13.2 C
Athens
Τρίτη, 5 Μαΐου, 2026

Λαυρέντης Διανέλλος: Η ψυχή του ελληνικού κινηματογράφου

Υπάρχουν ονόματα που δεν χρειάζονται φανφάρες για...

Βαγγέλης Βουλγαρίδης: Ο ευγενικός ζεν πρεμιέ

Τις περισσότερες φορές, ήταν εκείνοι οι δευτεραγωνιστές...
spot_imgspot_img
Blog Σελίδα 256

Σταύρος Τορνές

Σταύρος Τορνές

Ο Σταύρος Τορνές γεννήθηκε το 1932 στην Αθήνα και ήταν Έλληνας σκηνοθέτης του κινηματογράφου.

Σπούδασε στη σχολή Ιωαννίδη το 1957 και εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη αλλά και ως ηθοποιός σε ταινίες της δεκαετίας του ’50.

Το 1967 σκηνοθέτησε την πρώτη του μικρού μήκους ταινία, “Θηραϊκός όρθρος” μαζί με τον Κώστα Σφήκα.

Την περίοδο της δικτατορίας πηγαίνει στην Ιταλία,  όπου συμμετείχε σε ομάδα εξόριστων αγωνιζόμενος ενάντια στην στρατιωτική χούντα.

Το 1973 επισκέπτεται κρυφά την Ελλάδα και γυρίζει ένα ντοκιμαντέρ, “Φοιτητές”.

Στην Ιταλία (Ρώμη) εμφανίζεται σε πολλές ταινίες, όπως τις “Uomini Contro” και “Christ s’ est arrete a Eboli” του F. Rosi, “Allons enfants” των αδελφών Ταβιάνι, “ltalia anno zero” του Ρομπέρτο Ροσελίνι. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην τηλεταινία “Ναυσικά” της Agnes Varda έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Παράλληλα ασχολείται με την ζωγραφική.

Μετά τη πτώση της δικτατορίας επιστρέφει στην Ελλάδα και γυρίζει την ταινία “Μπαλαμός”, που συμμετέχει στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1982.

Με συν σεναριογράφο την Charlotte van Gelder, σκηνοθέτησε επίσης και τις ταινίες “Καρκαλού”, “Nτανίλο Τρέλες”, “Ένας ερωδιός για τη Γερμανία”.

Ο Σταύρος Τορνές πέθανε τον Ιούλιο του 1988.

Advertisement

Όλια Λαζαρίδου 1954-

olia lazaridou
olia lazaridou

Η Όλια Λαζαρίδου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1954 και είναι Ελληνίδα ηθοποιός και σκηνοθέτρια. Ο πατέρας της ήταν ραδιοφωνικός παραγωγός και διαφημιστής.

Σπούδασε υποκριτική στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης (Καρόλου Κουν). Στο Θέατρο Τέχνης ως ηθοποιός , έπαιξε σε τραγωδίες και στον Υπηρέτη δύο αφεντάδων του Γκολντόνι σε σκηνοθεσία Γ. Λαζάνη.

Το 1986 πήγε στη Γαλλία όπου παρακολούθησε μαθήματα στη σχολή του Αντουάν Βιτέζ (Antoine Vitez).

Το θέατρο είναι η καλλιτεχνική προτεραιότητα της Λαζαρίδου. Έχει συνεργαστεί με πολλούς από τους νεώτερους σκηνοθέτες του Θεάτρου μας.

Όλια Λαζαρίδου 1954-
Η Όλια Λαζαρίδου.

Σε πρωταγωνιστικούς ρόλους , συνεργάστηκε με: Τη Μάγια Λυμπεροπούλου στους Μικροαστούς του Γκόρκι. Με τον Βίκτωρα Αρδίτη στο Γυάλινο κόσμο του Τένεσι Ουίλιαμς. Με τον Βασίλη Παπαβασιλείου στην Κλυταιμνήστρα του Α. Στάικου και στο Καινούργιο σπίτι του Γκολντόνι. Με τον Λευτέρη Βογιατζή στο Θείο Βάνια του Τσέχωφ και στο έργο Ρίττερ, Ντένε, Φος του Μπέρνχαρντ.

Με τον Γιάννη Χουβαρδά στη Φαίδρα του Ρακίνα και στη Δωδέκατη νύχτα του Σαίξπηρ. Με τον Θόδωρο Τερζόπουλο στο Κουαρτέττο του Χάινερ Μύλλερ. Με τον Βασίλη Μαυρομάτη στον Κλήρο του μεσημεριού του Πωλ Κλωντέλ. Με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου στα Παραμύθια των αδελφών Γκριμ.

Με τον Γιάννη Κόκκο, στην παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου Ορέστεια, την πρώτη της παράσταση στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Στην Ευάδνη, μία παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου σε σκηνοθεσία Θοδωρή Γκόνη. Στη Φθινοπωρινή σονάτα του Μπέργκμαν σε σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρομάτη.

Στον Ερρίκο τον 4οτου Λουίτζι Πιραντέλλο σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρικίου. Στην Τζελσομίνα με το “Θέατρο σε τροχόσπιτο” στο φεστιβάλ Αθηνών . Την “Μπλανς Ντυμπουά” στο Λεωφορείον ο Πόθος σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρούσκου και άλλα.

Έχει επίσης σκηνοθετήσει έργα, ανάμεσα τους τα Ξυπόλητοι στο πάρκο στο Θέατρο Λαμπέτη και Άνοιξον στο Μέγαρο Μουσικής.

Στο ευρύ κοινό η Λαζαρίδου έγινε γνωστή από τις συχνές κινηματογραφικές της εμφανίσεις της δεκαετίας του ’80. Η πρώτη της κινηματογραφική συμμετοχή ήταν σε ένα μικρό ρόλο στην ταινία 1922 του Νίκου Κούνδουρου το 1978.

Έχει πρωταγωνιστήσει συνολικά σε 17 ταινίες και έχει κερδίσει δύο φορές το βραβείο Α’ Γυναικείου Ρόλου του Φεστιβάλ ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για τις ταινίες, Το Στίγμα του 1982 και Τεριρέμ του 1987 ενώ την ίδια χρονιά κέρδισε και το βραβείο Β’ Γυναικείου Ρόλου για την ταινία Αρχάγγελος του πάθους.

Το 2005 βραβεύθηκε για το σύνολο του έργου της .

Η ίδια διατηρεί αμφίθυμη στάση απέναντι στις κινηματογραφικές της εμφανίσεις.

Στην τηλεόραση οι συμμετοχές της είναι λιγότερες αλλά έχει και εκεί βραβευθεί για τη δουλειά της στη σειρά Προδοσία από τα βραβεία “Πρόσωπα” το 1997.

Η Όλια Λαζαρίδου έχει δοκιμάσει και άλλα είδη σκηνικής τέχνης.

Έχει συμμετάσχει σε περφόρμανς με τα συγκροτήματα Lost Bodies και Active Member .

Έχει επίσης οργανώσει τη θεατρική ομάδα “18 Μποφώρ”, αποτελούμενη από τέως χρήστες ναρκωτικών της θεραπευτικής κοινότητας 18 Άνω, με την οποία συμμετείχε και στο Φεστιβάλ Αθηνών.

