Ο Στέφανος Ληναίος (πραγματικό όνομα Διονύσιος Μυτιληναίος, γεννημένος στις 6 Αυγούστου 1928 στη Μεσσήνη Μεσσηνίας), είναι Έλληνας ηθοποιός, συγγραφέας, σκηνοθέτης και θεατρικός επιχειρηματίας, ενώ ασχολήθηκε και με την πολιτική, ως μέλος του ΠΑΣΟΚ και βουλευτής Α΄ Αθηνών το 1989 – 1990. Κόρη του είναι η Μαργαρίτα Μυτιληναίου, διευθύντρια του Δεύτερου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και σύζυγός του η ηθοποιός Έλλη Φωτίου. Είναι κάτοικος Αθηνών (Ιλίσια).
Το 1951 αποφοίτησε από τη Σχολή Θεάτρου Αθηνών και αργότερα, το 1969, από τη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης (Royal Academy of Dramatic Art – RADA) του Λονδίνου. Κατά την περίοδο 1954 – 1967 συνεργάσθηκε με περισσότερους από 20 θιάσους σε 100 περίπου θεατρικά έργα, ενώ εμφανίστηκε σε 100 περίπου κινηματογραφικές ταινίες, ραδιοφωνικές εκπομπές αλλά και στην τηλεόραση. Από το 1970 σκηνοθέτησε αλλά και πήρε μέρος σε περίπου 50 θεατρικά έργα, καθώς και σε πολλές ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές.
Ο Στέφανος Ληναίος είναι ο ιδρυτής του θιάσου Σύγχρονο Ελληνικό Θέατρο στο θέατρο Άλφα της Αθήνας.
Έγραψε διηγήματα όπως Μερικοί θάνατοι και πολλές μελέτες μεταξύ των οποίωνΣύγχρονο θέατρο και TV μέσο Παιδείας που λήφθηκε υπ΄ όψη στην καθιέρωση της εκπαιδευτικής τηλεόρασης της ΕΡΤ.
Έχει διατελέσει γενικός γραμματέας του Συνδέσμου Ελλήνων Ηθοποιών από το 1966 ως το 1967, οπότε παύθηκε από τη χούντα λόγω πολιτικών φρονημάτων, και είναι σύμβουλος της ΠΕΕΘ από το 1975 και του Ελληνικού Κέντρου Θεάτρου από το 1977.
Είναι επίσης μέλος του Σωματείου Βρετανών Ηθοποιών.
Παύλος Λιάρος, ο ηθοποιός που γοήτευσε τις γυναίκες, υποδύθηκε τον Κίμωνα Πετρόχειλο, τον μεγαλύτερο γιο του Λάμπρου Κωνσταντάρα που σπούδαζε Ιατρική, στην ταινία “Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι”. Ο Κίμων ήταν τεμπέλης και προτιμούσε να κοιμάται παρά να πηγαίνει στη σχολή του. Μαζί με τα δύο του αδέρφια έκαναν δύσκολη τη ζωή του πλοίαρχου, Λεωνίδα Πετρόχειλου.
Ο ηθοποιός Παύλος Λιάρος ξεχώρισε για το ταλέντο του στην κωμωδία. Η καριέρα του ήταν πλούσια στον ελληνικό κινηματογράφο μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’70. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1943 και σπούδασε υποκριτική στη Σχολή Κώστα Μιχαηλίδη.Το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο έγινε το 1963 με τον ρόλο του Ηλία στην ταινία, “Το κάθαρμα” σε σκηνοθεσία Νίκου Φώσκολου.
Οι ταινίες στις οποίες συμμετείχε ο Παύλος Λιάρος ήταν “Τρελά κορίτσια, απίθανα αγόρια”, “Αγάπησα έναν προδότη”. “Δύο πόδια σ’ έναν παπούτσι”, “Ο τζαναμπέτης”, “Οι σφαίρες δεν γυρίζουν πίσω”. “Γαβριέλα, η αμαρτωλή της Αθήνας”, “Κατηγορώ την κοινωνία”, “Λολίτες της Αθηνάς”.
Τη δεκαετία του ’70 ο Παύλος Λιάρος πήρε μέρος στις ταινίες που ήταν βασισμένες σε ιστορικά γεγονότα, “Υποβρύχιον Παπανικολής” και “Καλάβρυτα 1821”. Παράλληλα, ασχολήθηκε και με τη συγγραφή σεναρίου. Υπήρξε ο σεναριογράφος των ταινιών “Βρώμικες κυρίες”, “Κολασμένες ψυχές στα δίχτυα της ηδονής” και “Η μεγάλη απόφαση”. Η τελευταία του εμφάνιση στον κινηματογράφο ήταν το 1979 με την ταινία “Τζακ ο καβαλάρης”.
Παράλληλα εργάστηκε σε τηλεοπτικές παραγωγές στην ΥΕΝΕΔ και μεταξύ άλλων έπαιξε στις σειρές: Λέσχη μυστηρίου: Επικίνδυνη νύχτα”, “Οι προστάτες του νόμου”, “Ποιος είναι ο ένοχος” και “Υποψίες”. Τη δεκαετία του ’80 σκηνοθέτησε ορισμένες βιντεοταινίες και ντοκιμαντέρ.
