Ποια είναι η αλήθεια για την σχέση Αλίκης Βουγιουκλάκη–Βασιλιά Κωνσταντίνο; Εκείνη την εποχή υπήρχε έντονη η φημολογία για ερωτικό ειδύλλιο της Αλίκης Βουγιουκλάκη με τον Βασιλέα Κωνσταντίνο.
Μάλιστα πολλοί ήταν εκείνοι που υποστήριζαν πως το τραγούδι της Αλίκης «Έχω Ένα Μυστικό» φωτογράφιζε εκείνη την σχέση της. Ο ίδιος ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε μιλήσει για την Αλίκη Βουγιουκλάκη και το τούνελ που ένωνε το παλάτι με το σπίτι της Αλίκης.
Η είδηση βγήκε από τη συνέντευξή του -μια από τις σπάνιες- στο κυπριακό κανάλι ΡΙΚ και στον δημοσιογράφο Τάσο Τρύφωνος. Η αναφορά του στη φημολογούμενη σχέση του με την Αλίκη Βουγιουκλάκη στις αρχές της δεκαετίας του 1960 είναι χαρακτηριστική.
«Η Αλίκη ήταν καταπληκτική ηθοποιός και άνθρωπος. Την είχα δει με τις αδερφές μου στο θέατρο. Έλεγαν τότε ότι υπάρχει ένα τούνελ από τα Ανάκτορα που βγαίνει στο σπίτι της. Και απαντούσα εγώ:
“Αν παραδεχτούμε ότι υπάρχει αυτό το τούνελ και η Αλίκη αποφασίσει να αλλάξει σπίτι, θα πρέπει να αλλάξουμε το τούνελ;”».
Το 1993 η Αλίκη Βουγιουκλάκη είχε εξομολογηθεί για τη σχέση της με τον τότε διάδοχο σε συνέντευξή της στον Νίκο Χατζηνικολάου:
«Κουβεντιάζαμε ώρες ατέλειωτες, κάναμε παρέα, πολύ τρυφερό παιδί, πολύ πιεσμένος και καταπιεσμένος από τη μητέρα του, που τον έστειλε στα σύνορα για να τον απομακρύνει από εμένα!» είχε πει τότε η εθνική σταρ.
Τη σχέση του τότε διαδόχου με τη «γατούλα» του σινεμά είχε αποκαλύψει το ιταλικό περιοδικό «Τζέντε», το οποίο δημοσίευσε και μία φωτογραφία τους από τα καμαρίνια του θεάτρου Μουσούρη.
Το θέμα προκάλεσε σάλο και τη διάλυση της σχέσης που είχε τότε ο διάδοχος με την πριγκίπισσα της Σουηδίας Ντεζιρέ.
Το 1899, η διάσημη Γαλλίδα ηθοποιός Σάρα Μπερνάρ έγραψε ιστορία υποδυόμενη έναν ανδρικό ρόλο στο θέατρο πρωταγωνιστώντας ως Άμλετ στην ομώνυμη τραγωδία του Σαίξπηρ. Αρκετούς μήνες μετά, τον Απρίλιο του 1900, μια Ελληνίδα αντίζηλός της, η αποκαλούμενη από τους θαυμαστές της και ως “Σάρα Μπερνάρ της Ελλάδας”, η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου μιμήθηκε το εγχείρημα αυτό και έγινε η πρώτη Ελληνίδα ηθοποιός που υποδύθηκε ανδρικό ρόλο στο θέατρο. “Το σύνθημα της πλήρους χειραφεσίας δίδεται από το θέατρον” αναφωνούσε το Άστυ πριν την πρεμιέρα της παράστασης,
Η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, αν και αυτοδίδακτη, είχε καταφέρει να επιβληθεί στα τέλη του 19ου αιώνα και τις (πολύ) αρχές του 20ου πρώτα μέσα από θεατρικές περιοδείες στους Έλληνες του εξωτερικού και στη συνέχεια (από το 1892 και μετά) με τις εμφανίσεις της στην πρωτεύουσα.
Ήταν τηρουμένων των αναλογιών η πρώτη γυναίκα σταρ του ελληνικού θεάτρου, η φήμη της οποίας αργότερα όχι απλά θα επισκιαζόταν από νεότερες συναδέλφους της όπως η Μαρίκα Κοτοπούλη, η Κυβέλη κ.ά., αλλά θα αναγκαζόταν να αποσυρθεί από το σανίδι και τελικά θα περιέπεφτε σχεδόν στη λήθη με εξαίρεση κάποιες σποραδικές τιμητικές παραστάσεις, σκοπός των οποίων ήταν η συγκέντρωση χρημάτων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε.
Αλλά αυτό εδώ δεν είναι ένα αφιέρωμα στην Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, ένα αφιέρωμα που ομολογώ ότι πολύ θα ήθελα κάποια στιγμή να επιχειρήσω. Ας σταθούμε στο γεγονός της παράστασης του Άμλετ με την ίδια ως πρωταγωνίστρια.
Το 1899, η διάσημη Γαλλίδα ηθοποιός Σάρα Μπερνάρ έγραψε ιστορία υποδυόμενη έναν ανδρικό ρόλο στο θέατρο πρωταγωνιστώντας ως Άμλετ στην ομώνυμη τραγωδία του Σαίξπηρ. Αρκετούς μήνες μετά, τον Απρίλιο του 1900, μια Ελληνίδα αντίζηλός της, η αποκαλούμενη από τους θαυμαστές της και ως “Σάρα Μπερνάρ της Ελλάδας”, η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου μιμήθηκε το εγχείρημα αυτό και έγινε η πρώτη Ελληνίδα ηθοποιός που υποδύθηκε ανδρικό ρόλο στο θέατρο. “Το σύνθημα της πλήρους χειραφεσίας … δίδεται από το θέατρον” αναφωνούσε το Άστυ πριν την πρεμιέρα της παράστασης,
Η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, αν και αυτοδίδακτη, είχε καταφέρει να επιβληθεί στα τέλη του 19ου αιώνα και τις (πολύ) αρχές του 20ου πρώτα μέσα από θεατρικές περιοδείες στους Έλληνες του εξωτερικού και στη συνέχεια (από το 1892 και μετά) με τις εμφανίσεις της στην πρωτεύουσα.
Ήταν τηρουμένων των αναλογιών η πρώτη γυναίκα σταρ του ελληνικού θεάτρου, η φήμη της οποίας αργότερα όχι απλά θα επισκιαζόταν από νεότερες συναδέλφους της όπως η Μαρίκα Κοτοπούλη, η Κυβέλη κ.ά., αλλά θα αναγκαζόταν να αποσυρθεί από το σανίδι και τελικά θα περιέπεφτε σχεδόν στη λήθη με εξαίρεση κάποιες σποραδικές τιμητικές παραστάσεις, σκοπός των οποίων ήταν η συγκέντρωση χρημάτων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε.
Αλλά αυτό εδώ δεν είναι ένα αφιέρωμα στην Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, ένα αφιέρωμα που ομολογώ ότι πολύ θα ήθελα κάποια στιγμή να επιχειρήσω. Ας σταθούμε στο γεγονός της παράστασης του Άμλετ με την ίδια ως πρωταγωνίστρια.
Το 1899, η διάσημη Γαλλίδα ηθοποιός Σάρα Μπερνάρ έγραψε ιστορία υποδυόμενη έναν ανδρικό ρόλο στο θέατρο πρωταγωνιστώντας ως Άμλετ στην ομώνυμη τραγωδία του Σαίξπηρ. Αρκετούς μήνες μετά, τον Απρίλιο του 1900, μια Ελληνίδα αντίζηλός της, η αποκαλούμενη από τους θαυμαστές της και ως “Σάρα Μπερνάρ της Ελλάδας”, η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου μιμήθηκε το εγχείρημα αυτό και έγινε η πρώτη Ελληνίδα ηθοποιός που υποδύθηκε ανδρικό ρόλο στο θέατρο. “Το σύνθημα της πλήρους χειραφεσίας … δίδεται από το θέατρον” αναφωνούσε το Άστυ πριν την πρεμιέρα της παράστασης,
Η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, αν και αυτοδίδακτη, είχε καταφέρει να επιβληθεί στα τέλη του 19ου αιώνα και τις (πολύ) αρχές του 20ου πρώτα μέσα από θεατρικές περιοδείες στους Έλληνες του εξωτερικού και στη συνέχεια (από το 1892 και μετά) με τις εμφανίσεις της στην πρωτεύουσα. Ήταν τηρουμένων των αναλογιών η πρώτη γυναίκα σταρ του ελληνικού θεάτρου, η φήμη της οποίας αργότερα όχι απλά θα επισκιαζόταν από νεότερες συναδέλφους της όπως η Μαρίκα Κοτοπούλη, η Κυβέλη κ.ά., αλλά θα αναγκαζόταν να αποσυρθεί από το σανίδι και τελικά θα περιέπεφτε σχεδόν στη λήθη με εξαίρεση κάποιες σποραδικές τιμητικές παραστάσεις, σκοπός των οποίων ήταν η συγκέντρωση χρημάτων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε.
