Χριστούγεννα 1932 στην Παλιά Αθήνα

«Σας δίδω μίαν συμβουλήν: Του χρόνου, την παραμονήν των Χριστουγέννων, εάν δεν έχετε πού να πάτε, εάν δεν ξεύρετε πώς να περάση λίγο η ώρα σας, σας συνιστώ να κάμετε μια βόλτα στην αγορά.

Παραξενεύεσθε; Έχετε άδικον. Διότι είνε αναμφισβήτητον ότι η παραμονή εις την αγοράν των Αθηνών κατά την παραμονήν των Χριστουγέννων είνε τόσον προβληματική όσον και… διασκεδαστική!

 /></p>
<p>Κύματα ανθρώπων, συνανθρώπων, συμπολιτών, ωκεανός αληθινός από χριστιανούς πάσης τάξεως και προελεύσεως.</p>
<p>Εκεί έχουν δώσει ραντεβού ο φτωχός άνθρωπος του λαού, που ψωνίζει κάθε μέρα μόνος του, με τον πλούσιον κύριον, που επήγε να ψωνίση μόνος του για το επίσημον της ημέρας. Η γρηούλα που προεξώφλησε την σύνταξι και η σαχλή κοκόττα με το πεκινουά υπό μάλλης. Υπάλληλοι, μοδιστρόνια, φοιτηταί, φαντάροι, νέοι, γέροι, άνθρωποι κάθε ράτσας, τύποι περίεργοι, πορτοφολάδες, πολισμάνοι...</p>
<p>Κόσμος και κοσμάκης<br />
από σόι κι' απ' αράδα<br />
και του μπέη η φοράδα...</p>
<p>όπως συνηθίζει να λέγη και ο Χατζηαβάτης εις τον Καραγκιόζην. Αλλ' ας αρχίσω, καλύτερα, από την αρχήν...</p>
<p>***<br />
-Θα κάμετε, λοιπόν, μια βόλτα στην αγορά, μου είπε ο αρχισυντάκτης και θα κάμετε μια περιγραφή για την κίνησι και ό, τι αξιοπερίεργον βρήτε...</p>
<p>Και εξεκίνησα. Δια της οδού Αθηνάς επορεύθην εις την αγοράν... Εισήλθα από την κεντρικήν είσοδον των ιχθυοπωλείων. Η μεγάλη αφθονία και ποικιλία των ψαριών με εξέπληξε. Ποικιλία αφάνταστος. Υπήρχαν εκεί ψάρια παντός είδους, διαμετρήματος και μεγέθους! Ψάρια πάσης γεύσεως, ορέξεως και τσέπης! Ψάρια για πτωχούς, ψάρια για πλούσιους, για καλοφαγάδες, για Λουκούλλους, για γαμπρούς, ψάρια για πεθερές -κοινώς γατόψαρα-...</p>
<p>Η εμφάνισις δημοκρατικωτάτη. Η ταπεινή μαρίδα ευρίσκετο δίπλα εις μυστακοφόρα μπαρμπούνια -70 δραχμάς παρακαλώ! Η σεμνότατες σαρδέλλες ακουμπούσαν επάνω εις κάτι κατακόκκινους αστακούς -80 δραχμάς παρακαλώ!...-, μία γόπα ήγγιξε την ουράν σεβαστής συναγρίδας -90 δραχμάς παρακαλώ!...</p>
<p>Υπήρχαν ακόμη εκεί και λιθρίνια, καλαμάρια, τσιπούρες, σουπιές, παλαμίδες, ροφοί, οκταπόδια, χέλια, σαφρίδια, κέφαλοι, κεφαλόπουλα, μπακαλιαρόπουλα, σκορπιοί, αθερίνα, γαρίδες, καραβίδες και άλλα ων ουκ έστιν αριθμός...</p>
<p>Αλλά ήτο αδύνατον να ψωνίση κανείς. Όχι τόσον από τον κόσμον, όσον από τον θόρυβον.</p>
<p>Φωνές, καυγάδες, αντεγκλήσεις, παζάρια, λιποθυμίες, τα κάλαντα, η αγορανομία, όλα μαζί έδιδαν μια τόσην σύγχυσιν εις την ατμόσφαιραν, ώστε σου ήτο αδύνατον και να συννενοηθής.</p>
<p>-Μαρίδα του Φαλήρου.</p>
<p>-Σακκούλες! Πάρτε σακκούλες!</p>
<p>-Οκτώ λεμόνια ένα τάλληρο!</p>
<p>-Καλήν εσπέραν άρχοντες!</p>
<p>-Πάρτε καλαμάρια του γαλάτου!</p>
<p><img data-src=

Αιξ Περλεπέ                             ”       28
Κυμάς                                     ”       36
Χοιρίδιον Χαλκίδος                   ”       42
Εντόσθια                                 ”       30

Έτσι μανθάνει κανείς ότι η Χαλκίς παράγει χοιρίδια, η Θήβα μοσχάρια, ο Περλεπές κατσίκες και το γάλα… αρνάκια…

Δεξιά και αριστερά συζητήσεις:

-Έχετε μυαλά;

-Αμ αν είχα μυαλά, δεν θα ήμουνα χασάπης!

