Η Βέρα Κρούσκα είναι μία από τις αγαπημένες μου πρωταγωνίστριες. Την πρωτοείδα στη ταινία της Φίνος Φιλμ «Ο βάλτος» (από τις καλύτερες της) και στη συνέχεια ανακάλυψα το τηλεοπτικό της πρόσωπο μέσα από σειρές της κρατικής τηλεόρασης.Τότε άρχισα να ψάχνω περισσότερα για το κορίτσι αυτό που με μάγεψε και σιγά σιγά έγινε ένα από τα αγαπημένα μου πρόσωπα από το χώρο του θεάματος.
Σήμερα ρίχνοντας τη ματιά μου πίσω τη θεωρώ πραγματική ευλογία για το ελληνικό θέατρο. Μια ηθοποιός που δεν ένιωσε ποτέ σταρ γιατί όπως πολύ χαρακτηριστικά είχε πει η ίδια: «Ο τίτλος αυτός έχει ένα κενό στη μέση. Μπορείς όμως να γίνεις σταρ μέσα από τη δουλειά σου. Το σκέτο σταρ είναι πολύ φανταχτερό». Ποιο είναι όμως αυτό το κορίτσι που μας καθήλωσε από τα πρώτα του βήματα;
Η Βέρα Κρούσκα
Η Βέρα Κρούσκα γεννήθηκε στην Αθήνα, στα χρόνια του Εμφυλίου. Από μικρή έδειξε την αγάπη της στην υποκριτική. Μεγάλωσε στον Άγιο Λουκά στα Πατήσια, μέλος πολύτεκνης οικογένειας. Με σπουδές στη Δραματική Σχολή του «Μουσικού θεάτρου» του «Ωδείου Αθηνών», πήρε και μαθήματα χορού από καταξιωμένες δασκάλες, όπως τη Σόνια Μοριάνοβα, την Μύριαμ Σουάζι και την Καίη Χόλντεν.
Τα πρώτα επαγγελματικά της βήματα έγιναν ως χορεύτρια δίπλα στους Τάκη Βαρλάμο και Φώτη Μεταξόπουλο, ενώ εμφανίστηκε χορεύοντας στις κινηματογραφικές ταινίες: «Μερικοί το προτιμούν κρύο», «Η Ψεύτρα», «Η σοφερίνα», «Ο Θαλασσόλυκος» και «Όχι Κύριε Τζόνσον». Το 1964 στη ταινία του Γιάννη Δαλιανίδη «Οι Κληρονόμοι», η Βέρα κάνει ένα πέρασμα ως ηθοποιός συμμετέχοντας σε μια σκηνή με τον Ντίνο Ηλιόπουλο. Λεπτομέρειες από ένα πλούσιο βιογραφικό!!!
Σε πρωταγωνιστικό ρόλο εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1967 στην ταινία «Έρωτες στην Λέσβο» του παραγωγού Τζέιμς Πάρις, μια ιδιαίτερη ταινία. Η Βέρα υπέγραψε τετραετές συμβόλαιο συνεργασίας με τον Τζέιμς κρατώντας βασικούς ρόλους σε πολεμικές παραγωγές («Ο Τελευταίος των Κομιτατζήδων» (1970) αλλά και σε ταινίες του Γιώργου Σκαλενάκη («Θυμήσου Αγάπη μου») και του Ερρίκου Ανδρέου («Κατηγορώ το κορμί μου»).
Το 1973 η Βέρα Κρούσκα πρωταγωνιστεί στην ενδιαφέρουσα ταινία του Ντίνου Δημόπουλου «Ο βάλτος». Μια άρτια παραγωγή του Φίνου που κινείται σε δύο αλληλένδετα επίπεδα. Το ένα είναι η μικρογραφία, το ανθρώπινο μωσαϊκό και το άλλο ο βάλτος που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία. «Ο Βάλτος» είχε την ατυχία να βγει στους κινηματογράφους τον Οκτώβριο του 1973, ένα μήνα πριν από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, με δραματικές επιπτώσεις για την εισπρακτική της πορεία.
Η φιλμογραφία της Βέρας Κρούσκα περιλαμβάνει και ταινίες του Νέου Ελληνικού κινηματογράφου. Αξέχαστοι θα μείνουν οι ρόλοι της στα φιλμς: «Ο Ασυμβίβαστος», «Και ξανά προς τη δόξα τραβά», «Η Χρυσομαλλούσα» και άλλες. Σήμερα για τη Βέρα η περίοδος του κινηματογράφου πέρασε. Τη θεωρεί τέχνη μοναδική αλλά νιώθει ότι δεν της δόθηκε ποτέ ή σχεδόν ποτέ η ευκαιρία να γυρίσει τις ταινίες που ήθελε.
Στο θέατρο πρωτοεμφανίστηκε το 1968 στα έργα: «Σαράντα καράτια» και στο «Άνθος του Κάκτου» των Πιέρ Μπαριγιέ και Ζαν Πιερ Γκρεντύ, δίπλα στη σπουδαία Έλλη Λαμπέτη. Σύντομα οι δύο θεατρίνες έγιναν φίλες, με τη Βέρα να θεωρεί ότι από εδώ και πέρα ξεκινά και η χρυσή επαγγελματική περίοδος για εκείνη.
Το 1981 ο Νίκος Κούνδουρος της έδωσε την ευκαιρία να παίξει στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, στην παράσταση «Η όπερα της πεντάρας». Θα ακολουθήσουν συνεργασίες με τους: Αλέξη Σολομό, Σπύρο Ευαγγελάτο, Σταμάτη Φασουλή, Κώστα Μπάκα, Γιώργο Αρμένη, Παντελή Βούλγαρη και άλλους. Η μικρή οθόνη μπήκε στη ζωή της από τα πρώτα χρόνια της κρατικής τηλεόρασης. Με επιλεκτικές εμφανίσεις στα σίριαλ: «Το κορίτσι της Κυριακής», «Μεθυσμένη πολιτεία», «Το ταξίδι» και «Εν Αθήναις».
Μέχρι και σήμερα, η Βέρα μεσουρανεί στο θεατρικό σανίδι. Διατηρεί σταθερά τη θέση της στην εκτίμηση του κοινού και των ειδικών. Εξακολουθεί να είναι μια όμορφη γυναίκα. Έχει κάνει πολλά εξώφυλλα και φωτογραφίσεις. Σύμφωνα με όσα έχει πεί η ίδια έχει κάνει πολύ καλά πράγματα, με εξαιρετικούς σκηνοθέτες, ηθοποιούς και συντελεστές, αλλά έχει κάνει και πράγματα ψιλοαδιάφορα. Δεν βλέπει τις ταινίες της, δεν κοιτά πίσω…Ωστόσο για εμένα θα είναι πάντα εκείνο το λαμπερό κορίτσι του κινηματογραφικού «Βάλτου»…
Η Μπέμπα Μπλανς (πραγματικό όνομα, Αγγελική Κωνσταντοπούλου) γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου του 1944 στην Αθήνα και ήταν ερμηνεύτρια του λαϊκού τραγουδιού και περιστασιακή ηθοποιός. Τραγουδίστρια με βελούδινη φωνή, είχε αποκτήσει τον τίτλο της μοιραίας ντίβας και οι εμφανίσεις της κάθε άλλο παρά απαρατήρητες περνούσαν.
Το 2008 σε συνέντευξη της, σε εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας είχε πει η ίδια για τις κατακτήσεις της:
“… Είχα πάει να τραγουδήσω στο Ισραήλ και με ειδοποίησαν ότι πρέπει να φύγω από τη χώρα, γιατί δύο σημαίνοντα πρόσωπα τσακώνονταν μέχρι… θανάτου για μένα. Καμιά φορά αναρωτιέμαι: Σε μένα συνέβησαν όλα αυτά; Θυμάμαι που ένας επιχειρηματίας, πολύ γνωστής φίρμας ψωμιού, προκειμένου να μην πάω στη Μύκονο ένα Σαββατοκύριακο και να μείνω μαζί του, μου χάρισε ένα κρις κραφτ. Ηθελε να μου δώσει ή ένα διαμέρισμα ή ένα σκάφος, και εγώ προτίμησα το δεύτερο…
Η Μπέμπα Μπλανς.
