Βρισκόμαστε στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 70. Ο Ελληνικός κινηματογράφος μπαίνει σε φάση μαρασμού. Η κατακόρυφη πτώση των εισιτηρίων και η αδυναμία του εγχώριου κινηματογράφου να ανανεώσει τη θεματολογία του απομακρύνει το κοινό από τις σκοτεινές αίθουσες το οποίο βρίσκει διέξοδο στη μικρή οθόνη.
Η Φίνος Φιλμ εγκαινιάζει τα νέα υπερσύγχρονα στούντιο στα Σπάτα ενώ αρχίζει να προσαρμόζει την παραγωγή της σύμφωνα με το πνεύμα της εποχής. Το καλοκαίρι του 1973 ο Ντίνος Δημόπουλος γυρίζει το “Βάλτο”. Μια μελοδραματική περιπέτεια τοποθετημένη στο λιμανάκι της Κώπραινας,στη μέση του Αμβρακικού κόλπου.
Εκεί που πριν κάποια χρόνια είχε γυρίσει την ταινία του “Αμόκ”. “Ο Βάλτος” (όπως άλλωστε και το συγγενικό “Αμόκ”) απομονώνει έναν αριθμό αδίστακτων ανθρώπων (καταχραστών, εκβιαστών και φονιάδων) σε μια έρημη περιοχή. Εκεί διαπλέκονται,εναντιώνονται και κάποιες φορές συμμαχούν όταν τα συμφέροντα τους συμπίπτουν.
Η ταινία είναι μια μικρογραφία της εποχής που είναι γυρισμένη, η οποία ωστόσο δεν έχει αλλάξει σήμερα. Ο “Βάλτος” είναι η ελληνική κοινωνία, ένας βάλτος μέσα στον οποίο βουλιάζουν όλοι. Αφεντικά, υπάλληλοι, εργάτες, η γυναίκα της Τρούμπας, ο προικοθήρας, ο φαροφύλακας. Το σενάριο της ταινίας υπογράφουν ο σκηνοθέτης με τον Λάζαρο Μοντανάρη.
Ένα στόρι που έχει την υπαρξιακή αναφορά, το μάταιο της ανθρώπινης προσπάθειας και το αδύνατον της φυγής από τη μοίρα. Οι σεναριογράφοι δεν χωρίζουν τους ήρωες τους σε καλούς και κακούς αφού όλοι, ακόμη και οι υποτιθέμενα καλοί έχουν κάποιες σκοτεινές στιγμές.
Πρωταγωνιστούν η Βέρα Κρούσκα (στη μοναδική εμφάνιση της σε ταινία του Φίνου), ο Γιάννης Βόγλης, ο Γιώργος Τζώρτζης, ο Νότης Περγιάλης, ο Δημήτρης Μαλαβέτας, ο Κώστας Ναός, η Καίτη Γρηγοράτου, η Ρίτα Μπενσουσάν, η Μόνα Λίζα Άρμπι και ο εγγονός της Κατίνας Παξινού, Αλέξανδρος Αντωνόπουλος.
Στα παρασκήνια των γυρισμάτων ίσως θα έπρεπε να αναφερθεί το όνομα του Γιώργου Μεταξά, ένας λαμαρινατζής στα Θυμαράκια της οδού Λιοσίων ο οποίος κατασκεύασε το αεροπλάνο που θα έπεφτε στο βάλτο.
Όσο για το τηλεκατευθυνόμενο αεροπλάνο που χρησιμοποιήθηκε σε κάποιες σκηνές ήταν αγγλικής κατασκευής και μονταρίστηκε από μέλη του συλλόγου Αερομοντελιστών. Τη μουσική γράφει ο Γιώργος Χατζηνάσιος με το τραγούδι “Ήλιε μην κοιτάς” με τη Δήμητρα Γαλάνη, να ακούγεται στους τίτλους αρχής αλλά και στο φινάλε.