Ελληνίζων κρεοπώλης εξηγεί εις τον πελάτην:

-Δεν σ’αρέσει το κρέας; Είνε αμνός.

-Μου φαίνεται πως είνε… αχαμνός!

Κάποιος γαλατάς παζαρεύει ένα αρνάκι:

-Δεν θέλω αρνάκι του γαλάτου, διότι ξέρω ότι όλα τα γάλατα είνε νερωμένα… Γαλατάς είμαι!

Ο αθεόφοβος τύπος που κυνηγά της γυναίκες, είνε πολυάσχολος. Το περιβάλλον τον επηρεάζει τρομερά. Τον ακούω μια στιγμή να λέγη:

-Να χαθής κατσίκα!

Απορώ πως δεν της είπε:

-Να χαθής αιξ περλεπέ!

… Εις ένα από τους διαδρόμους της αγοράς, υπάρχει ένα ουζοπωλείον του ποδαριού!…

Και εδώ συνωθείται κόσμος πολύς. Άνθρωποι, μάλλον λαϊκών τάξεων, προσπαθούν μέσα εις τον συνωστισμόν να πάρουν ένα ούζο εις το πόδι. Οι μεζέδες; Μάλλον στοιχειώδεις. Εν τούτοις υπάρχει μεταξύ των απαραιτήτων τουρσιών και ελαιών και ένα πιατάκι με… παστουρμάν. Ρίπτω ένα βλέμμα προς την ταμπέλλαν του καταστήματος. Το όνομα του ουζοπώλου λήγει εις… ογλού. Χωρίς καμμιά αντίρρησιν δικαιολογώ τον παστουρμά:

Νάτος πάλιν και ο αθεόφοβος τύπος που πλησιάζει της γυναίκες. Έχει διπλαρώσει τώρα κάποιο δουλικό και του ψιθυρίζει:

-Ένα μεζεδάκι θέλω!… Αχ!…

Αποφεύγω να πιω ούζο. Είνε τόσον μεγάλη η κίνησις του μαγαζιού, ώστε καταντά προβληματικόν το πλύσιμο των ποτηριών. Άλλως τε η ώρα περνά και φοβούμαι μήπως χάσω τα μανάβικα! Φεύγω.

Πατάτες, ντομάτες, ραδίκια, αντίδια, παντζάρια, σελινόριζες, πιπεριές, κρεμμύδια, ραπανάκια, σέσκουλα, φασολάκια, βλίτα, πορτοκάλια, μήλα, αχλάδια, μανδαρίνια… Λαβύρινθος!

Ο κόσμος συνωθείται απελπιστικά. Είνε προφανές, ότι όλοι οι Αθηναίοι έδωσαν ραντεβού εις την κεντρικήν αγοράν. Τα μανάβικα και αυτά στολισμένα με κονκάρδες δια το επίσημον της ημέρας… Φωναί διασταυρούνται:

-Πόσο η ντομάτες;

-Αλεξανδρείας είνε;

-Πράσσα έχετε;

-Πάρε σελινόριζες για να της κάνης με το χοιρινό… Λουκούμι σου λέω… Λουκούμι!

Πάλι τα κάλαντα:

-Και εις έτη πολλά!

Ο αθεόφοβος τύπος που κυνηγά της γυναίκες, παρών κι’αυτός. Πλησιάζει μία και της ψιθυρίζει:

-Μ’ ανάβεις.

Εκείνη θυμώνει και φαίνεται, μάλιστα, ότι ανάβει και εκείνη… από τον θυμό! Του σκάει ένα μεγαλοπρεπές χαστούκι, ενώ του λέγει και αυτή επηρεασμένη από το περιβάλλον:

-Να χαθής μπάμια!…

Ο μπάμιας απομακρύνεται σιωπηλός. Σκέπτομαι να τον μιμηθώ και εγώ. Άλλως τε ο κόσμος σιγά-σιγά αραιώνει…

Καλήν εσπέραν άρχοντες
αν είνε ορισμός σας…

Δ.Γιαννουκάκης, Δεκέμβριος 1932, «Αθηναϊκά Νέα»

Πηγή: kirakatina.eu

Χριστούγεννα 1932 στην Παλιά Αθήνα