Ποτέ όμως δεν διέλυσα σπίτια. Ποτέ δεν μπήκα ανάμεσα σε ζευγάρια. Όταν οι άντρες είναι ερωτευμένοι, κάνουν πολλά για να κατακτήσουν μια γυναίκα. Όταν όμως τους… περάσει ο έρωτας, βγάζουν τον πραγματικό τους εαυτό. Από μικρή -ίσως γιατί έχω κάποιες άσχημες μνήμες από τότε- θεωρούσα ότι υπήρχε ένας τοίχος ανάμεσα σε μένα και σε όλους τους άντρες της ζωής μου. Δεν τους μίσησα, αλλά δεν δέθηκα κιόλας μαζί τους συναισθηματικά…”.
Στο καλλιτεχνικό στερέωμα η Μπέμπα Μπλανς μπήκε το 1964, ερμηνεύοντας τη σύνθεση του σπουδαίου Γιώργου Ζαμπέτα “Καλώς όρισες βρε Γιώργη”. Από εκεί και ύστερα η πορεία της υπήρξε ανοδική. Η βελούδινη φωνή της καταγράφηκε σε δίσκους, εμφανίστηκε στις μεγαλύτερες αθηναϊκές πίστες, πέρασε από τον κινηματογράφο και δημιούργησε το δικό της θρύλο.
Πρώτη φορά ο Ζαμπέτας την είχε δει στην ταβέρνα του Βλάχου στην Ιερά Οδό, κοντά στο σπίτι του, τότε. Μπουζούκι έπαιζε ο Λουκάς Μεφσούτης και τραγουδούσε η εκρηκτική Αγγελική Κωνσταντοπούλου, γνωστή με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Μπέμπα Μπλανς
Η “Μπέμπα Μπλανς” ήταν τρελή, πολύ τρελή…
Έτσι διηγείται δεκαετίες μετά στην Ιωάννα Κλειάσιου, στην έκδοση «Βίος και πολιτεία» (εκδ. Ντέφι). «Εντάξει είσαι η Μπλανς για τα μαγαζιά, αλλά για τους άλλους που δεν σε ξέρουνε δεν πρέπει να κάνεις κάτι;», της έλεγε, συμβουλεύοντάς την να ηχογραφήσει τραγούδια, να μην περιορίζεται στα μαγαζιά. Την πήγε στη Fidelity, στον Πατσιφά. «Της δίνω το «Ποτέ, ποτέ» και το «Καλωσόρισες, βρε Γιώργη».
Με το που τα λέει, μπαμ και σουξέ η Μπέμπα η Μπλου. Της δίνω κι άλλα, αλλά της Μπέμπας το μυαλό ήτανε αλλού. Πολύ τρελή, πολύ παλαβιάρα, γι’ αυτό και δεν κατόρθωσε να γίνει η μεγάλη καλλιτέχνιδα, αν κι ήτανε μεγάλη δεν μπόρεσε να πατήσει στο σανίδι σαν κυρίαρχη, σαν αυτοκράτειρα όπως γίνανε οι άλλες, Μαρινέλλα, Δούκισσα, Μοσχολιού».
Της ξεγήθηκε, όπως έλεγε, καλά. Την έβαλε σε δίσκους και ταινίες. Την αγάπησε και ο φακός. «Είπε πολύ καλά το “Καράβι”, “Μιας πεντάρας νιάτα”, καταπληκτικά. Σε πιάνει η φωνή της, είναι μοναδική, ιδιόρρυθμη και μυστήρια. Με αγγίζει εμένα η Μπέμπα, με πιάνει, μου αρέσει. Έχει γνήσια λαϊκή φωνή. Έχει στη φωνή ένα βελούδο μυστήριο».
Στη μεγάλη οθόνη πρωτοεμφανίστηκε το 1960, ως ηθοποιός στη ταινία του Οδυσσέα Κωστελέτου “Το χαμίνι”. Οι λάτρεις του ελληνικού κινηματογράφου ωστόσο θα τη θυμούνται ως τραγουδίστρια σε καμπαρέ της Τρούμπας στη ταινία του Αλέκου Σακελλάριου “Καλώς ήλθε το δολλάριο”.
Εκεί ερμήνευσε μοναδικά το “Έναν αητό αγάπησα” (των Σπανού – Σακελλάριου). Ιστορικές θα μείνουν και οι εμφανίσεις της στη κωμωδία του Κώστα Καραγιάννη “Τα δίδυμα”( όπου μαζί με τον Γιώργο Ζαμπέτα τραγούδησαν το “Μαθητή”) και στο φιλμ του Κώστα Στράντζαλη “Σήκω χόρεψε συρτάκι”, (μαζί με τον Γιάννη Καραμπεσίνη τραγούδησαν το “Έχω μια μεγάλη αγάπη”).
Η Μπέμπα Μπλανς χάρη στο εκρηκτικό της ταμπεραμέντο τροφοδότησε την έμπνευση μεγάλων δημιουργών όπως του Γιώργου Ζαμπέτα ο οποίος την αποκαλούσε “Μπεμπέκα βελούδο” και με τον οποίο συνεργάστηκε σε πολλά τραγούδια.
Έκανε τρεις πλούσιους γάμους και από τον τρίτο της σύζυγο απέκτησε μία κόρη. Όπως είχε δηλώσει σε μία συνέντευξή της είχε χάσει όλη την περιουσία της στο χρηματιστήριο και από το πολυτελές της διαμέρισμα στην οδό Ρηγίλλης ζούσε με νοίκι σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην Κυψέλη.
Ο Μπέμπα Μπλανς έφυγε από τη ζωή στις 07 Σεπτεμβρίου 2017 στην κλινική της Αγίας Ελένης στους Αμπελοκήπους, σε ηλικία 71 ετών. Τον τελευταίο καιρό νοσηλευόταν σε νοσοκομείο, καθώς υπέφερε από σοβαρής μορφής αναιμία.
Η ίδια δεν έκρυψε ποτέ το πρόβλημά της, μάλιστα σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις της δήλωνε πως είχε σκεφτεί μέχρι και να δώσει τέλος στη ζωή της.
Μόνη, απογοητευμένη με σοβαρά οικονομικά προβλήματα και λίγους φίλους. Ανάμεσά τους η Ξανθή Περράκη και η Γιώτα Γιάννα που ήταν και οι μόνες, εκτός από την κόρη της την Μαργαρίτα, που την επισκεπτόντουσαν στο θεραπευτήριο που νοσηλευόταν εδώ και πολλούς μήνες δίνοντας μεγάλη μάχη για να κρατηθεί στη ζωή.
Η Γιώτα Γιάννα μάλιστα ήταν και το τελευταίο φιλικό της πρόσωπο που την επισκέφθηκε λίγο πριν φύγει από τη ζωή το 2017 και της έπαιξε στη φυσαρμόνικα την μεγάλη της επιτυχία «Το καράβι», το θρυλικό κομμάτι του Γιώργου Ζαμπέτα.
Η πλήρως εξασθενημένη άλλοτε μεγάλη δόξα του τραγουδιού δεν είχε σταματήσει να κλαίει, ενώ όταν είχε ολοκληρωθεί η μουσική είχε σηκώσει όσο μπορούσε τα χέρια της για να χειροκροτήσει.
Η Μπέμπα Μπλανς, κατά κόσμον Αγγελική Κωνσταντοπούλου, έφυγε από τη ζωή μετά από σκληρή μάχη με βαριάς μορφής αναιμία.
Σε ηλικία 73 ετών έφυγε από τη ζωή η θρυλική Μπέμπα Μπλανς, κατά κόσμον Αγγελική Κωνσταντοπούλου, καθώς υπέφερε από βαριάς μορφής αναιμία.
Η θρυλική τραγουδίστρια, εδώ και αρκετό καιρό έδινε μάχη για τη ζωή της και νοσηλευόταν σε δημόσιο νοσοκομείο, από τον Νοέμβριο του 2016.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Boxnews.gr το τελευταίο διάστημα η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε πολύ, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε καταστολή.
Η Αγγελική Κωνσταντοπούλου, γνωστή με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Μπέμπα Μπλανς γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 1944.
Πρωτοεμφανίστηκε στο τραγούδι το 1964, ερμηνεύοντας το τραγούδι του Ζαμπέτα «Καλώς όρισες βρε Γιώργη».
Δυο χρόνια αργότερα (το 1966), ερμήνευσε τα τραγούδια «Μιας πεντάρας νιάτα» και «Το καράβι» του ίδιου δημιουργού και αυτά τα τραγούδια την καθιέρωσαν ως τραγουδίστρια.