Δισκογραφικά το συγκεκριμένο κομμάτι εντάχθηκε στο άλμπουμ του συνθέτη “Διαδρομές” που κυκλοφόρησε επίσης το 1973. Στο σάουντρακ του “Βάλτου” υπάρχει και ένα υπέροχο ορχηστρικό του Χατζηνάσιου, που οι πλέον παρατηρητικοί θα το θυμούνται από τη ταινία “Σ΄αγαπώ”(1971).
“Ο Βάλτος” λίγο πριν βγει στις σκοτεινές αίθουσες προβλήθηκε στο Φεστιβάλ κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, όπου και απέσπασε τιμητική διάκριση για τον διευθυντή φωτογραφίας Γιώργο Αρβανίτη αλλά αποδοκιμάστηκε άγρια από ομάδα φοιτητών μόλις έπεσε το σήμα της Φίνος Φιλμ που τότε θεωρούνταν το κατεστημένο.
Το 1974 η ταινία συμμετέχει στο Φεστιβάλ Ναυτικού Κινηματογράφου της Καρθαγένης. Η πρεμιέρα στο Αθηναϊκό κοινό γίνεται στις 22 Οκτωβρίου 1973 με 106.741 θεατές στις αίθουσες Α΄ προβολής.
“Ο Βάλτος” είναι μια ταινία που στην εποχή της αδικήθηκε και είναι κρίμα που ακόμη και σήμερα βρίσκεται ανάμεσα στις ξεχασμένες και δυσεύρετες. Γεμάτη από εύστοχους συμβολισμούς και κουβαλώντας την αισθητική των ταινιών των 70ς αποτελεί ένα διαμάντι της εγχώριας κινηματογραφικής μυθολογίας.
Η ταινία “Ιστορία μιας ζωής” είναι ίσως το καλύτερο από τα κοινωνικά δράματα που έφτιαξε ο Γιάννης Δαλιανίδης.
Ο Γ.Κ.Πηλιχός σε κρητική του στην εφημερίδα “Τα Νέα” είχε γράψει μεταξύ άλλων:”…καλογυρισμένο, καλογυαλισμένο, ευκολοχώνευτο, ότι πρέπει για να μείνουν ικανοποιημένοι και εκείνοι που το γύρισαν και εκείνοι που θα πάνε να το δουν…”. Το φιλμ γυρίζεται το καλοκαίρι του 1965 με σκοπό να βγει στις σκοτεινές αίθουσες τη χειμερινή σεζόν 1965-66.
Το στόρι γράφει ο Δαλιανίδης με υπονοούμενο, για πρώτη φορά σε ελληνική ταινία, για όλους εκείνους που είχαν φύγει μετά τον Εμφύλιο πολιτικοί πρόσφυγες στο “παραπέτασμα”. Κάτι που το 1965 ήταν ταμπού.
Η υπόθεση της ταινίας, “Ιστορία μιας ζωής”
Κεντρική ηρωίδα στο φιλμ είναι μια φτωχή και ορφανή κοπέλα της οποίας ο πατέρας είναι πολιτικός πρόσφυγας και ζει με τη γιαγιά της σε ένα μικρό χωριό. Μετά τη δημόσια διαπόμπευση της από τους “ηθικούς” του χωριού πηγαίνει στην Αθήνα όπου περνώντας από τον έναν τρόπο ζωής της ελληνικής κοινωνίας,στον άλλον, καταλήγει στα μεγάλα αθηναϊκά σαλόνια, ως σύζυγος ενός ηλικιωμένου μεγαλοαστού. Τότε εμφανίζεται στη ζωή της ο μεγάλος έρωτας στο πρόσωπο ενός νεαρού.Μια σχέση μοιραία για την ηρωίδα.
