Ζωή Φυτούση: μια καλλιτέχνης με διπλή ιδιότητα. Ηθοποιός και τραγουδίστρια. Η υγρή και ζεστή φωνή της μάγεψε το Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος της έγραψε τα: “Το μαντολίνο”,”Ο Ταχυδρόμος πέθανε” και “Τ΄αστέρι του Βοριά”. Τραγούδια που της έδωσαν το διαβατήριο για μια μεγάλη καριέρα.
Μια καριέρα γεμάτη θέατρο, κινηματογράφο και τραγούδι. Μια καριέρα σφραγισμένη από το ταλέντο και το ήθος μιας σπάνιας γυναίκας που στις 23 Ιουλίου 2017 πέρασε στην αθανασία αφήνοντας τα δικά της σημάδια στον ελληνικό πολιτισμό.
Η Ζωή Φυτούση γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 30. Από πολύ μικρή έδειξε τις καλλιτεχνικές ανησυχίες της καθώς έδινε κείμενα και άρθρα σε περιοδικά της εποχής. Σπούδασε στη Δραματική σχολή Ελληνικού Ωδείου και η πρώτη επαφή της με τη δισκογραφία έγινε το 1956, όταν μαζί, με την επίσης σπουδαία Μπεάτα Ασημακοπούλου, ηχογράφησαν σε δίσκο γραμμοφώνου το “Τριανταφυλλάκι” των Ζοζέφ Κορίνθιου και Νίκου Φατσέα.
Η Ζωή Φυτούση με τον ηθοποιό, Γιώργο Γεωργίου.
Η συνάντηση της με το Μάνο Χατζιδάκι θα γίνει στις αρχές της δεκαετίας του 60, με αφορμή την παράσταση του “Απόψε αυτοσχεδιάζουμε” (Θέατρο Αθηνών, χειμερινή περίοδος 1961-62). Εδώ τραγούδησε το “Μαντολίνο” και το “Ο Ταχυδρόμος πέθανε”. Την επομένη της πρεμιέρας ο Κλέων Παράσχος (“Καθημερινή”) και ο Μπάμπης Κλάρας (“Βραδυνή”) γράφουν πραγματικούς ύμνους για τη νεαρή Ζωή με την υπέροχη φωνή και την επιβλητική της παρουσία επάνω στη σκηνή.
Η συνεργασία της με το Μάνο Χατζιδάκι θα συνεχιστεί με την “Οδό Ονείρων”, μια μουσικοθεατρική παράσταση που ανέβηκε τον Ιούνιο του 1962 στο θερινό θέατρο “Μετροπόλιταν”. Η Ζωή τραγουδά το “Τρένο” αλλά και τις “Αδελφές Τατά” (ντουέτο με τη Μάρω Κοντού). Τα τραγούδια της παράστασης κυκλοφορούν σε δίσκο 33 στροφών από τη Minos – EMI.
Το επόμενο θεατρικό της βήμα θα γίνει δίπλα στην Αλίκη Βουγιουκλάκη με το πολυδάπανο και πολυπρόσωπο έργο του Τζώρτζ Μπέρναρ Σω “Καίσαρ και Κλεοπάτρα”. Εδώ η Ζωή τραγουδά για μια “Κοιμισμένη πριγκίπισσα”.
Η πρεμιέρα γίνεται στις 11 Οκτωβρίου 1962 και την παρακολουθούν ο Πρόεδρος της κυβέρνησης και η κ. Καραμανλή, ο Πρόεδρος της βουλής κ. Ροδόπουλος, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και η κ. Κανελλοπούλου, μέλη της κυβέρνησης αλλά και η πιο εκλεκτή μερίδα της Αθηναϊκής κοινωνίας.
Οι κριτικές έγραψαν επαινετικά λόγια για την παράσταση, αλλά το κοινό βρήκε το έργο βαρύ. Με τον ίδιο θίασο μέσα στην ίδια σεζόν θα ανέβουν τα “Χτυποκάρδια στο θρανίο”. Η Ζωή συμμετέχει και σε αυτή τη παράσταση.
Παράλληλα με τις πρώτες θεατρικές επιτυχίες της μπαίνει στη ζωή της και ο κινηματογράφος.
Η πρώτη κινηματογραφική της εμφάνιση θα γίνει το 1957 στη κωμωδία του Νίκου Τσιφόρου “Ο Γυναικάς” (παραγωγή της Άνζερβος). Θ’ ακολουθήσουν τα φιλμ: “Ο Ηλίας του 16ου”(1959), “Φτωχαδάκια & λεφτάδες”(1961), “Το Ταξίδι”(1962, εδώ ερμηνεύει “Τα δάκρυα μου είναι καυτά”, που γίνεται μεγάλο σουξέ την εποχή εκείνη και κυκλοφορεί σε δίσκο 45 στροφών), “Οι γυναίκες θέλουν ξύλο”(1962, όπου ερμηνεύει το ομώνυμο τραγούδι των Λέανδρου Κοκκόρη & Στέφανου Φωτιάδη), “Η Αθήνα τη νύχτα” (1962, με σκηνές από την ιστορική παράσταση “Απόψε αυτοσχεδιάζουμε”) “Η Ψεύτρα”(1963), “Ο εαυτούλης μου”(1964) και άλλες.
Επιλεκτικά και προσεγμένα υπήρξαν και τα βήματα της στη δισκογραφία. Η Ζωή Φυτούση αρχικά υπογράφει συμβόλαιο με την εταιρεία Columbia και λίγο αργότερα με την Odeon – Parlophone.
Ηχογραφεί σε δίσκους 45 στροφών μεταξύ άλλων τα: “Βαριά ειν΄η καρδιά μου”(των Ξαρχάκου – Δημόπουλου από τη ταινία “Αμοκ” η μελωδία είναι η ίδια με το “Τα τρένα που φύγαν”), “Κάμε το πόνο σου χαρά”(των Χατζιδάκι – Γκάτσου), “Για χατήρι σου”(των Ξαρχάκου – Γκούφα),”Πώς τον αγαπώ”(των Λοϊζου – Παπαδόπουλου από τη ταινία “Μίνι φούστα και καράτε”) και άλλα.
Το 1966 ηχογραφεί σε 45αρι δίσκο τα τραγούδια του Γιώργου Ζαμπέτα “Σήκω χόρεψε συρτάκι” και “Δημήτρη μου Δημήτρη μου”. Τα είχε ερμηνεύσει αρχικά στη ταινία “Η κόρη μου η σοσιαλίστρια” η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Το 2007 η δισκογραφική εταιρεία ΕΜΙ παρουσιάζει το συλλεκτικό cd “Τα τραγούδια μιας ζωής”, με 25 σπάνιες ηχογραφήσεις της μεγάλης ερμηνεύτριας.
Η σχέση της με τη μικρή οθόνη ξεκινά το 1973 με τη συμμετοχή της στο σίριαλ “Ο Ονειροπαρμένος” και θα ακολουθήσουν οι εμφανίσεις της στα: “Εκείνες κι εγώ”(1976), “Λωξάντρα”(1980), “Το κεφάλι της Μέδουσας”(1993) και το 2011 θα την δούμε ως γκεστ σταρ στη “Πολυκατοικία” του Mega. Το 2012 θα κάνει τη τελευταία δημόσια εμφάνιση της στη ψυχαγωγική εκπομπή “Στην υγεία μας”, όπου και θα ερμηνεύσει τα “Δάκρυα μου είναι καυτά”, μαγεύοντας το τηλεοπτικό κοινό.
Καθόλη τη διάρκεια της ζωής της δεν έπαψε να γράφει. Το ποίημά της “Κανείς, μα κανείς” βραβεύτηκε και περιελήφθη στην Anthologia di poeti Italiani e Greci, Academia Internationale di Propaganda Culturale, 1996.
Συνεργάστηκε με την Ελληνική Αγωγή για την έκδοση του βιβλίου “Εργασίαι Σπουδαστών” και φυσικά κανείς δε μπορεί να ξεχάσει τα βιβλία της “Το μαγικό βιβλίο”, “Παρ΄ εκτός”, “Τάφος εδώ δεν είναι”, “Μια σφαίρα” και “Βοήθεια, θέλω να ζήσω”. Το 2008 από τις εκδόσεις Ερωδιός εκδίδεται το βιβλίο της Μένανδρος, Γνώμαι Μονόστιχοι, σε έμμετρη απόδοση, από την ίδια.
Τιμητικές διακρίσεις για το σύνολο της προσφοράς της, ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος έχει λάβει από τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό και το Γενικό Επιτελείο Στρατού.
Το 2017 η Ζωή Φυτούση πέρασε στην αθανασία έπειτα από πολλά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Η προσφορά της στον πολιτιστικό και πνευματικό τομέα υπήρξε τεράστια υπηρετώντας αρχές και αξίες, αφήνοντας παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές.
Ο αιφνίδιος θάνατος της Ζωής Λάσκαρη σκόρπισε θλίψη στην οικογένειά της αλλά και στον καλλιτεχνικό χώρο.
Η Ζωή Λάσκαρη στα τέλη της δεκαετίας του ’60 θεωρήθηκε μαζί με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και την Τζένη Καρέζη, μία από τις εμπορικότερες ηθοποιούς του ελληνικού κινηματογράφου.