Όποτε δούμε μία παλιά-παλιά φωτογραφία, οι άνθρωποι που απεικονίζονταν, ήταν υπερβολικά σοβαροί χωρίς ίχνος χαμόγελου… Σίγουρα τότε δεν υπήρχε η τηλεόραση και το internet αλλά αυτός δεν είναι λόγος για τόση σοβαρότητα…
Σύμφωνα με το Vox.com, υπάρχει μία πιο λογική εξήγηση για το συγκεκριμένο φαινόμενο… Στην ουσία για να βγουν τότε οι φωτογραφίες χρειαζόταν αρκετός χρόνος που έπρεπε οι εικονιζόμενοι της φωτογραφίας να έμεναν ακίνητοι και κανείς δεν μπορούσε να χαμογελάει για τόση πολλή ώρα και αυτό οδηγούσε σε θολές λήψεις…
Το συγκεκριμένο look βέβαια ήταν επηρεασμένο και από παλιούς κλασικούς πίνακες, εκτός όλων των άλλων…
Οι μεσογειακοί λαοί γενικά και οι Έλληνες ειδικότερα δεν φημιζόμαστε για το ύψος μας. Φυσικά, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις τύπου Φασούλα ή Ρεντζιά που επιβεβαιώνουν τον κανόνα – έχει επικρατήσει άλλωστε το παρατσούκλι “Φασούλας” στους πολύ ψηλούς κι ας μην φτάνουν τα 213 εκατοστά του πρώην μπασκετμπολίστα.
Ωστόσο, στα τέλη του 19ου αιώνα υπήρξε ένας Έλληνας από την περιοχή του Πόντου, ο οποίος, αν ζούσε σήμερα, θα περνούσε τον Φασούλα ένα κεφάλι, ενώ μια μικρή αναφορά σ’ εκείνον έκανε και ο πασίγνωστος Γάλλος μυθιστοριογράφος Ιούλιος Βερν.
Για τον “Έλληνα γίγαντα”, όπως τον χαρακτήριζαν οι ξένες εφημερίδες, γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα. Σύμφωνα με τις ελληνικές εφημερίδες, το όνομά του ήταν “Αμηνάτης ή μάλλον Όμηρος Σπυρίδωνος Τιγκίτζογλου”, όπως έγραφε η ελληνική εφημερίδα Κωνσταντινούπολις στο υπ’ αριθμ 134 φύλλο της το έτος 1886.. Πάντως, στον αμερικάνικο τύπο αναφερόταν ως Amanab.
Γεννήθηκε το 1868 σ’ ένα μικρό χωριό κοντά στην Κερασούντα. Σε ηλικία 18 ετών, το ύψος του έφτανε τα 2.33 μέτρα, ενώ με σηκωμένα τα χέρια το ανάστημά του έφτανε μέχρι τα 3 μ. Το βάρος του ήταν 136 οκάδες (ή 174 με 175 κιλά). Η μεγάλη ανάπτυξη του σώματός του έγινε μεταξύ 13 και 16 ετών. Ο ίδιος όχι απλά ντρεπόταν για το μεγάλο του ύψος, αλλά θεωρούσε τον εαυτό του καταραμένο από το Θεό, γι’ αυτό και στην εφηβεία του απομονώθηκε από τον υπόλοιπο κόσμο και ζούσε μόνος του σε φτωχική καλύβα κάτω από άθλιες συνθήκες. Άλλωστε, οι συγχωριανοί του, αλλά ακόμη και τα μέλη της οικογένειάς του τον αποστρέφονταν και τον αντιμετώπιζαν σαν τέρας.
Η τύχη του άλλαξε πρόσκαιρα, όταν τον ανακάλυψαν τυχαία οι αδελφοί Σουρμελή από την Κερασούντα. Ας μην βιαστούμε όμως να θεωρήσουμε ότι η ζωή του άλλαξε απαραίτητα προς το καλύτερο. Ο Τιγκίτζογλου γνώρισε βέβαια παγκόσμια δημοσιότητα μέσα από τα δημοσιεύματα των εφημερίδων, όμως η όποια “καριέρα” του εξαντλήθηκε στο να περιφέρεται σε διάφορες πόλεις σαν αξιοπερίεργο θέαμα.
Στις αρχές του 1886 βρέθηκε στη Ρωσία, επισκεπτόμενος πόλεις όπως το Ταϊγάνι, το Χάρκοβο, τη Μόσχα, την Πετρούπολη κλπ., όπου οι κάτοικοι πλήρωναν εισιτήριο για να δουν από κοντά τον παράξενο “γίγαντα”. Πιστοποιητικό… επιβεβαίωσης του τεράστιου ύψους του νεαρού άνδρα εξέδωσε ακόμα και ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Γρηγόριος, τον οποίο επισκέφτηκε ο Αμανάτης στις 21 Μαρτίου 1886.
“Πάντες τρέχουσι και σπουδάζουσι και θαυμάζουσι αυτόν” τηλεγραφούσε ο απεσταλμένος της εφημερίδας Κωνσταντινούπολις, ο οποίος όχι απλά “είδε και εμέτρησε αυτόν”, σημειώνοντας ότι “τα γραφόμενά του δεν δύνανται να παράσχωσι ακριβή ιδέαν περί του γίγαντος τούτου”, αλλά “πρέπει να τον ίδει τις και περιεργασθή λεπτομερώς”. Ως προσωπικότητα πάντως περιγραφόταν “ευφυής και πνευματώδης, αγαθώτατος δε την καρδίαν και συμπαθής την μορφήν”.
Αν και υπήρχε διάθεση περιοδείας του και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ωστόσο ο εξασθενημένος από τις στερήσεις και τις ταλαιπωρίες οργανισμός του Τιγκίτζογλου δεν άντεξε. Ο πανύψηλος Έλληνας πέθανε στη Ρωσία από φθίση περίπου ένα χρόνο μετά την έναρξη του ταξιδιού στη χώρα αυτή, όπως διαβάζουμε στο Άστυ της 13ης Μαρτίου 1887.
Η αντιμετώπισή του ως κάτι αξιοπερίεργο, οδήγησε στη δημοσίευσε απίστευτων λεπτομερειών για τις διαστάσεις του. Γράφτηκε ότι:
– το πάχος του σώματός του στο θώρακα έφτανε τα 1.41 μέτρα.
– η περιφέρεια του κεφαλιού ήταν 69 εκατοστά.
– το πόδι του είχε μήκος 41 εκατοστά.
– το πλάτος του στήθους του ήταν 57 εκατοστά.
– η κνήμη του έφτανε τα 70 εκατοστά.
– το μεσαίο δάχτυλό του είχε μήκος 16 εκατοστών και πάχος 10,5 εκατοστών.
– η δε περιφέρεια του τραχήλου του μετρήθηκε στα 46 εκατοστά.
Αρκετά χρόνια αργότερα, στο μυθιστόρημά του “Παράξενη διαθήκη” (πρωτότυπος τίτλος στα γαλλικά: “Le testament d’un excentrique”), ο Ιούλιος Βερν θα έκανε μια σύντομη αναφορά στον “Έλληνα Auvassab ύψους 2 μέτρων και 33 εκατοστών” (σ.σ. δεν έχω διαβάσει τη μετάφραση, αλλά μεταφέρω το όνομα όπως αναφέρεται στο πρωτότυπο κείμενο) στα πλαίσια μιας σειράς αναφορών σε γιγαντόμορφους ανθρώπους, οι οποίοι είχαν ζήσει σε παλαιότερους αιώνες.
Οι παρακάτω εικόνες του “Έλληνα γίγαντα” Αμανάτη ή Όμηρου Τιγκίτζογλου δημοσιεύτηκαν αντίστοιχα στην εφημερίδα The Graphic στις 29 Μαΐου 1886 και στο Scientific American supplement στις 4 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς.
Ο Δημήτρης Μπόγρης με καταγωγή από τη Σαλαμίνα γεννήθηκε και έζησε στην Αθήνα. Από μικρός είχε καλλιτεχνικές τάσεις και ήθελε να σπουδάσει μουσική, αλλά η νοοτροπία της εποχής απαιτούσε πιο σίγουρα επαγγέλματα. Έτσι, με την παρότρυνση των γονιών του μπήκε στη σχολή Δοκίμων, αλλά μετά από τριετή φοίτηση, αποφάσισε να φύγει για το Παρίσι, όπου και σπούδασε φυσική στην Ανωτέρα Σχολή Τεχνολογίας.
Η έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων τον ώθησε να καταταγεί στον στρατό, με αποτέλεσμα να διακόψει τις σπουδές του και να τις ολοκληρώσει μετά το τέλος των πολέμων. Έγραψε πολλά σενάρια, κάποια διηγήματα και πολλά ραδιοφωνικά σκετς. Το 1938 εξέδωσε το περιοδικό «Θρίαμβος» ενώ διετέλεσε και Πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ!..