Το καστ της ταινίας
Η Ζωή Λάσκαρη ίσως στον καλύτερο ρόλο της καριέρας της, μαγεύει το κινηματογραφόφιλο κοινό με μια απλή σπονδυλωτή ιστορία γραμμένη επάνω της. Η μεγάλη σταρ της Φίνος Φιλμ σωστή στο ρόλο της χωρίς ίχνος χυδαιότητας στέκεται ισάξια δίπλα στον συμπρωταγωνιστή της Μάνο Κατράκη. Είναι φανερό πως ο Δαλιανίδης προσπάθησε να κάνει μια ταινία – προσωπογραφία της αγαπημένης του μούσας που θυμίζει μυθιστορηματική βιογραφία.
Η Ζωή προσφέρει μια ερμηνεία υψηλής αισθητικής με ένα τέλος τραγικό και αναπάντεχο! Στην ” Ιστορία μιας ζωής” κάνει την πρώτη εμφάνιση της σε ταινία της Φίνος Φιλμ η Μπέτυ Αρβανίτη (είχε προηγηθεί ένα χρόνο πριν ο πρώτος κινηματογραφικός της ρόλος στη ταινία “Περάστε τη πρώτη του μηνός”).
Από τους υπόλοιπους ηθοποιούς ξεχωρίζουν η Τασσώ Καββαδία, ο Λευτέρης Βουρνάς, ο Ανδρέας Ντούζος, η Άννα Παϊτατζή, η Ειρήνη Κουμαριανού, η εντυπωσιακή Σουμπρέτα του μουσικού θεάτρου Όλγα Μάγερ, η Μαρία Μαρτίκα και η Εύα Ευαγγελίδου στο ρόλο της γιαγιάς.
Το σάουντρακ της ταινίας
Τη μουσική επένδυση της ταινίας υπογράφει ο σπουδαίος Μίμης Πλέσσας χαρίζοντας στον ελληνικό κινηματογράφο ένα αριστουργηματικό σάουντρακ με μουσικές γέφυρες και ένα υπέροχο τραγούδι με τη Σούλα Μπιρμπίλη. Το “Θα σου δώσω” που το Νοέμβριο του 1965 θα κυκλοφορήσει σε δισκάκι 45 στροφών (Lyra 1118) έχοντας στη πίσω πλευρό το “Ξέρω πως θα φύγεις” (του οποίου η μελωδία θα χρησιμοποιηθεί σε σκηνές της ταινίας).
Η πρεμιέρα της ταινίας έγινε στις 14 Νοεμβρίου 1965 συγκεντρώνοντας 307.940 θεατές στις αίθουσες πρώτης προβολής σε Αθήνα, Πειραιά και Προάστεια. Για την ιστορία να σημειωθεί ότι η ταινία το 1965 συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα του κινηματογραφικού φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Η «Αλίκη Δικτάτωρ» είναι μια από τις ταινίες της Εθνικής μας Σταρ που βλέπουμε την ηθοποιό να ξεφεύγει από την αψεγάδιαστη εικόνα της και να «τσαλακώνεται».
Η ταινία γυρίστηκε το 1972 από τη Φίνος Φιλμ με σκηνοθέτη τον Τάκη Βουγιουκλάκη. Εκείνη την εποχή πολλές ταινίες,προσπαθώντας να τραβήξουν το ενδιαφέρον του κοινού εν μέσω δικτατορίας, είχαν στο τίτλο τους κάποια λέξη – όπως π.χ. το «Δικτάτωρ καλεί Θανάση» και η «Αλίκη Δικτάτωρ».
Αντίθετα όμως με τις υπόλοιπες ταινίες εκείνης της εποχής που είχαν τέτοιους αντιχουντικούς,γαργαλιστικούς τίτλους, αλλά που δεν καταπιάνονταν στην ουσία με το θέμα,πολλές φορές δε,δεν είχαν καμία σχέση, η «Αλίκη Δικτάτωρ» ήταν ίσως η μοναδική ταινία με τόσο ουσιαστικές και καίριες νύξεις κατά της Χούντας. Το περίεργο είναι ότι ενώ είχε σαφείς αναφορές στη δικτατορία, πέρασε από την αυστηρή λογοκρισία. Οι υπεύθυνοι της επιτροπής πέρασαν την ταινία όχι γιατί δεν αντιλήφθηκαν το υπονοούμενο, αλλά γιατί είχαν εντολή από έναν από τους συνταγματάρχες.
