Η Ειρήνη Κακαβούλη γεννήθηκε το 1948 στη Χαλκίδα και ήταν Ελληνίδα ηθοποιός.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ξεκίνησε τις σπουδές της στην υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Γιώργου Θεοδοσιάδη.
Η Ειρήνη Κακαβούλη.
Στην τηλεόραση η εμφανίστηκε στις σειρές, “Η Θεατρίνα”, “Ο δρόμος” από το 1977 μέχρι το 1980, “Οι Κληρονόμοι” και “Ο πύργος των Μοσκώφ” στην κρατική τηλεόραση.
Από το 1992 μέχρι το 1994 πρωταγωνίστησε στην καθημερινή σειρά του Mega Channel, “Παράλληλοι δρόμοι” στο ρόλο της Τζένης Λουκάκου.
Το 1998 ξεκίνησε τη συνεργασία της με τον σκηνοθέτη Νίκο Φώσκολο στις καθημερινές σειρές του ANT1, “Καλημέρα Ζωή” και “Η Λάμψη”. Υποδυόταν την εισαγγελέα Βιργινία Θέου και στις δύο σειρές.
Τη σεζόν 1999-2000, πέραν του ρόλου της εισαγγελέως, υποδύθηκε την Ελίνα Δραγουμάνου στο “Καλημέρα Ζωή” για μία σεζόν.
Η συνεργασία με τις καθημερινές σειρές ολοκληρώθηκε το 2003.
Στον κινηματογράφο συμμετείχε στις ταινίες, “Η σκοτεινή καταγραφή μιας ηλιογραφίας”, “Ο ήλιος του θανάτου” και “Τα παιδιά της πιάτσας.
Η Ειρήνη Κακαβούλη έφυγε από τη ζωή στις 14 Οκτωβρίου του 2004 χτυπημένη από τον καρκίνο.Κηδεύτηκε στο Νεκροταφείο του Ζωγράφου χωρίς καμία παρουσία ηθοποιού.
Η Τασσώ Καββαδίαγεννήθηκε στις 10 Ιανουαρίου του 1921 στην Πάτρα και ήταν Ελληνίδα ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Σπούδασε πιάνο στην Αθήνα, ζωγραφική και διακόσμηση στο Παρίσι, σκηνογραφία και ενδυματολογία κοντά στο Γιάννη Τσαρούχη και υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης κοντά στον Κάρολο Κουν.
Από το 1954 ως το 1967 εργάστηκε στο ραδιόφωνο ως δημιουργός και εκτελέστρια. Από το 1955 ως το 1969 εργάστηκε σε εφημερίδες και περιοδικά ως συντάκτρια του ελεύθερου και καλλιτεχνικού ρεπορτάζ. Επίσης, ασχολήθηκε με λογοτεχνικές και άλλες μεταφράσεις.
Η Τασσώ Καββαδία είχε συμμετάσχει από το 1954 σε ελληνικές και ξένες παραστάσεις και έργα στο θέατρο και τον κινηματογράφο, ενώ έχει εμφανιστεί και στην τηλεόραση.
Τασσώ Καββαδία και Νίκος Γαλανός στη ταινία, “Η αμαρτία της ομορφιάς” του 1972.
Έπαιζε μια γυναίκα, που έχει χάσει το παιδί της, ζήλευε τον άντρα της, τον οποίο και «ταλαιπωρούσε». Η τυποποίησή της σε αυτό το στυλ ρόλων, που φαινόταν ήδη να ξεκινάει, δεν άρεσε βέβαια καθόλου στον μεγάλο δάσκαλό της Κάρολο Κουν.
Εκείνος ένιωθε ότι το ποιοτικό ύφος της σχολής του δεν συμβαδίζει με το εμπορικό πνεύμα του κινηματογράφου. Ο Κακογιάννης, όμως, επέλεξε την Τασσώ Καββαδία και για την επόμενη ταινία του, την «Στέλλα», όπου ερμήνευσε την στρυφνή αδερφή του Αλέκου Αλεξανδράκη.
