28.3 C
Athens
Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου, 2026

Λαυρέντης Διανέλλος: Η ψυχή του ελληνικού κινηματογράφου

Υπάρχουν ονόματα που δεν χρειάζονται φανφάρες για...

Βαγγέλης Βουλγαρίδης: Ο ευγενικός ζεν πρεμιέ

Τις περισσότερες φορές, ήταν εκείνοι οι δευτεραγωνιστές...
spot_imgspot_img
Blog Σελίδα 221

Οι Κουτσαβάκηδες κι ο Μπαϊρακτάρης

Κουτσαβάκηδες

Αθήνα, 19ος αιώνας, συνοικία του Ψειρή (συναντάται κι ως Ψυρή ή Ψυρρή).

Η συνοικία αυτή έγινε πασίγνωστη, λόγω του ότι, το κυρίαρχο στοιχείο της, ήταν οι Κουτσαβάκηδες, ιδιόρρυθμοι τύποι κακοποιών, που είχαν κυριαρχήσει στην περιοχή αυτή, επί 50 περίπου χρόνια, από τα τελευταία χρόνια του Όθωνος, εώς το τέλος του 19ου αιώνος και είχαν μεταβάλει τον κοσμοβριθή οικισμό του Ψειρή, σε ένα «κράτος εν κράτει».

Το όνομά τους οι Κουτσαβάκηδες, το οφείλουν στον Μήτσο Κουτσαβάκη, έναν δεκανέα του στρατού επί Όθωνος, που είχε γίνει ονομαστός για τα κατορθώματά του ως κακοποιός.

«Κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» αυτού, αναφάνηκαν και πολλοί άλλοι που ήταν ιδιόρρυθμοι και τυποποιημένοι στο ήθος, στην ενδυμασία, στην κόμμωση, ακόμη και στους τρόπους και τις μεθόδους.
Σαν αντάξιοι μιμητές του αρχικού τους προτύπου, επονομάσθηκαν κι αυτοί «Κουτσαβάκηδες», ή «Κούτσαβοι», αλλά παράλληλα και «Παλληκαράδες».

Φορούσαν μαύρο σακάκι, αλλά το φορούσαν μόνο απ’ το αριστερό μανίκι. Είχαν ριγέ χρωματιστό παντελόνι, που ήταν πολύ φαρδύ στα σκέλη, αλλά και πολύ στενό στους αστράγαλους. Στη μέση τους είχαν ζωσμένο ένα πολύ πλατύ και πολύπτυχο ζωνάρι, όπου τοποθετούσαν, τόσο τα όπλα τους (συνήθως κουμπούρες ή φοβερές αμφίστομες κάμες), όσο και τα καπνιστικά τους είδη. Στο κεφάλι φορούσαν μια μαύρη ρεπούμπλικα, με πλατύ όμως πένθος που το αποκαλούσαν «θλίψη» ή «χλίψη».

magkes

Υπετίθετο, ότι το πένθος αυτό το όφειλαν στον ανύπαρκτο θάνατο κάποιου συγγενούς ή στενού φίλου, που κι εκείνος κατά την έκφραση του Θουκυδίδη «εσιδηροφόρει» σαν αυτούς, που ήταν κι εκείνος «μάγκας βαρύς κι ασήκωτος», που φορούσε αναρριχτό σακάκι, αλλά και είχε πέσει νεκρός κατά την εκτέλεση κάποιας γενναίας πράξης, αλυσμόνητο θύμα για στιγμές γεμάτες φιλότιμο.

Αλλά και τα παπούτσια τους ήταν παράδοξα. Ήταν στιβάλια με ψηλό τακούνι, στενά και μυτερά, που έπρεπε να είναι ανορθωμένα μπροστά στην άκρη, σαν ρύγχος. Κι έπρεπε να είναι πολύ τριζάτα.

Τα μαλλιά τους ήταν πλούσια, κατέβαιναν ως τα μάτια, αφημένα με περίτεχνη αμέλεια και ήταν πάντα αλειμμένα με χοιρινό λίπος, που αποτελούσε το κύριο καλλυντικό των τύπων εκείνων.
Τα μουστάκια τους ήταν άφθονα, στριμμένα στις άκρες κι ενώνονταν με τις άλλες τρίχες στα μάγουλα, ενώ δεν διατηρούσαν πραγματικά γένια.

Οι Κουτσαβάκηδες βάδιζαν λικνιστά, με το κεφάλι ελαφρά σκυμμένο προς τα δεξιά και κουνώντας τα χέρια τους. Είχαν σχεδόν πάντα, ύφος βλοσυρό. Κάθε τόσο όμως αναστέναζαν, θέλοντας να δείξουν ότι έκρυβαν στην καρδιά τους κάποιο βαρύ «ντέρτι», δηλαδή στενοχώρια.

Όταν κάθονταν στα καφενεία, έβγαζαν το ένα παπούτσι (πράγμα εύκολο, γιατί τα στιβάλια ήταν με λάστιχο) και τοποθετούσαν έπειτα το γυμνό πόδι ορθογώνια στο ύψος του γόνατος του άλλου ποδιού. Συνήθως όμως κάρφωναν και την κάμα τους πάνω στο ξύλινο τραπέζι, επίδειξη και σύμβολο εφεδρικού δυναμισμού για άμεση δράση.

Αλλοίμονο στον περαστικό διαβάτη που θα τους κοίταζε (κατά την κρίση τους) χωρίς τον απαιτούμενο σεβασμό. Συχνά άπλωναν μπροστά στην καρέκλα τους και πάνω στο έδαφος, την άκρη του μακριού ζωναριού τους. Κι ορμούσαν με φονικές διαθέσεις εναντίον εκείνου που θα τολμούσε να το πατήσει. Απ’ αυτή τη συνήθεια γεννήθηκε και η φράση «Απλώνει το ζωνάρι του για καβγά».

Οι κακοποιοί εκείνοι, σκληροί, αδίστακτοι, αλλά και θρασύδειλοι, έκαναν κάθε είδους κακουργίες, που συνήθως έμειναν ατιμώρητες. Κανένας δεν τολμούσε να αντιδράσει. Και το έγκλημα, μικρό ή μεγάλο, φανερό ή κρυφό, παρέμεινε ατιμώρητο, ενώ οι φορείς του πρόβαλλαν σαν πρόσωπα ηρωικά.

Αυτός ήταν ο τύπος του Κουτσαβάκη, που κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα είχε επιβληθεί και σε μερικές άλλες αθηναϊκές συνοικίες. Το βασίλειό τους όμως για ολόκληρες δεκαετίες, ήταν η συνοικία του Ψειρή. Η «Πλατεία των Ηρώων» στου Ψειρή, όπως και τα γύρω της στενά, αποτελούσαν μόνιμο στέκι και βασίλειο των Κουτσαβάκηδων.

Οι περιδεείς κάτοικοι, ήταν κυριολεκτικά φόρου υποτελείς σ’ αυτούς τους τύπους. Τα εγκλήματά τους ήταν και αναρίθμητα και ανατριχιαστικά. Ιδιαίτερη όμως επίδοση (σαν σκληροί αγαπητικοί, προστάτες και εκμεταλλευτές την «γκόμενας») σημείωναν στην εκμετάλλευση των «κοινών» γυναικών, τις οποίες στο τέλος, συχνά τις μαχαίρωναν για αιτίες ασήμαντες.

Αστυνομία
Η κακοοργανωμένη, η αμαθής και η εξοπλισμένη με φτωχά μέσα, αστυνομία της εποχής εκείνης (Δημοτική και Διοικητική Αστυνομία, όπως την αποκαλούσαν), ήταν ανίσχυρη στη μάχη εναντίον τους. Πολλές μάλιστα οικογένειες, μένοντας απροστάτευτες, αναγκάζονταν να προσλαμβάνουν ειδικούς σωματοφύλακες.

Οι Κουτσαβάκηδες όμως γίνονταν περισσότερο ασύδωτοι και θρασείς. Με την πολιτική μάλιστα φαυλοκρατική διαφθορά που επικρατούσε στην Ελλάδα του 19ου αιώνος, συχνά μερικοί πολιτικοί τους προσεταιρίζονταν για δικούς τους σκοπούς. Με λίγα λόγια, όπως την ελληνική ύπαιθρο την μάστιζε τότε η ληστεία, ομοίως στην Αθήνα του Ψειρή κυριαρχούσαν οι ελεεινοί Κουτσαβάκηδες.
Βρέθηκαν όμως τρεις διευθυντές αστυνομίας, που με θάρρος και σκληρότητα ανέλαβαν τον βαρύ ρόλο για την εκκαθάριση.

Δημητριάδης
Πρώτος ήταν ο Δημητριάδης, στις αρχές της βασιλείας του Γεωργίου του Α’. Αυτός άρχισε να κάνει συστηματικές επιδρομές μέσα στα απρόσιτα στέκια των Κουτσαβάκηδων. Σε αντίδραση όμως εκείνοι, δολοφόνησαν μέσα στην πλατεία του Δημοπρατηρίου, τον γραμματέα της αστυνομίας, Λύτρα.

Επακολούθησε απ’ τον Δημητριάδη η άλωση του υπόγειου καταγωγίου του Μαούφαρη, που αποτελούσε την φωλιά των Κουτσαβάκηδων. Μέσα εκεί, έπειτα από κυριολεκτική μάχη, συνελήφθησαν και οι κρυμμένοι δολοφόνοι του Λύτρα. Αποτέλεσμα όμως ήταν να επαναστατήσει κυριολεκτικά η συνοικία του Ψειρή, απ’ όπου η αστυνομία αναγκάστηκε να αποσυρθεί τελείως.

Οι Κουτσαβάκηδες όμως αποφάσισαν τότε να εκστρατεύσουν κι εναντίον της αστυνομικής διεύθυνσης, που τότε ήταν εγκατεστημένη στην πλατεία Κλαυθμώνος. Ο Δημητριάδης πρότεινε στην Κυβέρνηση σκληρά αντίποινα, αλλά ο πρωθυπουργός Βούλγαρης προτίμησε να υποχωρήσει κι αντί άλλου μέτρου, απέλυσε τον αποφασιστικό διευθυντή της αστυνομίας!

Βρατσάνος
Δεύτερος αμείλικτος αστυνομικός εχθρός των κακοποιών ήταν ο Βρατσάνος, ένας σκληροτράχηλος Ψαριανός, που ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κουμουνδούρος τον διόρισε διευθυντή, με την ρητή εντολή, ν’ απαλλάξει την Αθήνα απ’ το αίσχος των Κουτσαβάκηδων.

Ο Βρατσάνος δέχτηκε την εντολή. Σ’ αυτό το σημείο μάλιστα, τον ενθάρρυνε αποτελεσματικά και η σύζυγός του, η ιστορική Φλωρού, γυναίκα ατρόμητη και εξασκημένη η ίδια στα όπλα. Χειριζόταν δε η Φλωρού, το πιστόλι και την καραμπίνα, σαν έμπειρος πολεμιστής.

Ο Βρατσάνος θέλησε να διασπάσει τον αντίπαλο, προσλαμβάνοντας ως αστυνομικούς και μερικούς Κούτσαβους. Το πείραμά του όμως απέτυχε, γιατί σύντομα εκείνοι άρχισαν να συνεργάζονται με τους «συναδέλφους» τους, εξαπατώντας την αστυνομία. Ο θαρραλέος διευθυντής κατέφυγε τότε σε συστηματικές επιδρομές μέσα στο βασίλειο των κακοποιών, όπου συχνά διακινδύνευε κι αυτή τη ζωή του.

Τελικά όμως, οι πολιτικοί προστάτες των Κουτσαβάκηδων (αμετανόητοι και και αιώνιοι εξαρθρωτές πολλών και σπουδαίων πρωτοβουλιών για κοινωνική προκοπή) πέτυχαν την αντικατάσταση του αποφασιστικού Βρανάτσου.

Μπαϊρακτάρης

Ο Δημητριάδης και ο Βρατσάνος κατόρθωσαν σημαντικά χτυπήματα εναντίον του οικοδομήματος του Κουτσαβακισμού. Δεν το γκρέμισαν όμως.

Το τελικό γκρέμισμα το πέτυχε ο Δημήτριος Μπαϊρακτάρης, ένας Αγρινιώτης στρατιωτικός, με καταγωγή απ’ το Σούλι.
Αποφασισμένος να εξαλείψει αυτό το άγος, ο φιλελεύθερος και δημοκρατικός Χαρίλαος Τρικούπης, διόρισε τον Μπαϊρακτάρη στον ρόλο που του ταίριαζε. Και τότε ο κοντόσωμος, λιγομίλητος, μεγαλοκέφαλος και αμείλικτος αστυνομικός (πλέον), που έτρεφε πελώριες μουστάκες, έκανε έναν συνδιασμό από δυναμικά μέσα κι από ταπεινωτικό εξευτελισμό των κακοποιών.

Έμειναν ιστορικές οι μέθοδοί του. Γιατί εκείνο που θα εξαφάνιζε κυριολεκτικά τους θρασύδειλους Κουτσαβάκηδες, ήταν όχι ο διωγμός που αποηρωοποιεί, αλλά ο εξευτελισμός που ταπεινώνει.

Άρχισε λοιπόν ο Μπαϊρακτάρης να εκκαθαρίζει σιγά σιγά τα κέντρα τους. Έπειτα όμως από κάθε επιδρομή σε κάποιο καφενείο του Ψειρή, άρπαζε όσους Κουτσαβάκηδες έβρισκε, τους έφερνε στην πλατεία Κλαυθμώνος κι εκεί, μπροστά στο πλήθος που αλάλαζε δινόταν μια κωμικοτραγική παράσταση:

Υπήρχε εκεί ένα αμόνι και πάνω σ’ αυτό, ο αιχμαλωτισμένος Κούτσαβος υποχρεώνονταν να συντρίψει ο ίδιος τα όπλα του, την κουμπούρα του ή την περιλάλητη αμφίστομη κάμα.

Ακολουθούσε έπειτα η εμφάνιση μιας τεράστιας βλαχοψαλίδας, με την οποία ο ίδιος ο Μπαϊρακτάρης έκοβε όλα τα σύμβολα της παρεξηγημένης παλληκαριάς. Έκοβε ανελέητα τις αφέλειες των μαλλιών που έφθαναν ως τα μάτια, έπειτα τις μυτερές άκρες των παπουτσιών, στην συνέχεια το δεξί μανίκι (ακριβώς αυτό που δεν φορούσαν, έμβλημα της ρεμπέτικης παλληκαριάς) και τέλος το μακρύ ζωνάρι που σερνόταν για καβγά.