Πως πέρασε την λογοκρισία των Συνταγματαρχών;
Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, «το συγκεκριμένο σενάριο – μέσα στην καρδιά της χούντας – κατάφερε να εγκριθεί, λόγω της λατρείας που είχε μια κόρη υψηλόβαθμου στελέχους της δικτατορίας στην Αλίκη Βουγιουκλάκη. Μικρό κοριτσάκι το οποίο πήρε τηλέφωνο η Αλίκη και απείλησε πως θα αυτοκτονήσει αν δεν πείσει τον πατέρα του να περάσει το σενάριο.
Το κοριτσάκι έβαλε τα κλάματα και τελικά κατάφερε τον πατέρα του να δώσει την άδεια και να προβληθεί η ταινία. Ορισμένες ατάκες κόπηκαν, χωρίς όμως να αλλοιωθεί το περιεχόμενο και η ταινία, που θα περίμενε κανείς να απαγορευτεί μόνο από τον τίτλο της, προβλήθηκε κανονικά, κάνοντας πρεμιέρα στις 20 Μαρτίου 1972.
Η τελευταία κινηματογραφική συνάντηση Αλίκης & Παπαμιχαήλ.
Η ταινία «Η Αλίκη δικτάτωρ» είναι ταινία-σταθμός στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου για πολλούς λόγους. Σε αυτή συναντιούνται για τελευταία φορά μπροστά στον κινηματογραφικό φακό η Αλίκη Βουγιουκλάκη με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, σε ένα μικρό πέρασμα που κάνει ο τελευταίος.
Έτσι κλείνει ο κινηματογραφικός κύκλος του ζευγαριού, που είχε ξεκινήσει το 1958 με την ταινία «Αστέρω». Μάλιστα, το όνομα του Παπαμιχαήλ δεν εμφανίζεται στους τίτλους της ταινίας, αφού θεωρήθηκε ότι δεν άρμοζε να συμβεί αυτό, αφού αφορούσε μια πολύ μικρή συμμετοχή.
Ξεχωριστό είναι το πέρασμα του Μάνου Κατράκη στην ταινία. Υποδύεται έναν περαστικό που συναντάει η Αλίκη έξω από το Ελληνικό κοινοβούλιο όταν φτάνει στην Αθήνα, ο οποίος είναι ντυμένος σαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Η Βουγιουκλάκη συνομιλεί μαζί του για την κατάσταση εκείνης της εποχής. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος λοιπόν, παράλληλα, αναπολεί τα χρόνια που ήταν μέλος του κοινοβουλίου και της κυβέρνησης. Η εμφάνιση του Κατράκη στον ρόλο του Βενιζέλου – η οποία σημειωτέων διαρκεί λίγα λεπτά –, είναι συγκλονιστική και προκαλεί ρίγη συγκίνησης, ιδιαίτερα αν σκεφθεί κανείς υπό ποιες συνθήκες γυρίστηκε και αποτυπώθηκε στο φιλμ.
Ο Κατράκης φεύγοντας τραγουδάει το «Πότε θα κάνει ξαστεριά», αφήνοντας υπαινιγμό για το πότε θα τελειώσει η χούντα. Εξίσου μικρό και υπαινικτικό πέρασμα στην ταινία έκανε και ο Κώστας Χατζηχρήστος στον ρόλο ενός εκδότη που διαπιστώνει ότι θα κυκλοφορούσε η εφημερίδα του με τίτλο «Θα γίνουν εκλογές».
