με το καινούργιο στην τέχνη και τη ζωή του. Το μυστικό της νεότητάς του; Ο έρωτας και η αλλαγή. Όπως αυτή που επιχειρεί στον κινηματογράφο παίζοντας τον Big John, έναν αρχινονό, βαρόνο ναρκωτικών στην ταινία-έκπληξη του Κάρολου Ζωναρά «Ο γιος του Τσάρλυ».

Συνάντησα τον Κώστα Βουτσά στο μικρό διαμέρισμά του στο Κολωνάκι, να διαβάζει εφημερίδες και να χαίρεται σαν πρωτόβγαλτος ηθοποιός, καθώς οι κριτικοί εξήραν το παίξιμό του στην ταινία. Είναι ενθουσιασμένος που τελείωσε άλλες δύο ταινίες, τη «Νήσο» του Σταύρου Δήμα και το «Διαχειριστή» του Περικλή Χούρσογλου.

Επίσης, ετοιμάζεται να παίξει αφιλοκερδώς σε μια ταινία-ντοκιμαντέρ για τις πυρκαγιές στην Ηλεία, ενώ αρχίζει και πρόβες στο Θέατρο «Ιλίσια-Ντενίση» με τη Μιμή Ντενίση για «Το άνθος του κάκτου». Η ψυχή του «πετάει» και η ενέργειά του είναι στο φουλ. Όσο για τη συνέντευξή μας, ήταν κάτι σαν «Ραντεβού στον αέρα», χωρίς περιορισμούς, γεμάτη χιούμορ, μαγεία και αλήθειες.

Σας έχουμε συνηθίσει ως καλό παιδί στις ταινίες του Γιάννη Δαλιανίδη. Τώρα, στην ταινία «Ο γιος του Τσάρλυ», μας… προκύπτετε σκληρός νονός της νύχτας σε ένα ρόλο που σοκάρει. Πώς το τολμήσατε;

«Είμαι ηθοποιός, δεν έχω ταμπού, δεν κλείνομαι σε κουτάκια. Μου άρεσε και το έκανα. Μάλιστα, τώρα στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση μου αρέσει να παίζω μικρούς αλλά χαρακτηριστικούς ρόλους, γιατί ακριβώς είμαι ηθοποιός και έχω το ναρκισσισμό να αποδείξω ότι 61 χρόνια δεν βρίσκομαι άδικα εδώ που είμαι».

Νιώθετε ότι η «ετικέτα» του κωμικού ηθοποιού που έχετε όλα αυτά τα χρόνια σας έχει καταδυναστεύσει;

«Όχι. Έχω παίξει σημαντικούς ρόλους στον κινηματογράφο και στο θέατρο ? Αριστοφάνη, Μολιέρο και τόσους άλλους. Έχω δώσει πολλή χαρά στον κόσμο μέσα από τις παλιές ταινίες. Αυτό με κάνει ευτυχισμένο».

Πιστεύετε ότι το trash που μας έχει κατακλύσει δεν μπορεί να καλύψει ό,τι καλό υπάρχει σήμερα;

«Όχι. Είμαι αισιόδοξος. Και η αισιοδοξία μου απορρέει από το ότι η νεολαία μας ?στο μεγάλο της ποσοστό? είναι υγιέστατη και αγωνίζεται. Αυτό που έκαναν και βγήκαν στους δρόμους για τη μόρφωσή τους αποδεικνύει ότι έχουν όνειρα και ιδανικά».

Είστε από τους τελευταίους σταρ της χρυσής εποχής του παλιού καλού ελληνικού κινηματογράφου. Νιώθετε έτσι;

«Όχι. Αυτό μου λένε όλοι: “Δεν ξέρεις τι είσαι”. Τους απαντάω: Δεν ξέρω, δεν με ενδιαφέρει τι είμαι. Εγώ κάνω αυτό που νιώθω. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που θα πω: “Εγώ έκανα αυτά”. Εγώ είμαι στο “εμείς”, δεν είμαι στο “εγώ”. Ζω πολύ ωραία, σε δύο δωμάτια, με τα βιβλία μου. Τι να το κάνω το μεγάλο σπίτι, τα σαλόνια. Έχω τις κόρες μου, τη Σάντρα, τη Θεοδώρα και τη Νικολέτα μου, που με αγαπάνε και τις αγαπάω πάρα πολύ. Οι γυναίκες που έχουν περάσει από τη ζωή μου με αγαπάνε, γιατί είμαι γενναιόδωρος. Δεν είμαι άνθρωπος που θα πληγώσω τη γυναίκα  την πληγώνω βέβαια γιατί είμαι γυναικάς και πολύ “τσαχπίνης”, αλλά το τελικό αποτέλεσμα είναι διαφορετικό. Φεύγω και τα αφήνω όλα πίσω, στη γυναίκα που είχα».

Έχετε τρεις γάμους, τρία διαζύγια και έναν αρραβώνα…

«Αρραβώνα; Ναι, με τη Σπεράντζα Βρανά. Μεγάλη προσωπικότητα η Σπεράντζα, μου έδωσε πάρα πολλά στη ζωή. Θυμάμαι που μου έλεγε: Βρε συ, άσε πού θα είναι το όνομά σου, λεφτά να ζητήσεις. Άμα σου δώσουν τα λεφτά, θα σε βάλουν στη μαρκίζα εκεί που θέλεις». Περάσαμε πολύ ωραία, αλλά εγώ είμαι μποέμ, γιατί τη ρούφαγα τη ζωή και τη ρουφάω».

Ο λόγος που χωρίσατε ήταν γιατί της ζητήσατε να σταματήσει το θέατρο;

«Ναι, έτσι είναι. Είμαι πολύ ζηλιάρης και επιδειξιμανής. Εάν έχω μια ωραία γυναίκα, την επιδεικνύω και αφήνω τους άλλους να σκάσουνε. (Γέλια.) Τη Σπεράντζα την ήθελα αποκλειστικά για μένα. Πού να αφήσω στο θέατρο τη Σπεράντζα με τόση επιτυχία; Χάλαγε ο κόσμος».

Γυναίκες, γυναίκες, γυναίκες

Είναι η αδυναμία σας το γυναικείο φύλο;

«Δεν δέχομαι τη λέξη ?αδυναμία?. Δεν είναι αδυναμία, είναι η φύση μου να “κυνηγάω” τις γυναίκες. Αδυναμία είναι να καπνίζεις, να είσαι αλκοολικός, να παίρνεις ναρκωτικά. Όχι να είσαι αρσενικό. Εκείνο που είναι λίγο κακό σε μένα είναι ότι είμαι ?τσαχπίνης? και ευκολόπιστος».