Ποια είναι όμως η τραγική ειρωνεία πίσω από τον θάνατο αυτών των τριών ηθοποιών; Και οι τρεις τους έφυγαν από τη ζωή καλοκαίρι. Η Τζένη Καρέζη πέθανε στις 27 Ιουλίου το 1992, μετά η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η οποία έφυγε από τη ζωή στις 23 Ιουλίου το 1996, και τέλος η Ζωή Λάσκαρη άφησε την τελευταία της πνοή στις 18 Αυγούστου 2017.
Δεκαέξι νυχτερινά μαγαζιά που έχουν γράψει ιστορία στην παλιά Αθήνα! Νταήδες, ρουφιάνοι, αλκοόλ και τσαμπουκάδες μετά μουσικής. Από την περίφημη «Τριάνα του Χειλά» πίσω στο μακρινό 1948 και την ταβέρνα «Τζίμης ο Χονδρός», μέχρι τη «Σπηλιά του Παρασκευά», όπου «το έκαψε» ένα βράδυ η Γκρέις Κέλι, ο Ωνάσης και η Κάλλας, βρήκαμε τα θρυλικά «μπουζούκια», όπου γλεντούσε η Αθήνα τιμώντας το καλό λαϊκό τραγούδι!
Στο «Δάσος» του Βοτανικού κάθε βράδυ εγινόντανε πανζουρλισμός
Το στέκι του Αντώνη Βλάχου – Βαρύμαγκας του σχοινιού και του παλουκιού!
Στην Οδό Αγησιλάου στο Βοτανικό, στις γραμμές του σιδηροδρόμου βρισκόταν το Δάσος. Ιδιοκτήτης ενός από τα πιο γνωστά κέντρα διασκέδασης της εποχής εκείνης ήταν ο “άγριος” Αντώνης Βλάχος, που είχε κάνει και φυλακή! Ο Αρβανίτης ο Αντώνης ο Βλάχος ήταν ένας ξερακιανός ψηλός, με σπαστά κατσαρά μαλλιά μαύρα, με μουστάκι αντρικό και σκούρο κοστούμι χειμώνα καλοκαίρι. Ήταν παντρεμένος με τη Μαρίκα, μια κοντή στρουμπουλή, με γλυκό πρόσωπο, χαμογελαστή πάντα, όχι όπως γελαστή!
Στο Δάσος του Βοτανικού έπαιξαν ο μεγάλος δάσκαλος Mάρκος Bαμβακάρης και οι Στράτος Παγιουμτζής, Aνέστος Δειλιάς, K. Kαρίπης, Σ. Kυρομύτης Γενίτσαρης και άλλοι πίσω στο 1936. Ο Χιώτης το 1935 περίπου πήγε στην Αθήνα προκειμένου να σπουδάσει βιολί όταν τότε και γνωρίστηκε με τον Στράτο Παγιουμτζή ο οποίος και τον προσέλαβε να παίζει δίπλα του μπουζούκι στο «Δάσος».
Ο μεγάλος Μάρκος Βαμβακάρης θυμάται: «Μετά τις περιοδείες με περίμεναν να πάω στην Αθήνα στο Βοτανικό. Εκεί στο δάσος ο Αντώνης ο Βλάχος είχε ένα μαγαζί μπαρ σε μια μάντρα, στίς γραμμές του σιδηροδρόμου. Καί άρχισα να κάνω την ορχήστρα μου. Επήρα τότε μαζί μου για πρώτη φορά τόν Ιωάννη Παπαΐωάννου καθώς και τον Καρίπη τον Κώστα, και τον Στέλιο τον Κερομύτη, ένα καλό παίδι καί καλό μπουζουκάκι, καί κάποιον Στέλιο με το σαντούρι του, και είχαμε την ορχήστρα τη λαϊκή, την καθεαυτό ορχήστρα δηλαδή τη μάγκικη. Αργότερα είχα και την Χασκιλ την Εβραία. Δεν μπορώ να σας παραστήσω τι έγινε εκεί. Κάθε βράδυ εμαζευόντανε άπειρος κόσμος και καθόντανε και γλένταγε από το βράδυ μέχρι τις πέντε έξι ή ώρα! Καί κάθε βράδυ μας άκουαν όλους καί χειροκροτούσαν. Κάθε βράδυ εγινόντανε πανηγύρι και έγραψα ένα τραγούδι εκεί. Κάθε βράδυ θα σε περιμένω κι όπου θέλω γώ θα σε πηγαίνω… Αυτό το τραγουδούσα καί το εχόρευαν χασάπικο. Κάθε βράδυ πανζουρλισμός.»
Ο μεγάλος συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής του λαϊκού ρεμπέτικου τραγουδιού, Γιάννης Παπαϊωάννου (Κίος Μικράς Ασίας 18 Ιανουαρίου 1914 – Πέραμα 3 Αυγούστου 1972) θυμάται (από την αυτοβιογραφία του):
«Μετά το 1936, έπιασα δουλειά στο «Δάσος» στο Βοτανικό, του Αντώνη του Βλάχου. Εγώ, ο Μάρκος, ο Στράτος, ο Κερομύτης, ο Χατζηχρήστος, ο Μπάτης, το Ανεστάκι, ο Μπαγιαντέρας, κιθάρα ο Καρίπης, βιολί ο μπάρμπα Μήτσος ο Λορέντζος. (…) Κι όλοι μας εκεί μουσικοί, λαϊκοί συνθέτες, όχι αστεία. Και άνθρωποι όλοι τους, παιδιά που σήμερα δεν τα βρίσκεις σ’ αυτό το επάγγελμα. Χωρίς ρουφιανιές και κάτι τέτοια. Μαζί τα παίρναμε, μαζί τα τρώγαμε και πάλι ξανά από την αρχή.
Ωραία χρόνια, αξέχαστα. Ο Χατζηχρήστος καρδιά μποστάνι. Καλός στο όργανο και συνθέτης από τους λίγους, έχει τόσες επιτυχίες. Οι κωλοεταιρίες τον θάψανε. Μαζί ξεκινήσαμε τότες, μαζί παίζαμε, μαζί τραγουδούσαμε στους δίσκους τα τραγούδια μας, μαζί γλεντάγαμε, μαζί τόσες ιστορίες. Και με τον Στεφανάκη (Σπιτάμπελο) τα ίδια. Ο Χατζηχρήστος πέθανε πριν από λίγα χρόνια. Πήγε τζάμπα. Άστα. Ποτέ δεν έφυγε από το μυαλό μου, κάθε βράδυ, λέω τα τραγούδια του στο μαγαζί».
«Μόνο για τον Αντώνη το Βλάχο μη μου λες. Αυτός ήταν πολύ κακό αφεντικό. Εκμεταλλευτής και σκληρός. Του σχοινιού και του παλουκιού, λέμε. Μετά που βγήκε από τη φυλακή άνοιξε αυτό το μαγαζί στο Βοτανικό, το «Δάσος». Μόλις το πήρε ο Βλάχος το ‘κανε μπουζούκια. Πήρε όλους εμάς που είμαστε γνωστοί στο κόσμο από τους δίσκους. Ο Βλάχος ήταν πολύ σκυλόμαγκας χωρίς μέτρο και ζυγαριά. Πολύ άγριος νταής. Δεν σεβόταν τους καλλιτέχνες που δούλευαν στο μαγαζί του. Όποιον έπαιρνε σβάρνα έπρεπε να τον σακατέψει. Δεν σεβόταν ούτε τη μάνα του. Σακάτεψαν από το πολύ ξύλο, αυτός και οι μπράβοι του, το Μάθεση τον Τρελλάκια. Μια άλλη φορά χαστούκισαν το γέρο Μπάτη, ενώ ο ίδιος ο Βλάχος κούφανε από το πολύ ξύλο το Χατζηχρήστο, που ήταν ένα παιδί άγιο»!
«Πίνδος» – Παρεξηγήσεις, επεισόδια, πιστόλια και μαχαίρια στο στέκι του Αλεξανδριανού.
Οι μουσικοί πληρώνονταν με λίρες, ο ιδιοκτήτης κυκλοφορούσε πάντα με δύο περίστροφα… χώρια οι σουγιάδες!
Στην περιοχή της Νέας Φιλαδέλφειας μυθικό ήταν το κέντρο του Βαγγέλη Αλεξανδριανού, αφού από εκεί πέρασε η dream team του μπουζουκιού: Χιώτης, Μπέμπης, Σπόρος και Γιάννης Τατασόπουλος. Στα τέλη του Εμφυλίου έμεινε μυθική η βραδιά που δεκαπέντε λοκατζήδες άνοιξαν πυρά μέσα στο μαγαζί –με αποτέλεσμα ένας μπουζουξής να πάθει νευρικό κλονισμό από τον φόβο! Οι μουσικοί πληρώνονταν με λίρες, ο ιδιοκτήτης κυκλοφορούσε πάντα με δύο περίστροφα και μάτια στην πλάτη.