Αλλά αυτό εδώ δεν είναι ένα αφιέρωμα στην Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, ένα αφιέρωμα που ομολογώ ότι πολύ θα ήθελα κάποια στιγμή να επιχειρήσω. Ας σταθούμε στο γεγονός της παράστασης του Άμλετ με την ίδια ως πρωταγωνίστρια.
Το 1899, η διάσημη Γαλλίδα ηθοποιός Σάρα Μπερνάρ έγραψε ιστορία υποδυόμενη έναν ανδρικό ρόλο στο θέατρο πρωταγωνιστώντας ως Άμλετ στην ομώνυμη τραγωδία του Σαίξπηρ. Αρκετούς μήνες μετά, τον Απρίλιο του 1900, μια Ελληνίδα αντίζηλός της, η αποκαλούμενη από τους θαυμαστές της και ως “Σάρα Μπερνάρ της Ελλάδας”, η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου μιμήθηκε το εγχείρημα αυτό και έγινε η πρώτη Ελληνίδα ηθοποιός που υποδύθηκε ανδρικό ρόλο στο θέατρο. “Το σύνθημα της πλήρους χειραφεσίας … δίδεται από το θέατρον” αναφωνούσε το Άστυ πριν την πρεμιέρα της παράστασης,
Η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, αν και αυτοδίδακτη, είχε καταφέρει να επιβληθεί στα τέλη του 19ου αιώνα και τις (πολύ) αρχές του 20ου πρώτα μέσα από θεατρικές περιοδείες στους Έλληνες του εξωτερικού και στη συνέχεια (από το 1892 και μετά) με τις εμφανίσεις της στην πρωτεύουσα.
Ήταν τηρουμένων των αναλογιών η πρώτη γυναίκα σταρ του ελληνικού θεάτρου, η φήμη της οποίας αργότερα όχι απλά θα επισκιαζόταν από νεότερες συναδέλφους της όπως η Μαρίκα Κοτοπούλη, η Κυβέλη κ.ά., αλλά θα αναγκαζόταν να αποσυρθεί από το σανίδι και τελικά θα περιέπεφτε σχεδόν στη λήθη με εξαίρεση κάποιες σποραδικές τιμητικές παραστάσεις, σκοπός των οποίων ήταν η συγκέντρωση χρημάτων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε.
Αλλά αυτό εδώ δεν είναι ένα αφιέρωμα στην Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, ένα αφιέρωμα που ομολογώ ότι πολύ θα ήθελα κάποια στιγμή να επιχειρήσω. Ας σταθούμε στο γεγονός της παράστασης του Άμλετ με την ίδια ως πρωταγωνίστρια.
Το 1899, η διάσημη Γαλλίδα ηθοποιός Σάρα Μπερνάρ έγραψε ιστορία υποδυόμενη έναν ανδρικό ρόλο στο θέατρο πρωταγωνιστώντας ως Άμλετ στην ομώνυμη τραγωδία του Σαίξπηρ. Αρκετούς μήνες μετά, τον Απρίλιο του 1900, μια Ελληνίδα αντίζηλός της, η αποκαλούμενη από τους θαυμαστές της και ως “Σάρα Μπερνάρ της Ελλάδας”, η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου μιμήθηκε το εγχείρημα αυτό και έγινε η πρώτη Ελληνίδα ηθοποιός που υποδύθηκε ανδρικό ρόλο στο θέατρο. “Το σύνθημα της πλήρους χειραφεσίας … δίδεται από το θέατρον” αναφωνούσε το Άστυ πριν την πρεμιέρα της παράστασης,
Η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, αν και αυτοδίδακτη, είχε καταφέρει να επιβληθεί στα τέλη του 19ου αιώνα και τις (πολύ) αρχές του 20ου πρώτα μέσα από θεατρικές περιοδείες στους Έλληνες του εξωτερικού και στη συνέχεια (από το 1892 και μετά) με τις εμφανίσεις της στην πρωτεύουσα.
Ήταν τηρουμένων των αναλογιών η πρώτη γυναίκα σταρ του ελληνικού θεάτρου, η φήμη της οποίας αργότερα όχι απλά θα επισκιαζόταν από νεότερες συναδέλφους της όπως η Μαρίκα Κοτοπούλη, η Κυβέλη κ.ά., αλλά θα αναγκαζόταν να αποσυρθεί από το σανίδι και τελικά θα περιέπεφτε σχεδόν στη λήθη με εξαίρεση κάποιες σποραδικές τιμητικές παραστάσεις, σκοπός των οποίων ήταν η συγκέντρωση χρημάτων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε.
Αλλά αυτό εδώ δεν είναι ένα αφιέρωμα στην Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, ένα αφιέρωμα που ομολογώ ότι πολύ θα ήθελα κάποια στιγμή να επιχειρήσω. Ας σταθούμε στο γεγονός της παράστασης του Άμλετ με την ίδια ως πρωταγωνίστρια.
Το 1899, η διάσημη Γαλλίδα ηθοποιός Σάρα Μπερνάρ έγραψε ιστορία υποδυόμενη έναν ανδρικό ρόλο στο θέατρο πρωταγωνιστώντας ως Άμλετ στην ομώνυμη τραγωδία του Σαίξπηρ. Αρκετούς μήνες μετά, τον Απρίλιο του 1900, μια Ελληνίδα αντίζηλός της, η αποκαλούμενη από τους θαυμαστές της και ως “Σάρα Μπερνάρ της Ελλάδας”, η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου μιμήθηκε το εγχείρημα αυτό και έγινε η πρώτη Ελληνίδα ηθοποιός που υποδύθηκε ανδρικό ρόλο στο θέατρο. “Το σύνθημα της πλήρους χειραφεσίας δίδεται από το θέατρον” αναφωνούσε το Άστυ πριν την πρεμιέρα της παράστασης,
Η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, αν και αυτοδίδακτη, είχε καταφέρει να επιβληθεί στα τέλη του 19ου αιώνα και τις (πολύ) αρχές του 20ου πρώτα μέσα από θεατρικές περιοδείες στους Έλληνες του εξωτερικού και στη συνέχεια (από το 1892 και μετά) με τις εμφανίσεις της στην πρωτεύουσα.
Ήταν τηρουμένων των αναλογιών η πρώτη γυναίκα σταρ του ελληνικού θεάτρου, η φήμη της οποίας αργότερα όχι απλά θα επισκιαζόταν από νεότερες συναδέλφους της όπως η Μαρίκα Κοτοπούλη, η Κυβέλη κ.ά., αλλά θα αναγκαζόταν να αποσυρθεί από το σανίδι και τελικά θα περιέπεφτε σχεδόν στη λήθη με εξαίρεση κάποιες σποραδικές τιμητικές παραστάσεις, σκοπός των οποίων ήταν η συγκέντρωση χρημάτων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε.
Αλλά αυτό εδώ δεν είναι ένα αφιέρωμα στην Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, ένα αφιέρωμα που ομολογώ ότι πολύ θα ήθελα κάποια στιγμή να επιχειρήσω. Ας σταθούμε στο γεγονός της παράστασης του Άμλετ με την ίδια ως πρωταγωνίστρια.
Το 1899, η διάσημη Γαλλίδα ηθοποιός Σάρα Μπερνάρ έγραψε ιστορία υποδυόμενη έναν ανδρικό ρόλο στο θέατρο πρωταγωνιστώντας ως Άμλετ στην ομώνυμη τραγωδία του Σαίξπηρ. Αρκετούς μήνες μετά, τον Απρίλιο του 1900, μια Ελληνίδα αντίζηλός της, η αποκαλούμενη από τους θαυμαστές της και ως “Σάρα Μπερνάρ της Ελλάδας”, η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου μιμήθηκε το εγχείρημα αυτό και έγινε η πρώτη Ελληνίδα ηθοποιός που υποδύθηκε ανδρικό ρόλο στο θέατρο. “Το σύνθημα της πλήρους χειραφεσίας … δίδεται από το θέατρον” αναφωνούσε το Άστυ πριν την πρεμιέρα της παράστασης,
Η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, αν και αυτοδίδακτη, είχε καταφέρει να επιβληθεί στα τέλη του 19ου αιώνα και τις (πολύ) αρχές του 20ου πρώτα μέσα από θεατρικές περιοδείες στους Έλληνες του εξωτερικού και στη συνέχεια (από το 1892 και μετά) με τις εμφανίσεις της στην πρωτεύουσα.