Σας αρέσουν οι πιο νέες σε ηλικία γυναίκες;

«Όλες μ’ αρέσουν. Και με μεγαλύτερες έχω σχετιστεί και με μικρές. Δεν έχω τέτοια ταμπού. Έχω σχετιστεί και με τη μαμά μιας φίλης μου αλλά και με μικρότερες. Ξέρεις κανέναν άντρα με το Α κεφαλαίο που να μην του αρέσουν οι γυναίκες;».

Υπήρξατε ποτέ πιστός σε κάποια από τις γυναίκες σας;

«Όχι, δυστυχώς. Ιδιαίτερα τη δεύτερη μου γυναίκα, τη Θεανώ (Παπασπύρου), την ταλαιπώρησα πάρα πολύ. Τη Θεανώ μου, την καλή μου τη γυναίκα, έτσι την αποκαλώ».

Είστε γυναικάς και το λέτε, αλλά οι γυναίκες σας σας λατρεύουν. Αυτό είναι επιτυχία?

«Με λατρεύουν οι γυναίκες, γιατί είμαι πολύ γενναιόδωρος, δεν είμαι καρμίρης. Ας πούμε, σε ανύποπτο χρόνο της κάνω δώρα, της στέλνω λουλούδια, της κάνω κάτι που δεν το περιμένει κι έτσι έρχεσαι πιο κοντά, δένεσαι πιο πολύ. Δηλαδή, όταν ήθελα να κάνω απιστίες, τις έστελνα στο εξωτερικό και τους έπαιρνα γούνες. Κι εγώ έκανα την απιστία μου εδώ!».

Όταν θέλατε να χωρίσετε, τι κάνατε;

«Έκανα έναν τσακωμό κι έφευγα. Να σου πω… Ο πιο ανούσιος σύζυγος είναι ο πιστός σύζυγος. Ξέρεις γιατί; Σου λέει συνεχώς, π.χ., “τι φαΐ είναι αυτό που μου έκανες”, “πλύνε τις κάλτσες μου”, “σιδέρωσε το πουκάμισο”, “μη φωνάζεις”, “θέλω να κοιμηθώ” και άλλα τέτοια. Ενώ ο άπιστος σύζυγος τα βρίσκει όλα ωραία, γιατί θέλει να κάνει τη… βρομίτσα του. Και θα την περιποιηθεί τη γυναίκα του και θα της μιλήσει ωραία και θα βγουν έξω και θα την πάει όπου θέλει και δώρα θα της κάνει!».

Μήπως το ότι είστε γυναικάς, ότι ερωτεύεστε συχνά είναι και το μυστικό της αιώνιας νεότητάς σας;

«Με ρωτάνε κάποιοι: “Παίρνεις βιάγκρα;”. “Εγώ παίρνω άλλο χάπι”, τους απαντάω. Τι χάπι; Το “change” (αλλαγή)! Αυτό είναι το χάπι: αλλαγή γυναίκας! Σου ανανεώνει τα κύτταρα, σου ανεβάζει τη διάθεση. Αγαπώ πάρα πολύ τις γυναίκες, τις ταΐζω στο στόμα, τις προσέχω».

Θέλω κι άλλο…

Όταν βλέπετε τις παλιές σας ταινίες, στεναχωριέστε;

«Καθόλου δεν στεναχωριέμαι. Τις χαίρομαι. Βλέποντας τον εαυτό μου σε νεαρή ηλικία, λέω: Αυτός είναι καλός ηθοποιός, θα πετύχει…». (Γέλια.)

Ίσως ο έρωτας και το χιούμορ σας έχουν βοηθήσει να λέτε στο χρόνο «έλα αύριο»?

«Δεν παίρνω τίποτα βαθιά, γιατί όλα περνάνε. Εγώ έχω αυτή τη φιλοσοφία, ότι όλα περνάνε και αν δεν τα βάλεις μέσα σου, δεν σου αφήνουν πληγές».

Τώρα είστε ερωτευμένος;

«Όχι, τώρα κάνω “αποτοξίνωση”, αλλά είμαι καλά. Εντάξει, είναι δύο κοπέλες που συναντιόμαστε. Πάντα υπάρχει το φλερτ στη ζωή μου».

Στην τηλεόραση γυρίζετε την πλάτη;

«Δεν είναι έτσι. Δεν μου έχουν προτείνει κάτι που να μου αρέσει. Και μάλιστα παίζω επίτηδες μικρούς χαρακτηριστικούς ρόλους. Δεν είμαι τυχαία 61 χρόνια σε αυτόν το χώρο».

Έχετε δύναμη! Θα είστε κάθε βράδυ στο θέατρο. Δεν λέτε: «Είμαι μεγάλος πια γι’ αυτά»…

«Όχι, καλέ. Είναι ευτυχία να είσαι κάθε βράδυ στο θέατρο. Κοιτάω πότε θα έρθει η ώρα να πάω στο θέατρο  είναι η ψυχή μου. Δεν μπορώ να κάνω χωρίς αυτό».

Νιώθω ότι πρέπει να είστε γεμάτος. Έχετε τρεις υπέροχες κόρες, μια καριέρα γεμάτη επιτυχίες, έχετε ζήσει αυτά που θέλατε;

«Είμαι γεμάτος και θέλω κι άλλο να γεμίζω. Γιατί όχι; Δεν μπορώ να σταματήσω. Είμαι πολύ καλά κι ευτυχισμένος, αλλά θέλει ακόμα πολύ νερό για να γεμίσει ο κουβάς μου». (Γέλια.)

Advertisement

4 Ιστορίες απο τα παλιά

20 γυναικες

20 γυναίκες, ο Βουτσάς και ο “Άγνωστος Πόλεμος

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 η Μπέτυ Λιβανού ξεκινούσε μια ιδιαίτερα ελπιδοφόρα καριέρα στη Φίνος Φιλμ και πρωταγωνιστούσε σε μια σειρά από επιτυχημένες εμπορικά ταινίες της εποχής. Μια από αυτές ήταν η ταινία «20 γυναίκες κι εγώ», στην οποία πρωταγωνιστούσε η ίδια μαζί με τον Κώστα Βουτσά, ο οποίος αποτελούσε διαχρονικά «γερό χαρτί» για κάθε ταινία του Φίνου και όχι μόνο.

4 Ιστορίες απο τα παλιά
Σκηνή από την ταινία, “20 γυναίκες κι εγώ”.

Η ταινία αποτελούσε κινηματογραφική μεταφορά της ομώνυμης θεατρικής κωμωδίας του Γιάννη Δαλιανίδη, η οποία είχε παιχτεί το 1972 σε κεντρική σκηνή της Αθήνας, σε μια πολύ δύσκολη εποχή για τη χώρα.Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους της πρωτεύουσας στις 23 Σεπτεμβρίου 1973, λίγες μόνο ημέρες πριν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Όσον αφορά στην υπόθεση, αυτή αφορά στην ιστορία δύο νέων που θέλουν να παντρευτούν, αλλά σκοντάφουν στα ήθη και στα στερεότυπα της εποχής. Σε μια επιχείρηση γυναικείων εσωρούχων εργάζεται ο Κώστας Φιλίππου (Κώστας Βουτσάς) και είναι ο μοναδικός άντρας ανάμεσα σε πολλές γυναίκες που αποτελούν το προσωπικό της εταιρείας.