Είναι αλήθεια, ότι ο Δημήτρης Μπόγρης, διακεκριμένος θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και δημοσιογράφος μας άφησε ένα πλούσιο θεατρικό έργο που ανεβαίνει ακόμα στις θεατρικές σκηνές. Ένα έργο που το χαρακτηρίζει η ηθογραφία, η σάτιρα και η ποιητική διάθεση, και εκφράζεται με εξαιρετικά μεστή και απλή γλώσσα.
Το 1921 ανέβηκε από το θίασο του Ωδείου Αθηνών στο τότε Βασιλικό Θέατρο, το πρώτο θεατρικό έργο του με τίτλο «Ο Ιατρός Μαυρίδης». Το 1924 διορίστηκε εκπαιδευτικός σε δημόσιο γυμνάσιο της Αθήνας αλλά μετά από ένα χρόνο ξεκίνησε την εργασία του σαν δημοσιογράφος στον ημερήσιο τύπο.
Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και περιοδικά, αλλά παράλληλα ήταν αφοσιωμένος στη συγγραφή του έργου του. Έγραψε πολλά θεατρικά έργα με σημαντικότερα: «Ιατρός Μαυρίδης» (1921), «Αγάπες» (1923), «Το Μπουρίνι» (1935), «Καινούργια ζωή” (1936), «Φουσκοθαλασσιές» (1937), «Όλα θ’ αλλάξουν» (1938), «Σκοτεινά στον Έπαχτο» (1941), «Χαραυγή» (1948) και πολλά άλλα.
Τα έργα του ανέβηκαν στις καλύτερες θεατρικές σκηνές ( Μουσούρη, Κοτοπούλη, Α. Λαιμού, Εθνικό, κ.α.), σκηνοθετήθηκαν από τους μεγαλύτερους του είδους (Α.Μινωτής, Δ. Ροντήρης, Π. Κατσέλης, Α. Λαιμός, Λ. Κωστόπουλος, Κ. Μιχαηλίδης, Ρ. Μουζενίδου κ.α.), και ερμηνεύτηκαν από κορυφαίους ηθοποιούς όπως: Βεάκης, Μανωλίδου, Μινωτής, Κατράκης, Νέζερ, Μυράτ, Μουσούρη, Λαμπέτη κ.α. Σήμερα εξακολουθούν να παίζονται έργα του από διάφορους θιάσους, σαν εξαιρετικά και διαχρονικά ηθογραφικά έργα τέχνης.
Για τον κινηματογράφο έγραψε τρία σενάρια, με πρώτο το «Τραγούδι του Χωρισμού» (1939) – πρώτη ταινία που γύρισε ο Φιλοποίμην Φίνος και μοναδική σε δική του σκηνοθεσία – «Μια νύχτα χωρίς ξημέρωμα» (1947) και «Μπροστά στο Θεό» (1953), ενώ το έργο του «Φουσκοθαλασσιές» μεταφέρθηκε με επιτυχία στον κινηματογράφο το 1966 από τον Ορέστη Λάσκο, με πρωταγωνιστές την Μαίρη Αρώνη και τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο.
Για τον κινηματογράφο διασκευάστηκαν επίσης τα έργα του «Προσφυγοπούλα» το 1938 και «Το Κορίτσι του Λιμανιού».
Πολλά από τα έργα του έχουν βραβευτεί με πρώτο τα «Αρραβωνιάσματα» που κατέκτησε το Κοτοπούλειο και το Αβερώφειο βραβείο και θεωρείται μέχρι σήμερα το πιο διάσημο έργο του.
Έγραψε επίσης σενάρια, κάποια διηγήματα και πολλά ραδιοφωνικά σκετς. Το 1938 εξέδωσε το περιοδικό «Θρίαμβος» ενώ διετέλεσε και Πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ. Το όνομά του φέρει σήμερα η αίθουσα εκδηλώσεων του Δημαρχιακού Μεγάρου Σαλαμίνος.
Ο Νίκος Σταυρίδης υπήρξε ένας από τους πιο εμβληματικούς ηθοποιούς, η εικόνα του οποίου είναι αρκετά οικεία και αγαπητή ακόμη και τόσες δεκαετίες μετά το θάνατό του (κάτι που βέβαια οφείλεται στη δύναμη της μαγείας του κινηματογράφου αλλά και στη σπάνια δύναμη πολλών ελληνικών ταινιών των δεκαετιών του 50 και του 60, που έχουν αντέξει στο χρόνο μέχρι σήμερα).
Για την ζωή του πριν βγει στο θεατρικό σανίδι γνωρίζουμε ελάχιστα. Ένα ελάχιστο φως θα ρίξει αυτό το μικρό αφιέρωμα, που βασίζεται σε αφήγηση του ίδιου του ηθοποιού.
Σε συνέντευξή του το 1936, ο Σταυρίδης παραδεχόταν ότι η ζωή είχε υπάρξει για εκείνον “πάρα πολύ σκληρή”.
Σύμφωνα με τα δικά του λόγια “Φαίνεται ότι τα πρώτα χρόνια με είχε λησμονήσει η τύχη μου. Έτσι αναγκάσθηκα να παλέψω σκληρά για να συντηρηθώ και υπέφερα τρομαχτικά μαρτύρια ως που να βρω το δρόμο μου και να ζήσω”. Ποια ήταν όμως η επαγγελματική διαδρομή του μέχρι να γίνει ηθοποιός;
Ο Νίκος Σταυρίδης ξεκίνησε να εργάζεται ήδη από τα γυμνασιακά του χρόνια στο Βαθύ της Σάμου, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε.
Το πρώτο του επάγγελμα ήταν μηχανικός στον τοπικό κινηματογράφο “Ηραίον”. Τύλιγε τα φιλμ, έθετε σε κίνηση την κινηματογραφική μηχανή, πού και πού έριχνε κλεφτές ματιές κατά τη διάρκεια προβολής της ταινίας, όμως η προσοχή του ήταν στραμμένη αλλού, καθώς τότε έβρισκε ελεύθερο χρόνο και διάβαζε τα μαθήματά του.
Όταν αποφοίτησε από το Γυμνάσιο, άφησε το νησί του αναζητώντας μια καλύτερη τύχη στην Αθήνα. Ήξερε τη δουλειά του κινηματογραφιστή και αυτήν την καριέρα επεδίωξε αρχικά να κυνηγήσει, όμως συναντούσε την αδιαφορία των Αθηναίων συναδέλφων του, οι οποίοι ήταν οργανωμένοι σε δικό τους σωματείο, στο οποίο δεν ήταν διατεθειμένοι να εγγράψουν το νεαρό Σαμιώτη.
Άνεργος ο Σταυρίδης, έκοβε βόλτες στο Βασιλικό Κήπο, ώσπου μια μέρα σκέφθηκε να αποκρούσει την ατυχία του α λα ελληνικά: με ρουσφέτι. Πήγε λοιπόν στο πολιτικό γραφείο του Σαμιώτη πολιτικού Θεμιστοκλή Σοφούλη, που εκείνη την εποχή ήταν υπουργός Στρατιωτικών.
Ο Σοφούλης του έδωσε ένα γράμμα και τον παρέπεμψε στον διευθυντή των Γενικών Αποθηκών του Στρατού. “Αυτός θα σε τακτοποιήσει” του είπε και ο Σταυρίδης γεμάτος χαρά, πιστεύοντας ότι θα τακτοποιούταν σε μια σπουδαία θέση, έσπευσε στο λοχαγό.
Εκείνος, όμως, μόλις διάβασε το γράμμα, φώναξε ένα στρατιώτη και του έδωσε εντολή: “Εμπρός, πήγαινέ τον στ’ άρβυλα”! Ποια ήταν η δουλειά του; Έπρεπε να ταιριάζει τις αρβύλες σε ζευγάρια, να τις δένει και να τις τοποθετεί στα ράφια έναντι 22 δραχμών, που δεν του έφταναν παρά για να τρώει μια φασολάδα την ημέρα.
Η θέση εκείνη δεν του εξασφάλιζε το μέλλον του και τελικά μια μέρα ο Σταυρίδης έκανε το μεγάλο βήμα. Μπήκε στο θέατρο του Θησείου, όπου είδε τον Βασίλη Αυλωνίτη και του είπε: “Εγώ τραγουδάω. Μπορώ να παίξω στο θέατρο;”. Οι ηθοποιοί του θιάσου του επέτρεψαν να πει ένα τραγούδι θέλοντας να σπάσουν πλάκα μαζί του, όμως η ερμηνεία του Σταυρίδη στο “Ταγκό των ρόδων” άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις και τελικά τον προσέλαβαν στο θίασο.