Ο Παύλος Λιάρος είχε περιγράψει την εποχή που μεγάλωσε. «Ήμασταν φτωχή οικογένεια, αλλά πολύ τίμια. Ούτε ο πατέρας μου ούτε η μάνα μου ήθελαν να γίνω ηθοποιός. Ήμουν μοναχοπαίδι και καταλαβαίνεις. Θυμάμαι τον παππού μου που μου έλεγε “βρε συ, ξέρεις ποιοι γίνονται ηθοποιοί; Οι κόρες και οι γιοι των πουτ…ων”. Το είχαν τόσο χαμηλού επιπέδου. Μεγάλωσα στου Ψυρρή και ήμουν πολύ ατίθασος. Ο πατέρας μου, τις πέντε μέρες από τις επτά της εβδομάδας, με έδερνε, (γέλια). Ήμουν όμως καλός μαθητής και με καθόλου διάβασμα.
Όταν ήμουν έφηβος, χόρευα πολύ ωραίο ροκ εν ρολ και οι γκόμενες χάζευαν. Όταν έφευγα από τα κλαμπ, είχα πάντα τρία τέσσερα τηλέφωνα από τα κοριτσόπουλα που με είχαν ερωτευτεί. Την εποχή εκείνη, λοιπόν, μεσουρανούσαν ο Κακκαβάς και ο Μπάρκουλης. Και με το μυαλό μου έλεγα: “Πιο ωραίοι είναι αυτοί από μένα; Θα γίνω ηθοποιός”. Και κάπως έτσι ψωνίστηκα με τον κινηματογράφο», είπε ο Παύλος Λιάρος.
Η Χλόη Λιάσκου γεννήθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου του 1943. Μεγάλωσε με τη μητέρα της, αφού τον πατέρα της τον έχασε όταν ήταν μωρό.
Λαμπερή ενζενί του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, η Χλόη Λιάσκου χάρισε λάμψη και μπρίο σε αξέχαστες κωμωδίες και μιούζικαλ της Φίνος Φιλμ. Σε ηλικία μόλις τεσσάρων ετών, άρχισε μαθήματα χορού στη Σχολή Ζουρούδη, όπου φοίτησε μέχρι τα 18 της, αποκτώντας το δίπλωμα της χορεύτριας. Στη συνέχεια σπούδασε υποκριτική.
Το 1962, στα 16 της χρόνια, μαθήτρια σχολείου ακόμα, η Χλόη Λιάσκου πρωτοεμφανίστηκε στην ταινία της Φίνος Φιλμ, «Νόμος 4000» και έκανε πολύ καλή εντύπωση.
Από εκείνη την περίοδο και μέχρι το 1966 είχε αποκλειστική συνεργασία με την Φίνος Φιλμ, όπως στα μιούζικαλ: «Μερικοί το Προτιμούν Κρύο», «Κάτι να Καίει», «Κορίτσια για Φίλημα» και σε άλλες ταινίες. Μετά τη Φίνος Φιλμ, συμμετείχε μόνο σε δύο ταινίες: «Ο Άνθρωπος για Όλες τις Δουλειές» (1966) του Γιώργου Κωνσταντίνου και «Οι Αντίζηλοι» (1968) του Παύλου Τάσιου.
Χλόη Λιάσκου, Ζωή Λάσκαρη και Μάρθα Καραγιάννη στην πρεμιέρα της ταινίας, “Κορίτσια για φίλημα” το 1965
Όπως έχει πει η ίδια, ο λόγος που σταμάτησε την κινηματογραφική καριέρα της ήταν η επιθυμία της να αφοσιωθεί στην οικογένειά της και στα δυο παιδιά της, αλλά και για να ασχοληθεί με το θέατρο.
Το 1971 προσλήφθηκε στο Εθνικό Θέατρο στο οποίο παρέμεινε δώδεκα χρόνια, συμμετέχοντας σε παραστάσεις όπως:: «Ηλέκτρα», «Εκάβη», «Ορέστης», «Δον Κιχώτης», «Οθέλλος» και άλλες.
Το καλοκαίρι του 1993 πρωταγωνίστησε σε επιθεώρηση στο Δημοτικό Θέατρο Νίκαιας. Στην τηλεόραση εμφανίστηκε σε πολλά θεατρικά έργα και σειρές όπως: «Οικογένεια», «Παράλληλοι Δρόμοι», «Καλημέρα Ζωή», «Τμήμα Ηθών», κ.α.
Από το 1970 μέχρι σήμερα, συνεργάστηκε με πολλούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, συμμετέχοντας σε θεατρικά έργα και εκπομπές λόγου («Ραδιοφωνική Βιβλιοθήκη», «Ποιητική Ανθολογία», κ.ά.), ενώ το διάστημα 1991-1996, παρουσίαζε στην ΕΡΑ 2, την εκπομπή «Εν αρχής είναι ο έρωτας».
Πιο πρόσφατα είχε αναλάβει τη διεύθυνση του ραδιοφωνικού σταθμού Σύρου. Ήταν σύζυγος του σκηνοθέτη και ηθοποιού Λάμπρου Κωστόπουλου, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2004. Επίσης ήταν πεθερά του ηθοποιού, Κώστα Ευριπιώτη.
