Ελάχιστες ερασιτεχνικές ηχογραφήσεις από τα κέντρα εκείνης της εποχής έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα. Είναι αυτονόητο λοιπόν πως η δημοσιοποίηση αυτού του ντοκουμέντου αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τη φράση μου και σχεδόν αμέσως έπεσα πάνω σε οκτώ σπάνιες ανέκδοτες ηχογραφήσεις που πραγματοποιήθηκαν σε Ελλάδα και Αμερική, από το 1974 ως το 1979. Τραγουδούν (με χρονολογική σειρά): Μανώλης Μητσιάς, Χάρις Αλεξίου, Γιάννης Πάριος, Μαρινέλλα, Τόλης Βοσκόπουλος, Γιάννης Καλατζής, Δήμητρα Γαλάνη και ο Γιώργος Νταλάρας με τον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο…
Είμαι βέβαιος πως όλοι έχετε ακούσει το τραγούδι που λέει «Ας ήτανε αληθινό, το όνειρο τ’ αποψινό… ». Δεν ξέρω πόσοι από εσάς το έχετε βιώσει… Σε μένα τουλάχιστον, έχει τύχει αρκετές φορές να βλέπω στα όνειρά μου πως ανακαλύπτω τέτοια πράγματα και στη συνέχεια, ξυπνώντας, να επιστρέφω στη «σκληρή» πραγματικότητα…
Εδώ όμως το «όνειρο» παρέμεινε αληθινό… Και οφείλουμε, από την πλευρά όλων νομίζω, να ευχαριστήσουμε τον χρήστη του youtube Louis Economopoulos για όλες αυτές τις αναρτήσεις.
Ο Μανώλης Μητσιάς τραγουδά σε ένα νυχτερινό κέντρο διασκέδασης της Νέας Υόρκης τον Ιούνιο του 1974.
Η Χάρις Αλεξίου τραγουδά στο νυχτερινό κέντρο «Τα Δειλινά» στην Γλυφάδα τον Ιούλιο του 1974.
Ο Γιάννης Πάριος τραγουδά στο νυχτερινό κέντρο «Τα Δειλινά» στην Γλυφάδα τον Ιούλιο του 1974.
Η Μαρινέλλα, ο Τόλης Βοσκόπουλος και ο Γιάννης Καλατζής τραγουδούν στο νυχτερινό κέντρο «Νεράιδα»τον Ιούλιο του 1974.
Η Χάρις Αλεξίου τραγουδά σε νυχτερινό κέντρο διασκέδασης της Νέας Υόρκης τον Ιούλιο του 1976.
Μια συνέντευξη με την Χάρις Αλεξίου στο νυχτερινό κέντρο διασκέδασης «Ελληνική Σπηλιά» στη Νέα Υόρκη τον Ιούλιο 1976.
Ο Γιάννης Πάριος και η Δήμητρα Γαλάνη τραγουδούν σε μια συναυλία που ηχογραφήθηκε στη Νέα Υόρκη τον Νοέμβριο του 1977.
Ολόκληρη η συναυλία του Γιώργου Νταλάρα με τον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο στο Θέατρο Λυκαβηττού στην Αθήνα το 1979 με τραγούδια και μουσική από το άλμπουμ «Σεργιάνι Στον Κόσμο», καθώς και παλαιότερες δημιουργίες του Μαρκόπουλου.
Η ταινία, “Οι εραστές του ονείρου” προβλήθηκε τη σαιζόν 1974-1975 και έκοψε 70.456 εισιτήρια. Ήρθε στην 5η θέση σε 47 ταινίες.
-Η ταινία στηρίζεται στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Γιάννη Δαλιανίδη, το οποίο παιζόταν για δύο συνεχόμενα χρόνια από το θίασο Λάσκαρη-Βοσκόπουλος.
Σκηνή από την ταινία, “Οι εραστές του ονείρου”
Περίληψη της ταινίας, “Οι εραστές του ονείρου”
Ένα λαϊκό παιδί του Πειραιά, ο Δημήτρης Καραθανάσης, εργάζεται το πρωί σε ναυπηγείο του Περάματος και τα βράδια τραγουδά σε μια ταβέρνα της περιοχής, προκειμένου να συντηρεί οικονομικά την οικογένεια μετά το θάνατο τους πατέρα τους, καθώς ο μικρότερος αδερφός του ο Γιώργος θεωρεί ότι μόνο κάνοντας διαρρήξεις θα ανακάμψουν οικονομικά. Ο Δημήτρης προκειμένου να τον συνετίσει, του προτείνει να κάνουν μαζί μια ληστεία για να του αποδείξει ότι είναι εύκολο να γίνει κάποιος πλούσιος κλέβοντας, αλλά δεν είναι τίμιο.
Μπαίνουν λοιπόν σε ένα τυχαίο πλουσιόσπιτο και ο θόρυβος που κάνουν ξυπνάει την κόρη της οικογένειας, τη Ζωή, η οποία καταλαβαίνει αμέσως ότι ο Δημήτρης δεν είναι επαγγελματίας κακοποιός και τον αφήνει να φύγει. Οι δύο νέοι συναντιόνται ξανά τυχαία στα ναυπηγείο που εργάζεται ο Δημήτρης καθώς κατά σύμπτωση ο ιδιοκτήτης του ναυπηγείου είναι ο νεαρός Χρήστος Σωτηρίου, ο μέλλων αρραβωνιαστικός της Ζωής.
Η αμοιβαία έλξη του Δημήτρη και της Ζωής από την πρώτη κιόλας στιγμή της γνωριμίας τους εξελίσσεται σε φλογερό έρωτα, που όμως η παρέμβαση συγγενών και φίλων δεν τους επιτρέπει να προχωρήσουν: από την μια, η οικογένεια της Ζωής -και ιδίως ο αδερφός της ο Λευτέρης- που θέλει να την παντρέψει με τον Σωτηρίου για να σωθούν από την οικονομική καταστροφή, και από την άλλη η οικογένεια του Δημήτρη, που ενώ εκτιμούν την Ζωή σαν άνθρωπο, δεν ξεχνούν ότι ο πατέρας της ο Κυριαζής ήταν υπεύθυνος για τον θάνατο του πατέρα τους.
Έτσι οι δύο νέοι χωρίζουν αναγκαστικά κάτω από τις πιέσεις των καταστάσεων που τους οδηγούν σε αδιέξοδο και ο Δημήτρης -προκειμένου να την ξεχάσει- βρίσκει διέξοδο στο τραγούδι. Με το πέρασμα του καιρού όμως καταφέρνει και γίνεται ένας διάσημος και πλούσιος τραγουδιστής, και φυσικά έρχεται και το πολυπόθητο happy end της ταινίας, αφού όντας πλέον πλούσιος και «με όνομα» παντρεύεται την αγαπημένη του με τις ευλογίες πλέον όλων…
Αυτή η γυναίκα ακόμη και μουστάκι θα σε βάλει να ξυρίσεις, έλεγε ο Γιάννης Βογιατζής στο Φαίδωνα Γεωργίτση το 1967 (στην ταινία, “Οι θαλασσιές οι χάντρες“), τονίζοντας τον συμβολισμό του μουστακιού ως στοιχείο αρρενωπότητας σε μια εποχή που ήδη ήταν αρκετά διαδεδομένο το ξύρισμά του.
Δεν βοήθησε καθόλου και η Ζωή Λάσκαρη, που βλέποντας τον Γεωργίτση ξυρισμένο τον κορόιδεψε: “Πώς έγινες έτσι; Α,χα,χα,χα,χα,χα,χα”!
Oκ, το σενάριο της ταινίας ήταν αρκετά πίσω από την εποχή του, όμως είναι γεγονός ότι για πάρα πολλά χρόνια το ξύρισμα του μουστακιού ήταν ένα θέμα ταμπού. Ειδικά το 19ο αιώνα, ακόμη και οι ηθοποιοί του θεάτρου δεν τολμούσαν να το ξυρίσουν – για την Ελλάδα μιλώντας πάντα.