Εμφανέστατο το «καρφί» προς την χουντική εξουσία, η οποία είχε διαλύσει τη Βουλή και φυσικά δεν σχεδίαζε σε καμία περίπτωση εκλογές. Η σκηνή αυτή είναι φανερό ότι δεν είχε ουδεμία σχέση με το σενάριο και μπήκε απλά «σφήνα», με στόχο να ειρωνευτεί τις…δημοκρατικές ευαισθησίες της χούντας.
Το σκυλάκι της ταινίας…
Πρωταγωνιστικό ρόλο στο φιλμ έχει και ένα σκυλάκι, ο Αράπης. Ο Φίνος «προσέλαβε» τον σκύλο από έναν εκπαιδευτή της εποχής πληρώνοντας πολλά χρήματα. Στην σκηνή που υποτίθεται ότι ήταν νεκρό,το σκυλάκι δεν καθόταν ήσυχο,κι έτσι αποφάσισαν να του δώσουν ηρεμιστικό. Η δόση όμως ήταν μεγάλη,ο σκύλος άργησε να ξυπνήσει με αποτέλεσμα ο ιδιοκτήτης του να δημιουργήσει τεράστια φασαρία μπροστά σε όλο τον κόσμο,μια και το σκυλί ήταν μέρος της δουλειάς του.
Το σάουντρακ της ταινίας
Τη μουσική της ταινίας υπογράφει ο Γιώργος Χατζηνάσιος ενώ τα τραγούδια του φιλμ είναι γραμμένα από τον Μάνο Λοϊζο. Ανάμεσα στα τραγούδια ξεχωρίζει το «Πόσο σ΄αγαπώ»,ένα υπέροχο και τρυφερό τραγούδι, γεμάτο ερωτική διάθεση αλλά και βαθιά αγάπη. Η σκηνή της ταινίας που το ερμηνεύει η Αλίκη θεωρείται «βίντεο κλιπ» υψηλής αισθητικής ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα. Το σάουντρακ του φιλμ κυκλοφόρησε 20 χρόνια αργότερα από τη δισκογραφική εταιρεία LYRA.
Παρασκήνιο από τα γυρίσματα…
«Η Αλίκη Δικτάτωρ» κρύβει και ένα συμβάν στα γυρίσματα που απέκτησε διαστάσεις θρύλου εναντίον της Αλίκης. Κατά τα διάρκεια των εξωτερικών γυρισμάτων η Αλίκη και ο μόνιμος φροντιστής της Φίνος Φιλμ Παντελής Παλιεράκης, ήρθαν στα χέρια με την Εθνική μας Σταρ να σβήνει ξαφνικά το τσιγάρο της στο πρόσωπο του Παλιεράκη. Το περιστατικό οδήγησε την ηθοποιό στο δικαστήριο ως κατηγορούμενη, ενώ μάλιστα στον πρώτο βαθμό της δίκης καταδικάστηκε σε ολιγόμηνη φυλάκιση.
Τρία μέλη του συνεργείου κατέθεσαν ως μάρτυρες κατηγορίας επιβεβαιώνοντας τους ισχυρισμούς του Παλιεράκη, ο Φίνος κράτησε ουδέτερη στάση, καθώς δεν ήταν παρών, ενώ πολλοί φίλοι και συνεργάτες της Αλίκης, όπως και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, κατέθεσαν ότι η πρωταγωνίστρια, που άλλωστε δεν κάπνιζε, δεν θα μπορούσε ποτέ να επιδείξει μια τέτοια συμπεριφορά.
Όσον αφορά την ίδια την Αλίκη, στην απολογία της ισχυρίσθηκε:
“Δεν έκανα τίποτε απολύτως. Αν και ο μηνυτής μου μίλησε άσχημα, εγώ δεν του απάντησα. Όσο για το κάψιμο με το τσιγάρο, πιθανώς να το έκαψε μόνος για να μου αποσπάσει χρήματα εκ των υστέρων”. Το δικαστήριο τελικά καταδίκασε την ηθοποιό σε πεντάμηνη φυλάκιση κρίνοντάς την ένοχη για πρόκληση σωματικής βλάβης. Εκείνη άσκησε έφεση και αφέθηκε ελεύθερη, όμως στο δεύτερο βαθμό.