Το κέντρο “Πίνδος” γύρω στο ’49-’50. Μπέμπης στην κιθάρα, Γ. Τατασόπουλος στο μπουζούκι και δίπλα ο Βάγιας βιολί. Πίσω Μιχάλης Ματθαίου και Βαγγέλης Μαντρούλιας ή Αλεξανδρινός! Σε αυτό το μαγαζί ο Τατασόπουλος παίζει για μεγάλο χρονικό διάστημα.. Παρέα μαζί με τους Μπέμπη, Χιώτη, Λαύκα, Λεμονόπουλο, Τζουανάκο, Πετσά, Τσιμπίδη, Δασκαλάκη, Σπαγγαδώρο κ.α
Λίγο πριν ταξιδέψει στην Αμερική το ‘55 ο Χιώτης πιάνει δουλειά σαν πρώτο μπουζούκι στο ιστορικό κέντρο Πίνδος. Ένα μαγαζί πολύ περίεργο και ιδιότυπο. Κουμάντο έκανε ο σκληρός μάγκας Αλεξανδριανός. Το μαγαζί ήταν after – άνοιγε πολύ μετά τα μεσάνυχτα και έμενε ανοικτό ως όποια ώρα. Όταν έκλειναν όλα τα μαγαζιά, οι νταήδες και οι γλεντζέδες μαζεύονταν εκεί. Καβγάδες γίνονταν συνέχεια. Παρεξηγήσεις, επεισόδια, πιστόλια και μαχαίρια. Το αφεντικό ήταν μεγάλος νταής. Δεν του την έβγαινε κανείς. Σε αυτό το κέντρο πιάνει δουλειά ο Μανώλης Χιώτης και βρίσκει τον παράδεισό του, αφού οι φασαρίες ταίριαζαν στην ιδιοσυγκρασία του.
Λέγεται ότι κάθε που γινόταν ένας τσαμπουκάς παράταγε το μπουζούκι να πάει να βοηθήσει τον κυρ-Βαγγέλη τον Αλεξανδριανό. Κι εκείνος φώναζε: «Στη δουλειά σου εσύ μικρέ». Είχε λέει μια ιδιοτροπία. Ήθελε ό,τι καβγάς και να γινόταν, στο πάλκο να συνεχίζει να παίζει το συγκρότημα. Ξύλο μετά μουσικής δηλαδή. Ήξερε μάλιστα να ρίχνει τάχα στο ψαχνό, αλλά ο ενοχλητικός νταής αντίπαλός του, απλά να τραυματίζεται. Έλεγε μάλιστα ότι αν δεν είχε κάνει επιστήμη το να τραυματίζει απλώς τους αντιπάλους του δεν θα είχε ξενυχτάδικο, αλλά νεκροταφείο.
Η «Τριάνα του Χειλά» – Στη Συγγρού, ο συνεργάτης του διαβόητου Αλ Καπόνε
Γιάννης Παπαϊωάννου – Ακόμα και ο Βασιλιάς Παύλος λέγεται ότι δεν αντιστάθηκε στη φήμη του λαϊκού μουσικού.
Η Τριάνα βρισκόταν στο νούμερο 170 επί της Λεωφόρου Συγγρού. Ξεκίνησε τη λειτουργία της ως ταβέρνα περί το 1948 και ιδιοκτήτης της ήταν ο Βασίλης Χειλάς. Ο πιο βασικός αστικός μύθος για το μαγαζί είναι ότι ο Χειλάς είχε επιστρέψει στην Ελλάδα από την Αμερική όπου αποτελούσε συνεργάτη του διαβόητου γκάνγκστερ Αλ Καπόνε. Λέγεται μάλιστα ότι είχε καημό να ξαναγυρίσει στην Αμερική κι ας τον είχαν «απελάσει» ως μαφιόζο. Το μαγαζί έγινε ξακουστό ως «Η Τριάνα του Χειλά» και από τη μαρκίζα του πέρασε όλη η ελίτ του ελληνικού πενταγράμμου.
Εδώ ήταν και το μέρος όπου σχηματίζονταν ουρές για να ακούσει ο κόσμος τον μεγάλο ρεμπέτη, Γιάννη Παπαϊωάννου. Ακόμα και ο Βασιλιάς Παύλος λέγεται ότι δεν αντιστάθηκε στη φήμη του λαϊκού μουσικού.
Ένα βράδυ καθώς ο Βασιλιάς Παύλος ανέβαινε με την πομπή του τη Συγγρού και βλέποντας έξω από την Τριάνα τον κόσμο να κάνει ουρά για να μπει σαν να πρόκειται να δει κάποιο αξιοπερίεργο φαινόμενο, έδωσε την εντολή στον οδηγό του να σταματήσει. Ο Παύλος λέγεται ότι κατέβηκε από το αμάξι και μπήκε μόνος στο μαγαζί. Αφού είδε και άκουσε τον Παπαϊωάννου, έφυγε συνεχίζοντας το δρόμο του, χωρίς να αντιληφθεί κανείς την παρουσία του και χωρίς ποτέ να σχολιάσει το θέαμα.
Ένα όνομα που έχει συνδεθεί με την «Τριάνα» είναι αυτό της Βίκυς Μοσχολιού, αν και η πρώτη της οντισιόν εκεί δεν είχε πάει και τόσο καλά. Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης που βρισκόταν εκεί επέμεινε γι΄ αυτήν. Μέχρι το 1967, είχαν περάσει από εκεί οι πιο διάσημοι καλλιτέχνες του λαϊκού τραγουδιού, αλλά και διασημότητες.
Τραγούδησαν κι έπαιξαν στο πάλκο της “Τριάνας”: Τσιτσάνης, Νίνου, Παπαϊωάννου, Μοσχονάς, Μπέλλου, Χρυσάφη, Καζαντζίδης, Μαρινέλλα, Μπιθικώτσης, Τζουανάκος, Γαβαλάς, Χιώτης – Λίντα, Πάνου, Μοσχολιού, και άλλοι. Λειτούργησε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ΄60.
«Θα τα λέει με τον Μάρκο
θα ’χουνε κι ένα λουλά
και θα ετοιμάζουν πάλκο
στην “Τριάνα” του Χειλά»
Λουζιτάνια – Λεωφόρος Συγγρού 127, στη στάση Άγιος Σώστης.
Απέναντι από την Τριάνα του Χειλά, στο κέντρο Λουζιτάνια, ο Γιάννης Τατασόπουλος και ο Μανώλης Χιώτης.
Στο κέντρο Λουζιτάνια – που βρισκόταν απέναντι από την «Τριάνα του Χειλά» – το 1954 υπό την διεύθυνση του Τζίμη του Χοντρού, η Σεβάς Χανούμ τραγουδάει με το συγκρότημα Τζουανάκου-Τατασόπουλου.
Η Σεβαστή Παπαδοπούλου γεννήθηκε στη Δράμα και το 1949 αποφασίζει να φύγει για την Αθήνα. Τότε κάνει και την πρώτη της δισκογραφική δουλειά, το τραγούδι «ΟΜΟΡΦΗ ΠΕΙΡΑΙΩΤΙΣΣΑ» του Κ. Καπλάνη μαζί με τον Τάκη Μπίνη.
Το 1951 στου «Τζίμη του Χονδρού» ο ίδιος ο Τζίμης της αλλάζει το όνομα σε Σεβάς Χανούμ για να ταιριάζει με τα ανατολίτικα τραγούδια που τραγουδούσε. Η Σεβάς Χανούμ – έρωτας και του Στέλιου Καζαντζίδη – είναι Πόντια, τουρκικά γνωρίζει από το σπίτι και η ιδέα ήταν να κρύψει την καταγωγή της και να προσποιηθεί τη βέρα Πολίτισσα. Οι εξαιρετικές ερμηνείες της, αλλά και το μάρκετινγκ της εποχής, πείθουν το κοινό ότι πρόκειται για Τουρκάλα. «Η νέα ανακάλυψη της Σεβάς Χανούμ, η ωραία του Πέραν», έγραφαν οι ρεκλάμες στις εφημερίδες.
Ταβέρνα «Τζίμης ο Χονδρός» – Εκεί επλακωθήκανε η Σεβάς Χανούμ με τη Μαρίκα Νίνου!
Δέκα βαρέλια με κρασί κοσμούσαν λειτουργικά το θρυλικό κέντρο του Δημήτρη Μάρκου στην οδό Αχαρνών, στο νούμερο 77.
Από το μαγαζί με τις απίστευτες για την εποχή εισπράξεις πέρασαν μεγάλα ονόματα του πάλκου των μεταπολεμικών χρόνων, ανάμεσά τους η μοιραία Σεβάς Χανούμ, ενώ το 1949 άφησε εποχή η ανεπανάληπτη συνύπαρξη των Μαρίκας Νίνου – Βασίλη Τσιτσάνη.
Η συνεργασία της Σεβάς Χανούμ με το μαγαζί του «Τζίμη του Χοντρού» έληξε άδοξα – λίγο πριν από το τέλος του 1951. Ο Βασίλης Τσιτσάνης και η Μαρίκα Νίνου επιστρέφουν από τουρνέ στην Κωνσταντινούπολη, και η τελευταία για να εμφανιστεί στο μαγαζί θέτει όρο να μην υπάρχει άλλη τραγουδίστρια δίπλα της. «Θέλω να δείρω τη Μαρίκα Νίνου. Γιατί πήρε το ψωμί μου εμένανε», είπε η Σεβάς όταν της ανακοινώθηκε η λήξη της συνεργασίας.
«Στου Μάριου εχτύπησε το σήμα του κινδύνου / γιατί επλακωθήκανε η Σεβάς με τη Μαρίκα Νίνου! / Και είπε η Σεβάς στη Μαριώ / Κάτσε καλά Μαρία», έλεγε το στιχάκι που εμπνεύστηκε ο Μανώλης Χιώτης.