Μπορεί να υποδύονταν κάποια προσωπικότητας της αρχαιότητας, π.χ. τον αμούστακο Μέγα Αλέξανδρο, όμως και πάλι εμφανίζονταν επί σκηνής είτε ως είχαν είτε – στην καλύτερη περίπτωση – βάζοντας ζυμάρι πάνω από τα μουστάκια τους, για να τ’ ασπρίσουν και να φαίνονται σαν κομμένα.
Η επανάσταση ήρθε το 1893 για τις ανάγκες της θεατρικής παράστασης “Φαύστα”, που έμεινε ιστορική για δύο λόγους. Ο πρώτος ήταν το ότι ανέβηκε ταυτόχρονα σε δύο θέατρα από τους θιάσους της Αικατερίνης Βερώνη και της Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου, που ήταν οι πρώτες “σταρ” του ελληνικού θεάτρου, χωρίζοντας τους οπαδούς τους σε βερωνικούς και παρασκευοπουλικούς. Ο δεύτερος λόγος, που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι ότι για πρώτη φορά οι άνδρες ηθοποιοί υποχρεώθηκαν να κόψουν τα μουστάκια τους.
Ο συγγραφέας του έργου, Δημήτρης Βερναδάκης, ήταν ξεκάθαρος: “Ακούστε να σας πω. Η παράσταση της Φαύστας απαιτεί πολλές θυσίες. Ως βλέπετε το δράμα είναι ρωμαϊκό και οι Ρωμαίοι ξυρίζονταν όλοι. Λοιπόν, αν θέλετε να παιχθεί, πρέπει να ξυρίσετε όλοι σας τα μουστάκια και τα γένια, αλλιώς το παίρνω και τραβώ πάλι για το νησί μου”. (Ο Βερναδάκης ζούσε στη Λέσβο).
Και ενώ οι ηθοποιοί του θιάσου της Βερώνη άκουγαν με αμηχανία τα πιο πάνω λόγια του θεατρικού συγγραφέα, ο Διονύσιος Ταβουλάρης, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ηθοποιούς της εποχής και όχι μόνο, σηκώθηκε από τη θέση του και ανακοίνωσε: “Εγώ πρόκειται να παίξω το πρόσωπο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Μεγάλου. Ε, λοιπόν θα ξυρίσω το μουστάκι μου για να γίνω Μέγας Κωνσταντίνος”.
Ο ένας μετά τον άλλο οι ηθοποιοί δήλωσαν την προθυμία τους να ξυριστούν κι εκείνοι, ενώ το ίδιο αποφάσισαν και οι ηθοποιοί από το θίασο της Παρασκευοπούλου – μεταξύ αυτών και ο Δημήτρης Κοτοπούλης, ο πατέρας της Μαρίκας Κοτοπούλη. Κι έτσι, οι ηθοποιοί των δύο αυτών θιάσων έγιναν το Σεπτέμβριο του 1893 οι πρώτοι που τα ξύρισαν – άσχετα αν το γεγονός τελικά επισκιάστηκε από την καλλιτεχνική κόντρα των πρωταγωνιστριών.
Μάλιστα, ο δημοσιογράφος και ιστορικός Θεόδωρος Βελλιανίτης παρομοίασε τον Βερναδάκη ως τον “Μπαϊρακτάρη του θεάτρου”, επειδή ο συνταγματάρχης Μπαϊρακτάρης – τότε διευθυντής της αστυνομίας Αθηνών – διέταζε να ξυρίζουν τα μαλλιά και το πρόσωπο των ταραξιών προς σωφρονισμό.
Όμως γενικότερα, δεν ήταν η πρώτη φορά που κάτοικος του ελληνικού κράτους τόλμησε να ξυρίσει μουστάκι. Και ενώ ο εντοπισμός του πραγματικά πρωτοπόρου είναι δύσκολο να γίνει, τον τίτλο αυτό διεκδικούσε ένας κάτοικος των Γαργαλιάνων, ονόματι Γεώργιος Οικονόμου.
Τον Αύγουστο του 1915, στην εφημερίδα “Σημαία” της Καλαμάτας γράφτηκε ένα χρονογράφημα, που υπονοούσε σαφώς ότι ο πρώτος που ξυρίστηκε καταγόταν από την περιοχή. Στις αρχές Σεπτεμβρίου της χρονιάς εκείνης, με επιστολή του στο “Νεολόγο” των Πατρών, ο Γεώργιος Οικονόμου αποκαλύφθηκε: “Ο κατά την σύγχρονον πραγματικήν εποχήν πρώτος ξυρίσας το μουστάκι του, είνε ο υποφαινόμενος”.
Και στη συνέχεια, διηγήθηκε πώς το ξύρισε για πρώτη φορά το έτος 1889. Ο Οικονόμου ήταν ήδη φοιτητής στην Αθήνα και το καλοκαίρι, όταν ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τους Γαργαλιάνους, από νεανικό παρορμιτισμό σκέφθηκε να κάνει έκπληξη στους συγχωριανούς του ξυρίζοντας το χοντρό μουστάκι του.
Όμως η έκπληξη δεν έγινε ευχάριστα δεκτή. Αντιθέτως, πολλοί χαρακτήρισαν την πράξη του “ανήθικη” και “προσβλητική για τα χρηστά ήθη”, άλλοι δε τον χαρακτήρισαν “μασόνο” και “αντίχριστο”, με αποτέλεσμα αυτός να κλειστεί στο σπίτι του για τρεις ολόκληρους μήνες, ώστε να αποφύγει την οργή τους.
Τι συμπτώσεις κι αυτές! Μπορεί τη σημερινή εποχή να μη θεωρείται ταμπού το ξύρισμα του μουστακιού (για την ακρίβεια αποτελεί επιταγή της μόδας το ξυρισμένο μουστάκι), όμως όποιος τολμάει να διαφοροποιηθεί από τα συνηθισμένα ακούει τις ίδιες κατηγορίες. Οι στενόμυαλοι άνθρωποι παραμένουν ίδιοι κι απαράλλαχτοι στις αντιδράσεις τους ανεξαρτήτως της χρονιάς πο αναγράφεται στο ημερολόγιο.
Καίτη Επισκόπου…το όνομα ίσως να μην λέει και πολλά στους νεότερους. Για εμένα όμως, η Καίτη είναι ένα μεγάλο όνομα του νεότερου ελληνικού πολιτισμού.
Αυτή τη σπουδαία Κυρία θέλω να σας γνωρίσω μέσα από το μικρό αυτό αφιέρωμα, ως ελάχιστο φόρο τιμής σε μια μεγάλη παρουσία που ομόρφυνε για δεκαετίες το χώρο του θεάματος.
Η Καίτη Επισκόπου γεννήθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 1934.
Από παιδί έδειξε την αγάπη της στο τραγούδι, καθώς από τα 9 της χρόνια – ως παιδί θαύμα – τραγουδούσε όμορφες μελωδίες του σπουδαίου Αττίκ.
Τότε ήταν που απέκτησε και το πρώτο «χαϊδευτικό» της, από τον Αττίκ.
Ο κορυφαίος μουσικοσυνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής τη βάπτισε «Μίς Μιση».
Δισκογραφικά η μικρή Καιτούλα θα ξεκινήσει την πορεία της με τα τραγούδια: «Κορίτσι μου γλυκό» και «Θα μου το θυμηθείς» (συνθέσεις των Ιωσήφ Ριτσιάρδη, Κώστα Κιούση και Σώτου Πετρά).
Τραγούδια που θ’ αγγίξουν το μουσικόφιλο κοινό της εποχής, όπως άλλωστε και όλα τα επόμενα σουξέ της.
Ανάμεσα στις μεγάλες επιτυχίες της ήταν τα: « Ζητάτε να σας πω», «Έλα για απόψε», «Παπαρούνα», «Να ζει κανείς η να μην ζει», «Δύο χειλάκια λένε σ’ αγαπώ», «Νινέτα», «Είδα τα μάτια», «Το τρεχαντήρι», «Κι όμως», «Τα τελευταία γιασεμιά» και «Κι αν μετανιώσουμε».