Ήταν τηρουμένων των αναλογιών η πρώτη γυναίκα σταρ του ελληνικού θεάτρου, η φήμη της οποίας αργότερα όχι απλά θα επισκιαζόταν από νεότερες συναδέλφους της όπως η Μαρίκα Κοτοπούλη, η Κυβέλη κ.ά., αλλά θα αναγκαζόταν να αποσυρθεί από το σανίδι και τελικά θα περιέπεφτε σχεδόν στη λήθη με εξαίρεση κάποιες σποραδικές τιμητικές παραστάσεις, σκοπός των οποίων ήταν η συγκέντρωση χρημάτων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε.
Αλλά αυτό εδώ δεν είναι ένα αφιέρωμα στην Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, ένα αφιέρωμα που ομολογώ ότι πολύ θα ήθελα κάποια στιγμή να επιχειρήσω. Ας σταθούμε στο γεγονός της παράστασης του Άμλετ με την ίδια ως πρωταγωνίστρια.
Το 1899, η διάσημη Γαλλίδα ηθοποιός Σάρα Μπερνάρ έγραψε ιστορία υποδυόμενη έναν ανδρικό ρόλο στο θέατρο πρωταγωνιστώντας ως Άμλετ στην ομώνυμη τραγωδία του Σαίξπηρ. Αρκετούς μήνες μετά, τον Απρίλιο του 1900, μια Ελληνίδα αντίζηλός της, η αποκαλούμενη από τους θαυμαστές της και ως “Σάρα Μπερνάρ της Ελλάδας”, η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου μιμήθηκε το εγχείρημα αυτό και έγινε η πρώτη Ελληνίδα ηθοποιός που υποδύθηκε ανδρικό ρόλο στο θέατρο. “Το σύνθημα της πλήρους χειραφεσίας … δίδεται από το θέατρον” αναφωνούσε το Άστυ πριν την πρεμιέρα της παράστασης,
Η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, αν και αυτοδίδακτη, είχε καταφέρει να επιβληθεί στα τέλη του 19ου αιώνα και τις (πολύ) αρχές του 20ου πρώτα μέσα από θεατρικές περιοδείες στους Έλληνες του εξωτερικού και στη συνέχεια (από το 1892 και μετά) με τις εμφανίσεις της στην πρωτεύουσα.
Ήταν τηρουμένων των αναλογιών η πρώτη γυναίκα σταρ του ελληνικού θεάτρου, η φήμη της οποίας αργότερα όχι απλά θα επισκιαζόταν από νεότερες συναδέλφους της όπως η Μαρίκα Κοτοπούλη, η Κυβέλη κ.ά., αλλά θα αναγκαζόταν να αποσυρθεί από το σανίδι και τελικά θα περιέπεφτε σχεδόν στη λήθη με εξαίρεση κάποιες σποραδικές τιμητικές παραστάσεις, σκοπός των οποίων ήταν η συγκέντρωση χρημάτων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε.
Αλλά αυτό εδώ δεν είναι ένα αφιέρωμα στην Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, ένα αφιέρωμα που ομολογώ ότι πολύ θα ήθελα κάποια στιγμή να επιχειρήσω. Ας σταθούμε στο γεγονός της παράστασης του Άμλετ με την ίδια ως πρωταγωνίστρια.
Το 1899, η διάσημη Γαλλίδα ηθοποιός Σάρα Μπερνάρ έγραψε ιστορία υποδυόμενη έναν ανδρικό ρόλο στο θέατρο πρωταγωνιστώντας ως Άμλετ στην ομώνυμη τραγωδία του Σαίξπηρ. Αρκετούς μήνες μετά, τον Απρίλιο του 1900, μια Ελληνίδα αντίζηλός της, η αποκαλούμενη από τους θαυμαστές της και ως “Σάρα Μπερνάρ της Ελλάδας”, η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου μιμήθηκε το εγχείρημα αυτό και έγινε η πρώτη Ελληνίδα ηθοποιός που υποδύθηκε ανδρικό ρόλο στο θέατρο. “Το σύνθημα της πλήρους χειραφεσίας … δίδεται από το θέατρον” αναφωνούσε το Άστυ πριν την πρεμιέρα της παράστασης,
Η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, αν και αυτοδίδακτη, είχε καταφέρει να επιβληθεί στα τέλη του 19ου αιώνα και τις (πολύ) αρχές του 20ου πρώτα μέσα από θεατρικές περιοδείες στους Έλληνες του εξωτερικού και στη συνέχεια (από το 1892 και μετά) με τις εμφανίσεις της στην πρωτεύουσα.
Ήταν τηρουμένων των αναλογιών η πρώτη γυναίκα σταρ του ελληνικού θεάτρου, η φήμη της οποίας αργότερα όχι απλά θα επισκιαζόταν από νεότερες συναδέλφους της όπως η Μαρίκα Κοτοπούλη, η Κυβέλη κ.ά., αλλά θα αναγκαζόταν να αποσυρθεί από το σανίδι και τελικά θα περιέπεφτε σχεδόν στη λήθη με εξαίρεση κάποιες σποραδικές τιμητικές παραστάσεις, σκοπός των οποίων ήταν η συγκέντρωση χρημάτων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε.
Αλλά αυτό εδώ δεν είναι ένα αφιέρωμα στην Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, ένα αφιέρωμα που ομολογώ ότι πολύ θα ήθελα κάποια στιγμή να επιχειρήσω. Ας σταθούμε στο γεγονός της παράστασης του Άμλετ με την ίδια ως πρωταγωνίστρια.
Ουδείς θα περίμενε ότι η Αλίκη Βουγιουκλάκη θα βρισκόταν κάποτε σε ανοιχτή κόντρα με τη Βίκυ Μοσχολιού.
Οι δύο μεγάλες κυρίες υπηρέτησαν με πείσμα και θάρρος τους τομείς τους, σε σανίδι και πεντάγραμμο, ωστόσο κάποτε, έστρεψαν τα βλέμματά τους και «μονομάχησαν» δημοσίως, μέσω επιστολών! Το περιστατικό έλαβε χώρα το 1980, όταν η Αλίκη Βουγιουκλάκη, μέσω μιας συνέντευξής της, θεωρούσε ως την κύρια αιτία της κρίσης που μάστιζε το θέατρο, την είσοδο λαϊκών καλλιτεχνών.
Οι ηθοποιοί έπαιζαν μπροστά σε λίγο κόσμο στις παραστάσεις και πολλά έργα «κατέβαιναν» σε σύντομο χρονικό διάστημα, εξαιτίας των μειωμένων εσόδων. Για να καταφέρουν οι θιασάρχες να προσελκύσουν κοινό, επιστράτευαν γνωστούς ερμηνευτές του πενταγράμμου, νέους ή παλιούς.
Η κίνηση αυτή όμως, δεν άρεσε στους ηθοποιούς, όπως στην Αλίκη Βουγιουκλάκη, που ζητούσαν να σταματήσει αυτή η πρακτική. Σε συνέντευξή της μάλιστα για την κρίση στο «σανίδι», η ηθοποιός έλεγε χαρακτηριστικά:
Τι δουλειά έχουν ο Φλωρινιώτης, ο Τσιτσάνης, η Μοσχολιού και άλλοι να εισβάλουν με τα μπουζούκια τους στο θέατρο; Μπορεί στον τομέα τους να είναι καλοί, αλλά στο θέατρο το μόνο που κάνουν είναι να κατεβάζουν το επίπεδο του κοινού. Διαμαρτύρομαι γιατί το μπουζούκι έχει εισβάλλει στο θέατρο κατά τρόπο απαράδεκτο.
Η δήλωση της Βουγιουκλάκη δεν έμεινε αναπάντητη. Η Βίκυ Μοσχολιού με επιστολή της στην εφημερίδα «Τα Νέα», σήκωσε το γάντι και πέρασε στην αντεπίθεση.
Συγχαρητήρια. Η κ. Βουγιουκλάκη κάνει οπερετικές δηλώσεις γιατί φοβάται πως τα θέατρα με τη συμμετοχή μας, θα γίνουν σκυλάδικα. Και είναι άδικο ο λαός να ακούει γαβγίσματα, έπειτα από τόσων χρόνων νιαούρισμα.
Το μόνο που μένει έπειτα από αυτό για να φτιάξουν τα θέατρα, είναι να εγκαταστήσει η κ. Βουγιουκλάκη ένα δικό της Προξενείο, όπου θα προσερχόμαστε σαν γατούλες όλοι οι καλλιτέχνες, για να παίρνουμε βίζα από την κυρία Πρόξενο, που θα ελέγχει που και πως θα μεταβούμε και τι θα τραγουδήσουμε.