Κατόπιν ο αστυνόμος με άγριες κλωτσιές πετούσε τους αχρηστευμένους Κουτσαβάκηδες, σαν άχρηστα τσόφλια, μέσα στο πλήθος που τους γιουχάιζε επίμονα. Ο εξευτελισμός αυτός, ήταν φοβερός, ώστε στο εξής αναγκάζονταν να αξαφανιστούν από προσώπου γης.

Με τέτοιες μεθόδους ο Μπαϊρακτάρης συνέτριψε κι εξαφάνισε τον Κουτσαβακισμό. Ίσως όμως δεν θα ήταν σε θέση να επιτύχει αυτό το κατόρθωμα, αν στο μεταξύ δεν είχε πραγματοποιηθεί μια βαθειά αλλαγή στην αστυνομία: Από πολιτική και διοικητική, η αστυνομία είχε γίνει στρατιωτική. Το 1890 ο στρατός είχε αναλάβει την αστυνομική εξουσία και την διατήρησε ως το 1908, οπότε παρέδωσε στην Χωροφυλακή.

Και ο Μπαϊρακτάρης ήταν ήδη αντισυνταγματάρχης, όταν ανέλαβε την διεύθυνση της αστυνομίας. Για την επίθεσή του εναντίων των Κουτσαβάκηδων, δεν διέθετε συνεπώς ύποπτους και απείθαρχους «αστυνομικούς κλητήρες». Διέθετε τώρα σκληρούς Εύζωνους κι αφοσιωμένους πυροβολητές, που μάλιστα τους διάλεγε ο ίδιος.

Έτσι κατελύθη το παράδοξο εκείνο «κράτος του Ψειρή», από το οποίο σήμερα διατηρούνται μόνο οι μισολησμονημένοι γλωσσικοί όροι «Κούτσαβος» και «Κουτσαβάκης». Απήχηση όμως (σαν τύπος και σαν ντύσιμο) εξακολουθεί να είναι ο πασίγνωστος «Σταύρακας», ο γνωστός ήρωας στο ρεπερτόριο του ελληνικού Καραγκιόζη.

Απ’ τη σκηνή του θεάτρου σκιών, παρακολουθούμε τον Σταύρακα, όχι μόνο να είναι ντυμένος όπως οι παλαιοί Κουτσαβάκηδες, αλλά και να χρησιμοποιεί φρασεολογία που κάνει άφθονη κατανάλωση για το φιλότιμο, αλλά και που από πίσω από την μεγαλοστομία των απειλών της, μας φανερώνει τον τύπο του θρασύδειλου παλληκαρά.

Πηγή: Λαογραφία της Ελλάδος, Κ. Ρωμαίος, εκδόσεις Γιοβάνη, 1978

Advertisement

Tο μπουζούκι του έγινε το σήμα κατατεθέν

μπουζούκι

Tο μπουζούκι του έγινε το σήμα κατατεθέν μιας Ελλάδας που ήξερε να διασκεδάζει αυθεντικά. Στη ζωή του παρέμεινε απλός και αληθινός, ένας πραγματικός μάγκας. Και μπορεί να αλώνισε τα μεγάλα σαλόνια, αλλά δεν έπαψε ποτέ να λατρεύει δύο πράγματα: το Αιγάλεω Σίτι και τους ανθρώπους της βιοπάλης για τους οποίους έγραφε.

Πιτσιρίκι ακόμα στο κουρείο του πατέρα του, δεν μπορούσε να αντισταθεί στην παράδοξη γοητεία που του ασκούσε εκείνο το μπουζούκι που ήταν αφημένο σε μια γωνίτσα και το οποίο κρατούσε συχνά συντροφιά στον Μιχάλη Ζαμπέτα, τον μπαρμπέρη της γειτονιάς. Πολλά χρόνια αργότερα, στην αυτοβιογραφία του, θα εκμυστηρευόταν πως οτιδήποτε στη φύση παρήγε ήχο, τον συνάρπαζε και τον βοηθούσε να διαμορφώσει μιαν αισθητική εικόνα γύρω από τη μουσική.

Γιώργος Ζαμπέτας
Ο Γιώργος Ζαμπέτας.

Κάπως έτσι, λοιπόν, ο γεννημένος στις 25 Ιανουαρίου του 1925 Γιώργος Ζαμπέτας άρχισε να κάνει τα πρώτα του ταξίδια στα τάστα του μπουζουκιού, σκαρώνοντας μελωδίες και δοκιμάζοντας αυτοσχέδιες τεχνικές. Και μέσα από αυτή την ενασχόληση θα φτάσει, στα επτά του χρόνια, να κερδίσει το πρώτο του βραβείο, ως μαθητής της πρώτης δημοτικού, παίζοντας μια δική του υποτυπώδη σύνθεση σε έναν σχολικό διαγωνισμό.

Στο σπίτι, βέβαια, οι αντιδράσεις δεν ήταν αμελητέες. Το μπουζούκι, εξάλλου, έμοιαζε ακόμα ριζωμένο στο περιθώριο και η μητέρα του Γιώργου, η κυρα-Μαρίκα, ανιψιά γνωστού βαρύτονου της εποχής, δεν συμμεριζόταν απόλυτα την κλίση του παιδιού.

Τίποτα, όμως, δεν φαινόταν ικανό να αντιστρέψει τη μοίρα. Οταν, το 1938, ο Γιώργος Ζαμπέτας γνώρισε τον Βασίλη Τσιτσάνη, συνειδητοποίησε ότι ήταν γεννημένος για να ζήσει ως καλλιτέχνης. Δύο χρόνια αργότερα η οικογένεια μετακόμισε στο Αιγάλεω και το γεγονός αυτό έπαιξε έναν ακόμα ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του.

Διότι από τη στιγμή εκείνη, απέκτησε έναν άρρηκτο δεσμό με την πόλη, που τον ώθησε στο να εμπνευστεί για λογαριασμό της κι ένα διαχρονικό προσωνύμιο: όταν τον ρωτούσαν πού μένει κατά τη διάρκεια μιας κατοπινής περιοδείας του στη Βρετανία, εκείνος έλεγε και ξαναέλεγε «Σίτι», ώσπου το Αιγάλεω μετονομάστηκε, μέσα από τα λόγια του, σε «Αιγάλεω Σίτι».

Στο Αιγάλεω ήταν, λοιπόν, που έκανε τα πρώτα του σοβαρά καλλιτεχνικά βήματα. Μεσούσης της Κατοχής, εκεί γύρω στο 1942-43, υπό συνθήκες πλήρους ανέχειας, δημιούργησε το πρώτο του συγκρότημα. Κι ενώ ο ουρανός έμοιαζε λασπωμένος από γκρίζα σύννεφα, τέσσερις νεαροί, τρεις κιθαρίστες κι εκείνος με το μπουζουκάκι του, τραγουδούσαν καντάδες στα κορίτσια κάτω από μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα.

Τα πρώτα του γνήσια ρεμπέτικα τα έγραψε στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Ηταν, μεταξύ άλλων, το «Σαν σήμερα, σαν σήμερα…», που το είπε ο Πρόδρομος Τσαουσάκης, το «Βαθειά στη θάλασσα θα πέσω» (Στέλιος Καζαντζίδης), το «Οταν θα λάβεις αυτό το γράμμα» (Μανώλης Καναρίδης), το «Να πας να πεις στη μάνα μου» (Πόλυ Πάνου). Το ταλέντο ήταν έκδηλο από τότε. Ελειπε μονάχα η προσωπική σφραγίδα, το στοιχείο εκείνο που θα τον διαφοροποιούσε από όλους τους άλλους.

Ο Ζαμπέτας δούλευε ακατάπαυστα, έπαιζε από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί, και μέσα από αναρίθμητες εργατο-ώρες, οι οποίες περιλάμβαναν πρόβες, δοκιμές, γραψίματα, ακόμα και εξάσκηση, κατόρθωσε μέσα σε πολύ λίγα χρόνια να υιοθετήσει ένα ιδιαίτερο προσωπικό στυλ, που θα τον καθιέρωνε ως μοναδικό σόουμαν στον χώρο.

Πηγαίος, αθυρόστομος, χιουμορίστας, αλλά και μάγκας, αποκριθείς κάποτε σε ερώτηση δημοσιογράφου για τη σχέση του με το χασίς, απάντησε: «Αν έχω φουμάρει χασίσι; Λιβααααάδια». Ωστόσο, η επιτυχία δεν τον άλλαξε ως άνθρωπο. Παρέμεινε αυθεντικός και ειλικρινής, αφοσιωμένος στις γειτονιές του Αιγάλεω Σίτι και απόλυτα απλός καλλιτέχνης που, από τις αρχές του εξήντα, και ενώ ήταν ήδη σολίστ στις συνθέσεις του Μάνου Χατζιδάκι, άρχισε να μεσουρανεί τόσο στα κέντρα όσο και στους καταλόγους επιτυχιών, με τραγούδια όπως «Πατέρα κάτσε φρόνιμα», «Ρωμιός αγάπησε Ρωμιά», «Μάλιστα κύριε», «Ο πιο καλός ο μαθητής» και άλλα.

zampetas

Τότε ήταν που τον ανακάλυψε και η κοσμική Αθήνα, και κάθε βράδυ, στα μαγαζιά όπου εμφανιζόταν, γινόταν το αδιαχώρητο. Στα πρώτα τραπέζια μπορούσες να δεις τον Αριστοτέλη Ωνάση, διάσημους ηθοποιούς της εποχής, ανθρώπους κάθε πάστας.

Ο ίδιος, όμως, δεν έπαψε ποτέ να τραγουδάει κυρίως για τους απλούς, τους μπεσαλήδες, τους μεροκαματιάρηδες που μπορεί να μην ήταν πλούσιοι σε δόξα ή σε χρήμα, αλλά είχαν πλεόνασμα σε φιλότιμο. Και μέσα από αυτούς, έγραψε ύμνους για τη ζωή, ύμνους που λατρεύτηκαν και έμειναν διαχρονικοί, ύμνους που ανέδειξαν μια ολόκληρη νέα φουρνιά μεγάλων τραγουδιστών, από τον Τόλη Βοσκόπουλο, τη Μαρινέλλα και τη Βίκυ Μοσχολιού, μέχρι τον Σταμάτη Κόκοτα, τη Δούκισσα και, αργότερα, τον Δημήτρη Μητροπάνο. Ηταν όλα τους παιδιά του. Και συνέδεσαν το ξεκίνημά τους με τις μελωδίες του.

Την ίδια εποχή, ήρθαν και οι ταινίες. Οπου ο Ζαμπέτας εμφανίζεται επί σκηνής και παίζει για τον Κωνσταντάρα, τον Ηλιόπουλο, την Καρέζη, τον Μπάρκουλη και τους άλλους ήρωες της εποχής. Εμφανίστηκε, μεταξύ άλλων, στα «Κόκκινα Φανάρια» και στη «Λόλα», ενώ δρασκέλισε και το σανίδι του θεάτρου, παίζοντας στην «Οδό Ονείρων» του Μάνου.

Και παράλληλα, συμπράττοντας καλλιτεχνικά με τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου, συνεχίζει να γράφει μερικά από τα πιο σημαντικά τραγούδια του λαϊκού πενταγράμμου. Οι περισσότερες από τις μελωδίες του στηρίζονται στον μακρινό απόηχο της αθηναϊκής καντάδας, από τα χρόνια της Κατοχής, αλλά δίνουν και το στίγμα ενός δυτικότροπου συνθέτη που είναι εντελώς λαϊκός όχι μόνο για τους ρυθμούς που επιλέγει στα τραγούδια του, αλλά και για τη γνησιότητά του: ανάλαφρος και λυρικός έχει ύφος ευδιάκριτο, το οποίο ενισχύεται και από τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύει ο ίδιος στο μπουζούκι τη μουσική του.

Ενα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο της ιδιοσυγκρασίας του είναι οι εισαγωγές των τραγουδιών του: μελωδικές και ευρηματικές κάνουν μπαμ από χιλιόμετρα ότι είναι δικές του. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ακόμα και ο Μάνος Χατζιδάκις ζήτησε τη βοήθειά του για την εισαγωγή κάποιας νέας σύνθεσης. Πάντως, το απόγειο της δόξας του, όπως ισχυρίζονται οι περισσότεροι, ήρθε με το «Σταλιά-σταλιά», το 1967.

Το τραγούδι ήταν να το ερμηνεύσει η Αλίκη Βουγιουκλάκη στην ταινία «Το κορίτσι του λούνα-παρκ». Τα υπόλοιπα τα αφηγείται ο ίδιος ο Ζαμπέτας στις σελίδες της αυτοβιογραφίας του: «Στο Λονδίνο το έφτιαξα το Σταλιά-σταλιά. Είναι η εποχή ακριβώς που η Μαρινέλλα έχει φύγει από την ODEON και έχει έρθει κι αυτή στην εταιρεία που τότε γραμμοφωνούσα τα περισσότερα, στην PHILIPS.

Και τότε είναι που γίνεται και… το σκηνικό. Μες στο ’67 ο Καραγιάννης κάνει ταινία για τη Βουγιουκλάκη. Και με φωνάζει ο Καραγιάννης, γουστάριζε και η Βουγιουκλάκη, για να γράψω. Εχουμε τελειώσει το τραγούδι, έχουμε γράψει τα όργανα και είναι μόνο να τα τραγουδήσει η Βουγιουκλάκη.

Εκείνη τη μέρα είχε έρθει εκεί και ο Σπύρος ο Ράλλης, της εταιρείας μου, μαζί με τη Μαρινέλλα, δεν ξέρω τι δουλειά είχανε να κάνουν και κάθονταν μέσα κι ακούγανε τι παίζουμε εμείς. Μπαίνοντας μέσα η Αλίκη, γεια σας λέει. Γεια σου Αλικάκι, της λέω, σου έχω εδώ ένα πράμα μέλι, θα τρελαθείς αν πεις αυτό το τραγούδι, το καλύτερο τραγούδι που έχω γράψει ποτέ μου!