Την ίδια χρονική περίοδο εμφανίζετε και στο θεατρικό σανίδι, στις παραστάσεις «Άλλος για το φεγγάρι», «Νύχτες της Αθήνας», «Το τραμ το τελευταίο». Το 1956 θα κάνει ένα πέρασμα και από τη ταινία της Φίνος Φίλμ «Η Καφετζού», δίπλα στη Γεωργία Βασιλειάδου.
Στη συγκεκριμένη ταινία, όπως και στον «Ζηλιαρόγατο»(1956) του Γιώργου Τζαβέλλα, έχουν γίνει γυρίσματα στο κοσμικό κέντρο «Τζάκι», ιδιοκτησία της Καίτης.
Η νεαρή, τότε καλλιτέχνης, είχε ασχοληθεί και με τις επιχειρήσεις.
Έτσι μετά το Τζάκι (1955-1960) δημιούργησε τα: Μπουάτ (1960-1965: εδώ έγιναν γυρίσματα της θρυλικής ταινίας «Το Νησί των Γενναίων»), LOKANTA (1965-1969), Κοσμικό Κέντρο Καίτης Επισκόπου( 1970-1975) και Έλα για απόψε( 1975-1987).
Στα κοσμικά αυτά μαγαζιά τραγουδούσε και η ίδια.
Εκεί συνεργάστηκε με σπουδαία ονόματα όπως το Νίκο Γούναρη, τον Τώνη Μαρούδα, τον Τζίμη Μακούλη και το καλλιτεχνικό ζευγάρι Χρυσούλα Ζώκα και Μανώλη Καστρινό.
Η Καίτη γίνεται η «εισαγωγή» στη νυχτερινή Αθήνα. Μια εισαγωγή «δυνατή και πιασάρικη».
Εποχή άφησαν και οι εμφανίσεις της σε χώρες του εξωτερικού με έντονο το ελληνικό στοιχείο.
Από την Αμερική μέχρι την Κύπρο και από την Αγγλία εώς την Αίγυπτο.
Η προσωπική της ζωή σφραγίστηκε από έναν γάμο και τρία παιδιά…
Το 2005 η Καίτη Επισκόπου ταξίδεψε για τη γειτονιά των Αγγέλων, αφήνοντας όμορφες στιγμές, μελωδικές ,«τυπωμένες» σε δίσκους βινυλίου.
Η ζωή της ήταν ένα όμορφο παραμύθι, μια παράσταση πάνω σε μια σκηνή ή καλύτερα σε μια πίστα.
Μια ζωή «δεμένη» με την αθηναϊκή νύχτα.
Σήμερα που τα μουσικά είδη έχουν μπερδευτεί και ο κόσμος του θεάματος έχει ξεθωριάσει, η πολύ λουσάτη εποχή εκείνων των χρόνων εξακολουθεί να λάμπει με την Καίτη Επισκόπου να έχει δημιουργήσει τη δική της αυτοκρατορία στα μονοπάτια της διασκέδασης.
Άλλωστε τότε για να τραγουδήσεις στα κέντρα, δεν χρειαζόταν να έχεις κάνει επιτυχία σε δίσκο, να έχεις σουξέ, έπρεπε να έχεις φωνή!!!
Γράφει ο Ηλίας Τάσκου / δημοσιογράφος / iliasamfipoli@gmail
Φεστιβάλ Τραγουδίου και Κινηματογράφου, Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης, παλιοί κινηματογράφοι, τα καραβάκια και τα πάρτυ στην Αγία Τριάδα αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της Θεσσαλονίκης. Γνωρίστε μερικά από τα σημαντικότερα γεγονότα των περασμένων δεκαετιών, μέσα από τα εισιτήριά τους.
– Εισιτήριο από την συναυλία του Ντέμι Ρούσσου που πραγματοποιήθηκε το 1973 στα πλαίσια της 38ης Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης. Παρουσιαστής της γιορτής εγκαινίων ήταν ο Νίκος Μαστοράκης και το Παλαί Ντε Σπορ ήταν γεμάτο ασφυκτικά και τις δύο μέρες.
– Εισιτήριο από drive in κινηματογράφο της Θεσσαλονίκης. Οι παλαιότεροι θα θυμούνται την Αμερικανική μόδα που ξέσπασε τη δεκαετία του ’60 στους κινηματογράφους, με τα λεγόμενα drive in. Πιο συγκεκριμένα, είχαν στηθεί υπαίθριες γιγαντοοθόνες στις οποίες είχε κανείς πρόσβαση με το αυτοκίνητό του, μέσα από το οποίο παρακολουθούσε την ταινία.
Τα drive in, ήταν ιδέα του Richard M. Hollingshead, Jr. ενός νέου από το Camden, του New Jersey, ο οποίος εργαζόταν ως μάνατζερ στην εταιρεία του πατέρα του. Έμπνευση για τη πρωτότυπη δημιουργία του, αποτέλεσε η μητέρα του η οποία ήταν αρκετά εύσωμη, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να κάτσει στις κλασσικές θέσεις των θεάτρων και των σινεμά.
Με αφορμή αυτό το γεγονός και διάφορους άλλους λόγους, όπως το ότι ήταν πολύ οικονομικά, αν ήθελε να πάει μια ολόκληρη οικογένεια (αφού πλήρωνες μόνο για το αυτοκίνητο) θεώρησε πως η δημιουργία τους ήταν αναγκαία.Το πρώτο drive in άνοιξε στις 6 Ιουλίου του 1933 στο New Jersey.
Μέχρι το 1941 είχαν ανοίξει περισσότερα από 15 drive in στη Pennsylvania,το Los Angeles,το Ohio, τη California, τη Florida, το Maine, το Maryland, τη New York και το Texas. Συνήθως προβαλλόταν δυο ταινίες συνεχόμενα ενώ κατά τη διάρκεια της προβολής, ερχόταν πωλητές που προμήθευαν τους θεατές με ποπ κορν, κόκα κόλα κλπ. Μια συγκεκριμένη ραδιοφωνική συχνότητα εξέπεμπε τον ήχο της ταινίας, μέσα από το αυτοκίνητο του καθενός. Στην αρχή γνώρισαν μεγάλη απήχηση από τον κόσμο, η μόδα όμως σιγά σιγά ξεθύμανε.
-Εισιτήριο από το 25ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου. Πραγματοποιήθηκε από τις 1 έως 7 Οκτωβρίου 1984 στην αίθουσα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών και στα περίπτερα 8 και 12 της ΔΕΘ. Προβλήθηκαν έξι ταινίες μεγάλου μήκους και 17 μικρού στο διαγωνιστικό τμήμα, ενώ το πληροφοριακό περιλάμβανε πέντε ταινίες μεγάλου μήκους και 14 μικρού.
Η έναρξη του Φεστιβάλ έγινε με την εκτός συναγωνισμού προβολή της ταινίας «Ταξίδι στα Κύθηρα» του Θ. Αγγελόπουλου, που ήταν αφιερωμένη στους πρόσφατα εκλιπόντες Μάνο Κατράκη και Διονύση Παπαγιαννόπουλο κι έκλεισε με την τιμητική προβολή του «Ουρανού» του Τ. Κανελλόπουλου.
Οι παράλληλες εκδηλώσεις ήταν αφιερωμένες στην «Εθνική αντίσταση και στον ελληνικό κινηματογράφο» και στη «Μουσική στον ελληνικό κινηματογράφο». Επίσης, οι επαναληπτικές προβολές έγιναν στο περίπτερο 12 την ίδια μέρα, με μια ώρα διαφορά από την κανονική προβολή.
Στα βραβεία επικράτησαν η «Λούφα και παραλλαγή» και ο «Έρωτας του Οδυσσέα». Ο Νίκος Περράκης άκουσε έκπληκτος την βράβευσή του, που συνοδεύτηκε από θερμό χειροκρότημα, ενώ ο Βαφέας ήταν δυσαρεστημένος γιατί πήρε μόνο ένα ειδικό βραβείο. Λέγεται ότι ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής Αλέκος Σακελλάριος είχε δυσαρεστηθεί με προηγούμενες δηλώσεις του Κώστα Βουτσά, που κατέκρινε τις παλιότερες δουλειές του στο σινεμά και αναγνώριζε μόνο αυτή του Βαφέα και ήταν ανένδοτος στη μη βράβευσή του.
