27.4 C
Athens
Παρασκευή, 19 Ιουνίου, 2026

Λαυρέντης Διανέλλος: Η ψυχή του ελληνικού κινηματογράφου

Υπάρχουν ονόματα που δεν χρειάζονται φανφάρες για...

Βαγγέλης Βουλγαρίδης: Ο ευγενικός ζεν πρεμιέ

Τις περισσότερες φορές, ήταν εκείνοι οι δευτεραγωνιστές...
spot_imgspot_img
Blog Σελίδα 247

Η εξομολόγηση του Μάκη Δελαπόρτα

Ρένα Παγκράτη

Είναι ο άνθρωπος που γνωρίζει τις ζωές των σπουδαίων ηθοποιών του ελληνικού κινηματογράφου καλύτερα από τον καθένα. Ο Μάκης Δελαπόρτας είχε μιλήσει στο πρωινό του Mega για τις άγνωστες πτυχές από τις ζωές των διασήμων που αγάπησε πολύ το κοινό.

Eίπε για τη Ρένα Παγκράτη:

«Έπαιζε στην επαρχία σε ένα θεατρικό και όταν ήρθε εδώ, η Ρένα Βλαχοπούλου δεν την πήρε στον θίασο γιατί είχε μάθει πως έλεγε κάποια περίεργα για εκείνη. Προσπάθησα τη Βλαχοπούλου να την πείσω ότι μπορεί και να μην είναι έτσι, δεν τα κατάφερα».

«Η Ρένα Παγκράτη είχε φτάσει στα 50, είχε μείνει άνεργη, είχαν πεθάνει οι γονείς της και είχε χάσει τον αγαπημένο της σε αυτοκινητιστικό δυστήχημα».

«Δεν μπορούσε να ακολουθήσει και την εποχή της σωστά. Της λέγαμε όλοι ότι έχει ένα συγκεκριμένο στιλ που πρέπει να αλλάξει, δεν ήταν εύκολο. Πολλοί δεν μπόρεσαν να το κάνουν».

«Είναι η πρώτη φορά που το λέω αυτό, με τη Ρένα Παγκράτη πήγαμε μαζί σε ένα κατάστημα καλλυντικών για να πιάσει δουλειά. Δεν έφταιξαν οι άνθρωποι, όμως δεν μπόρεσαν να συνειδητοποιήσουν πόσο ανάγκη μπορεί να είχε αυτή η κοπέλα για να βρει δουλειά. Δεν την πίστεψαν».

«Ο Δαλιανίδης μου είπε τότε ότι θα της πληρώνει αυτός το ενοίκιο. Η Άννα Φόνσου μου είπε θα κοιτάξω να της βγει μια σύνταξη αναπηρική, όμως δεν μπορείς να βγάλεις σύνταξη σε έναν άνθρωπο που έχει ψυχολογικά. Έτσι αποφάσισε να δώσει τέλος στη ζωή της. Αισθάνθηκα πάρα πολύ άσχημα και δε βγήκα ποτέ να μιλήσω, ενώ ήξερα τα πάντα. Επίσης ένας μεγάλος πρωταγωνιστής της είχε υποσχεθεί πως θα την βοηθήσει, θα της πήγαινε λεφτά, δεν της τα πήγε ποτέ. Αυτό ίσως ήταν και η αφορμή που είπε “δεν μπορώ να περιμένω τίποτα από κανέναν. Τέλος”!».

Η εξομολόγηση του Μάκη Δελαπόρτα

Advertisement

Σινέ ο παράδεισος με ασπρόμαυρο φόντο

sine 1
sine 1

Η κεντρική οδός των Αθηνών, η Γ’ Σεπτεμβρίου, είναι γεμάτη κόσμο. Απογευματάκι 12ης Ιουλίου 1914, το καλοκαίρι είναι στη μέση του και η θερμοκρασία υψηλή. Ομάδες ατόμων, δημοσιογράφοι και άνθρωποι του πνεύματος αναμένουν το μεγάλο γεγονός.

Στις 7.00 ακριβώς τα γυρίσματα της πρώτης ελληνικής ταινίας μεγάλου μήκους ξεκινούν. Την άλλη μέρα οι Αθηναίοι διαβάζουν με πηχυαίους τίτλους στις εφημερίδες ότι εντός ολίγου θα ξεκινούσε στις κινηματογραφικές αίθουσες η προβολή της ταινίας «Γκόλφω». Ακριβώς εκατό χρόνια αργότερα, η ίδια παράσταση ανεβαίνει με τον Μάριο Φραγκούλη και την Ελλη Πασπαλά, σε μια περιοδεία τους ανά την Ελλάδα, προς τιμήν των εκατό χρόνων του ελληνικού κινηματογράφου που γνώρισε στιγμές μεγάλης δόξας, αλλά και απογοητευτικής παρακμής, που έκανε ταινίες με ρεκόρ εισιτηρίων, που κατέγραψε τις εξελίξεις στις τάσεις, στη συμπεριφορά και τις αντιλήψεις της νεότερης Ελλάδας.

Πρώτος θεατής της πρώτης ταινίας, που γυρίστηκε από την κινηματογραφική εταιρία Αστυ Φιλμ κι έκανε πρεμιέρα τελικά στα μέσα του Ιανουαρίου 1915, ήταν ο βασιλιάς, αφού η προβολή έγινε στα ανάκτορα με μοναδικό θεατή τον Κωνσταντίνο. «Εις την Α. Μεγαλειότητα ήρεσε πολύ και μάλιστα εξέφρασε την επιθυμίαν του, όπως κινηματογραφηθώσι και άλλα έργα» έγραφε την επομένη η εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ».

Η προβολή

Η δεύτερη προβολή έγινε μερικές ημέρες αργότερα, στις 21 Ιανουαρίου, στην «κομψή αίθουσα» του κινηματογράφου ΠΑΝΘΕΟΝ, παρουσία του πρίγκιπα Νικόλαου και του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου. Παρών ήταν και ο συγγραφέας Σπυρίδωνας Περεσιάδης, «ο μόνος όστις δεν ηδύνατο να ίδη το επί της κινηματογραφικής ταινίας εκτελούμενο ποιητικόν του έργον», καθώς ήταν τυφλός.

Μαζί με το βουκολικό δράμα «Γκόλφω», οι θεατές βλέπουν και «επίκαιρα», ελληνικές ταινίες μικρού μήκους δηλαδή, με την περιήγηση επισήμων στο θωρηκτό «Λήμνος», με τα παιδιά της βασιλικής οικογένειας να τριγυρνούν στην πρωτεύουσα, αλλά και με τα εγκαίνια της έκθεσης του ζωγράφου Σκοτ από τον βασιλιά. Την επομένη, η «Γκόλφω» -όχι τυχαία ταινία φουστανέλας- ανοίγει τις παραστάσεις της για το ευρύ κοινό και οι Αθηναίοι στριμώχνονται στο ΠΑΝΘΕΟΝ. Αναγνωρίζουν μέρη στην Ελευσίνα, βλέπουν τον πύργο της Βασιλίσσης. Εννοείται πως όλα τα γυρίσματα είναι εξωτερικά, ενώ από την οθόνη παρελαύνουν εικόνες και από το δάσος του Ευταξία στην Κόρινθο, αλλά και από τον Χελμό. Στις 28 Ιανουαρίου, η Γκόλφω αποχωρεί από το πανί του ΠΑΝΘΕΟΝ δίνοντας τη θέση της σε μια ξένη παραγωγή, τους «Απάχηδες των Παρισίων».

Το μυστικό

Το γεγονός αποδεικνύεται μάλλον συμβολικό, αφού λίγα χρόνια αργότερα (1930), ο ελληνικός κινηματογράφος παράγει τους «Απάχηδες των Αθηνών» που τη διαφημίζουν ως «την πρώτην ηχητική και άδουσαν ελληνικήν ταινίαν», στην πραγματικότητα όμως δεν είναι παρά ήχοι γραμμένοι σε γραμμόφωνο που κρύβεται πίσω από την οθόνη. Και η συνέχεια είναι ακόμη πιο γοητευτική…

Advertisement

Στράτος Παγιουμτζής (1904-1971)

stratos pagioumtzis 1
stratos pagioumtzis 1

Ήταν το 1933 όταν ο ρεμπέτης Γιώργος Μπάτης ήταν να γραμμοφωνήσει δυο πασίγνωστα κατόπιν τραγούδια του («Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα» και «Μάγκες καραβοτσακισμένοι»), όταν μετά την τελική πρόβα «πήγε να κάνει μια τζούρα». Επιστρέφοντας στο στούντιο, ήταν τέτοια η θολούρα του που «δεν ήταν σε θέση να τραγουδήσει». Η ηχογράφηση δεν μπορούσε όμως να αναβληθεί, κι έτσι κάποιος άλλος έπρεπε να πει τα κομμάτια.

Η παραισθησιακή αυτή κατάσταση του Μπάτη στάθηκε η μεγάλη αφορμή για να εμφανιστεί στη δισκογραφία ένα σωστό ρεμπέτικο φαινόμενο, ο μεγάλος Στράτος Παγιουμτζής που όλοι θα αποκαλούσαν έκτοτε μόνο με το μικρό του. Ή με το «χαϊδευτικό» του, το φοβερό και τρομερό «Τεμπέλης», το οποίο αναφέρθηκε μόλις στη δεύτερη στροφή του πρώτου τραγουδιού που είπε ποτέ, του «Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα» («Ήταν ο Μπάτης και ο Αρτέμης / και ο Στράτος ο τεμπέλης»).

Όπως κι αν έχει, ένας εμβληματικός αοιδός της κλασικής εποχής του ρεμπέτικου και του λαϊκού αργότερα είχε έρθει για να μείνει, αναγκάζοντας τον Βασίλη Τσιτσάνη να παραδεχτεί κάποτε ότι ο Στράτος Παγιουμτζής είχε «στον λαιμό του φωλιές από αηδόνια».

Μέχρι τότε βέβαια ο πρωτεργάτης του ρεμπέτικου και θεμέλιος λίθος της λεγόμενης πειραιώτικης σχολής θα έχει ήδη δημιουργήσει την πρώτη ρεμπέτικη κομπανία, τη θρυλική «Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς»! Πλάι στον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Ανέστο Δελιά και τον Γιώργο Μπάτη, ο Στράτος Παγιουμτζής θα έγραφε το 1934 μουσική ιστορία στον τόπο μας, γεννώντας μια παράδοση που ερχόταν ολοταχώς να καθιερωθεί στη συλλογική μας συνείδηση.

Παρά το γεγονός ότι ήταν κυρίως τραγουδιστής του πάλκου και δεν έγραψε δικά του κομμάτια, ο Παγιουμτζής θεωρείται κοινώς ως ένας από τους πατριάρχες του ρεμπέτικου, της μελωδίας που τόσο αγάπησε και τραγουδούσε όπου στεκόταν κι όπου βρισκόταν.

Στράτος Παγιουμτζής (1904-1971)

Ο Στράτος Παγιουμτζής έφερε τους μικρασιάτικους λυγμούς και τους αμανέδες του στην Ελλάδα, ενσαρκώνοντας με την ιδιαίτερη φωνή του τους πόνους και τους πόθους μιας ολόκληρης εποχής. Σε 35 χρόνια δισκογραφίας, ο σπουδαίος Παγιουμτζής ηχογράφησε περί τα 250-300 τραγούδια σε δίσκους των 78 στροφών και άλλα 100 περίπου σε δίσκους των 45! Ήταν η αδιαμφισβήτητη φωνή των ρεμπετών…

Πρώτα χρόνια

Ο Στράτος Παγιουμτζής γεννιέται το 1904 στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας, αν και ανδρώθηκε στον Πειραιά, καθώς η φαμίλια εγκατέλειψε τη γενέτειρά της πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο Μιχάλης και η Καλλιόπη πήραν τα τρία τους παιδιά (τον Στράτο και τις δυο αδερφές του) και αφού πέρασαν ένα διάστημα στη Μυτιλήνη, αποβιβάστηκαν το 1918 στο λιμάνι του Πειραιά με όνειρα για μια καλύτερη ζωή.

Στράτος Παγιουμτζής (1904-1971)
Ο Στράτος Παγιουμτζής.