Για να τ’ ακούσω λέει, για να τ’ ακούσω. Και της το παίζω. Και γυρνάει και μου λέει… Τι μου λέει! Αυτό θα το πω εγώ; Αυτό να το δώσεις να το πει ο Καζαντζίδης… Κοκάλωσα, κόντεψε να μου πέσει κάτω το μπουζουκάκι μου. Στο μεταξύ, κάνει η Βουγιουκλάκη αυτά που είχε να κάνει με τον Καραγιάννη και φεύγει.

Εμείς τελειώναμε, ήμασταν έτοιμοι, τα μαζεύαμε κι έρχεται η Μαρινέλλα από μέσα. Ερχεται και μου λέει στ’ αυτί, μανίτσα, να το πω εγώ αυτό το τραγούδι; Εγώ επειδή την αγαπούσα κι επειδή είχαμε πολλά χρόνια παρτίδες μαζί, της λέω: Ο,τι γουστάρει η Κικίτσα. Αλλά η ώρα είχε πάει 3.30 και ήμουν στο στούντιο από τις 9 το πρωί και το βράδυ δούλευα.

Επρεπε να ξεκουραστώ λίγο. Και της λέω: Μπείτε μέσα και πες το όπως θέλεις εσύ, εγώ φεύγω, πάω σπίτι και όταν τελειώσετε, πάρτε με τηλέφωνο να μου το βάλετε να το ακούσω κι εγώ. Καλή επιτυχία, γεια σας, γεια σου κι έφυγα… Πήγα σπίτι, μέχρι να τσιμπήσω, δεν περνάει πολλή ώρα, χτυπάει το τηλέφωνο και μου λέει: Τελειώσαμε. Μου το βάζουν να το ακούσω και ακούω και πάγωσα. Μπράβο, ρε Μαρινέλλα, λέω, μπράβο! Πώς το είχε τραγουδήσει έτσι, πόσο γλυκά το είπε, τι ψυχούλα που έβαλε…»

Οταν οι εποχές αλλάζουν…

Τα δύσκολα χρόνια για τον Ζαμπέτα ήταν κατά τη δεκαετία του ’80, τότε που το είδος το οποίο υπηρετούσε διένυε τροχιά παρακμής. Ακόμα και στις συνεργασίες του αντιμετώπιζε προβλήματα, αφού η ίδια η εποχή δεν αναγνώριζε τις αξίες του παρελθόντος. Ωστόσο, από το ’90 και μετά, οι δισκογραφικές εταιρείες και τα ΜΜΕ άρχισαν να τον «ανακαλύπτουν» και πάλι, με αποτέλεσμα τα τραγούδια του να γνωρίσουν νέα άνθηση στις προτιμήσεις των ακροατών.

Δυστυχώς, δεν έμελλε να απολαύσει για πολύ αυτό το γύρισμα της μοίρας: έπειτα από πολύμηνη ασθένεια, άφησε την τελευταία του πνοή στο «Σωτηρία», στις 10 Μαρτίου του 1992, σε ηλικία 67 ετών. Ιδού, όμως, και μια μοιραία σύμπτωση: κατά την ίδια ημερομηνία απεβίωσε φέτος και ο γιος του Μιχάλης.

Γεννημένος για διεθνή καριέρα
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι ο εάν ο Ζαμπέτας δεν είχε γεννηθεί στη «μικρή Ελλάδα» θα μεσουρανούσε σε ευρεία διεθνή κλίμακα. Ενας από αυτούς είναι και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. «Ως συνθέτης χωράει μέσα στην πρώτη δεκάδα των μεγάλων μορφών του ρεμπέτικου και λαϊκού μας τραγουδιού», έχει πει. «Ως μπουζουξής ήταν ο καλύτερος από την άποψη του προσωπικού ήχου, αλλά σαν σόουμαν ήταν μοναδικός. Ενας καλλιτέχνης που αν είχε γεννηθεί στην Αμερική θα πρωταγωνιστούσε, πιθανότατα, στην παγκόσμια σκηνή

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΝΔΟΛΟΣ

Advertisement

Πανικός 1969-1970

Πανικός

Η ταινία, “Πανικός” προβλήθηκε τη σαιζόν 1969-1970 και έκοψε 260.627 εισιτήρια. Ήρθε στην 25η θέση σε 99 ταινίες.

-Η ταινία κέρδισε το βραβείο καλύτερης μουσικής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1969.
-Η πρώτη εμφάνιση του Σταύρου Τσιώλη, ως σκηνοθέτη και σεναριογράφου σε ηλικία μόλις 31 ετών.

-Ο αρχικός τίτλος της ταινίας όπως βλέπουμε ήταν “Άγρια γυμνή νύχτα” και η Σοφία Ρούμπου αναγράφεται σαν Μαρία Ρούφου.
-Πολύ καλές οι ερμηνείες όλων των συντελεστών με προεξάρχοντα τον Σπύρο Καλογήρου στον πειστικότατο ρόλο του “σκληρού”.

Πανικός 1969-1970

-Εξαιρετική η μουσική επένδυση της ταινίας από τον “μαιτρ” Κώστα Καπνίση.

-Η εγκαταλελειμμένη “βίλα Μαργαρίτα” στην Κηφισιά όπου βρίσκεται το κρησφύγετο των απαγωγέων κατεδαφίστηκε το 1970, ένα χρόνο δηλαδή μετά την ταινία.

-Η σκηνή που κλέβει ο Νίκος Γαλανός την BMW-2002 είναι γυρισμένη στον Άγιο Δημήτριο Ψυχικού στη σημερινή λεωφόρο Δημοκρατίας.

Περίληψη της ταινίας, “Πανικός”

Μια ομάδα τριών κακοποιών απάγει τον μικρό Τασούλη και ζητάει λύτρα για την απελευθέρωσή του από τον πατέρα του, τον επιχειρηματία Μάρκο Μαρά. Η αστυνομία προσπαθεί να τους εντοπίσει, ενώ ο Μαράς αποφεύγει την αστυνομία για να μπορέσει να δώσει γρήγορα το ποσό.

Ο γιος του πάσχει από μια σπάνια ασθένεια και πρέπει να πάρει οπωσδήποτε τις επόμενες πέντε μέρες το φάρμακο Λέτεγκορ. Η παράδοση των λύτρων καθυστερεί και οι μέρες περνούν, καθώς η αστυνομία με επικεφαλής τον επιθεωρητή Μακρίδη, προσπαθεί να παγιδέψει τους απαγωγείς.

Advertisement

Οι δυσκολίες που αντιμετώπισε η Γεωργία Βασιλειάδου

Γεωργία Βασιλειάδου

Γεωργία Βασιλειάδου

Η Γεωργία Βασιλειάδου ήταν πολύ θρήσκα. Κάποτε ο σκηνοθέτης Απόστολος Τεγόπουλος της ζήτησε να κάνουν γύρισμα την Μεγάλη Παρασκευή. Και η Βασιλειάδου του απάντησε: «Καλά όλοι οι άλλοι, αλλά κι εσύ, βρε παιδί μου, θα δουλέψεις με σταυρωμένο τον Χριστό;»

Όταν την ρώτησε ο Σταμάτης Φιλιπούλης τι θα ήθελε να ήταν, αν δεν ήταν αυτή που ήταν, εκείνη απάντησε: «Πάλι ηθοποιός και φυσικά πάλι άσχημη!» Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο της Βιβής Ζωγράφου «Γεωργία Βασιλειάδου – Η Ωραία των Αθηνών»
Εκδόσεις, ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ.

Μου εδιηγήτο, όταν πρωτοβγήκε στο θέατρο, πόσο πόνεσε, πόσο σκληρές στιγμές πέρασε. Θυμάμαι που μου έλεγε, έμενε κάπου Κουμουνδούρου, και μου ‘λεγε ότι «για να πάω στο θέατρο, τα παπούτσια μου ήταν τρύπια και μέσα έβαζα χαρτί για να κλείσω την τρύπα μέχρι να ανεβώ την Αγίου Κωνσταντίνου να φτάσω στο θέατρο». Πέρασε πολύ σκληρές στιγμές, όμως κάποτε βρήκε το δρόμο της, γιατί ήταν ταλέντο η γυναίκα και το ταλέντο ποτέ δε χάνεται.

Η Γεωργία Βασιλειάδου, η «ομορφότερη άσχημη» όπως την αποκαλούσαν, αποτελούσε μαζί με τον Βασίλη Αυλωνίτη και τον Μίμη Φωτόπουλο ένα από τα τρία «ιερά τέρατα» του ελληνικού  κινηματογράφου. Όλοι θυμόμαστε τις ταινίες της, «Η ωραία των Αθηνών», «Ο Κλέαρχος η Μαρίνα κι ο κοντός», «H θεία απ’ το Σικάγο», «Κορίτσια της παντρειάς», «H κυρά μας η μαμή», η «Καφετζού» και άλλες πολλές, που άφησαν εποχή και εξακολουθούν να παίζουν μέχρι και τις μέρες μας, αφήνοντας τους πάντες εντυπωσιασμένους με το εξαιρετικό υποκριτικό της ταλέντο.

Κάποτε ο Νίκος Τσιφόρος της είχε πει: «Βρε Γεωργία το σκέφτηκες ποτέ να κάνεις πλαστική προσώπου;» Και η Βασιλειάδου του απάντησε: «Κι εσύ σκέφτηκες ότι τότε οι κωμωδίες σου θα πήγαιναν στράφι;».

Η αξέχαστη Γεωργία Βασιλειάδου γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιανουαρίου του 1897. Το πραγματικό της όνομα ήταν Γεωργία Αθανασίου. Η ίδια υποχρεώθηκε να αφήσει νωρίς το σχολείο για να εργαστεί σε κατάστημα και να βοηθήσει την πολυμελή οικογένειά της, μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα της (ο οποίος ήταν αξιωματικός του ιππικού) από πτώση αλόγου. Παντρεύτηκε δύο φορές κι απέκτησε μια κόρη, τη Φωτεινή, ενώ έμενε στο Μαρούσι.

Η Γεωργία Βασιλειάδου, όμως, δεν καταγόταν από την Αθήνα, αλλά από τον Τρύφο Αιτωλοακαρνανίας. Ήταν κόρη του Αποστόλη Κουτρούλη του γένους Αθανασίου. Είχε τέσσερις αδερφές και τρεις αδερφούς. Όταν παντρεύτηκε για δεύτερη φορά κράτησε το όνομα του πρώτου συζύγου της, Βασιλειάδη. Πολλοί λένε ωστόσο, ότι το Βασιλειάδου ήταν ψευδώνυμο κι όχι το όνομα του πρώτου συζύγου της. Όπως και να έχει, πάντως, η μεγάλη ηθοποιός καταξιώθηκε με αυτό το όνομα.

Οι πληροφορίες για τη ζωή της Γεωργίας Βασιλειάδου είναι συγκεχυμένες, και στο διαδίκτυο κυκλοφορούν πολλές λανθασμένες υποθέσεις. Τη δεκαετία του 1930, η μεγάλη ηθοποιός έκανε τα πρώτα της βήματα στο θεατρικό σανίδι. Σύμφωνα με μαρτυρίες ντόπιων, ένας θεατρικός θίασος («μπουλούκι» όπως το αποκαλούσαν τότε) ήρθε στο χωριό και ανακάλυψε το ταλέντο της. Όταν λοιπόν εκείνη αποφάσισε να τους ακολουθήσει στην Αθήνα, ο πατέρας της την έδιωξε από το σπίτι. Ξεγραμμένη από την οικογένειά της και με μόνη ελπίδα τα όνειρά της, αγωνίστηκε ολομόναχη στον αγώνα της ζωής, σκληραγωγήθηκε και τελικά βγήκε νικήτρια.

Έζησε σε μια εποχή όπου ο λόγος του πατέρα ήταν νόμος απαράβατος. Η μεγάλη ηθοποιός αποτελούσε την δακτυλοδεικτούμενη, το μαύρο πρόβατο του χωριού. Ακόμα κι όταν έγινε διάσημη και επισκέφτηκε το χωριό, οι δικοί της την αντιμετώπιζαν σαν ξένη. Από τότε δεν ξαναγύρισε στο χωριό και δεν ήθελε να έχει επαφές, γι’ αυτόν τον λόγο και ως τόπος γέννησής της αναφέρεται η Αθήνα και όχι ο Τρύφος. Από την στιγμή της αναγνώρισής της θέλησε να κάψει τις μαύρες σελίδες του παρελθόντος της – και το έκανε…

Η νοοτροπία που επικρατούσε τότε για τις γυναίκες ηθοποιούς ή τραγουδίστριες ήταν απαξιωτική. Χαρακτηρίζονταν ως «πριμαντόνες», όχι με την πραγματική σημασία της λέξεως αλλά προσδίδοντας της μια άλλη, υποτιμητική ιδιότητα. Οι γυναίκες δεν είχαν δικαιώματα και θα έπρεπε να υπακούν στις εντολές των ανδρών. Όμως η Γεωργία Βασιλειάδου έκανε την διαφορά, πήγε κόντρα στα κατεστημένα και διεκδίκησε όσα άλλες γυναίκες δεν τόλμησαν ποτέ να κυνηγήσουν στη ζωή τους. Τόλμησε να ζήσει!

Στις αρχές του 20ου αιώνα πολλές ήταν οι γυναίκες που, παρά το έμφυτο ταλέντο τους, αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν στην ισχύουσα κατάσταση, σε μία άδικη πραγματικότητα που τους επέβαλε να παραμελήσουν τα όνειρά τους και την επίτευξη καριέρας και να περιοριστούν στη δημιουργία μιας οικογένειας.

Η μεγάλη ηθοποιός, παρ’ όλα αυτά, έκανε ένα βήμα παρακάτω, και αν και αρχικά ερχόμενη στην Αθήνα δούλευε σε μαγαζί με κορνίζες για να βγάζει τα προς το ζην, καθώς στις πρώτες της θεατρικές δουλειές δεν πληρωνόταν, κατόρθωσε να αναδειχθεί σε μία από τις κορυφαίες μορφές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Επομένως, δεν θα πρέπει να θαυμάζουμε τη Γεωργία Βασιλειάδου μόνο για το υποκριτικό της ταλέντο, αλλά και για την ψυχική δύναμη και τον σθεναρό της χαρακτήρα, που τη βοήθησαν να ξεφύγει μέσα από τα περιοριστικά όρια της τοπικής κοινωνίας και να ξεδιπλώσει το «είναι» της και την καλλιτεχνική της υπόσταση, δείχνοντας σε όλους πως και οι γυναίκες έχουν δικαίωμα να εργαστούν και να εκφραστούν ελεύθερα, χωρίς κανέναν περιορισμό.