Πάντως όλα τα βραβεία χειροκροτήθηκαν, εκτός από κείνο του Σιοπαχά για την «Κάθοδο των εννέα». Η αίθουσα σείστηκε επίσης από ενθουσιασμό, όταν άκουσε ότι το βραβείο ΠΕΚΚ πηγαίνει εκτός από τον «Έρωτα του Οδυσσέα» και στην «Καρκαλού» του Τορνέ. Βραβευμένοι και μη πάντως, μετά την τελετή, ανανέωσαν το ραντεβού τους στου Κρικέλα κι έκλεισαν τις εκδηλώσεις του 25ου Φεστιβάλ με ένα τρικούβερτο γλέντι. Ήταν μια από τις πιο ήπιες χρονιές, χωρίς ιδιαίτερα παρατράγουδα, αλλά και χωρίς ταινίες μεγάλου βεληνεκούς, που θα δικαίωναν το Φεστιβάλ.
-Εισιτήρια αεροπλάνο από την μοναδική τότε Ολυμπιακή και κάρτες για τη θέση του επιβάτη μαζί με το εισιτήριο του λεωφορείου που πήγαινε τους ταξιδιώτες στο αεροδρόμιο.
-Εισιτήρια από το Λούνα Παρκ στην περιοχή της Σαλαμίνας. Εκεί που τώρα στεγάζεται το Τεχνικό επιμελητήριο, βρισκόταν το φημισμένο τότε Λούνα Παρκ της πόλης, όλοι οι μικροί Θεσσαλονικείς πέρασαν από εκεί. Αργότερα μεταφέρθηκε στο σημείο που τώρα έχει οικοδομηθεί το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Στα µέσα της δεκαετίας του 1990, το Λούνα Παρκ άρχισε να παρακμάζει και τελικά έκλεισε ενώ στη θέση του το 2000 εγκαινιάστηκε το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.
Χαρακτηριστικό του λούνα παρκ και «σήμα κατατεθέν» ήταν η μεγάλη ρόδα που φαινόταν από μακριά και από την οποία, όσοι ανέβαιναν, μπορούσαν να δουν όλη τη Θεσσαλονίκη
-Παλιά εισιτήρια του ΟΑΣΘ. Κόστιζαν μία δραχμή και τα αγόραζες από τον εισπράκτορα που τα εξέδιδε μέσα στο λεωφορείο.
-Εισιτήριο από γυμναστικές επιδείξεις γυμνασίων. Η γιορτή πραγματοποιούνταν στο τέλος της χρονιάς. Το συγκεκριμένο εισιτήριο είναι από το 1972, την περίοδο της χούντας.
-Εισιτήριο από συναυλία του Τζο Κόκερ στις 4 Ιουλίου του 1995, στο γήπεδο Χαριλάου στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της περιοδείας του με τίτλο Have A Little Faith Tour.
-Εισιτήριο από το Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδίου του 1977. Εκείνη τη χρονιά είναι η σειρά της Άννας Βίσση να πάρει το πρώτο βραβείο αν και η ίδια – σύμφωνα με δική της αφήγηση – δεν πίστευε ούτε για μια στιγμή ότι θα κέρδιζε. Συνθέτης και στιχουργός ο νικητής του 1972 Δώρος Γεωργιάδης και το «Ας κάνουμε απόψε μιαν αρχή» που ταίριαζε… γάντι στην περίπτωση της τραγουδίστριας, αφού ένα μήνα μετά κυκλοφορεί ο πρώτος προσωπικός δίσκος της με αυτόν τον τίτλο.
Η Βίσση ακόμη και σήμερα θεωρεί σταθμό στην καριέρα της το βραβείο του Φεστιβάλ. Αξίζει να σημειωθεί ότι εκείνη τη χρονιά ο Κύπριος Μιχάλης Βιολάρης ερμηνεύει το “Αγαπιόμαστε” και αποσπά το τρίτο Βραβείο.
-Παλιά εισιτήρια του ΟΣΕ.
-Εισιτήρια από παλιούς κινηματογράφους της Θεσσαλονίκης. Οι περισσότεροι σήμερα δεν υπάρχουν και τη θέση τους έχουν πάρει μπαρ, σούπερ μάρκετ, πολυκατοικίες κλπ.
-Εισιτήρια για θεατρική παράσταση από το Θεατρικό Εργαστήρι. Το Θεατρικό Εργαστήρι Θεσσαλονίκης αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες θεατρικές ομάδες της πόλης.
-Εισιτήρια από συναυλίες. Μάλιστα, στη συναυλία του διάσημου πιανίστα της τζαζ Chick Corea συνέβη ένα άσχημο περιστατικό. Κάποιος απο τους παρευρισκόμενους πέταξε ένα κουτάκι από αναψυκτικό πάνω στο πιάνο του καλλιτέχνη.
-Εισιτήρια από τις Γιορτές των Νεολαιών του ΠΑΣΟΚ και της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος. Γιορτή επίσης διοργάνωνε και η ΚΝΕ.
-Εισιτήριο από το πρώτο Διεθνές Φεστιβάλ Τζαζ στη Θεσσαλονίκη. Πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1984 και συνεχίστηκε μέχρι πρόσφατα, χάνοντας όμως μερικές διοργανώσεις. Το συγκεκριμένο Φεστιβάλ έγινε στον κινηματογράφο “Αλκαζάρ” στις 2 Δεκεμβρίου του 1984.
-Εισιτήρια από τα θρυλικά καραβάκια που μετέφεραν τους Θεσσαλονικείς σε Περαία – Μπαξέ – Αγία Τρίαδα. Οι Έλληνες τότε μπορεί να μην είχαν πολλά αυτοκίνητα αλλά υπήρχε ακτοπλοϊκή συγκοινωνία στον Θερμαϊκό! Τα καραβάκια έδεναν σε μια απλή αποβάθρα, επιβίβαζαν κόσμο και τον μετέφεραν από τη Θεσσαλονίκη στην Περαία, το Μπαχτσέ Τσιφλίκ και την Αγία Τριάδα.
Τη δεκαετία 1960 -1970 τα καράβια Λευκή, Ελλάς, Ευδοκία, Ναυτίλος, πήγαιναν κι ερχόταν όλη την ημέρα, μεταφέροντας κόσμο, που πήγαινε στην Περαία, στους Ν.Επιβάτες (Μπαξέ Τσιφλίκ) Αγία Τριάδα και Μηχανιώνα. Εκεί στα πεντακάθαρα νερά, κολυμπούσαν και μετά έτρωγαν δίπλα στην θάλασσα, στις ταβέρνες που μοσχοβολούσαν θαλασσινά.
Με τη «Λευκή» που έκανε τη διαδρομή σε μια ώρα, την «Ευδοκία» (50 λεπτά) ή την ταχύτατη για την εποχή της «Θεσσαλονίκη», στριμωγμένοι στην πλώρη για να γλιτώσουν το εισιτήριο και με ένα λουκουμά στην επιστροφή για να κόψουν την πείνα, πέρασαν αξέχαστα καλοκαίρια, αφού η Χαλκιδική ήταν ακόμη άγνωστη, μακρινή και απάτητη.
Τα ονόματα των καραβιών ήταν: Θεσσαλονίκη, Άννα Μαρία, Αλέξης, Ιουλία, Καμέλια, Αγγέλικα, Μακεδονία, Φανούλα, Ελλήσποντος, Θεσσαλονίκη II, Ευδοκία, Λευκή.
-Εισιτήρια από την οργανωμένη παραλία της Αγίας Τριάδας. Εκεί κατηφόριζαν οι Θεσσαλονικείς με τα πόδια από το σπίτι τους για να κάνουν μια βουτιά στα τότε καθαρά νερά του Θερμαϊκού: στην Αγία Τριάδα, το Μπαξέ Τσιφλίκι και την Περαία.
Η οργάνωση του κάμπινγκ της Αγίας Τριάδας ήταν πρωτοφανής για τα δεδομένα της εποχής. Την τιμητική τους είχαν και τα beach party όπου πρωταγωνιστούσαν μεγάλα συγκροτήματα των 60s, όπως οι Olympians.