Ο μικρός Στράτος Παγιουμτζής βγαίνει στη βιοπάλη αμέσως και δουλεύει με τον πατέρα του πότε ως ψαράς και πότε ως βαρκάρης (εκτελώντας τους ανεφοδιασμούς των καραβιών που έφταναν στο λιμάνι ως «γεμιτζής»). Παρά την καταραμένη φτώχεια και τον καθημερινό μόχθο, ο νεαρός είναι έξω καρδιά και όπου σταθεί κι όπου βρεθεί πιάνει το τραγούδι. Στην ανοιχτή θάλασσα, στην ψαραγορά, στην ταβέρνα άρχιζε να τραγουδά μόλις ερχόταν στα μεράκια και δεν θα αργούσε να ανακαλυφθεί από τη θρυλική πειραιώτικη παρέα του ρεμπέτικου…

Η «Τετράς του Πειραιώς»

Στράτος Παγιουμτζής (1904-1971)

Ήταν γύρω στο 1925 όταν η μελωδική φωνή του Στράτου θα τον φέρει δίπλα στον άρχοντα του ρεμπέτικου Μάρκο Βαμβακάρη, με τον οποίο δεν θα γίνουν μόνο καρδιακοί φίλοι αλλά και συνεργάτες! Ο Στράτος ανεβαίνει δειλά δειλά στο πάλκο πλάι στον Μάρκο και γνωρίζεται έτσι πριν από το 1930 με τους πρωτεργάτες του ρεμπέτικου, ονόματα δηλαδή σαν του Δελιά, του Κηρομύτη, του Μπαγιαντέρα κ.λπ.

Εκεί στη στροφή της νέας δεκαετίας του 1930, ο Βαμβακάρης και οι άλλοι μεγάλοι του ρεμπέτικου αρχίζουν να παίζουν με τα μπουζούκια και τους μπαγλαμάδες τους παλιές επιτυχίες αλλά και δικά τους τραγούδια στα στέκια που ξεφυτρώνουν στη Δραπετσώνα και γνωρίζουν ιδιαίτερη επιτυχία. Καθοριστική στιγμή εδώ το 1931, όταν ιδρύθηκε η δισκογραφική Columbia και στα στούντιό της αρχίζουν να ηχογραφούν οι ογκόλιθοι του ρεμπέτικου πενταγράμμου!

Όπως είπαμε, η εμφάνιση στο Στράτου στη δισκογραφία έγινε στα τέλη του 1933 από σπόντα, όταν ο Μπάτης δεν μπορούσε να ηχογραφήσει (για «ειδικούς λόγους»!) τα τραγούδια του και την παρτίδα κλήθηκε να σώσει ο Παγιουμτζής, ο οποίος τραγουδά μάλιστα σαν τον Μπάτη τόσο το «Ζεϊμπεκάνο Σπανιόλο» («Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα») όσο και το «Μάγκες Καραβοτσακισμένοι». Έτσι αποτυπώθηκε για πρώτη φορά η φωνή του Παγιουμτζή στο πικάπ, σαν alter ego του φοβερού και τρομερού Ζορζ Μπατέ!

Οργανοπαίχτες στη μυθικών σήμερα διαστάσεων ηχογράφηση ήταν ο Βαμβακάρης και ο Δελιάς. Η παρέα κόλλησε και από το καλοκαίρι του 1934 άρχισαν να παίζουν μαζί στην πειραιώτικη Μάντρα του Σαραντόπουλου, γεννώντας έτσι την πρώτη μπουζουξίδικη κομπανία. Υπεύθυνος για το όνομα ήταν ο σκανδαλιάρης Μπάτης, που τόσο λάτρευε την καθαρεύουσα και την ξενόφερτη γαλλική (απ’ όπου εξάλλου και το Ζορζ Μπατέ), γι’ αυτό και την είπε «Τετράς Ξακουστή του Πειραιώς».

Στράτος Παγιουμτζής (1904-1971)

Μάρκος Βαμβακάρης, Ανέστης Δελιάς και Γιώργος Μπάτης γράφουν τραγούδια με το τσουβάλι, τα οποία ερμηνεύει η «φωνή» της κομπανίας, ο Στράτος, που έκανε μπαμ από μακριά για τα ερμηνευτικά του χαρίσματα και όλοι οι μεγάλοι του ρεμπέτικου τον ήθελαν τώρα να τραγουδά τις δημιουργίες τους.

Παρά το γεγονός ότι στην κομπανία τραγουδούν όλοι, ο Στράτος Παγιουμτζής είναι ο βασικός τραγουδιστής. Όσο για τον τζουρά ή τον μπαγλαμά που κρατάει συνήθως στα λαϊκά πάλκα, είναι καθαρά διακοσμητικός! Ο ρόλος του ως οργανοπαίκτης είναι σχεδόν ανύπαρκτος και το όργανο το κράταγε για να μην ξενίζει το πειραιώτικο κοινό, που θεωρούσε ότι τραγουδιστής χωρίς όργανο δεν είχε θέση σε ρεμπέτικη ορχήστρα.

Στράτος Παγιουμτζής (1904-1971)

Η πρώτη αυτή ρεμπέτικη κομπανία που εμφανίστηκε επαγγελματικά σε κέντρο διασκέδασης ηχογράφησε τα πρώτα της τραγούδια την ίδια εποχή και ο Στράτος θα επιστρέψει σε άλλο ένα άσμα του Μπάτη, τους «Σφουγγαράδες» του 1935.

Παρά τη στενή φιλία που τον συνέδεε με τον Μάρκο, τα δικά του τραγούδια θα τα πει από το 1936 και μετά, τουλάχιστον σε δίσκο, μιας και στα πάλκα ήταν αυτός που τα τραγουδούσε πάντα. Ο λόγος εδώ ήταν ο επίσης θρυλικός μαέστρος της Columbia, Σπύρος Περιστέρης, που επέμενε να ερμηνεύει ο Βαμβακάρης τα τραγούδια του στις ηχογραφήσεις, δημιουργώντας έτσι το εξής παράδοξο: στο λαϊκό πάλκο τα τραγούδια του Μάρκου να ερμηνεύονται από τον Στράτο και στη δισκογραφία από τον ίδιο τον Βαμβακάρη.

Όταν τον άφησε πάντως να πει δυο-τρία τραγουδάκια του Μάρκου, όπως τα «Γέρασες πια και δε σ’ αγαπώ», «Καραβοτσακίσματα» κ.ά., τότε πείστηκε ότι ο Στράτος ήταν η φωνή της παρέας!

Την ίδια εποχή θα πει και την «Αθηναίισα» του Δελιά, που θα κάνει τρελή επιτυχία, αλλά και τα «Μάγκες πιάστε τα βουνά» και «Τον άντρα σου και μένα» του τέταρτου μεγάλου της ξακουστής παρέας, καθιερώνοντας την Τετράδα του Πειραιά ως το πρώτο αμιγώς ρεμπέτικο συγκρότημα. Στους δεκάδες των δίσκων που παίρνει μέρος, ο Στράτος συνηθίζει να χαιρετίζει τους συμμετέχοντες στην ηχογράφηση («Γεια σου Μάρκο με τα ωραία σου», «Γεια σου Ανέστο με τις πενιές σου», «Γεια σου Σπύρο μου με το μπουζουκάκι σου» κ.λπ.), δημιουργώντας μια μόδα που θα βρει διαχρονικούς μιμητές. Συχνά πυκνά, χαιρετίζει ακόμα και τον εαυτό του! («Γεια σου και σένα ρε Στράτο με τον τζουρά σου»).

Στράτος Παγιουμτζής (1904-1971)

Ο λόγος που το έκανε; Μα γιατί ήταν ο αμεσότερος τρόπος κατοχύρωσης των πνευματικών δικαιωμάτων του ρεμπέτη! Η ακλόνητη απόδειξη του «εγώ παίζω εδώ» ώστε να μη χωρούν αμφιβολίες για την πατρότητα του κομματιού…

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930, η φωνή του Παγιουμτζή είναι ήδη μύθος. Τώρα την αναζητούν όλοι, από τους μάγκες και τους νταήδες θαμώνες των χαμαιτυπείων μέχρι και τους συνθέτες, που περιμένουν ουρά για να τον καπαρώσουν να ερμηνεύσει τα νέα άσματά τους. Όλοι τον ξέρουν πια με το μικρό του όνομα (έτσι εμφανίζεται ακόμα και στις ετικέτες δίσκων!) και όλοι σπεύδουν να συνεργαστούν μαζί του.

Στράτος Παγιουμτζής (1904-1971)

Από το 1935 μέχρι και τον πόλεμο, ο Στράτος Παγιουμτζής ερμηνεύει Βαγγέλη Παπάζογλου, Παναγιώτη Τούντα, Κώστα Σκαρβέλη, Σπύρο Περιστέρη, Μανώλη Χιώτη (τον οποίο ανακάλυψε μάλιστα ο Στράτος), αλλά και τα μεγαλύτερα τραγούδια του Μπαγιαντέρα («Γυρνώ σαν Νυχτερίδα», «Χατζηκυριάκειο» κ.λπ.), του Σέμση, του Ογδοντάκη, του Παπαϊωάννου κ.ά.

Με τη μυθική φωνή του και τον ιδιαίτερο τρόπο ερμηνείας του, ο Στράτος χρίζεται βάρδος του ρεμπέτικου και ηχογραφεί εκατοντάδες κομμάτια τόσο στην Columbia όσο και την Odeon. Γραμμοφωνεί επίσης τους περίφημους αμανέδες του με το γνώριμο εκφραστικό του ύφος αλλά και παραδοσιακά στιχάκια που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα για αιώνες, συνδυάζοντας δημοτικό τραγούδι και ανατολίτικη μικρασιατική μουσική.

Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην καριέρα του Στράτου ήταν η πολύχρονη συνεργασία του με τον Βασίλη Τσιτσάνη, τα τραγούδια του οποίου ερμήνευε σωρηδόν καθιερώνοντας έτσι τον πρωτοεμφανιζόμενο τρικαλινό συνθέτη. Τα μισά σχεδόν από τα 100 περίπου προπολεμικά τραγούδια του Τσιτσάνη τραγουδήθηκαν δισκογραφικά από τον Παγιουμτζή, ο οποίος έπαιξε τον δικό του ρόλο στην εμπορική απήχηση των ασμάτων του νεαρού Τσιτσάνη.

Λίγο πριν ξεσπάσει ο Β’ Παγκόσμιος, ο Στράτος θα παντρευτεί το 1939 την εκλεκτή της καρδιάς του, μια κοπέλα από την Άνδρο (Ζωή Φούντου), με την οποία θα αποκτήσουν τρία παιδιά, αν και τα δυο του αγόρια θα πεθάνουν μέσα στις δύσκολες συνθήκες της Κατοχής…

Μεταπολεμικά και τελευταία χρόνια

Μετά τον πόλεμο, ο Στράτος Παγιουμτζής επιστρέφει στη δισκογραφία κανονικά και συνεχίζει τη συνεργασία με τους παλιότερους συνεργάτες του (Βαμβακάρη, Τσιτσάνη, Χιώτη κ.λπ.), την ίδια ώρα που δοκιμάζει τώρα τις πενιές της νεότερης γενιάς, όπως ο Απόστολος Καλδάρας («Πάνω σ’ ένα βράχο») και ο Γιώργος Μητσάκης («Μάγκας βγήκε για σεργιάνι»).

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 όμως και την άνοδο του αρχοντορεμπέτικου, η παλιά φουρνιά παίρνει την κατιούσα. Οι ρεμπέτες εξαφανίζονται μαγικά από τις δισκογραφικές και ο Στράτος είναι ένα από τα θύματα της εποχής. Αυτόν εξάλλου δεν τον συμπαθούσαν προσωπικά τα στελέχη των δισκογραφικών, καθώς ήταν φωνακλάς και αθυρόστομος και έμοιαζε τώρα με απομεινάρι μιας άλλης εποχής. Δεν θα είναι όμως το τέλος του.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, οι παλιοί επιστρέφουν μέσω των νέων συνθετών που εκτιμούν τη δουλειά τους και έχουν επιρροή στις δισκογραφικές. Ο Μπιθικώτσης αναβιώνει τον Βαμβακάρη και ο Ζαμπέτας κάνει το ίδιο για τον Παγιουμτζή, πατώντας πάνω στον τελικό λόγο που είχε στις εταιρίες. Ο Στράτος ηχογραφεί και πάλι προπολεμικά ρεμπέτικα του Τσιτσάνη και των άλλων παλιών, κυκλοφορώντας και ένα από τα πλέον αξιομνημόνευτα τραγούδια του, το «Μινόρε του Στράτου».