Στην συνέχεια η Τασσώ Καββαδία συνεργάστηκε με τη Φίνος Φιλμ. Εκεί, θα ξεκινήσει μια μεγάλη καριέρα ως η «στρίγγλα» του ελληνικού κινηματογράφου. Η καριέρα της στην Φίνος θα ξεκινήσει το 1960, οπότε ερμηνεύει τη στριμμένη αδελφή του Αλέκου Αλεξανδράκη στην ταινία «Το Κλοτσοσκούφι».
Η ταινία «Αμαρτία της ομορφιάς» του Γιάννη Δαλιανίδη γυρίστηκε το 1971 και προβλήθηκε το 1972. Ο Γιάννης Δαλιανίδης μαζί με τον Φίνο αποφασίζουν να γυρίσουν μια ταινία εμπνευσμένη από τα καλλιστεία, που ήταν μόδα εκείνη την εποχή, αλλά και τους Έλληνες εφοπλιστές που ήταν τότε στην ακμή τους.
Εκείνη την χρονιά ο Φίνος ανακάλυψε μια νέα ηθοποιό, την Μπέτυ Λιβανού, στην οποία έδωσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Μαζί της έπαιζε και ο ζεν πρεμιέ της εποχής, Νίκος Γαλανός. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Φίνος Φιλμ, η Τασσώ Καββαδία τότε είχε αποφασίσει να μην ξαναπαίξει τον ρόλο της κακιάς, όπως συνήθιζε μέχρι τότε. Δέχτηκε όμως να γίνει η κακιά πεθερά της ταινίας, όταν της έδωσαν αμοιβή τριπλάσια από αυτή που συνήθως έπαιρνε.
Το αρχοντικό παρουσιαστικό που είχε η Τασσώ Καββαδία, το βλοσυρό της βλέμμα, καθώς και το μοναδικό της ταλέντο, ήταν αυτά που χρειαζόταν οι ρόλοι της ψηλομύτας και εκδικητικής γυναίκας. Σε όλη της την κινηματογραφική διαδρομή από το 1954, και για 70 περίπου ταινίες, σε παραστάσεις στο θέατρο αλλά και σε συμμετοχές στην τηλεόραση, ήταν η κακιά μάνα, πεθερά, αδερφή κ.α. Ήταν λογικό, λοιπόν, το κοινό να την ταυτίσει με αυτούς τους χαρακτήρες.
Μετά την ερμηνεία της στη πρώτη της ταινία, άρεσε σε αυτό το ρόλο της ιδιότροπης γυναίκας κι από τότε της πρότειναν ανάλογες ηρωίδες. Δεν καταλάβαινε και η ίδια τι είναι αυτό που της βρίσκουν οι σκηνοθέτες και της προτείνουν τους ρόλους της κακίας. Ίσως ήταν το ότι δεν την ενδιέφερε να παίξει ακόμα και μία, για τα πρότυπα της εποχής, άσχημη γυναίκα.
Στο θέατρο έπαιξε ρόλους που κάλυπταν σχεδόν όλη την γκάμα του ρεπερτορίου, εκτός από αρχαία τραγωδία.
Η Τασσώ Καββαδία, ο Μίμης φωτόπουλος και η γυναίκα του
Η Τασσώ Καββαδία στην ζωή της κάθε άλλο παρά δύστροπη ήταν. Δεν είχε έρθει ποτέ σε ρήξη μα κανένα συνάδελφό της ή προϊστάμενό της. Έφερνε πάντα σε πέρας ό,τι αναλάμβανε, χωρίς εντάσεις. Μεταμορφωνόταν μόνο όταν ακουγόταν το «3,2,1 πάμε» και χτυπούσε η κλακέτα. Τότε, από μια καλή μητέρα, κόρη, σύζυγος και συνεργάτιδα, γινόταν η κακιά και αδίστακτη γυναίκα, που απαιτούσε ο ρόλος.