Advertisement

Τα νησιά του Ελληνικού Κινηματογράφου Μέρος 6ο

a4a5cc2d06f52a605df470b4381b82d9
a4a5cc2d06f52a605df470b4381b82d9

Η… επταετία των «Απόντων» ξεκινάει από το θρίαμβο της Εθνικής Ελλάδας Μπασκετ στο Eurobasket του 1987 και τελειώνει με την ήττα της Εθνικής Ελλάδας Ποδοσφαίρου στο Μουντιάλ το καλοκαίρι του 1994.

Ανάμεσα σε μια νίκη και μια ήττα, έξι φίλοι γίνονται τα σύμβολα μιας (Εθνικής) Ελλάδας που αλλάζει και σε αντίστροφη διαδρομή νίκης επιστρέφουν ξανά και ξανά στο μέρος όπου μεγάλωσαν για να δηλώσουν το παρών σε μια δεύτερη ενηλικίωση που τους βρήκε να λείπουν από το ίδιο τους το παρελθόν, τα όνειρα που έκαναν όλοι μαζί και μαζί απόντες των προσωπικών διαδρομών που ακολούθησε ο καθένας από αυτούς.

Περισσότερο από μια ταινία για μια χώρα που εδώ και χρόνια στηρίζεται σε εφήμερες νίκες και γκρεμίζεται ξανά και ξανά πάνω σε προδιαγεγραμμένες ήττες, οι «Απόντες» είναι μια ταινία για το πέρασμα από το συλλογικό στο ατομικό, έτσι όπως το υπαγορεύει το πέρασμα του χρόνου, η απομάκρυνση από την εφηβεία, η πραγματική ζωή εκεί έξω – όταν δεν υπάρχει η ορμή μιας παρέας για να δίνει τον τόνο των μικρών και των μεγάλων επαναστάσεων και ο μόνος στον οποίο έχεις να κρατηθείς είναι ο εαυτός σου.

Ο Γραμματικός αφήνει την Ελλάδα στο φόντο και βάζει σε πρώτο πλάνο τις ανθρώπινες ιστορίες εξι αγοριών που μεγάλωσαν απότομα, χάνοντας νομοτελειακά την αθωότητά τους και πληρώνοντας το αντίτιμο του βολέματος, των λάθος επιλογών, της έλλειψης προσανατολισμού και ίσως το πιο σημαντικό: της αποκόλλησης από αυτό που ήταν και αυτό που ήθελαν να γίνουν. Με χιούμορ, αφοπλιστικό διάλογο και εικόνες που θυμίζουν σε όλους εκείνη ή την άλλη στιγμή που οι προσωπικές διαδρομές ξέφυγαν από τις ράγες και εκείνες τις μνήμες για όσα πέρασαν και χάθηκαν για πάντα.

Εκεί, στο κέντρο του στρόβιλου μιας καθοριστικής αλλαγής, στο πέρασμα από το συντηρητισμό των 80s στο hardcore μηδενισμό των 90s, στην απαρχή μιας πτώσης που σήμερα μετράμε τα συντρίμμια της σε ακόμη περισσότερες «απούσες» ζωές στέκεται η Σαλαμίνα, η γεννέτειρα του Ευριπίδη, το ζωντανό θέρετρο με τα λιγότερα ναυτικά μίλια από την πρωτεύουσα.

Ενα νησί από τη φύση του αρχαίο και μεταμοντέρνο μαζί, μια μελαγχολική πλωτή ιστορία, ξεχασμένη από το χρόνο και τους ανθρώπους της. Μια Σαλαμίνα που αντίθετα με τους ήρωές της, κρατάει καλά φυλαγμένα τα νιάτα και τα ονειρά τους, έτοιμη να τους τα προσφέρει ξανά στη μορφή ενός ηχηρού χειροκροτήματος για μια νίκη ή μιας κοσμικής απογοήτευσης για μια θεαματική ήττα.

«Απόντες» του Νίκου Γραμματικού (1996) / Σενάριο: Νίκος Παναγιωτόπουλος, Νίκος Γραμματικός / Πρωταγωνιστούν: Νίκος Γεωργάκης, Γιώργος Ευγενικός, Βαγγέλης Μουρίκης, Τάσος Νούσιας, Κώστας Σταρίδας, Αιμίλιος Χειλάκης, Αντώνης Αντωνίου

Advertisement

Κλέαρχος Κονιτσιώτης 1926-1989

konitsiotis
konitsiotis

Ο Κλέαρχος Κονιτσιώτης γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1926 αλλά μεγάλωσε στην Ξάνθη. Καταγόταν από τους Ασπραγγέλους Ζαγορίου και ήταν ο πρώτος Έλληνας παραγωγός ταινιών με την αμερικανική έννοια του όρου producer.

Πρώτη φορά ήρθε σε επαφή με τον κινηματογράφο στα χρόνια της κατοχής, όταν εργαζόταν σαν τιτλαδόρος σε ντόπιες αίθουσες.

Αφού φοίτησε για μερικά χρόνια στο Πολυτεχνείο, αποφάσισε να στραφεί στην παραγωγή.

Η πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους ήταν η «Στουρνάρα 288» του Ντίνου Δημόπουλου.

Κλέαρχος Κονιτσιώτης 1926-1989
Ο Κλέαρχος Κονιτσιώτης μαζί με τους, Νίκο Κούνδουρο, Μίνω, Βολανάκη και Νίκο Κούρκουλο το 1965.

Ήταν παραγωγός ή συμπαραγωγός σε 32 ταινίες, με τις οποίες κέρδισε πολλά βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Του αποδόθηκε ο τίτλος του “Πρίγκιπα” του ελληνικού κινηματογράφου από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τους συνεργάτες του.

Η ταινία του Κλέαρχου Κονιτσιώτη με τα περισσότερα εισιτήρια είναι το «Χτυποκάρδια στο θρανίο (1963 – 1964)». Στο ΦΕΚΘ διακρίθηκε με τις ταινίες «Αλίμονο στους νέους (1961)» που πήρε βραβείο α’ ανδρικού ρόλου, το 1964 με την ταινία «Προδοσία» που πήρε τρία βραβεία (φωτογραφίας, α΄ αντρικού ρόλου και κριτικών), το 1965 με την ταινία  «Επιστροφή», που πήρε το βραβείο α΄ γυναικείου ρόλου, το 1968 με την ταινία «Κορίτσια στον ήλιο» (καλύτερη καλλιτεχνική ταινία, μουσική, β΄ανδρικού και ειδική μνεία β’ ανδρικού), το 1971 με την ταινία «Εκείνο το καλοκαίρι» (βραβεία φωτογραφίας και μουσικής), το 1977 με την ταινία «Κλειστό παράθυρό» (βραβείο σκηνοθεσίας και τιμητική διάκριση ερμηνείας).

Έλαβε μέρος στο Φεστιβάλ Καννών, στα αμερικάνικα όσκαρ και στο φεστιβάλ Βερολίνου με επίσημες συμμετοχές των ταινιών του.

Η  ταινία «Κορίτσια στον ήλιο» υπήρξε υποψήφια για χρυσή σφαίρα καλύτερης ταινίας.

Ο Κλέαρχος Κονιτσιώτης απεβίωσε στις 09 Οκτωβρίου του 1989.