Βέβαια, η επιτυχία δεν ήταν εξασφαλισμένη από την αρχή. Στα πρώτα του κιόλας θεατρικά βήματα, ύστερα από μια καλλιτεχνική αποτυχία σκέφτηκε να αυτοκτονήσει πέφτοντας από την Ακρόπολη, αλλά τη γλίτωσε λόγω.. μεθυσιού.
Όμως μια αποτυχία δεν προδικάζει το μέλλον ενός καλλιτέχνη, ώστε τα επόμενα χρόνια ο ηθοποιός, τον οποίο ακόμη θυμόμαστε και αγαπάμε χάρη στις αξέχαστες και πάντα χαρακτηριστικές κινηματογραφικές του εμφανίσεις, άφησε το δικό του μεγάλο αποτύπωμα στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου.
Ήταν Αποκριές, ξημερώματα της 25ης Φεβρουαρίου του 1973, όταν στο νυχτερινό κέντρο διασκεδάσεως των Αθηνών, «Νεράιδα», η κραυγή «Παραγγελιά ρεεε!» έσχιζε το μουσικό άκουσμα και με την συνοδεία ενός μαχαιριού η νύχτα εκείνη ποτίστηκε με αίμα.
Λίγες ώρες πριν, ο 35χρονος Νίκος Κοεμτζής, μαζί με τον μικρότερο 27χρονο αδερφό του Δημοσθένη, έναν φίλο τους, τον 31χρονο Θωμά Καραμάνη και με την συνοδεία δύο γυναικών, τις Σοφία Χαρατζή και Γιάννα Χρηστάκη, επισκέπτονται το κέντρο όπου τραγουδούσε ο Κώστας Καρουσάκης, αφού προηγουμένως είχαν διασκεδάσει στην ντισκοτέκ «2001».
Στον ίδιο χώρο παραβρίσκεται και μια παρέα 15 περίπου αστυνομικών με πολιτικά, εκτός υπηρεσίας, που γιόρταζε τον επικείμενο αρραβώνα ενός εκ των μετέπειτα θυμάτων, του Μανώλη Χριστοδουλάκη. Ο Κοεμτζής δεν θεώρησε συμπτωματική αυτή την παρουσία, καθώς είχε προηγούμενα με την αστυνομία.
Άλλωστε ο ίδιος, είχε πρόσφατα αποφυλακιστεί, εκτείοντας ποινή τριών ετών φυλάκισης επειδή έκλεψε τον εργοδότη του (ο Κοεμτζής ισχυρίστηκε ότι τον έκλεψε επειδή σταμάτησε να τον πληρώνει), ενώ στο παρελθόν είχε καταδικαστεί μαζί με τον αδελφό του και δύο ακόμη άτομα, για 18 διαρρήξεις (ανάλογο παρελθόν είχε και ο τρίτος της παρέας, Θωμάς Καραμάνης).
Πίστευε ότι τον παρακολουθούσαν. Ο πατέρας του είχε αντιμετωπίσει διώξεις ως κομμουνιστής και αντάρτης του Εμφυλίου. Στην γενέτειρά του, αντιμετωπίζονταν με κάποια επιφύλαξη, καθώς κουβαλούσε κι αυτός το οικογενειακό «στίγμα», κάτι που τον οδήγησε αρχικά στην Θεσσαλονίκη και στην συνέχεια στην Αθήνα, όπου αφού έκανε διάφορες δουλειές, έμπλεξε και με την παρανομία.
Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι λόγω των οικογενειακών πολιτικών φρονημάτων κι επειδή δεν δεχόταν να γίνει πληροφοριοδότης, η αστυνομία τού δημιουργούσε προβλήματα, που έφταναν μέχρι και την διάλυση του αρραβώνα του, μετά από πιέσεις που ασκήθηκαν στην μνηστή του και την οικογένειά της. Κατά μία άλλη εκδοχή, ο Κοεμτζής, εκβιαζόμενος, ήταν ήδη «χαφιές» (πληροφοριοδότης) και ήθελε να ξεκόψει (γι’ αυτόν τον λόγο εικάζεται πως παρακολουθούνταν και από ομοφρονούντες του).
Στην παρέα του Κοεμτζή, υπήρχε ήδη κάποια ένταση, καθώς είχε προηγηθεί καβγάς, μεταξύ του Νίκου Κοεμτζή και της φίλης του Σοφίας Χαρατζή, όταν αυτή βγήκε επίτηδες ημίγυμνη στο μπαλκόνι του σπιτιού τους, για να προκαλέσει τους γείτονες που την έβλεπαν από την απέναντι πολυκατοικία.
Το θερμόμετρο ανέβηκε ακόμη περισσότερο, στο νυχτερινό κέντρο όπου μετέβησαν για να διασκεδάσουν και να εκτονώσουν την ένταση, όταν η Σοφία Χαρατζή αρνήθηκε στον Κοεμτζή να την συνοδέψει μέχρι την τουαλέτα (χωρίς πονηρό σκοπό όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος), κάτι που ο αυτός θεώρησε προσβλητικό. Εκνευρισμένος ο Κοεμτζής, τις διώχνει και τις δυο κι έτσι απομένουν στην παρέα, οι τρεις άντρες.
Το σκηνικό του θανάτου στήθηκε, περίπου στις 4 το πρωί, όταν ο Νίκος Κοεμτζής ρώτησε τον τραγουδιστή Θόδωρο Ζαφειράκο, αν ξέρει τις «Βεργούλες» του Μάρκου Βαμβακάρη και έλαβε αρνητική απάντηση, με την διαβεβαίωση ότι θ’ ακούσουν κάποιο άλλο καλό τραγούδι. Κάποιος απ’ την παρέα σχολίασε πως «θα χυθεί αίμα, αν δεν πουν το τραγούδι». Στην συνέχεια, ο Δημοσθένης Κοεμτζής έδωσε παραγγελιά στον Κώστα Καρουσάκη το «χασικλίδικο» τραγούδι «Τη ζούλα μου ανεκάλυψαν».
Ο Καρουσάκης, που εκείνη την ώρα τραγουδούσε το «Σαν βγαίνει ο χότζας στο τζαμί», απάντησε στον Δημοσθένη Κοεμτζή, ότι την συγκεκριμένη ημέρα δεν δέχονται παραγγελίες και πως μπορούν να χορεύουν όλοι μαζί, ενώ αμέσως μετά φρόντισε ν’ ανακοινώσει απ’ το μικρόφωνο, πως λόγω της Αποκριάς και του μεγάλου αριθμού των πελατών (περίπου 400 άτομα), δεν θα γινόταν δεκτές παραγγελιές.
Όταν ανέβηκε ο τραγουδιστής Παναγιώτης Αθανασιάδης στην πίστα, ο Δημοσθένης Κοεμτζής ζήτησε επίμονα και πάλι το «τραγούδι του», ενώ ο Νίκος Κοεμτζής, είχε απειλήσει ότι «δε θα μείνει τίποτε όρθιο», αν δεν γίνει δεκτή παραγγελιά.
Ο Δημήτρης Σχίζας, ιδιοκτήτης κι ένας εκ των μετρ της Νεράιδας, επειδή ήθελε ν’ αποφύγει τις φασαρίες, τους καθησύχασε κι έτσι έγινε κατ’ εξαίρεση δεκτή η παραγγελία. Παρ’ όλη την διαβεβαίωση όμως του Σχίζα, ο Δημοσθένης Κοεμτζής πλησίασε τον Αθανασιάδη, και του ψιθύρισε στ’ αυτί «Φίλε, θέλω παραγγελιά “Τη ζούλα μου ανεκάλυψαν, και πως θα μαστουριάζω. Τον αίτιο, τον σουπιατζή, θα τόνε σουγιαδιάσω”». Ο Αθανασιάδης δεν προέβαλλε αντίρρηση κι σε λίγο άρχισε να το τραγουδάει.
Όταν σηκώθηκε να χορέψει το ζεϊμπέκικο ο Δημοσθένης Κοεμτζής, η πίστα δεν είχε αδειάσει, σύμφωνα και με τον άγραφο νόμο, που θέλει τον χώρο αυτό αποκλειστικά στην διάθεση αυτού που κάνει την παραγγελιά. Ο Τάκης Αθανασιάδης, με υπόδειξη του Νίκου Κοεμτζή, φώναξε απ’ το μικρόφωνο πως το τραγούδι είναι «παραγγελιά».