Πολλές είναι αυτές που τον βλέπουν σαν υποψήφιο γαμπρό, άλλά ο Κώστας πρέπει να παντρέψει πρώτα τις δύο ανύπαντρες αδερφές του. Η Μπέτυ (Μπέτυ Λιβανού), μια νεαρή που εργάζεται στην επιχείρηση, είναι εκείνη που έχει κερδίσει την καρδιά του Κώστα.Όταν όμως τολμά να κάνει συζήτηση στο σπίτι του για γάμο, αντιμετωπίζει την οργή της μητέρας του και των κοριτσιών. Έτσι οι δύο νέοι αποφασίζουν να παντρευτούν κρυφά, με αποτέλεσμα να προκύπτουν πολλά προβλήματα, που προκαλούν γέλιο από τη μία, αλλά και πίκρα από την άλλη.

Μαζί με τους Βουτσά και Λιβανού πρωταγωνιστούν οι Σμάρω Στεφανίδου, Ελένη Μαυρομάτη, Μαίρη Μεταξά, Καίτη Ιμπροχώρη, Λυδία Λένωση, Ειρήνη Μαρκογιάννη, Ανθή Γούναρη, Βίλμα Τσακίρη, Κατερίνα Μπούρλου, Άννα Μεταλλίδου κ.α. Μάλιστα, σε μια από τις σκηνές της ταινίας, η οικογένεια παρακολουθεί στην τηλεόραση την πολύ δημοφιλή τότε ελληνική σειρά «Άγνωστος Πόλεμος», του Νίκου Φώσκολου.

Αυτή η σκηνή αποτελεί και το μοναδικό ντοκουμέντο από το θρυλικό αυτό σίριαλ της εποχής, αφού έχουν χαθεί όλα τα αρχεία του από τα κρατικά κανάλια. Το σενάριο και η σκηνοθεσία της ταινίας «20 γυναίκες κι εγώ» ήταν του Γιάννη Δαλιανίδη και η μουσική του Μίμη Πλέσσα. Στην πρώτη της προβολή η ταινία «έκοψε» 129.099 εισιτήρια σε Αθήνα-Πειραιά.

“Το Αμαξάκι”, ο Ορέστης Μακρής και το ταξίδι στο Φεστιβάλ της Τσεχίας

4 Ιστορίες απο τα παλιά
Σκηνή από την ταινία, “Το αμαξάκι”.

Ήταν μια από πιο συγκινητικές ταινίες της Φίνος Φιλμ, αλλά και του ελληνικού κινηματογράφου. Η ερμηνεία κυρίως του Ορέστη Μακρή, αλλά και των σπουδαίων συμπρωταγωνιστών του, όπως της Αντιγόνης Βαλάκου, του Βασίλη Αυλωνίτη, του Στέφανου Στρατηγού, του Βασίλη Διαμαντόπουλου, του Παντελή Ζερβού, της Γεωργίας Βασιλειάδου και πολλών άλλων έδωσαν στο «Αμαξάκι» μια θέση στο πάνθεον των κορυφαίων ταινιών του ελληνικού κινηματογράφου.

Η ταινία προβλήθηκε για πρώτη φορά στις 4 Φεβρουαρίου του 1957 και έκοψε 138.620  εισιτήρια.Μάλιστα, ήταν πρώτη ταινία εισπρακτικά από το σύνολο των 30 ελληνικών ταινιών εκείνης της χρονιάς. Η δυναμική της ήταν τέτοια που οδήγησε τους δημιουργούς της να την στείλουν για συμμετοχή στο 11ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Karlovy Vary της Τσεχίας, στο οποίο ξεχώρισε η μοναδική ερμηνεία του Ορέστη Μακρή, στο ρόλο του αμαξά, που βλέπει το επάγγελμά του να ξεπερνιέται από την εποχή και ο ίδιος δεν μπορεί να την παρακολουθήσει. Όπως μας ενημερώνει η Φίνος Φιλμ, «το επάγγελμα του αμαξά περνάει μεγάλη κρίση, λόγω της εμφάνισης των ταξί και δύο φίλοι αμαξάδες αντιδρούν με διαφορετικό τρόπο ο καθένας.Ο μεν πρώτος γίνεται ταξιτζής (Βασίλης Αυλωνίτης), αλλά ο δεύτερος (Ορέστης Μακρής), πιο ρομαντικός, συνεχίζει σαν αμαξάς.

Πέρα όμως από την κρίση στο επάγγελμά του, αντιμετωπίζει και οικογενειακά προβλήματα, όταν ο χαρτοκλέφτης γιος του (Στέφανος Στρατηγός) ξεγελά μια κοπέλα (Αντιγόνη Βαλάκου), την παρατάει και φεύγει στο εξωτερικό. Μετά από λίγο καιρό, ο αμαξάς, κουρασμένος και εξουθενωμένος καθώς πουλάει τσιγάρα στους δρόμους, πεθαίνει.Ο γιος του γυρίζει μετανιωμένος, παντρεύεται την κοπέλα και ζητάει συγχώρεση πάνω από τον τάφο του πατέρα του».

Στην ταινία κάνει ένα σύντομο πέρασμα ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, όπου μαζί με τον Στέφανο Στρατηγό αναπολούν σε μια καθηλωτική σκηνή, την Ελλάδα και τα χωριά τους. Ήταν το ίδιον των μεγάλων ηθοποιών, να καθηλώνουν τον θεατή ακόμα κι αν εμφανίζονται σε μια ταινία για λίγα μόνο λεπτά. Στο «Αμαξάκι» εμφανίζεται και η μεγάλη πρωταγωνίστρια του ελληνικού θεάτρου για πάνω από 60 χρόνια, Χριστίνα Καλογερίκου, στον ρόλο της γριάς αρχόντισσας. Η σκηνοθεσία ήταν του Ντίνου Δημόπουλου, σε σενάριο Ιάκωβου Καμπανέλλη. Η μαγευτική μουσική ήταν του Μάνου Χατζιδάκη.

“Δάκρυα για την Ηλέκτρα”: Όταν ο Φώσκολος συνάντησε τον Δαλιανίδη

4 Ιστορίες απο τα παλιά
Σκηνή από την ταινία, “Δάκρυα για την Ηλέκτρα”.