Κλέαρχος Κονιτσιώτης: Βραβεία – Συμμετοχές – Διακρίσεις – Ταινίες

ΈτοςΤίτλος ταινίαςΦεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
1960ΑστέρωΣυμμετοχή εκτός συναγωνισμού
1961Αλίμονο στους νέουςΒραβείο α΄ ανδρικού ρόλου
1964Προδοσία3 βραβεία (φωτογραφίας – α΄ ανδρικού ρόλου και κριτικών καλύτερης ταινίας μεγάλου μήκους)
1964Τον παλιό εκείνο τον καιρόΕπίσημη συμμετοχή
1965ΕπιστροφήΒραβείο α΄ γυναικείου ρόλου
1965Ο μετανάστηςΣυμμετοχή εκτός συναγωνισμού
1968Κορίτσια στον ήλιο4 βραβεία (καλύτερης καλλιτεχνικής ταινίας – μουσικής – β΄ ανδρικού ρόλου και ειδική μνεία β’ ανδρικού ρόλου)
1971Εκείνο το καλοκαίρι2 βραβεία (φωτογραφίας και μουσικής)
1977Κλειστό παράθυρο2 βραβεία (σκηνογραφίας και τιμητική διάκριση ερμηνείας)
ΈτοςΤίτλος ταινίαςΣυμμετοχήΒραβείο
1959ΑστέρωΕπίσημη συμμετοχήΦεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου
1964ΠροδοσίαΕπίσημη συμμετοχήΕιδικό Βραβείο επιτροπής Ειρήνης στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Μόσχας
1965ΠροδοσίαΕπίσημη συμμετοχήΦεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών
1968Κορίτσια στον ήλιο ΧρυσόΕπίσημη συμμετοχήΒραβείο στο Φεστιβάλ Μεσογειακού Κινηματογράφου Ραμπάτ (Μαρόκο)
1968Κορίτσια στον ήλιο ΧρυσόΕπίσημη συμμετοχήΧρυσή Πλάκα στο Φεστιβάλ Βαλκανικού Κινηματογράφου Μαμάιας (Ρουμανία)
1969Κορίτσια στον ήλιοΥποψήφιο για χρυσή σφαίρα καλύτερης ξένης ταινίαςΧρυσές Σφαίρες
1970Κορίτσια στον ήλιοΕπίσημη ελληνική υποβολήΌσκαρ
1977Κλειστό παράθυροΕπίσημη συμμετοχήΦεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου
ΈτοςΤίτλος ταινίας
1957Ροκ εν ρολ
1959Αστέρω
1959Φτώχεια και αριστοκρατία
1960Είμαι αθώος
1961Ζητείται ψεύτης
1962Η Αθήνα τη νύχτα
1962Οι γαμπροί της Ευτυχίας
1963Siralardaki Heyecanlar
1963Ο Καζανόβας
1963Ο κος πτέραρχος
1963Χτυποκάρδια στο Θρανίο
1964Προδοσία
1964Τον Παλιό Εκείνο τον Καιρό
1965Επιστροφή
1965Ο Μετανάστης
1966Επιτάφιος για εχθρούς και φίλους
1967Μιας Πεντάρας Νειάτα
1968Η Αθήνα μετά τα μεσάνυχτα
1968Κορίτσια στον ήλιο
1968Ο τυχεράκιας
1969Η κόμησσα της φάμπρικας
1969Κακός ψυχρός κι ανάποδος
1969Ο άνθρωπος που γύρισε από τα πιάτα
1970Ο Απίθανος
1971Εκείνο το Καλοκαίρι
1972Αναζήτησις
1972Συμμορία εραστών
1973Ζήτημα ζωής και θανάτου
1974Ψυχή και σάρκα
1976Το αγκίστρι
1977Κλειστό παράθυρο
1981Το μεγάλο κανόνι
Advertisement

Ο Γιώργος Βασιλείου έχασε τη μάχη με η ζωή

 e1478071367275
e1478071367275

Ο Γιώργος Βασιλείου έχασε τη μάχη με η ζωή

Ο γνωστός ηθοποιός τους τελευταίους μήνες έδινε τον δικό του αγώνα χωρίς να χάσει τη δύναμη της ψυχής που τον διέκρινε και την αισιοδοξία του για τη ζωή.

Όλο αυτό το διάστημα στο πλευρό του βρισκόταν η σύζυγός του και τα παιδιά του. Η είδηση έγινε γνωστή τις πρωινές ώρες της Τετάρτης από τις προσωπικές σελίδες του στο facebook, με ένα αναμμένο κεράκι να παίρνει τη θέση της φωτογραφίας του και πολλούς θαυμαστές του να του γράφουν το τελευταίο αντίο.

«Το παλεύω. Θέλω να πιστεύω πως είμαι όπως νιώθω. Δηλαδή καλά», είχε εξομολογηθεί σε πρόσφατη συνέντευξή του στη Freddo. Για να προσθέσει: «Ύστερα από τρεις μήνες επέστρεψα σπίτι μου. Είμαι βαθύτατα συγκινημένος, γιατί πατάω και πάλι στα δικά μου εδάφη. Όλο αυτό το διάστημα είχα στο πλευρό μου τη σύζυγο μου, τον βράχο μου, καθώς και τα δύο μου παιδιά. Είχα όμως στο πλευρό μου και τους χιλιάδες φίλους με τα μηνύματα συμπαράστασης που ,μου έστελναν. Γράψε, παιδί μου, ότι τους ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου. Γράψε ότι η αγάπη τους μου δίνει δύναμη και το παλεύω. Η αισιοδοξία και οι ελπίδες πεθαίνουν τελευταίες».

Ποιος ήταν ο Γιώργος Βασιλείου

Ο Γιώργος Βασιλείου (γεν. 21 Ιουνίου 1950) ήταν Έλληνας ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Υπήρξε βουλευτής στη Β’ περιφέρεια Πειραιά με την Νέα Δημοκρατία (2004 – 2007) και επίτιμος πρόεδρος του Φιλανθρωπικού Τμήματος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λάρνακας.

Γεννήθηκε το 1950 στην πόλη της Λαμίας, όπου και μεγάλωσε. Από μικρός εργάστηκε, όπως ανφέρει το sdna σε διάφορες δουλειές, παράλληλα με το σχολείο. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Γιώργου Μπέλλου από όπου και αποφοίτησε με άριστα. Στις 17 Νοεμβρίου του 1973, ανήμερα του Πολυτεχνείου, γνώρισε την σύζυγό του, Λία Θερμογιάννη, φοιτήτρια τότε της Νομικής σχολής Αθηνών, την οποία παντρεύτηκε μετά από 4 χρόνια και απέκτησε τα 2 παιδιά του, Βασίλη Βασιλείου (1979) και Ιουλιέττα Βασιλείου (1988).

Εργάστηκε δίπλα σε μεγάλα ονόματα του ελληνικού θεάτρου όπως: Θανάσης Βέγγος, Ρένα Βλαχοπούλου κ.α. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και ύστερα από πολλές συμμετοχές σε θεατρικές παραστάσεις, βιντεοκασέτες και τηλεόραση, γνώρισε τον Νίκο Φώσκολο, τον οποίο αποκαλεί από τότε δάσκαλο και ο οποίος του εμπιστεύτηκε σπουδαίους ρόλους, όπως αυτόν του ‘Στάθη Θεοχάρη’ της καθημερινής σειράς Καλημέρα Ζωή (26-11-1993 έως 31-3-2006). Στις εκλογές του 2004 εξελέγη Bουλευτής με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Από το 2007, μετά το πέρας της βουλευτικής του ιδιότητας, έως και σήμερα, εργάζεται κατά καιρούς σε θέατρο και τηλεόραση. Το Νοέμβριο του 2011 ανακοίνωσε την προσχώρηση του στο κίνημα της «Δημοκρατικής Συμμαχίας», και την αποφασή του να πολιτευτεί στην εκλογική περιφέρεια της Β’ Πειραιώς. Τα τελευταία 12 χρόνια διέμενε μόνιμα στη Σαλαμίνα με τη σύζυγό του.