Οι πιο φημισμένες περιοχές εντός πόλης, που οι Θεσσαλονικείς προτιμούσαν να κάνουν τα μπάνια τους, ήταν το Ταμαρίξ στην περιοχή του σημερινού Ποσειδωνίου και η πλαζ του ΕΟΤ στην Αρετσού της Καλαμαριάς.
-Εισιτήρια ποδοσφαιρικών αγώνων. Για την ιστορία το ματς Ηρακλή- ΑΕΚ έληξε 1-0 υπέρ του Ηρακλή.
Η δεκαετία του ’60 θεωρείται από πολλούς ως εκείνη που άλλαξε τα πάντα στη μουσική της πατρίδας μας. Σπουδαίοι συνθέτες άνοιξαν νέους δρόμους στο τραγούδι με τις δημιουργίες τους.
Παράλληλα όμως, αυτές ευτύχησαν να ερμηνευθούν από μια γενιά σπουδαίων τραγουδιστών και τραγουδιστριών που είτε ξεκίνησε τότε, είτε προϋπήρχε αλλά άκμασε στη συγκεκριμένη περίοδο.
Κλειώ Δενάρδου και Τέρυς Χρυσός
Η γυναικεία παρουσία στη μουσική σκηνή της χώρας μας, ήταν πάντα κάτι σαν νεωτερισμός, σαν κάτι όχι και τόσο σοβαρό, σαν κάτι που …θα περάσει. Και όμως, υπήρξαν τραγουδίστριες που έχτισαν μια καριέρα γεμάτη επιτυχίες και συναίσθημα. Νέες και όμορφες με φωνές που ξεχώριζαν και συνεργασίες που απογείωσαν την καριέρα τους. Κάποιες από αυτές θα θυμηθούμε τώρα.
ΚΛΕΙΩ ΔΕΝΑΡΔΟΥ
Η Κλειώ Δενάρδου άφησε τη δική της σφραγίδα στα μουσικά δρώμενα της χώρας μας τη χρυσή δεκαετία του ’60. Ο χαρακτηρισμός που την συνόδευε στο ξεκίνημα της καριέρας της ήταν «Αηδόνι της Κέρκυρας». Από μικρή είχε δείξει το ιδιαίτερο χάρισμα στη φωνή της αλλά και το ερμηνευτικό ταλέντο της.
Γεννήθηκε στις 25 Ιουνίου του 1936. Σε πολύ μικρή ηλικία εγκατέλειψε το νησί της και ήρθε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Εμπορική Σχολή Καλλιθέας ενώ ταυτόχρονα συμμετείχε στη Φιλαρμονική της περιοχής αφού έπαιζε κορνέτο.
Παράλληλα τελειώνει το Εθνικό Ωδείο με άριστα και έπειτα από εξετάσεις γίνεται δεκτή στο Εθνικό ίδρυμα Ραδιοφωνίας για να τραγουδά στις μουσικές εκπομπές του Σταθμού. Μεγάλη κατάκτηση για τη νεαρή Κλειώ.
Πολύ σύντομα έρχονται σημαντικές συνεργασίες με σπουδαίους συνθέτες και στιχουργούς αλλά και οι πρώτες ηχογραφήσεις σε δισκάκια 45 στροφών.
Το 1963 την βλέπουμε στην θεατρική παράσταση «Μαγική Πόλις» των Χατζιδάκι και Θεοδωράκη. Μια παράσταση που πραγματοποιήθηκε στο θέατρο «Πάρκ» της Λεωφόρου Αλεξάνδρας και είχε συναυλιακό χαρακτήρα χωρίς κείμενα και ηθοποιούς. Εδώ η Κλειώ τραγουδά τη «Μαργαρίτα Μαγιοπούλα».
Η Κλειώ Δενάρδου θεωρείται μία από τις πιο φεστιβαλικές τραγουδίστριες καθώς χρωστάει τη φήμη της αλλά και την καθιέρωση της, κατά κύριο λόγο στα φεστιβάλ που είχε πάρει μέρος. «Ο Θεός με βοήθησε και κέρδισα δύο πρώτα βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, δύο δεύτερα, δύο τρίτα, το πρώτο βραβείο ερμηνείας και το βραβείο για τις περισσότερες συμμετοχές», έχει πει αρκετά χρόνια αργότερα η ίδια.
Βραβεύτηκε επίσης στην Ολυμπιάδα τραγουδιού με το πρώτο βραβείο καθώς και στο φεστιβάλ της Βαρκελώνης, της Μαγιόρκα, του Ρίο Ντε Τζανέιρο, του Βελιγραδίου, της Βουλγαρίας και της Πολωνίας.
Επισκέφτηκε σχεδόν όλη την Ελλάδα και τραγούδησε στα πιο γνωστά κέντρα της πρωτεύουσας. Πραγματοποίησε επιτυχείς εμφανίσεις στην Αμερική, τον Καναδά, την Αυστραλία αλλά και την Ευρώπη και εμφανίστηκε στο Carnegy Hall της Νέας Υόρκης. Αυτή ήταν η ζωή της γεμάτη από μελωδίες, βραβεύσεις, διακρίσεις, δισκογραφία, θέατρο και κινηματογράφο…
Η Αλέκα Μαβίλη.
ΑΛΕΚΑ ΜΑΒΙΛΗ
Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60 και συγκεκριμένα το 1967, ένα κορίτσι με υπέροχα γατίσια μάτια, τραγουδούσε για ένα αγόρι με μάτια μελιά, στην ταινία του Θανάση Βέγγου «Bοήθεια! ο Bέγγος: φανερός πράκτωρ 000».
Εκείνο το κορίτσι δεν ήταν άλλο από την Αλέκα Μαβίλη, μια από τις πιο ξεχωριστές παρουσίες στο χώρο του τραγουδιού αλλά και του κινηματογράφου. Στο μιούζικαλ της Φίνος Φιλμ «Οι θαλασσιές οι χάντρες», όπου και έπαιζε και σαν ηθοποιός, η χαρακτηριστική της φιγούρα μέσα από το ρόλο της Μαρκησίας, που ενσάρκωσε, έχει μείνει κλασσική.
Στη συγκεκριμένη ταινία πρωτοτραγούδησε το «Βρέχει πάλι απόψε» που φυσικά έγινε μεγάλη δισκογραφική επιτυχία από την ίδια.
Ξεκίνησε την πορεία της στο τραγούδι δίπλα στους Μάνο Λοϊζο, Χρήστο Λεοντή και Μίμη Πλέσσα ενώ ακολούθησαν σπουδαίες συνεργασίες με τον Σταύρο Ξαρχάκο, Γιάννη Σπανό, Νότη Μαυρουδή και άλλους.
Το 1970 κάνει ακόμη μια σπουδαία εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη, στο μουσικό φιλμ του Κώστα Ασημακόπουλου «Όμορφες μέρες» ενώ ένα χρόνο πριν είχε ηχογραφήσει το άλμπουμ «Όλο το καλοκαίρι», από τα καλύτερα της ελληνικής δισκογραφίας.
Με την έλευση της τηλεόρασης στη χώρα μας υπήρξε από τις πρώτες τηλεπαρουσιάστριες και φυσικά η εντυπωσιακή εμφάνιση της χρησιμοποιήθηκε και στα πρώτα ελληνικά σίριαλ,το «Σπίτι με τον Φοίνικα» και «Ο άνθρωπος δίχως πρόσωπο».
Σήμερα η Αλέκα Μαβίλη έχει αποσυρθεί από τον χώρο του θεάματος, αφήνοντας τη λαμπερή της εικόνα να μαγεύει και το νεότερο κοινό της….
Επετειακή Εορταστική Εκδήλωση 4 Χρόνων & 3α Θεατρικά Βραβεία της επιτυχημένης διαδικτυακής εκπομπής «Ηθοποιός σημαίνει φως».