Ωστόσο, η έφεση δεν εκδικάσθηκε ποτέ, καθώς στις 5 Φεβρουαρίου 1973 ο Παλιεράκης απέσυρε τη μήνυσή του, η Βουγιουκλάκη αποδέχθηκε την ανάκληση και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο αποφάσισε την παύση της δίωξης.
Τα μηνύματα της ταινίας…
Για την ιστορία να σημειώσουμε ότι στην «Αλίκη Δικτάτωρ» πέρα από τα μηνύματα κατά της δικτατορίας, σατιρίζονται και άλλες, διαχρονικές, νοοτροπίες των Ελλήνων, όπως η γραφειοκρατία του δημοσίου αλλά και τα φαρμακερά κουτσομπολιά που γίνονται στο πλαίσιο κοινωνικών εκδηλώσεων, όπως π.χ. σε μια κηδεία.
Ανεπανάληπτη και η σκηνή που πηγαίνουν την Αλίκη στο αστυνομικό τμήμα και ο διοικητής του τμήματος προσπαθεί να την ανακρίνει. Κάτι που αποδεικνύεται απλά…ανέφικτο, αφού η ίδια ισοπεδώνει κάθε προσπάθεια σοβαρής συζήτησης, με τα ευφυολογήματά της και τις μοναδικές ατάκες που «αμολάει». Είναι σίγουρο ότι η σκηνή αυτή θα γυρίστηκε πολλές φορές, αφού οι πρωταγωνιστές της δύσκολα θα μπορούσαν να παραμείνουν σοβαροί.
Το ύφος της ταινίας αγγίζει κάποιες στιγμές τα όρια του σουρρεαλισμού, κάτι που γίνεται ορατό από την πρώτη στιγμή, από τους τίτλους της, όπου παρουσιάζεται μια σειρά κωμικών καταστάσεων, «τραβηγμένων» μεν, χιουμοριστικών δε….
Ο Παντελής Βούλγαρης, με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, “Το Προξενιό της Άννας”, δικαιώνει την αναμονή αυτών που από χρόνια περίμεναν το πέρασμα του από τη μικρού στη μεγάλη μήκους. Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας υπηρέτριας που δουλεύει σ΄ένα σπίτι δέκα χρόνια. Τ΄αφεντικά της εκπρόσωποι της μεσαίας αστικής τάξης, τη συμπαθούν, έχουν κάθε καλή διάθεση να την αποκαταστήσουν, μέχρι το σημείο που αυτή η αποκατάσταση δεν θα τους φέρει αναστάτωση.
Όλα αυτά συγκεκριμενοποιούνται στο ότι η κοπέλα, 30 ετών, πρέπει να παντρευτεί. Της βρίσκουν γαμπρό, ένα νέο εργατικό άνθρωπο. Τη μέρα που αρχίζει η ταινία, έρχεται, βγαίνουν έξω με την εντολή να επιστρέψουν στις 10 το βράδυ. Επιστρέφουν όμως με καθυστέρηση μιας ώρας και αυτό γίνεται η αφορμή η Άννα να ξαναγυρίσει στην προηγούμενη κατάσταση. Τα αφεντικά της με την ίδια ευκολία που αποφάσισαν να της φτιάξουν τη ζωή, την καταστρέφουν. Κι από εκεί αρχίζει η προσπάθεια της ηρωίδας να κλειστεί στα προηγούμενα πλαίσια. Ο Παντελής Βούλγαρης παρουσιάζει ανάγλυφα την αθεράπευτη πληγή του νεοελληνικού βίου, τα σόγια που παρεμβαίνουν σ΄όλα και τα δηλητηριάζουν όλα με τις υποδείξεις και τις γνώσεις τους.