Ο Γιώργος Βασιλείου έχει πάρει μέρος και έχει πρωταγωνιστήσει σε πολλά θεατρικά έργα, τηλεοπτικές παραγωγές και ταινίες. Επίσης έχει δώσει τη φωνή του σε πολλες μεταγλωττίσεις και παιδικές παραγωγές, καθώς επίσης έχει διδάξει στη δραματική σχολή της Τράγκα.

Advertisement

Τα νησιά του Ελληνικού Κινηματογράφου Μέρος 5ο

nostalgos3 1
nostalgos3 1

Η «αυθαιρεσία» της Ελένης Αλεξανδράκη να μεταφέρει στη Νίσυρο ένα διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που στο χαρτί διαδραματίζεται στη Σκιάθο πηγάζει από κάτι περισσότερο από οποιαδήποτε «κινηματογραφική ποιητική αδεία».

Σε μια μείξη της ντοπιολαλιάς και της διαλέκτου του Παπαδιαμάντη, η Νίσυρος δεν είναι πλέον ένα νησί της λογοτεχνίας και του σινεμά, αλλά ένα σημείο όπου συναντιούνται όλοι οι μύθοι και η πραγματικότητα μιας Ελλάδας που κάνει κουπί με τα χέρια στη λεπτή γραμμή και το απέραντο πέλαγος που χωρίζουν το παρελθόν με το μέλλον.

Με χωνεμένη την παράδοση αλλά τελικά και το μεταμοντερνισμό του Παπαδιαμάντη, η Ελένη Αλεξανδράκη φτιάχνει με τη «Νοσταλγό» μια ταινία που ζει σε ένα δικό της χώρο και χρόνο, με κινητήριο δύναμη την επιθυμία μιας γυναίκας για μια επιστροφή που είναι και ταυτόχρονα φυγή και τα πανέμορφα day for night που κάνουν τη νυχτερινή διαδρομή από τη Νίσυρο στο γειτονικό Γυαλί να μοιάζουν με ένα ταξίδι στο άγνωστο που δεν θέλεις να τελειώσει ποτέ.

Νοσταλγός και η ίδια η Νίσυρος ξαναγιεννέται μέσα από την αφήγηση ως το νησί που είναι, ένα από τα Δωδεκάνησα που κατάφεραν να παραμείνουν ακόμη και σήμερα ανέγγιχτα από τη βίαιη ανθρώπινη παρέμβαση, ευλογημένο από την ηφαιστιογενή του φύση και την ιστορική του αναγκαιότητα, ένας τόπος οχυρωμένος από τη διάχυτη ελευθερία της σκέψης και του λογισμού που σαν γνήσιος νησιώτης δεν μπορεί ποτέ να μείνει κολημμένος στη γη, αναζητώντας νομοτελειακά τη θάλασσα.

Σαν μια ιστορία που άκουσες κάποτε και δεν ξέχασες ποτέ, σαν ένα ποιήμα που γραμμένο στην ίδια γλώσσα με τη δική σου αποκρυπτογραφείς σε κάθε του λέξη, σαν μια πράξη φεμινισμού αποτυπωμένη σε ένα πανί που θα μπορούσε να είναι γυναικείο φουστάνι, σαν ένα ερωτικό γράμμα στις πατρίδες που νοσταλγούμε ακόμη και όταν αυτές δεν μας λείπουν καθόλου, μια ταινία που αντηχει το λαϊκά σοφό «Ο άνθρωπος που έπρεπε να αγαπάει όλον τον κόσμο, δεν αγαπά κανένα» και τραγουδά μαζί με τον Νίκο Παπαζόγλου «Για όλα αυτά που ζητάς, για πολλά που πονάς, για το τίποτα μιας ευτυχίας» μεταμορφώνοντας τη Νίσυρο στο κέντρο μιας κοσμικής νοσταλγίας

«Η Νοσταλγός» της Ελένης Αλεξανδράκη (2004) / Σενάριο: Ελένη Αλεξανδράκη / Μουσική: Νίκος Παπάζογλου / Πρωταγωνιστουν: Ολια Λαζαρίδου, Γιώργος Τσούλαρης, Σπύρος Σταυρινίδης.

Advertisement

Αφιέρωμα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου μέρος 1ο

φεστιβαλ

Στις 19 Σεπτεμβρίου του 1960 μια μικρή ομάδα ανθρώπων παρατηρήθηκε να κολλάει αφίσες για την αυριανή έναρξη μιας εκδήλωσης που ονομαζόταν Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου.

Η προβολή της πρώτης ταινίας πραγματοποιήθηκε σε μια μάλλον άδεια αίθουσα στον «Ολύμπιον». Μια παγωμένη αρχή, η οποία όμως θερμάνθηκε μέσα σε λίγες μέρες με ολόκληρη την πόλη να υποδέχεται τη διοργάνωση δημιουργώντας πολυπληθή κοινό, πηγαδάκια συζητήσεων στην Αριστοτέλους και κατέληξε σε έλλειψη εισιτηρίων για τις προβολές των τελευταίων ημερών.

Στην τελετή λήξης μετά την αναγγελία των βραβείων από τον πρόεδρο της επιτροπής, Στρατή Μυριβήλη, πραγματοποιήθηκε χοροεσπερίδα όπου τέθηκε σε πλειοδοσία ένας τιμητικός χορός με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο οποίος κερδήθηκε από τον εφοπλιστή Μάριο Νομικό στην τιμή των 30.000 δραχμών. Και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα. Ο πρωτεργάτης για την δημιουργία του φεστιβάλ και πρώτος πρόεδρός του ήταν ο Παύλος Ζάννας και η οργάνωση του άνηκε στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης

Απαραίτητο στοιχείο για την κατανόηση του ρόλου που έπαιξε το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για τον ελληνικό κινηματογράφου είναι η περιγραφή της κατάστασης της Ελλάδας του 1960 και η θέση της τέχνης σε αυτήν. Το πρώτο είδος κινηματογράφου που υπήρξε στην Ελλάδα ήταν το λεγόμενο εμπορικό. Αντιμετωπιζόταν από το κράτος σαν βιομηχανικό προϊόν και ελεγχόταν από το υπουργείο Βιομηχανίας.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το 1962 καθιερώνεται η “η οργανωσις κατά Σεπτέμβριον εκάστου έτους επιδείξεως Ελληνικού Κινηματογράφου υπό τον τίτλο Εβδομάς Ελληνικού Κινηματογράφου και προς διάδοσιν των ελληνικών ταινιών” και με αυτήν την ανακοίνωση του υπουργείου Βιομηχανίας υπάγεται σε αυτό και η διοργάνωση του φεστιβάλ. Στον θεσμό παρευρίσκονται πλέον οι μεγαλύτεροι σκηνοθέτες και ηθοποιοί της Ελλάδος καθώς και οι περισσότεροι νέοι δημιουργοί.