Ο χώρος αρχίζει ν’ αδειάζει. Παραμένουν όμως 5-6 θαμώνες, μεταξύ των οποίων και δυο αστυνομικοί, που συνεχίζουν να χορεύουν, κατ’ επιθυμίαν του ενός εξ αυτών (Δημήτρης Πεγιάς), που ήθελε «να φέρει δυο βόλτες ακόμη» και να φύγει με την παρέα του, που ήταν έτοιμη για αναχώρηση. Ο Δημοσθένης Κοεμτζής, παίρνει τότε το μικρόφωνο και φωνάζει επιτακτικά «Καθήστε κάτω ρε! Είπαμε, παραγγελιά!». Οι αστυνομικοί, όπως και άλλοι θαμώνες, τον αγνοούν και εξακολουθούν να χορεύουν το «τραγούδι του».
Μεσολαβεί και πάλι ο Σχίζας κι αφού παρακαλεί τους θαμώνες να κατέβουν απ’ την πίστα, δίνει εντολή στον Αθανασιάδη, να ξαναπεί το τραγούδι απ’ την αρχή. Σε κάποια στιγμή ο Δημοσθένης Κοεμτζής, σπρώχνει έναν «χοντρό», όπως τον αποκαλούσε, και του δίνει μια γροθιά. Ακολουθεί συμπλοκή, ώσπου κάποιοι θαμώνες τραβούν τον Δημοσθένη Κοεμτζή και τον σέρνουν πάνω στα σπασμένα πιάτα, για να τον βγάλουν έξω από την πίστα και να προλάβουν τα χειρότερα.
Ο αδερφός του βλέποντας την σκηνή αυτή και το σκισμένο σκάκι του αδερφού του, και νομίζοντας, όπως ισχυρίστηκε, ότι τον σκοτώνουν, βγάζει έναν σουγιά (σύμφωνα με μαρτυρίες, απ’ το μανίκι του) και σε έξαλλη κατάσταση, φωνάζοντας «Παραγγελιά ρεεε!» ορμά και αρχίζει να χτυπά αδιακρίτως όσους βρίσκονταν πάνω στην πίστα εκείνες τις στιγμές. Ακολουθούν σκηνές πανικού, ενώ πολλοί θαμώνες δεν συνειδητοποιούν αμέσως τι συμβαίνει.
Το αποτέλεσμα: Τρεις νεκροί (δύο αστυνομικοί· οι Μανώλης Χριστοδουλάκης, Δημήτρης Πεγιάς, κι ένας πολίτης· ο Γιάννης Κούρτης) και επτά τραυματίες, ανάμεσα στους οποίους και ο φίλος τού Νίκου Κοεμτζή, Θωμάς Καραμάνης, που προσπάθησε να τον εμποδίσει. Αξίζει ν’ αναφερθεί, ότι ο Γιάννης Κούρτης πλήρωσε με την ζωή του, την προσπάθειά του να σώσει τον τραγουδιστή Αθανασιάδη, όταν είδε τον Νίκο Κοεμτζή να ορμά κατά πάνω του με το μαχαίρι για να τον σκοτώσει.
Ο Κοεμτζής, συναισθανόμενος το μέγεθος του εγκλήματός του, σπεύδει να εξαφανιστεί μαζί με τον αδελφό του, αφού προηγουμένως φροντίζει να τον καθησυχάσει, λέγοντάς του: «Εσένα δεν θα σε πειράξουν». Η αστυνομία κινητοποιείται και λίγες ώρες αργότερα, γνωρίζοντας την ταυτότητα του δράστη, καθώς του είχε πέσει η αστυνομική ταυτότητα στην προσπάθειά του να διαφύγει, ο Νίκος Κοεμτζής συλλαμβάνεται κρυμμένος στον ημιώροφο ενός εργαστηρίου.
Ακολουθεί η δίκη, στην οποία δίνεται μεγάλη δημοσιότητα. Οι εφημερίδες της εποχής χαρακτήριζαν τον Κοεμτζή ως «αιμοβόρο κτήνος», ενώ οι μεγάλοι εγκληματίες απέκτησαν το προσωνύμιο «Κοεμτζήδες». Η υπερασπιστική γραμμή, προσπάθησε να επικαλεστεί ως ελαφρυντικό στοιχείο δήθεν «ψυχική διαταραχή» του δράστη, κάτι το οποίο δεν έγινε δεκτό απ’ το δικαστήριο.
Οι αστυνομικοί ισχυρίστηκαν πως δεν είχαν καμμία πρόθεση να συμπλακούν με τον Κοεμτζή, επικαλούμενοι την αστυνομική τους ιδιότητα, με τον οποίο δεν είχαν σχέση, ενώ δήλωσαν πως αμέσως μετά τον χορό των δυο συναδέλφων τους, ήταν έτοιμοι ν’ αποχωρήσουν απ’ το κέντρο. Οι αδελφοί Κοεμτζή ισχυρίστηκαν πως ήταν μεθυσμένοι. Ο Νίκος Κοεμτζής επαναλάμβανε πως «δεν θυμόταν» κι ότι έβλεπε «τα πάντα θαμπά», ενώ ο Δημοσθένης Κοεμτζής ότι «τα είχε χαμένα».
Ο Νίκος Κοεμτζής, όπως έγραψε αργότερα και στην αυτοβιογραφία του, προσπάθησε να δικαιολογήσει την πράξη του και το απονενοημένο της στιγμής, λέγοντας πως τον εξαγρίωναν η αστυνομική στολή και οι αστυνομικοί, καθώς είχε γίνει μάρτυρας ξυλοδαρμών του πατέρα του και του ανάπηρου παππού του απ’ τις αστυνομικές αρχές ασφαλείας λόγω των κομμουνιστικών τους φρονημάτων. Την ίδια διαπίστωση είχε κάνει και ο εισαγγελέας Πολυχρονόπουλος, όταν κατά την αγόρευσή του, περιέγραψε τον Κοεμτζή ως «αιμοσταγή λαίλαπα και φρικαλέο κακούργο, τρέφοντα μίσους κατά παντός αστυνομικού οργάνου».
Η καταδικαστική απόφαση εκδόθηκε στις 12 Νοέμβριου του 1973, μετά από τετραήμερη ακροαματική διαδικασία: Τρις εις θάνατον και οκτώ φορές ισόβια. Ο αδερφός του, Δημοσθένης καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκισης, ενώ ο τρίτος της παρέας, Θωμάς Καραμάνης, αθωώθηκε. Ο Κοεμτζής δέχθηκε την απόφαση χαμογελώντας ειρωνικά, αν και ζήτησε συγνώμη απ’ τις οικογένειες των θυμάτων, δηλώνοντας έτοιμος να οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Ο αδερφός του, Δημοσθένης, στο άκουσμα της θανατικής ποινής, ξέσπασε σε κλάματα. Ο Κοεμτζής οδηγήθηκε στις φυλακές Νέας Αλικαρνασσού στην Κρήτη, όπου για τρία χρόνια, περίμενε την ημέρα που θα οδηγηθεί μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, καθώς η θανατική ποινή, τυπικά εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ισχύ. Κάτι τέτοιο δεν έγινε, και το 1977 η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια δεσμά. Είχε προηγηθεί το 1976 η μεταγωγή του στις πειθαρχικές «φυλακές κολάσεως» της Κέρκυρας, όπως τις αποκαλούσε ο ίδιος, όπου κρατήθηκε μέχρι το 1982.
Λίγο αργότερα, ο Κοεμτζής κατά κάποιον τρόπο ηρωοποιείται, καθώς η ιστορία του έγινε θέμα καλλιτεχνικών έργων. Έτσι, το 1979, ο τραγουδοποιός Διονύσης Σαββόπουλος, αφού διαβάζει την αυτοβιογραφία του, που ο Κοεμτζής έγραψε στην φυλακή, γράφει γι’ αυτόν το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο» (δίσκος «Ρεζέρβα»), ένα αργό και μονότονο τραγούδι, διάρκειας δεκατριάμισυ λεπτών περίπου, με έναν στίχο χωρίς ρεφρέν.
Έναν χρόνο αργότερα, το 1980, ο σκηνοθέτης Παύλος Τάσσιος, εμπνευσμένος από το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο» του Σαββόπουλου, σκηνοθετεί την ταινία «Παραγγελιά», με τον Αντώνη Αντωνίου στον ρόλο του Νίκου Κοεμτζή και του Αντώνη Καφετζόπουλου, στον ρόλο του αδερφού του Δημοσθένη. Την ταινία «έντυσε» με την μουσική τού Κυριάκου Σφέτσα και στίχους της ηθοποιού Κατερίνας Γώγου.