Περά από τη δισκογραφία, ο Στράτος Παγιουμτζής επιστρέφει και στα ξενυχτάδικα, στα οποία είχε αδιάλειπτη παρουσία ακόμα και στον πόλεμο και την Κατοχή. Στη δεκαετία του 1960 θα ξανασυνεργαστεί με τον εδώ και 40 χρόνια φίλο του Μάρκο αλλά και όλη τη νεότερη φουρνιά των λαϊκών πια δημιουργών. Έτσι έμαθαν οι νεότεροι τον Στράτο και τους άλλους μεγάλους παλιούς του ρεμπέτικου πενταγράμμου μας.

Το μεγάλο όνειρο του Παγιουμτζή ήταν να πάει να τραγουδήσει στην Αμερική, αν και δεν του έβγαζαν διαβατήριο εξαιτίας μιας παλιάς καταδίκης (του 1937!) για χρήση χασίς, αδίκημα που τον είχε στείλει στην εξορία. Τον Οκτώβριο του 1971, τα κρατικά εμπόδια υπερπηδήθηκαν και ο Στράτος θα βρεθεί περιχαρής στη Νέα Υόρκη να τραγουδά σε μπουζουξίδικο ομογενούς («Σπηλιά»), αν και η μοίρα θα τον προλάβαινε: στις 16 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς έσβησε τραγουδώντας πάνω στο πάλκο.

Στράτος Παγιουμτζής (1904-1971)

Οι επίγειες περιπέτειές του δεν πήραν όμως τέλος, καθώς ο Στράτος Παγιουμτζής ανήκε σε κείνη τη γενιά των ρεμπετών που έκαναν τους πάντες πλούσιους εκτός από τους εαυτούς τους. Κι έτσι χρειάστηκε να γίνει έρανος μεταξύ φίλων και συνεργατών για να επιστρέψει η σορός του στην Ελλάδα και να ενταφιαστεί τελικά με προσωπικά έξοδα του μεγάλου θαυμαστή του Γιώργου Ζαμπέτα.

Πριν φύγει από τον κόσμο, ο Στράτος Παγιουμτζής ανέδειξε δημιουργούς με το τσουβάλι, άνοιξε διάπλατα τις δισκογραφικές πόρτες για άλλους τόσους και πρόλαβε να τραγουδήσει τόσα τραγούδια που οι περισσότεροι μόνο να ονειρεύονταν μπορούσαν. Ο μεγαλύτερος ίσως τραγουδιστής της κλασικής εποχή του ρεμπέτικου θα ζει αιώνια μέσα από τα ανεξίτηλα τραγούδια που έστειλε στην κορυφή μέσω των αηδονιών που είχε στο λαρύγγι του…

Στράτος Παγιουμτζής: Δισκογραφία

  • Είμαι ο Στράτος Παγιουμτζής
  • Αυθεντικές ηχογραφήσεις 1937 – 1955
  • Ο γάμος του Τσιτσάνη
  • Ο Μέγας
  • Τον παλιό ρεμπέτικο καιρό
Advertisement

Τα νησιά του Ελληνικού Κινηματογράφου Μέρος 11ο

eleutheri katadisi
eleutheri katadisi

Τα Χανιά στην «Ελεύθερη Κατάδυση» του Γιώργου Πανουσόπουλου αναπνέουν με τα ίδια λιγοστά αποθέματα οξυγόνου έξω και μέσα στη θάλασσα.

Μια πόλη πιο μελαγχολική από τη θέα της αυγής στο απέραντο γαλάζιο και μάλλον βυθισμένη σε ένα παρελθόν από το οποίο δεν προσπάθησε να ξεφύγει ποτέ, αγχομαχά κι αυτή πάνω στα συντρίμμια μιας ερωτικής ιστορίας που όλοι θα ήθελαν να μείνει για πάντα ως άλλο «ναυάγιο» στο βυθό της θάλασσας. Και να μην ανασυρθεί ποτέ και για κανένα λόγο.

Εκεί τοποθετεί ο Γιώργος Πανουσόπουλος ακόμη μια μοντέρνα ελληνική τραγωδία που ξετυλίγεται με τους ρυθμούς του καυτού ελληνικού καλοκαιριού, με τη ζέστη να ανάβει τα πάθη, τον ήλιο να καίει τις λάθος επιλογές και το βαθύ μπλε σαν όνειρο και σκληρή πραγματικότητα να πνίγει την αλήθεια. Η Ολγα και ο Λευτέρης είναι δύο θύματα ενός ανομολόγητου μυστικού, δύο εραστές που συναντιούνται μόνο στο σκοτάδι, μέσα σε διπλοκλειδωμένα δωμάτια ή σε υγρές σπηλιές του νησιού τους την ώρα που αυτό ηρεμεί σε μεσημεριανή σιέστα ή αποκοιμιέται μετά από μια θορυβώδη ημέρα.

Τα νησιά του Ελληνικού Κινηματογράφου Μέρος 11ο
Σκηνή από την ταινία, “Ελεύθερη Κατάδυση”.

Σε παράλληλη δράση, μια επίφαση κανονικής ζωής και μια που βρίσκεται σε διαρκή αναμονή συγκρούονται στην «Ελεύθερη Κατάδυση» ελευθερώνοντας ένα σαρωτικό άνεμο ερωτισμού, ιδρώτα και αίματος, καθώς ο Πανουσόπουλος ζουμάρει στα εξαντλημένα από την επιθυμία πρόσωπα και κορμιά των ηρώων του καθώς προσπαθούν να αναπνεύσουν, να ζήσουν στα φανερά και να αφήσουν για πάντα πίσω τους τα ναυάγια του παρελθόντος, για τα οποία δεν είναι υπεύθυνοι.

Σε μια τελική σκηνή και ένα τελικό πλάνο από τα ωραίοτερα του ελληνικού σινεμά, και αφού τα ναυάγια δεν βρίσκονται πια στο βυθό, οι έρωτες αποδεικνύονται καταστροφικοί όσο οφείλουν και η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι «σχολιάζει» με μοντέρνα ενορχήστρωση το τέλος μιας ολόκληρης εποχής, το λιμάνι των Χανίων μοιάζει πιο θλιμμένο και από την ίδια την ιστορία της «Ελεύθερης Κατάδυσης», ένα τοπίο βυθισμένο στα προαιώνια ανομολόγητα πάθη που όταν βγουν στην επιφάνεια είναι αδύναμα να εμποδίσουν τη μοίρα.

Ελεύθερη Κατάδυση του Γιώργου Πανουσόπουλου (1995) / Σενάριο: Λεία Βιτάλη, Γιώργος Πανουσόπουλος, Δέσποινα Τομαζάνη, Βασίλης Αλεξάκης, Μανίνα Ζουμπουλάκη / Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις / Πρωταγωνιστούν: Καρυοφαυλλιά Καραμπέτη, Αλέκος Συσσοβίτης, Βαλέρια Χριστοδουλίδου, Αντώνης Αντωνίου, Ηλίας Λογοθέτης, Μπέατα Ασημακοπούλου.

Advertisement

Ο θρυλικός έμπορος που έκανε χρυσές δουλειές

fidaki o diamantis 1
fidaki o diamantis 1

Το τραγούδι «Δεν είναι βόας», το έγραψε ο Κώστας Βίρβος με τον Μίμη Πλέσσα και εμπεριέχεται στον δίσκο «Το Πανόραμα», μέσα στον οποίο γίνονται αναφορές σε πρόσωπα και γεγονότα, παλαιότερων χρόνων.

Η ιστορία του τραγουδιού ξεκινάει από έναν πλανόδιο πωλητή που γυρνούσε στην παλιά Αθήνα και σε άλλες μεγάλες πόλεις για να πουλήσει μια υποτιθέμενη θαυματουργή οδοντόσκονη. ‘Αλλες φορές, ανάλογα με τη διάθεση του, πουλούσε και μια σκόνη που θεράπευε όλους τους πόνους.
Ο παμπόνηρος έμπορος χρησιμοποιούσε ένα συγκεκριμένο τέχνασμα, ώστε να προσελκύει τους ανυποψίαστους πελάτες. Έστηνε ένα τραπεζάκι σε μια κεντρική πλατεία και πάνω έβαζε ένα μικρό κουτί. Μέσα υπήρχε ένα μικρό φιδάκι, σαν τα φιδάκια της Παναγίας που υπάρχουν στο Ιόνιο.

Ο θρυλικός έμπορος που έκανε χρυσές δουλειές
Αγιόφιδο ή φιδάκι της Παναγίας

Στη συνέχεια φώναζε: «Δεν είναι βόας, δεν είναι κροταλίας, περάστε κυρίες και κύριοι, είναι το φιδάκι ο Διαμαντής. Ένα σπάνιο φίδι που βρέθηκε στη ζούγκλα της Αφρικής, έπειτα από χρόνια ερευνών».
Ο κόσμος περίεργος, πλησίαζε να δει το σπάνιο φιδάκι, κι όταν μαζεύονταν αρκετοί, τους έλεγε:
«Πριν όμως κύριοι ανοίξω το κουτί, με τον Διαμαντή, θα σας μιλήσω για την καινούργια, θαυματουργή σκόνη των δοντιών, που την ανακάλυψε ο μεγάλος…» και έλεγε ένα όνομα της φαντασίας του που το έκανε να ακούγεται αληθινό.
Μετά συνέχιζε: «Η σκόνη αυτή κύριοι, σταματά αμέσως τον πονόδοντο, ενώ κάνει συγχρόνως τα δόντια σας να αστράφτουν». Άλλες φορές μάλιστα, παρουσιαζόταν ο ίδιος ως μεγάλος γιατρός-ερευνητής, ο οποίος είχε ανακαλύψει τη σκόνη για τους πόνους. Πολλοί από τους παρευρισκόμενους πείθονταν και αγόραζαν τη σκόνη, ευελπιστώντας μάταια να τους περάσει ο πόνος. Έχοντας ως κράχτη το φιδάκι, τον Διαμαντή, πουλούσε οδοντόσκονη!
Πολύ συχνά κατέληγε στο αυτόφωρο, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που τα θύματα του τον αναγνώριζαν και τον έπαιρναν στο κυνήγι.

Οι στίχοι του τραγουδιού είναι οι εξής:!

Δεν είναι βόας, ούτε κροταλίας
μα το φιδάκι μου το μαγικό
και γύρω κόσμος πάσης ηλικίας
για ν’αγοράσουν από το γιατρικό

Κυρά μου όπου κι αν πονάς
στη λεωφόρο Αθηνάς
θα βρεις τον δόκτωρ ακαμάτη
πονάει δόντι βγάζει μάτι

Δόκτωρ που ήρθε απ’ το Παρίσι
κι έχει διπλώματα περίπου επτά
τώρα αν σπούδασε στο Καρπενήσι
για ψιλοπράγματα ποιος συζητά

Πηγή: Μια Ιστορία…Ένα Τραγούδι του Ηρακλή Ευστρατιάδη, εκδόσεις Toubi’s

Ο θρυλικός έμπορος που έκανε χρυσές δουλειές

Advertisement

Το ντοκιμαντέρ ανάμεσα σε δυο νησιά

ντοκιμαντέρ

Ηλεκτρικό αυτοκίνητο που κατασκευαζόταν στη Σύρο; Ελληνικής έμπνευσης και χρηματοδότησης; Και όμως υπάρχει. Και έχει όνομα και ιστορία.

Το Enfield 8000 αποτελεί ακόμα ένα παράδειγμα ελληνικής τρέλας και αντανακλά τον χαρακτήρα του σύγχρονου Έλληνα. Καινοτόμος αλλά και… γραφειοκράτης. Γιατί, αν αναρωτιέστε τι είναι αυτό που σκότωσε μια τόσο προχωρημένη ιδέα για την εποχή της, η απάντηση είναι μία. Η γραφειοκρατία και το κόστος παραγωγής.

Το ντοκιμαντέρ “Ανάμεσα σε δυο νησιά”, αφηγείται με τον καλύτερο τρόπο την πορεία και τη σύντομη ζωή του θρυλικού αυτοκινήτου που έχει γίνει συλλεκτικό μιας και ελάχιστα “κομμάτια” υπάρχουν ανα τον κόσμο.

Εμείς, μιλήσαμε για το Enfield με τον διευθυντή σύνταξης του περιοδικού “4 Τροχοί” και σκηνοθέτη της ταινίας Μιχάλη Σταυρόπουλο, με αφορμή την προβολή της ταινίας στα πλαίσια του 16ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Στο συγκεκριμένο φιλμ μιλάνε οι περισσότεροι συντελεστές του ηλεκτρικού αυτοκινήτου, η ιστορία του οποίου ξεκινά στα τέλη της δεκαετίας του ’60 στην Αγγλία. Εκεί είχε την έδρα της η εταιρία Enfield Automotive, του Ανδριώτη εφοπλιστή Γιάννη Γουλανδρή.