Η Βίκυ Μοσχολιού σχολίαζε καυστικά επίσης και τη δήλωση της Αλίκης Βουγιουκλάκη που ανέφερε ότι, «το ελληνικό θέατρο περνάει μεγάλη κρίση. Και είναι ανεπίτρεπτο να αντιμετωπίζεται με την επιστράτευση γνωστών τραγουδιστών, που μάλιστα στις ταμπέλες μπαίνουν επικεφαλής των θιάσων».
Η Μοσχολιού απαντούσε στην εθνική σταρ ως εξής : «Η ίδια φυσικά έχει Duty Free. Κι ακόμη έχει δελτίο εισόδου για τα πάντα, εδώ και δεκαετίες. Για αυτό δεν ζήτησε ποτέ άδεια, ούτε βίζα για να χορέψει, να σκηνοθετήσει, να γράψει, να τραγουδήσει από ρομάντζα ως τσατσατσά μέχρι ελαφρολαϊκά ή να δημιουργήσει χιλιάδες κοκτέιλ ιστορικοκοινωνικομελοφαρσομιούζικαλ, που τόσο ανέβασαν το πνευματικό επίπεδο δύο γενεών Ελλήνων. Λησμόνησε ακόμη και την παροιμία «στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σχοινί».
Γιατί η κυρία Πρόξενος τόσων και τόσων, πρώτη έφερε το μπουζούκι στο θέατρο και είναι η πρώτη διδάξασα στο Ρεξ, στην «Κόρη η Σοσιαλίστρια» εδώ και χρόνια. Και αυτό το καημένο το μπουζούκι που τόσο το κατηγορεί, την έσωσε τότε από φιάσκο της «Κλεοπάτρας». Αλλά βλέπεις η μνήμη εξασθενεί με τα χρόνια.
Η επιστολή κόλαφος της Μοσχολιού εναντίον της Βουγιουκλάκη, έκλεινε το ίδιο ειρωνικά.
«Της συστήνω να διαμαρτυρηθεί ακόμη πιο έντονα και να διαγράψει το Θεοδωράκη και το Χατζιδάκι και το Ξαρχάκο και τόσους άλλους, που τόσες φορές δημιούργησαν επιτυχίες λαϊκές με μπουζούκια στο θέατρο και….»κατέβασαν το επίπεδο του ελληνικού λαού».
Ειλικρινά θα χαρώ να ιδρύσει το Προξενείο της και δηλώνω πως για πλάκα θα είμαι η πρώτη που θα ζητήσω τη βίζα της Βουγιουκλάκη, για να παίξω στο «σκυλάδικο» του Παρκ, μαζί με μια Σμαρούλα Γιούλη, μ” έναν Βασίλη Διαμαντόπουλο, μ” έναν Κώστα Καρρά, μ” ένα Μποστ και με τόσα άλλα ονόματα του θεάτρου μας».
Όσο για την αντίδραση της Αλίκης; Με λιτό και κατηγορηματικό τρόπο, έκλεισε το θέμα μιλώντας στην εφημερίδα τα «Νέα»: «μου φαίνεται αδύνατο να έχω δημόσιο διάλογο με την αγαπητή Βίκυ Μοσχολιού, σε αυτό το επίπεδο. Υπογραμμίζω εκ νέου όσα ανέφερα και στην πρες κόμφερανς»
Η ταινία, “Οι επικίνδυνοι” προβλήθηκε τη σαιζόν 1983-1984 και έκοψε 84.556 εισιτήρια. Ήρθε στην 14η θέση σε 33 ταινίες.
-Για να γυρίσει η Καίτη Φίνου την ταινία έπρεπε πρώτα ο Γιάννης Δαλιανίδης να το συζητήσει με τον Στάθη Ψάλτη. Είχε λίγο γυμνό,αρκετά φιλιά και ήθελε να πάρει πρώτα την έγκρισή του και μετά να της κάνει την πρόταση.
Σκηνή από την ταινία, “Οι επικίνδυνοι”.
-Σκηνές γυρίστηκαν για λογαριασμό της ταινίας στην εταιρεία γαλακτοκομικών ΦΑΓΕ που δέχτηκε να ληστέψουν με ριφιφι τα γραφεία της εταιρείας. Μάλιστα η εταιρεία διέθετε από τότε συστήματα συναγερμού.
Περίληψη της ταινίας, “Οι επικίνδυνοι”
Ο Πάνος (Πάνος Μιχαλόπουλος) εγκαταλείπει το χωριό του στην Αργολίδα και έρχεται στην Αθήνα, σε αναζήτηση εργασίας. Μένει στο σπίτι της αδελφής του Ντίνας (Στέλλα Κωνσταντινίδου) και του άντρα της Λευτέρη (Παύλος Κοντογιαννίδης), ανακαλύπτει όμως ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα απ’ ό,τι τα φανταζόταν.
Γνωρίζει τον Σταμάτη (Σταμάτης Γαρδέλης) και την παρέα του, οι οποίοι είναι κι αυτοί άνεργοι και αντιμετωπίζουν ανάλογα προβλήματα, επιδιδόμενοι συχνά σε άνομες πράξεις.
Ο Πάνος μπαίνει μέσα σ’ όλα και μετατρέπεται σε επικίνδυνο κακοποιό. Φτάνει στο σημείο να βιάσει την Καίτη (Καίτη Φίνου) για να εκδικηθεί τον αδελφό της Θανάση (Κώστας Ευριπιώτης), με τον οποίο είχε προηγούμενα.
Για να λύσουν το οξύ οικονομικό τους πρόβλημα, οργανώνουν τη ληστεία μιας βιομηχανίας, αλλά με δυσάρεστα αποτελέσματα. Δύο της παρέας σκοτώνονται επιτόπου κι ο Πάνος συλλαμβάνεται απ’ την αστυνομία.
Η καταδίκη της Αλίκης Βουγιουκλάκη σε φυλάκιση 5 μηνών για πρόκληση σωματικής βλάβης σε συνεργάτη της το 1972 και ο αντίκτυπος της είδησης μέχρι.. την Ολλανδία!
Είναι ένα περιστατικό που ελάχιστοι θυμούνται – ή γνωρίζουν οι νεώτεροι – από την πορεία της Αλίκης Βουγιουκλάκη.
Το 1972, ένα περιστατικό στα γυρίσματα της ταινίας «Η Αλίκη δικτάτωρ» οδήγησε την ηθοποιό στο δικαστήριο ως κατηγορούμενη, ενώ μάλιστα στον πρώτο βαθμό της δίκης καταδικάστηκε σε ολιγόμηνη φυλάκιση.
Η είδηση εκείνη έκανε το γύρο του κόσμου και έφτασε μέχρι τις ολλανδικές εφημερίδες, οι οποίες σε γενικές γραμμές αγνοούσαν ακόμη και την ύπαρξη της Αλίκης, μιας και οι ταινίες της δεν προβλήθηκαν ποτέ στην Ολλανδία.
Κατ’ αρχήν τι είχε συμβεί.
Υπήρξε μια κόντρα ανάμεσα στην Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον φροντιστή της Φίνος Φιλμ, Παντελή Παλιεράκη κατά τα διάρκεια των εξωτερικών γυρισμάτων της ταινίας.
Αυτό ήταν το κατηγορητήριο που είχε απευθύνει το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κατά της πρωταγωνίστριας παραπέμποντάς τη σε δίκη(όπως τουλάχιστον δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες):
«Εν Αθήναις την 17ην Φεβρουαρίου 1972 α) εκ προθέσεως επροξένησεν εις έτερον σωματικήν κάκωσιν και βλάβην της υγείας αυτού, ήτοι δι’ ανημμένου σιγαρέττου πιεσθέντος υπ’ αυτής επί της δεξιάς παρειάς του Παντελή Παλιεράκη προεκάλεσεν εις τούτον εγκαύματα τρίτου βαθμού και β) προσέβαλε διά λόγου την τιμήν του Παντελή Παλιεράκη διά της προς αυτόν απευθυνθείσης φράσεως: «Βρε ****, θα σου βγάλω το μάτι». Η δίκη πραγματοποιήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1972.
Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε ο Παλιεράκης, αιτία του περιστατικού ήταν η πολύωρη καθυστέρηση της Βουγιουκλάκη να έρθει στο γύρισμα – έφτασε στις 12.30΄ το μεσημέρι, ενώ αυτό ήταν προγραμματισμένο να ξεκινήσει στις 7.30΄ το πρωί.