Οι επίμαχες σκηνές δεν απεικονίζουν πιστά τα γεγονότα. Το επίμαχο τραγούδι «Τη ζούλα μου ανεκάλυψαν», στην ταινία αντικαταστάθηκε από το «Αντιλαλούν οι φυλακές», σε ερμηνεία Γιώργου Καμπουρίδη, ενώ οι αστυνομικοί εμφανίζονται να ανεβαίνουν προκλητικά κι εκ των υστέρων στην άδεια πίστα, μετά τον Δημοσθένη Κοεμτζή (Αντώνη Καφετζόπουλο).
Ο Νίκος Κοεμτζής αποφυλακίστηκε υπό όρους αφού εξέτισε 23 χρόνια ποινής, στις 29 Μαρτίου 1996, απ’ τις φυλακές Αγίου Στεφάνου της Πάτρας, δηλώνοντας μεταμελημένος. Ο Κοεμτζής είχε την υποχρέωση παραμένει στον τόπο καταγωγής του (Αιγίνιο Πιερίας) και να παρουσιάζεται δυο φορές τον μήνα στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα.
Λίγο έλειψε όμως, να οδηγηθεί ξανά στην φυλακή, όταν μια πράξη του θεωρήθηκε προκλητική και προσβλητική για την μνήμη των νεκρών που άφησε πίσω του: Ο Κοεμτζής αντί να μεταβεί στην Πιερία όπως πρόσταζαν οι τότε όροι αποφυλάκισης, παρέμεινε στην Αθήνα και μια από τις πρώτες του κινήσεις, ήταν να πάει στο ίδιο κέντρο για να χορέψει την παραγγελιά που την είχαν χαλάσει 23 χρόνια πριν.
Αργότερα, -όπως λέγεται- προσπάθησε ανεπιτυχώς να ζητήσει αναψηλάφηση της δίκης του, επικαλούμενος ένα δημοσίευμα σκανδαλοθηρικής εφημερίδας (Εσπρέσσο) που έγραφε ότι η μουσική μπορεί να ενεργήσει στον άνθρωπο ως ναρκωτικό.
Ο Νίκος Κοεμτζής, έκτοτε ζούσε πουλώντας την αυτοβιογραφία του, υπογράφοντας αφιερώσεις στην πρώτη σελίδα, στο κέντρο της Αθήνας και στο Μοναστηράκι, αφού ο Δήμος Αθηναίων του παραχώρησε άδεια μικροπωλητού. Πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου 2011, αφήνοντας την τελευταία του πνοή στο πεζοδρόμιο που πωλούσε το βιβλίο του, σε ηλικία 74 ετών.
Αν γυρίσουμε το χρόνο πίσω θα δούμε ότι εμείς σαν παιδιά είμασταν ελεύθερα, παίζαμε έξω στις αλάνες για ώρες. Κατ΄αρχήν υπήρχαν αλάνες, ήξερες τον κόσμο, την γειτονία, τα πράγματα φαίνονταν πιο ασφαλή. Τώρα όλα έχουν αλλάξει αλλά εμείς ας θυμηθούμε μερικά από τα παιχνίδια που παίζαμε τότε ως παιδιά.
Και ξεκινώντας… τα βγάζουμε για να δούμε ποιός θα παίξει πρώτος.
«Είσαι κινεζάκι; Ναι! Τρως πολύ ρυζάκι; Ναι! Πό-σες κου-τα-λί-τσες την η-με-ρα τρως;»
«Α μπε μπα μπλομ, του κίθε μπλομ, α μπε μπα μπλομ του κίθε μπλομ μπλιμ μπλομ» και σε κάποιες παραλλαγές ακολουθούσε το: «Πού θα πας εκεί; Στη Βόρεια Αμερική να βρεις και τον Ερμή που παίζει μουσική».
«Ανέβηκα σ’ ένα χωριό και είδα ένα γουρούνι το κοίταξα καλά καλά και μου΄φαγε τη μούρη. Γω γω γω, συ συ συ. Το γουρούνι είσαι ‘συ!»
«Ένα δύο τρία, πήγα στην Κυρία μου ‘δωσε ένα μήλο μήλο δαγκωμένο το ‘δωσα στην κόρη έκανε αγόρι το ‘βγαλε Θανάση σκούπα και φαράσι»
«Πέτρα – ψαλίδι – μολύβι – χαρτί»
Και το παιχνίδι ξεκινάει…
Το κυνηγητό
Όταν βαριόμασταν σαν παιδιά, το πρώτο που λέγαμε ήταν «παίζουμε κυνηγητό;». Οι κανόνες απλοί: Ένας κυνηγά κι οι υπόλοιποι τρέχουν να κρυφτούν. Υπάρχει και “ξελέ” (κυνηγημένος να ελευθερώσει φυλακισμένο) καθώς και “μάνα” (άσυλο).
Μέλισσα
“Περνά – περνά η μέλισσα με τα μελισσόπουλα και με τα κλωσσόπουλα. Ζουμ – ζουμ – ζουμ να οι μέλισσες περνούν για να δούμε τι θα πουν”.
Τα μήλα
Τα παιδιά χωρίζονται σε δύο ομάδες. Η μία ομάδα είναι “μέσα” και η άλλη “έξω” (δηλαδή εντός και εκτός ενός κύκλου). Τα παιδιά που είναι έξω ρίχνουν την μπάλα. Αν η μπάλα ακουμπήσει κάποιο παιδί από μέσα, χάνει. Αν όμως την πιάσει, κερδίζει μια ζωή ακόμα.
Αμπάριζα
“Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω και κανένα δεν το λέω!” Η αμπάριζα παίζεται με δύο ομάδες. Η κάθε ομάδα ορίζει ένα δέντρο για «αμπάριζα» ή «μάνα» και σκοπός της είναι να την προστατεύσει. Ένα παιδί από κάθε ομάδα παίρνει φόρα και τρέχει προς την αντίπαλη και ο ένας προσπαθεί να αγγίξει τον άλλον. Όποιος προλάβει αιχμαλωτίζει τον αντίπαλο. Το παιχνίδι συνεχίζεται μέχρι να μείνει ο τελευταίος παίκτης, ο οποίος πρέπει να προστατέψει τη μάνα του από (έως 2) αντιπάλους. Μπορεί να προσπαθήσει να ελευθερώσει τους αιχμάλωτους συμπαίκτες του για να τον βοηθήσουν, με ένα άγγιγμα. Τότε αυτοί φωνάζουν: “Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω και κανένα δεν το λέω.” Νικήτρια είναι η ομάδα που θα φυλακίσει όλους τους αντίπαλούς παίχτες.
Κρυφτό
«Πέντε, δέκα, δεκαπέντε…». Το κρυφτό είναι ο λόγος που μάθαμε την προπαίδεια του 5 πριν την ώρα μας! Το παιχνίδι δεν χρειάζεται συστάσεις. Φτου ξελευθερία για όλους!
Αγαλματάκια
Παίζεται από τρία παιδιά και πάνω. Ένα παιδί κλείνει τα μάτια και λέει «Αγαλματάκια ακούνητα, μέρα ή νύχτα;». Όσο το λέει τα άλλα παιδιά κινούνται. Αν όμως ανοίξει τα μάτια του και κάποιο παιδί κουνιέται ακόμα, τότε φυλάει εκείνο.
Μπιζ
Βίαιο παιχνίδι αλλά πολύ διασκεδαστικό! Κάποιος κλείνει τα μάτια του και ένας από τους υπόλοιπους τον χτυπάει. Όταν γυρνάει, όλοι φώναζαν “μπιζ” και σηκώνουν το ένα χέρι. Η “μάνα” τότε ανοίγει τα μάτια και πρέπει να μαντέψει ποιος τον χτύπησε.
Κουτσό
Το σχέδιο με τις κιμωλίες στα πεζοδρόμια είναι χαραγμένο στη μνήμη μας και ας εκλείπει πλέον. Το παιχνίδι έχει πολλές παραλλαγές με αυτή σαν πιο δημοφιλή.
Λάστιχο
Δύο παιδιά, κρατούσαν το λάστιχο στα πόδια τους, πρώτα με ανοιχτά πόδια, στον αστράγαλο, το γόνατο, τα μπούτια, την κοιλιά, και το στήθος.
Μετά με κλειστά πόδια, η ίδια σειρά. Και τέλος με το ένα πόδι.