Η Μπέτυ Λιβανού γεννήθηκε στην Αθήνα στις 09 Ιανουαρίου του 1951 και το πραγματικό της όνομα είναι Δέσποινα Τράτα. Κομψή, αεράτη και καλή ηθοποιός συνδέθηκε με τον ελληνικό κινηματογράφο, έπαιξε σε θεατρικές παραστάσεις, έδωσε τον εαυτό της σε καλές τηλεοπτικές σειρές και προσφέρει σήμερα, με τον δικό της ευαίσθητο τρόπο, στο θέατρο.
Σπούδασε υποκριτική στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν, και η πρώτη κινηματογραφική της εμφάνιση έγινε στην ταινία «Οι Άγγελοι της Αμαρτίας» το 1966, όταν ήταν ακόμα μαθήτρια. Το 1970 την ξάφνιασε ο Γιάννης Δαλιανίδης, ζητώντας της να πρωταγωνιστήσει στην ταινία της Φίνος Φιλμ «Οι Αμαρτωλοί».
Το 1976 έπαιξε στην τηλεοπτική σειρά «Γιούγκερμαν» και για τα επόμενα χρόνια απείχε από την υποκριτική τέχνη. Παντρεύτηκε τον σκηνοθέτη Γιώργο Πανουσόπουλο και απέκτησε δύο κόρες, την ηθοποιό Μαργαρίτα Πανουσοπούλου και τη Δέσποινα.
Της άρεσε η φύση και η αγροτική ζωή και το 1980 μετακόμισε στην Αίγινα. Από το 1989 ζει και ασχολείται με το κτήμα της στην Παιανία. Παράλληλα, το 1991 ξεκίνησε την τηλεοπτική της καριέρα με την σειρά «Άφρικα», μια καριέρα που συνεχίστηκε μέχρι σήμερα.
Το 2010 δημιούργησε την θεατρική ομάδα Παιανίας-Γλυκών Νερών και δίνουν πολλές παραστάσεις, στις οποίες πρωταγωνιστεί η ίδια, ενώ αρκετές έχει σκηνοθετήσει («Αυλή των Θαυμάτων», «Κόκκινα Φανάρια»). Πολλές από τις παραστάσεις δίνονται σε διάφορους Δήμους για φιλανθρωπικούς σκοπούς και ιδιαίτερα για την υποστήριξη ευπαθών ομάδων. Τελευταία, έπαιξε στο έργο «Διονυσιακή Νύχτα» στο θέατρο Βρετάνια.
Η Μαργαρίτα Λαμπρινού γεννήθηκε στην Αίγυπτο το 1925, όπου πρωτοεμφανίστηκε σε παραστάσεις της παροικίας. Σπουδές όμως τελείωσε το 1961 στην Αθήνα.
Συνεργάστηκε με το θίασο Μυράτ, με το Πειραματικό θέατρο της Μαριέττας Ριάλδη, με το Αρχαίο Αττικό Θέατρο, την Ελληνική Λαϊκή Σκηνή, τον θίασο Αλίκης (Θεοδωρίδου) κ.α. Ασχολήθηκε αργότερα με τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.
Έπαιξε σε 9 μόλις ταινίες, από το 1954 («Χαρούμενο ξεκίνημα», Δεσποινίς Δήμητρα) έως το 1984, σε δύο παραγωγές του νέου ελληνικού κινηματογράφου («Λούφα και παραλλαγή» & «Ξαφνικός έρωτας». Έπαιξε περισσότερο στο θέατρο και σε τηλεοπτικές θεατρικές παραγωγές.
Εμφανίζεται και ως Μαργαρίτα Γκίνη. Υπήρξε σύζυγος του, επίσης ηθοποιού, Σταύρου Ξενίδη, με τον οποίον παντρεύτηκαν το 1955, αλλά ένα χρόνο μετά χώρισαν. Είκοσι χρόνια αργότερα, ξανάσμιξαν και παντρεύτηκαν για δεύτερη φορά μένοντας μαζί όλη τους τη ζωή. Κόρη της ήταν η νεώτερη ηθοποιός, Αλέκα Λαμπρινού. Η Μαργαρίτα Λαμπρινού έφυγε από τη ζωή την 1 Νοεμβρίου του 2022.
Η Καίτη Λαμπροπούλου γεννήθηκε στους Επιβάτες της Θράκης στις 26 Αυγούστου του 1926 και μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχε μετακομίσει η οικογένειά της λόγω των εμπορικών δραστηριοτήτων του πατέρα της. Ήταν το δεύτερο παιδί από τα συνολικά τρία της οικογένειας.
Βασίλης Λογοθετίδης, Βαγγέλης Πρωτοπαππάς και Καίτη Λαμπροπούλου στη ταινία, “Ο ζηλιαρόγατος“.