Η ταινία κάνει πρεμιέρα στις 26 Σεπτεμβρίου 1972 και για πολλούς θεωρείται μαζί με την “Ευδοκία” του Αλέξη Δαμιανού, η αρχή του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Το ρόλο της Άννας ερμηνεύει η Άννα Βαγενά, ο πρώτος πρωταγωνιστικός της ρόλος αφού ήδη είχαν προηγηθεί οι εμφανίσεις της στα φιλμ: “Ορατότης Μηδέν”, “Γιακουμής, Μια Ρωμέικη Καρδιά” και η “Αλίκη Δικτάτωρ“. Δίπλα της εμφανίζονται η Σμάρω Βεάκη (σύζυγος του Αιμίλιου Βεάκη), σ΄έναν ρόλο που ο σκηνοθέτης το προόριζε για την Κατίνα Παξινού, η Μαρία Μαρτίκα, ο Κώστας Ρηγόπουλος, ο Αλέκος Ουδινότης και ο Νίκος Γαροφάλλου.
Πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα της ταινίας ο Παντελής Βούλγαρης απευθύνθηκε αρχικά στο Φίνο, ο οποίος ζήτησε ωστόσο κάποιες αλλαγές στο στόρι του φιλμ για να γίνει πιο εμπορικό. Ο Βούλγαρης αρνήθηκε και έτσι την παραγωγή ανέλαβε ο Ντίνος Κατσουρίδης. Εισπρακτικά το “Προξενιό της Άννας” μπορεί να μην τα πήγε καλά (114.071 εισιτήρια) ωστόσο σάρωσε τα βραβεία στο ΦΕΚΘ αλλά και στο Διεθνές Forum του Νέου Κινηματογράφου στο Βερολίνο 1973.
Μετά το «Ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» που έκανε πάταγο αλλά σημειώθηκε η πρώτη ρήξη στις σχέσεις μεταξύ Αλίκης και Σακελλάριου,την ίδια σαιζόν,1959-60, ο Ντίνος Δημόπουλος ανέλαβε να γυρίσει αυτό το σενάριο των Αλέκου Σακελλάριου – Χρήστου Γιαννακόπουλου.
Το συγκεκριμένο ντουέτο έκανε τεράστιες επιτυχίες στο θέατρο,αλλά συνεργάστηκε ελάχιστα στον κινηματογράφο σε απευθείας σενάρια και όχι σε διασκευές των θεατρικών τους έργων.
«Το κλωτσοσκούφι»ήταν από εκείνες τις ταινίες που «σημάδεψαν» την πορεία της Αλίκης Βουγιουκλάκη, όπως η ίδια ανέφερε χρόνια αργότερα, σε σχετικές ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Αυτό ωστόσο που δεν είναι γνωστό είναι το γεγονός ότι η ταινία αυτή γυρίστηκε σχεδόν… δύο φορές.
Κι αυτό διότι αρχικός συμπρωταγωνιστής της Αλίκης Βουγιουκλάκη ήταν ο Μιχάλης Νικολινάκος, με τον οποίο είχε γυριστεί σχεδόν ολόκληρη η ταινία. Στη δοκιμαστική προβολή,ο Φιλοποίμην Φίνος, παρατήρησε ότι οι δύο πρωταγωνιστές δεν ταίριαζαν μεταξύ τους, και αποφάσισε να ξαναγυρίσει την ταινία από την αρχή.
Στην αρχή απευθύνθηκε στον Δημήτρη Παπαμιχαήλ κι όταν εκείνος αρνήθηκε(για τη σειρά των ονομάτων στους τίτλους),απευθύνθηκε στον Αλέκο Αλεξανδράκη ο οποίος δέχτηκε το ρόλο του πλούσιου εφοπλιστή.