Εσύ έπρεπε να κάνεις μια σειρά από κινήσεις για να περάσεις στην επόμενη και κάθε φορά δυσκολότερη φάση του παιχνιδιού.
Οι κινήσεις ήταν : Με μια κίνηση έβαζες το ένα πόδι ανάμεσα στο λαστιχάκι (εύκολο στα δυο πόδια, δύσκολο στο ένα), μετά ταυτόχρονα έβαζες το άλλο, βγάζοντας το πρώτο. Μέτα και τα δυο μέσα και τέλος έξω.
Όταν τα παιδιά που κρατούσαν το λάστιχο είχαν αδύνατα πόδια, ήταν δύσκολο.
Οι περισσότερες από μας φορούσαν μυτερά παπούτσια για να μπαίνει το πόδι, ανάμεσα στο λάστιχο.
Μακριά γαϊδούρα
Οι μισοί συμμετέχοντες πρέπει να σκύψουν ο ένας μετά τον άλλο και οι υπόλοιποι παίρνουν φόρα και πηδάνε από πάνω τους για να φτάσουν όσο πιο μακριά μπορούν. Όποιος πέσει, χάνει!
Η μικρή Ελένη
“Η μικρή Ελένη κάθεται και κλαίει γιατί δεν την παίζουν οι φιλενάδες της. Σήκω επάνω, κλείσε τα ματάκια σου και πιάσε όποιον θες.” Και αυτό ακριβώς έπρεπε να κάνει!
Μουσικές καρέκλες
Βάλτε μουσική! Τα παιδιά χορεύουν γύρω από τις καρέκλες (μία λιγότερη από όσοι είναι οι παίκτες). Μόλις σταματήσει η μουσική πρέπει να καθίσουν όλα τα παιδιά. Ένα, όμως δεν θα προλάβει να βρει ελεύθερη καρέκλα και ………..
Όσοι μεγαλώσαμε στην Αθήνα σίγουρα το θυμόμαστε… Τότε στα νότια προάστια (τουλάχιστον την δεκαετία του ’80) 2 λούνα παρκ βρίσκονταν στην παραλιακή,το μικρότερο ”Tivoli” στο Ν.Φάληρο και το ”Ροντέο”..
Οι φωτογραφίες που υπάρχουν στο ιντερνετ είναι ελάχιστες.Ευτυχώς όμως έγιναν πολλά γυρίσματα ταινιών στο χώρο του ροντέο,οπότε υπάρχει απο εκεί τουλάχιστον υλικό για να το θυμηθούμε… Παρακάτω έχω βάλει κάποιες πληροφορίες τις οποίες βρήκα στη σελίδα alimosonline.gr σχετικά με την ιστορία του…
”Το Ροντέο ήταν ένα θρυλικό λούνα παρκ της πόλης μας. Είχε ξεκινήσει τη λειτουργία του στο Λεωφόρο Συγγρού, στο ύψος του Ωνάσειου, στα μέσα της δεκαετίας του 1960.
Σχεδόν μία δεκαετία μετά, μετακόμισε στο σημείο της παραλίας μας που είναι σήμερα η Όστρια και ο Μπακαλόγατος (εδώ υπάρχουν μαρτυρίες πως πρωτού μεταφερθεί σ’αυτό το σημείο βρισκόταν στην είσοδο της μαρίνας Αλίμου). Το Ροντέο έγινε αμέσως γνωστό σε όλη την Αθήνα και κάθε Σαββατόβραδο ήταν γεμάτο απο Αθηναίους που ερχόντουσαν με τις οικογένειες τους. Γονείς, παιδιά, νεαροί, μουσική, φασαρία και δυνατά φώτα ήταν πάντα εκεί. Οι νεαροί κατέβαιναν με την ελπίδα να δουν ωραία κορίτσια και να τα “πειράξουν”.
Το λούνα-παρκ χωριζόταν σε δύο μέρη, με δύο ξεχωριστές εισόδους, που όμως ενωνόταν μεταξύ τους. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τον Λαβύρινθο, το χταπόδι, τη σκοποβολή, τη μπαλαρίνα, τη ρόδα ή το τρενάκι του τρόμου. Υπήρχε και ένα τεράστιο τελεφερίκ με καρέκλες που σε έκανε βόλτα σε όλο το πάρκο.
Ποιος όμως ξεχνά το έντερπραιζ, τα συγκρουόμενα και το ταψί. Το ταψί δεν διέθετε ζώνες ασφαλείας και έπρεπε να κρατιέσαι σφιχτά για να μη βρεθείς στη μέση του. Ειδικά αν κάποια κοπέλα φορούσε φούστα, τότε τα πράγματα δυσκόλευαν.
Ωστόσο, η αίγλη του σταμάτησε το 1986 όταν έγινε ένα δυστύχημα στο έντερπραιζ. Μία κοπέλα έπεσε και ως συνέπεια είχε να απομακρύνει σταδιακά τον κόσμο απο το λούνα πάρκ. Σε συνδυασμό με τα υψηλά τέλη που πλήρωνε στο Δήμο, η επιχείρηση ένα χρόνο μετά αποφάσισε να σταματήσει. Ο ιδιοκτήτης του, κύριος Ρίμπας, συνέχισε την επιχειρηματική του δραστηριότητα στην Βάρκιζα , ανοίγοντας το επίσης θρυλικό κλαμπ, Ribas.
Το Ροντέο έφυγε από την περιοχή το 1987. Ήταν όμως τέτοια η δόξα που γνώρισε, που για αρκετά χρόνια μετά το κλείσιμό του, ο κόσμος συνέχιζε να αποκαλεί « ροντέο» όλα τα λούνα-παρκ !”
Επίσης εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα άρθρο σχετικά με τις ενέργειες που έλαβαν χώρα προκειμένου να απομακρυνθεί το ροντέο απο τον Άλιμο.
Δείτε ένα όμορφο βίντεο με πλάνα απο ταινίες που γυρίστηκαν στο χώρο του…
Δεκαετία του ’60. Η “ΕΒΓΑ” του Κριμπένη βρισκόταν στην γωνία Μεταμορφώσεως και Θουκυδίδου. Στο σημείο που είναι τώρα το “Catwalk”.
Ήταν το στέκι των παλιών Καλαμακιωτών όταν θέλανε να κάτσουνε κάπου και να δροσιστούν τρώγοντας ένα παγωτό. Ήταν η εποχή που όλοι οι Καλαμακιώτες γνωριζόντουσαν μεταξύ τους. Σπεσιαλιτέ του συγκεκριμένου μαγαζιού ήταν το παγωτό «κασάτο» (ή, κασάτα, όπως είναι η σωστή ορολογία). Υπέροχο παγωτό σε στρογγυλό σχήμα με φρουτάκια μέσα. Η απόλαυση ήταν τα φρουϊ γλασέ που ανακάλυπτες μέσα! ΄Ηταν μαλακά, τρυφερά και ζωγράφιζαν τη φέτα του παγωτού με τα χρώματά τους.
Η μόδα του παγωτού κασάτο, ξεπεράστηκε γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με αρχές της δεκαετίας του ‘80, όταν μετατοπίστηκε το σημείο πώλησης των παγωτών από το ζαχαροπλαστείο στο περίπτερο και έγινε μοντέρνο το παγωτό ξυλάκι και ο πύραυλος.
Ψάχνοντας την πραγματική ετυμολογία της λέξης που είναι αλληλένδετη με την ιστορία του παγωτού στην Ελλάδα και που δεν σχετίζεται με την γεύση του όσο με το σχήμα και τον τρόπο παρασκευής του : “Quashatah” (κασάτα) στα αραβικά σημαίνω «μπολ» . Το παγωτό κασάτα ονομάστηκε έτσι από το μπολ στο οποίο σχηματιζόταν. Σταδιακά στην Ελλάδα, προσαρμόσαμε την κατάληξη, ώστε να ταιριάζει στο γένος (ουδέτερο) και έγινε παγωτό κασάτο.
Ο Χρήστος Χαιρόπουλος ήταν ένας από τους γνησιότερους εκπροσώπους της Αθήνας του Μεσοπολέμου, τόσο στα γράμματα όσο και στη μουσική. Δημοσιογράφος από τα 14...
Η ταινία, "Ωραία Αιγιώτισσα" προβλήθηκε τη σαιζόν 1968-1969 και έκοψε 28.456 εισιτήρια. Ήρθε στην 91η θέση σε 108 ταινίες.Περίληψη της ταινίας, "Ωραία Αιγιώτισσα"Επιστρέφοντας στο...