Η Καίτη Λαμπροπούλου ξεκίνησε τα μαθήματα στο θέατρο από τα μαθητικά της χρόνια κρυφά από την οικογενειά της και συμμετείχε στην πρώτη παράσταση του Θεάτρου Τέχνης μαζί με τον Κάρολο Κουν το 1942-1943, στην “Αγριόπαπια” του Ίψεν. Με το Θέατρο Τέχνης συνεργάστηκε στα έργα “Σουάνεβιτ”, “Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε”, “Κωνσταντίνου και Ελένης”, “Βυσσινόκηπος”, “Στέλλα Βιολάντη”, “Το πρώτο έργο της Φάννυ”, “Δεν μπορείς να ξέρεις”, “Χαρούμενα νιάτα”, “Βρικόλακες” κ.ά.
Στη συνέχεια, η Καίτη Λαμπροπούλου συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο υπό τη διεύθυνση του Ροντήρη και πήρε μέρος στις παραστάσεις: “Φοιτηταί”, “Ζητείται υπηρέτης”, “Συρανό ντε Μπερζεράκ”, “Το φιντανάκι”, “Λοκαντιέρα”, “Ο Κατά Φαντασίαν Ασθενής”, “Οι Εύθυμες Κυράδες του Ουίνδσορ” κ.ά. Στη συνέχεια, ακολούθησε το Ροντήρη στην Ελληνική Σκηνή, αλλά συνεργάστηκε και με άλλους θιάσους σε πολλές παραστάσεις. Στον κινηματογράφο έκανε την πρώτη της εμφάνιση το 1951 στην ταινία, “Το παιδί μου πρέπει να ζήσει”. Εμφανίστηκε και σε τηλεοπτικές σειρές, καθώς και στο Θέατρο της Δευτέρας.
Σύζυγός της ήταν ο δημοσιογράφος και σεναριογράφος Γεώργιος Ρούσσος. Στις 20 Δεκεμβρίου 2004, απονεμήθηκε σε αυτή και τη Σμαρούλα Γιούλη το έπαθλο “Κυβέλη” για τη συνολική τους θεατρική προσφορά. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της τα πέρασε με την αδερφή της στο Διόνυσο. Η Καίτη Λαμπροπούλου έφυγε από τη ζωή στις 31 Ιανουαρίου του 2011.
Ο Ορέστης Λάσκος ήταν Έλληνας ηθοποιός, σεναριογράφος, σκηνοθέτης, ποιητής και θεατρικός επιχειρηματίας. Ήταν αδελφός του ήρωα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου Βασίλη Λάσκου, αξιωματικού του Βασιλικού Ναυτικού.
Ο Ορέστης Λάσκος γεννήθηκε στην Ελευσίνα στις 11 Νοεμβρίου του 1907. Η οικογένειά του ήταν πλούσιοι κτηματίες. Αφού τελείωσε το Γυμνάσιο, ήλθε στην Αθήνα και γράφτηκε για λίγο στην Ιατρική Σχολή. Κατόπιν, θέλοντας προς στιγμήν να ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα, πήγε στη Σχολή Ευελπίδων, απ’ όπου έφυγε -ως λέγεται- “πηδώντας” από το μπαλκόνι -κατ’ άλλους από το παράθυρο- για για να καταλήξει τραγουδιστής και ηθοποιός.
Στην κινηματογραφική ταινία, “Το Λιμάνι των Δακρύων” του 1929 εμφανίζεται ως Vern Slove. Ωστόσο, γύρω στο 1930 μεταπήδησε, “από τα σανίδια του βαριετέ και του φιλολογικού καφέ Μπάγκειον της Οµόνοιας, στο σινεµά.
Μαζί με άλλους νεαρούς κινηματογραφόφιλους ο Ορέστης Λάσκος συνέστησε την εταιρία παραγωγής “Άστρο Φιλμ”. Υπήρξε από τους πρωτοπόρους του ελληνικού βωβού κινηματογράφου: γύρισε το 1931 μια από τις πρώτες αξιόλογες ταινίες στα χρονικά του ελληνικού κινηματογράφου, την Δάφνις και Χλόη, που χαρακτηρίστηκε πρωτοποριακή για τις γυμνές σκηνές και την ποιητικότητά της.
Ο Ορέστης Λάσκος με την Μπεάτα Ασημακοπούλου και το γιό τους
Η ποσοτικά τεράστια (και άνιση) κινηματογραφική παραγωγή του, επισκίασε άλλες πλευρές του δημιουργικού ταλέντου του Λάσκου και, ιδιαίτερα, την ποίησή του. Ποίηση και κινηματογράφος βρίσκονταν σε σύγκρουση στον Λάσκο: όταν καταπιανόταν με το ένα, κατά κανόνα παραμελούσε το άλλο, όπως φαίνεται και από τις χρονολογίες της κινηματογραφικής παραγωγής του, σε σύγκριση με εκείνες των ποιητικών εκδόσεών του.