Το 1965 η Τασσώ Καββαδία παντρεύτηκε για δεύτερη φορά με τον συγγραφέα και δημοσιογράφο Βασίλη Καζαντζή. Οι αντιδράσεις του κόσμου, προς το πρόσωπό της, είχαν τρομάξει, αρκετές φορές και τον σύζυγό της. Χαρακτηριστικό, της έντασης που προκαλούσαν στο κοινό οι ρόλοι που έπαιζε, είναι πως και η ίδια, κάποιες φορές πίστευε ότι θα της επιτεθούν, καθώς την είχαν ταυτίσει τόσο πολύ με τον ρόλο που έπαιζε.
Στην προσωπική της ζωή η Τασσώ Καββαδία ήταν μια γλυκιά γυναίκα, εντελώς διαφορετική από το πρόσωπο που έδειχνε στην οθόνη. Οι νύφες της αναφέρουν ότι ήταν μια καλή πεθερά. Μόνο καμιά φορά, όταν ήθελε να βάλει σε τάξη τα εγγόνια της που έκαναν αταξίες, χρησιμοποιούσε το χαρακτηριστικό της βλέμμα και γινόταν αυστηρή, αλλά μόνο με τα λόγια.
Αναφορικά με τα εγγόνια της, η εγγονή της Αργυρώ Καλλιάφα, σπούδασε σχέδιο μόδας στη Γαλλία, όπως η γιαγιά της.
Η Τασσώ Καββαδία ήταν δραστήρια ακόμη σε ωριμότερη ηλικία. Ήταν πάντα μια αγωνίστρια της ζωής, που η τύχη δεν της τα έφερε πάντα εύκολα. Ο δεύτερος σύζυγός της πέθανε αρκετά νωρίς κι έτσι τα τελευταία 25 χρόνια της ζωής τα πέρασε μόνη, χωρίς τον σύντροφό της. Η αισιοδοξία όμως δεν την εγκατέλειψε. Πίστευε ότι καθημερινά πρέπει να κάνουμε όνειρα για το αύριο, ακόμα κι όταν έχουμε πια γεράσει.
Τα τελευταία χρόνια της ζωή της, η Τασσώ Καββαδία τα πέρασε κλινήρης στην οικία της στο Φάληρο, καθώς την ταλαιπωρούσαν πολλά προβλήματα υγείας. Όμως, τα παιδιά της βρισκόταν συνέχεια κοντά της. Η αγαπημένη ηθοποιός πέθανε στις 18 Δεκεμβρίου 2010. Η κηδεία της έγινε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών με πολλούς φίλους και συγγενείς να την συνοδεύουν στην τελευταία της κατοικία. Ανάμεσά τους ήταν ο Κώστας Πρέκας και ο Τρύφων Καρατζάς.
Η μεγάλη ηθοποιός Τασσώ Καββαδία, μέσα από την πορεία της κατάφερε να δημιουργήσει ένα προσωπικό στυλ, με το οποίο καταγράφηκε στη μνήμη του κοινού, ως μία μοναδική φυσιογνωμία. Ο λόγος που, η ευγενική και πολυπράγμων Τασσώ Καββαδία, έχει μείνει στις καρδιές του κόσμου είναι το γεγονός πως ήταν αληθινή.
Η Αγγέλα Καζακίδου γεννήθηκε στο Πειραιά 09 Σεπτεμβρίου του 1946 και από μικρή έδειξε την αγάπη της προς τις τέχνες. Βγήκε από μικρή στο παιδικό θέατρο, ενώ ταυτόχρονα σπούδαζε μπαλέτο (ο χορός υπήρξε η μεγάλη της αγάπη, μετά την υποκριτική).