Ζωή ΛάσκαρηΜαίρη Χρονοπούλου και Αλέκος Αλεξανδράκης καλούνται στις αρχές του 1966 από τον Φίνο να συμπρωταγωνιστήσουν σε μια ταινία που είχε σαν κεντρικό της θέμα τον μύθο των Ατρειδών, στην Ελλάδα του 1960. Οι 3 αυτοί ηθοποιοί την εποχή εκείνη αποτελούσαν τα πιο «hot» ονόματα του ελληνικού κινηματογράφου και η σύμπραξή τους σε μια ταινία αποτελούσε σοβαρό εχέγγυο για μια ακόμη επιτυχία της Φίνος Φιλμ.

H ταινία είχε τίτλο «Δάκρυα για την Ηλέκτρα» και γυρίστηκε τέσσερα χρόνια μετά την ταινία «Ηλέκτρα» του Μιχάλη Κακογιάννη.Οι προσδοκίες του Φίνου επιβεβαιώθηκαν αμέσως, η ταινία βραβεύτηκε στις Κάννες και έκανε τον γύρο του κόσμου με μεγάλη επιτυχία. Όσον αφορά στο σενάριο, ο Γιώργος, ένας γοητευτικός οδηγός, παίρνει την θέση του σωφέρ στο σπίτι του πλούσιου Τάσου Πετρίδη και δημιουργεί ερωτικό δεσμό με την γυναίκα του Λίνα Πετρίδη.Η αποκάλυψη της παράνομης σχέσης της Λίνας και του σωφέρ θα γίνει η αιτία να πεθάνει ο σύζυγος της Λίνας. Όταν η όμορφη κόρη τους, Ηλέκτρα, αποφασίζει να τους εκδικηθεί για το χαμό του πατέρα της, ρισκάροντας την ίδια της τη ζωή.

Η σκηνοθεσία ήταν του Γιάννη Δαλιανίδη και το σενάριο του Νίκου Φώσκολου, σε μια σπάνια συνεργασία των δύο ανδρών. Η ταινία «Δάκρυα για την Ηλέκτρα» έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους της Αθήνας στις 7 Νοεμβρίου του 1966 και «έκοψε» 328.277 εισιτήρια. Πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι ηθοποιοί Λάκης Κομνηνός, Μάνος Κατράκης, Δημήτρης Μπισλάνης, Λίζα Κουντούρη και Ειρήνη Κουμαριανού. Η μουσική ήταν του Μίμη Πλέσσα.

Η «Οικογένεια Χωραφά» και τα ταμπού μιας εποχής

4 Ιστορίες απο τα παλιά
Σκηνή από την ταινία, “Οικογένεια Χωραφά”.

Ακόμα και σήμερα όταν θέλουμε να μιλήσουμε για μια πολυπληθή οικογένεια αναφερόμαστε σε αυτή με τον…όρο «Οικογένεια Χωραφά». Κι αν κάποιοι νεότεροι αναρωτιούνται πώς προέκυψε αυτός ο όρος, είναι η ώρα να μάθουν ότι πρόκειται για ελληνική ταινία της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, η οποία γυρίστηκε το 1968 και είχε ως θέμα της μια ελληνική πολύτεκνη οικογένεια και τον καθημερινό αγώνα επιβίωσης που αυτή έδινε εκείνα τα δύσκολα χρόνια.

Η ταινία δεν υποστηρίχθηκε από τις μεγάλες ελληνικές κινηματογραφικές εταιρείες, αλλά χρηματοδοτήθηκε από τον ίδιο την τον δημιουργό, τον Κώστα Ασημακόπουλο, ο οποίος ήταν και παραγωγός και σκηνοθέτης. Πρωταγωνιστές της ταινίας ήταν ο Αλέκος Αλεξανδράκης και η Μάρω Κοντού στο ρόλο του πολύτεκνου ζευγαριού.

Πιο συγκεκριμένα, ο Παντελής και η Μαρίκα φέρνουν στον κόσμο το δέκατο παιδί τους και προσπαθούν να εξασφαλίσουν τα μέσα για να ζήσουν την πολυμελή οικογένειά τους. Τα πράγματα όμως γίνονται εξαιρετικά δύσκολα, όταν η Μαρίκα γεννάει… τρίδυμα και το ζευγάρι αναγκάζεται να σκεφτεί την υιοθεσία ενός τουλάχιστον παιδιού τους.

Τα μεγαλύτερα αδέλφια κρύβουν το μωρό και ισχυρίζονται ότι το απήγαγε ο «τρελός βομβιστής» (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος), ο οποίος συλλαμβάνεται με τη βοήθεια των παιδιών της οικογένειας.Οι γονείς τους, με τη χρηματική αμοιβή που τους δίνει η αστυνομία, έχουν πλέον την οικονομική δυνατότητα να κρατήσουν το μωρό, και επιπλέον… να υιοθετήσουν ένα παιδάκι από την Αφρική.

Μέσα από τις υπερβολές και την απλοϊκότητα του σεναρίου, η ταινία θίγει και ένα θέμα-ταμπού τα παλιά εκείνα χρόνια, της υιοθεσίας παιδιών φτωχών οικογενειών από πλούσιες οικογένειες. Μια κοινωνική «μάστιγα» που προκαλούσε πόνο και θλίψη στους φτωχούς γονείς που αναγκάζονταν να προβούν σε τέτοιες πράξεις για το καλό του παιδιού τους.

Μαζί με τους Αλεξανδράκη, Κοντού και Παπαγιαννόπουλο, στην «Οικογένεια Χωραφά» πρωταγωνιστούν ακόμα οι Βασίλης Καϊλας, Βίλμα Κύρου, Τάκης Μηλιάδης, Βαγγέλης Καζάν, Τάκης Εμμανουήλ, Ρίτα Μουσούρη, Αντώνης Κατσαρής, Κώστας Παπαχρήστος, Τάκης Γκιώκας, Αλέκα Μακρή, Πετράκης Μπερέτας, Ανδρέας Συρογιάννης, Νατάσα Ασίκη κ.α. Στο τραγούδι εμφανίζεται και η Μαρίζα Κωχ. Η ταινία προβλήθηκε τη σεζόν 1968-1969, έκοψε 152.145 εισιτήρια και ήρθε στην 44η θέση ανάμεσα σε 108 ταινίες.

Advertisement

Η τραγική ιστορία του Παντελή Ζερβού

Zervos 700x701 1
Zervos 700x701 1

Ήταν παραμονές Χριστουγέννων του 1908, 23 του Δεκέμβρη, όταν στην Περαχώρα, λίγο έξω απ’ το Λουτράκι, γεννιόταν ένας μεγάλος ηθοποιός….  