Σύσσωμος ο καλλιτεχνικός χώρος τη θεωρούσε μία από τις σπουδαιότερες Ελληνίδες ηθοποιούς. Η Γκέλυ Μαυροπούλου μιλώντας για τη Γεωργία Βασιλειάδου τη χαρακτήρισε ως «θελκτική». Η Βασιλειάδου πέθανε στις 12 Φεβρουαρίου του 1980 και παραμένει ακόμα αξιαγάπητη και ζωντανή στις μνήμες μας μέσα από τις ταινίες της. Κηδεύτηκε παρουσία λίγου κόσμου, ένα βροχερό πρωινό στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Η νέα γενιά του χωριού της αναγνωρίζει σήμερα τη σπουδαιότητα της μεγάλης ηθοποιού και ότι οι παλαιότεροι τής φέρθηκαν άδικα, και όντας πιο ανοιχτόμυαλη θεωρεί αναγκαία τη δημιουργία ενός αγάλματος ή μιας προτομής στη μνήμη της. Δυστυχώς όμως, παρά τις προσπάθειες ορισμένων κατοίκων του χωριού, οι τοπικές αρχές εξακολουθούν να αδιαφορούν, με αποτέλεσμα να μην προβάλλεται αυτή η ιστορική φυσιογνωμία του τόπου και να θάβεται περαιτέρω στον κόσμο της λησμονιάς.

Advertisement

Παπούτσι από τον τόπο σου 1946-1947

Παπούτσι από τον τόπο σου

Η ταινία, “Παπούτσι από τον τόπο σου” προβλήθηκε σε πρώτη προβολή στους κινηματογράφους “Κρόνος” και “Πάνθεον” της Αθήνας τη σαιζόν 1946-1947.

-Πρώτη κωμωδία της Φίνος Φιλμ και πρώτη σκηνοθετική δουλειά του Αλέκου Σακελλάριου. Το πέρασμα του Σακελλάριου στη σκηνοθεσία έγινε ύστερα από παρότρυνση του ίδιου του Φίνου. Η πρώτη συνεργασία του Αλέκου Σακελλάριου με τον Φίνο σήμανε όχι μόνο μια μακρόχρονη συνεργασία αλλά και μια βαθιά φιλία, που κατέληξε και σε κουμπαριά, αφού ο Σακελλάριος πάντρεψε το 1947 τον Φιλοποίμενα με την Τζέλλα.

Παπούτσι από τον τόπο σου
Σκηνή από την ταινία, “Παπούτσι από τον τόπο σου”

-Στην ταινία κάνει την πρώτη της μεταπολεμική εμφάνιση η Γεωργία Βασιλειάδου, ενώ πρωταγωνιστεί ο καλύτερος κινηματογραφικός ηθοποιός της εποχής, Αλέκος Λειβαδίτης.

-Η ταινία αποτελεί την πρώτη συγγραφική συνεργασία του Σακελλάριου με τον Γιαννακόπουλο.

-Δυστυχώς το αρνητικό της ταινίας έχει καταστραφεί και οι κόπιες του έχουν χαθεί.

Περίληψη της ταινίας, “Παπούτσι από τον τόπο σου”

Ελλάδα, λίγο μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μια κοπέλα ερωτεύεται έναν Άγγλο στρατιώτη, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα της. Ο Άγγλος, όπως είχε προβλέψει ο πατέρας της κοπέλας, την εγκαταλείπει μόλις μαθαίνει πως είναι έγκυος. Η κοπέλα θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει, αλλά η σωτηρία της και η αληθινή αγάπη θα βρεθούν, την τελευταία στιγμή, στο πρόσωπο ενός νεαρού έλληνα…

Advertisement

Ένα θρυλικό ζευγάρι

ζευγάρι
lampeti xorn

Σήμερα έχουμε την ύψιστη τιμή να “φιλεξονούμε” στο χώρο μας ένα ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟ και ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΔΙΔΥΜΟ που πραγματικά αποτελεί ένα από τα κορυφαία στον κόσμο της τέχνης του Θεάτρου και του Κινηματογράφου.

Δύο τεράστιες μορφές που δέθηκαν μαζί σε μια μοιραία διαδρομή που την τύλιξε ο γαλάζιος ουρανός μα και τα γκρίζα σύννεφα της υποκριτικής.

Δύο ηθοποιοί που, τι ειρωνεία, στο θεατρικό σανίδι και στο κινηματογραφικό κάδρο ασκούσαν υποκριτική και ερμηνεία, όμως στην ίδια την προσωπική τους ζωή δέθηκαν με έναν ΠΑΘΙΑΣΜΕΝΟ ΕΡΩΤΑ που αποτέλεσε θα έλεγε κανείς “δρώμενο” στα παρασκήνια που ζούσαν και μεγαλουργούσαν.

Ειλικρινά πρέπει να είναι πραγματικά “μαγικό” να ερωτεύεσαι μέσα στη σκηνή…..! Είναι γεμάτο γοητεία και αισθησιασμό να παίζεις “κρυφτό” την ώρα της ερμηνείας…

Τούτο το μικρό αφιέρωμα δεν έχει φυσικά σκοπό να περιγράψει ή να εξιστορήσει αναλυτικά την ΕΡΩΤΙΚΗ και ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΣΥΜΒΙΩΣΗ του θρυλικού αυτού ζευγαριού της τέχνης μας.

lampeti xorn

Όχι ότι αυτή η εξιστόρηση δεν έχει χαρακτηριστικά “μυθικά” ή “μυθιστορηματικά” η ότι δεν αγγίζει με κανέναν τρόπο την ίδια την ερμηνευτική τους καριέρα.

Απλά ο έρωτας Λαμπέτη – Χορν είναι ένα ξέχωρο μεγάλο κεφάλαιο, ΑΠΟΛΥΤΑ και ΣΕΒΑΣΤΑ δικό τους…..! Ανήκει στην ιστορία τους, στη ζωή τους, στα ΘΕΤΙΚΑ και ΑΡΝΗΤΙΚΑ των βιωμάτων τους.

Σε μας μένει το απαύγασμα αυτού του ερωτικού πάθους, όπως το ζήσαμε σαν κοινό και κόσμος των παρασκηνίων, σαν ένα λαμπερό και εκτυφλωτικό φως, που λάμπει κάποτε ζεστά, τρυφερά κάποτε καυτά και εξουθενωτικά..

Σε μας μένει η ΤΕΧΝΗ τους…..! μια ΤΕΧΝΗ που είναι ποτισμένη στο ΕΡΩΤΙΚΟ τους ΠΑΘΟΣ…..! Κάτι που φαίνεται, που δίνεται, που εισπράττεται από όλους μας….

Σκοπός τούτου του ταπεινού αφιερώματος δεν είναι επίσης η βιογραφία και η αναλυτική παρουσίαση της καλλιτεχνικής δουλειά των δύο αυτών μεγάλων Καλλιτεχνών, που άνετα θα λέγαμε ότι σημάδεψαν και παρειές του Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου.

Σκοπός μας είναι να δούμε την ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ τους ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ επί σκηνής με κάποιες άδολες ματιές σε εκείνη την παράλληλη μεγάλη φωτιά που αντάριαζε στη ζωή τους.

Να σταθούμε στις ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΕΣ που έκαναν μαζί και όπως αυτές έμειναν στην Ιστορία του Ελληνικού και Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου.

Για να πιάσουμε το κουβάρι λοιπόν λίγο στην αρχή του…….

Η Έλλη Λαμπέτη και ο Δημήτρης Χορν σημάδεψαν τα Ελληνικά και όχι μόνο ΘΕΑΤΡΙΚΑ και ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ, ως ΔΙΔΥΜΟ, στην αρχή της δεκαετίας του 1950 ως περίπου στο τέλος της.

Σαν δίδυμο επί σκηνής “οργίασαν” από το 1949 και έκλεισαν το 1959 στο ΘΕΑΤΡΙΚΟ και ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΧΩΡΟ.

Η αρχή γίνεται με τον ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΘΙΑΣΟ που συγκροτουν οι δυό τους με τον Μεγάλο ηθοποιό μας, Γιώργο Παππά το 1952.

Πρωτύτερα είχαν συναντηθεί οι δυό τους στην ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ  “ΟΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ” του ΓΡΗΓΟΡΗ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΥ το 1949. Εκεί θα γνωριστούν καλλιτεχνικά και κάπου εκεί θα δεθούν μαζί στην τέχνη. Στην προσωπική τους ζωή η Έλλη Λαμπέτη είναι ήδη παντρεμένη με τον Μάριο Πλωρίτη και ο Δημήτρης Χορν ελεύθερος.

Η Καταγωγή τους, ταξικά, είναι εντελώς διαφορετική, με τον Χορν να έχει πλούσια Αστική αριστοκρατική καταγωγή σε αντίθεση με την Έλλη Λαμπέτη που οι ρίζες της είναι “Επαρχιακές”, γεγονός που έπαιξε και σοβαρό ρόλο στις κρίσιμες μεταξύ τους στιγμές στη συνέχεια.

Η επόμενη καλλιτεχνική τους συνεργασία και συνεύρεση είναι πάλι στο ΘΕΑΤΡΟ στην Παραταση “ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ η ΕΥΤΥΧΙΑ” όπου και εκεί στα 1952 θα ξεκινήσουν τα ΠΡΩΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ ΣΚΙΡΤΗΜΑΤΑ μεταξύ τους γεμάτα ρομαντισμό και τρυφερότητα, ακόμα και επάνω στη σκηνή με χαρακτηριστικά μηνύματα..

Για τη συνέχεια η συνεργασία τους είναι ΘΕΑΤΡΙΚΗ σε μεγάλες και επιτυχημένες ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ: “ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΚΟΥΚΛΑΣ” του ΕΡΡΙΚΟΥ ΙΨΕΝ, “ΑΓΑΠΟΥΛΑ” το 1953 όπου πλέον ο έρωτας δηλώνει παρών….!

image

Και κάπου εδώ ξεκινάει το ταξίδι τους, το μαγικό και λαμπερό στον κινηματογράφο, που έδωσε μνημειώδεις συμμετοχές σε ταινίες που άφησαν τη σφραγίδα του θρύλου στον κινηματογράφο.

Ο Μιχάλης Κακογιάννης είναι εκείνος ο σκηνοθέτης και δημιουργός που παίρνει το δίδυμο Λαμπέτη – Χορν από το “χέρι”, τους τραβάει από το θεατρικό σανίδι και τους ανοίγει την διάπλατη “λεωφόρο” της Μεγάλης Οθόνης, γεγονός που θα τους οδηγήσει στην ύψιστη ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΑΤΑΞΙΩΣΗ στα Μεγάλα ΦΕΣΤΙΒΑΛΣ και ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ.

1954  “ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΞΥΠΝΗΜΑ” είναι η πρώτη κινηματογραφική ταινία που συνυπάρχει το μεγάλο μας δίδυμο.

Σε σενάριο – σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη πρωταγωνιστούν στην γεμάτη φρεσκάδα και τρυφερότητα αυτή ταινία, μαζί με τους Σαπφώ Νοταρά και Μαργαρίτα Παπαγεωργίου.

Τα γυρίσματα της ταινίας γίνονται στο ΚΑΪΡΟ και η Έλλη Λαμπέτη “νιώθοντας” ότι κάτι αλλάζει έντονα στον ερωτικό της κόσμο ζητάει από το σύζυγό της, Μάριο Πλωρίτη, να την ακολουθήσει εκεί κάτι που ο ίδιος δεν κάνει.

Στα γυρίσματα της ταινίας το ΕΡΩΤΙΚΟ ΠΑΘΟΣ των δύο πρωταγωνιστών αφήνει “εποχή” και φτάνει σε σημείο να …”προβληματίσει” ακόμα και τον κοινό τους φίλο Μιχάλη Κακογιάννη.

Ο Μιχάλης Κακογιάννης κάθε πρωί στα γυρίσματα συναντούσε τους δύο πρωταγωνιστές “εξουθενωμένους” στην κυριολεξία από το ασίγαστο ΕΡΩΤΙΚΟ τους πάθος, γεγονός που τον αναγκάζει να παρέμβει δραστικά σε σημέιο ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗΣ με το να …κοιμάται ο ίδιος στο δωμάτιο της Έλλης Λαμπέτη.

Πανέμορφο και …χαρακτηριστικό ότι κάποιο βράδυ ο …έρμος ο Κακογιάννης, εξουθενωμένος από την κούραση των γυρισμάτων αποκοιμάται και τον ξυπνούν οι …..ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΦΩΝΕΣ των δύο ΕΡΑΣΤΩΝ: Χορν – Λαμπέτη από το δπλανό ….δωμάτιο. Η Έλλη Λαμπέτη γυρίζοντας στην Αθήνα ανακοινώνει πλέον ότι δεν είναι μαζί με τον Μάριο Πλωρίτη.

Το 1955 είναι η σειρά του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΖΑΒΕΛΛΑ σε ΠΑΡΑΓΩΓΗ της ΑΝΖΕΡΒΟΣ, να δώσει ένα ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ με την “ΚΑΛΠΙΚΗ ΛΙΡΑ” σε ΣΕΝΑΡΙΟ δικό του βασισμένο σε τέσσερις σπονδυλωτές διαφορετικες ιστορίες μαζί με τους:

ΒΑΣΙΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΙΔΗ, ΙΛΥΑ ΛΙΒΥΚΟΥ, ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ ΒΡΑΝΑ, ΜΙΜΗ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟ, ΟΡΕΣΤΗ ΜΑΚΡΗ, ΖΩΡΑ ΤΣΑΠΕΛΗ.

Οι Έλλη Λαμπέτη και ο Δημήτρης ΧΟΡΝ “οργιάζουν” μεγαλουργώντας στο τελευταίο θέμα της ταινίας με τη σχέση ΖΩΓΡΑΦΟΥ και ΜΟΝΤΕΛΟΥ που έμεινε στην ιστορία και με το “Σ’ ΑΓΑΠΩ” της Έλλης Λαμπέτη που έμελλε να συγκλονίσει με την μοναδική του έκφραση θεατές, κριτικούς, κινηματογραφιστές.