Κατά βάθος ήταν, όπως είχε παρατηρήσει ο Αιμίλιος Χουρμούζιος, ένας ποιητής “που κρυβόταν θεληματικά πίσω από τον θεατρίνο”. Ασχολήθηκε με τη σύνθεση ποιημάτων από τα εφηβικά κιόλας χρόνια του. Την εποχή που ήταν ηθοποιός στο ελαφρύ θέατρο, συνήθιζε να απαγγέλλει τα έργα του στο κοινό “με τη βροντώδη φωνή του”.Φαίνεται πως αυτήν την πρακτική τη διατήρησε κι αργότερα και, πιθανότατα, η δημόσια απαγγελία ήταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του Λάσκου ως ποιητή, Εξέδοσε αρκετές ποιητικές συλλογές σε μια περίοδο διάρκειας 40 ετών, από το 1934 έως το 1974.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Ορέστης Λάσκος διατηρούσε την αίθουσα βαριετέ “Αλκαζάρ”, πλησίον του Σταθμού Λαρίσης. Μέχρι το 1951, που έκλεισε, είχαν εμφανιστεί εκεί σημαντικοί ηθοποιοί και τραγουδιστές όπως οι Κώστας Χατζηχρήστος, Μαρίκα Νέζερ, Δανάη Στρατηγοπούλου, Μάγια Μελάγια, Καίτη Ντιριντάουα κ.α.
Το 1942 νυμφεύθηκε την τραγουδίστρια Στέλλα Γκρέκα, με την οποία χώρισε το 1947. Δεύτερη σύζυγός του, από το 1960 έως το θάνατό του, υπήρξε η ηθοποιός Μπεάτα Ασημακοπούλου, με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Βασίλη.
Ο Ορέστης Λάσκος απεβίωσε στις 17 Οκτωβρίου του 1992.
Ορέστης Λάσκος: Ταινίες τις οποίες έχει σκηνοθετήσει
Ο Αλέκος Λειβαδίτης του Λυσάνδρου γεννήθηκε το Δεκέμβριο του 1914, ήταν ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Μεγάλωσε στην Αθήνα και ήταν τελειόφοιτος Μέσης Εμπορικής Σχολής. Η πρώτη του εμφάνιση ήταν στην ταινία, Το Τραγούδι του χωρισμού (1940). Ακολούθησαν: Η φωνή της καρδιάς (1942), Η βίλα με τα νούφαρα (1944), Γαμπρός με δόσεις (1947), Ο εμίρης και ο κακομοίρης (1963) κ.ά..
Το 1942 πήρε άδεια άσκησης επαγγέλματος και εμφανίσθηκε στο θέατρο πρόζας με το θίασο Χριστοφόρου Νέζερ – Άννας Λώρη το 1948, στο Ακροπόλ. Από τότε συνεργάστηκε με πολλούς θιάσους όπως με το θίασο Καλουτά – Κρεββατά – Ρένας Ντορ (1949), με το θίασο Καλουτά (1950) και αργότερα με αυτούς των Ο. Μακρή, Β. Αυλωνίτη, Ν. Σταυρίδη, Ρ. Βλαχοπούλου, Κ. Χατζηχρήστου, Κ. Ντιριντάουα και Σ. Βέμπο, σε πολλές μουσικές επιθεωρήσεις και κωμωδίες.
Αλέκος Λειβαδίτης, Άννα Καλουτά, Μίμης Φωτόπουλος και Ρένα Ντορ
Το 1949 ξεκίνησε περιοδείες στο εξωτερικό, στην Αίγυπτο, Κύπρο, Κωνσταντινούπολη, τις οποίες και επανέλαβε το 1951 και το 1961. Την περίοδο 1968-1971 έκανε επίσης πολλές περιοδείες σε πόλεις της Ελλάδας.
Ο Αλέκος Λειβαδίτης υπήρξε και σκηνοθέτης της ταινίας “Εκατό χιλιάδες λίρες”. Υπήρξε μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ), και Πρόεδρος του Ταμείου Αλληλοβοηθείας του ΣΕΗ. Είχε τιμηθεί από τον Βασιλέα Γεώργιο Β’ με μετάλλια Αλβανικού Πολέμου, καθώς και από τον Βασιλέα Παύλο για την προβολή της Ελλάδας στο εξωτερικό.
Τιμητικές επίσης διακρίσεις είχε λάβει και από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας. Ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών (Βοτανικού).
Ο ηθοποιός απεβίωσε τα ξημερώματα στις 23 Μαρτίου 1980, από ρήξη ανευρύσματος κοιλιακής αορτής. Ειδικότερα, ο Λειβαδίτης έπασχε από κήλη, την οποία δεν είχε αφαιρέσει χειρουργικά και παρουσίασε επώδυνη διόγκωση.
Αναγκάστηκε να διακόψει τις εμφανίσεις του στο Θέατρο Βέμπο, εξαιτίας του προβλήματος,μεταφέρθηκε σε ιδιωτική κλινική και έπειτα στον “Ευαγγελισμό”, σε κωματώδη κατάσταση. Η κατάστασή του επιδεινώθηκε, με αποτέλεσμα το θάνατό του στο νοσοκομείο.
Ο Γιώργος Λευτεριώτης γεννήθηκε το 1927 στο χωριό Γιαννάδες της Κέρκυρας. Τα σχολικά του χρόνια τα πέρασε στην πόλη της Κέρκυρας με πολύ καλές συνθήκες για την εποχή εκείνη( με ιδιωτικά μαθήματα στα γαλλικά και τα ιταλικά ),αφού η οικογένειά του ήταν αρκετά εύπορη. Το 1946 πήγε στην Αθήνα για ανώτερες σπουδές, αλλά αρνούμενος την οικογενειάκη βοήθεια γνώρισε δύσκολα χρόνια. Εξάσκησε διάφορα επαγγέλματα για την επιβίωσή του.