Μια εταιρεία που μετέφερε την παραγωγή του μικρού Ι.Χ. στη Σύρο, ή αλλιώς, στην ιδιαίτερη “πατρίδα” του.
“Δεν είναι τρελό και μόνο να φανταστεί κανείς ότι στη Σύρο, στη μέση του Αιγαίο και των Κυκλάδων, μέσα στη δεκαετία του ’70 κατασκευαζόταν ένα ελληνικό αυτοκίνητο;”, μας λέει ο κ. Σταυρόπουλος.

“Η ταινία ξεκίνησε να γυρίζεται τον Ιανουάριο του 2012 και τελείωσε τον Δεκέμβριο του ’13. Έχει γυρίσματα στη Σύρο, στην Τήνο, στην Αγγλία, στο Μόναχο, στη Γενεύη και στο Λος Άντζελες”.

Τα “δύο νησιά” που αναφέρονται και στον τίτλο της ταινίας, είναι η Σύρος όπου έγινε η εν Ελλάδι παραγωγή του Enfield και το νησί της Αγγλίας που ονομάζεται Νήσος Γουάιτ (Isle of Wight) όπου πρακτικά διαδραματίζεται και η ιστορία του αυτοκινήτου.

Στα άλλα μέρη αναζήτησα κάποιους από τους βασικούς πρωταγωνιστές, ενώ γυρίσματα έγιναν και σε εκθέσεις αυτοκινήτου όπου γίνεται αναφορά στα σύγχρονα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα ήταν μια ιδέα που χρονολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα. Ωστόσο η “αρχιτεκτονική” των πρώτων αυτοκινήτων δεν ευνοούσε την ενσωμάτωση μπαταρίας που θα παρείχε αυτονομία στο Ι.Χ.”, παρατηρεί ο κ. Σταυρόπουλος.

 width=

“Μέχρι το Enfield, όλες οι προσπάθειες ήταν μεμονωμένες και δεν είχαν γνωρίσει μεγάλη παραγωγή. Είχαν γίνει προσπάθειες για μείωση του κόστους παραγωγής, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία όμως.
Τη δεκαετία του ’70, το Συμβούλιο Ηλεκτρικής Ενέργειας της Βρετανίας προκήρυξε διαγωνισμό για την παραγωγή ηλεκτρικού αυτοκινήτου. Στον διαγωνισμό συμμετείχε η Ford, η Leyland και μια άγνωστη τότε εταιρεία, η Enfield Automotive που τον κέρδισε κιόλας. Μιλάμε για το 1973.
Πίσω από αυτή την εταιρεία ήταν ο εφοπλιστής Γιάννης Γουλανδρής που έφτιαξε την Enfield για να προωθήσει προϊόντα υψηλής τεχνολογίας και ήθελε να μπει στον χώρο των ηλεκτρικών αυτοκινήτων γιατί διέβλεπε μια προοπτική, μιας και τότε υπήρχε πρόβλημα με το πετρέλαιο.

Για διάφορους λόγους μετέφερε την παραγωγή στη Σύρο. Και έτσι 40 χρόνια πριν, είχαμε το πρώτο τέτοιο όχημα, με Έλληνες να συμμετέχουν στον σχεδιασμό και συγκεκριμένα τον Κωνσταντίνο Αδρακτά. Εκείνος βέβαια δεν ακολούθησε στη φάση της Σύρου μιας και πίστευε ότι η μεταφορά της εταιρείας θα ήταν καταστροφική για το μέλλον του αυτοκινήτου, όπως και αποδείχτηκε στη συνέχεια”.

Οι προδιαγραφές του Enfield:
Όπως μας λέει ο σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ, το αυτοκίνητο διέθετε ηλεκτρικό κινητήρα 8,2 ίππων, τελική ταχύτητα 80 χιλιομέτρων την ώρα και αυτονομία 80 χιλιομέτρων. Αυτό που το έκανε ξεχωριστό ήταν το πολύ μικρό του μέγεθος, μιας και το μήκος του ήταν μόλις 2,7 μέτρα. Συνολικά κατασκευάστηκαν 123 αυτοκίνητα που σήμερα θεωρούνται, κάτι παραπάνω από συλλεκτικά.

 width=

Το “φάγαν” τα κυκλώματα
“Η περίπτωση του Enfield είναι ιδιάζουσα μιας και ιστορικά θεωρείται το πρώτο ηλεκτρικό αυτοκίνητο στον κόσμο που μπήκε σε παραγωγή. Η όλη ιδέα είχε να κάνει με το πώς θα μπορέσει να γίνει φιλικό προς το κοινό, ωστόσο δυστυχώς “κόλλησε” στη γραφειοκρατία την περίοδο της Χούντας και με την μεταπολίτευση, η ιδέα είχε εγκαταλειφθεί”, δηλώνει ο Μιχάλης Σταυρόπουλος.

“Στην Ελλάδα δεν πήρε ποτέ άδεια γιατί υπήρξαν διάφορες πολιτικές πιέσεις και δεν ήξεραν πώς να φορολογήσουν τον ηλεκτρικό κινητήρα. Η χρονική συγκυρία δεν ευνόησε το Enfield”.

 width=

Το ηλεκτρικό αυτοκίνητο σήμερα και η πιθανότητα ανάπτυξης αυτοκινητοβιομηχανίας στη χώρα μας
“Το ηλεκτρικό αυτοκίνητο ακόμα και τώρα είναι ένα ακριβό προϊόν και το κοινό που ενδιαφέρεται είναι περιορισμένο. Από την άλλη, η μείωση του κόστους παραγωγής είναι πολύ δύσκολη, μιλάμε κοινώς για έναν φαύλο κύκλο. Το κόστος δεν έχει να κάνει με τα μηχανικά μέρη, αλλά με τις μπαταρίες και το σύστημα διαχείρισης της ηλεκτρικής ενέργειας” λέει ο Μ. Σταυρόπουλος.

Απαντώντας στην ερώτηση μας για το αν και κατά πόσο είναι δυνατό να αναπτυχθεί αυτοκινητοβιομηχανία στην Ελλάδα, μας λέει:
“Θα μπορούσε να υπάρξει και στο παρελθόν αλλά οι βιομηχανίες αναπτύσσονται εκεί που υπάρχει μεγάλη αγορά αλλά και προμηθευτές. Κάτι που δεν ισχύει για τη χώρα μας, άρα το θεωρώ ανέφικτο κάτι τέτοιο”.

 width=

Το συλλεκτικό Enfield 8000, που σαράντα χρόνια μετά αγόρασε η οικογένεια Γουλανδρή, εντόπισε στην Αγγλία ο πρόεδρος του Συλλόγου Φίλων Κέντρου Τεχνικού Πολιτισμού Ερμούπολης και μέλος του Συλλόγου Ιστορικών Οχημάτων “Syros-Enfield”, Αλέξης Μαραντζίδης.

Ο ίδιος μεσολάβησε για τη μεταφορά του αυτοκινήτου, στην Ελλάδα, προκειμένου να ανακατασκευαστεί και να εκτεθεί στο Βιομηχανικό Μουσείο της Σύρου.

 width=
 width=
 width=
Advertisement

Παντελής Χορν (1881-1941)

pantelis xorn
pantelis xorn

Ο Παντελής Χορν υπήρξε θεατρικός συγγραφέας σημαντικών έργων του ελληνικού δραματολογίου του 20ου αιώνα και αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος.

Ο θεατρολόγος Βάλτερ Πούχνερ τον χαρακτήρισε πρωτεργάτη του νεοελληνικού θεάτρου του 20ου αιώνα. Μαζί με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο και τον Σπύρο Μελά θεωρούνται οι αξιολογότεροι θεατρικοί συγγραφείς του πρώτου μισού του 20ου αιώνα.

Έχει γράψει πάνω από 30 θεατρικά έργα – αν και δεν σώζονται παρά μόνο 12 πολύπρακτα και 4 μονόπρακτά του- γνωστότερα των οποίων είναι «Οι Πετροχάρηδες», «Το φιντανάκι», «Το Μελτεμάκι», «Ο Σέντζας», έργα τα οποία παίζονται και μέχρι σήμερα. Τα έργα του ανέβασαν οι σημαντικότεροι θίασοι και ηθοποιοί, όπως ο Βασίλης Αργυρόπουλος, ο Αιμίλιος Βεάκης, η Μαρίκα Κοτοπούλη και φυσικά η Κυβέλη, με την οποία τους συνέδεε και βαθιά πολύχρονη φιλία.
Συνεργάστηκε επίσης με τις μεγαλύτερες ελληνικές εφημερίδες της εποχής του σαν χρονογράφος, και σποραδικά σαν θεατρικός κριτικός.

Παντελής Χορν (1881-1941)
Ο Παντελής Χορν.

Τα σωζόμενα έργα του, συγκεντρώθηκαν σε πέντε τόμους και εκδόθηκαν από το ίδρυμα “Γουλανδρή-Χορν”.
Ήταν πατέρας του εκδότη Γιάννη Χορν και του ηθοποιού Δημήτρη Χορν.

Ο Παντελής Χορν γεννήθηκε την 01 Ιανουαρίου του 1881 στην Τεργέστη της Ιταλίας από τον Γερμανοεβραϊκής καταγωγής χρηματιστή Δημήτριο Χορν  και την Σταματίνα Κουντουριώτη της γνωστής εφοπλιστικής οικογενείας της Ύδρας. Ήταν δηλαδή εγγονός του Λάζαρου Κουντουριώτη και ανιψιός του Παύλου Κουντουριώτη του πρώτου Προέδρου της πρώτης ελληνικής Δημοκρατίας.

Είχε επίσης έναν αδερφό, τον Λάζαρο Χορν. Η οικογένεια εγκαθίσταται οριστικά στην Ελλάδα το 1888 (ή 1889).
Ακολουθώντας την ναυτική παράδοση της μητρικής οικογένειας, τον Οκτώβρη του 1895 εγγράφεται στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Το 1899 αποφοιτά από την σχολή με τον βαθμό του Σημαιοφόρου. Υπηρετεί στο εύδρομο «Ναύαρχος Μιαούλης» ενώ, το 1900 υπηρετεί στα θωρηκτά «Σπέτσαι» και «Ψαρά». Από το 1901 μέχρι το 1907 που τοποθετείται στο Κεντρικό Προγυμναστήριο του Πόρου, υπηρετεί στους ατμομυοδρόμωνες «Αλφειό», «Ευρώτα» και «Πηνειό», στην ατμοημιολία «Αφρόεσσα» και στα θωρηκτά «Ύδρα» και «Σπέτσαι». Το 1905 προάγεται σε Ανθυποπλοίαρχο.

Ωστόσο αυτό που αγαπούσε να κάνει ήταν άλλο.
Γράφει ο ίδιος χαρακτηριστικά :Εκεί λοιπόν που λαχταρούσα την αγκαλιά της Μελπομένης, ο Ποσειδών με κρατούσε αιχμάλωτο και δεν με άφηνε να κάνω βήμα. Όργωνα τη θάλασσα με τον “Πηνειό” και μέσα στις τρικυμίες της συλλογιζόμουν την «Τρικυμία» του Σαίξπηρ. Ήρθαν στιγμές που απογοητεύτηκα. Ήθελα την ελευθερία μου. Ξαπλωμένος στην κουκέτα μου, ονειρευόμουν θεατρικά παρασκήνια.

Το 1905, σε ηλικία 24 ετών, ο Παντελής Χορν αρχίζει να συνεργάζεται με το φιλολογικό περιοδικό «Ο Νουμάς». Εδώ θα γράψει μια παρουσίαση στο έργο του Ίψεν «Η κυρά της θάλασσας», ενόψει του ανεβάσματός του από τον θίασο του Θωμά Οικονόμου, και θα δημοσιεύσει και τα δύο πρώτα θεατρικά του έργα, τον «Ξένο» και «Το Ανεχτίμητο»
«Ο Ξένος» είναι ένα σύντομο (μονόπρακτο) συμβολικό δράμα γραμμένο στη δημοτική, το οποίο δεν έχει παιχτεί ποτέ.