Ο Παντελής Ζερβός. Τεσσάρων ετών ήταν όταν έχασε τη μητέρα του κι οκτώ τον πατέρα του. Οι συγγενείς τότε τον έκλεισαν στο Τζάνειο ορφανοτροφείο. Δεν άντεξε πολύ. Πιτσιρίκος ακόμη, προτίμησε να δουλεύει το πρωί σε καφενείο στον Πειραιά, να πηγαίνει νυχτερινό σχολείο και το βράδυ να πουλάει λεμονάδες και πορτοκαλάδες στους διψασμένους Πειραιώτες. Όταν τέλειωσε το σχολείο κατετάγη στο Βασιλικό Ναυτικό και προήχθη σε αρχινοσοκόμο!

Έλα όμως, που τραγουδούσε καλά κι έτσι όταν του είπαν πως στη Λυρική Σκηνή αναζητούσαν νέα ταλέντα, πήρε μέρος και τα κατάφερε. Την εποχή εκείνη ο Κάρολος Κουν ξεκίναγε δειλά τη δραματική σχολή του. Μια μέρα, ενώ συζητούσε με τους μαθητές του, άκουσε απ’ έξω ένα ηχηρό γέλιο. Βγήκε και είδε έναν ναύτη. Ήταν ο Παντελής Ζερβός.

Ο Κουν τον ρωτάει: “Θέλεις να παίξεις στο θέατρο;»

«Φυσικά», απαντάει ο Ζερβός με τη γαλανόλευκη στολή. Εμφανίσθηκε στη σκηνή το 1933 και συνεργάστηκε με τους καλύτερους θιάσους της εποχής του. Έπειτα ήρθε ο κινηματογράφος, οι 70 ταινίες και το πρώτο βραβείο δεύτερου ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1960, για τον ρόλο του παπα-Φώτη στην ταινία, “Μανταλένα“….

Η κόρη του κάτω από τα ερείπια

Η γυναίκα του ήταν Σαντορινιά και μαζί έκαναν τρεις κόρες. Το καλοκαίρι του 1956, η οικογένειά του βρισκόταν στη Σαντορίνη για διακοπές. Εκείνος δεν ήταν μαζί τους, γιατί έπαιζε στην Επίδαυρο. Κάπου εδώ είναι η αρχή του δράματος, που έμελλε να στιγματίσει όλη την υπόλοιπη ζωή του. Ο σεισμός του 1956, που ισοπέδωσε το νησί, έθαψε κάτω από τα ερείπια τη μικρή του κόρη, την Ευδοξούλα, σε ηλικία 12 ετών. Η γυναίκα του κι οι άλλες δυο κόρες πρόλαβαν και βγήκαν απ’ το σπίτι και σώθηκαν. Το βράδυ, την ώρα που έμπαινε στο θέατρο, κάποιος συγγενής τον σταμάτησε και του είπε: «…σκοτώθηκε η Ευδοξούλα». Βγήκε στη σκηνή κι έπαιξε, κάνοντας τον κόσμο να γελάσει. Όταν τέλειωσε, υποκλίθηκε, τον μπιζάρισαν, ξαναβγήκε στη σκηνή, υποκλίθηκε ξανά και μετά το όγδοο μπιζ, όταν μπήκε μέσα, λιποθύμησε.

Το δράμα όμως είχε και συνέχεια. Όταν μετά από τρία χρόνια έγινε η εκταφή, διαπιστώθηκε πως το κοριτσάκι είχε θαφτεί ζωντανό! Το κατάλαβαν, γιατί ο σκελετός του παιδιού δεν ήταν ανάσκελα, αλλά στο πλάι και με το στόμα ανοιχτό. Προφανώς είχε τραυματιστεί κι όταν συνήλθε, προσπάθησε να πάρει ανάσες, αλλά πέθανε από ασφυξία. Ο Παντελής Ζερβός κράτησε για πάντα μέσα του αυτό το μυστικό, ακόμα κι απ’ τη γυναίκα του.

Το εξομολογήθηκε λίγο πριν από το τέλος του, σε κάποια συνέντευξη: «Εκείνες τις τραγικές μέρες στο νησί, όποιον σκουντούσαν και δεν σάλευε, τον έθαβαν», είπε. Ήταν ακριβώς όπως τον φανταζόμασταν. Ένας στοργικός πατέρας, ένας πολύπλευρος καλλιτέχνης, ένας δοτικός άνθρωπος, ένας εξαιρετικός καρατερίστας κι ένας ανεκτίμητος θεατρίνος που, στα 73 του χρόνια, ένα παγωμένο πρωί του Γενάρη του 1982, πήρε την απόφαση ν’ αφήσει την ενδοχώρα και να γυρίσει για πάντα στα χώματα που τον γέννησαν. Εκεί… στην Περαχώρα….

Advertisement

Αποκάλυψη σοκ για τον Βλάσση Μπονάτσο

e kanali ena mponatsos
e kanali ena mponatsos

Ο Γιάννης Ζουγανέλης ήταν καλεσμένος του Θέμου Αναστασιάδη και μεταξύ άλλων μίλησε ανοιχτά για τον Βλάσση Μπονάτσο κάνοντας μάλιστα μια αποκάλυψη που δεν γνωρίζαμε για αυτόν 12 χρόνια μετά το θάνατό του.

Ο Γιάννης Ζουγανέλης ήταν πολύ καλός φίλος με τον Βλάσση, όπως δήλωσε ο τραγουδιστής και ηθοποιός:

«Ηταν αγαπημένος μου, ήξερα τη μάνα του, ακόμα μιλάω με τον αδερφό του. Είχαμε τσακωθεί αλλά για θέμα δικό του». Η σχέση τους είχε περάσει πολλά και ο Γιάννης Ζουγανέλης τον ήξερα καλύτερα από όλους.

Advertisement

Ιστορίες από τη ζωή του Νίκου Κούρκουλου

Νίκος Κούρκουλος

Ο Νίκος Κούρκουλος πήρε το ανδρικό πρότυπο του Γιώργου Φούντα από τα χρόνια του ’50 και το εξέλιξε στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1960». Ο Ιάσονας Τριανταφυλλίδης κοπίασε αρκετά για να καταφέρει να συζητήσει με τον Νίκο Κούρκουλο όταν ήταν διευθυντής στο Εθνικό Θέατρο. Η απάντηση στην πρώτη του προσέγγιση ήταν αρνητική, αλλά όταν τελικά βρέθηκαν κατέληξε πως μίλησε με έναν «πολύ γοητευτικό άνθρωπο με επιβλητική αρσενική θωριά και έντονη φωνή», που έδινε ευθείες απαντήσεις και με κοφτό στυλ, μια αυστηρότητα από την οποία ξεπετάγονταν πού και πού «σπίθες χιούμορ.