Η διαδικτυακή εκπομπή «Ηθοποιός σημαίνει φως», που παρουσιάζει ο ηθοποιός Βασίλης Σαμαριτάκης μέσα από την συχνότητα του dailytvradio.gr, κλείνει 4 χρόνια επιτυχημένης πορείας (140 συνεντεύξεις σε σημαντικούς ηθοποιούς, όπως Γιάννη Μόρτζο, Κώστα Καζάκο, Σπύρο Φωκά, Άννα Φόνσου, Κώστα Βουτσά, Γιάννη Βόγλη, Μάρθα Καραγιάννη, Μέλπω Ζαρόκωστα, Δέσποινα Στυλιανοπούλου, Νίκο Βανδώρο κ.ά.) και γιορτάζει μαζί με σημαντικά πρόσωπα του Θεάτρου και του Κινηματογράφου, στο θέατρο Χυτήριο (Ιερά Οδός 44, Κεραμεικός, τηλ.: 210 3412313), την Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017 και ώρα 20.45.
Η εκδήλωση θα έχει και τιμητικό χαρακτήρα. Ύστερα από ανοιχτή ψηφοφορία στο διαδίκτυο, θα γίνει απονομή βραβείων προσφοράς στους ηθοποιούς: Αντώνη Αντωνίου, Νίκο Βανδώρο, Μανώλη Δεστούνη, Δημήτρη Καταλειφό, Σπύρο Μπιμπίλα και Κάρμεν Ρουγγέρη.
Θα δοθεί, επίσης, βραβείο μετά θάνατον για την συνολική προσφορά του στο θέατρο και τον πολιτισμό, στον ηθοποιό Χρήστο Πάρλα. Το βραβείο θα παραλάβουν οι κόρες του, Χριστίνα και Τζωρτζίνα. Για τον Χρήστο Πάρλα θα μιλήσει η ηθοποιός Κατερίνα Χέλμη.
Τέλος, θα τιμηθεί με βραβείο ο χορογράφος Σίμων Πάτροκλος.
Την εκδήλωση θα παρουσιάσουν οι ηθοποιοί Σπύρος Μπιμπίλας και Βασίλης Σαμαριτάκης.
Την οργάνωση-επιμέλεια και σκηνοθεσία της εκδήλωσης υπογράφει ο Βασίλης Σαμαριτάκης.
Παραγωγή video: Blue Team, Κώστας Δημητρακόπουλος – Ειρήνη Κουμαρέλη.
Θα τραγουδήσουν και θα παίξουν οι ηθοποιοί-τραγουδιστές:
Η ηθοποιός και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ ήθελαν να αποκτήσουν ένα παιδί και τα κατάφεραν με την βοήθεια της Μεγαλόχαρης. Άλλωστε, αυτός ήταν και ο λόγος όπου βάφτισαν εκεί τον γιο τους Γιάννη.
Το ιδιόχειρο σημείωμα του ζευγαριού για τα ευχαριστήρια στην Παναγία είχε αφήσει εποχή. «Θεέ μου σ’ ευχαριστώ. Το παιδί μου μου το χάρισε η Μεγαλόχαρη» είχε γράψει η Αλίκη Βουγιουκλάκη κι από κάτω είχε γράψει ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ: «Είναι η πιο ωραία μέρα της ζωής μου. Ευχαριστώ την Παναγία».
Η ηθοποιός είχε μίλησει για την γνωριμία της με τον άντρα της ζωής της και το πώς κατάφεραν να κρατήσουν ζωντανή την σχέση τους.
-Τον είδα στη σχολή του Εθνικού, ερχόταν για δουλειές επειδή παράλληλα διατηρούσε καλλιτεχνικό φωτογραφείο στην Αγίου Μελετίου, και τον ερωτεύτηκα σφοδρά.
Ηταν ήδη πολύ γνωστός ηθοποιός από τις ταινίες του κι εγώ ήμουνα φανατική θαυμάστριά του.
Η αλήθεια είναι πως είχαμε μεγάλη διαφορά ηλικίας, αφού εγώ τότε ήμουν 18 χρόνων κι εκείνος 36, αλλά εμένα μου άρεσε πολύ.
Και τι δεν έκανα για να με προσέξει.
Με διάφορα προσχήματα έδιωχνα τον παππού μου που ερχόταν για να με πάρει από τη σχολή, μπας και με συνοδεύσει ο Σπύρος, αλλά εκείνος δεν μου έδινε σημασία.
Επί τρεις μήνες έκλαιγα και χτυπιόμουν λόγω της αδιαφορίας του.
Αργότερα μου είπε πως του άρεσα από την πρώτη στιγμή αλλά φοβήθηκε, γιατί με θεώρησε πολύ ψηλή και πολύ όμορφη και είπε «αυτή η γυναίκα θα με ταλαιπωρήσει».
Δηλαδή κράτησε πισινή από φόβο.
Κάποια στιγμή όμως δεν άντεξε και μου αποκάλυψε τον έρωτά του μέσω ενός ποιήματος που είχε γράψει για μένα και μου το απήγγειλε» εξήγησε σε καθημερινή εφημερίδα και συνέχισε:
-Τα πρώτα χρόνια, μέχρι να στεριώσει καλά ο γάμος μας, ζήλευε, αλλά δεν το έδειχνε.
Το 1958 η Φίνος Φιλμ παρουσιάζει την πιο ακριβή παραγωγή της μέχρι τότε, το «Μια Ζωή Την Έχουμε» με τη διάσημη Ιταλίδα ηθοποιό ελληνικής καταγωγής, Υβόν Σανσόν, να συμπρωταγωνιστεί δίπλα στον ταλαντούχο Δημήτρη Χόρν.
Μια εμπνευσμένη ιστορία, με άψογη ανάπτυξη και ολοκλήρωση, διδακτική και ψυχαγωγική στο έπακρο! Ερμηνείες σε υψηλότατο επίπεδο, κατόπιν άριστης διαχείρισης των ηθοποιών. Παραγωγή ιδιαίτερα μεγάλου βεληνεκούς για τα εγχώρια δεδομένα.
Αρχικοί πρωταγωνιστές της ταινίας ήταν ο Βασίλης Λογοθετίδης και η Αλίκη Βουγιουκλάκη, όμως αφενός ο Λογοθετίδης ήταν πολύ άρρωστος και δεν μπορούσε να παίξει, αφετέρου ο ρόλος της Αλίκης αποφασίστηκε τελικά να δοθεί σε Ευρωπαία σταρ για να προωθηθεί η ταινία στο εξωτερικό. Ο Φίνος διάλεξε την Ιταλίδα σταρ Υβόν Σανσόν.
Η Υβόν Σανσόν.
Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη από Τουρκάλα μητέρα και Γάλλο ρωσικής καταγωγής πατέρα έκανε το ντεμπούτο της στο σινεμά με την ταινία «Ο Άγγελος της Νύχτας», στις αρχές της δεκαετίας του 1940.
Μετά την συμμετοχή της στην ταινία του Φίνου πρωταγωνίστησε και σε άλλες παραγωγές του παγκόσμιου κινηματογράφου,όπως: «Λευκή σάρκα, μαύρη ψυχή» (1961), «Ο κομφορμίστας» ενώ το 1972 συμμετείχε στην ταινία «Θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι εμείς» του Κωστή Ζώη.
Η άφιξη της Σανσόν στην Αθήνα το 1957-58 έκανε πάταγο, διοργανώθηκαν δεξιώσεις, πάρτι και σε μια φωτογραφία από το Ηρώδειο, το καλοκαίρι του ’57, διακρίνεται ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής να έχει γυρίσει και να παρατηρεί τις γάμπες της.
Ο τύπος της αφιέρωσε εκτενή ρεπορτάζ και εξώφυλλα, όσο και για τον ίδιο τον Φίνο, ο οποίος προκειμένου να την υποδεχτεί, έκανε ανακαίνιση στα στούντιό του και αγόρασε υπερσύγχρονα μηχανήματα.
Το ρεπορτάζ της εποχής αναφέρει ότι ακόμα και οι τουαλέτες ανακαινίστηκαν για χάρη της Σανσόν.
Επειδή όμως η Σανσόν ήξερε να ψελλίζει μόνο λίγα ελληνικά, ντουμπλαρίστηκε από την ηθοποιό Θεανώ Ιωαννίδου, παρόλο που ο Φίνος ήταν πάντα εναντίον του ντουμπλάζ.