Τελειώνοντας τις γυμνασιακές σπουδές η Αγγέλα Καζακίδου μπήκε στη Δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, από την οποία αποφοίτησε το 1967. Ένα χρόνο αργότερα έκανε την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση με το θίασο του Γιάννη Γκιωνάκη αλλά και στον κινηματογράφο κάνει το ντεμπούτο της στην πολεμική υπερπαραγωγή της Φίνος Φιλμ, “Η Δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά” δίπλα στην Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Με την Αλίκη θα συνεργαστεί και στις ταινίες, “Υπολοχαγός Νατάσσα” και “Σ΄αγαπώ” τη διετία 1970 – 71 αλλά και στο θέατρο στην παράσταση “Επτά χρόνια γάμου” την ίδια χρονική περίοδο. Από την υπόλοιπη φιλμογραφία της αξίζει να αναφέρουμε τα φιλμ: “Η Ώρα της αλήθειας”(1969), “Η Ζούγκλα των Πόλεων”(1970) και “Μπουμ Ταρατατζούμ”(1972).
Με την έλευση της τηλεόρασης στην Ελλάδα πολλά αλλάζουν στον καλλιτεχνικό χώρο. Η τηλεόραση κάνει τα πρώτα της δειλά βήματα εντυπωσιάζοντας το πανελλήνιο, και πολλοί καλλιτέχνες (σκηνοθέτες και ηθοποιοί) μετακομίζουν από τα κινηματογραφικά στα τηλεοπτικά πλατό.
Το δρόμο αυτό ακολουθεί και η Αγγέλα Καζακίδου με συμμετοχές στις σειρές: “Ο Άγνωστος Πόλεμος”, “Γιούγκερμαν”, “Ένοχοι”, “Μαριονέτες” και “Το Θέατρο Της Δευτέρας”. Παράλληλα διδάσκει την υποκριτική σε σχολές Θεάτρου.
Η προσωπική της ζωή κρατήθηκε πάντα μακρυά από τα φώτα της δημοσιότητας, παρότι ήταν παντρεμένη με τον επίσης ηθοποιό Γιώργο Χριστόπουλο, με τον οποίο απέκτησε μια κόρη. Από το 2005, με το θάνατο του συζύγου της η Αγγέλα Καζακίδου αποσύρθηκε από το χώρο, έχοντας επιλέξει να ζει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, έχοντας κοντά της λίγους και καλούς φίλους.
Ο εξαιρετικός ηθοποιός Κώστας Καζάκος, ακούραστος και συνεπής με τις αρχές του, ήταν για μισό και πλέον αιώνα παρών στο καλλιτεχνικό αλλά και στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας στις 29 Μαΐου του 1935 και μεγάλωσε στον Πειραιά. Το 1953 ξεκίνησε τις σπουδές του στη Σχολή Κινηματογράφου του Λυκούργου Σταυράκου και τον επόμενο χρόνο, στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Το 1956, σπουδαστής ακόμα, έπαιξε στην ταινία «Η Αρπαγή της Περσεφόνης» του Γρηγόρη Γρηγορίου.
Ο Κώστας Καζάκος.
Στο θέατρο o Κώστας Καζάκος εμφανίστηκε το 1957 με την παράσταση του Θεάτρου Τέχνης «Η Αυλή των Θαυμάτων» του Καμπανέλλη και συνέχισε συμμετέχοντας και στις επόμενες παραστάσεις, όπως «Ο Κύκλος με την Κιμωλία» του Μπρεχτ και «Ψηλά από τη Γέφυρα» του Μύλερ.
Τον επόμενο χρόνο (1958-59), μαζί με άλλους 12 απόφοιτους της Σχολής του Κουν σχημάτισαν δικό τους θίασο με την επωνυμία «Ελεύθερο Θέατρο» και ανέβασαν τέσσερα έργα σε σκηνοθεσία του Λεωνίδα Τριβιζά. Στη συνέχεια, συνεργάστηκε με εκλεκτούς θιάσους, παίζοντας σε απαιτητικά έργα του Σύγχρονου ρεπερτορίου, αλλά και σε αρχαία δράματα.