Νίκος Κούρκουλος

Ο ανεπιθύμητος κατήφορος

Από το 1961 ως το 1975, ο Νίκος Κούρκουλος ήταν το νούμερο 1 αστέρι της Φίνος Φιλμ έχοντας συνεργαστεί με τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες της, από τον Γιάννη Δαλιανίδη ως τον Νίκο Φώσκολο και από τον Βασίλη Γεωργιάδη ως τον Πάνο Γλυκοφρύδη. «Επαιξα και πολύ μικρά ρολάκια επειδή έπρεπε να ξεκινήσω από κάπου» εξηγούσε ο τότε πρόεδρος του Εθνικού, που δεν ντρεπόταν για τη «φάση κομπάρσος». Ωστόσο, όπως πολλοί άλλοι, έτσι και εκείνος είχε απορριφθεί αρχικώς από τον Φιλοποίμην Φίνο.

Στο κάστινγκ για τον «Κατήφορο», την ταινία στην οποία ο Κούρκουλος πήρε τελικά τον πρώτο του πρωταγωνιστικό ρόλο, αρχικά δεν ήταν ευπρόσδεκτος. «Λέει ο Γιάννης Δαλιανίδης στον Φίνο: “Είδα έναν νέο στο θέατρο και είναι καταπληκτικός για τον ρόλο”. Ρωτά ο Φίνος: “Πώς τον λένε;”. “Νίκο Κούρκουλο” του απαντά ο Δαλιανίδης. Και ο Φίνος ανταπαντά: “Μη μου ξαναναφέρεις αυτό το όνομα, θέλεις να κατεβάσω τις μπομπίνες (από την ‘Κυρία δήμαρχο’) να τον δεις; Δεν θέλω να ξανακούσω για αυτόν!”».

Αργότερα, οι φωτογραφίες από μια παράσταση με την Ελσα Βεργή έπεισαν τον παραγωγό και τον επέλεξε ο ίδιος χωρίς να έχει δει το όνομά του. «Από μία φωτογραφία έβγαινε όλο αυτό που ήθελε να έχει στην ταινία του, τον “Κατήφορο”. Γιατί ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν παραγωγός. Ηταν καλλιτέχνης ο Φίνος, δεν ήταν μόνο παραγωγός».

Όχι στην κωμωδία

Παρότι ο Νίκος Κούρκουλος ήταν ο πρώτος κύριος Σαμιωτάκης όταν το έργο “Δεσποινίς διευθυντής” των Κώστα Πρετεντέρη – Ασημάκη Γιαλαμά ανέβηκε στο θέατρο, δεν ήταν εκείνος που επανέλαβε τον ρόλο στο πλατό του κινηματογράφου, αλλά ο Αλέκος Αλεξανδράκης. «Η κωμωδία δεν μου “μίλαγε”» είπε ο Κούρκουλος. «Οπως η Αλίκη δεν ήθελε το δράμα, εγώ δεν ήθελα την κωμωδία. Την απωθούσα. Και στο θέατρο ακόμη…». Αλλωστε, όπως ο ίδιος λέει, «το ατού του Κούρκουλου και για τον Φίνο και για οποιονδήποτε άλλο ήταν αυτό που έφερνε όχι σαν κωμικός αλλά σαν ηθοποιός που προβάλλει το ανδρικό στοιχείο, το οποίο πέρναγε στο πανί και από εκεί στον κόσμο. Ισως αυτό ήταν».

Δέρνοντας τον Κούρκουλο

Μιλώντας για την ταινία «Κοσμάς ο Αιτωλός», που αν και ξεκίνησε με τον Ντίνο Δημόπουλο, εν τέλει δεν γυρίστηκε ποτέ, ο Νίκος Κούρκουλος θυμίζει άλλες συνθήκες κινηματογράφου στην Ελλάδα: «Το πρώτο γύρισμα ήταν πολύ δύσκολο. Εγώ δέρνω την πρωταγωνίστρια, ας μην αναφέρουμε ονόματα, αφού δεν έγινε η ταινία. Το γύρισμα έγινε μία μέρα, έγινε και δεύτερη μέρα και μετά η πρωταγωνίστρια έχει πρηστεί γιατί το ξύλο γίνεται κατά ένα μέρος τεχνικά, όχι όλο φυσικά, ένα χαστούκι σε γκρο πλαν δεν μπορεί παρά να είναι ένα γερό χαστούκι που μπορεί να το φας και έξι φορές». Το απόλυτο αρσενικό ήξερε να δίνει χαστούκια αλλά και να τα δέχεται αγόγγυστα.

«Οπως τότε που είχα φάει χαστούκι από τον Καζάκο 15 φορές, διότι δίσταζε να μου το δώσει. Με έβρισκε πότε στη μύτη, πότε στο αφτί, πότε στο πιγούνι. Του λέω: “Κοίταξε να δεις, μου έχεις δώσει 15 χαστούκια γιατί φοβάσαι να μου δώσεις ένα. Εάν μου το είχες δώσει πριν από τρία τέταρτα, δεν θα είχα φάει 15. Πάρ’ το απόφαση, πρέπει να φάω ένα χαστούκι που πρέπει να ‘γράψει’, ρίχ’ το λοιπόν!”. Κι έτσι μου έδωσε το χαστούκι και τελείωσε το γύρισμα».

Θέατρο, Illya και Τόνι

Πέρα από τις συνεργασίες του με μεγάλες πρωταγωνίστριες όπως η Τζένη Καρέζη και η Ελλη Λαμπέτη, στη δεκαετία του 1960 ήρθε και η Αμερική με τη Μελίνα Μερκούρη στο «Illya Darling» που ανέβηκε στο Μπρόντγουεϊ. «Ημουν υποψήφιος για το βραβείο Τόνι και ήρθα τρίτος ανάμεσα σε όλους τους αμερικανούς ηθοποιούς. Με έκανε να νιώσω πολύ όμορφα. Και μόνο να σε προτείνουν για βραβείο Τόνι… Είχα πάθει σοκ!».

Ακολούθησαν κι άλλες προτάσεις στην Αμερική. «Ναι, είχα αρκετές προτάσεις, αλλά εδώ που τα λέμε δεν ήταν κάτι που θα μπορούσα να κάνω. Δεν θα μπορούσα να ζήσω έξω από την Ελλάδα. Ημουν αρκετά μεγάλος πια… Το έβλεπα δύσκολο να αλλάξω εθνικότητα. Γιατί στην ουσία έπρεπε να γίνω Αμερικανός και στη νοοτροπία, και στη δουλειά, και σε όλα». Ωστόσο ο Νίκος Κούρκουλος, ακριβώς επειδή σεβόταν το θέατρο πάρα πολύ, άργησε να κάνει δικό του θίασο όπως συνηθιζόταν τότε. Αυτό έγινε το 1972, στο Θέατρο Αλάμπρα, όπου ανέβασε το «Τάνγκο» του Μρόζεκ.