Tο 1977, κυκλοφόρησε, από τη μικρή δισκογραφική εταιρεία VENUS, ένας μεγάλος δίσκος με τη ζωντανή ηχογράφηση του προγράμματος της Μαρίκας Νίνου με τον Βασίλη Τσιτσάνη, από το θρυλικό κέντρο του «Τζίμη του Χοντρού», που πραγματοποιήθηκε στα μέσα του 1955 και, μάλλον, αποτελεί την πρώτη ζωντανή ηχογράφηση στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Η τεχνική επεξεργασία έγινε από τον Νικ. Δεσποτίδη στο studio ΕRA, ενώ η καλλιτεχνική διεύθυνση και παραγωγή ήταν του Σταύρου Ξαρχάκου. Η μακέτα του εξωφύλλου έγινε από τον Κώστα Τσεκούρα, ενώ με την επιβολή του ψηφιακού ήχου εκδόθηκε και σε cd.
Η Μαρίκα Νίνου γεννήθηκε στο ρωσικό Καύκασο το 1924 και στην Ελλάδα ήρθε δέκα χρόνια αργότερα. Άρχισε να ερμηνεύει ρεμπέτικα τραγούδια το 1948 στο κέντρο «Φλωρίντα», που την εποχή εκείνη υπήρχε στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, εκεί όπου σήμερα υψώνονται πολυκατοικίες. Μαζί της ήταν ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Στέλιος Χρυσίνης κι ο Χάρης Λεμονόπουλος.
Το χειμώνα όμως του ίδιου χρόνου, τη βρίσκουμε μαζί με το Βασίλη Τσιτσάνη στου «Τζίμη του Χοντρού». Έτσι αρχίζει μια καριέρα χωρίς προηγούμενο στην ιστορία του ρεμπέτικου που είναι συνυφασμένη με τη μεταπολεμική ρεμπέτικη περίοδο. Το 1951, η Μαρίκα Νίνου ταξίδεψε στην Αμερική κι επιστρέφοντας, συνεργάσθηκε πάλι με τον Τσιτσάνη, στο κέντρο «Τριάνα του Χειλά» στη Λεωφόρο Συγγρού. Τον Φεβρουάριο του 1957 η Μαρίκα Νίνου σε ηλικία 38 ετών πέθανε από καρκίνο με φρικτούς πόνους. Η ζωή της ενέπνευσε το σενάριο για την ταινία του Κώστα Φέρρη, Ρεμπέτικο του 1983. Το ντουέτο Τσιτσάνη – Νίνου κατέχει ιδιαίτερη θέση στην ιστορία του λαϊκού τραγουδιού, εφόσον η τραγουδίστρια ερμήνευσε τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Τσιτσάνη.
«Η σπηλιά του Παρασκευά» – Διασκέδασαν ο Ρενιέ του Μονακό, η Γκρέις Κέλι, ο Ωνάσης και η Κάλλας
Εκεί στη «Σπηλιά» γνώρισε η Γκρέις Κέλι, τον Χιώτη και την Μαίρη Λίντα με μεταφράστρια την τεράστια Μαρία Κάλλας.
Το καλύτερο νυχτερινό μαγαζί την δεκαετία του ’50 ήταν η Σπηλιά του Παρασκευά στην Καστέλα. Το λεγόμενο Σηράγγιο είναι υπόγεια δίοδος, σπήλαιο, στον Πειραιά. Θεωρείται πανάρχαιο κατασκεύασμα που ανάγεται στους πρώτους που συνοίκισαν την πόλη, στους προϊστορικούς Μινύες, ιωνικής καταγωγής, οι οποίοι φαίνεται πως εγκαταστάθηκαν μόνιμα στον Πειραιά, προερχόμενοι από τον Ορχομενό της Βοιωτίας. Πρόκειται για μια σπηλαιώδη κατασκευή που ανακαλύφθηκε το 1897 και βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της Καστέλλας σε απότομη βραχώδη ακτή πάνω από τη θάλασσα, στη σημερινή θέση «Βοτσαλάκια», άλλοτε γνωστή ως «παραλία του Παρασκευά», από το όνομα του ιδιοκτήτου της παραλιακής κοσμικής ταβέρνας που υπήρχε παλιά εκεί.
Η Σπηλιά του Παρασκευά είχε διαμορφωθεί ως κοσμική ταβέρνα από τη δεκαετία του 1920. Μάλιστα οι ιδιοκτήτες είχαν φροντίσει για την επικάλυψη των αρχαίων τοιχογραφιών με κρασοβάρελα. Κατά τη δεκαετία του 1960 διαμορφώθηκε σε λαϊκό κέντρο με το όνομα «Σπηλιά», από όπου πέρασαν πολλά γνωστά ονόματα της ελληνικής λαϊκής μουσικής σκηνής όπως ο Μανώλης Χιώτης και η Μαίρη Λίντα, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Τώνης Μαρούδας, ο Νίκος Γούναρης, ο Γιάννης Καραμπεσίνης, ο Τάκης Μωράκης με την ορχήστρα του, η Γεωργία Βασιλειάδου, το Τριο Μπελκάντο, η Μάγια Μελάγια, ο Βαγγέλης Σειληνός, η Ελένη Προκοπίου και άλλοι πολλοί. Τη λειτουργία του κοσμικού κέντρου διέκοψε επί Επταετίας, το 1968, ο τότε δήμαρχος του Πειραιά Αριστείδης Σκυλίτσης. Σήμερα ο χώρος έχει εγκαταλειφθεί.Υπεύθυνος ήταν ο Δημήτρης Παρασκευάς (ή Μήτσος ή Νέγκους) ένας μορφωμένος, πολυταξιδεμένος, με ρίζες κοσμοπολίτικες και αριστοκρατικούς τρόπους ο οποίος (σύμφωνα με το βιβλίο “Πειραϊκές και Φυσιολατρικές Μνήμες” του Γιάννη Σωτηρίου) είχε και αξιόλογο λογοτεχνικό ταλέντο και έγραφε ωραία χρονογραφήματα στην τοπική εφημερίδα “θάρρος” του Χαραλάμπους.
Το 1961 ο πρίγκιπας Ρενιέ του Μονακό (πατέρας του Αλβέρτου του Μονακό) και η πανέμορφη σύζυγος του και πρώην ηθοποιός Γκρέις Κέλι ήταν προσκεκλημένοι του Ωνάση και της τότε συντρόφου του Μαρία Κάλλας στην Ελλάδα για διακοπές.
Η πανέμορφη Γκρέης Κέλι εξέφρασε την επιθυμία να δει «μπουζούκια» και το πιο in μαγαζί της εποχής ήταν η «Σπηλιά του Παρασκευά» στην Καστέλα όπου τραγουδούσε τότε ο Χιώτης με την Λίντα. Στην ιστορία έμεινε ο τεράστιος λογαριασμός που έκανε ο Ωνάσης εκείνη τη βραδιά, καθώς και η επιθυμία της πριγκίπισσας να γνωρίσει τον Χιώτη και την Λίντα – συνάντηση που έγινε με μεταφράστρια την μοναδική Μαρία Κάλλας.
«Μαντουμπάλα» – Από το ομώνυμο σουξέ του Καζαντζίδη
Η ινδική ταινία «Ο αλήτης της Βομβάης» ήταν η αφορμή για την τεράστια λαϊκή επιτυχία «Μαντουμπάλα» του Στέλιου Καζαντζίδη
Λειτουργούσε τη δεκαετία του ’60 στη λεωφόρο Αλεξάνδρας και πήρε το όνομά του από το ομώνυμο σουξέ του Καζαντζίδη. Από εδώ ξεκίνησε η Γιώτα Λύδια, εδώ έκανε την τελευταία του ζωντανή εμφάνιση ο Στέλιος Καζαντζίδης.
Στα ανέκδοτα του μαγαζιού ήταν ότι κάποτε στα καμαρίνια απείλησε ο τρομερός μπράβος Πανολιάσκος ότι θα απασφάλιζε μια χειροβομβίδα, αν δεν του έδιναν ένα χρηματικό ποσό για την προστασία του κέντρου. Λίγο καιρό πριν (το 1958), εδώ τράβηξαν κουμπούρια δύο ακόμη θρυλικοί μπράβοι της εποχής, ο Κατελάνος και ο Μαργαρίτης.
«Κέντρο Καλαματιανού» – Τι Τζιτζιφιές τι Αβάνα;
«Τζιτζιφιές – Σήμερον Πανηγυρική έναρξις με την άφθαστη ερμηνεύτρια των λαϊκών τραγουδιών Σωτηρία Μπέλλου- Κουζίνα εκλεκτή – Τιμές Λαϊκές»
Διασταύρωση Τζιτζιφιών. Ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Γιάννης Παπαϊωάννου εγκαινιάζουν το περίφημο κέντρο και σημειώστε πως οι Τζιτζιφιές για μία εικοσαετία και παραπάνω υπήρξαν κάτι σαν τη λεωφόρο Mαλεκόν της Αβάνας, με πολλά και ξακουστά νυχτερινά κέντρα με θρυλικά brands.
Στις 31 Αυγούστου του 1951 δολοφονήθηκε ο ιδιοκτήτης του κέντρου Βασίλης Καλαματιανός από τον αστυφύλακα Θεόδωρο Ρίγκα, σοκάροντας την κοινή γνώμη. Μετά το αιματηρό περιστατικό το κέντρο έκλεισε και ξανάνοιξε από τον Βασίλη Χειλά, κατόπιν προτροπής της Μπέλλου, που ήθελε να εκδικηθεί τον Τσιτσάνη που μεσουρανούσε στο διπλανό Φαληρικόν με τη Μαρίκα Νίνου.