Σε κάποιο από αυτά, το 1948, ο διάσημος εκείνης της εποχής Κάρολος Κουν, τον ανακάλυψε και τον προώθησε στις καλλιτεχνικές και θεατρικές σπουδές. Το 1952, αποφοίτησε αριστούχος της Δραματικής Σχολής.
Ο Κουν του έδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο στο έργο ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΦΡΑΝΚ και λόγω της επιτυχίας του, τον αποκάλεσαν “παιδί θαύμα”. Στη συνέχεια ανέλαβε πρωταγωνιστικούς ρόλους σε κινηματογραφικά έργα όπως : ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΑΚΙ, ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ, ΤΡΕΙΣ ΚΟΥΚΛΕΣ ΚΙ ΕΓΩ, Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΤΗ, ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ, Η ΛΙΖΑ ΚΑΙ Η ΑΛΛΗ κ.α
Στο θέατρο ΜΟΥΣΟΥΡΗ ( 1959-1962 ),σημείωσε μεγάλες επιτυχίες με το ΩΡΑΙΑ ΜΟΥ ΚΥΡΙΑ ( με την Αλίκη Βουγιουκλάκη ) και το ΦΑΝΗ ( με την Τζένη Καρέζη ).
Συνεργάστηκε με σχεδόν όλους, τους μεγάλους ηθοποιούς της εποχής εκείνης. Το 1964-67, ίδρυσε το δικό του θίασο, με τον οποίο για 3 χρόνια περιόδευε σε όλη την Ελλάδα. Υποχρεωτικά, διαλύει το θίασο, λόγω ασθένειας, που τον κρατά σε νοσηλεία 4 χρόνια. Η μόνη του διέξοδος την εποχή εκείνη, ήταν η ζωγραφική και η γλυπτική.
Στο τέλος της ζωής του έζησε σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Αχαρνών. Λόγω της κακής υγείας του δεν επέστρεψε ποτέ στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Δεν σταμάτησε όμως ποτέ το εικαστικό του έργο. Ο Γιώργος Λευτεριώτης απεβίωσε το Νοέμβριο του 1994.
Η Αλεξάνδρα Λαδικού είναι Ελληνίδα ηθοποιός. Γεννήθηκε στην Καβάλα στις 26 Ιανουαρίου του 1933 (το IMDB αναφέρει το 1935). Το 1953, συμμετείχε στα καλλιστεία και κέρδισε τον τίτλο Β’ Μις Ελλάς, ενώ βγήκε αναπληρωματική Μις Κόσμος την ίδια χρονιά στην αντίστοιχη διεθνή διοργάνωση που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο.
Αποφοίτησε από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν το 1960, με το οποίο και εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο θέατρο στην “Αυλή των θαυμάτων” του Ιάκωβου Καμπανέλλη.
Τα τελευταία χρόνια, συνεργάζεται με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, ενώ έχει ανεβάσει θεατρικές παραστάσεις και με δικό της θίασο. Από το 1996, διδάσκει και έχει αναλάβει την καλλιτεχνική διεύθυνση στη δραματική σχολή του Διομήδη Φωτιάδη.
Σε εκδήλωση της 29ης Μαρτίου 1999 από το Κέντρο Μελέτης και Έρευνας του Ελληνικού Θεάτρου (Θεατρικό Μουσείο), απονεμήθηκε στην ίδια και την Κάκια Αναλυτή το Έπαθλο, “Κυβέλη” για τη διαρκή προσφορά τους.
Η Αλεξάνδρα Λαδικού ήταν υποψήφια Ευρωβουλευτής στις εκλογές της 25 Μαΐου του 2014 με το κόμμα του Δημ. Καζάκη, ΕΠΑΜ.
Lalopoulou Mairy P ff185a6d6990dc425d924c4ee78ecb73 T
Η ηθοποιός Μαίρη Λαλοπούλου είχε μια αξιόλογη καριέρα στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Είναι γνωστή στο κοινό από τις ταινίες στις οποίες συμμετείχε, με πιο χαρακτηριστικό ρόλο αυτόν την κυρίας Κασσανδρή συζύγου του εφοπλιστή Κασσανδρή στην ταινία Τζένη- Τζένη, όπου ενσάρκωσε τη μητέρα του Ανδρέα Μπάρκουλη.
Η ατάκα της που άφησε εποχή είναι: «τρεις γάμοι δεν είναι πολλοί σε μια σεζόν».
Απολαυστικός ήταν και ο διάλογος με την Καρέζη, η οποία έχει εκνευρίσει τον Μπάρκουλη και της λέει: – Πόσα βαπόρια έχετε κυρία Κασσανδρή μου ; – Εικοσιέξι ! – Εικοσιέξι βαπόρια; Ε, λοιπόν σας έφτιαξα κι εγώ άλλο ένα ! Εικοσιεπτά!!!…
Γεννήθηκε στην Αθήνα πιθανόν το 1926. Έκανε την πρώτη της εμφάνιση το 1949 με το Ρεαλιστικό Θέατρο, στο έργο Χρυσάφι .