Επιστρέφοντας το 1963 στο Θέατρο Τέχνης o Κώστας Καζάκος έπαιξε στην θρυλική παράσταση «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, και σε Σαιξπηρική παράσταση στο Λονδίνο. Από το 1964 συνεργάστηκε με διάφορους θιάσους, όπως του Αλ. Αλεξανδράκη, της Χρ. Σύλβας, της Έλλης Λαμπέτης, της Άννας Συνοδινού και διακρίθηκε ιδιαίτερα για τις ερμηνείες του στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Κώστα Σεβαστίκογλου και στις «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Μίνου Βολανάκη.
Κώστας Καζάκος και Τζένη Καρέζη
Το 1967, o Κώστας Καζάκος συνεργάστηκε με το θίασο της Τζένης Καρέζη, ενώ την επόμενη χρονιά, παντρεμένοι πια, έφτιαξαν το θίασο «Καρέζη-Καζάκος» στον οποίο, μέχρι το θάνατο σχεδόν της αξέχαστης ηθοποιού, ανέβασαν αξιόλογες παραστάσεις, πολλές εκ των οποίων σκηνοθέτησε ο ίδιος.
Κορυφαία στιγμή της θεατρικής καριέρας τους, ήταν το 1973, με την αξέχαστη παράσταση «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη και μουσική Σταύρου Ξαρχάκου, την οποία σκηνοθέτησε ο ίδιος. Η παράσταση, αν και λογοκριμένη, είχε τεράστια απήχηση στο κοινό της Αθήνας, και μετά από ταλαιπωρίες των πρωταγωνιστών και των συντελεστών, συνεχίστηκε και στη μεταπολίτευση, εμπλουτισμένη με πολλά νέα και επίκαιρα κείμενα.Με το ίδιο έργο περιόδευσε το 1975 σε όλη την Ελλάδα και το 1976 σε πολλές πόλεις της Γερμανίας, με πρωτοφανή απήχηση στο κοινό.
Ο Κώστας Καζάκος πρωταγωνίστησε σε άπειρες παραστάσεις, ενώ πάνω από 15 τις σκηνοθέτησε ο ίδιος. Στον κινηματογράφο, έπαιξε σε 40 περίπου ταινίες μέχρι το 1991, ενώ πρώτη συνεργασία του με τη Φίνος Φιλμ, ήταν το 1962 στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη.
Το 1966 επανήλθε στη Φίνος Φιλμ παίζοντας στην «Κοινωνία Ώρα Μηδέν» του Δημόπουλου, και μέχρι το 1970 πρωταγωνίστησε σε πέντε ακόμα ταινίες της εταιρίας. Στη συνέχεια, συνεργάστηκε με άλλους παραγωγούς σε πολλές ταινίες, ενώ σε μία από αυτές ήταν σκηνοθέτης και σε δύο παραγωγός. Σκηνοθέτησε επίσης και κάποιες καλές τηλεοπτικές σειρές.
Παράλληλα με τις πλούσιες καλλιτεχνικές του δραστηριότητες ο Κώστας Καζάκος, ανέπτυξε και έντονη πολιτική, συνδικαλιστική και κοινωνική δράση. Στις εκλογές του 2007 και του 2009 εκλέχτηκε βουλευτής, ως επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΚΚΕ. Τιμήθηκε με τον «Χρυσό Απόλλωνα», βραβείο ηθοποιού Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου Αθηνών (1967) και με το Α΄ Χρυσό Βραβείο του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (1973), για την παραγωγή της ταινίας του «Λυσιστράτη».
Από το 1968 μέχρι το 1992 υπήρξε παντρεμένος με την Τζένη Καρέζη, με την οποία απέκτησε τον γιο τους, τον επίσης ηθοποιό Κωνσταντίνο Καζάκο.
Από το 1997 έως σήμερα ήταν παντρεμένος με την ηθοποιό Τζένη Κόλλια, με την οποία έχουν αποκτήσει τέσσερα παιδιά: τον Αλέξανδρο, την Άρτεμι-Γεωργία, την Ηλέκτρα και τη Μάγια.