Τότε γίνεται η αρχή της στροφής στην ελληνική δημιουργία. Το εμπορικό σινεμά υποχωρεί στην τρομακτική θέα των νέων Ελλήνων δημιουργών της μεγάλης οθόνης (Κούνδουρος, Κακογιάννης, Κανελλόπουλος, Δαμιανός, Βούλγαρης), μέχρι την μεγάλη στιγμή του 1966.

Το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης αλλάζει την ονομασία του σε Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου και εμπιστεύεται τη μεγάλη απόφαση σε μια από τις πιο φωτισμένες κριτικές επιτροπές που είδε ποτέ η διοργάνωση: Οι Χατζηδάκις, Τσαρούχης, Λαμπέτη, Παπαγιαννόπουλος κ.α αποφάνθηκαν χωρίς δεύτερη κουβέντα ότι ο παλιός «καλός» ελληνικός κινηματογράφος ήταν πλέον νεκρός, ανοίγοντας τον δρόμο για ένα νέο κινηματογράφο, που ξεκίνησε με τους Ξεχασμένους Ήρωες του Νίκου Γαρδέλη. Στην σύγκρουση εμπορικό εναντίον νεωτεριστικό φαίνεται να κερδίζει το δεύτερο.

Όλα τα όνειρα της Ελλάδος όμως ανατρέπονται από τον ερχομό της δικτατορίας. Αυτό το ανατρεπτικό κύμα της τέχνης προσκρούει άγρια στο τοίχο της χούντας. Η λογοκρισία στις ταινίες (που υπήρχε και παλαιότερα ακόμα, από την Συνοικία το Όνειρο του Αλέκου Αλεξανδράκη το 1962) φτάνει σε άλλα επίπεδα και επηρεάζει τις επιλογές των ταινιών που θα προβληθούν στο Φεστιβάλ καθώς και τα βραβεία ενώ στην επιτροπή βλέπουμε την παρουσία και κυβερνητικών επιτρόπων.

Το 1967 προβάλλονται μόνο ταινίες του εμπορικού σινεμά και ο Πάυλος Ζάννας διώκεται και φυλακίζεται το 1968. Το κοινό όμως απαιτεί και η αλλαγή δεν μπορεί πλέον να σταματηθεί, έτσι το 1970 βραβεύεται η ταινία του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, Αναπαράσταση. Κάπως έτσι ξεκινάει η περίοδος του νέου ελληνικού Κινηματογράφου και την επόμενη χρονιά πραγματοποιείται το 12 Φεστιβάλ ή αλλιώς το φεστιβάλ της οργής όπως έμελλε να ονομαστεί.

Πριν φτάσουμε όμως εκεί είναι απαραίτητη μια μικρή περιγραφή της θέσης του κοινού της Θεσσαλονίκης, και του ιστορικού Β Εξώστη, στο Φεστιβάλ. Ο πολιτικά ανήσυχος κόσμος της εποχής είχε συσπειρωθεί και το έδαφος ήταν γόνιμο για ανατρεπτικές και επαναστατικές ιδέες τόσο σε Αθήνα όσο και σε Θεσσαλονίκη.

Η κατεξοχήν φοιτητούπολη είχε συγκεντρώσει νέο κόσμο με ανάγκη για δημιουργία και ελευθερία και που πλέον ήταν έτοιμος να πρωτοστατήσει στη διαμόρφωση του μέλλοντος του ελληνικού κινηματογράφου. Αυτό συνοψίζει το περιεχόμενο του Εξώστη Β, το κοινό που καθόταν στον δεύτερο εξώστη της αίθουσας του Φεστιβάλ.

Ο χαρακτήρας του φεστιβάλ τότε μπορούσε να χαρακτηριστεί ως οικογενειακός, καθώς ήταν το σημαντικότερο πολιτιστικό γεγονός όπου συμμετείχε ολόκληρη η πόλη και κατέληγε σε συναντήσεις σε καφέ όπου οι θεατές συζητούσαν μέχρι τις πρωινές ώρες πλάι πλάι με σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Ο Εξώστης Β ήταν η αυθόρμητη αντίδραση του νέου δημιουργικού καλλιτεχνικού πολιτικού και φοιτητικού κομματιού της κοινωνίας ενάντια σε ένα καταστρατηγημένο σινεμά.

Το 1971 οι επιλογές του Φεστιβάλ γιουχάρονται άγρια από τους θεατές του δεύτερου εξώστη. Η πρόκριση απαρχαιωμένων και προσφιλών στο καθεστώς ταινιών έναντι των νέων προκαλεί ξέσπασμα στον Β Εξώστη ο οποίος την πρώτη μέρα του φεστιβάλ υποδέχεται με χειροκροτήματα το Σσσστ! του Θόδωρου Μαραγκού ενώ αποδοκιμάζει με έντονο τρόπο το αντιστασιακό μελόδραμα Η χαραυγή της νίκης.

Οι παραγωγοί απειλούν με διακοπή της προβολής που όμως δεν κάμπτει το ηθικό του κοινού. Την επόμενη μέρα για πρώτη και μοναδική φορά στην ιστορία του φεστιβάλ διακόπτεται η προβολή ταινίας λόγω των αποδοκιμασιών του Εξώστη Β. Τα περιστατικά όσο κυλάει το φεστιβάλ γίνονται πιο άγρια.

Ο παραγωγός του Παπαφλέσσα. Τζαιμς Πάρις, αγοράζει την πλειοψηφία των εισιτηρίων για την προβολή της ταινίας του για να αποφύγει το γιουχάισμα ενώ ο σκηνοθέτης Κώστας Καραγιάννης χρειάστηκε να φύγει από την αίθουσα συνοδεία αστυνομικών για να αποφύγει βιαιοπραγίες ενώ συλλήφθηκαν και 5 φοιτητές.

Αξίζει να σημειωθεί πως η ταινία του Ευδοκία του Αλέξη Δαμιανού η οποία αντιμετωπίστηκε χλιαρά από την επιτροπή ενώ καταχειροκροτήθηκε από τον Εξώστη Β έπειτα από χρόνια θεωρήθηκε ως ίσως η καλύτερη ταινία του ελληνικού κινηματογράφου από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου.

Έτσι το κοινό αρχίζει για πρώτη φορά να απαιτεί την αλλαγή. Η δύναμη του Εξώστη Β αυξάνεται και με την πτώση της χούντας όλα τα δημιουργικά ρεύματα της εποχής απελευθερώνονται με νέους καλλιτέχνες και δημιουργούς να μπαίνουν ορμητικά στο προσκήνιο. Θεατές και καλλιτέχνες ζητούν αλλαγές στο θεσμό αλλά και στο νομοθετικό πλαίσιο του ελληνικού κινηματογράφου, σκηνοθέτες αρνούνται να παραλάβουν τα βραβεία τους και το 1974 πραγματοποιείται προβολή ακόμα και των αποκλεισμένων ταινιών ενώ οι θεατές του εξώστη Β απονέμουν τα βραβεία των θεατών και επικρατεί το σύνθημα για Λαϊκό Φεστιβάλ.