Για την ιστορία να πούμε ότι στη στο φιλμ «Μια Ζωή Την Έχουμε» κάνει ένα γρήγορο πέρασμα ως καφετζής ο μετέπειτα πρωταγωνιστής ερωτικών ταινιών Κώστας Γκουσγκούνης.
Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις σκοτεινές αίθουσες στις 9 Μαΐου του 1958 χωρίς ιδιαίτερη εμπορική επιτυχία με αποτέλεσμα ο Φίνος να χάσει πολλά χρήματα.
Η Υβόν Σανσόν μετά την πρεμιέρα της ταινίας επιστρέφει στην Ιταλία και συνεχίζει την καριέρα της στην μεγάλη οθόνη κάνοντας περιορισμένες εμφανίσεις.
Ξεχωριστές οι συμμετοχές της στις ταινίες ”This angry age” (1958) του Ρενέ Κλεμάν, στο πλάι του Άντονι Πέρκινς και ”World of miracles” (1959) του Λουίτζι Καπουάνο με τη Βίρνα Λίζι.
Η Υβόν δεν υπήρξε ποτέ πρώτο όνομα. Ήταν μία στάρλετ που εμφανιζόταν σε λαϊκές ταινίες κυρίως αισθηματικές κομεντί.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της τα πέρασε στη Μπολόνια της Ιταλίας κοντά στην κόρη της Τζάνα, έχοντας σταματήσει τον κινηματογράφο.
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 78 ετών, στις 23 Ιουλίου 2003.
Το 1970 και μετά από σειρά εμφανίσεων στην Αμερική, ο Γιώργος Ζαμπέτας βρίσκεται για ξεκούραση στο Λονδίνο. Εκεί τον βρίσκει ο θάνατος του στενού του συνεργάτη, κορυφαίου στιχουργού Χαράλαμπου Βασιλειάδη ή Τσάντα…
Ο λόγος στον ίδιο τον Ζαμπέτα, που μέσα από τις συζητήσεις του με την Ιωάννα Κλειάσιου, θυμάται: Με παίρνουνε τηλέφωνο τα παιδιά μου και μου λένε, μπαμπά πέθανε ο κύριος Βασιλειάδης. Κόκαλο εγώ. Πέθανε ο Μπάμπης. Κοκάλωσα. Μου ‘λειψε ένα κομμάτι από πάνω μου…
Γύρισα αμέσως και πάω στο σπίτι τους. Μου λέει η κυρα-Άννα ότι την ώρα που πέθαινε άνοιξε την τσάντα του και έδωσε ένα τραγούδι για μένα. Το «Πού’ σαι Θανάση»». Σημαδιακό τραγούδι…
Με έλεγε γιο του ο Τσάντας. Δεν είχε παιδιά, άκληρος ήταν. Αφού τα ποσοστά του απ’τα τραγούδια που κάναμε ήταν κανονικά το 50% κι ο γέρος ήθελε το ένα τρίτο.
Έλεγε πως τα άλλα ανήκουνε στα εγγόνια του, τα δικά μου παιδιά δηλαδή. Χρυσός άνθρωπος, μας αγαπούσε πάρα πολύ. Μεγάλος θησαυρός για το ελληνικό τραγούδι, απ’τους μεγαλύτερους!
To τραγούδι ηχογραφήθηκε το 1973, συμπεριλήφθηκε στο μεγάλο δίσκο του Ζαμπέτα «Μάλιστα κύριε», που κυκλοφόρησε από την Οlympic και αποτέλεσε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του λαϊκού συνθέτη στα χρόνια μετά το ’70…
Κι αν το «Στέκι του Θανάση» έγινε τεράστια επιτυχία, δεν συνέβη το ίδιο με το «Στέκι του Αναστάση» που ακολούθησε ένα χρόνο αργότερα.
Το 1974 ηχογραφήθηκε στη μικρή εταιρεία Venus ένας δίσκος με τίτλο «Παλιά φρουρά» με τον σπουδαίο τραγουδιστή του ρεμπέτικου Οδυσσέα Μοσχονά και τον Μητσάρα (Δημήτρης Φράτης ή Κουλουριώτης), για τον οποίο μέσα από πληροφορίες που αντλούμε από το διαδίκτυο μαθαίνουμε πως:
Γεννήθηκε το 1914 στον Πειραιά από πατέρα Κουλουριώτη και μάνα Πειραιώτισσα. Πέθανε το 1978 στην Αθήνα. Συνέχισε την οικογενειακή παράδοση στη μουσική αφού ο πατέρας του έπαιζε κλαρίνο και δυο θείοι του έπαιζαν ούτι και μπουζούκι. Ξεκίνησε με κλαρίνο στα 1925 και μετά το 1930 αφοσιώθηκε στα μπουζούκι.
Από το 1932 δούλεψε επαγγελματικά και με δικό του συγκρότημα από το 1934. Μέχρι το θάνατό του τραγουδούσε, έπαιζε μπουζούκι και έγραφε γνήσιο ρεμπέτικο. Εκτός από ρεμπέτικα έγραψε και τραγούδησε και δημοτικά και μάλιστα στα αρβανίτικα.
Δούλεψε με πολλούς από τους μεγάλους του ρεμπέτικου: «…Ήμουν 21 χρονών, όταν στο πανηγύρι στη Φανερωμένη δούλεψα πλάι στο Μάρκο, το Μπάτη, τον Αρτέμη και το Μπαγιαντέρα». Και συνεχίζει: «Ο Μάρκος ήταν το Άλφα. Το άλφα κεφαλαίο και βάλε δίπλα ένα χιλιόμετρο τόνους. Όλοι αυτόν παριστάναμε…» Μερικά από τα τραγούδια του: «Για κοίταξέ με εσύ καλά», «Γρι-γρι», «Είμαι άντρας καθώς πρέπει», «Κάποτε ήμουνα κι εγώ παιδάκι», «Είχα πέντε τάλιρα», κ.ά …
Μέσα στο δίσκο «Παλιά φρουρά» υπήρχαν δημιουργίες του Οδυσσέα Μοσχονά. Ανάμεσά τους και «Το στέκι του Αναστάση» με στίχους, σαφώς επηρεασμένους από τον «Θανάση» του Τσάντα και του Ζαμπέτα…. Τραγουδά ο Μητσάρας…
Το jukebox είναι μια ημιαυτόματη συσκευή αναπαραγωγής μουσικής, συνήθως λειτουργεί με κέρματα, η οποία μπορεί να παίξει επιλεγμένα τραγούδια (ή ολόκληρους δίσκους) από μία εσωτερική “βιβλιοθήκη” δίσκων.
Ένα συνηθισμένο jukebox είναι αρκετά μεγάλο με στρογγυλό το πάνω μέρος και έχει χρωματιστό φωτισμό στα πλαϊνά του που φτάνει μέχρι το πάνω του μέρος. Το κλασικό jukebox έχει κουμπιά με γράμματα και αριθμούς τα οποία όταν συνδυάζονται χρησιμοποιούνται ώστε να βρεθεί ένα συγκεκριμένο τραγούδι από κάποιο δίσκο.
Μουσικά κουτιά που λειτουργούσαν με κέρματα καθώς και αυτόματα πιάνα δημιούργησαν σημεία αυτόματης αναπαραγωγής μουσικής (που πληρώνονταν “με το κομμάτι”) σε διάφορα σημεία όπως Λούνα πάρκ και άλλους δημόσιους χώρους (όπως για παράδειγμα σταθμούς τρένων στην Ελβετία) λίγες δεκαετίες πριν την εμφάνιση των αξιόπιστων φωνόγραφων που λειτουργούσαν με κέρματα. Μερικά από αυτά τα αυτόματα μουσικά μηχανήματα ήταν πολύ καλά κατασκευασμένα και επέζησαν έως σήμερα στα χέρια συλλεκτών και μουσείων.