Και συνέχισε: «Κατόπιν τούτου αναγκάστηκα να τηλεφωνήσω στον παραγωγό κ. Φίνο και να του αναφέρω σχετικώς. Ο κ. Φίνος δεν έλαβε θέση και το γύρισμα συνεχίσθηκε.
Κατά το γύρισμα, όμως, σε άλλο πλάνο, έξω από το δικαστικό μέγαρο της οδού Αρσακείου, πληροφορηθείσα η Αλίκη ότι είχα ειδοποιήσει για την αργοπορία της τον κ. Φίνο, με εξύβρισε και έσβησε το τσιγάρο της στο δεξί μάγουλο του προσώπου μου, ακριβώς κάτω από το μάτι», ενώ ο μηνυτής επικαλέστηκε και την ιατροδικαστική έκθεση.
Τρία μέλη του συνεργείου κατέθεσαν ως μάρτυρες κατηγορίας επιβεβαιώνοντας τους ισχυρισμούς του Παλιεράκη, ο Φίνος κράτησε ουδέτερη στάση, καθώς δεν ήταν παρών, ενώ πολλοί φίλοι και συνεργάτες της Αλίκης, όπως και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, κατέθεσαν ότι η πρωταγωνίστρια, που άλλωστε δεν κάπνιζε, δεν θα μπορούσε ποτέ να επιδείξει μια τέτοια συμπεριφορά.
Όσον αφορά την ίδια την Αλίκη, στην απολογία της ισχυρίσθηκε:
«Δεν έκανα τίποτε απολύτως. Αν και ο μηνυτής μου μίλησε άσχημα, εγώ δεν του απάντησα. Όσο για το κάψιμο με το τσιγάρο, πιθανώς να το έκαψε μόνος για να μου αποσπάσει χρήματα εκ των υστέρων».
Η Αλίκη Βουγιουκλάκη κατά την διάρκεια της δίκης.
Το δικαστήριο τελικά καταδίκασε την ηθοποιό σε πεντάμηνη φυλάκιση κρίνοντάς την ένοχη για πρόκληση σωματικής βλάβης. Εκείνη άσκησε έφεση και αφέθηκε ελεύθερη, όμως στο δεύτερο βαθμό.
Ωστόσο, η έφεση δεν εκδικάσθηκε ποτέ, καθώς στις 5 Φεβρουαρίου 1973 ο Παλιεράκης απέσυρε τη μήνυσή του, η Βουγιουκλάκη αποδέχθηκε την ανάκληση και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο αποφάσισε την παύση της δίωξης.
Εν τω μεταξύ, την 1η Νοεμβρίου 1972, η ολλανδική εφημερίδα Nieuwsblad van het Noorden αναφέρθηκε στη δίκη και την καταδίκη της Αλίκης Βουγιουκλάκη – σε μια σπάνια αναφορά ολλανδικής εφημερίδας στην Ελληνίδα ηθοποιό – με άκρως ειρωνική διάθεση (και εν μέρει λάθος πληροφορίες):
«Ένα δικαστήριο στην Αθήνα καταδίκασε μια από τις πιο δημοφιλείς ηθοποιούς στην Ελλάδα, την Αλίκη Βουγιουκλάκη σε φυλάκιση πέντε μηνών για επίθεση. Ότι δηλαδή έριξε τσιγάρο στο πρόσωπο ενός παραγωγού ταινιών, για τον οποίο εργάστηκε κατά το μήνα Ιούνιο, ενώ δεν προβλεπόταν από το σενάριο.
Και για το συμβάν αυτό τώρα καταδικάστηκε, παρά το γεγονός ότι ο σύζυγός της (και συμπρωταγωνιστής σε όλες τις ταινίες της) Δημήτρης Παπαμιχαήλ ήρθε ο ίδιος στο δικαστήριο για να εξηγήσει ότι η σύζυγός του είναι .. μια κυρία που απλά δεν είναι σε θέση να κάνει τέτοιες πράξεις».
«Τα στερνά τιμούν τα πρώτα» λέει η λαϊκή σοφία και σίγουρα κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει.
Στην περίπτωση του Γιάννη Γκιωνάκη, τα στερνά δεν ήταν σίγουρα αυτά που του άξιζαν και άφησαν πάνω του ένα στίγμα,
το οποίο κηλίδωσε την πολύ μεγάλη προσφορά του στο ελληνικό θέατρο και στον κινηματογράφο.
Φυσικά αναφερόμαστε στην υπόθεση που είχε συνταράξει το πανελλήνιο το 1984, όταν ο Γκιωνάκης πυροβόλησε την σύντροφό του Αφροδίτη Κοζανιτά,
όταν η ίδια του ζήτησε να χωρίσουν.
Ωστόσο στο δικαστήριο, η ίδια ουσιαστικά αθώωσε τον δημοφιλή ηθοποιό, όταν είπε στους δικαστές το εξής:
«Σας διαβεβαιώνω, ότι δεν ήρθε με πρόθεση να με δολοφονήσει. Αν ήθελε να με σκοτώσει, θα τα είχε καταφέρει.
Σίγουρα είχε ελαττώματα, αλλά δεν ήταν εγκληματική φυσιογνωμία».
Έτσι, η ποινή του Γκιωνάκη ήταν τελικά 15 μήνες φυλάκιση, η οποία ήταν εξαγοράσιμη.
Ωστόσο εκείνο που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό είναι το γεγονός ότι η Αφροδίτη Κοζανιτά είναι μητέρα του γνωστού συνθέτη και στιχουργού Φοίβου.
Μάλιστα ο ίδιος ποτέ δεν έχει σχολιάσει ούτε τη σχέση της μητέρας του με τον Γκιωνάκη, ούτε – πολύ περισσότερο – το περιστατικό του πυροβολισμού.
Από την άλλη, η Πωλίνα Γκιωνάκη, κόρη του ηθοποιού και επίσης ηθοποιός, είχε πει ότι εάν προέκυπτε συνεργασία της με τον Φοίβο δεν θα την αρνιόταν,
αφού δεν έχει τίποτα να χωρίσει μαζί του, αφού «τα παιδιά δεν θα πρέπει να πληρώνουν τα λάθη των γονιών τους».
Ο Γκιωνάκης από μικρός ήθελε να γίνει γιατρός – ήταν και ο πατέρας του -,
αλλά το 1943 άλλαξε την απόφασή του όταν παρακολουθεί εντελώς τυχαία την παράσταση «Αγριόπαπια» του Ερρίκου Ίψεν
και τον μαγεύει το επάγγελμα του ηθοποιού.
Την θεατρική του καριέρα την ξεκινά το 1944 στον «Τελευταίο Ασπροκόρακα» και ακολουθούν τα κλασικά «Ο Βυθός» του Γκόρκι και «Ο Βυσσινόκηπος» του Τσέχοφ, πάντα στο θέατρο του Καρόλου Κουν.
Ωστόσο η καριέρα του απογειώνεται όταν αποφασίζει να στραφεί στην επιθεώρηση, επηρεασμένος από τα έργα του Δημήτρη Ψαθά,
Στον κινηματογράφο έκανε το ντεμπούτο του το 1946, στην ταινία του Σακελλάριου «Παπούτσι από τον τόπο σου».
Αλησμόνητη και μοναδική έμεινε η ερμηνεία του στην ταινία «Τα κίτρινα γάντια», ως τρελο-Μπρίλης.
Η σκηνή με τον Νίκο Σταυρίδη όταν ο τελευταίος του ζητά πορτοκαλάδα και ο Γκιωνάκης του απαντά με έναν μοναδικό χιουμοριστικό τρόπο που προκαλεί δάκρυα γέλιων, έμεινε στην ιστορία του ελληνικού σινεμά.
Ο Σπύρος Ευαγγελάτος ήταν ιδρυτής του Αμφιθεάτρου, σκηνοθέτης, μεταφραστής, καθηγητής και ακαδημαϊκός.
Με μία τεράστια πορεία στο χώρο της τέχνης, τιμήθηκε πολλές φορές για την προσφορά του.
Η ζωή του, πέρα από τις μεγάλες στιγμές,ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια,είχε βυθιστεί στο πένθος καθώς το 2005 έχασε τη σύζυγο του, την ηθοποιό Λήδα Τασοπούλου,και πέντε χρόνια αργότερα, αποχαιρέτησε και το γιο του Αντίοχο, σε ηλικία μόλις 24 χρονών.
ΟΣπύρος Ευαγγελάτος.
ΟΣπύρος Ευαγγελάτος γεννήθηκε λίγες μέρες πριν την έναρξη του Ελληνο-ιταλικού πολέμου, δηλαδή στις 20 Οκτωβρίου 1940.
Γονείς του ήταν δύο εξαίρετοι καλλιτέχνες.