Η Άρτεμις-Γεωργία έχασε τη ζωή της στις 25 Ιουνίου του 1999, σε ηλικία 8 μηνών και μία εβδομάδα μετά την βάπτισή της, πάσχοντας από μία σπάνια ασθένεια.
Ο Κώστας Καζάκος έφυγε από τη ζωή στις 13 Σεπτεμβρίου του 2022. Τους τρεις τελευταίους μήνες νοσηλευόταν στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός όπου είχε εισαχθεί με κορωνοϊό, εξαιτίας του οποίου επιβαρύνθηκαν σημαντικά τα χρόνια αναπνευστικά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Η κατάστασή του κρίθηκε εξαρχής σοβαρή και επιδεινωνόταν με το πέρασμα του χρόνου.
Ο Βαγγέλης Καζάν ήταν Έλληνας ηθοποιός χαρακτήρων, ο οποίος έπαιξε σε ρόλους καρατερίστα. Γεννήθηκε το 1936 ή το 1938 ως Βαγγέλης Καζαντζόγλου στο Ναύπλιο. Η καριέρα του στο θέατρο, στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο διήρκεσε μισό αιώνα περίπου. Έκανε θεατρικές σπουδές στη σχολή του Μιχαηλίδη.
Η πρώτη του εμφάνιση στο θέατρο ήταν το 1960 και στον κινηματογράφο το 1953. Συνεργάστηκε πολλές φορές με το Θόδωρο Αγγελόπουλο και βραβεύτηκε με το βραβείο α΄ ανδρικού ρόλου στοΦεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 1975, για το ρόλο του στην ταινία “Θίασος”.Πέρα από την ηθοποιία, ο Καζάν είχε ασχοληθεί και με το στίβο, καθώς είχε λάβει μέρος σε αγώνες δρόμου. Πέθανε από καρκίνο, στις 10 Μαρτίου του 2008 στην Αθήνα.
Φιλμογραφία
Από εξ μείναμε δυο (1953)
Οι τουρίστες (1963)
Η σωφερίνα (1964) ,,,,, κρατούμενος, φορτηγατζής
Γάμος αλά ….. εληνικά (1964)
Προδοσία (1964) ….. αστυνομικός
Ο ανήφορος (1964) …. υπάλληλος, υπεύθυνος αγγελιών
Ο Γιάννης Ιωαννίδης γεννήθηκε το 1892. Εμφανίστηκε γύρω στο 1912 και διακρίθηκε σε «πρόζα» και μουσικό θέατρο. Μέλος του Σ.Ε.Η. από το 1917. Στενός φίλος του Σπ. Πατρίκιου συνεργάστηκε συχνά με τους μουσικούς θιάσους του.
Μεταξύ άλλων, εμφανίστηκε στην οπερέτα «Να τα πάρεις τα κορίτσια» με την «Καλλιτεχνική Ένωση» των Μ. Φιλιππίδη, Β. Αυλωνίτη, Ο. Μακρή (Θέατρο «Λυρικόν»). Έγραψε το σενάριο σε δεκάδες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Ο Γιάννης Ιωαννίδης έφυγε από τη ζωή το 1967.
Η Θεανώ Ιωαννίδου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1930 . Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του «Εθνικού Θεάτρου» με καθηγητές τους Γ. Παππά, Σωκρ. Καραντινό, Θάνο Κωτσόπουλο, Κ. Καρθαίο κ.ά. Ως μαθήτρια της Σχολής η Θεανώ Ιωαννίδου έπαιξε σε διάφορα έργα του «Εθνικού» και στο Χορό της Ηλέκτρας του Σοφοκλή. Πρώτη επαγγελματική εμφάνιση το 1953, με το θίασο Βασ. Διαμαντόπουλου, στο Φιόρο του Λεβάντε (Λιλή).