Αλλά μακροπρόθεσμα δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν εμπορικά με το jukebox καθώς περιορίζονταν στο μουσικό όργανο (ή όργανα) το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί κατά την κατασκευή τους και δεν μπορούσαν να αναπαράγουν την ανθρώπινη φωνή. Ο απόγονος του jukebox που ονομαζόταν Φωνόγραφος με κερματοδέκτη, ήταν το πρώτο μέσο εγγραφής μουσικής διαθέσιμο στο κοινό, πριν από η μαζική παραγωγή μουσικού εξοπλισμού γίνει συνηθισμένη. Τέτοιες μηχανές άρχισαν να παράγονται μαζικά το 1889και χρησιμοποιούσαν κυλίνδρους για την εγγραφή του ήχου.
Οι πρώτες μηχανές έπαιζαν μόνο ένα κομμάτι (διάρκειας περίπου 2 λεπτών μουσικής), αλλά σύντομα δημιουργήθηκαν συσκευές που επέτρεπαν στους πελάτες να επιλέγουν μεταξύ πολλών κομματιών. Το 1910 ο κύλινδρος σταδιακά αντικαταστάθηκε από τον δίσκο γραμμόφωνου.
Ο όρος Juke box (προφέρεται Τζουκ-μποξ) άρχισε να χρησιμοποιείται στις Ηνωμένες Πολιτείες στηδεκαετία του 1930, είτε από την Αφροαμερικάνικη λέξη jook που σημαίνει χορός είτε από τους κριτικούς οι οποίοι έλεγαν ότι θα προωθήσουν την εγκληματική συμπεριφορά, και προήλθε από το ψεύτικο οικογενειακό όνομα Juke. Ο δίσκος από Shellac των 78 στροφών το λεπτό κυριαρχούσε μέχρι που η εταιρεία Seeburg παρουσίασε το jukebox με δίσκο 45 στροφών από βινύλιο το 1950.
Από τη δεκαετία του 1980 τα CD (Compact Discs) έγιναν το συνηθισμένο μέσο στα μοντέρνα jukebox. Στο τέλος του 20ού αιώνα οι εταιρείες παρουσίασαν πλήρως ψηφιακά jukebox τα οποία δεν χρησιμοποιούσαν CD, αλλά κατέβαζαν την μουσική από το ίντερνετ, ή χρησιμοποιώντας μία ξεχωριστή τηλεφωνική γραμμή και ειδικό πρωτόκολλο επικοινωνίας.
Παράλληλα εκτός από το “κατέβασμα” μίας μεγαλύτερης ποικιλίας μουσικών επιλογών τα ψηφιακά jukebox στέλνουν πίσω και πληροφορίες για το ποια κομμάτια παίζονται και πότε, ανοίγοντας νέες εμπορικές οδούς.
Τα Jukebox και οι πρόγονοί τους ήταν ιδιαίτερα επικερδή από το 1890 και πέρα. Ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή από το 1940 μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1960, και ιδιαίτερα τηνδεκαετία του 1950. Σήμερα συχνά συσχετίζονται με την μουσική Ροκ, αλλά ήταν και πολύ δημοφιλή την εποχή του Σουίνγκ (Swing). Για αυτό το λόγο μαγαζιά και εστιατόρια με ρετρό στυλ συχνά έχουν jukebox.
Τα πρώτα jukebox ήταν απλά ξύλινα κουτιά με κερματοδέκτες και μερικά πλήκτρα. Στο πέρασμα του χρόνου άρχισαν να διακοσμούνται όλο και πιο πολύ, χρησιμοποιώντας χρώμιο, χρωματιστούς φωτισμούς, περιστρεφόμενα φώτα και διάφορα άλλα εφέ.
Πολλοί θεωρούν την δεκαετία του 1940 “χρυσή εποχή” του jukebox όπου ήταν διακοσμημένα με γοτθικού στυλ με καμπύλες σαν ηλεκτρικό ουράνιο τόξο. Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και η οικονομική κρίση είχαν περάσει και έτσι νέα σχέδια αντικατοπτρίζανε την νέα διάθεση. Ακόμα πριν από αυτό τα διακοσμημένα jukebox ήταν μία από τις λίγες εξόδους διαφυγής από τα προβλήματα αυτά.
Η αισθητική προχώρησε από τα απλά ξύλινα κουτιά στις αρχές του 1930 σε πανέμορφα φωτιστικά με πλαστικά τύπου μαρμάρου και κίνηση χρωμάτων στο μοντέλο της Wurlitzer 850 Peacock το 1942. Αλλά, όταν οι Η.Π.Α. μπήκαν στον πόλεμο, το μέταλλο και το πλαστικό ήταν απαραίτητα για τον πόλεμο και η παραγωγή jukebox περιορίστηκε.
Το 1943 το Wurlitzer 950 είχε ξύλινoυς κερματοδέκτες για εξοικονόμηση μετάλλου. Πρέπει να σημειωθεί ότι, επειδή οι μηχανισμοί ήταν μεταλλικοί, δεν παράγονταν εκείνο τον καιρό, αλλά αντίθετα υπήρχε ένα ξύλινο πλαίσιο, στο οποίο έμπαινε το εσωτερικό του jukebox.
Και, επειδή πολλοί μηχανισμοί ήταν χειροποίητοι, πολλά από τα μηχανήματα είχαν τμήματα που δεν χωρούσαν και απαιτούσαν τροποποιήσεις. Το 1943 το Wurlitzer Victory είχε γυάλινα φωτιστικά μέρη αντί για πλαστικά. Μετά τον πόλεμο τα υλικά έγιναν πάλι διαθέσιμα οπότε και η επιτυχία των jukebox επέστρεψε.
Το μοντέλο 1015-Bubbler της Wurlitzer είναι το πιο κλασικό και δημοφιλές σχέδιο για jukebox. Πολλά από αυτά συνέχισαν να λειτουργούν μέχρι τα 1950 και συσχετίζονται με την λαϊκή κουλτούρα αυτής της δεκαετίας παρόλο που η προέλευσή τους ήταν από τη δεκαετία του 1940. Ο λόγος είναι η μοναδική ανάδειξη την εμφάνισής τους και η μαζική παραγωγή τους. Σχεδιασμένα από τον στυλίστα Paul Fuller, φημολογείται ότι όταν οι εταιρείες παραγωγής μουσικού εξοπλισμού οδηγήθηκαν στην προσπάθεια υπέρ του πολέμου, εκείνος είχε περισσότερο χρόνο να ασχοληθεί με την σχεδίαση της αισθητικής. Ο πλεονάζον αυτός χρόνος έφερε ως αποτέλεσμα ένα από τα καλύτερα σχέδια αυτής της κουλτούρας.
Μετά τη δεκαετία του ’40 τα σχέδια πήραν την μορφή κουτιού και “hi-tech”, αποστασιοποιημένα από τις κλασσικές επιρροές όπως αυτή της Αρχαίας Ελλάδας, τηςαναγέννησης, και των γοτθικών μορφών των μοντέλων της δεκαετίας του ’40. Επίσης, τα μεταγενέστερα μοντέλα απαιτούσαν περισσότερο χώρο για τον αυξανόμενο αριθμό δίσκων, μειώνοντας τον χώρο για την διακόσμηση. Αυτό οφείλεται μερικώς στην βελτιωμένη τεχνολογία αποθήκευσης και αποστολής δίσκων και μερικώς στην μετάβαση από τους δίσκους 78 στροφών σε αυτούς των 45 στροφών, που ήταν πιο μικροί.
Τα Jukebox της εποχής του 1940 αποκαλούνται jukebox της Χρυσής εποχής, λόγω της χρήσης του κίτρινου πλαστικού, ενώ αυτά της δεκαετίας του ’50 αποκαλούνται ως της Αργυρής εποχής, λόγω της δεσπόζουσας χρήσης χρωμίου.
Ο Μέμος Μπεγνής γεννήθηκε στις 20 Νοεμβρίου του 1974 και είναι Έλληνας ηθοποιός. Η καριέρα του ξεκίνησε εντελώς τυχαία, όταν έπαιζε πιάνο σε μία παράσταση της Κάτιας Δανδουλάκη, η...
Το 1964 η Μαρία Πλυττά σκηνοθετεί την ταινία με τον τίτλο «Ο ανήφορος», σε παραγωγή Σάββα Φιλμ (Σάββας Πυλαρινός, Νίκος Βαρβέρης), στηριζόμενη σε ένα...