«Το Ανεχτίμητο» – πάνω στο μύθο του Γεφυριού της Άρταςτο οποίο πρωτο-εκδόθηκε από τις εκδόσεις του Νουμά, – αφιερωμένο στον Ψυχάρη (φανατικός οπαδός του οποίου ήταν ο Χορν)-το φθινόπωρο του 1906, τράβηξε την προσοχή των φιλολογικών κύκλων της εποχής, τόσο με θετικό όσο και με αρνητικό τρόπο. Οι δημοτικιστές το επαινούν, οι καθαρευουσιάνοι, με προεξάρχουσα όλων την εφημερίδα «Αθήναι», του Γεώργιου Πωπ, το κατακεραυνώνουν. «…[έργο] γραμμένον εις την φρικαλεωτέραν δημοτικήν και παρουσιάζον μακράς σκηνάς χυδαιολογικής αισχρολογίας».

Οι κατηγορίες αυτές οδηγουν σε καταγγελία του συγγραφέα στο Υπουργείο Ναυτικών όπου με την κατηγορία της προσβολής των ηθών παραπέμπεται από τον τότε υπουργο Ναυτικών, Κωνσταντίνο Τρικούπη στο Ναυτοδικείο. Τελικά αθώωθηκε και απαλλάχθηκε με βούλευμα. Ούτε αυτό το έργο παραστάθηκε ποτέ.

«Οι Πετροχάρηδες» – θεατρικές αποτυχίες

Το 1908 τον βρίσκει να υπηρετεί στο αντιτορπιλικό «Θύελλα», ενώ τους επόμενους μήνες υπηρετεί στο αντιτορπιλικό «Νίκη» και πάλι στο θωρηκτό «Σπέτσαι». Τον ίδιο χρόνο γράφει την πρώτο του έργο που ανέβηκε στο θέατρο, τους «Πετροχάρηδες», που έγινε μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία. Το έργο, που το υπέγραψε με το ψευδώνυμο «Σ. Χαρλής», ανέβηκε στις 3 και 4 Ιουλίου του 1908 στο θέατρο Συντάγματος, από τον θίασο της Ροζαλίας Νίκα, σε σκηνοθεσία του Θωμά Οικονόμου και με τον Εδμόνδο Φυρστ στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Ύστερα από περίπου σαράντα μέρες, ο Παντελής Χορν θα ανέβει στη σκηνή – διατηρώντας ακόμα το ψεύδωνυμό του- και το επόμενο έργο του, το μονόπρακτο «Το τίμιο σπίτι». Το έργο ανέβηκε στο θέατρο της Νέας Σκηνής στην Ομόνοια, στις 8 Αυγούστου του 1908 με πρωταγωνιστή τον Μήτσο Μυράτ, ενώ βασικό ρόλο κράτησε και η Μαρίκα Κοτοπούλη.
Το έργο ήταν αποτυχία, το θέμα δεν άρεσε στο κοινό που συνήθως παρακολουθούσε τις παραστάσεις της Νέας Σκηνής, και σύμφωνα με τους κριτικούς, το παίξιμο των ηθοποιών ήταν άτονο.

Την 1η Ιουλίου του 1909 ο Παντελής Χορν θα παντρευτεί την Ευτέρπη Αποστολίδου ενώ 20 μέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 20 Ιουλίου του 1909 θα δεί ένα ακόμα έργο του να ανεβαίνει στο θέατρο. Πρόκειται για την «Μελάχρα», δράμα που ανέβηκε για μία μόνο παράσταση από τον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη, με την ίδια στον επώνυμο ρόλο.

Εκείνον τον Αύγουστο του 1909, εκδηλώνεται και το Κίνημα στο Γουδί, από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο. Ο Χορν, φιλικά προσκείμενος στον Σύνδεσμο είχε προσυπογράψει τα πρωτόκολλα τιμής του, αλλά δεν έχουμε πληροφορίες για το αν συμμετείχε έμπρακτα στο Κίνημα. Το 1910 θα προαχθεί σε Υποπλοίαρχο.

Στο θεατρικό σανίδι παρουσιάζεται ο μικρός μονόλογός του «Μες στο σκοτάδι», τον οποίο ερμήνευσε ο Ευτύχιος Βονασέρας, στο θέατρο Πανελλήνιον, στις 31 Ιανουαρίου του 1910. Το 1910 επίσης, ο Χορν συμμετέχει στον «Α’ Αβερώφειο διαγωνισμό» θεατρικών έργων, με το τρίπρακτο δράμα του, «Ο άνθρωπός μας». Το έργο δεν διακρίθηκε στον διαγωνισμό, παρόλα αυτά όμως παραστάθηκε στο θέατρο «Βαριετέ», από τον θίασο Κυβέλης-Σαγιώρ, στις 21 και 22 Ιούνη του 1910. Ούτε εκεί είχε επιτυχία, γι’ αυτό και ο συγγραφέας δεν έκανε κανέναν κόπο να διατηρήσει το κείμενο, και έτσι το έργο έχει κατά το μεγαλύτερο μέρος του χαθεί.

Τον Ιούλιο του ίδιου καλοκαιριού, ο Παντελής Χορν θα δώσει δύο έργα του, στον σχετικά άγνωστο θίασο της εποχής του, της Βασιλείας Στεφάνου, το μονόπρακτο «Η Βασίλω του Χαρεντά», και το τρίπρακτο «Το κρίμα της μάνας», που ο θίασος ανέβασε στις 1 και 2 Ιουλίου στο απόμερο θέατρο «Νεαπόλεως», στην ίδια παράσταση. Ούτε αυτά τα δύο έργα, είχαν καμμιά επιτυχία, αγνοήθηκαν από κοινό και κριτικούς και μάλιστα έχουν και αυτά τα χειρόγραφα χαθεί.

Το 1911 θα γεννηθεί ο πρώτος του γιός, ο Γιάννης. Η υπηρεσία του τον στέλνει εκπαιδευτικό ταξίδι στη Γαλλία, για να ειδικευθεί στις τορπίλες. Θα παραμείνει στο Παρίσι μέχρι το 1912. Εκεί θα έρθει σε επαφή με τον πνευματικό κόσμο της Γαλλίας αλλά και με Έλληνες λογίους και θα αποφασίσει να εγκαταλείψει την στρατιωτική του καριέρα για χάρη της τέχνης. Υποβάλλει αίτηση παραίτησης από το βαθμό και τη θέση του, η οποία γίνεται δεκτή τον Αύγουστο του 1911.

Θα συνεχίσει την παραμονή του στο Παρίσι ενώ τον χειμώνα του ίδιου έτους θα ανεβεί στο Δημοτικό θέατρο του Βόλου, από τον θίασο της Κυβέλης, το τετράπρακτο δράμα του, «Οι νικημένοι». Ύστερα από ένα μήνα περίπου το έργο θα ανέβει και στην Αθήνα, και πάλι από την Κυβέλη, στο Βασιλικό θέατρο. Και αυτό πέρασε απαρατήρητο, και πλέον χαμένο.

Ενώ βρισκόταν στο Παρίσι, στέλνει το καλοκαίρι του 1912, στην συνεργάτιδα κα φίλη του πλέον, Κυβέλη, το μονόπρακτο δράμα του, «Φιορέλα». Με αυτό το έργο συμμετέχει στον «Β’ Αβερώφειο διαγωνισμό», αφού η Κυβέλη το παρουσιάζει στο θέατρο της, στις 12 Αυγούστου.

Στο έργο εμφανίζεται πρώτη φορά, μωρό, η κόρη της Κυβέλης και μετέπειτα ηθοποιός Μιράντα Μυράτ, ενώ πρωταγωνίστρια είναι η Κυβέλη. Το έργο είχε κακή υποδοχή από το κοινό, ενώ άρεσε στους κριτικούς, όμως δεν ξαναπαίχθηκε ποτέ, αφού κα αυτό το κείμενο ήταν χαμένο (το έργο βρέθηκε τελικά γύρω στα 1990, στο αρχείο του Παντελή Χορν, που διατήρησε ο γιός του, Δημήτρης).

Το Σεπτέμβρη του 1912 και όταν βρισκόταν ακόμα στο Παρίσι, ο Παντελής Χορν ανακαλείται στην ενεργό υπηρεσία λόγω της συμμετοχής της Ελλάδας στον Βαλκανικό πόλεμο. Διορίζεται αρχηγός λόχου στο ναυτικό άγημα και τον Οκτώβρη του 1912 κατόπιν διαταγής του αρχηγού του στόλου και θείου του Παύλου Κουντουριώτη καταλαμβάνει την νήσο Ίμβρο, της οποίας γίνεται διοικητής για λίγο καιρό. Για τις εξαιρετικές υπηρεσίες που προσέφερε, τον Ιούνιο του 1913 θα προβιβαστεί σε Πλωτάρχη.

Την ίδια χρονιά, το 1913, θα γεννηθεί το δεύτερο παιδί του, η κόρη του Ματίνα. Δυστυχώς, σε έξι χρόνια, το 1919, το μικρό κορίτσι θα πεθάνει.

Με το τέλος των Βαλκανικών πολέμων το 1913, επανέρχεται σε κατάσταση εφεδρείας.
Το 1915 ο Παντελής Χορν θα εγκαινιάσει την συνεργασία του με τις εφημερίδες, δημοσιεύοντας στο «Έθνος».
Τρία έργα του θα δουν το φώς της σκηνής αυτήν τη χρονιά: Η «Παναγία η κατηφορίτισσα»– τρίπρακτο δράμα – πού παίχτηκε στο θέατρο Κοτοπούλη από τις 22 έως τις 26 Απρίλη του 1915, γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία. Στο έργο πρωταγωνίστησαν ο Αιμίλιος Βεάκης και η Μαρίκα Κοτοπούλη. Το έργο που ήταν η συμμετοχή του Χορν στον «Γ’ Αβερώφειο διαγωνισμό», και που κριτικοί και κοινό βρήκαν εξαιρετικό, δεν σώζεται.

Επόμενο, οι «Φλόγες», πατριωτικό δράμα τριών πράξεων, που ανεβαίνει από τις 23 ως τις 27 Μάη του 1915 στο θέατρο Συντάγματος από τον θίασο Ροζάν-Γαβριηλίδη-Ιακωβίδη. Στο έργο πρωταγωνιστούσαν η Μερόπη Ροζάν, ο Περικλής Γαβριηλίδης και άλλοι (άγνωστοι σήμερα) ηθοποιοί. Και αυτό το κείμενο έχει χαθεί. Και τελευταίο για το 1915, «Η κερένια κούκλα». Το έργο αποτελεί τη θεατρική διασκευή του γνωστού ομώνυμου μυθιστορήματος -«Η κερένια κούκλα» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, πνευματική φυσιογνωμία που ο Χορν θαύμαζε απεριόριστα.

Ανέβηκε στις 14 και 15 Ιούλη του 1915 από τον θίασο της Κυβέλης, και ήταν το καλλιτεχνικό γεγονός της χρονιάς. Τους πρωταγωνιστικούς ρόλους κρατούσαν η Κυβέλη, η Βάσω Δημοπούλου και ο Νικόλαος Ροζάν.

Το 1915, ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά για τον συγγραφέα, θα γράψει επίσης το τρίπρακτο δράμα «Η πλημμύρα». Το έργο δεν παίχτηκε ποτέ και μάλιστα ήταν άγνωστο μέχρι τη δεκαετία του 1990.
Το φθινόπωρο του 1915, με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, ανακαλείται και πάλι στην ενέργεια. Θα τοποθετηθεί στην Διοίκηση Άμυνας του Σαρωνικού.

Το επόμενο φθινόπωρο, του 1916 ο Παντελής Χορν προσχωρεί στο στρατιωτικό-πολιτικό κίνημα της «Έθνικής Άμυνας» του Ελευθερίου Βενιζέλου και τον Νοέμβρη του ίδιου χρόνου, διορίζεται από την προσωρινή κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης, επιθεωρητής του λιμανιού της Χίου και επικεφαλής της ναυτικής άμυνας του νησιού. Εκεί θα γνωριστεί με τον Νικόλαο Πλαστήρα και τον Γεώργιο Παπανδρέου.

Για τον Νικόλαο Πλαστήρα ειδικά, έτρεφε μεγάλο θαυμασμό. Θα γράψει γι’αυτόν το 1922:«…Ένας ημίθεος σαν εκείνους της Ομηρικής εποποϊας. Έτσι γεννήθηκε εκείνος, που δίπλα σε έναν άλλο, που ήξερε πως να πνίξει, για κάμποσο τουλάχιστον καιρό, μέσα στο Ρωμιό το λογά και τον συμφεροντολόγο, οδήγησε μαζί με τους άλλους ήρωας συντρόφους του τον Ελληνικό λαό στην εκπλήρωση των προαιώνιων πόθων του.»
Την ίδια χρονιά θα κάνει την εμφάνισή του και σαν ποιητής: θα δημοσιεύσει 4 ποιήματά του, στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Αρμονία».