«Φαντασία» – Από εδώ ξεκίνησαν να σπάνε πιάτα 100% αληθινά
Την άνοιξη του 2010, ο τότε Πρωθυπουργός της χώρας Γεώργιος Παπανδρέου γκρέμισε τη Φαντασία…
Ξεκινώντας, να τονίσουμε ότι η Φαντασία εκείνων των χρόνων -του 1950 και έπειτα -βρισκόταν στη Λεωφόρο Ποσειδώνος στις αρχές του Αγίου Κοσμά, από την κάτω μεριά της παραλιακής, δίπλα στη θάλασσα δηλαδή.
Οι αδελφοί του τραγουδιστή Μιχάλη Μενιδιάτη, μαζί με τον ίδιο, ήταν εκείνοι που άνοιξαν τη Φαντασία. Η φήμη του Μενιδιάτη όταν ξεκίνησε την καριέρα του εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα και κάπως έτσι η οικογένεια Καλογράνη, όπως ήταν το πραγματικό της επώνυμο, αποφάσισε να ανοίξει το δικό της κέντρο.
Εκεί ήταν και το μέρος όπου σπάστηκαν τα πρώτα πιάτα, μία ενέργεια που έμελλε να γίνει σύμβολο και συνώνυμο της νυχτερινής διασκέδασης. Με τα πιάτα τότε να είναι 100% αληθινά. Πολύ αργότερα, για την ασφάλεια όλων, αντικαταστάθηκαν με τα γνωστά γύψινα «μπουζοκόπιατα».
Στη Φαντασία η εκλεκτή πελατεία ήταν μεγάλη. Αξιοσημείωτη ήταν φυσικά και η επίσκεψη του Στρατάρχη Τίτο, του πρώτου προέδρου της Γιουγκοσλαβίας, μαζί με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή κατά το 1974. Λοιποί θαμώνες του ήταν ο Αριστοτέλης Ωνάσης, ο Τέλυ Σαβάλας και πολλοί άλλοι. Το κέντρο λειτούργησε μέχρι το 1997. Την άνοιξη του 2010, ο τότε Πρωθυπουργός της χώρας Γεώργιος Παπανδρέου ξύπνησε ένα πρωί με το όνειρο μίας «ελεύθερης» παραλιακής χωρίς νυχτερινά κέντρα που εμποδίζουν την πρόσβαση στις παραλίες. Θύμα ήταν η «Φαντασία».
Εκείνο το πρωινό σε ένα πανηγυρικό κλίμα ανάμεσα σε Υπουργούς, κάμερες και δημοσιογράφους έπεσαν τα εδώ και μία δεκαετία εγκαταλελειμμένα ερείπια της Φαντασίας. Τρία χρόνια μετά το μόνο που υπάρχει είναι ένα επίσης εγκαταλελειμμένο χωμάτινο οικόπεδο στο οποίο κανείς δεν έχει πρόσβαση…
«Το Χάραμα» – Τσιτσάνης – Μπέλλου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.
Ο Παπαϊωάννου δε ξεχνούσε το χιούμορ του, ο Τσιτσάνης πάντα πιο σοβαρός, αλλά και οι δύο ξεσήκωναν το μαγαζί!
«Πριν το χάραμα μονάχος…» έλεγε το ομώνυμο τραγούδι του Γιάννη Παπαϊωάννου, από αυτό πήρε και την ονομασία του το κέντρο που βρισκόταν, και βρίσκεται, εντός του Άλσους του Σκοπευτηρίου στην Καισαριανή.
Ξεκίνησε τη λειτουργία του με το παρόν όνομα γύρω στο 1964 και εκεί ήταν που επαναλήφθηκε η επιτυχημένη συνεργασία Βασίλη Τσιτσάνη και Γιάννη Παπαϊωάννου, που είχε γίνει μερικά χρόνια πριν, το 1956, στο «Φαληρικόν» στις Τζιτζιφιές.
Το σχήμα αυτό συζητήθηκε έντονα στην πόλη και κάθε βράδυ το κοινό έδινε δυναμικό παρόν, ειδικά η φοιτητιώσα νεολαία. Ο Παπαϊωάννου ακόμη και πάνω στο πάλκο δε ξεχνούσε το χιούμορ του, ο Τσιτσάνης πάντα πιο σοβαρός, αλλά και οι δύο ξεσήκωναν το μαγαζί με τις επιτυχίες τους.
Ο Γιάννης Παπαϊωάννου ήταν ο πρώτος Έλληνας λαϊκός συνθέτης που ταξίδεψε στην Αμερική, το 1953, για να τραγουδήσει στους εκεί απόδημους Έλληνες. Μετά την επιστροφή του έμεινε μόνιμος συνεργάτης του Βασίλη Τσιτσάνη. Στο χώρο του είχε το παρατσούκλι Ψηλός ή Πατσάς. Σκοτώθηκε στις 3 Αυγούστου του 1972 σε ηλικία 58 ετών σε τροχαίο δυστύχημα, στο Νέο Πέραμα οδηγώντας νωρίς το πρωί πηγαίνοντας για το εξοχικό του στην Σαλαμίνα και κηδεύτηκε στο νεκροταφείο της όμορφης Καλλιθέας.
Μετά το θάνατο του φίλου και κουμπάρου του, ο Τσιτσάνης επιστρέφει στο Χάραμα και συμπράττει με τη Σωτηρία Μπέλλου, μία συνεργασία που κράτησε κάτι παραπάνω από 10 χρόνια.
Το Χάραμα συνεχίζει τη λειτουργία του, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, με πολλές αναμνήσεις και ασπρόμαυρες εικόνες να θυμίζουν περασμένα μεγαλεία.
«Τα Δειλινά» – Ένα όνομα, μία ιστορία.
Το συγκεκριμένο κοσμικό κέντρο πήρε το όνομά του από το ομώνυμο τραγούδι της Βίκυς Μοσχολιού σε μουσική του Γιώργου Ζαμπέτα, ένα κομμάτι σταθμός για το ελληνικό πεντάγραμμο και για την καριέρα της μεγάλης λαϊκής τραγουδίστριας.
Ήταν καλοκαίρι του 1965 και ανάμεσα στα νέα τραγούδια που ήθελε να προβάρει ο Ζαμπέτας, ήταν και τα αριστουργηματικά «Δειλινά», σε στίχους του Χαράλαμπου Βασιλειάδη (ο θρυλικός «Τσάντας»).
Ο ίδιος ο Γιώργος Ζαμπέτας αφηγείται:
«Πάω να βρω την Πόλυ Πάνου. Κάπου στην Αχαρνών. Για πρόβα. Καλοκαίρι ντάλα. Ποτάμι ο ιδρώτας. Ήρθα για πρόβα, λέω. Μου λέει “Καλώς τονε, αλλά τώρα φεύγω, πάω στο ‘μπιτς’ για μπάνιο.” Καλά εμένανε, κυρία Πόλυ Πάνου, δε μ” ένιωσες που ξεκινάω από το Αιγάλεω να έρθω εδώ να κάνω πρόβα; Έκανα το κορόιδο, πήρα το μπουζούκι παραμάσχαλα, γυρνάω ολοταχώς… Την άλλη μέρα πάω στον Λαμπρόπουλο (σ.σ. Τάκης Λαμπρόπουλος, διευθυντής της δισκογραφικής εταιρίας Κολούμπια), του λέω “Λαμπρόπουλε, η Πόλυ Πάνου την έκανε για το ‘μπιτς!” Μου λέει “Τι θες να κάνεις; Ποιος να μπει;” “Να μπει η Μοσχολιού”, του λέω. Και πάμε την άλλη μέρα, τα λέει η Μοσχολιού. Τυχερή η Μοσχολιού. Βουρ μπαμ κι έγινε η Μοσχολιού, η μεγάλη Μοσχολιού.»
Το τραγούδι, που τελικά ηχογραφήθηκε με την ερμηνεία της Βίκυς Μοσχολιού (σε ενορχήστρωση Σταύρου Ξαρχάκου), απογείωσε την καριέρα της ερμηνεύτριας, αλλά αποκάλυψε και μια «έντεχνη» πτυχή του ταλέντου του συνθέτη. Έκανε δε τεράστια εμπορική επιτυχία!
Τα πρώτα «Δειλινά» βρίσκονταν στα Πατήσια, κοντά στην Πλατεία Κολιάτσου, επί των οδών Κέας & Ταϋγέτου. Το χειμώνα του 1966, η Μοσχολιού μετά από 2,5 χρόνια εμφανίσεων στο πλευρό του Ζαμπέτα αποφασίζει να σολάρει ξεχωριστά. Αποχωρεί από τα «Ξημερώματα» στα οποία εμφανίζονταν τότε μαζί (σ.σ. ακόμη ένα μαγαζί που πήρε το όνομά του από τραγούδι των εν λόγω δύο ατόμων) και στις 5 Νοεμβρίου του ίδιου έτους ξεκινά στα «Δειλινά» έχοντας μαζί της το μεγάλο σταρ του ελληνικού κινηματογράφου Νίκο Ξανθόπουλο.