Στις δεκαετίες ΄70 και ΄80 η Θεανώ Ιωαννίδου συνεργάστηκε με το Εθνικό θέατρο, παίζοντας σε μια μεγάλη γκάμα έργων από κλασικό, σύγχρονο ξένο και ελληνικό ρεπερτόριο, ενώ πολλά καλοκαίρια συμμετείχε σε παραστάσεις στην Επίδαυρο. Από τα θεατρικά ανέκδοτα που της αποδίδουν, είναι τα μακρά τηλεφωνήματα που έκανε στην ταβέρνα του Λεωνίδα στο Λυγουριό σε καιρούς του δεν υπήρχαν ούτε καρτοτηλέφωνα. Κι όταν η ουρά πίσω της μεγάλωνε από ηθοποιούς που περίμεναν ανυπόμονα να τηλεφωνήσουν κι εκείνοι, η μνημειώδης φράση της Ιωαννίδου ήταν «Υπομονή βρε παιδιά, εγώ μεγαλώνω το παιδί μου από το τηλέφωνο».
Ο τελευταίος της θεατρικός ρόλος ήταν στο έργο του Λόρκα «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου, με το ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας. Έκτοτε αποσύρθηκε από τη σκηνή. Χωρίς πίκρα, έχοντας «χορτάσει» θέατρο, έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της με αξιοπρέπεια, όπως ήταν όλη της η ζωή. Ήταν παντρεμένη με τον ηθοποιό- σκηνοθέτη Γρηγόρη Μασαλά με τον οποίο είχαν μία κόρη, τη θεατρολόγο και φιλόλογο Λαμπρή Μασαλά.
Ασχολήθηκε με το φωνητικό «ντουμπλάζ» άλλων ηθοποιών σε διάφορες ταινίες και υπήρξε αφηγήτρια σε ορισμένα ντοκιμαντέρ. Ντουμπλάρισε και την Υβόν Σανσόν στο ”Μια ζωή την έχουμε”(1958). Δίδαξε Υποκριτική στη Δραματική Σχολή Λυκ. Σταυράκου.
ΗΘεανώ Ιωαννίδου έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 79 ετών στις 28 Σεπτεμβρίου του 2009 και κηδεύεται στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.
Η Λούλα Ιωαννίδου γεννήθηκε το 1921. Μέλος του Σ.Ε.Η. από το 1940.
Ηθοποιός με αξιόλογη καριέρα στο ραδιοφωνικό θέατρο.
Από το 1949 έως το 1971 έλαβε μέρος σε 10 παραστάσεις του Εθνικού θεάτρου.
Έφυγε από τη ζωή το 1984. Φιλμογραφία
Ματωμένα Χριστούγεννα (1951) [Μαρία]
Ιστορία μιας κάλπικης λίρας (1955)
Ο παρθένος (1966)
Όνειρο απατηλό (1968)
Επαναστάτης ποπολάρος (1971)
Ευχαριστούμε θερμά το greekactor.blogspot.gr για τις πληροφορίες.
Η Μαρία Ιωαννίδου πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο δίπλα στον Χορν και τη Λαμπέτη όταν ήταν 7 χρονών.
Στη συνέχεια έπαιξε στην ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη «Αριστοκρατικός δρόμος», αλλά το πάθος της για τον χορό είχε εκδηλωθεί από τα πέντε της χρόνια. Με τις σπουδές της στο χορό και το υπέροχο και εκφραστικό κορμί της, πολύ σύντομα εξελίχθηκε στην εξαιρετική χορεύτρια της χρυσής εποχής του Ελληνικού Κινηματογράφου.
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου του 1943 και πολύ νωρίς ξεκίνησε μαθήματα χορού στη σχολή της Ραλούς Μάνου. Μαθήτρια ακόμα ξεκίνησε την καριέρα της στο ελληνικό χορόδραμα που είχε ιδρύσει η Ραλού Μάνου το 1951, συμμετέχοντας σε παραστάσεις αρχαίου δράματος.