Έπαιξε σε ρόλους καρατερίστας σε αρκετές κινηματογραφικές ταινίες, κυρίως κωμωδίες.
Η Έλλη Λαμπέτη ήταν κορυφαία ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Γεννήθηκε στις 13 Απριλίου του 1926 στα Βίλια Αττικής. Το πραγματικό της όνομα ήταν Έλλη Λούκου. Πατέρας της ήταν ο Κώστας Λούκος, ιδιοκτήτης ταβέρνας, και μητέρα της η Αναστασία Σταμάτη. Ο παππούς της, γνωστός ως Καπετάν-Σταμάτης, είχε πολεμήσει στο πλευρό του Κολοκοτρώνη, κατά την επανάσταση του 1821.
Το 1928 η οικογένειά της μετακόμισε στην Αθήνα. Δεκατρία χρόνια αργότερα, η Έλλη έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, αλλά απορρίφθηκε. Ωστόσο, το ταλέντο της αναγνωρίστηκε από τη Μαρίκα Κοτοπούλη, που την πήρε κοντά της και σύντομα έγινε η αγαπημένη της μαθήτρια. Μάλιστα, της είχε τόση εμπιστοσύνη, ώστε της επέτρεψε να διαβάσει ακόμη και τις ερωτικές επιστολές που είχε λάβει από τον Ίωνα Δραγούμη, στις αρχές του 20ου αιώνα. Εκείνη τη χρονιά απέκτησε και το νέο της επώνυμο, το οποίο το επέλεξε από το βιβλίο «Αστραπόγιανος» του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη.
Η Έλλη Λαμπέτη, στην Ρόδο τον Αύγουστο του 1950, στο γαμήλιο ταξίδι της με τον Μάριο Πλωρίτη!!!
Πολύ σύντομα το 1942, η Έλλη Λαμπέτη έκανε την πρώτη επίσημη θεατρική της εμφάνιση, στο έργο «Η Χάννελε πάει στον Παράδεισο» του Χάουπτμαν. Τέσσερα χρόνια αργότερα καθιερώθηκε ως ηθοποιός εξαιρετικής εσωτερικότητας, με τον «Γυάλινο Κόσμο» στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν. Την ίδια χρονιά έκανε και το κινηματογραφικό της ντεμπούτο, στην ταινία «Αδούλωτοι Σκλάβοι». Από το 1948 συνεργάστηκε με τον σκηνοθέτη Κώστα Μουσούρη, τον μεγάλο αντίπαλο του Κουν. Εκείνη τη χρονιά γνωρίστηκε και με τον Αλέκο Αλεξανδράκη, τον πρώτο μεγάλο της έρωτα με τον οποίο έζησε έναν θυελλώδη έρωτα που κράτησε έξι μήνες..
Το 1950 η Έλλη Λαμπέτη παντρεύτηκε με τον Μάριο Πλωρίτη. Ο γάμος τους, όμως, δεν άντεξε για πολύ… Χώρισαν τρία χρόνια αργότερα, όταν η Έλλη γνώρισε τον Δημήτρη Χορν. Μαζί έγραψαν μία από τις πιο αστραφτερές σελίδες στην υποκριτική τέχνη. Συγκρότησαν δικό τους θίασο, μαζί με τον Γιώργο Παππά, ανεβάζοντας έργα όπως: «Ο βροχοποιός», «Νυφικό Κρεβάτι», «Το παιχνίδι της Μοναξιάς», κ.α. Στη μεγάλη οθόνη, υπήρξαν συμπρωταγωνιστές στην «Κάλπικη Λίρα» (1956) του Γιώργου Τζαβέλα. Άλλες κινηματογραφικές επιτυχίες της Έλλης Λαμπέτη, αυτής της περιόδου, είναι το «Κυριακάτικο Ξύπνημα» (1954), «Το κορίτσι με τα μαύρα» (1956) και «Το τελευταίο ψέμα» (1957) του Μιχάλη Κακογιάννη.
Με τον Δημήτρη Χόρν δημιουργεί μια βαθιά σχέση τόσο προσωπική όσο και καλλιτεχνική: Μετά το «Κυριακάτικο ξύπνημα» (1953), η Έλλη Λαμπέτη και ο Δημήτρης Χορν θα συμπρωταγωνιστήσουν στην «Κάλπικη λίρα» (1954) και δυο χρόνια μετά στο «Κορίτσι με τα μαύρα» (1956) και πολλά άλλα.
«Σας πληροφορώ», είχε πει η Έλλη Λαμπέτη στον Φρέντυ Γερμανό το 1971, «πως είχε βουίξει η Αθήνα ότι ο Χορν κι εγώ είχαμε σχέση ερωτική, πολύ πριν συμβεί κάτι μεταξύ μας. Πολύ πριν μας περάσει από το μυαλό». Ο Φρέντυ Γερμανός τη ρώτησε πώς ξεκίνησε η ιστορία. «Πολύ παράξενα», είχε πει η Έλλη Λαμπέτη. «Θυμάμαι, παίζαμε τη Νόρα, ένα έργο που εμένα δεν μου άρεσε ούτε σαν έργο, ούτε σαν ρόλος. Και επειδή δεν ήμουνα καλή, έκανα καζούρα στον εαυτό μου.