Τον Σεπτέμβρη του 1917 θα παιχτεί από την Κυβέλη το τρίπρακτο δράμα του, το «Μαύρο Καράβι». Πρωταγωνιστούσαν εκτός από την Κυβέλη, ο Αιμίλιος Βεάκης αλλά και -σε μια από τις σπάνιες εμφανίσεις του- και ο Θωμάς Οικονόμου, που είχε αναλάβει και την σκηνοθεσία της παράστασης. Το έργο παίχτηκε μόνο 3 φορές και από τότε ξεχάστηκε. Ακόμα ένα κείμενο που έχει χαθεί.
Τον Μάη του 1918 προάγεται -κατ’ εκλογήν- σε Αντιπλοίαρχο και τοποθετείται τμηματάρχης προσωπικού στο Υπουργείο των Ναυτικών.

Τον Ιούλιο, ένα ακόμη χαμένο σήμερα, τρίπρακτο δράμα του ανεβαίνει στη σκηνή και πάλι από την Κυβέλη. Πρόκειται για την Ανατολίτισσα, η πρεμιέρα της οποίας έγινε παρουσία του πρωθυπουργού Βενιζέλου, του Παύλου Κουντουριώτη και πολλών υπουργών. Το έργο θεωρήθηκε παταγώδη αποτυχία, και οι κριτικοί με προεξάρχοντα τον Φώτο Πολίτη, τον κατακεραύνωσαν.
Το 1919 μετατάσσεται στο νεοσύστατο Λιμενικό Σώμα, με τον βαθμό του Επιλιμενάρχη Β’ τάξεως και τοποθετείται Επιθεωρητής των Λιμενικών Αρχών. Ένα χρόνο αργότερα, όμως, το 1920 θα παραιτηθεί εκ νέου.

«Το φιντανάκι» – θεατρικές επιτυχίες

Το 1921 χρονιά που γεννήθηκε ο δεύτερος γιός του ο Δημήτρης Χορν και αφού προηγήθηκαν 10 (από άποψη αποδοχής) αποτυχίες , έρχεται η δεύτερη -μετά τους «Πετροχάρηδες»- διαχρονική επιτυχία του. «Το φιντανάκι», αθηναϊκή ηθογραφία 3 πράξεων, ανεβαίνει από το θίασο της Κυβέλης, (χωρίς όμως να παίξει εκείνη), τον Σεπτέμβρη του 1921. Πρωταγωνιστούσαν ο Αιμίλιος Βεάκης και η Σαπφώ Αλκαίου.

Το έργο γνώρισε αμέσως και απο το κοινό και από τους κριτικούς θερμή υποδοχή. Βραβεύτηκε μάλιστα στον Αβέρωφειο διαγωνισμό του 1922. Το θεατρικό έργο το διασκεύασε αργότερα ο συγγραφέας του, σε μυθιστόρημα, το οποίο δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Ελεύθερο Βήμα», τον χειμώνα του ίδιου χρόνου.

Το 1922 ανακαλείται από τον Νικόλαο Πλαστήρα και τοποθετείται στην παλαιά του θέση, Επιθεωρητής των Λιμενικών Αρχών, θέση στην οποία θα παραμείνει μέχρι την οριστική αποστράτευσή του. Εγκαινιάζει τη συνεργασία του με την εφημερίδα «Ελεύθερο Βήμα» υπογράφοντας τη στήλη του με το ψευδώνυμο «Μώμος» και τον Αύγουστο του 1922 η Μαρίκα Κοτοπούλη ανεβάζει στο θέατρό της, την επόμενη αθηναϊκή ηθογραφία του, τη «Σταχτομπούτα». Το έργο έχει μια κάποια επιτυχία, όχι όμως αντίστοιχη του «Φυντανακίου». Και αυτό ανήκει στα χαμένα.

Στις 17 Σεπτέμβρη 1923 η Κυβέλη θα ανεβάσει το δίπρακτο δράμα του «Η Νταλμανοπούλα», έργο που θα γνωρίσει και αυτό την επιτυχία. Τον Νοέμβρη ο Χορν, βραβεύεται με το «Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών» για την προσφορά του στο θέατρο. Τον Αύγουστο του 1924 η Κυβέλη θα ανεβάσει στο θεάτρό της, ακόμα μια αθηναϊκή ηθογραφία του, τις «Γειτόνισσες». Η Σαπφώ Αλκαίου στο ρόλο μια λαϊκής γυναικούλας έδωσε μια εξαιρετική ερμηνεία, -ήταν ένας προσωπικός της θρίαμβος- το έργο άρεσε στο κοινό, αλλά δίχασε τους κριτικούς. Το 1925 είναι ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά για τον Χορν. Θα παιχτούν δύο έργα του,τα οποία θεωρούνται από τα καλύτερά του.

Πρώτο ανέβηκε η κωμωδία του, «Ο Σέντζας», τον Μάη του 1925, στο θέατρο «Κεντρικόν», από τον θίασο Αιμ. Βεάκη – Χρ. Νέζερ. Και ο «Ο Σέντζας», λόγω του τολμηρού για την εποχή του θέματος προκάλεσε δυσμενή σχόλια στον ημερήσιο Τύπο. Οι κριτικοί – με εξαίρεση τον Άλκη Θρύλο και τον Κωστή Μπαστιά, που θεώρησαν το έργο ένα από τα καλύτερα του συγγραφέα – το καταδίκασαν. Το έργο δεν ξαναπαρουσιάστηκε γιατί και αυτό το χειρόγραφο θεωρούνταν χαμένο. Το ανακάλυψε και αυτό μαζί με τα υπόλοιπα η επιμελήτρια των «Απάντων» του Χορν, Έφη Βαφειάδη. Το έργο ύστερα από 77 ολόκληρα χρόνια, ανέβηκε από την «Νέα Σκηνή» του Εθνικού θεάτρου το 2002, σε σκηνοθεσία του Κώστα Τσιάνου, και με πρωταγωνιστές τον Τάκη Χρυσικάκο και τον Τάσο Πεζιρκιανίδη.

Δεύτερο έργο εκείνου του χρόνου, που ανέβηκε τον Ιούλη από την Μαρίκα Κοτοπούλη – με έναν ρόλο να κρατά και η νεαρή τότε Γεωργία Βασιλειάδου, «Η Φλαντρώ», «τραγωδία του πόθου», όπως την ονόμασε ο συγγραφέας. Οι κριτικοί, με επικεφαλής τον Φώτο Πολίτη, το καταδίκασαν και αυτό. Ωστόσο το έργο άντεξε στο χρόνο, θεωρείται από τα αρτιότερα του τεχνικά και το θέμα του (το ερωτικό ένστικτο και η ορμή του) σήμερα δεν ξενίζει κανέναν.

Το 1926 ο Παντελής Χορν γράφει τη μονόπρακτη κωμωδία «Στη λαύρα του μεσημεριού» -και αυτό χαμένο σήμερα- το οποίο παίζεται τον Αύγουστο στο θέατρο Κοτοπούλη από τον θίασο της Τασίας Κύρου. Τον Δεκέμβρη του 1926 η Μαρίκα Κοτοπούλη ανεβάζει τη δίπρακτη νησιώτικη ηθογραφία του «Στο Πανηγύρι» – και αυτό χαμένο-. Στο έργο έπαιζε έναν από τους πρώτους ρόλους του ο Αλέξης Μινωτής. Το έργο άρεσε σε κοινό και κριτικούς.

Το 1926 επίσης, αποστρατεύεται με τον βαθμό του Υποναυάρχου.
Το 1927 και συγκεκριμένα τον Ιούλιο ανεβαίνει από τον θίασο του Βασίλη Αργυρόπουλου η κωμωδία του «Η Ψωροκώσταινα». Το έργο άρεσε στο κοινό, ήταν εισπρακτική επιτυχία, ενώ οι θεατρικοί κριτικοί το βρήκαν μέτριο.

«Το Μελτεμάκι» – Προς το τέλος

«Το Μελτεμάκι» είναι η πιο γνωστή κωμωδία του Χορν, ένα έργο-βάση των δραματολογίων των ελληνικών θιάσων γι’ αυτό και έχει παρουσιαστεί στη σκηνή πάμπολλες φορές. Η πρώτη παράσταση ωστόσο, δόθηκε από τον θίασο της Κυβέλης, τον Οκτώβρη του 1927, με πρωταγωνίστρια την κόρη της Κυβέλης, Αλίκη. Το έργο έγινε μεγάλη επιτυχία αφού άρεσε ομόφωνα αυτή τη φορά και στο κοινό και στους κριτικούς.

Δυο χρόνια μετά, το θεατρικό κείμενο δημοσιεύτηκε στην Νέα Εστία.
Τον Απρίλη του 1928 δόθηκαν τρεις μόνο παραστάσεις του έργου του «Σκραπ» και πάλι από τον θίασο της Κυβέλης. Το έργο όμως ήταν αποτυχία, δεν άρεσε ούτε στην κριτική ούτε και στο κοινό, και το κείμενο έχει και αυτό χαθεί. Τον Ιούνιο του 1928 ο Χορν θα δώσει την κομεντί του, «Γυναίκα-θάλασσα» στον θίασο «Καλλιτεχνική Ένωση» με πρωταγωνίστρια την Ελένη Παπαδάκη, και τον Χορν και υποδύεται και αυτός ένα από τα πρόσωπα του έργου, παρότι ο ίδιος παραδέχτηκε “…ότι αυτό ήταν ασέβεια για την τέχνη του ηθοποιού.”Από το έργο αυτό, σώζονται σήμερα μόνο αποσπάσματα.

Το 1929 ο Χορν θα ταράξει και πάλι τα νερά της ηθικής τάξης. Ο θίασος του Βασίλη Αργυρόπουλου ανεβάζει τον Ιούλη, το σατιρικό έργο «Σιγανοπαπαδιές». Το έργο κατέβηκε ύστερα από τρεις παραστάσεις με εντολή της Αστυνομίας γιατί προσέβαλε τον κλήρο και τη θρησκεία. Ύστερα από τη γνωμοδότηση της επιτροπής που σχηματίστηκε για να εγκρίνει ή όχι την συνέχιση των παραστάσεων, μέλος της οποίας ήταν και ο πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων Νικόλαος Λάσκαρης, αποφασίστηκε να συνεχιστούν οι παραστάσεις αφού αναγραφεί ότι το έργο είναι ακατάλληλο για ανηλίκους και αφού αφαιρεθούν ορισμένες σκηνές.

Όλα αυτά δεν είχαν σαν αποτέλεσμα παρά το έργο να γίνει επιτυχία, εισπρακτική κυρίως. Και αυτό το κείμενο δυστυχώς έχει χαθεί. Τον Οκτώβριο του 1929 – το χαμένο σήμερα έργο του – «Ο Σταθμός» ανεβαίνει για 4 μόλις παραστάσεις από τον θίασο της Κυβέλης. Οι σκηνογραφίες ήταν του πρωτοεμφανιζόμενου τότε σκηνογράφου Κλεόβουλου Κλώνη. Η παράσταση επαινέθηκε από την κριτική όχι όμως και από το κοινό.

Την ίδια χρονιά ο Παντελής Χορν συνεργάζεται με την εφημερίδα «Εσπερινή», συνεργασία που κρατάει μέχρι το 1931, που αρχίζει την συνεργασία του με την εφημερίδα «Βραδυνή» -χρονογράφος της στήλης «Λογικά και Παράλογα», η οποία θα διαρκέσει μέχρι και το 1937. Το 1931 η θεατρική παραγωγή του θα περιοριστεί μόνο σε δύο μονόπρακτα. Το πρώτο που γράφτηκε σε συνεργασία με τον Δημήτρη Ευαγγελίδη -η μόνη συνεργασία του Χορν- έχει τίτλο «Ο κ. Πρόξενος» και παρουσιάστηκε τον Ιούνιο του 1931, από τον «Θίασο των Νέων Καλλιτεχνών», του Δημήτρη Ιωαννόπουλου. Το δεύτερο μονόπρακτο η «Εύα» δεν ανέβηκε ποτέ στη σκηνή, παρά μόνο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μπουκέτο, την χρονιά που ο Χορν έγραφε για το περιοδικό την αυτοβιογραφία του, με τίτλο «Ανεμομαζώματα».