Ο έρωτας των δύο πρωταγωνιστών πλέον, είναι φανερός, έντονος, δεν έχει να κρυφτεί από τις …αδιάκριτες ματιές των οπερατέρ. Η φλογερή τους αγάπη εκφράζεται και ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ με τρόπο που ξεχειλίζει τρυφερότητα στην ταινία γεγονός που της δίνει χαρακτήρα συναισθηματικού … ντοκιμαντέρ.

Αν σε όλα τούτα προσθέσεις τη μαγική ΜΟΥΣΙΚΗ του ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗ συγκροτείς μια από τις 20 ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ.

Το 1956 έρχεται η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ταινία στην οποία θα τους απολαύσουμε να δημιουργούν αλλά και να μεγαλουργούν ταυτόχρονα

Ο Μιχάλης Κακογιάννης πάλι γράφει και σκηνοθετεί το θρυλικό: “ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ” ταινία που τιμήθηκε με ΧΡΥΣΗ ΣΦΑΙΡΑ ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΞΕΝΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ και ήταν ΥΠΟΨΗΦΙΑ ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ στο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΑΝΝΩΝ την ίδια χρονιά.

Γυρισμένη στην Ύδρα η ταινία, με την Έλλη Λαμπέτη να είναι περισσότερο ΕΚΤΥΦΛΩΤΙΚΗ όσο ποτέ, ΕΞΑΝΑΓΚΆΖΟΝΤΑΣ τον …Οπερατέρ να ψιθυρίζει βλέποντάς την “Oh my God……!!!” και το Δημήτρη Χορν εκφραστικό, ερωτευμένο, μαγεμένο από εκείνη την μοναδική ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ και ΘΛΙΨΗ που έβγαζε η μορφή της Έλλης Λαμπέτη.

Μαζί τους οι: ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΟΥΝΤΑΣ, ΕΛΕΝΗ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ, ΑΝΕΣΤΗΣ ΒΛΑΧΟΣ, ΝΟΤΗΣ ΠΕΡΓΙΑΛΗΣ, ΝΙΚΟΣ ΦΕΡΜΑΣ, ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΕΓΓΟΣ. Στην ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΣΗ ο μεγάλος WALTER LASSALY ενώ τη μουσικη γράφει ο μεγάλος ΑΡΓΥΡΗΣ ΚΟΥΝΑΔΗΣ.

Η ταινία αυτή δίνει στην οθόνη μια τραγικότητα τόσο εμφανή που πραγματικά δύσκολα συναντάς και σπάνια στην Κινηματογραφική σκηνή.

Μια “παγερή” σιωπή είναι στιγμές που σε καθηλώνει, τα βλέμματα των Λαμπέτη – Χορν και η αργή, βασανιστική τους ανταπόκριση είναι τέτοια που σε κρατάνε καθηλωμένο προσμένοντας το επόμενο καθαρτικό βήμα που έρχεται κορυφώνοντας το δράμα.

ΜΕΓΑΛΕΣ πραγματικά ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ από το ΜΕΓΑΛΟ αυτό δίδυμό μας…..! Αυτή θα είναι και η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ τους κινηματογραφική ταινία στην οποία συναντιώνται…..

Το 1956 θα φύγει ΠΡΟΩΡΑ από τη ζωή ο κοινός τους κρίκος Γιώργος Παππάς και έχουν ήδη αρχίσει τα πρώτα σύννεφα και στην προσωπική τους σχέση, που βήμα το βήμα θα εξελιχθούν σε εμπόδια και σταδιακές ρήξεις που θα οδηγήσουν κάπου στα 1958 στον οριστικό χωρισμό μέσα από πολλά κύματα και παράλληλες εκρήξεις.

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΑ βέβαια μετά το “ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ” συναντήθηκαν και άλλες φορές, όμως όλες στο θέατρο με σημαντικές και μεγάλες δουλειές κάτω από τη σκιά της ΘΥΕΛΛΩΔΟΥΣ ΣΧΕΣΗΣ τους που αργόσβησε με την αναχώρηση της Έλλης Λαμπέτη στην Αμερική…

Στόχος μας ή και δικαίωμά μας εδώ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ να σταθούμε και να κρίνουμε εμείς τη σχέση τους…..με τίποτα άλλωστε…..! Είναι κομμάτι της ζωής τους…….που έκλεισε μαζί με τη  δική τους φυσική αναχώρηση από κοντά μας…

Εμείς ρουφάμε την ευωδία αυτής της ΣΥΝΥΠΑΡΞΗΣ που μετουσίωσε ένα ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟ ΔΙΔΥΜΟ που είναι πραγματικά κρίμα που έδωσε μόνο 3 ταινίες στον Ελληνικό Κινηματογράφο αλλά περισσότερες θεατρικές παραστάσεις.

Εμείς θα ζούμε με την ΑΝΑΜΝΗΣΗ της ΜΟΡΦΗΣ τους, με το ΒΛΕΜΜΑ τους, με το πόσο ΖΩΗ και ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ μπορεί να αναδείξει ένας ΕΡΩΤΑΣ στην ΤΕΧΝΗ….

Δύο “αταίριαστοι” κοινωνικά άνθρωποι, που κάποια στιγμή και χρόνια, ο έρωτας, απάλυνε τις διαφορετικές τους αφετηρίες και σκέψεις ζωής, που η Φύση τους στέρησε ίσως ένα φυσικό συνδετικό κρίκο που θα άλλαζε την πορεία τους (Ένα παιδί…….).

“ΝΙΚΗΤΕΣ” από αυτήν την ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ είναι η ΤΕΧΝΗ…..! Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ…..!

Εμείς όλοι, το κοινό, οι συντελεστές του Θεάτρου και Κινηματογράφου, οι απλοί άνθρωποι και θεατές των σκηνικών στιγμών τους… Εμείς θα μείνουμε στο αλησμόνητο, “Σ’ ΑΓΑΠΩ” που σφράγισε για πάντα την καρδιά μας….

Advertisement

Η πρώτη απονομή των βραβείων Όσκαρ

Όσκαρ

Εκατομμύρια άνθρωποι καθηλώνονται κάθε χρόνο μπροστά στους τηλεοπτικούς δέκτες τους, για να παρακολουθήσουν την τελετή απονομής των διάσημων Βραβείων Όσκαρ (Oscar Academy Awards).

Κάθε έτος η αναμετάδοση είναι πολύωρη και αρκετά κουραστική, η παραγωγή δεν επιφυλάσσει ιδιαίτερες εκπλήξεις, οι λόγοι των βραβευθέντων είναι επαναλαμβανόμενοι, η συγκίνηση διάχυτη, οι ευχαριστίες -μετά δακρύων συχνά- δεν έχουν τίποτα καινούργιο να πουν, και η πασαρέλα των διάσημων προσκεκλημένων αναμενόμενα εντυπωσιακή. Παρά ταύτα, η θεαματικότητα της τελετής απονομής είναι τεράστια και σύσσωμο το φιλοθεάμον κοινό ανανεώνει το ραντεβού του με τα Όσκαρ για την ερχόμενη χρονιά.

Όλα ξεκίνησαν όταν o ιδιοκτήτης της εταιρίας Metro Goldwyn Mayer (MGM) και αδιαμφισβήτητο αφεντικό της μέχρι τότε μικρής κινηματογραφικής βιομηχανίας, Λούις Μπ. Μάγερ, στην προσπάθειά του να αντιδράσει στις φήμες περί ανηθικότητας των κινηματογραφικών κυκλωμάτων,

oscar

Τα πολυπόθητα αγαλματίδια

Η Ακαδημία Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών δημιουργήθηκε το 1927, μετά από ένα δείπνο σε κεντρικό ξενοδοχείο, με στόχο να μεσολαβεί στις εργατικές διαφορές. Η αρχική σύνθεσή της περιελάμβανε 231 επαγγελματίες και από τους πέντε κλάδους του χώρου (ηθοποιοί, σκηνοθέτες, συγγραφείς, τεχνικοί και παραγωγοί). Ο Μάγερ επέβλεπε προσωπικά την επιλογή των μελών της Ακαδημίας, η δραστηριότητα της οποίας πολύ σύντομα επικεντρώθηκε στα κινηματογραφικά πράγματα.

Αρχικώς, τα μέλη της Αμερικανικής ψήφιζαν το συνάδελφο της αρεσκείας τους και η τελική απόφαση για τους νικητές περνούσε από το Κεντρικό Συμβούλιο Κρίσεων. Τα αποτελέσματα δίνονταν στις εφημερίδες για δημοσίευση στις 11 π.μ. τη μέρα των βραβείων. Αλλά το 1940, η εφημερίδα Los Angeles Times ανακοίνωνε τους νικητές στην έκδοση των 8:45. Την επόμενη χρονιά υιοθετήθηκε και διατηρείται έως σήμερα το σύστημα του κλειστού φακέλου και η πασίγνωστη φράση: «And the Οscar goes to…».

Τα πρώτα βραβεία δόθηκαν στις 16 Μαΐου του 1929, σε μια κλειστή τελετή 250 ατόμων στο Blossom Room του ξενοδοχείου Roosevelt στο Χόλιγουντ, για ταινίες της περιόδου 1927 – 1928. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον δεν υπήρχες, καθώς οι νικητές ήταν γνωστοί από τις 18 Φεβρουαρίου, με την ανακοίνωση της θέσπισης των βραβείων. Η πρώτη ομιλούσα ταινία The Jazz Singer αποφασίστηκε ότι δεν έπρεπε να συναγωνιστεί τις άλλες, και της δόθηκε ειδικό αγαλματίδιο. Ένα τέτοιο πήρε και ο Τσάρλι Τσάπλιν, μιας και δεν κατάφερε να αποσπάσει ούτε ένα βραβείο στις κατηγορίες σκηνοθεσίας, κωμωδίας, ερμηνείας και σεναρίου, για την ταινία του «Το Τσίρκο».

H πρώτη απονομή των βραβείων Όσκαρ

Για την ιστορία, το πρώτο Όσκαρ καλύτερης ταινίας πήγε στο πολεμικό δράμα Wings, που κέρδισε και τα εφέ. Ίσως μεγαλύτερος νικητής, η ταινία 7th Heaven, που απέσπασε τα βραβεία σκηνοθεσίας (Φράνκ Μπόρζειτζ), Σεναρίου και Γυναικείας Ερμηνείας (Τζάνετ Γκέινορ). Το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου απονεμήθηκε στον Έμιλ Γιάνινγκς για το Τhe Last Command, ο οποίος παρέλαβε το βραβείο του στη Γερμανία.

Η τελετή αναμεταδόθηκε για πρώτη φορά ραδιοφωνικά το 1930 και τηλεοπτικά 23 χρόνια αργότερα, οπότε άρχισε πλέον να γίνεται ένα εξαιρετικά δημοφιλές χάπενινγκ. Η ονομασία «Όσκαρ» πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1939. Για την πατρότητά της ερίζουν η Μπέτυ Ντέιβις, ο Σίντνεϊ Σκάλσκι και η βιβλιοθηκάριος της Ακαδημίας Μαργκαρετ Χέρικ… «Καλέ αυτός είναι φτυστός ο θειος μου, ο Όσκαρ» φέρεται να αναφώνησε όταν είδε το επίχρυσο αγαλματίδιο, το οποίο σχεδιάστηκε από τον Σέντρικ Γκίμπονς, αρχισχεδιαστή τότε της MGM.

Σήμερα, η Ακαδημία αριθμεί 5.607 μέλη, τα οποία ξεχωρίζουν με την ψήφο τους τούς καλύτερους καλλιτέχνες της χρονιάς. Και όσο κι αν πολλοί έχουν αντιρρήσεις για τις επιλογές της Ακαδημίας, αφού συχνά δεν συμπλέουν με τα γούστα και τις επιλογές του κοινού, κάθε αμερικανός καλλιτέχνης επιθυμεί το Όσκαρ ως ανώτατη αναγνώριση της προσφοράς και των ικανοτήτων του στον τομέα του, και οι θεατές παρακολουθούν τουλάχιστον με ενδιαφέρον τις αποφάνσεις της Ακαδημίας.

Τα Όσκαρ, με όλη τη μυθολογία που τα συνοδεύει, έχουν επιτύχει να απογειώσουν το μαζικό ενδιαφέρον για τον κινηματογράφο, τις ταινίες και όλον αυτόν το λαμπερό κόσμο που προβάλλει μέσα από τις σκοτεινές αίθουσες.

Advertisement

Ιδρυτές γνωστής σαπωνοποιίας οι γονείς του Ελύτη

δύτες

Γνωστή σαπωνοποιία από το 1830, που εδρεύει στον Πειραιά. Ιδρυτές οι γονείς του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη που ξεκίνησαν από την Κρήτη για τον Πειραιά όπου και ίδρυσαν την αρχική σαπωνοποιία.

Το σαπούνι Άσσος πράσινο από λάδι ελιάς, οι νιφάδες με πράσινο σαπούνι, το λευκό λεβάντας – τρία γνωστά από παλιά προϊόντα που έμπαιναν σε κάθε σπίτι – για το πλύσιμο, τη λάτρα, το μπάνιο.

Κύρια συστατικά των σαπουνιών το καθαρό μείγμα και η εκλεκτή απαλότητα.
Αναμεμειγμένο το λάδι ελιάς  με διάφορα αρωματικά και φυτικά εκχυλίσματα, δίνει το διαφορετικό χρώμα και άρωμα στο σαπούνι που πουλιέται και στα καταστήματα ευρείας κατανάλωσης αλλά και σ’ αυτά των ειδών λαϊκής τέχνης, προσφέροντας στον τουρίστα ένα από τα παραδοσιακά προϊόντα της ελληνικής γης —το λάδι ελιάς, ως επίσης της ελληνικής δεξιοτεχνίας και δημιουργικής επιχειρηματικότητας.
Σαπούνι Άσσος Αλεπουδέλη

Advertisement

Η σπηλιά του Νταβέλη

σπηλιά του Νταβέλη

Η… μυστηριώδης διάσταση όσον αφορά τη σπηλιά του Νταβέλη άρχισε να δίνεται από τα τέλη της δεκαετίας του ’60.