Φουντώνουν οι συζητήσεις κατά την διάρκεια του φεστιβάλ για τον θεσμικό ρόλο και την οργάνωση των νέων κινηματογραφιστών. Θέτονται βάσεις για ένα δημοκρατικότερο φεστιβάλ και το 1975 είναι η πρώτη χρονιά που δεν υπάρχει επιτροπή λογοκρισίας. Παρόλα αυτά εξαιτίας της αντίδρασης για τις επιλογές του φεστιβάλ και με την σύγκρουση των κινηματογραφιστών με το υπουργείο Βιομηχανίας φτάνουμε στο αντι-φεστιβάλ του 1977.

Ενάντια στο κρατικό φεστιβάλ πραγματοποιήθηκε την ίδια περίοδο ένα αντι-φεστιβάλ το οποίο όμως έμεινε στην μνήμη όλων ως το αληθινό φεστιβάλ κινηματογράφου και στο οποίο συμμετείχαν οι περισσότεροι νέοι καλλιτέχνες αρνούμενοι να συμμετέχουν στο επίσημο. Η σύγκρουση αυτή συνεχίστηκε μέχρι το 1981 οπότε και η διοργάνωση του Φεστιβάλ πέρασε στο υπουργείο Πολιτισμού.

Στα επόμενα χρόνια ξεκίνησε αυτό που έπειτα θα χαρακτηριζόταν ως κρίση του ελληνικού κινηματογράφου.

Advertisement

Τα νησιά του Ελληνικού Κινηματογράφου Μέρος 4ο

Photo13 madalena e1477724686996
Photo13 madalena e1477724686996

Στο φόντο του κλασικού «Αλλος με τη βάρκα μας» μέσα από μια μπουρού, η Αντίπαρος είναι κάτι περισσότερο από τον τόπο στον οποίο διαδραματίζεται μια από τις καλύτερες και διεθνείς ταινίες του Ντίνου Δημόπουλου και της Αλίκης Βουγιουκλάκη – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για ένα ελληνικό σινεμά που στην αυγή της δεκαετίας του ’60 αφορούσε με ελάχιστες εξαιρέσεις μόνο το ελληνικό κοινό, μακριά από την έκρηξη του πραγματικά μοντέρνου σινεμά και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

H Αντίπαρος του 1960 είναι η ίδια η Μανταλένα: μια φτωχή, ευγενική, όμορφη και αποφασισμένη να επιβιώσει γυναίκα, μέσα σε ένα ανδροκρατούμενο κόσμο. Πολύ πριν γίνει το προ και μέτα-χίπστερ θέρετρο μιας ολόκληρης γενιάς, η Αντίπαρος ήταν ένα νησί χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς τουρισμό, χωρίς μερίδιο στο ελληνικό καλοκαίρι, ένα παρθένο μέρος δομημένο πάνω στον καθημερινό μόχθο, την επίκληση των θείων και τη νησιώτικη περηφάνια.

Σε σενάριο του δημοσιογράφου, θεατρικού συγγραφέα (και συζύγου της Καίτης Λαμπροπούλου) Αντιπαριώτη Γεωργίου Ρούσσου, η «Μανταλένα» εμπνεύστηκε από μια αληθινή ιστορία στο νησί, αλλά και από την ίδια την επιθυμία του Ρούσσου να βοηθήσει με κάποιο τρόπο το νησί.

Το νησί που θα έβλεπε για πρώτη φορά στους δρόμους του να κυκλοφορεί ένα αυτοκίνητο του Φίνου, πρώτη φορά ένα πιάνο που μεταφέρθηκε εκεί για τον Μάνο Χατζιδάκι (για ένα από τα καλύτερα soundtrack που έγραψε για το σινεμά), πρώτη ταινία να γυρίζεται εξ ολοκλήρου εκτός στούντιο με σύγχρονο ήχο και κυρίως για πρώτη φορά δύο σταρ του διαμετρήματος της Αλίκης Βουγιουκλάκη και του Δημήτρη Παπαμιχαήλ να πρωταγωνιστούν σε μια ταινία που θα έφτανε μέχρι το Φεστιβάλ των Καννών και θα αποτελούσε την κύρια αιτία της τουριστικής ανάπτυξης του ήδη από την ίδια χρονιά που η ταινία βγήκε στις αίθουσες.

Από το «Θάλασσα Πλατιά» στο μέσο του πελάγου, μέχρι τη σκηνή στον μύλο (μια από τις πιο αυθεντικά rom-com του ελληνικού σινεμά) και από την πιο ορμητική ερμηνεία της Αλίκης μέχρι το ασπρόμαυρο του ελληνικού καλοκαιριού που δεν κρύβει τίποτα από το απέραντο γαλάζιο ουρανού και θάλασσας, η «Μανταλένα» αντέχει, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που η Αντίπαρος συνεχίζει ουσιαστικά να συνδέεται με τον «πολιτισμό» με ακούραστα καΐκια.

«Μανταλένα» του Ντίνου Δημόπουλου (1961) / Σενάριο: Γιώργος Ρούσσος / Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις / Πρωταγωνιστούν: Αλίκη Βουγιουκλάκη, Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Παντελής Ζερβός, Δέσπω Διαμαντίδου, Σμάρω Στεφανίδου, Καίτη Λαμπροπούλου, Λαυρέντης Διανέλλος, Θανάσης Βέγγος, Σπύρος Καλογήρου, Βασίλης Καΐλας.

Advertisement

Η ανήλικη Χλόη Λιάσκου και ο γάμος με τον καθηγητή της

.jpg
.jpg

Όταν τελείωσε το σχολείο η Χλόη Λιάσκου αποφάσισε να φοιτήσει σε Δραματική Σχολή ώστε να γίνει και επίσημα ηθοποιός.

Η απόφασή της βρήκε αντίθετη τη μητέρα της, που τη μεγάλωνε μόνη της και φοβόταν τους κινδύνους του καλλιτεχνικού χώρου.

Ο πατέρας της είχε φύγει από τη ζωή όταν εκείνη ήταν πολύ μικρή και η ηθοποιός μεγάλωσε με τη μητέρα και τη γιαγιά της.

Μάλιστα, όπως ανέφερε σε πρόσφατη συνέντευξή της το γεγονός ότι δεν γνώρισε τον πατέρα της, της στοιχίζει ακόμα.

Παρά τις δυσκολίες στα παιδικά της χρόνια, η Χλόη Λιάσκου όχι μόνο δεν το έβαλε κάτω όταν η μητέρα της δεν την άφησε να σπουδάσει ηθοποιός, αλλά παντρεύτηκε και έναν καθηγητή της.

Η μητέρα της θύμωσε τόσο πολύ, που δεν πήγε στο γάμο και η ηθοποιός αναγκάστηκε να πάρει δικαστική άδεια για να παντρευτεί, αφού ήταν ακόμη ανήλικη.

Από τον γάμο της με τον Λάμπρο Κωστόπουλο, απέκτησε δύο παιδιά και παρόλο που έγινε μητέρα σε πολύ νεαρή ηλικία, αφοσιώθηκε στην οικογένειά της.

Από το 1971 και για 12 συνεχή χρόνια, εργάστηκε στο Εθνικό Θέατρο ενώ αργότερα το διάστημα 1991-1996, παρουσίαζε στην ΕΡΑ 2, την εκπομπή «Εν αρχής είναι ο έρωτας».