Ο συνθέτης Αντίοχος Ευαγγελάτος και η αρπίστρια Ξένη Mπουρεξάκη.
Ο πατέρας του διακρίθηκε για το τεράστιο μουσικό του έργο καθώς περιλάμβανε συμφωνικά έργα, μουσική δωματίου και σκηνική μουσική για αρχαίες τραγωδίες.
Ήταν επίσης ο δημιουργός του Τρίτου Προγράμματος της σημερινής ΕΡΤ.
Μέσα σ΄ένα τέτοιο κλίμα μεγάλωσε ο Σπύρος με τη καλλιτεχνική παράδοση της οικογένειας να τον οδηγεί προς το μαγικό κόσμο του θεάτρου.
Αρχικά σπούδασε στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, από την οποία αποφοίτησε το 1961.
Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 60 βρέθηκε σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες συνεχίζοντας τις θεατρικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης.
Παρά το νεαρό της ηλικίας του, το 1970 έγινε διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το 1971 ξεκινά να σκηνοθετεί παραστάσεις,με το σκηνοθετικό του έργο να περιλαμβάνει περισσότερες από 220 σκηνοθεσίες σε όλα τα θεατρικά είδη, κυρίως όμως στην Επίδαυρο.
Μεγάλη στιγμή για τον ίδιο αλλά και γενικότερα ήταν η ίδρυση του Αμφιθεάτρου,το 1975 με το οποίο συνέχισε αδιάλειπτα μέχρι το 2011, παρουσιάζοντας από αρχαίους τραγικούς μέχρι σύγχρονους συγγραφείς.
Τη χρονική περίοδο 1977-1980 διετέλεσε γενικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και από το 1984 και για μία τριετία διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Σαν μαθήτρια της δραματικής, υπάκουσε πιστά στις σκηνοθετικές οδηγίες του Σπύρου Ευαγγελάτου και κυριολεκτικά «κέντησε» το ρόλο της Φιλουμένας στο έργο «Φιλουμένα Μαρτουράνο» του Εντουάρντο ντε Φιλίππο.
Το 1989 ο Ευαγγελάτος εξελέγη αναπληρωτής καθηγητής του τμήματος ιστορίας και αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου,ενώ στη δεκαετία του 90 – για τρία χρόνια περίπου – διετέλεσε πρόεδρος του τμήματος θεατρικών σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
ΟΣπύρος Ευαγγελάτος έχει τιμηθεί με το βραβείο «Κάρολος Κουν» (1988), το βραβείο της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων (1994), το βραβείο Σκηνοθεσίας της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων (1996), με το παράσημο του «ταξιάρχη του τάγματος του Φοίνικος» από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας ενώ το 2005 εκλέχθηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Τον Φεβρουάριο του 2011 ανακοίνωσε την πρόθεσή του να αναστείλει την λειτουργία του «Αμφιθεάτρου» λόγω οικονομικών προβλημάτων, κατηγορώντας τον τότε υπουργό Πολιτισμού Παύλο Γερουλάνο για αδιαφορία.
Στη προσωπική του ζωή οΣπύρος Ευαγγελάτος ,έζησε μια μοναδική σχέση με την ηθοποιό και σκηνοθέτιδα του θεάτρου, Λήδα Τασοπούλου.
Ένα ταλαντούχο πλάσμα, μια πρωταγωνίστρια που επί τριάντα χρόνια χάρισε στο κοινό σπάνιες ερμηνείες σε όλα τα θεατρικά είδη.
Ο Θάνος Μικρούτσικος είχε πει για εκείνη: «…Αυτή ήταν η Λήδα Τασοπούλου. Μια αστραπή ομορφιάς, μια στιγμή αισθητικής ηδονής, μια εκτυφλωτική λάμψη στον ορίζοντα, μια μουσική σαν την Παντομίμα του Κουρτ Βάιλ, ένα ποίημα σαν την Κίχλη του Σεφέρη, μια ζωγραφιά σαν τις μορφές του Κωνσταντίνου Παρθένη…».
Ο θάνατος της, το 2005,μετά από μακροχρόνια μάχη με το καρκίνο, προκάλεσε σοκ στο χώρο του θεάτρου και πολύ πόνο στο μεγάλο θεατράνθρωπο.
Πέντε χρόνια αργότερα χάνει και τον γιο του ο οποίος έσβησε από ανακοπή καρδιάς.
Ωστόσο άνθρωπος φύσει αισιόδοξος,συνέχιζε να θαυμάζει τη κόρη του Κατερίνα,η οποία ακολούθησε τα βήματα του πατέρα της.
ΟΣπύρος Ευαγγελάτος έφυγε αφήνοντας μια τεράστια παρακαταθήκη στις νεότερες γενιές στις 24 Ιανουαρίου 2017 σε ηλικία 76 ετών.
Ο μαγκούφης είναι ελληνική κωμική ταινία που γυρίστηκε το 1959, αλλά προβλήθηκε το 1962, σε σκηνοθεσία Τζανή Αλιφέρη και σενάριο των Πάνου Παπαδούκα και Βασίλη Σπυρόπουλου. Πρωταγωνιστούν οι Μίμης Φωτόπουλος, Γεωργία Βασιλειάδου και Μάρθα Βούρτση.
Έκοψε 25.485 εισιτήρια. Ήρθε στην 27η θέση σε 68 ταινίες.
Ο μαγκούφης
Περίληψη της ταινίας, “Ο μαγκούφης”
Ο Βασιλάκης (Μίμης Φωτόπουλος) είναι φανατικός κατά του γάμου. Μένει ως νοικάρης στο σπίτι της Φωτεινής (Γεωργία Βασιλειάδου), η οποία δεν κάνει τίποτε άλλο από το να τον παροτρύνει να παντρευτεί.
Μάλιστα έχει βάλει σκοπό να τον παντρέψει με την Καίτη (Μάρθα Βούρτση), μια υπάλληλο στο μαγαζί του Βασιλάκη, η οποία τον αγαπά πραγματικά, ενώ ο Βασιλάκης δεν το έχει καταλάβει. Κάποια στιγμή, με τη συνεχή πλύση εγκεφάλου, ο Βασιλάκης αρχίζει να αλλάζει ιδέες και ρωτάει παντρεμένους φίλους και γνωστούς για τον έγγαμο βίο τους.
Όταν η Φωτεινή πηγαίνει για Χριστούγεννα στη Θεσσαλονίκη, ο Βασιλάκης τυχαίνει να αρρωστήσει, και μην έχοντας κανέναν να τον φροντίσει, δέχεται την περιποίηση και τη φροντίδα της Καίτης. Έτσι, σιγά-σιγά αναπτύσσεται μεταξύ τους ένα αίσθημα και η νέα χρονιά τους βρίσκει αγκαλιασμένους.
Ο Βασιλάκης θέλει να ζητήσει σε γάμο την Καίτη, μη γνωρίζοντας ότι πρόκειται για την κοπέλα που του προξένευε η Φωτεινή. Και όταν ο Βασιλάκης της ανακοινώνει τα νέα, εκείνη του φανερώνει ότι του έλεγε για την Καίτη. Τότε, ο Βασιλάκης, θεωρώντας ότι τον ξεγέλασαν ακυρώνει τον αρραβώνα.
Η Καίτη φεύγει από το μαγαζί και σχεδιάζει να φύγει με τη μητέρα της για την Αυστραλία, όπου μένει ο αδερφός της, ο οποίος της προξενεύει ένα γαμπρό. Ο Βασιλάκης μετανιώνει για την αθέτηση του λόγου και ζητάει στην Καίτη να παντρευτούν. Όταν εκείνη αρνείται, ο Βασιλάκης ετοιμάζεται να πουλήσει την επιχείρηση και να αλλάξει σπίτι, αλλά χάρη στην επέμβαση της Φωτεινής οι δυο τους οδηγούνται τελικά σε γάμο.
“Ο Λουστράκος” είναι ένα μελόδραμα, είδος ιδιαίτερα δημοφιλές την περίοδο που γυρίστηκε. Χρησιμοποιούνται χώροι οι οποίοι συναντούνται συχνά σε ταινίες είδος, όπως το σαλόνι του σπιτιού όπου παίρνονται οι σημαντικές αποφάσεις και η φυλακή όπου συχνά βρίσκονται αθώοι. Το θεματολογικό μοτίβο της αντίθεσης ανάμεσα στην πλούσια και τη φτωχή οικογένεια και η συνάντηση των δύο κόσμων που αντιπροσωπεύει ο έρωτας του Βασιλάκη και της Μαρίας είναι επίσης κοινό στο είδος.