Στις αρχές του ΄70 τα Δειλινά είχαν μετακομίσει στη Γλυφάδα, όπου γνώρισαν νέες μεγάλες δόξες με το Στράτο Διονυσίου (ειδικά το ΄80) και κατόπιν στην Ιερά Οδό. Τα πρώτα χρόνια τα δύο κέντρα λειτουργούσαν παράλληλα με το πρώτο να μετονομάζεται σε «Παλιά Δειλινά» και το δεύτερο σε «Νέα».
«Και τα δειλινά, μια φωνή μου ψιθυρίζει, μυστικά, δε θα γυρίσεις πια…»
«ΣΟΥ-ΜΟΥ» – Από το 1966, Ιερά Οδός
Εδώ ανέτειλε και βασίλεψε το άστρο της αθυρόστομης«ιέρειας» Ανθούλας Αλιφραγκή.
Εδώ έκαναν μεγάλη επιτυχία και οι Στράτος Διονυσίου, Βαγγέλης Περπινιάδης, Αντώνης Ρεπάνης, Κώστας Μοναχός, Παλόμα και άλλοι.
Η τσαούσα ρεμπέτισσα Ανθούλα Αλιφραγκή μίλησε για τον σύντροφό της και ιδιοκτήτη:
«Είχε πολλά λεφτά, όχι όταν τον γνώρισα, μετά τα ’κανε. Αν έχεις ακουστά το κέντρο Σου Μου στην Ιερά Οδό, στο Αιγάλεω, δικό του ήταν, εγώ του το’ φτιαξα. Και το κράτησα ξέρεις πόσα χρόνια; Από κει περάσανε φίρμες. Πρώτος ο Διονυσίου. Στο μαγαζί το δικό μου έγινε. Δίπλα στην Ανθούλα. Όταν ήρθε δεν είχε άνθρωπο να του πει καλησπέρα. Ο Στράτος το σουξέ Γιατί Καλέ Γειτόνισσα το έκανε στο Σου Μου. Τότες ήταν το όνομά μου απ’ έξω. Ανθούλα Αλιφραγκή και Στράτος Διονυσίου.
«Νεράιδα» – Εδώ μπήκε τέλος στο σπάσιμο των πιάτων
Πάγωσαν οι θαμώνες με τον δικτάτορα Παπαδόπουλο και κάποιος τόλμησε να σπάσει ένα πιάτο! Τέλος τα πιάτα…
Η «Νεράιδα» βρισκόταν στην παραλιακή, στο ύψος του Αλίμου, απέναντι ακριβώς από το Συμμαχικό Στρατιωτικό Νεκροταφείο. Τις μεγαλύτερες δόξες της τις γνώρισε στα μέσα του ΄70 φιλοξενώντας στη σκηνή της τη Βίκυ Μοσχολιού με το Γιώργο Κατσαρό. Στις αρχές εκείνης της δεκαετίας πραγματοποίησε στον ίδιο χώρο τις πρώτες εμφανίσεις του και ο Γιάννης Πάριος.
Ο αστικός μύθος – ή πραγματικότητα – που συνοδεύει το νυχτερινό κέντρο, ήταν η απαγόρευση σπάσιμου πιάτων το οποίο έγινε από τον δικτάτορα Γιώργο Παπαδόπουλο, όταν είδε έναν ένθερμο θαμώνα να τα σπάει μπροστά του. Η ιστορία έχει ως εξής: Επί της περιόδου της δικτατορίας του ο Γεώργιος Παπαδόπουλος με τη συνοδεία συνεργατών του επισκέφθηκε ένα βράδυ τη Νεράιδα για να διασκεδάσει. Όλο το μαγαζί πάγωσε φυσικά με την παρουσία του και αφού αλλάχθηκε μέχρι και το ρεπερτόριο του προγράμματος όλα κύλησαν ομαλώς. Όλα; Μέχρι τη στιγμή που κάποιος… επιπόλαιος πελάτης έσπασε ένα πιάτο. Ο δικτάτορας εξοργίστηκε με την παντελή έλλειψη τάξεως και αποχώρησε αμέσως από το μαγαζί. Την επόμενη ημέρα με διάταγμά του απαγόρευσε το σπάσιμο των πιάτων.
Ο Αριστοτέλης Ωνάσης – που κάτι τέτοιες απαγορεύσεις τον άφηναν παντελώς αδιάφορο – επισκέφθηκε ένα βράδυ τη Νεράιδα και αμφισβητώντας κάθε διαταγή έσπασε στο τσακίρ κέφι ό,τι πιάτο υπήρχε… δεν μάθαμε ποτέ τι έγινε όταν το πληροφορήθηκε ο Παπαδόπουλος.
Τη δεκαετία του ΄90 διαχωρίστηκε στη «μικρή» και τη «μεγάλη» Νεράιδα, με την πρώτη να συνεχίζει τη λειτουργία της ως κέντρο διασκέδασης και η δεύτερη να διαμορφώνεται σε club. Από το 2003 η λεγόμενη «μικρή Νεράιδα» έχει μετατραπεί σε γνωστό bar restaurant, ενώ ο χώρος της μεγάλης στεγάζει το νυχτερινό κέντρο «Θέα.
Αστέρια – Από την πίστα του έχουν περάσει όλα τα μεγάλα ονόματα του λαϊκού τραγουδιού
Το μαγαζί που ξεκίνησε να τραγουδάει και να κάνει καριέρα στην «νύχτα» ο Νότης Σφακιανάκης.
Τα Αστέρια είναι ένα μαγαζί το οποίο κάνει την εμφάνισή του την δεκαετία του ΄70 με ιδιοκτήτη τον Αργύρη Παπαργυρόπουλο. Βρίσκεται στο ύψος της Γρ. Λαμπράκη στην Γλυφάδα και από την πίστα του έχουν περάσει όλα τα μεγάλα ονόματα του λαϊκού τραγουδιού.
Αξίζει να σημειωθεί, πως είναι το μόνο μαγαζί της νυχτερινής Αθήνας όπου διατηρεί την ίδια ιδιοκτησία και το ίδιο όνομα μέχρι και σήμερα. Επίσης, τα Αστέρια ήταν το μαγαζί που ξεκίνησε να τραγουδάει και να κάνει καριέρα στην «νύχτα» ο Νότης Σφακιανάκης.
Φαληρικόν – CAN-CAN – ΠΙΓΚΑΛΣ ”PIGALS”
Θα χρειάζονταν πολλές σελίδες για να απαριθμήσουμε τα ονόματα που πέρασαν από το πάλκο αυτών των τριών μαγαζιών.
Είκοσι πέντε χρόνια κυριάρχησε το Φαληρικόν στις Τζιτζιφιές και ανήκε στον μάγκα και ακριβοδίκαιου Γιώργου Μαργωμένου. Τσιτσάνης – Παπαϊωάννου, βέβαια, αλλά και Πάνος Γαβαλάς και Μπιθικώτσης ήταν μερικά μόνο από τα ονόματα της μαρκίζας.
Το 1965 ανοίγουν οι πύλες του CAN-CAN, του ναού του Νίκου Γιγουρτάκη ή «Μουστάκια», γωνία Πέτρου Ράλλη και Κηφισού. Ευρωπαϊκών προδιαγραφών κέντρο και θα χρειάζονταν πολλές σελίδες για να απαριθμήσουμε τα ονόματα που πέρασαν από το πάλκο του μαγαζιού.
Στο ”PIGALS” αρχές 1951. Με Μπίνης, “Μπέμπης” Στεργίου, Χατζηχρήστος. Κοσμική ταβέρνα “Πίγκαλς” Στην οδό Πατησίων 12, λίγο πιο πέρα από την Ομόνοια και κάτω από το μετέπειτα θρυλικό σινέ Ροζικλαίρ.
Πληροφορίες: mpouzouksides.blogspot.gr, Φωτογραφίες-Λεύκωμα «Αρχείο Τάκη Πανανίδη: Αυτόπτης φωτομάρτυρας στην οδό των ονείρων», Συνέντευξη Ανθούλα Αλιφραγκή – lifo.gr.
Η μοίρα, η τύχη, ή όπως αλλιώς μπορεί κάποιος να το αποκαλέσει έπαιξε αυτό το παράξενο παιχνίδι. Η ημέρα γέννησης και θανάτου του Βασίλη Τσιτσάνη είναι η ίδια, η 18η Ιανουαρίου.
Συνθέτης, στιχουργός, δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και τραγουδιστής· από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ρεμπέτικου και γενικά της ελληνικής λαϊκής μουσικής του 20ου αιώνα.
Ο Βασίλης Τσιτσάνης γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας στις 18 Ιανουαρίου 1915. Οι γονείς του ήταν Ηπειρώτες κι εκτός από τον Βασίλη είχαν άλλα τέσσερα παιδιά, τρία αγόρια κι ένα κορίτσι. Αργότερα, οι φίλοι του οι ρεμπέτες του κόλλησαν το παρατσούκλι «Ο Βλάχος», επειδή ήταν ο μόνος ρεμπέτης με στεριανή προέλευση.
Ο πατέρας του, τσαρουχάς στο επάγγελμα, είχε ένα μαντολίνο, με το οποίο έπαιζε κλέφτικα τραγούδια. Αυτά ήταν τα πρώτα ακούσματα του μικρού Βασίλη, μαζί με τις βυζαντινές ψαλμωδίες που άκουγε στην εκκλησία. Παρότι τον συνέπαιρνε η μουσική, πρωτόπιασε όργανο στα χέρια του μετά το θάνατο του πατέρα του το 1926. Ήταν ένα μαντολίνο, που κάποιος ντόπιος οργανοποιός είχε μετατρέψει σε μπουζούκι.