Advertisement

Πόσα χρήματα έπαιρναν ο Κώστας Βουτσάς και η Αλίκη Βουγιουκλάκη

Κώστας Βουτσάς

Σύγκριση με το μηνιαίο μισθό των υπόλοιπων ηθοποιών είχε κάνει ο Κώστας Βουτσάς ο οποίος αποκάλυψε τις τρελές ημερήσιες αποζημιώσεις που έπαιρνε ο ίδιος και η εθνική σταρ της εποχής Αλίκη Βουγιουκλάκη.

Καλεσμένος στο “Μες Στην Καλή Χαρά” ο Κώστας Βουτσάς ρωτήθηκε για το αν έχει βγάλει χρήματα από τις ταινίες που πρωταγωνιστούσε τη χρυσή περίοδο του ελληνικού κινηματογράφου και απάντησε με κάθε ειλικρίνια για τα ακριβή ποσά που έπαιρναν ο ίδιος και η Αλίκη Βουγιουκλάκη για κάθε μία ημέρα γυρισμάτων.

«Βγάλαμε πολλά λεφτά! Πάρα πολλά λεφτά!», είπε χαρακτηριστικά ο Κώστας Βουτσάς και ανέφερε πως τη στιγμή που οι νέοι ηθοποιοί της εποχής έπαιρναν 1,400 δραχμές το μήνα, εκείνος λάμβανε 6,000 δραχμές την ημέρα. Όσο για το κασέ της Αλίκης Βουγιουκλάκη, ήταν το υψηλότερο και έφτανε ημερησίως τις 9,000 δραχμές.

Advertisement

Από τα σκαλιά της εκκλησίας απευθείας στο σανίδι

σκαλιά της εκκλησίας

Ανήμερα τα Χριστούγεννα, είχαμε ορίσει τον γάμο μας η Κάκια κι εγώ. Τα είχε τακτοποιήσει όλα μόνη της. Πιστοποιητικά, ληξιαρχεία, άδειες, όλα.

Και εγώ ο καλός σου δεν είχα τίποτα άλλο να κάνω παρά να κατέβω τα Χριστούγεννα στην Αθήνα να παντρευτούμε και να γυρίσουμε αυθημερόν στην Πάτρα για να κάνω παράσταση με τον θίασο της κυρίας Κατερίνας.

Είχαμε ήδη αρχίσει τις παραστάσεις εκεί. Την παραμονή των Χριστουγέννων και ανήμερα θα παίζαμε την ‘Όγδοη σύζυγο του Κυανοπώγωνος’.
Δώσαμε την παραμονιάτικη παράσταση μας και το βράδυ έφυγα με το τραίνο για την Αθήνα.

Έκανε πολλές ώρες εκείνο τον καιρό το τραίνο. Έφτασα λοιπόν ξημερώματα και πήγα κατευθείαν στο σπίτι μου στη Σικίνου 56 να ετοιμαστώ για το γάμο.

Το γαμπριάτικο κουστούμι μου ήταν το σμόκιν που φορούσα στο έργο που παίζαμε.
Πλύθηκα, ξυρίστηκα, στολίστηκα, μπήκαμε στο ταξί και κατεβήκαμε οικογενειακώς στη Μεταμόρφωση του Καλαμακίου.

Στάθηκα στην πόρτα της εκκλησίας και περίμενα την Κάκια, που κατέφθασε μετά από λίγο πιασμένη στο μπράτσο του πατέρα της.
Φοβερά τρακαρισμένη και αφάνταστα ευτυχισμένη. Το ίδιο ίσως και περισσότερο εγώ.

Προσπαθούσα όμως να κάνω τον άντρα και τον άνετο όσο μπορούσα.
Και αμέσως μετά τον γάμο, βουρ στο λεωφορείο για να προλάβω την παράσταση στην Πάτρα.

ΑΠ’ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ, ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ…

Advertisement

Νίκος Νικολαΐδης

nikos nikolaidis
nikos nikolaidis

Ο Νίκος Γεωργίου Νικολαΐδης ήταν Έλληνας σκηνοθέτης, σεναριογράφος, παραγωγός ταινιών, συγγραφέας, θεατρικός σκηνοθέτης, βοηθός σκηνοθέτη, παραγωγός δίσκων, διευθυντής τηλεόρασης, και εμπορικός διευθυντής. Συνήθως θεωρείται ένας εκπρόσωπος της ευρωπαϊκής αβάν-γκαρντ και του πειραματικού κινηματογράφου..

Γεννήθηκε στις 25 Οκτωβρίου 1939 στην Αθήνα και μεγάλωσε στα Εξάρχεια. Σπούδασε σκηνοθεσία στη Σχολή Σταυράκου και σκηνογραφία στη Σχολή Βακαλό. Στο χώρο του κινηματογράφου μπήκε το 1960 ως βοηθός του σκηνοθέτη Βασίλη Γεωργιάδη και δύο χρόνια αργότερα υπέγραψε την πρώτη του ταινία, τη μικρού μήκους «Lacrimae Rerum», εμπνευσμένη από ένα ποίημα του Λάμπρου Πορφύρα.

Το 1975 σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους με τίτλο «Ευρυδίκη ΒΑ 2037», που δίχασε κοινό και κριτικούς στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αλλά ανέδειξε ένα νέο δημιουργό με φρέσκια ματιά. Η ταινία, που ανήκε στο χώρο του φανταστικού, απέσπασε δύο βραβεία (πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη και σκηνογραφίας). Ο Νικολαΐδης τη θωρούσε ως την πιο στέρεη και δομημένη ταινία του.

Το 1977 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του «Ο οργισμένος Βαλκάνιος», με ήρωες δύο περιθωριακούς τύπους, τον Φάνη και την Τερέζα. Αμέσως δημιουργεί αίσθηση με την ωμότητα των σκηνών και την κυνικότητα των ηρώων του. Από τότε το βιβλί είναι ένα από τα μπεστ-σέλερ της ελληνική πεζογραφίας.

Ο Νικολαΐδης έγινε ευρύτερα γνωστός με τη δεύτερη ταινία του «Τα κουρέλια τραγουδούν ακόμα» (1979), με πρωταγωνιστές τους Άλκη Παναγιωτίδη, Χρήστο Βαλαβανίδη, Κωνσταντίνο Τζούμα και Όλια Λαζαρίδου. Με την ταινία του αυτή έθεσε ερωτήματα που παρέμεναν στο περιθώριο μιας πολιτικοποιημένης εποχής. Ο τίτλος της έγινε το σύνθημα μιας γενιάς που έβλεπε να ξεθωριάζουν τα οράματα του γαλλικού Μάη και να ξεπροβάλλει μπροστά της μια σκληρή εποχή, όπου δεν θα υπήρχε χώρος για ρομαντικά προστάγματα.

Ακολούθησαν ακόμη επτά ταινίες (έξι κινηματογραφικές και μία τηλεταινία) και δύο μυθιστορήματα, μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου 2007, που έφυγε ξαφνικά από τη ζωή σε ηλικία 68 ετών. Ένα χρόνο νωρίτερα, ο ίδιος είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει τον κινηματογράφο και να ασχοληθεί με τη μουσική.