Μετά το δίπλωμα της χορεύτριας σαν ειδικό ταλέντο, από το υπουργείο πολιτισμού, συνέχισε τις σπουδές της στη δραματική σχολή Μιχαηλίδη-Αρώνη και συμμετείχε και σε δύο μαυρόασπρες ταινίες του Νίκου Θαλασσινού κυρίως σαν χορεύτρια. Ακολούθησαν κάποιοι άλλοι μικροί ρόλοι ως το 1970, χρονιά που συνδέθηκε με την Βαγγέλη Σειληνό με τον οποίο εκτός από σύζυγοι έγιναν και καλλιτεχνικό ζευγάρι.
Έχοντας υπέροχο και εκφραστικό κορμί αλλά και ταλέντο και γνώσεις στον χορό, έγινε δίπλα στον Βαγγέλη Σειληνό ιδιαίτερα γνωστή, αγαπήθηκε από το ελληνικό κοινό και μπήκε ουσιαστικότερα στον χώρο του κινηματογράφου με τις ταινίες κυρίως του Γιάννη Δαλιανίδη. Από τους ρόλους της σ’ αυτές τις ταινίες απέκτησε και τον χαρακτηρισμό «το κορίτσι με την τσίχλα», που την ακολουθεί πάντα. Ο γάμος της με τον Σειληνό δεν κράτησε πολύ, ενώ στη συνέχεια έγινε σύζυγος του Φρέντυ Γερμανού ως το τέλος της ζωής του. Για κάποιο σημαντικό διάστημα απείχε από κάθε καλλιτεχνική συμμετοχή, λόγω της ψυχοσωματικής παράλυσης της σε χέρια και πόδια εξ αιτίας του θανάτου της μητέρας της.
Έπαιξε σε επιθεωρήσεις και στον κινηματογράφο. Για πολλά χρόνια δίδασκε σε δικές της σχολές χορού. Τα τελευταία χρόνια παίζει στο θέατρο σε έργα πρόζας.
Η Ράνια Ιωαννίδου γεννήθηκε 1936 στην Αθήνα και σπούδασε στη Δραματική Σχολή Μιχάλη Κουνελάκη (Ελληνικό Ωδείο). Το βαφτιστικό της είναι Ουρανία Ιωαννίδου. Υπήρξε σύζυγος του ηθοποιού Κώστα Θεοδόση (πέθανε του 1995).
Έχει δανείσει τη φωνή της σε πάρα πολλές παιδικές σειρές όπως, “Ντένις ο τρομερός”, “Κάντι-Κάντι”, “Ρομπέν των δασών”, “Καρουσέλ”, “Σάντιμπελ”, “Σέιλορ Μουν”, “Οι πεταλούδες ελεύθερες πετούν”.
Ο Δημήτρης Ιωακειμίδης γεννήθηκε στις 7 Μαΐου του 1939 και μεγάλωσε στην Νέα Ιωνία, ήταν Έλληνας ηθοποιός και σκηνοθέτης, γνωστός για την εμβληματική ερμηνεία του ρόλου του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη στην ταινία “Παπαφλέσσας“.
Ο Ιωακειμίδης ξεχώριζε για την χαρακτηριστική του, βαθιά φωνή, αλλά και για την πληθωρική του παρουσία στο σανίδι του θεάτρου και στηνμικρή και μεγάλη οθόνη, όπου πρωταγωνίστησε σε δεκάδες παραγωγές.
Αλλά και σαν σκηνοθέτης ο ίδιος, διακρίθηκε με τις παραστάσεις που ανέβασε στο “Πολύτεχνο” θέατρό του. Κηδεύτηκε στην Αθήνα τη Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου και ενταφιάστηκε στο κοιμητήριο Ζωγράφου.
Ο Αθηνόδωρος Προύσαλης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1926 και από το 1932 έζησε με την οικογένειά του στην Παλαιά Κοκκινιά. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή...
Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου έχει κατακτήσει την δική της ξεχωριστή θέση στην ιστορία του λαϊκού τραγουδιού. Διέπρεψε ως στιχουργός κυρίως την δεκαετία του '50, υπογράφοντας...