Ήταν ο πρώτος πρωταγωνιστικός ρόλος του Βασίλη Καΐλα και η επιτυχία της τον καθιέρωσε ως παιδί-θαύμα.
Ο Πέτρος Λινάρδος στην παρουσίαση της ταινίας κατά την έξοδο της την είχε χαρακτηρίσει ως παλαιού τύπου μελό.Μεταγενέστερη κριτική της Θεανώς Κανελλίδου παρατηρεί τις αδυναμίες της ταινίας στον τεχνικό τομέα, ιδιαίτερα στο μοντάζ, καθώς και την τετριμμένη υπόθεση, αλλά τη χαρακτηρίζει ως αξιοπρεπή και αρκετά πειστική σε σχέση με άλλες ταινίες της εποχής.
Η ταινία διέδωσε τη λέξη λουστράκος, η οποία έμεινε να σημαίνει κάποιον ο οποίος υποτακτικά κολακεύει άτομα ή θεσμούς με εξουσία, αποσκοπώντας σε προσωπικά οφέλη.
Περίληψη της ταινίας,“Ο Λουστράκος”
Ο Βασίλης Μαράς (Δημήτρης Παπαμιχαήλ), ένα φτωχό κι ορφανό από πατέρα παιδί που φιλοδοξεί να σπουδάσει, γυρίζει στους δρόμους και γυαλίζει παπούτσια. Η μητέρα του Άννα (Ρίτα Μυράτ), η οποία δούλευε παραδουλεύτρα σ’ ένα πλούσιο σπιτοι βρίσκεται άδικα στη φυλακή, καταδικασμένη για ληστεία μετά φόνου.
Ο μικρός (Βασίλης Καϊλας) με τη βοήθεια του δικηγόρου Γιώργου Καραλή (Μήτσος Λυγίζος) κατορθώνει να αποδείξει την αθωότητά της. Με τη δουλειά του στους δρόμους, και κάνοντας αιματηρές οικονομίες, τελειώνει το νυχτερινό γυμνάσιο και το πανεπιστήμιο, παίρνοντας το πτυχίο του γιατρού. Παράλληλα, ανθίζει ο έρωτάς του για τη Μαρία (Μιράντα Κουνελάκη), την οποία η μητέρα της θέλει να παντρέψει με ένα νέο της τάξης τους. Η αγάπη της Μαρίας για τον Βασίλη αποδεικνύεται πιο δυνατή από τη θέληση της μητέρας της.
Η Αλίκη Βουγιουκλάκη δημιούργησε το δικό της θρύλο ως μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία του Ελληνικού κινηματογράφου και του θεάτρου.
Για κάποιους χωρίς βαθύτερες και ουσιαστικές υποκριτικές αρετές, πάλεψε για περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες με σκληρή και επίπονη δουλειά ως άρτια θεατρική επιχειρηματίας.
Κανείς ωστόσο δεν μπορεί να παραγνωρίσει την αύρα και το χαμόγελο της.
«…όταν πηγαίναμε στο σινεμά για να δούμε ταινία της, και αντικρίζαμε στο πανί το πρόσωπο της ήταν σαν να τρώγαμε ζάχαρη και ψωμί…».
Στη δεκαετία του 70,και ενώ ο ελληνικός εμπορικός κινηματογράφος έχει ρίξει αυλαία, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του Φίνου, η Αλίκη χωρίζει με τον Παπαμιχαήλ, προσωπικά και επαγγελματικά, και αποφασίζει να αλλάξει τη πορεία του νεοελληνικού θεάτρου.
Αρχικά με τη «Καμπίρια»(1975-76),και το καλοκαίρι του 1978 με το «Cabaret».
Ένα πολυπρόσωπο και πολυδάπανο έργο με περιστρεφόμενα σκηνικά, ζωντανή ορχήστρα, πολύ μουσική, φανταχτερά κοστούμια.
Το «Cabaret» είναι μια διασκευή από το θεατρικό έργο «Είμαι μια φωτογραφική μηχανή» του Τζόν Βαν Ντρούντεν και τις «Βερολινέζικες ιστορίες» του Ίσεργουντ.
Την απόδοση κάνει ο Μάριος Πλωρίτης ενώ τη παράσταση σκηνοθετεί ο αξέχαστος Δημήτρης Ποταμίτης. Γνωστός για την αποκεντρωμένη δουλειά του, μπαίνει στο εμπορικό κύκλωμα, γοητευμένος από την Εθνική μας Σταρ.
Άλλωστε είναι η δεύτερη συνεργασία τους, καθώς το προηγούμενο καλοκαίρι του 1977,ο Δημήτρης και η Αλίκη είχαν συναντηθεί στο θεατρικό μιούζικαλ «Ωραία μου Κυρία».
Η πρεμιέρα του «Cabaret» γίνετε στις 30 Ιουνίου 1978, στο Θερινό Θέατρο Αλίκη. Ήταν τόσο μεγάλη η απήχηση στον κόσμο που συνεχίστηκε και την επόμενη χειμερινή σεζόν στο θέατρο Αλίκη της οδού Αμερικής. Με αλλαγές στη σύνθεση του θιάσου η πορεία του θα συνεχιστεί και στο Ράδιο Σίτυ της Θεσσαλονίκης από τον Απρίλιο του 1979 για τρείς εβδομάδες.
Για την ιστορία, την πρεμιέρα παρακολούθησαν ο πρώην Πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο θεατράνθρωπος Αλέξης Μινωτής αλλά και η πιο εκλεκτή μερίδα της Αθηναϊκής κοινωνίας.
Οι κριτικές έγραψαν ότι η Αλίκη άρπαξε τον ρόλο της Σάλλυ Μπόουλς και τον έκανε δικό της. Όλοι μιλούν για την εκθαμβωτική σκηνική της ομορφιά αλλά την παράσταση κλέβει ο Δάνης Κατρανίδης στον ρόλο του Κομπέρ. Η Δέσπω Διαμαντίδου γοητεύει το θεατρόφιλο κοινό ως Φρόιλάιν Σνάιντερ, ρόλο που είχε παίξει και στο Μπρόντγουει το 1968.
Η τεράστια αυτή επιτυχία θα μεταφερθεί και στη μικρή οθόνη, σε ένα ωριαίο σόου, με τις καλύτερες μουσικοχορευτικές σκηνές της θεατρικής παράστασης. Το φαντασμαγορικό πρόγραμμα φέρει την υπογραφή του σκηνοθέτη Τάκη Βουγιουκλάκη και προβλήθηκε για μια και μοναδική φορά στις 23 Δεκεμβρίου 1978, από την ΕΡΤ.
Μουσικά στη παράσταση ακούστηκαν όλα σχεδόν τα τραγούδια του Τζον Κάντερ,που είχαν γραφτεί το 1966. Οι ελληνικοί στίχοι ήταν του Γιάννη Ξανθούλη. Ο Γιώργος Κατσαρός γράφει δύο ακόμη τραγούδια που ερμηνεύει μοναδικά η Αλίκη με τον Γιάννη Πάριο να κάνει σεκόντο. Το «Μη ζητάς να μάθεις» και το «Ήρθε η ώρα». Το σάουντρακ του «Cabaret» θα κυκλοφορήσει σε δίσκο 33 στροφών από τη δισκογραφική εταιρεία Philips.
Να σημειώσουμε ότι την μεγάλη αυτή επιτυχία η Αλίκη Βουγιουκλάκη επιχείρησε να μεταφέρει στον κινηματογράφο με τον τίτλο «Το κορίτσι του καμπαρέ». Η ταινία μένει στα κουτιά προφανώς λόγο δικαιωμάτων και βγαίνει με πολλές παρεμβάσεις το 1981 με τον τίτλο «Κατάσκοπος Νέλλη».
Το φιλμ αυτό δεν ακολούθησε την ιστορία της ταινίας του 1972 με τη LizaMinnelli , αλλά βασίστηκε στη θεατρική εκδοχή του 1966. Εκείνο που αξίζει να γραφτεί είναι ότι το «Cabaret» πρωτοανέβηκε στην Αθήνα το χειμώνα του 1972 στο θέατρο Καλουτά από την Μάρθα Καραγιάννη.
Ήταν η πρώτη της θιασαρχική δουλειά και είχε τις καλύτερες προϋποθέσεις. Ήταν η πρώτη φορά που ανέβηκε ξένο μιούζικαλ στην Αθήνα. Ήταν μια παράσταση που την αναγνώρισαν οι κριτικοί αλλά δεν είχε μεγάλη απήχηση στον κόσμο.