Ένα από τα αγαπημένα θέματα όσων ασχολούνται με τα μυστηριώδη και ανεξήγητα φαινόμενα είναι η Πεντέλη. Και ένα από τα πιο… must μέρη για όλους τους λάτρεις του άγνωστου είναι η σπηλιά του Νταβέλη, που βρίσκεται στο Πεντελικό Όρος.

Υπάρχουν δεκάδες άρθρα στο διαδίκτυο γι’ αυτό το θέμα. Θα προσπαθήσουμε να προσθέσουμε και νέα στοιχεία, μαζί βέβαια με τα ήδη γνωστά, αλλά απολύτως απαραίτητα.

Λίγα λόγια για την Πεντέλη…

Η Πεντέλη (Πεντελικό Όρος) είναι το δεύτερο ψηλότερο βουνό της Αττικής, μετά την Πάρνηθα. Στην αρχαιότητα ονομαζόταν και Βριλησσός ή Βριληττό. Ψηλότερη κορυφή της είναι το Πυργάρι ή Πέργαρι, στα 1.109μ. Φημίζεται για τα μάρμαρά της, από τα οποία κατασκευάστηκαν όλα τα μνημεία της Ακρόπολης, και για τα πολλά πεύκα της.

spilia

…Και λίγα λόγια για τον Νταβέλη

Ο Χρήστος Νταβέλης (πραγματικό επώνυμο Νάτσιος) γεννήθηκε περίπου το 1832 στο Στείρι Βοιωτίας. Σε ηλικία 15 ετών εργαζόταν ως γαλακτοπώλης και υπηρέτης στη Μονή Πεντέλης. Σύντομα, πέρασε στην παρανομία και εντάχθηκε στη συμμορία που έδρασε στην Αττική, την Εύβοια, τη Βοιωτία και τη Φθιώτιδα. Η «δράση» του κορυφώθηκε το 1855, με την απαγωγή του Γάλλου λοχαγού Μπερτό.

Το γεγονός αυτό προκάλεσε διπλωματικό επεισόδιο και αναταραχή στους κόλπους της κυβέρνησης, που έδωσε στον Νταβέλη το υπέρογκο, τότε, ποσό των 30.000 δρχ. σε χρυσό για να απελευθερωθεί ο Μπερτό. Σκοτώθηκε σε συμπλοκή με απόσπασμα της Χωροφυλακής το 1856, κοντά στο χωριό Ζεμενό της Βοιωτίας.

Επικεφαλής του αποσπάσματος ήταν ο αδελφικός του φίλος και πρώην πρωτοπαλίκαρό του, Ιωάννης Μέγας, ο οποίος εγκατέλειψε τη συμμορία και εντάχθηκε στη Χωροφυλακή, μετά από αντιπαράθεση με τον Νταβέλη για… τα μάτια της Ιταλίδας κόμισσας Λουίζας Μπανκόλι. Αυτά σύμφωνα με τον θρύλο…

Η σπηλιά του Νταβέλη – Πραγματικά στοιχεία, μύθοι, θρύλοι και φήμες

Η λεγόμενη σπηλιά του Νταβέλη βρίσκεται στο ΝΔ τμήμα της Πεντέλης, σε υψόμετρο 720μ. Πήρε το όνομά της από τον φοβερό λήσταρχο (υπάρχουν ωστόσο κάποιοι που θεωρούν ότι ο Νταβέλης αγνοούσε ακόμα και την ύπαρξη της σπηλιάς). Στην αρχαιότητα υπήρξε ιερό του θεού Πάνα, ενώ στα βυζαντινά χρόνια υπήρξε ερημητήριο ασκητών, στους οποίους οφείλει και το παλαιότερο όνομά της «Σπήλαιον των Αμώμων».

Λέγεται ότι κάποιοι από τους ασκητές αυτούς έζησαν ως το τέλος της ζωής τους στα βάθη της σπηλιάς. Η είσοδός της είναι εντυπωσιακή. Στα δεξιά της βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Νικολάου με τοιχογραφίες πρωτότυπης τεχνογραφίας (13ος αι.) και το ασκητήριο του Αγίου Σπυρίδωνα με μεταβυζαντινά έργα. Τα δύο αυτά μνημεία υπέστησαν ρηγματώσεις από τα έργα του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας που έγιναν στην περιοχή τις δεκαετίες του 1970 και 1980 (θα αναφερθούμε εκτενώς παρακάτω).

Ζημιές είχε υποστεί και το εσωτερικό του σπηλαίου. Ωστόσο, οι εκκλησίες σήμερα έχουν υποστυλωθεί και συντηρηθεί, ενώ οι τοιχογραφίες τους εκτίθενται στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας.

Η… άλλη διάσταση στη σπηλιά του Νταβέλη άρχισε να δίνεται από τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Την περίοδο της επταετίας, οι δικτάτορες προσπάθησαν να μετατρέψουν το αρχαίο λατομείο σε κεντρικό στρατηγείο διοίκησης των επιχειρήσεων. Ξεκίνησαν έτσι κάποια έργα (τσιμεντένιες κατασκευές) εξωτερικά της σπηλιάς, τα οποία όμως δεν ολοκληρώθηκαν λόγω της πτώσης της χούντας.

Το 1977 ξεκίνησαν νέα έργα από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Έγινε προσπάθεια τα έργα αυτά να μείνουν κρυφά. Μετά όμως από ένα αποκαλυπτικό δημοσίευμα του «Ταχυδρόμου» στις 6/10/1977, το ΓΕΣ αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι ο στρατός είχε ξεκινήσει άκρως απόρρητα έργα στη σπηλιά του Νταβέλη! Όπως είναι φυσικό, οι φήμες άρχισαν να οργιάζουν. Ιδιαίτερα καθώς η περιοχή κηρύχθηκε στρατιωτική και φρουρούνταν.

Άρχισαν να διατυπώνονται εικασίες για το ποιος κρύβεται πραγματικά πίσω από τα έργα και τι τελικά γίνεται στην περιβόητη σπηλιά. Το ΝΑΤΟ, οι Αμερικάνοι (υπήρχε και η γειτονική βάση της Νέας Μάκρης εκείνη την εποχή), διάφορες μυστικές υπηρεσίες ήταν οι πρώτοι… στη λίστα των υπόπτων. Κάποιοι άλλοι ισχυρίζονταν ότι στην περιοχή θα κατασκευαστεί βάση πυραύλων ή κέντρο επικοινωνιών της Πολεμικής Αεροπορίας.

Γιατί όμως επιλέχθηκε η συγκεκριμένη σπηλιά και πώς παρακάμφθηκαν οι αντιδράσεις των αρχαιολόγων; Πρέπει προφανώς να υπήρχε κάποιος πολύ σοβαρός λόγος για να συμβεί αυτό. Ίσως η περιοχή να έχει κάποιες ιδιότητες που την κάνουν «ξεχωριστή»… Στη σπηλιά προκλήθηκαν πολύ μεγάλες καταστροφές και αλλοιώθηκε ο γύρω απ’ αυτήν χώρος. Το 1983 τα έργα σταμάτησαν.

spilia 1 1

Απαντήσεις σε πολλά από τα ερωτήματα για το τι έγινε όλα αυτά τα χρόνια στην περιοχή έδωσε ο ερευνητής Γιώργος Μπαλάνος, με το βιβλίο του «Το Αίνιγμα της Πεντέλης» (1982).

Τον Αύγουστο του 1990, με την κυβέρνηση Μητσοτάκη στην εξουσία, οι εργασίες ξεκινούν εκ νέου! Ωστόσο, αυτή τη φορά η αντίδραση του Τύπου είναι έντονη, με πρωτοπόρο το «Έθνος», ενώ διάφοροι – σχετικοί και άσχετοι – που κατακλύζουν τον χώρο σε καθημερινή βάση, οδήγησαν τους αρμόδιους να σταματήσουν πολύ σύντομα τα έργα.

Φυσικά, από το όλο σκηνικό δεν θα μπορούσαν να λείπουν και τα UFO! Γράφει σχετικά ο συγγραφέας-ερευνητής Σωκράτης Αικατερινίδης το 1988:

«… Στην Πεντέλη, εκτός από συχνές εμφανίσεις (εννοεί UFO), έχουν συμβεί και άλλα παράδοξα φαινόμενα, ηλεκτρομαγνητικά, μαγνητικές δίνες και ο δρόμος με την “αρνητική βαρύτητα”. Στην ίδια περιοχή υπάρχει η σπηλιά του Νταβέλη, στην οποία συμβαίνουν πολλά παράξενα, όπως απώλεια μνήμης, λανθασμένες ενδείξεις οργάνων, αντικείμενα που δεν έπρεπε να βρίσκονται εκεί, ενώ μάρτυρας ενός περιστατικού με εμφάνιση ενός αλλόκοτου όντος, υπήρξε κορυφαίος πολιτικός, πρώην υπουργός Εθνικής Άμυνας και μετέπειτα αρχηγός κόμματος». (Αναφέρεται προφανώς στον αείμνηστο Ευάγγελο Αβέρωφ-Τοσίτσα.)

Μετά το 1990 η σπηλιά συνδέθηκε με μυστικιστικές τελετές (μέχρι και οι σατανιστές της Παλλήνης λέγεται ότι τη χρησιμοποιούσαν για τη μακάβρια δράση τους).

Ήδη από πολύ παλιά, οι ξυλοκόποι και οι μελισσοκόμοι της Πεντέλης διηγούνταν παράξενες ιστορίες: αλλόκοτες μουσικές, εμφανίσεις αγγέλων και φαντασμάτων.

Στα νεότερα χρόνια είναι συχνές οι αναφορές από τους κατοίκους της περιοχής για παράξενα φώτα στον ουρανό, μυστηριώδεις ήχους κλπ. Μέσα στη σπηλιά του Νταβέλη υπάρχουν μεγάλες ανωμαλίες στο μαγνητικό πεδίο. Φακοί αναβοσβήνουν χωρίς λόγο ή ανάβουν χωρίς μπαταρίες, τα διάφορα όργανα μετρήσεων δείχνουν… εξωφρενικά νούμερα, οι επισκέπτες της παρουσιάζουν κενά μνήμης, κρίσεις πανικού κ.ά. Προφανώς κάτι δεν πάει καλά εκεί…

Υπάρχουν βέβαια και φήμες που θέλουν τη σπηλιά να επικοινωνεί μέσω στοών με το Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας (στην οποία «χρεώνονται» ερωτικές σχέσεις με τον Νταβέλη, κάτι που όμως χρονικά δεν «στέκει») ή ακόμα και την Αθήνα. Η πίστη ότι κάπου εκεί ο περιβόητος λήσταρχος είχε κρύψει τον θησαυρό του (;) οδήγησαν πολλούς σε λαθρανασκαφές, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Κλείνοντας αυτό το αφιέρωμα, να προσθέσουμε ότι το 1977 στο τότε ΕΙΡΤ επρόκειτο να προβληθεί μια εκπομπή για τα μυστήρια της σπηλιάς. Η εκπομπή δεν προβλήθηκε ποτέ και λίγο μετά ξεκίνησαν τα έργα που αναφέραμε. Όπως και να ‘χει το πράγμα, φαίνεται ότι κάποια μυστήρια πράγματα συμβαίνουν στη σπηλιά του Νταβέλη. Ίσως το Πεντελικό Όρος κρύβει κάποια μυστικά που αρνείται πεισματικά να αποκαλύψει. Ελπίζουμε με το άρθρο αυτό να μην σας τρομάξαμε, αλλά να «προσφέραμε» κάποιες καινούργιες γνώσεις σε όσες και όσους το διαβάσατε…

Advertisement

Οι μπαμπάδες του ελληνικού κινηματογράφου

Untitled
Untitled

Μπαμπάς……η κλασική μορφή και συνάμα φιγούρα της παραδοσιακής Ελληνικής Οικογένειας.

Μορφή με καίριο ρόλο στη ζωή και στη γαλούχηση όλων μας.

Αλήθεια πως θα μπορούσε άραγε η μορφή του παραδοσιακού χιουμοριστικά “ΜΠΑΜΠΑ” να ξέφευγε της προσοχής και της σημαντικότητας του κλασικού Ελληνικού Κινηματογράφου ;

Θεωρείτε πως ήταν ποτέ δυνατόν να μην τύχαινε της δικής του προβολής, της δικής του ανάδειξης ;

Φυσικά Όχι…!

Ο Ελληνικός Κινηματογράφος, στο είδος της Κωμωδίας και της Comedy, ασχολήθηκε πάρα μα πάρα πολύ με τους ….παραδοσιακούς Μπαμπάδες μιας ολάκερης εποχής από το 1950 ως το τέλος της δεκαετίας του 1970. 

Άλλοτε “βλοσυροί”, άλλοτε χαμογελαστοί, άλλοτε φωνακλάδες και άλλοτε τρυφεροί, άλλοτε κυρίαρχοι, “αφέντες” και επιβλητικοί και άλλοτε χαμογελαστές χαριτωμένες μαριονέτες στα καλομαθημένα παιδιά τους.Άλλοτε αυστηροί συνήθως συντηρητικοί, εποχή γαρ, άλλοτε ελεύθεροι προοδευτικοί πάντα στα μέτρα της εποχής.Και, το άλλο που το βάζετε ;

Ο Κλασικός Ελληνικός Κινηματογράφος ανέδειξε με εμφαντικό και πανηγυρικό τρόπο τη μορφή του “ΜΠΑΜΠΑ” στην κωμωδία αλλά συνάμα συνέθεσε το δίδυμο ΜΠΑΜΠΑΣ-ΚΟΡΗ το οποίο και κατέστη συντριπτικά κυρίαρχο σε αντίθεση με το δίδυμο  ΜΠΑΜΠΑΣ-ΓΙΟΣ που υστέρησε σε προβολή.

Η Εξήγηση δεν είναι τυχαία μήτε αυθαίρετη και βέβαια πηγάζει από την ίδια τη ζωή.Η Σχέση ΜΠΑΜΠΑ-ΚΟΡΗΣ στην Ελληνική παραδοσιακή Οικογένεια ήταν εκείνη που είχε πολλά χαρακτηριστικά που έδιναν αστείρευτο υλικό για την Κωμωδία, το Γέλιο, το χαμόγελο.