Ο Βασίλης Τσιτσάνης.
Στα γυμνασιακά του χρόνια άρχισε να αποκτά κάποιες γνώσεις μουσικής, μαθαίνοντας βιολί. Με αυτό συμμετείχε και σε κάποιες τοπικές εκδηλώσεις, προκειμένου να συνεισφέρει οικονομικά στην οικογένειά του. Αν και δεν είχε εμφανιστεί ακόμα δημοσίως με το μπουζούκι, καθώς ήταν απαγορευμένο και χωρίς καμία κοινωνική καταξίωση, έγραψε τα πρώτα του τραγούδια πάνω σ’ αυτό, σε ηλικία μόλις 15 ετών.
Με τη Καίτη ΓκρέυΤο φθινόπωρο του 1936 κατέβηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει Νομική και προκειμένου να συμπληρώσει το εισόδημά του έπιασε δουλειά στο νυχτερινό κέντρο «Μπιζέλια». Τον επόμενο χρόνο γνώρισε τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο, ο οποίος τον πήγε στη δισκογραφική εταιρεία «Οντεόν», όπου ηχογράφησε το πρώτο του τραγούδι «Σ’ έναν τεκέ μπουκάρανε» (1937).
Η «Αρχόντισσα», από τα σπουδαιότερα τραγούδια στην ιστορία της ελληνικής μουσικής, ήταν ένα από τα δεκάδες που ακολούθησαν. Την ίδια περίοδο, τραγούδια του, όπως «Να γιατί γυρνώ», «Παλάτια Χρυσοστόλιστα», «Ό,τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ» και «Γι’ αυτά τα μαύρα μάτια σου», ερμήνευσαν ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Στέλιος Κερομύτης, αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης.
Βρισκόμαστε στον αστερισμό της δικτατορίας Μεταξά και η εποχή επιβάλλει εμβατήρια,ενώ απαγορεύει τόσο τα προϋπάρχοντα τραγούδια του ρεμπέτικου περιθωρίου, όσο και τις εμφανείς ανατολίτικες μελωδίες. Ο Τσιτσάνης απαντά με το μπόλιασμα του ρεμπέτικου με δυτικά μελωδικά στοιχεία κι έτσι προσεγγίζει τις ευρύτερες μάζες.
Τον Μάρτιο του 1938 υπηρετεί τη στρατιωτική θητεία του στο Τάγμα Τηλεγραφητών, στη Θεσσαλονίκη. Παίρνει άδειες και ποτέ δεν γυρνά στην ώρα του, γεγονός που εξοργίζει τους διοικητές του. Περνά πολλές μέρες στο πειθαρχείο, όπου γράφει ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του, την «Αρχόντισσα». Στη Θεσσαλονίκη θα γνωρίσει και τη μελλοντική σύζυγό του, τη Ζωή Σαμαρά, με την οποία θα αποκτήσει δύο παιδιά, τη Βικτωρία και τον Κώστα.
Τα χρόνια της Κατοχής τα περνά στη Θεσσαλονίκη, όπου ανοίγει ένα δικό του κουτούκι, το «Ουζερί Τσιτσάνη», στην οδό Παύλου Μελά 22. Παράλληλα, γράφει ορισμένες από τις μεγάλες επιτυχίες του («Αχάριστη», «Μπαξέ τσιφλίκι», «Τα πέριξ», «Νύχτες μαγικές», «Ζητιάνος της αγάπης», «Ντερμπεντέρισσα», «Συννεφιασμένη Κυριακή»), που θα ηχογραφήσει μετά τον πόλεμο, όταν θα ανοίξουν και πάλι τα εργοστάσια δίσκων.
Το 1946 κατεβαίνει ξανά στην Αθήνα. Η εποχή του εμφυλίου αποτελεί άλλη μία πηγή έμπνευσης για τον Τσιτσάνη. Τα τραγούδια του, όμως, λογοκρίνονται και πάλι. Ορισμένα καταφέρνει και τα εκδίδει, επινοώντας διάφορα τεχνάσματα, πολλά κυκλοφόρησαν αρκετά χρόνια μετά, ενώ κάποια δεν εκδόθηκαν ποτέ. Το τέλος του εμφυλίου σημαίνει ταυτόχρονα και την πλήρη αποδοχή του Βασίλη Τσιτσάνη.
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘50 μεσουρανεί στο μουσικό στερέωμα. Μερικά από τα τραγούδια αυτής της περιόδου είναι τα: «Χωρίσαμε ένα δειλινό», «Όμορφη Θεσσαλονίκη», «Αντιλαλούνε τα βουνά», «Καβουράκια», «Ξημερώνει και βραδιάζει».
Φέρνει στο προσκήνιο νέες φωνές, που δένονται μαζί του, όπως η Μαρίκα Νίνου, η Σωτηρία Μπέλλου και ο Πρόδρομος Τσαουσάκης. Ακόμα, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Πάνος Γαβαλάς, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, η Καίτη Γκρέυ, η Πόλυ Πάνου, η Χαρούλα Λαμπράκη, ο Σταμάτης Κόκοτας κ.ά. ερμηνεύουν τα διαχρονικά τραγούδια του: «Ίσως αύριο» (1958), «Τα λιμάνια» (1962), «Τα ξένα χέρια» (1962), «Μείνε αγάπη μου κοντά μου» (1962), «Κορίτσι μου όλα για σένα» (1967), «Με παρέσυρε το ρέμα» «Απόψε στις ακρογιαλιές» (1968), «Κάποιο αλάνι» (1968), «Της Γερακίνας γιος» (1975), «Δηλητήριο στη φλέβα» (1979).
Το 1980, με πρωτοβουλία της ΟΥΝΕΣΚΟ, ηχογραφείται ένας διπλός δίσκος με τίτλο «Χάραμα», όπως λεγόταν το μαγαζί στο οποίο ο Τσιτσάνης εμφανιζόταν τα τελευταία 14 χρόνια της καριέρας και της ζωής του. Σ’ αυτό το δίσκο παίζει μία σειρά από κλασικά του τραγούδια, αλλά και πολλά αυτοσχεδιαστικά κομμάτια στο μπουζούκι. Με την έκδοσή του στη Γαλλία, το 1985, παίρνει το βραβείο της Μουσικής Ακαδημίας «Σαρλ Γκρο». Όμως, στο μεταξύ, ο κορυφαίος δημιουργός έχει φύγει για πάντα…
Ο Βασίλης Τσιτσάνης άφησε την τελευταία του πνοή ανήμερα των γενεθλίων του, στις 18 Ιανουαρίου 1984, στο νοσοκομείο «Μπρόμπτον» του Λονδίνου, έπειτα από επιπλοκές μιας εγχείρησης στους πνεύμονες. Μέχρι και λίγες ημέρες πριν από το θάνατό του εμφανιζόταν κανονικά στο «Χάραμα» και δούλευε καινούργια τραγούδια.
Ο Βασίλης Τσιτσάνης έβαλε τη δική του ανεξίτηλη σφραγίδα στην ελληνική λαϊκή μουσική. Μπόλιασε το ρεμπέτικο με δυτικά μελωδικά στοιχεία και το έβγαλε από το περιθώριο, που το είχαν τάξει τα «αντικοινωνικά» και ανατολίτικα στοιχεία του. Εμπλούτισε τη λαϊκή ορχήστρα με νέα ηχοχρώματα, προσθέτοντας το πιάνο κι επιβάλλοντας το ακορντεόν ως όργανο της κομπανίας.
Καινοτόμησε στο στίχο, με την απομάκρυνσή του από τις παραδοσιακές φόρμες του δίστιχου και της ομοιοκαταληξίας και επισημοποίησε και γενίκευσε το ρόλο του ρεφρέν. Με τον Τσιτσάνη, το ρεμπέτικο γίνεται «τέχνη» και η ρήξη με την παράδοση αρχίζει να γίνεται ορατή.
Ηθοποιός του κινηματογράφου, του θεάτρου και της τηλεόρασης. Υπήρξε ένας από τους εμβληματικούς ζεν πρεμιέ του ελληνικού κινηματογράφου. Για χάρη του δημιουργήθηκε το θρυλικό σλόγκαν «Κορίτσια ο Μπάρκουλης!» και η φωτογραφία του υπήρχε σε κάθε κοριτσίστικη σχολική τσάντα τη δεκαετία του ‘60.
Ο Ανδρέας Μπάρκουλης γεννήθηκε στον Πειραιά στις 4 Αυγούστου 1936. Από τα εφηβικά του χρόνια συμμετείχε σε διάφορες παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας με το θίασο των Σπύρου Μουσούρη – Κρινιώς Παπά, παράλληλα με τις θεατρικές σπουδές του στη Σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη.
Η πρώτη του εμφάνιση στο θέατρο έγινε το 1956 με τον «Κορυδαλλό» του Ζαν Ανούιγ και στον κινηματογράφο ένα χρόνο αργότερα στην ταινία του Κώστα Ανδρίτσου «Μαρία η Πενταγιώτισσα», δίπλα στην Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Το θελκτικό παρουσιαστικό του, η ευγενική φυσιογνωμία και η φυσική του γοητεία, γρήγορα τον καθιέρωσαν ως τον πιο δημοφιλή πρωταγωνιστή του ελληνικού κινηματογράφου της εποχής εκείνης.