Αυστηρός κριτικός

«Δεν θυμάμαι να είχα με κανέναν σκηνοθέτη κόντρες», λέει ο Κούρκουλος, «εκτός από τον Νίκο Τζίμα στον “Αστραπόγιαννο”. Γιατί ήταν ένας σκηνοθέτης που ενώ είχε πάρα πολλά πράγματα μέσα του, δεν ήξερε πώς να τα “μεταφράσει” τεχνικά. Δεν ήξερε να στήσει τη μηχανή, για παράδειγμα». Ο ηθοποιός περιγράφει τις συνθήκες ενός γυρίσματος: «Hμασταν σε ένα χάνι και παίζαμε τάβλι από τις 8 το πρωί μέχρι τις 12 το μεσημέρι.

Εξω έκανε ένα φοβερό κρύο και έστηναν ένα τράβελινγκ. Κάποια στιγμή λέω: “Τι είναι αυτό το πράγμα, μία σκηνή είναι, τι κάνουν τόσες ώρες;”. Βγήκα έξω και βλέπω τον Τζίμα να προσπαθεί να εξηγήσει στον οπερατέρ τι θέλει. Τον φωνάζω και τον ρωτάω: “Τι θέλεις; Γιατί δεν κάνουμε ένα πλάνο και καθόμαστε από το πρωί; Ξέρουμε τη σκηνή, έχουμε κάνει πρόβα, είμαστε έτοιμοι”. “Βρε Νίκο”, μου λέει, “θέλω εσένα γκρο πλαν και πίσω πλήθος”».

«Οχι άλλο κάρβουνο»

Θα ήθελε να τον θυμούνται από μια ταινία; «Θα το δω συναισθηματικά περισσότερο, δεν θα είμαι σωστός κριτής» απάντησε ο Νίκος Κούρκουλος. «Ας πούμε, μου αρέσει πάρα πολύ ο μονόλογος του ήρωα στο “Ορατότης μηδέν”, στη σκηνή του δικαστηρίου, όπου λέει “όχι άλλο κάρβουνο”. Ηταν στιγμές που ταξίδεψα, έφυγα από τον εαυτό μου, δεν ήμουν ο Νίκος, ήμουν ο ήρωας του συμβάντος, το έζησα ως ηθοποιός».

Οι συμπρωταγωνίστριες

Αλίκη Βουγιουκλάκη: «Η Αλίκη ήταν πάρα πολύ καλή ηθοποιός, αλλά ένιωθες ότι απωθεί το δράμα. Δεν το ήθελε. Η ιδιοσυγκρασία της δεν το ήθελε… Το “Ταξίδι” δεν είχε επιτυχία σαν ταινία. Και η ίδια η Αλίκη το κλώτσησε». Μαίρη Χρονοπούλου: «Ηταν η ιδανική παρτενέρ. Την ήθελα (για το “Χώμα βάφτηκε κόκκινο”) γιατί έβλεπα ότι ταίριαζε στον ρόλο και γιατί ήταν πολύ καλή ηθοποιός και πολύ σωστή για την περίπτωση. Είχα πει ότι θα ήθελα να είναι και η Μαίρη μαζί μου. Και το δέχτηκε ο Φίνος».  

Advertisement

Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι 1967-1968

Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκ

Η ταινία, “Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι” προβλήθηκε τη σεζόν 1967-1968 και έκοψε 360.407 εισιτήρια. Ήρθε στην 17η θέση σε 99 ταινίες.

Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι είναι ελληνική κωμική ταινία του 1968, σε παραγωγή Καραγιάννης – Καρατζόπουλος και σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου.

Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι 1967-1968
Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας και ο Παύλος Λιάρος ατην ταινία,”Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι”.

Το σενάριο γράφτηκε από τον σκηνοθέτη, ο οποίος διασκεύασε ένα θεατρικό, δικό του και του Χρήστου Γιαννακόπουλου.

Πρωταγωνιστούν οι Λάμπρος Κωνσταντάρας και Μάρω Κοντού.

Περίληψη της ταινίας, “Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι”

Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας υποδύεται έναν πλοίαρχο, τον Λεωνίδα Πετρόχειλο, διευθυντή Σχολής Εμποροπλοιάρχων, που είναι χήρος με τρεις γιους.

Στο σπίτι επικρατεί το απόλυτο χάος, μέχρι τη στιγμή που θα προσλάβει ως οικονόμο την κυρία Μαίρη, η οποία με τη συμπεριφορά της θα τους αλλάξει τη ζωή.

Και ενώ ο άντρας του σπιτιού είναι σκέτος “στρίγκλος” και οι τρεις γιοί του σωστά θηρία, καταφέρνει να τους βάλει σε μια τάξη και να ανοίξει την καρδιά τους. Κάποια στιγμή όμως αποκαλύπτεται το πραγματικό της κίνητρο και τότε όλα αλλάζουν.

Advertisement

Ποτέ την Κυριακή 1960-1961

Ποτέ την Κυριακή

Η ταινία, “Ποτέ την Κυριακή” προβλήθηκε τη σαιζόν 1960-1961 και έκοψε 184.524 εισιτήρια. Ήρθε στην 3η θέση σε 58 ταινίες και είναι Ελληνοαμερικανικής παραγωγής.

-Το “Ποτέ την Κυριακή” είναι ελληνική ρομαντική κωμική ταινία του 1960, σε σκηνοθεσία και σενάριο Ζιλ Ντασέν. Πρωταγωνιστούν οι Μελίνα Μερκούρη, Ζυλ Ντασέν και Γιώργος Φούντας.

-Ο προϋπολογισμός της ταινίας ήταν 151.000 δολάρια. Συνολικά απέφερε 8.000.000 δολάρια παγκοσμίως. Στην Ελλάδα έκοψε 184.524 εισιτήρια.
-Εναλλακτικός τίτλος: Never on Sunday

Ποτέ την Κυριακή 1960-1961
Δέσπω Διαμαντίδου και Μελίνα Μερκούρη με τη φανέλα του Ολυμπιακού.

-Η ταινία, “Ποτέ την Κυριακή ” ήταν η δεύτερη ταινία του Ζιλ Ντασέν, με σενάριο δικό του και πρωταγωνίστρια την Μελίνα Μερκούρη (η πρώτη ταινία ήταν “Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται”, κινηματογραφική διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη). Γυρίστηκε το 1960 εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα και είναι μία από τις διασημότερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου κυρίως λόγω της βραβευμένης με Όσκαρ μουσικής που έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις.

-Υποψήφια ταινία για πέντε Όσκαρ το 1961, ανάμεσα στα οποία Α’ Γυναικείου Ρόλου, Σκηνοθεσίας και Σεναρίου, το “Ποτέ την Κυριακή” είναι η ταινία που χάρισε στο Μάνο Χατζιδάκι το “Όσκαρ Τραγουδιού” (για πρώτη φορά πήγαινε το Όσκαρ σε τραγούδι με ξενόγλωσσο στίχο), στη Μελίνα Μερκούρη το “Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας” στο “Φεστιβάλ των Καννών” και ταξίδεψε το ελληνικό κέφι στα πέρατα του κόσμου.