Πάμε λοιπόν σήμερα να θυμηθούμε κάποιους ….ΘΡΥΛΙΚΟΥΣ ΜΠΑΜΠΑΔΕΣ που ανέδειξε η Ελληνική Κωμωδία και άφησαν αξέχαστο στη μνήμη μας το άπλετο και αυθόρμητο γέλιο, τις ξεκαρδιστικές καταστάσεις, τις σχετικές γκάφες και παρεξηγήσεις που μας δίνουν ανάσα φρεσκάδας μέχρι σήμερα

Ποιοι Έλληνες Ηθοποιοί μας …διακρίθηκαν σε ρόλο κλασικού Μπαμπά στον Κινηματογράφο μας ;

Πολλοί….! και φυσικά Μεγάλοι Ηθοποιοί.

Να κάνουμε μια αρίθμηση :

ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΟΓΟΘΕΤΙΔΗΣ, ΜΙΜΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΟΡΕΣΤΗΣ ΜΑΚΡΗΣ, ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ, ΝΙΚΟΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, NIKHΤΑΣ ΠΛΑΤΗΣ, ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΖΕΡΒΟΣ

Ηθοποιοί που σε πρώτο κατά βάση ρόλο ερμήνευσαν το ρόλο του Μπαμπά στο Σινεμά μας.

Για να σταθούμε επιλεκτικά σε κάποιους τέτοιους ….θρυλικούς Μπαμπάδες λοιπόν που τους βιώσαμε τόσο μα τόσο εμφαντικά

******************

ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΟΓΟΘΕΤΙΔΗΣ

Ο Μεγάλος μας ηθοποιός συνήθως δεν έπαιξε πολύ το ρόλο του “Μπαμπά” στον Κινηματογράφο. Όμως σε μια εξαίρετη ταινία του ήταν εκεί, παρών, στο ρόλο του Πατέρα 

1958 “ΕΝΑΣ ΗΡΩΣ ΜΕ ΠΑΝΤΟΥΦΛΕΣ” του ΑΛΕΚΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ σε Σενάριο και Σκηνοθεσία δική του.

Ποιος δεν θυμάται αλήθεια τον …ένδοξο απόστρατο Στρατηγό Λάμπρο Δεκαβάλλα να αντιμετωπίζει το δράμα της αγαπημένης του κόρης, Πόπης Δεκαβάλλα  (ΙΛΙΑ ΛΙΒΥΚΟΥ) που στενάζει από το ξεπούλημα του απατεώνα μέλλοντα γαμπρού τους Κώστα Στουπάτη (ΒΥΡΩΝ ΠΑΛΛΗΣ)

***************

ΜΙΜΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Μεγάλος μας Ηθοποιός δεν έχει παίξει πολλούς ρόλους “Πατέρα” στην τεράστια Θητεία του στον Κινηματογράφο μας.

Παρ’ όλα αυτά σταχυολογούμε μία από τις πιο κλασικές και υπέροχες εμφανίσεις του ως κλασικός “Μπαμπάς”

1962  “Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΝΝΟ”

Στο ανθρώπινο και εξαίρετο Σενάριο του ΝΙΚΟΥ ΤΣΙΦΟΡΟΥ και την κλασική αυθεντική Σκηνοθεσία του ΝΤΙΝΟΥ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ, ο ΜΙΜΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ερμηνεύει τη φιγούρα του κλασικού Μπαμπά της Εποχής.

Ο Θόδωρος λοιπόν, πατέρας παλαιών και συντηρητικών αρχών, που δεν αφήνει την όμορφη και γλυκιά κόρη του Χριστίνα (ΣΜΑΡΟΥΛΑ ΓΙΟΥΛΗ) να πάρει ανάσα στην κυριολεξία.

Το κλασικό ….δίκαννο μένει ως “όπλο” απειλής και εφαρμογής της διαφέντευσης της οικογένειάς του, που όμως στην κυριολεξία καθίσταται στην πράξη ανίσχυρο να ανακόψει τη δύναμη του έρωτα και της αγάπης

Μια εκπληκτική ερμηνεία του ΜΙΜΗ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ ως αυστηρός Μπαμπάς, που όμως έχει καρδιά που ζει στην αγωνία για την τύχη της αγαπημένης του κόρης.

Δύο ακόμα μεγάλες Γυναίκες τον πλαισιώνουν, η ΣΜΑΡΟΥΛΑ ΓΙΟΥΛΗ στο ρόλο της κόρης του και η ΝΙΤΣΑ ΤΣΑΓΑΝΕΑ στο ρόλο της γυναίκας του.

***********************

ΟΡΕΣΤΗΣ ΜΑΚΡΗΣ

Εντάξει… εδώ έχουμε “πρόβλημα”…! και μάλιστα σοβαρό πρόβλημα. Ο Μεγάλος μας Ηθοποιός είναι ο πιο κλασικός καταξιωμένος “ΜΠΑΜΠΑΣ” στο Ελληνικό Σινεμά.

Τόσο στο κλασικό δράμα όσο βέβαια και στις αθάνατες Κωμωδίες.

Από που να τον ξεκινήσουμε.

Από τον “ΜΕΘΥΣΤΑΚΑ”, από τον “ΓΡΟΥΣΟΥΖΗ” ; από το “ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ”, από το θρυλικό “ΑΜΑΞΑΚΙ” ;

Από το “ΟΔΟΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑ 288”; ή αν περάσουμε στις Κωμωδίες στις οποίες και σήμερα εστιάζουμε:

Στην “Η ΚΥΡΑ ΜΑΣ Η ΜΑΜΜΗ”, “Ο ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΟΥ”, “Η ΘΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΙΚΑΓΟ” ; και τόσες άλλες.

Πάμε λοιπόν να διαλέξουμε δύο:

1957  “Η ΘΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΙΚΑΓΟ”

Μπαμπάς ο Ορέστης Μακρής και μάλιστα όχι μιας κόρης αλλά δύο, τριών, ….τεσσάρων παρακαλώ…!

Η Αξέχαστη ταινία του ΑΛΕΚΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ σε δικό του Σενάριο δίνει τη δυνατότητα στον τεράστιο αυτόν Ηθοποιό μας να διαμορφώσει τον χαρακτήρα και το ρόλο ενός “ΜΠΑΜΠΑ” που μένει αξέχαστος στον Κινηματογράφο αλλά και στη ζωή μας.

Ο ΟΡΕΣΤΗΣ ΜΑΚΡΗΣ πλαισιώνεται επάξια από την μεγάλη ΓΕΩΡΓΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ ως την “τρελή” Θεία που έρχεται από το Σικάγο για να σαρώσει με την παρουσία της το “αραχνιασμένο” από ιδέες σπιτικό του Χαρίλαου που ζει με την γυναίκα του, την ΕΛΕΝΗ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ που αγωνιά για την τύχη των κοριτσιών της.

Η Δαιμόνια Θεία όμως και το θαυματουργό …κανάτι της θα φροντίσει για όλα.

1964  “Ο ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΟΥ”

Ο ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΜΑΤΣΑΣ γράφει και ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΖΩΓΡΑΦΑΚΗΣ σκηνοθετεί μια εξαίρετη κωμωδία, στην οποία η διαχρονική φιγούρα του Πατέρα ΟΡΕΣΤΗ ΜΑΚΡΗ κυριαρχεί πάλι ανάμεσα στα τρία του κορίτσια και στην έρμη την οικονόμο του την Ευδοκία.

Μια απολαυστική ερμηνεία από τον Ορέστη Μακρή ως κ. Αριστείδη, χήρο φιλόλογο καθηγητή που ζώντας με την οικονόμο του την Ευδοκία (ΣΜΑΡΩ ΣΤΕΦΑΝΙΔΟΥ), και τα τρία του κορίτσια, περιορισμένα αυστηρά να προσπαθούν να ζήσουν λίγο από τα νιάτα τους.

ΜΠΑΜΠΑΣ λοιπόν ο ΟΡΕΣΤΗΣ ΜΑΚΡΗΣ και στις δύο αυτές ταινίες και μάλιστα …Πολύτεκνος…!

********************

ΝΙΚΟΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ

Άλλος ένας κλασικός ΜΠΑΜΠΑΣ της μεγάλης Οθόνης.

Ο Μεγάλος μας ηθοποιός διέπρεψε σε συγκεκριμένους ρόλους αναδεικνύοντας το ρόλο του Πατέρα τόσο σε κορίτσια όσο και σε αγόρια παιδιά.

Θα σταθούμε σε δύο εξαίρετες ταινίες στις οποίες ο μεγάλος μας Ηθοποιός μεγαλούργησε στην κυριολεξία ως Πατέρας.

1962  “Ο ΓΑΜΠΡΟΣ ΜΟΥ Ο ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ”

Ένας πατέρας συγκλονιστικός εδώ ο Νίκος Σταυρίδης στο εξάιρετο σενάριο του ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΑΖΑΡΙΔΗ και σε Σκηνοθεσία του ΟΡΕΣΤΗ ΛΑΣΚΟΥ.

Ερμηνεία και συναισθήματα που άφησαν εποχή για το που μπορεί να φτάσει και τι μπορεί να κάνει ένας Μπαμπάς για να σώσει την ευτυχία του παιδιού του κάνοντας στην άκρη τα δικά του “θέλω”.

Ο Μελέτης Καψομανώλης λοιπόν ως Μπαμπάς (ΝΙΚΟΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ) με την μονάκριβη κόρη του Αργυρούλα (ΜΙΡΚΑ ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ) μπαίνει σε χοντρούς μπελάδες με τον Γαμπρό του Μικέ Λογαρά (ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΤΖΑΣ), ο οποίος πολιορκείται στο σπίτι του από δύο πρώην ερωμένες του, την Βιολέτα (ΜΠΕΑΤΑ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ) και την Ζαζά (ΑΝΝΑ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗ).

Ο Μπαμπάς ΝΙΚΟΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ τρέχει και δεν φτάνει για να βρει λύση και άκρη μπροστά στην επερχόμενη δυστυχία της κόρης του κάνοντας ένα σωρό πράγματα και κινήσεις στο περιθώριο.

1967  “Ο ΧΑΖΟΜΠΑΜΠΑΣ”

Ταινία που, εξ ορισμού, αναδεικνύει περίτρανα το ρόλο του κλασικού Έλληνα “χαζομπαμπά” που στα μάτια του κανακάρη του βλέπει ολάκερο τον κόσμο αδιαφορώντας για το στραβό καλομάθημά του, που οδηγεί σε αδιέξοδο και σύγκρουση.

Με το σενάριο ζωής του ΔΗΜΗΤΡΗ ΒΛΑΧΟΥ και την εξαίρετη σκηνοθεσία του ΟΡΕΣΤΗ ΛΑΣΚΟΥ παρακολουθούμε την ιστορία του Χαράλαμπου Νούφαρου (ΝΙΚΟΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ), όπου με τη Γυναίκα του Σοφία (ΜΠΕΑΤΑ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ) μεγαλώνουν τον μονάκριβο γιό τους, τον Απόστολο (ΝΙΚΟΣ ΔΑΔΙΝΟΠΟΥΛΟΣ).

Ίσως μια από τις καλύτερες και πιο Ηθογραφικές προσεγγίσεις του Χαζομπαμπά στον Ελληνικό Κινηματογράφο με τον Σταυρίδη να παραδίδει μαθήματα συναισθημάτων και των πόθων ενός Πατέρα που μεγαλώνει το γιο του με απίστευτη καλομάθεια, μέσα από χίλιους μύριους κόπους ζωής για να τον φτάσει στην προκλητική κακομάθεια.

Η Ίδια η παρέμβαση του Πατέρα είναι αυτή που θα δώσει και την τελική λύση
Ακολούθησαν και άλλες ταινίες από τον εξαίρετο Ηθοποιό μας στο ρόλο του Μπαμπά:
“ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΟΣΜΑΚΗΣ”, “Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΡΟΛΟΪ”, “ΜΠΕΤΟΒΕΝ ΚΑΙ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ”

********************

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ακόμα μια τεράστια μορφή στα Κινηματαγραφικά μας καρέ, που ίσως ταυτίστηκε με το ρόλο και τη φιγούρα του “ΜΠΑΜΠΑ” στη μεγάλη Οθόνη.
Καλοσυνάτος, ευκολόπιστος, ταλαιπωρημένος, αγωνιστής, προσπαθεί να επιβιώσει μέσα από χίλιες δυό καταστάσεις που του σκαρώνουν οι κόρες του και οι γιοί του.
Για να τον ξεχωρίσουμε σε δύο κλασικές προσωπικότητες “ΜΠΑΜΠΑ”
1966  “ΦΟΥΣΚΟΘΑΛΑΣΣΙΕΣ”

Ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος ως Καπετάν Νικολής Σφακιανός στην Άνδρο σε μια από τις καλύτερες Ηθογραφίες του Ελληνικού Κινηματογράφου με το σενάριο του ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΑΖΑΡΙΔΗ και την σκηνοθεσία του ΟΡΕΣΤΗ ΛΑΣΚΟΥ.
Ένας Μπαμπάς επιβλητικός εδώ ο Παπαγιαννόπουλος, ένας καπετάνιος που επιστρέφει στο νησί του στο σπιτικό του με την Χρυσούλα τη γυναίκα του, υπέροχη η ΜΑΙΡΗ ΑΡΩΝΗ κοντά του, και τις τρεις τους κόρες.

Ένας Πατέρας επιβλητικός αλλά συνάμα και τρυφερός, φορτωμένος τα συντηρητικά ήθη της εποχής αλλά ανοιχτός στην πραγματική αγάπη. Ένας Πατέρας που παλεύει με κάθε τρόπο για την ευτυχία των κοριτσιών του.

Μαθήματα ερμηνείας από τον μεγάλο μας ηθοποιό….! σε μια ταινία που η λέξη “Πατέρας” είναι αυτή καθ’ εαυτή η ψυχή της.