Έπαιξε σε περισσότερες από εκατό ταινίες, ερμηνεύοντας σπουδαίους ρόλους σε δραματικές ταινίες, όπως «Κοινωνία ώρα Μηδέν» (1966), «Κοντσέρτο για πολυβόλα» (1967), «Όλγα Αγάπη μου» (1968), αλλά και κωμωδίες, όπως «Ο Μιμίκος και η Μαίρη (1958), «Μια Ιταλίδα στην Ελλάδα» (1958), «Διακοπές στην Αίγινα» (1958), «Η Μουσίτσα» (1959), «Μην είδατε τον Παναή» (1962), «Το Δόλωμα» (1964), «Τζένη Τζένη» (1965), «Ησαΐα μη Χορεύεις» (1969), «Μια τρελή τρελή σαραντάρα» (1970) και η «Θεία μου η χίπισσα» (1970).
Η Ζωζώ Σαπουντζάκη έφτασε στην εκκλησία υποβασταζόμενη και εμφανώς συντετριμμένη.Ήταν εκεί για να πει το τελευταίο αντίο στην αγαπημένη της Ζωή Λάσκαρη.
Έστειλε μάλιστα ένα από τα πιο ιδιαίτερα στεφάνια για την κηδεία της Ζωής Λάσκαρη. «Θα σ’ αγαπώ» ήταν το μήνυμα που γράφει με κατακόκκινα τριαντάφυλλα στο στεφάνι για την κηδεία της Ζωής Λάσκαρη που έγινε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.
Στο βίντεο απολαμβάνουμε σπάνιες ασπρόμαυρες τηλεοπτικές διαφημίσεις.
Τα σποτάκια προβλήθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1981 σε ασπρόμαυρο φιλμ παρόλο που τότε η ΕΡΤ και η ΥΕΝΕΔ ήταν έγχρωμα κανάλια, συστηματος SECAM. Αυτό συνέβη διότι δεν είχε γίνει πλήρη μετάβαση του χρώματος και υπήρχε ένα μεταβατικό στάδιο προσαρμογής.
Κάποιες από τις διαφημίσεις του βίντεο που ακολουθεί γυρίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’70 αλλά συνέχιζαν να παίζουν για αρκετά χρόνια.
Φωτογράφοι, συνθέτες, μοντέρ, τραγουδιστές, χορογράφοι, μακιγιέρ και σκηνογράφοι είχαν καθοριστικό ρόλο στην άρτια παραγωγή των ταινιών της Φίνος Φιλμ.
Η πλειονότητα των ταινιών διακρίνεται για την εξαιρετική φωτογραφία από εικονολήπτες που έγραψαν ιστορία, για το προσεγμένο μοντάζ από τους καλύτερους που πέρασαν στο είδος, και για τη μουσική τους επένδυση, γραμμένη από τους μεγαλύτερους Έλληνες συνθέτες. Οι ερμηνείες των τραγουδιών, από την αφρόκρεμα των τραγουδιστών της εποχής, δημιούργησαν διαχρονικά μουσικά κομμάτια.
Οι μακιγιέρ της Φίνος Φιλμ κατάφεραν με την τεχνική τους να αναδείξουν την προσωπικότητα και τις ανάγκες κάθε ρόλου, ενώ αξέχαστα παραμένουν τα σκηνικά των ταινιών της εταιρίας. Με την έναρξη των μιούζικαλ, αναδείχθηκαν ταλαντούχοι χορογράφοι αλλά και σπουδαίοι χορευτές που χάρισαν στις ταινίες μαγεία και λάμψη.
Πέραν, όμως, από τις ειδικότητες που αναφέρονται, σπουδαίο και θεμελιώδη ρόλο έπαιξαν οι βοηθοί σκηνοθεσίας, φωτογραφίας, ήχου και μοντάζ, αλλά και οι τεχνικοί και ηχολήπτες της Φίνος Φιλμ, όπως ο Μικές Δαμαλάς, ο Γιάννης Σμυρναίος, ο Μίμης Κασιμάτης και ο Θανάσης Γεωργιάδης. Παράλληλα, υπήρχε στην εταιρία εξειδικευμένο μόνιμο προσωπικό σε συγκεκριμένες θέσεις εργασίας.
Ο Μάρκος Ζέρβας, ο οποίος πλαισίωσε από την αρχή τον Φίνο, ήταν διευθυντής παραγωγής στην πλειονότητα των ταινιών της εταιρίας, ενώ παράλληλα ήταν και υπεύθυνος σκηνογραφίας. Ο Παντελής Παλιεράκης υπήρξε ο μόνιμος φροντιστής των ταινιών της εταιρίας, ενώ ο Γιώργος Καβουκίδης ήταν από τους πρωτεργάτες της Φίνος Φιλμ και του ελληνικού κινηματογράφου.
Κάθε ένας από τους συντελεστές της Φίνος Φιλμ αποτελεί έναν κρίκο της αλυσίδας του ελληνικού κινηματογράφου, συνθέτωντας ένα σύνολο καλλιτεχνικών ειδικοτήτων ανυπολόγιστης αξίας για τον πολιτισμό μας.
Μπήκε στο χώρο του θεάματος φορώντας το διάδημα της Σταρ Ελλάς. Στα χρόνια του ’60 έγινε σταρ και σύμβολο του ελληνικού κινηματογράφου. Ένας τίτλος που θα τη συνοδεύει για πάντα. Ακόμη και τώρα που αποφάσισε να μας “αφήσει”.
Η Ζωή Λάσκαρη έφυγε στα 73 της χρόνια αφήνοντας μια τεράστια παρακαταθήκη στο χώρο του πολιτισμού μας.
Ταινίες και θεατρικές ερμηνείες, εξώφυλλα και φωτογραφίες που στα χρόνια του ’60 υπήρχαν στα δωμάτια μοναχικών αγοριών.
Η Ζωή δεν έζησε ξένοιαστη παιδική ηλικία, φοβόταν τη μοναξιά, την απογοήτευση και το θάνατο.
Μισούσε τους κόλακες και δεν είχε ποτέ “αυλή”.
Ανοίγουμε το φωτογραφικό άλμπουμ της και θυμόμαστε τη Ζωή – Σταρ από τα χρόνια του ελληνικού κινηματογράφου, εξώφυλλα, προσωπικές στιγμές της και ότι πιο λαμπερό γνώρισε η καλλιτεχνική ζωή του τόπου μας!!!
Αντίο Ζωίτσα!!!
Γράφει ο Ηλίας Τάσκου / δημοσιογράφος / iliasamfipoli@gmail
Η κινητήρια δύναμη όλων των ταινιών της Φίνος Φιλμ βρίσκεται πίσω από την καλλιτεχνική ματιά των σκηνοθετών της.
Έχοντας σαν βάση τον προβληματισμό των σεναριογράφων, οι μεγάλοι σκηνοθέτες της Φίνος Φιλμ κατάφεραν να μεταφράσουν και να οπτικοποιήσουν μοναδικά σενάρια, μετατρέποντάς τα σε διαχρονικές επιτυχίες.
Ο Φιλοποίμην Φίνος, όχι μόνο επέλεξε τους καλύτερους σκηνοθέτες για τις ταινίες του, όπως τον Γιάννη Δαλιανίδη και τον Ντίνο Δημόπουλο, αλλά προέτρεψε αρκετούς σεναριογράφους να ασχοληθούν με τη σκηνοθεσία, όπως το Νίκο Φώσκολο και τον Αλέκο Σακελλάριο, προβλέποντας την εξέλιξη και το στίγμα που θα άφηναν τελικά στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.
Ο Φιλοποίμην Φίνος είχε πει κάποτε «Αν έχω ένα καλό σενάριο, δεν έχω ανάγκη από σταρ».
Σε όλα τα χρόνια της δημιουργίας του, η μόνιμη έγνοια του ήταν να βρίσκει καλά σενάρια που θα «ζωντανεύουν» οι σκηνοθέτες του. Πίστευε ακράδαντα ότι ακόμα και αν ένα σενάριο ήταν μεταφορά από θεατρικό έργο, η δουλειά του σεναριογράφου είχε μεγάλη σημασία, αφού έπρεπε να μεταφέρει όλη την ευαισθησία και τον προβληματισμό του συγγραφέα στην μεγάλη οθόνη.
Ταλαντούχοι σεναριογράφοι υπέγραψαν τις ταινίες της Φίνος Φιλμ, με πολλά από τα σενάριά τους να έχουν διακριθεί για την ευρηματικότητα και την πλοκή τους. Μέσα από τους εμπνευσμένους διαλόγους, τη σφιχτή ροή και τις αθάνατες ατάκες, οι σεναριογράφοι της Φίνος Φιλμ κατάφεραν να δημιουργήσουν ανεξίτηλα κινηματογραφικά διαμάντια, χαρίζοντας ποιοτική ψυχαγωγία σε πολλές γενιές Ελλήνων.
Η ταινία, "Εταιρία θαυμάτων" προβλήθηκε τη σαιζόν 1962-1963 και έκοψε 22.676 εισιτήρια.Ήρθε στην 33η θέση σε 82 ταινίες.-Ο Στέφανος Στρατηγός είναι γνωστός κυρίως για...