Δηλαδή, επειδή δεν μπορούσα να μιμηθώ στον Χορν πώς έπαιζα, γιατί δεν είμαι καλή μίμος του εαυτού μου, υπερέβαλλα κάνοντας καρικατούρα του εαυτού μου. Αυτοσαρκαζόμουνα. Αυτό του έκανε τόση εντύπωση που ξετρελάθηκε. Κι εκεί πιστεύω ότι με ερωτεύτηκε. Το γεγονός ότι ήμουν μια ηθοποιός που γελοιοποιούσε τον εαυτό της τόσο επιτυχημένα, τον είχε κερδίσει. Μάλιστα μου είχε πει πως αυτό που κάνω είναι, “Too good to be true”;
Ο Δημήτρης Χορν και η Έλλη Λαμπέτη την εποχή του μεγάλου τους έρωτα, στο σπίτι τους στην οδό Λυκείου το 1956!!!
Παρότι η Έλλη Λαμπέτη και ο Δημήτρης Χορν υπήρξαν αγαπημένο ζευγάρι στη ζωή και στο σανίδι, η σχέση τους έφτασε στο τέλος της το 1959. Δήλωσαν ότι θα ξανασυνεργαστούν σύντομα, κάτι όμως που δεν έγινε ποτέ. Έως τότε η Έλλη είχε χάσει τη μητέρα της, δύο αδελφές από καρκίνο, μία σε τροχαίο, τον κοινό τους φίλο και συνθιασάρχη, Κώστα Παππά κι ένα μωρό που θα αποκτούσε με τον Χορν. Η μόνη αχτίδα σ’ αυτά τα τραγικά χρόνια ήταν η γνωριμία της με τον αμερικανό συγγραφέα Γουέικμαν, ο οποίος υπήρξε ο επόμενος σύζυγός της έως το 1976.
Ζουν σε ένα μεγάλο σπίτι στους Αμπελοκήπους, ταξιδεύουν σε Μπαχάμες και Χαβάη: «Κάναμε δικούς μας όλους τους ωκεανούς», συνήθιζε να λέει η Έλλη Λαμπέτη. Σε αυτό το διάστημα παίζει στα: «Το Λεωφορείο ο Πόθος», το «Πεπσι», η «Γλυκιά Ίρμα» και ο «Βυσσινόκηπος». Όμως τα επόμενα χρόνια αποδεικνύονται εξίσου σκληρά για την Έλλη Λαμπέτη.
Εξαιτίας της λαχτάρας της για την απόκτηση ενός παιδιού, ενεπλάκη σε μία δικαστική περιπέτεια, που κράτησε τέσσερα χρόνια. Οι φυσικοί γονείς τής μικρής Ελίζας, που είχε υιοθετήσει, διεκδίκησαν και πήραν την κηδεμονία του παιδιού το 1974.
Ταλαιπωρήθηκε πολλά χρόνια από τον καρκίνο, ο οποίος έκανε την πρώτη του εμφάνιση του 1969, με αποτέλεσμα η Έλλη Λαμπέτη να υποβληθεί σε ολική μαστεκτομή στις Η.Π.Α. Το 1980, ο καρκίνος έκανε την επανεμφάνισή του και αποτέλεσμα των χημειοθεραπειών στις οποίες υποβλήθηκε, ήταν να χάσει σταδιακά την φωνή της. Δεν το έβαλε κάτω και συνέχισε να παίζει στο θέατρο, αποσπώντας εντυπωσιακές κριτικές. Η τελευταία της εμφάνιση ήταν το 1981, στο έργο «Σάρα – Τα παιδιά ενός κατώτερου θεού», όπου έπαιξε θαυμαστά το ρόλο της κωφάλαλης Σάρας. Λίγο αργότερα, η υγεία της επιδεινώθηκε. Έχασε τη φωνή της και τελικά άφησε την τελευταίας της πνοή στις 03 Σεπτεμβρίου του 1983, στο αμερικάνικο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν από φυματίωση.
Η ζωή της γράφτηκε σε βιβλίο από τον καλό της φίλο Φρέντυ Γερμανό κι έγινε μπεστ σέλερ, 13 χρόνια μετά το θάνατό της. Μετά τον θάνατό της, ο κινηματογράφος “Γρανάδα”, που βρίσκεται στη λεωφόρο Αλεξάνδρας 106, μετονομάστηκε και λειτουργεί μέχρι σήμερα ως θέατρο με το όνομα “Λαμπέτη”.
Η ταινία- σταθμός στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου είναι η πρώτη ελληνική ταινία που επανακυκλοφορεί μετά από ειδική ψηφιακή επεξεργασία που επιμελήθηκε ο κινηματογραφικός...
Η ταινία, “Το ποτάμι” προβλήθηκε τη σαιζόν 1960-1961 και είναι Ελληνοαμερικανικής παραγωγής. Η ταινία κυκλοφόρησε σε δύο διαφορετικές εκδοχές. Στο μοντάζ του σκηνοθέτη, (μοντέρ...