Το 1964 η Μαρία Πλυττά σκηνοθετεί την ταινία με τον τίτλο «Ο ανήφορος», σε παραγωγή Σάββα Φιλμ (Σάββας Πυλαρινός, Νίκος Βαρβέρης), στηριζόμενη σε ένα πολύ σημαντικό κοινωνικό ζήτημα, που αφορά στην αποκατάσταση των γυναικών μετά το σχολείο. Αποκτάσταση επαγγελματική, αλλά και προσωπική.

Έτσι, αποφάσισε να παρουσιάσει τρεις διαφορετικές όψεις ζωής, μέσα από την πορεία τριών κοριτσιών, δίνοντας έμφαση σε εκείνη που αναφέρεται στην ηθική πλευρά.

Το καστ πολύ καλό και ελπιδοφόρο: Γιάννης Φέρτης, Ξένια Καλογεροπούλου, Βαγγέλης Καζάν, Μαρία Αλκαίου, Βύρων Πάλλης, Καίτη Παπανίκα, Βάσος Ανδρονίδης, Κούλης Στολίγκας, Νίκος Τσούκας, Γιώργος Βλαχόπουλος, Λιάκος Χριστογιαννόπουλος, Κλαίρη Δεληγιάννη, Στάθης Χατζηπαυλής, Έρρικα Μπρόγερ, Μαργαρίτα Μπρόγερ, Δημήτρης Παπαϊωάννου, Γιώργος Βλάχος.

Η υπόθεση ήθελε τρεις μαθήτριες να μοιράζονται τα όνειρά τους για την μελλοντική πορεία τους μετά το σχολείο.

Η Γιάννα ήταν το ηθικό στοιχείο της ταινίας. Θέλει να δουλέψει, να γίνει οικονομικά ανεξάρτητη και μετά, εάν βρει τον άνθρωπο που θα μιλήσει στην καρδιά της, να παντρευτεί και να δημιουργήσει οικογένεια.

Η Κατερίνα θέλει απλά να παντρευτεί και να ασχολείται με τα παιδιά που θα κάνει, και η τρίτη της παρέας θέλει να λύσει το οικονομικό της πρόβλημα μέσα από έναν πλούσιο γάμο.

Δεν την νοιάζουν οι αγάπες και οι έρωτες, δεν θέλει παιδιά, θέλει να έχει μια ζωή γεμάτη «χρήματα», έστω κι αν πρέπει να παντρευτεί χωρίς αγάπη. Ο φακός επικεντρώνεται τελικά στην ζωή της Γιάννας που μοιάζει ανήφορος.

Μένοντας σταθερή στα πιστεύω της, ψάχνει για δουλειά.

Όταν μετά από ένα χρόνο καταφέρνει να την βρει στα γραφεία ενός εργοστασίου, το αφεντικό της ο κύριος Γεωργίου (Βύρων Πάλλης) της «ρίχνεται» και εκείνη τον τραυματίζει σοβαρά. Κι εκεί ξεκινά ο πραγματικός ανήφορος για την κοπέλα, που υποδύεται η Ξένια Καλογεροπούλου.

Η μουσική της ταινίας ήταν του Μίμη Πλέσσα.

Η ταινία δεν πήγε καλά εισπρακτικά, τόσο γιατί η διανομή της ήταν περιορισμένη, όσο και εξαιτίας της προσέγγισης των σοβαρών αυτών ζητημάτων, με έναν τρόπο μάλλον υπερβολικό, όπως αποτυπώνεται και στις κριτικές της εποχής.

Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, είναι άξια προσοχής, γιατί αποτελεί μια εξαιρετική ηθογραφία που μπορεί σήμερα να μοιάζει ξεπερασμένη, αλλά παραμένει ακόμα ζωντανή ως προβληματισμός και ως τρόπος ζωής.