Το 1934 θα γράψει το έργο «Δεν αγαπάμε τον ίδιον». Το έργο είχε την τύχη να ανεβεί, τον Αύγουστο του 1931, από τον θίασο Κυβέλης – Μαρίκας, σε μια σπάνια από κοινού παράστασή τους. Εκτός από τις δύο πρωταγωνίστριες που ερμήνευαν τους βασικούς ρόλους, στο έργο εμφανίστηκαν επίσης οι νεαροί τότε Γιώργος Παππάς και Βασίλης Λογοθετίδης. Η κριτική ομόφωνα, το βρήκε κακό. Το 1936 , χρονιά που θα συνεργαστεί και με την εφημερίδα «Ελεύθερη Γνώμη», ο Χορν γράφει την τελευταία κωμωδία του, «Τα τσαλιμάκια».

Το έργο ανέβηκε (δυο βδομάδες μετά την άνοδο του Μεταξά στην εξουσία) στο θέατρο Αλίκης, από τον θίασο Αλίκης – Μουσούρη – Νέζερ. Στο έργο θα παίξουν επίσης η Μαρίκα Νέζερ και η Ντόρα Βολανάκη. Ούτε αυτό το χειρόγραφο σώζεται, επομένως το έργο δεν επαναλήφθηκε ποτέ.

Το 1937 θα δεί για τελευταία χρονιά, έργο του να ανεβαίνει στη σκηνή. Πρόκεται για το μέχρι πρότινος χαμένο δράμα του «Ζωή και Παραμύθι» που ανέβασε ο θίασος της Κατερίνας Ανδρεάδη.
Τα υπόλοιπα χρόνια θα τα περάσει γράφοντας μόνο στις εφημερίδες, με τελευταία συνεργασία στο «Ελεύθερο Μέλλον».

Ο Παντελής Χορν πέθανε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου του 1941, χτυπημένος από καρκίνο.

ΈτοςΠαράστασηΘιάσος
1920/1921Το ΦιντανάκιΘίασος Κυβέλης
1930/1931Ο μονομάχοςΝέοι Καλλιτέχναι
1948/1949Το ΦιντανάκιΕθνικό Θέατρο Ελλάδας
1949/1950Το ΦιντανάκιΕθνικό Θέατρο Ελλάδας
1970/1971Το φιντανάκιΟργανισμός Κρατικών Θεάτρων Ελλάδος – Κινητή Μονάδα
1970/1971Το φιντανάκιΕθνικό Θέατρο Ελλάδας
1988/1989Το ΦιντανάκιΘέατρο Τέχνης “Κάρολος Κουν”
1999/2000Το μελτεμάκιΔημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Βορείου Αιγαίου
1999/2000Το μελτεμάκιΔημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Αγρινίου
2001/2002Το ΦιντανάκιΔημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Ιωαννίνων
2001/2002Το ΦιντανάκιΔημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Ιωαννίνων
2007/2008Το μελτεμάκιΘεατρικές Επιχειρήσεις Νινέττα και Γιώργος Λεμπέσης
2010/2011Το μελτεμάκιΔημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Λάρισας
2017/2018Το ΦιντανάκιΕθνικό Θέατρο Ελλάδας
Advertisement

10 πράγματα που πρέπει να έχετε δει στην Αθήνα

10 pragmata pou tha eprepe na exete dei
10 pragmata pou tha eprepe na exete dei

Όλα εκείνα τα πράγματα που κάνουν την Αθήνα αυτό που είναι: Μια εξωστρεφής, φασαριόζικη, ενδιαφέρουσα και απρόβλεπτη ανατολικοδυτική πόλη…

Κάθε πόλη έχει τα ορόσημά της. Κι αυτά δεν είναι απαραιτήτως τα πιο εμβληματικά/ ιστορικά/ αρχαία της κτίρια. Εντάξει, είναι κι αυτά. Είναι, όμως και όλα εκείνα τα υλικά ή άυλα που κουβαλούν την αύρα της, που αποτυπώνουν την διάθεσή της, που αντικατοπτρίζουν τον αέρα, την κουλτούρα και τις τάσεις της. Αυτά είναι που «πρέπει» να έχετε δει σε κάθε πόλη. Κι αυτά που ακολουθούν είναι τα δέκα πιο αθηναϊκά πράγματα της Αθήνας.

Η Ακρόπολη

Και όχι «τότε που πήγατε με το σχολείο». Η εμπειρία της Ακρόπολης είναι συγκλονιστική μόνο για τις ηλικίες που μπορούν να την καταλάβουν –να εκτιμήσουν, ας πούμε, το αρχιτεκτονικό θαύμα του Παρθενώνα, που χτίστηκε σε κάτι λιγότερο από μια δεκαετία (κι εμείς έχουμε χρειαστεί τέσσερις για να τον αναστηλώσουμε), ή να προσπαθήσουν να συλλάβουν πόσα χρόνια πριν καθόταν κόσμος και παρακολουθούσε παραστάσεις στις μαρμάρινες παραστάσεις του Θεάτρου του Διονύσου.

Το παζάρι στο Μοναστηράκι

Το παζάρι της Πλατείας Αβησσυνίας, πιο σωστά: Το γνωστό και ως Γιουσουρούμ, αυτό που στήνεται κάθε Κυριακή στην πλατεία από τους παλαιοπώληδες, πλημμυρίζοντάς την κόσμο που βολτάρει παρέα με συλλέκτες και retro-maniacs που διαλέγουν μαύρα τηλέφωνα με καντράν ή αναζητούν ένα αυθεντικό juke box. Στους πάγκους του, πορσελάνες συναντούν υαλοδημιουργίες και μπρούτζινες οικοσκευές, τρομπέτες και σαξόφωνα στέκονται καμαρωτά δίπλα στην κορνιζαρισμένη βασιλική οικογένεια, κι αυτή η τελευταία με τη σειρά της συντροφεύει το πόστερ με τον Φοίνικα που γράφει «Ζήτω η 21η Απριλίου». Ένας αιώνας ιστορίας και παραλογισμού, στριμωγμένος σε μια διακοσαριά τετραγωνικά.

Το Εθνικό Θέατρο

Το μεγαλειώδες κτίριο που σχεδίασε ο Τσίλλερ στην Αγίου Κωνσταντίνου έχει γίνει το σκηνικό για μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες αθηναϊκές ιστορίες.
Ακόμα κι έτσι όμως να μην ήταν, η κεντρική του σκηνή είναι μια από τις ομορφότερες σκηνές θεάτρων στην Ευρώπη, και –στις περισσότερες τουλάχιστον περιπτώσεις– οι παραστάσεις που φιλοξενεί είναι ενδιαφέρουσες και καλοδουλεμένες.

Τα Αναφιώτικα

Η απόλυτα κυκλαδίτικη γωνιά της Αθήνας είναι ίσως η μοναδική αθηναϊκή γειτονιά που είναι ομορφότερη από την Πλάκα. Τα ολόλευκα ασβεστωμένα σπιτάκια των μαστόρων από την Ανάφη που χτίστηκαν κρυφά κάτω από το βράχο της Ακρόπολης όταν το παλάτι του Όθωνα –η σημερινή Βουλή– ήταν ακόμα στα… μπετά, είναι σήμερα η πιο γαλήνια, η πιο ρομαντική, η πιο «αλλού» βόλτα της Αθήνας.

Ο Εθνικός Κήπος
Όσους μας λένε –κατά κανόνα σε γκρινιάρικο τόνο– πως η Αθήνα δεν έχει χώρους πρασίνου, τους παίρνουμε από το χέρι και τους πηγαίνουμε μια βόλτα στα 155 υπέροχα, καταπράσινα στρέμματα του Εθνικού Κήπου.
Η Αιόλου
Ένας από τους δύο πρώτους δρόμους που χαράχτηκαν όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, διατρέχει περί τους είκοσι αιώνες ιστορίας από τη μια άκρη της στην άλλη: Ξεκινά από το Ρολόι του Κυρρήστου, στην άκρη της ρωμαϊκής αγοράς, και καταλήγει στα Χαυτεία της Ομόνοιας, έχοντας περάσει μπροστά από ιστορικές εκκλησίες, trendy πλατείες, ένα ολόφωτο δημαρχείο και τα απομεινάρια των αρχαίων τειχών του Θεμιστοκλή. Όχι κι άσχημα για έναν και μόνο δρόμο, έτσι;
Το Γκάζι την ημέρα
Ξεχάστε την κοσμοσυρροή, τα αντιαισθητικά ντεσιμπέλ και τη mainstream κατρακύλα του. Το Γκάζι την ημέρα είναι μια εντελώς διαφορετική γειτονιά, απόλυτα ήσυχη κι απόλυτα γήινη, γεμάτη παιδάκια που παίζουν στους δρόμους και γειτόνισσες που πιάνουν κουβέντα από τις πλαστικές καρέκλες έξω από τις πόρτες τους.
Και πλάι σε όλα αυτά, το αλλοτινό εργοστάσιο του γκαζιού, που χάρισε στην περιοχή το όνομά του, είναι ένα από τα σπουδαιότερα βιομηχανικά μνημεία της Αθήνας –και φιλοξενεί ένα επεξηγηματικότατο μουσείο που εξιστορεί πώς ήταν η μεγάλη μικρή μας πόλη πριν τον ηλεκτρισμό.
Το Γιασεμί
Δεν υπάρχει μάλλον πιο αγαπημένη αθηναϊκή εικόνα (τουλάχιστον αν ρωτήσετε τα social media) από τα σκαλάκια του Γιασεμί στην πλακιώτικη Μνησικλέους πλημμυρισμένα κόσμο ένα ηλιόλουστο κυριακάτικο μεσημέρι. Μόνο ελάτε οπλισμένοι με υπομονή, γιατί είναι πολλοί που το πιστεύουν αυτό, οπότε ενδέχεται να δυσκολευτείτε λιγάκι να βρείτε τραπέζι.
 
Η παραλιακή περαντζάδα
Είναι ελάχιστες οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που βρέχονται από θάλασσα. Ακόμα πιο ελάχιστες είναι οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που βρέχονται από… κολυμπήσιμη θάλασσα. Γι’ αυτό η αθηναϊκή ριβιέρα, που «πιάνει» από Φάληρο μέχρι Γλυφάδα είναι ένα από τα πιο «οπωσδήποτε» σημεία για τις αθηναϊκές σας βόλτες. Έξτρα πόντοι, αν την κάνετε με ποδήλατο ένα λίγο γκριζωπό φθινοπωρινό απόγευμα. Και πριν αρχίσετε την γκρίνια, να θυμίσουμε ότι το ποδήλατό σας κατεβαίνει άνετα μέχρι το Φάληρο με τον ηλεκτρικό.
 
Οι στοές της
Η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική τους. Ο ατμοσφαιρικός (έως ελλιπής σε ορισμένες περιπτώσεις) φωτισμός τους. Η ρετρό αισθητική τους. Το άρωμα παλιάς Αθήνας που αποπνέουν σχεδόν όλες. Η απόδειξη πως η εν Ελλάδι αρχιτεκτονική δημιουργία δεν πέθανε μαζί με τον Περικλή. Οι λόγοι για τους οποίους οι αθηναϊκές στοές ασκούν στους περισσότερους εξ ημών μια κάποια γοητεία είναι πολλοί –και διαφορετικοί για τον καθένα.
Advertisement

Όταν ο Παπαμιχάηλ εκτέλεσε για εσχάτη προδοσία τον Καλογήρου

mantalena 1
mantalena 1

Κατά την διάρκεια των γυρισμάτων μίας ελληνικής ταινίας, τα «αλαλούμ» έδιναν και έπαιρναν. Τα σκάρωναν μεταξύ τους οι ηθοποιοί, το συνεργείο για να περάσει η ώρα.

Στην Αντίπαρο λοιπόν, όταν γυριζόταν η ταινία «Μανταλένα» το 1960, ένα βράδυ μετά το τέλος του γυρίσματος, ο σκηνοθέτης Ντίνος Δημόπουλος αποφάσισε να κάνει πλάκα στον ευγενικό, πρόθυμο και πλακατζή από πεποίθηση, Σπύρο Καλογήρου.

-Τον δικάζουμε επί εσχάτη προδοσία; Πρότεινε…

-Γιατί ρε παιδιά, είπε ο Καλογήρου, μπαίνοντας αμέσως στο κόλπο. Τι πρόδωσα;

-Την Τέχνη, είπε η Βουγιουκλάκη. -Ποια τέχνη ρε; Τέχνη είναι αυτό που κάνετε;

-Αυτό που κάνω εγώ είναι τέχνη, είπε με ύφος ο Βέγγος. Αυτό που κάνεις εσύ είναι έγκλημα.