Οι ήρωες του Νικολαΐδη αγαπούν το ροκ εν ρολ, είναι απολύτως αντισυμβατικοί, ζουν στο περιθώριο και στο τέλος χάνονται, όχι από επαναστατικό μένος, αλλά από επιθυμία να πεθάνουν όποτε θέλουν και με τον τρόπο που θέλουν. Στις ταινίες του προβάλλει έντονα την αγωνία του για ένα μέλλον ζοφερό, εφιαλτικό και απρόσωπο, όπου ο ιδιωτικός χώρος ελέγχεται, τα συναισθήματα συνθλίβονται και ο έρωτας δεν έχει νόημα. Ακόμη και όταν επαναδιαπραγματεύεται έννοιες όπως η φιλία και η συντροφικότητα, οι ήρωές του έχουν «απλήρωτους λογαριασμούς» με τη ζωή και επιλέγουν ως έξοδο το θάνατο.

Φανατικός σινεφίλ, ο Νίκος Νικολαΐδης έβλεπε δύο με τρεις ταινίες την ημέρα σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα στο σπίτι του στην Κηφισιά. Αγαπημένοι του σκηνοθέτες οι Τζέρι Λούις, Στάνλεϊ Κιούμπρικ, Όρσον Γουέλς, Ρόμπερτ Όλντριτς, Ρόμπερτ Σιόντμακ καιΤσάρλι Τσάπλιν. Από τους σύγχρονους ξεχώριζε τον Εμίρ Κουστουρίτσα, τον Μάικλ Γουίντερμποτομ και τον Λαρς φον Τρίερ.

Το έργο του Νίκου Νικολαϊδη είχε σημαντική επιρροή στην επόμενη γενιά Ελλήνων κινηματογραφιστών, μερικοί από τα οποίους εμπνεύστηκαν από το στυλ των ταινιών του και τις ασυνήθιστες καλλιτεχνικές εικόνες που περιείχαν πολύπλοκες αλληγορίες και σύμβολα. Πρωταγωνιστές των ταινιών του είναι συνήθως απόβλητοι και διαφωνούντες ή οι κυνικοί και οι περιθωριοποιημένοι άνθρωποι της κοινωνίας με ψυχικές και σεξουαλικές διαταραχές. Το κύριο χαρακτηριστικό της σκηνοθετικής προσέγγισης του Νικολαϊδη ήταν η κυριαρχία της μορφής πάνω στο περιεχόμενο. Στην πατρίδα του, θεωρήθηκε ως πρωτοπόρος που αναζητούσε ασυνήθιστους τρόπους να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα του κινηματογράφου, καθώς και κάποιος που δημιούργησε μια μοναδική αισθητική που συνδυάζει την ομορφιά και την ασχήμια. Στο εξωτερικό, ο Νικολαΐδης κέρδισε τη φήμη του ως εκκεντρικός και αμφιλεγόμενος σκηνοθέτης. Η επιρροή του εκτείνεται και στο εξωτερικό. Η ταινία του Ihor Podolchak Delirium (2013) συγκρίθηκε από τους κριτικούς της Ουκρανίας με τα έργα του Νικολαϊδη μετά τις προβολές του πριν την κυκλοφορία του έργου.

Είπε… Για τις ταινίες του:

Όλες οι ταινίες μου αποτελούν κεφάλαια δύο μυθιστορημάτων, που με τα χρόνια ολοκληρώθηκαν. Το πρώτο μυθιστόρημα με τίτλο «Το σχήμα του εφιάλτη που έρχεται» ορίζεται μέσα από την τριλογία «Ευρυδίκη ΒΑ 2037», «Πρωινή Περίπολος» και «The Zero Years» και το δεύτερο με τον τίτλο «Όχι πια εδώ» καλύπτεται από τις ταινίες «Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα», «Γλυκιά Συμμορία» και «Ο χαμένος τα παίρνει όλα», κύκλος που και αυτός έκλεισε και περιέχει και τα βιβλία μου «Ο Οργισμένος Βαλκάνιος» και «Γουρούνια Στον Άνεμο». Μένει ανολοκλήρωτο το κείμενο «Αυτοί που αγάπησαν ένα πτώμα», δηλαδή τα «Singapore Sling» και «Θα σε δω στην κόλαση αγάπη μου», μαζί με τις δυο ανέκδοτες νουβέλες μου «Ο Ιούλιος και ο Συμεών στον Άδη». Οι ήρωες μου όμως συχνά – πυκνά περιφέρονται από το ένα στο άλλο μυθιστόρημα, πολλές φορές με πρόσωπο παραλλαγμένο. Θα έλεγα ότι στο «The Zero Years» συναντιούνται όλοι, πλην εκείνων των «Singapore…» και «Θα σε δω…».

Για τον Παλιό Ελληνικό Κινηματογράφο (ΠΕΚ):

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980, υπήρξε ένα ρεύμα που προσπαθούσε να φέρει μια ανανέωση και να αποτινάξει τον παλιό κινηματογράφο, τον οποίο εγώ τον θεωρώ σκουπίδι. Επειδή έχουν γίνει 15 καλές ταινίες με τον Χατζηχρήστο, τη Βασιλειάδου και τον Αυλωνίτη δεν σημαίνει τίποτα. Εμείς δώσαμε μια μάχη να το αποτινάξουμε αυτό το πράγμα. Και τώρα βλέπουμε τους θεωρητικούς της ναϊφ περιόδου, «τι ωραία που ήταν τότε η Αθήνα» και «τι γλυκά που ήταν τότε τα πράγματα» και «τι απαλά που ήταν τότε τα συναισθήματα». Ένα κλισέ του κερατά ήταν. Αυτοί μας κοροϊδεύανε και μας έλεγαν «η όρθια διανόηση». Και γύριζαν πέντε ταινίες το 15ήμερο. Στο ίδιο ντεκόρ, με τους ίδιους ηθοποιούς, με άλλα ρούχα.

Για την απόφασή του να εγκαταλείψει το σινεμά:

Το αποφάσισα μόλις τελείωσα το σενάριο του «The Zero Years». Το «γιατί» βρίσκεται τελικά στο ότι (και ας ακούγεται υπερφίαλο…) το σινεμά πια είναι ένα πεδίο που δεν έχει μυστικά και το θεωρώ πλέον κατακτημένο χώρο. Εν ολίγοις, άρχισα να το βαριέμαι. Ασχολούμαι ήδη με αυτό 45 χρόνια, αρκετά. Τώρα θέλω ν’ ασχοληθώ με τη μουσική.

Για τη «σκοτεινή αίθουσα»:

Σταμάτησα να πηγαίνω σινεμά, όταν άρχισαν να πέφτουν στην αίθουσα πασατέμποι, κομπολόγια και κινητά.

Για το Ίντερνετ:

Είναι η λεωφόρος των σκουπιδιών και η λεωφόρος των διαμαντιών, είναι ανάλογα πώς θα το ψάξεις, και πού θα πέσεις.

Advertisement

Μία ματιά και εδώ..

Με φόβο και πάθος 1971-1972

Με φόβο και πάθος
Η ταινία, "Με φόβο και πάθος" προβλήθηκε τη σαιζόν 1971-1972 και έκοψε 372.819 εισιτήρια. Ήρθε στην 4η θέση σε 90 ταινίες.-Πρόκειται για την τελευταία...

Ο τρελοπενηντάρης

o trelopenintaris
Περίληψη: Ο μυθομανής διευθυντής μιας σχολής μανεκέν, που οι δουλειές του πάνε σχετικά καλά, συναντάει μια μέρα έναν παλιό του φίλο που έχει γυρίσει...