1964  “ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ”

Advertisement

Το 1910 καθιερώνεται η Κυριακή ως αργία

Κυριακή

Πάνε 107 χρόνια από τότε που άρχισε να εφαρμόζεται στην Ελλάδα  η κυριακάτικη αργία και, παρά τις αντιθέσεις που υπάρχουν, φαίνεται το θέμα της κατάργησής της έχει έλθει και πάλι στην επικαιρότητα…

Οι αντιρρήσεις και οι αντιδράσεις που υπάρχουν είναι πολλές και ποικίλες και προέρχονται κυρίως από τους μεσαίους και μικρούς εμπόρους, αλλά και από τους εργαζόμενους, αφού βλέπουν οι μεν να μην μπορούν να χρηματοδοτήσουν νέες θέσεις εργασίας ή υπερωρίες για τη λειτουργία αυτή και όλοι μαζί ότι καταργείται προς δόξαν του φιλελευθερισμού η κυριακάτικη αργία…

Παρά τα όσα συχνά πυκνά γράφονται, η ιστορία της καθιέρωσης της Κυριακής ως αργίας είναι πλούσια και δεν έχει καταγραφεί, αφού ακόμη και η ημερομηνία εφαρμογής της αναπαράγεται λανθασμένα.

Εκείνη την εποχή οι περισσότεροι – και ιδιαίτερα το πολιτικό σύστημα – ασχολήθηκαν με τους εμπόρους, τους επιχειρηματίες και τους οικονομικούς παράγοντες, που διαμαρτύρονταν για την απόφαση αυτή. Κανείς, κυρίως από τις εφημερίδες, δεν αποτύπωσε τι συνέβη με τις περισσότερο ωφελημένες τάξεις των συμπαθών εργαζομένων, όπως τα «μπακαλόπαιδα» ή «μπακαλόγατους» – όπως τους έλεγαν τότε –, τους μικρούς «γαυριάδες» και τους «μικροϋπαλλήλους», αφού είχε έλθει επιτέλους η ώρα και γι’ αυτούς που μία ημέρα θα αναπαύονταν ή θα διασκέδαζαν με τον υπόλοιπο κόσμο!

kiriaki argia. 1

Δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία η καθιέρωση της κυριακάτικης αργίας… Ήταν, βεβαίως, μια απόφαση, αποτέλεσμα πολύχρονων συζητήσεων, διεργασιών, αντιρρήσεων, αντιδράσεων και αντιθέσεων. Χαρακτηριστικό είναι ότι η απόφαση αυτή δεν ελήφθη μέσω του Εμπορικού Συλλόγου, όπως αναπαράγεται τα τελευταία χρόνια, ούτε εφαρμόστηκε το 1908.

Η καθιέρωση της Κυριακής ως αργίας οφείλεται στην κυβέρνηση Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, που ψήφισε ειδικό νόμο, ο οποίος δημοσιεύθηκε στα τέλη Δεκεμβρίου 1909 και άρχισε να εφαρμόζεται την πρώτη Κυριακή του νέου χρόνου, στις 4 Ιανουαρίου 1910. Η απόφαση δεν ήταν εύκολη.

Ως συνήθως το ζήτημα – όπως πολλά στην Ελλάδα – οδηγήθηκε στην πόλωση, με ορισμένους μάλιστα βουλευτές να υποστηρίζουν στη Βουλή πως η εφαρμογή του μέτρου θα προκαλούσε «μακελειό»!

Η αλήθεια είναι ότι διαψεύστηκαν παταγωδώς… Όσοι αργούσαν πανηγύρισαν και με το παραπάνω την καθιέρωση της αργίας. Το πρωί της Κυριακής γέμισαν τις εκκλησίες, τα αμάξια διαρκώς πηγαινοέρχονταν, τα τραμ ήταν πλημμυρισμένα μέχρι τη νύχτα και πολλοί ξεχύθηκαν στις εξοχές, παρά τη βροχή και την παγωνιά, για να πραγματοποιήσουν την πολυπόθητη εκδρομή, την οποία δύσκολα μπορούσαν να κάνουν, όχι μόνο γιατί δεν υπήρχαν τότε τα μέσα μεταφοράς, αλλά και γιατί δεν είχαν χρόνο, αφού κάθε μέρα δούλευαν.

Όσα καταστήματα εξαιρέθηκαν τότε από την εφαρμογή του νόμου (καφενεία, ζαχαροπλαστεία, καπνοπωλεία, κινηματογράφοι) έκαναν χρυσές δουλειές, όπως και τα οινοπωλεία στις γειτονιές. Εκεί, ένα μωσαϊκό ανθρώπων της καθημερινής βιοπάλης εγκατέλειπε τα υγρά υπόγεια και απολάμβανε τον νέο θεσμό με αισθήματα ανακούφισης.

Εκείνη τη χρονιά μάλιστα εφαρμόσθηκε – για πρώτη φορά – και ο θεσμός των εφημερευόντων φαρμακείων, ενώ το πρόστιμο για όσους θα άνοιγαν τις επιχειρήσεις ανερχόταν σε 500 δραχμές, ενώ για τους ενδεείς κράτηση μέχρι 30 ημέρες.

Το ενδιαφέρον είναι ότι από την εφαρμογή του νόμου εξαιρέθηκαν οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι οποίοι έπρεπε να εργαστούν κανονικά!
Τι θα γίνει σήμερα, 103 χρόνια μετά; Πού θα οδηγηθεί η σύγκρουση με την κυβέρνηση, η οποία θέλει πάση θυσία να ανοίξει τα μαγαζιά για να λειτουργήσει, λέει, ο ανταγωνισμός!!!

Κυρίως οι εργαζόμενοι είναι καχύποπτοι, αφού βλέπουν τις εργασιακές σχέσεις να κατεδαφίζονται και το κοινωνικό κράτος να καταρρέει… Δικαιολογημένα φοβούνται όχι μόνο για την κατάργηση της κυριακάτικης αργίας, αλλά και για την κατάργηση του πενθήμερου.

Η «Θεία Λένα» στο ραδιόφωνο
Ποιος από τις παλαιότερες γενιές δεν θυμάται τη Θεία Λένα και τα παραμύθια της από το κρατικό ραδιόφωνο… Για 30 ολόκληρα χρόνια η γλυκιά φωνή της Αντιγόνης Μεταξά συντρόφευε εκατοντάδες χιλιάδες παιδικές ψυχές, για πολλές γενιές, μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1970.

Όλα άρχισαν το 1942, στα δύσκολα χρόνια της γερμανικής Κατοχής, όταν η Αντιγόνη Μεταξά, που ήταν τακτική συνεργάτρια του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών, αναλαμβάνει να διευθύνει την καθημερινή εκπομπή «Ώρα του Παιδιού».
Χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο «Θεία Λένα» για 30 ολόκληρα χρόνια θα προσφέρει ψυχαγωγία και χαρά σε παιδιά και γονείς, σταδιακά σε ολόκληρη την Ελλάδα. Η χαρακτηριστική μουσική τής εκπομπής της υπήρξε το δημοφιλέστερο παιδικό άκουσμα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960.

Η Αντιγόνη Μεταξά, η οποία υπήρξε σπουδαία συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας και δημιουργός του πρώτου παιδικού θεάτρου στην Ελλάδα, ήταν η ψυχή της εκπομπής, αφού η ίδια την έφτιαχνε και την εκτελούσε, χρησιμοποιώντας πάντα ευρηματικούς τρόπους παρουσίασης.
Ένα από τα δημοφιλή πρόσωπα της εκπομπής ήταν και η «Ελενίτσα», που απαντούσε στις περισσότερες ερωτήσεις και λάνσαρε τα τραγούδια της «Θείας Λένας».

Ελάχιστοι γνώριζαν πως πίσω από τη φωνή της «Ελενίτσας» κρυβόταν η ενήλικη Ρηνούλα Μενάνδρου.
Επίσης, άγνωστο ήταν στο ευρύ κοινό πως το περίφημο «Καλημέρα, παιδιά. Πέστε και σεις καλημέρα», όπως και η εκπομπή από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, ήταν ηχογραφημένα. Η ηχογράφηση θεωρούνταν τότε ένα από τα σημαντικότερα «ατού» της Ραδιοφωνίας, της οποίας τα στούντιο φιλοξενούνταν ακόμη στο Ζάππειο Μέγαρο.

Advertisement

Σταμάτης Φιλιππούλης 1930-2014

Σταμάτης Φιλιππούλης

Ο Σταμάτης Φιλιππούλης γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1930 και αφού ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές εργάστηκε σε ηλικία 17 ετών ως νυχτερινός κλητήρας στην εφημερίδα «Ακρόπολις». Στη συνέχεια δούλεψε ως βοηθός σκηνογράφου, κειμενογράφος σε διαφημιστική εταιρία, ενώ από το 1957 αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία, τα θεατρικά και κινηματογραφικά σενάρια και την ποίηση.

Σε ηλικία επτά ετών έγραψε το πρώτο του παραμύθι με τίτλο “Ο Καλός Μάγος Καλουπίν”. Μεγάλωσε στη Χαριλάου Τρικούπη και στον Χολαργό.

Έβγαλε την τότε Σχολή Μπερζάν (νυν Σχολή Μωραΐτη), ενώ στα 17 του μπήκε στην εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ως νυχτερινός κλητήρας και μπάρκαρε για ένα διάστημα με φορτηγά καράβια στην ηλικία των 18.

Δούλεψε επίσης και ως βοηθός σκηνογράφου, κειμενογράφος σε διαφημιστική εταιρία, ενώ από το 1957 αφοσιώθηκε στην δημοσιογραφία, τα θεατρικά και κινηματογραφικά σενάρια και την ποίηση.

filippoulis

Από το 1957 ως ελεύθερος ρεπόρτερ πήρε συνεντεύξεις από ορισμένες από τις μεγαλύτερες προσωπικότητας του Ελληνικού αλλά και διεθνούς καλλιτεχνικού χώρου για λογαριασμό εφημερίδων και περιοδικών.

Ο Σταμάτης Φιλιππούλης πήρε συνεντεύξεις από δεκάδες διάσημα πρόσωπα, λογοτέχνες, διανοητές, ηθοποιούς, όπως η Μαρία Κάλλας, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μάρλον Μπράντο, ο Νόελ Κάουαρντ, ο Γκρέγκορι Πεκ, ο Ανρί Σαριέ και πολλοί άλλοι.

Η πρώτη του τηλεοπτική εμφάνιση ήταν το 1965, στην τηλεόραση που λειτούργησε στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.

Έγινε γνωστός από την πολύ επιτυχημένη θεατρική τηλεοπτική του εκπομπή “Τα φώτα της ράμπας” (περίπου 150 εκπομπές), όπου φιλοξενούσε ηθοποιούς και καλλιτέχνες, καλεσμένους στο στούντιο σε μια εποχή όπου δεν υπήρχε ακόμα οπτικό υλικό από τις παραστάσεις γιατί οι κάμερες ήταν τεράστιες και πάρα πολύ βαριές για να πάνε στα θέατρα.

Έγινε γνωστότατος ως δημοσιογράφος, σεναριογράφος και τηλεοπτικός παρουσιαστής με πηγαίο χιούμορ και χαρακτηριστική πένα.

Είναι μέλος της Ενώσεως Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών, μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων και μέλος της Εταιρίας των Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων.

Εργάστηκε στις εφημερίδες “Ακρόπολις”, “Εμπρός”, “Εθνικός Κήρυξ”, “Απογευματινή”, και “Έθνος”. Στα περιοδικά “Εικόνες”, “Πρώτο”, “Θησαυρός”.

Γράφει επίσης και με το ψευδώνυμο Αλέξης Κομνηνός.

Βιογράφος πολλών Ελλήνων πρωταγωνιστών του θεάτρου όπως οι: Κάρολος Κουν, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Νίκος Σταυρίδης, Μίμης Φωτόπουλος, Άννα Καλουτά, Γιώργος Ζαμπέτας κ.α.

Με πολλούς από αυτούς τον έδενε προσωπική φιλία όπως με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ που ήταν στενοί φίλοι και κουμπάροι του.

Ως σεναριογράφος του θεάτρου και του κινηματογράφου έγραψε περισσότερα από 80 έργα, πολλά από τα οποία έγιναν σημαντικές επιτυχίες όπως τα: Η Μεσόγειος φλέγεται, Όχι (ταινία), Στα Σύνορα της Προδoσίας, 5.000 Ψέμματα, Στη μάχη της Κρήτης, Ο Παιχνιδιάρης, Ω Μαμά Ελλάς-20 Χρόνια Θεοδωράκης, Όλα τα Μασάει ο Κουταλιανός, Εδώ Ντόιτσε Βέλε κ.α.

Στίχοι του Σταμάτη Φιλιππούλη έχουν μελοποιηθεί στα τραγούδια του Γιώργου Ζαμπέτα ‘Ο Πρωταθλητής’ και ‘Νά’ χαμε ένα πορτοφόλι’. Το 2013 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή ‘Τα Πρωτάκουστα ή Η Ποίηση των Απλών Παλιανθρώπων’.

Παράλληλα, με τη δημοσιογραφία ο Σταμάτης Φιλιππούλης υπήρξε και βιογράφος πολλών Ελλήνων πρωταγωνιστών του θεάτρου. Επιπλέον, έγραψε περισσότερα από 80 σενάρια για το θέατρο και τον κινηματογράφο, πολλά από τα οποία έγιναν μεγάλες επιτυχίες.

Ο Σταμάτης Φιλιππούλης διέγραψε μια σημαντική πορεία στο χώρο της ελληνικής δημοσιογραφίας, ενώ παράλληλα υπήρξε ένας πολυγραφότατος συγγραφέας. Ήταν αξιοπρεπής, αγαπητός και αξιοσέβαστος από τους συναδέλφους του.

Ο Σταμάτης Φιλιππούλης απεβίωσε στις 2 Μαρτίου 2014.

Advertisement

Μία ματιά και εδώ..

Όταν τρεις κορυφαίες εταιρείες συμπράττουν

τρεις κορυφαίες εταιρείες
Το 1965, τρεις από τις κορυφαίες εταιρείες κινηματογραφικών παραγωγών, η Καραγιάννης-Καρατζόπουλος, η Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης και ο Κλέαρχος Κονιτσιώτης συμπράττουν για να δημιουργήσουν την «Επιστροφή», μια...

Καίτη Ιμπροχώρη 1943-

Καίτη Ιμπροχώρη
Η Καίτη Ιμπροχώρη, είναι μια εκλεκτή, σοβαρή και ανήσυχη ηθοποιός που ακόμα τιμά το θέατρο με «ψαγμένες» παραστάσεις.Η Καίτη Ιμπροχώρη γεννήθηκε το 1943 στην...