-Ο Ζιλ Ντασέν είναι σκηνοθέτης που είχε εκδιωχθεί από τον Μακαρθισμό λόγω των αριστερών του πεποιθήσεων. Σαν μαθητής του Χίτσκοκ δεν παραλείπει ποτέ να φτιάχνει μία ενδιαφέρουσα με ανατροπές πλοκή αλλά και σαν αριστερός δεν παραλείπει ποτέ να περνά τα πολιτικά του μηνύματα μέσα από τις ταινίες του.

Η συγκεκριμένη ταινία όσο εύπεπτη και αν φαίνεται ουσιαστικά παρουσιάζει το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, την οποία συμβολίζει η χαρούμενη πόρνη Ίλια, να την θέλουν πάντα μνηστήρες φαινομενικά αγαθοί και καλοπροαίρετοι ώστε να την διαμορφώσουν όπως αυτοί επιθυμούν κρύβοντας πάντα άλλα, πιο “ανεξιχνίαστα” κριτήρια.

-Η επιτυχία της ταινίας στις ΗΠΑ ήταν αρκετά μεγάλη, γεγονός που οδήγησε τον Ζιλ Ντασέν και την Μελίνα Μερκούρη στην απόφαση να παρουσιάσουν μια θεατρική διασκευή – μιούζικαλ του “Ποτέ την Κυριακή” στο Μπρόντγουεϊ, στο θέατρο Μαρκ Χέλιντζερ, την περίοδο 1967-1968. Η σκηνοθεσία και διασκευή της παράστασης είναι του Ζιλ Ντασέν. Η μουσική είναι του Μάνου Χατζιδάκι. Το μιούζικαλ ήταν υποψήφιο για 6 βραβεία Τόνι.

Περίληψη της ταινίας, “Ποτέ την Κυριακή”.

Τα ποτήρια σπάνε και ο χορός ανάβει στο άκουσμα της φλογερής μουσικής των μπουζουκιών. Πρόκειται για ακόμα μία υπέροχη στιγμή από την ανέμελη ζωή της Ίλια, της πιο λαμπερής κυρίας της νύχτας. Η αισθησιακή Ίλια λατρεύει τη ζωή κι όλοι στο παραδεισένιο της λιμάνι τη λατρεύουν. Όμως όταν ο Όμηρος, ένας πουριτανός διανοούμενος Αμερικανός φτάνει στην πόλη και προσπαθεί να την αναμορφώσει, η Ίλια του δείχνει ότι είναι ένα ελεύθερο πνεύμα, ότι είναι ευτυχισμένη με την έντονη και άγρια ζωή της και πως δεν σκοπεύει να εξημερωθεί.

Advertisement

Κάτι κουρασμένα παληκάρια 1967-1968

kati kourasmena palikaria 1
kati kourasmena palikaria 1

Η ταινία, “Κάτι κουρασμένα παληκάρια” προβλήθηκε τη σαιζόν 1967-1968 και έκοψε 382.257 εισιτήρια. Ήρθε στην 13η θέση σε 99 ταινίες.

Γιάννης Πουλόπουλος ερμηνεύει το τραγούδι “Μην Κλείσεις Το Παράθυρο”. Στίχοι Άκος Δασκαλόπουλος και μουσική Μίμης Πλέσσας.

Κάτι κουρασμένα παληκάρια 1967-1968
Σκηνή από την ταινία, “Κάτι κουρασμένα παληκάρια”.

Λάμπρος Κωνσταντάρας μόλις έχει καταφέρει να γίνει ο απόλυτος πρωταγωνιστής τόσο στο θέατρο όσο και στο σινεμά και οι δύο συγγραφείς Ασημάκης Γιαλαμάς και Κώστας Πρετεντέρης αποφασίζουν να του δώσουν το σενάριο αυτής της ταινίας. Έτσι, ο πενηντάρης πια Κωνσταντάρας αποδίδει τον τύπο του μεσήλικα που περνάει κρίση νεότητας και κυνηγάει μικρούλες. Ένα ρόλο που θα επαναλάβει πολλές φορές μέχρι το τέλος της καριέρας του, στο θέατρο, στο σινεμά, αλλά και στην τηλεόραση και θα γίνει ο προσωπικός του μύθος.

-Με αυτή την ταινία εδραιώνεται ο Χρόνης Εξαρχάκος ως κωμικός του ελληνικού κινηματογράφου.

-Αξίζει να σημειωθεί ότι το χαρακτηριστικό “χλιμίντρισμα” του Λάμπρου Κωνσταντάρα ήταν ένα εύρημα της μουσικής επιμελήτριας Σοφίας Μιχαλίτση από το ομώνυμο θεατρικό έργο.

-Μια από τις πιο διαχρονικές ατάκες του ελληνικού κινηματογράφου ανήκει στον Διονύση Παπαγιαννόπουλο όταν ρωτάει τον Λ. Κωνσταντάρα: “Τη χούφτωσες? Χούφτωσ’ την, χούφτωσ’ την!”.

Περίληψη της ταινίας, “Κάτι κουρασμένα παληκάρια”:

Ο Ντίνος είναι ένας καλοστεκούμενος πενηντάρης, που ζει με την αδελφή του και είναι αρραβωνιασμένος με την γραμματέα του Ρίτα. Αυτό, όμως, δεν τον εμποδίζει να τρέχει πίσω από κάθε θελκτικό θηλυκό, ώσπου μια μέρα συναντά έναν παλιό του φίλο, τον Μπούλη, που του συστήνει μια υποτιθέμενη πλούσια κυρία και την κόρη της Κορίνα.

Στην πραγματικότητα, οι τρεις τους αποτελούν μια συμμορία που μαδούν οικονομικά πλούσιους μεσήλικες. Ο Ντίνος ερωτεύεται την Κορίνα, η οποία παριστάνει ότι είναι και αυτή ερωτευμένη μαζί του. Ωστόσο, η αρραβωνιαστικιά του Ντίνου, με την βοήθεια του γιατρού του και ενός πρώην υπαλλήλου του, θα κάνουν τα πάντα για να καταλάβει επιτέλους ο ερωτύλος Ντίνος το ποιόν των δύο γυναικών.

Advertisement

Μία ματιά και εδώ..

Μιχάλης Κακογιάννης 1921-2011

kakogianis
Ο κορυφαίος σκηνοθέτης, Μιχάλης Κακογιάννης, αναγνωρισμένος και βραβευμένος διεθνώς, πρόσφερε με το πολύτιμο έργο του, για μισό...

Καζέλη Σάσα

kazeli sasa
Η Σάσα Καζέλη γεννήθηκε στα Ιωάννινα τo 1935 και σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, από...