Η Μάρθα Καραγιάννη έχασε όλες τις οικονομίες της αλλά δεν το μετάνιωσε ποτέ. Είχε στο πλάι της το σκηνοθέτη Αλέξη Σολωμό, το χορογράφο Γιάννη Φλερύ ,τη σκηνογράφο Ιωάννα Παπαντωνίου και τους ηθοποιούς Ντίνο Ηλιόπουλο, Κώστα Πρέκα, Κατερίνα Γιουλάκη και τον Βαγγέλη Βουλγαρίδη.
Αυτή είναι ουσιαστικά η ελληνική ιστορία του «Cabaret». Ένα πολιτικό έργο που μαζί με τη ψυχαγωγία και το θέαμα, προβληματίζει το θεατή. Έργο καθαρά αντιναζιστικό που αφήνει τον θεατή να κρίνει τη φρίκη του Χιτλερισμού.
Η ταινία, “Ο ψεύτης” προβλήθηκε τη σαιζόν 1967-1968 και έκοψε 452.971 εισιτήρια. Ήρθε στην 8η θέση σε 99 ταινίες.
-Γυρισμένη πάνω στην προσωπικότητα του Κώστα Βουτσά, η ταινία δεν αποτελεί μια από τις μεγάλες παραγωγές της Φίνος Φιλμ, αν και κατάφερε να σπάσει τα ταμεία.
-Στην ταινία, η χαρισματική Ζωζώ Σαπουντζάκη φοράει το περίφημο κουστούμι με τις αλυσίδες, με το οποίο χάλαγε κόσμο τότε στην θεατρική της παράσταση.
Περίληψη της ταινίας, “Ο ψεύτης”
Ο Κώστας (Κώστας Βουτσάς), λαθρεπιβάτης σε πλοίο, βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι του γιατρού του πλοίου (Βαγγέλης Σειληνός). Ο γιατρός ζητάει από τον Κώστα ως αντάλλαγμα να υποδυθεί τον ίδιο και να συνατήσει τη Ρένα (Νόρα Βαλσάμη), με την οποία ο γιατρός αλληλογραφούσε κρυφά από την αρραβωνιαστικιά του Τζούλια (Ζωζώ Σαπουντζάκη).
Ο Κώστας γνωρίζει τη Ρένα και ερωτεύονται. Η Ρένα τον παρουσιάζει στον πατέρα της (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος) ως γιατρό και κανονίζουν τα του γάμου. Όταν η Τζούλια θα ανακαλύψει ένα γράμμα της Ρένας στα πράγματα του γιατρού, ο έρωτας του Κώστα και της Ρένας θα απειληθεί. Τελικά όμως το ζευγάρι θα βρει την ευτυχία.
Η Στέλλα Γκρέκα υπήρξε για ένα μικρό διάστημα η αγαπημένη τραγουδίστρια των Αστικών κέντρων και η απόλυτη ερμηνεύτρια των ελαφρών τραγουδιών.
Με την απολυτότητα που διακρίνει την Ελληνική κοινωνία, ηΣτέλλα Γκρέκα τοποθετήθηκε μαζί με άλλες μεγάλες φωνές στα αρχεία της Ελληνικής μουσικής.
ΗΣτέλλα Γκρέκα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας άδικης αντιμετώπισης, τόσο από τις δισκογραφικές εταιρίες όσο και από το Ελληνικό μουσικόφιλο κοινό.
“Ραγισμένες καρδιές” (1945) με την Στέλλα Γκρέκα, πρώτη σύζυγο του Ορέστη Λάσκου.
Η εξαιρετικά όμορφη τραγουδιστρία ονομάζεται στην πραγματικότητα Στυλιανή Λαγκαδά.
Γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 1922.
Εμφανίστηκε νεαρή στην μουσική σκηνή της πρωτεύουσας και υιοθέτησε το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο ‘Στέλλα Γκρέκα‘.
Παντρεύτηκε τον γνωστό σκηνοθέτη Ορέστη Λάσκο (1908-1992), ο οποίος και εμπνεύστηκε και το όνομα με το οποίο έγινε γνωστή.
Κατά την περίοδο του γάμου τους, ηΣτέλλα Γκρέκα ηχογράφησε μια σειρά από επιτυχίες γνωστών δημιουργών όπως τα ‘Πάμε στο Άγνωστο’, ‘Χθες το βράδυ‘, ‘Γύρισε’, ‘Τι κι αν χαθείς’, ‘Το τραγούδι της Μαρίνας’.
Αρνείται να δισκογραφήσει κάποια κομμάτια για τα οποία η μουσική μοίρα επεφύλαξε την καλύτερη τύχη.
Το ένα είναι το ‘δύο πράσινα μάτια‘, του 1945, καθώς βρήκε σαχλούς τους στίχους του στιχουργού Κώστα Κιούση-κάτι που πολύ μετάνιωσε, όπως δήλωσε στον Πάνο Μαυραγάνη, τέως αξιωματούχο του Πολεμικού Ναυτικού και νυν συλλέκτη του τραγουδιστικού παρελθόντος μας- και το ‘λίγες καρδιές αγαπούνε’, το 1946, το οποίο ο δημιουργός του Μ.Σουγιούλ πρότεινε στον άγνωστο τότε Τώνη Μαρούδα, και του χάρισε την πρώτη του επιτυχία.
Η δισκογραφική της παρουσία περιορίστηκε στα έτη 1946-1948, τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια, τα χρόνια του εμφυλίου.
Ο σκηνοθέτης άνδρας της την πείθει να εμφανιστεί στην ταινία του ‘Ραγισμένες καρδιές’ (1945).
Ο σκηνοθέτης, που εμφανιζόταν σε μια σκηνή του έργου ως οδηγός αυτοκινήτου, αποκήρυξε το δημιούργημα του ως την μεγαλύτερη του αποτυχία.
ΗΣτέλλα Γκρέκα συνεχίζει την κινηματογραφική της καριέρα με μια μόνο ακόμη ταινία,την ‘Μαρίνα‘, όπου αναλαμβάνει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Η ταινία, σε σενάριο Α.Σακελλάριου-Χ.Γιαννακόπουλου και σκηνοθεσία Α.Σακελλάριου, ήταν μια παραγωγή του Φιλιποίμονα Φίνου και προβλήθηκε το Μάρτιο του 1947.
ΗΣτέλλα Γκρέκα είχε στο πλάι της τον Δημήτρη Μυράτ και τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, σε ένα μελόδραμα όπου υποδυόταν μια νεαρή νησιωτοπούλα που καταλήγει σε ένα φθηνό καμπαρέ της Αθήνας ως τραγουδίστρια.
Στο τέλος φυσικά τη σώζει ένας νέος.
Ένα απλό ρομάντσο, λοιπόν, που ήταν μεγάλη επιτυχία, λόγω της καλής σκηνοθεσίας του Σακελλάριου και των τραγουδιών που ερμηνεύει η Γκρέκα.
ΗΣτέλλα Γκρέκα όμως είχε ήδη αποτύχει στο γάμο της με τον Λάσκο. Άνθρωπος διακριτικός η Γκρέκα αποσύρεται στην ακμή της καριέρας.
Ήδη από το φθινόπωρο του 1947 ζει στην Αμερική.
Θα επιστρέψει στην Ελλάδα το 1970, για να ηχογραφήσει δύο δίσκους με τη EMI, το ‘ηΣτέλλα Γκρέκα τραγουδάει Χρήστο Χαιρόπουλο’ (1975), και το ‘Η Στέλλα Γκρέκα τραγουδάει Αττίκ’.
Λίγο νωρίτερα η ίδια εταιρεία θα συλλέξει όλα εκείνα τα τραγούδια που η ερμηνεύτρια ηχογράφησε κατά τη διετή καριέρα της και θα τα κυκλοφορήσει σε ένα δίσκο με τον απλό τίτλο ‘Στέλλα Γκρέκα‘.
Θα παραχωρήσει δύο συνεντεύξεις στον Γιώργο Παπαστεφάνου, μια το 1973,΄κατά τη διάρκεια διακοπών της στην Ελλάδα και το 1985.
Ο ίδιος δημοσιογράφος θα επιμεληθεί και μια συλλογή από παλιές ηχογραφήσεις της τραγουδίστριας στην Αμερική, ο οποίος θα κυκλοφορήσει από την LYRA το 1990 με τον τίτλο ‘Τα τραγούδια της Αμερικής.’ Ύστερα σιωπή.
ΗΣτέλλα Γκρέκα αποσύρεται ξανά. Ζεί πλέον μόνιμα στην Εκάλη.
O Σωτήρης Μουστάκας στα νιάτα του στην Κύπρο ήταν μεγάλο πατριωτάκι. Σαν μαθητής ακόμη, ήταν δικτυωμένος στην ΕΟΚΑ, την Α΄ φυσικά, στο μυστικό αντάρτικο...