-Και θα τιμωρηθείς γι αυτό, είπε αυστηρά ο Παπαμιχαήλ.

Το «Στρατοδικείο» στήθηκε έξω από το ταπεινό νεκροταφείο του νησιού. Πρόεδρος ήταν ο Μορίδης, στρατοδίκες ο Ζερβός και ο Διανέλλος, χωροφύλακας ο Βέγγος, εισαγγελέας ο Παπαμιχαήλ, κατηγορούμενος ο Καλογήρου και αυτόκλητη «σύζυγός» του η Καίτη Λαμπροπούλου.

«Πυρ!!!» είπε ο Παπαμιχαήλ…

Μπαμ… μπουμ τα τουφέκια κι ο δυστυχής Καλογήρου να πέφτει νεκρός, ενώ η «σύζυγος-χήρα» Καίτη Λαμπροπούλου να ρίχνεται πάνω του και να σκούζει…

«Άντρα μου, λεβέντη μου. Σ’ έφαγαν τα σκυλιά!». Οι δυο αγαθοί νησιώτες δεν άντεξαν. Βίτσισαν τα μουλάρια τους φωνάζοντας: «Πάμε Γιακουμή! Θα μας ξεκάνουν κι εμάς». Το άλλο πρωί, ο Νωματάρχης του Σταθμού Χωροφυλακής χτύπαγε την πόρτα του σκηνοθέτη Ντίνου Δημόπουλου και του έδειξε… ένταλμα σύλληψης!…

Advertisement

Κοινωνία ώρα μηδέν 1966-1967

koinonia ora miden13 e1482319483356
koinonia ora miden13 e1482319483356

Η ταινία, “Κοινωνία ώρα μηδέν” προβλήθηκε τη σαιζόν 1966-1967 και έκοψε 596.289 εισιτήρια. Ήρθε στην 2η θέση σε 117 ταινίες.

-Πρόκεται για μια από τις καλύτερες ταινίες του Νίκου Κούρκουλου, σε έναν ακόμη δυναμικό ρόλο, στηριζόμενος στο μοναδικό σενάριο του Νίκου Φώσκολου.

Κοινωνία ώρα μηδέν
Σκηνή από την ταινία, “Κοινωνία ώρα μηδέν”.

-Εξαιρετική δουλειά σε αυτή την ταινία κάνει και ο μακιγιέρ Νίκος Ξεπαπαδάκος, ο οποίος με τα σχεδόν πρωτόγονα μέσα που υπήρχαν τότε σε θέματα μακιγιάζ στην Ελλάδα, κατάφερε να δημιουργήσει τα καμένα από την συντριβή του αεροπλάνου θύματα, που βλέπει ο ήρωας σαν εφιάλτη στον ύπνο του.

Νίκος Κούρκουλος είχε θέσει ως όρο να έχει παρτενέρ του στην ταινία την Μαίρη Χρονοπούλου.

Περίληψη της ταινίας, “Κοινωνία ώρα μηδέν”

Ο Άγγελος Μουρούζης έχει αποταχθεί από την Αεροπορία και ως αποτέλεσμα το έχει ρίξει στο ποτό και τη χαρτοπαιξία. Όταν όμως ένα επιβατικό αεροπλάνο συντρίβεται στο έδαφος και από τους επιβάτες δεν διασώζεται παρά μόνο μια γυναίκα, ο αδελφός του Μουρούζη, που είναι αρχηγός της Πολιτικής Αεροπορίας, τον τοποθετεί επικεφαλή της επιτροπής που ερευνά τα αίτια του δυστυχήματος.

Ο σκοπός του αδελφού του είναι πονηρός, μιας και εξυπηρετεί ξένα συμφέροντα και αποσκοπεί να συγκαλύψει τα αίτια του δυστυχήματος. Όμως ο Άγγελος διεξάγει κανονικά τις ανακρίσεις, στην πορεία των οποίων αποδεικνύεται πως το αεροπλάνο δεν πληρούσε τους όρους ασφαλείας.

Advertisement

Ο θρύλος για τον μοναδικό ναό της Θεσσαλονίκης

θρύλος

Οι «κατακόμβες» του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, δίπλα ακριβώς από τον ιερό ναό Αγίας Σοφίας, αποτελεί ένα από τα υπόγεια κομμάτια της πόλης που κρύβουν έναν θρύλο ο οποίος διαδίδεται με το πέρασμα των αιώνων και διατηρείται μέχρι σήμερα.

Μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 1917, το μοναδικό σημείο στην πόλη που έμεινε ανέπαφο, πιστεύεται ότι ήταν ο υπόγειος ναός του Αγίου Ιωάννη. Ο λόγος που πιθανόν συνέβη αυτό, ήταν γιατί στο υπόγειο του ναού, ρέει άφθονο νερό που πιστεύεται ότι είναι αγιασμένο.Ήταν ενωμένος με το υπόγειο «βαπτιστήριο» της Αγίας Σοφίας από το οποίο χωρίστηκε οριστικά το 1922, αλλά και με την κρύπτη του Αγίου Δημητρίου.

Ο θρύλος για τον μοναδικό ναό της Θεσσαλονίκης
Δίπλα ακριβώς από το ναό της Αγίας Σοφίας στη συμβολή των οδών Ικτίνου και Μακένζυ Κινγκ βρίσκεται ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Η γυάλινη κατασκευή βοήθησε ώστε να κλείσει ο χώρος που μέχρι τότε ήταν ανοιχτός

Τόπος μαρτυρίου του Αγίου Δημητρίου; 

Ο αρχιτέκτονας Πέτρος Δεβολής, το 1991 ανέλαβε την αποκατάσταση και ανάδειξη σπάνιων κειμηλίων του ναού. Σε παλαιότερη συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα Μακεδονία τόνισε:
«Έχοντας αναλάβει το 1991 το δύσκολο έργο της συντήρησης και ανάδειξης του ναού και κυρίως της κρύπτης του Αϊ-Γιάννη, διαπίστωσα ότι ο χώρος πληροί όλες τις προϋποθέσεις για να θεωρήσουμε ότι εδώ ήταν ο τόπος μαρτυρίου του Αγίου Δημητρίου. Συγκεκριμένα, η κρύπτη του Αϊ-Γιάννη αρχικά ήταν ρωμαϊκός θερμαντήρας λουτρού. Σε αυτό συνηγορούν και τα ευρήματα που έφερε στο φως  η ανασκαφή του αρχαιολόγου Γ. Βελένη στο οικόπεδο της οδού Απελλού στις αρχές της δεκαετίας του ’80 επισημαίνει.

Ο θρύλος για τον μοναδικό ναό της Θεσσαλονίκης
Λόγω του χαμηλου επιπέδου και του νερού που συνεχίζει να υπάρχει στις κατακόμβες, η συντήρηση του χώρου είναι αρκετά δύσκολη

Κατεβαίνοντας αρκετά μέτρα κάτω από τη γη, στην κατακόμβη του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, εκεί που μέχρι σήμερα αναβλύζει το αγίασμα, διαπιστώνει κανείς ότι ενώ η υγρασία είναι έντονη, τα ειδικά έργα αποστράγγισης που έγιναν κρατούν τα τοιχώματα στεγνά. Για να μπορέσει κανείς να περάσει στους χώρους όπου βρίσκεται το αγίασμα, θα πρέπει να σκύψει αρκετά.

Ο θρύλος για τον μοναδικό ναό της Θεσσαλονίκης
Τα τελευταία 15 χρόνια γίνεται μεγάλη προσπάθεια για την τοποθέτηση ειδικού ανελκυστήρα ο οποίος θα επιτρέπει την πρόσβαση στο ναό κυρίως σε ηλικιωμένους και άτομα με κινητικά προβλήματα. Μέχρι στιγμής οι προσπάθειες παραμένουν άκαρπες

«Είναι προφανές από το σχήμα και το μέγεθος ότι δεν πρόκειται για λατρευτικό χώρο, αλλά για ένα σύστημα αγωγών θέρμανσης νερού» εξηγεί ο αρχιτέκτονας, δείχνοντας τη διαφορά ανάμεσα στη ρωμαϊκή και πρωτοχριστιανική τοιχοποιία:  «Στους δύο μικρούς χώρους φυλακίστηκε και μαρτύρησε ο Άγιος Δημήτριος. Μάλιστα, μια τοιχογραφία του 14ου αιώνα που απεικονίζει τον Άγιο με σγουρά μαλλιά (βοστρύχους) και στην οποία αναγράφεται το όνομά του, υπογραμμίζει το γεγονός. Πρόκειται μια τοιχογραφία με τρεις προηγούμενες επιστρώσεις».

Ο θρύλος για τον μοναδικό ναό της Θεσσαλονίκης
Η είσοδος στις κατακόμβες είναι ελεύθερη για το κοινό, που μπορεί να τις επισκεφθεί τα πρωινά μέχρι και τις 12:30. Κάθε Τρίτη πραγματοποιείται η καθιερωμένη λειτουργία αφιερωμένη στον Ιωάννη τον Πρόδρομο βάσει της λειτουργικής παράδοσης.

«Το εξάγωνο κτίριο που βρίσκεται παραπλεύρως φαίνεται πως χτίστηκε εξαρχής ως χριστιανικό βαπτιστήριο με την κολυμβήθρα στο μέσον. Επρόκειτο για ένα είδος κενοταφίου, που μέσα περιείχε  το αποξηραμένο αίμα του Αγίου Δημητρίου.

Advertisement

Το Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας

to zeimpekiko tis evdokias 1
to zeimpekiko tis evdokias 1

Δύο μερόνυχτα χρειάστηκαν για να γυριστεί η σκηνή της ταινίας  “Ευδοκία” του Αλέξη Δαμιανού, με το περίφημο Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας. Σε ένα ταβερνάκι της  Κάτω Κηφισιάς,  ένας νεαρός λοχίας (Γιώργος Κουτουζής), χορεύει για τα μάτια της Ευδοκίας ζεϊμπέκικο….

Ο ηθοποιός χορεύει το τραγούδι «η άτακτη» του Μάρκου Βαμβακάρη, επειδή ο σκηνοθέτης Αλέξης Δαμιανός δεν είχε βρει ακόμα ποιος θα συνέθετε τη μουσική για την ταινία του. Ο ηθοποιός Χρήστος Ζορμπάς, που έπαιζε στην ταινία το νταβατζή της Ευδοκίας, του μίλησε για έναν νέο  ταλαντούχο συνθέτη που θα το έκανε ευχαρίστως χωρίς να ενδιαφέρεται για παχυλή αμοιβή. Αρχές του καλοκαιριού του 1971, ο Δαμιανός και ο Λοΐζος  δίνουν τα χέρια και ο συνθέτης ξεκινά να γράφει τη μουσική για την ταινία….

Ο Μάνος,  αρχικά έπαιξε τη μελωδία του θρυλικού ζεϊμπέκικου με τον παλιό ρεμπέτη Γιώργο Μουφλουζέλη και τον τζουρά του. Τελικά στην ηχογράφηση πείθει το Θανάση Πολυκανδριώτη να παίξει και αυτός με ένα παλιό τζουρά  και όχι με το μπουζούκι. Έτσι ο ήχος ήταν πιο οξύς και αυθεντικός. Κάποια στιγμή, ο Λοΐζος ζήτησε από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο να βάλει στίχους στο ζεϊμπέκικο.

Ο Παπαδόπουλος απέδειξε πόσο μεγάλος στιχουργός ήταν, όταν αρνήθηκε να γράψει λόγια μαγεμένος από τη μελωδία. Οι στίχοι θα χαλούσαν το υπέροχο τραγούδι, είπε. Ο Μάνος πείστηκε και το Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας έφθασε στο κοινό μόνο με τις νότες που παρέσυραν στο ρυθμό  τους τους πάντες.

Το Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας (Βίντεο)

Advertisement

Μία ματιά και εδώ..

Δήμητρα Δημητριάδου

Κύπρια ηθοποιός με αξιόλογη πορεία σε Ελλάδα και Κύπρο. Γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1941 και σπούδασε στο City Literary Institute του Λονδίνου. Από τους...

Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου: Η ταινία των τριών ωρών

Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου
O Nίκος Ξανθόπουλος συνιστά από μόνος του ένα ξεχωριστό κεφάλαιο για τον ελληνικό κινηματογράφο.Πρωταγωνίστησε σε δεκάδες ταινίες, υποδυόμενος στις περισσότερες από αυτές, το αγνό...