Το κόστος ήταν πολύ μεγάλο, αλλά το αποτέλεσμα φαίνεται ότι δικαίωσε τον Φίνο. «Το κλωτσοσκούφι» έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους Αθηνών και Πειραιώς στις 21 Μαρτίου του 1960 και αμέσως προκάλεσε αίσθηση, ακριβώς λόγω της εξαιρετικής ερμηνείας τόσο της Αλίκης, όσο και των υπόλοιπων πρωταγωνιστών της.202.542 εισιτήρια είναι η συγκομιδή στις αίθουσες πρώτης προβολής.
Tα δύσκολα χρόνια της μεταπολεμικής Ελλάδας, η φτώχεια, η ανεργία και η μετανάστευση αποτέλεσαν τη μαγιά αυτής της εξαιρετικής ταινίας. Την περίοδο των γυρισμάτων της συγκεκριμένης ταινίας η Εθνική μας σταρ απασχολούσε σχεδόν καθημερινά τον τύπο για την σχέση της με τον διάδοχο Κωνσταντίνο.
Η έντονη φημολογία για το ερωτικό ειδύλλιο τους οδηγεί σχεδόν καθημερινά τον Τέως στα στούντιο του Φίνου στους Αγίους Αναργύρους, όπου και γυριζόταν το «Κλωτσοσκούφι». Μάλιστα ο Φίνος είχε «φτιάξει» κάπως το δρόμο που οδηγούσε στα στούντιο για να μην πάθει ζημιά το σπορ αυτοκίνητο του διαδόχου.
Χρόνια αργότερα ο Κωνσταντίνος είχε πει :
«Η Αλίκη ήταν καταπληκτική ηθοποιός και άνθρωπος. Την είχα δει με τις αδερφές μου στο θέατρο. Έλεγαν τότε ότι υπάρχει ένα τούνελ από τα Ανάκτορα που βγαίνει στο σπίτι της.
Και απαντούσα εγώ:
“Αν παραδεχτούμε ότι υπάρχει αυτό το τούνελ και η Αλίκη αποφασίσει να αλλάξει σπίτι, θα πρέπει να αλλάξουμε το τούνελ;”». Για τους πλέον παρατηρητικούς στην αρχή της ταινίας υπάρχουν πλάνα στην οδό Χίου όπου και ήταν τα γραφεία της Φίνος Φιλμ ενώ υπάρχουν νοσταλγικές σκηνές με τους παλιούς συρμούς των ΗΣΑΠ.
Τη μουσική και τα τραγούδια του φιλμ υπογράφει ο Μάνος Χατζιδάκις,ενώ στην αγορά την εποχή εκείνη κυκλοφορούν τρία δισκάκια 45 στροφών με τα τραγούδια και τις μουσικές γέφυρες της ταινίας. Η Αλίκη τραγουδά το ομώνυμο τραγούδι(ντουέτο με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση) και το «Σπουργιτάκι μου».
Το πρώτο δισκογραφικά έγινε μεγάλη επιτυχία και με τη φωνή της Νινέτ Λαβάρ. Στο χορευτικό της ταινίας ξεχωρίζουν οι Τάκης Βαρλάμος και Μαρία Ντέ Πετρίλλο.
Η ιστορία της ταινίας, με την μορφή σινε-ρομάντσου, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Φαντασία” για 13 εβδομάδες ενώ στη δεκαετία του 80 κυκλοφόρησε σε μορφή VHS. «Το Κλωτσοσκούφι», μισό αιώνα και πλέον,από τη πρώτη προβολή του θεωρείται ακόμη και από τους πιο δύσκολους κριτές από τις καλύτερες ταινίες της Αλίκης.
Το “Σ΄αγαπώ” θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η πιο ερωτική ταινία της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Γυρισμένη το 1971, βασίστηκε σε μια ιδέα δική της, και είναι μια τρυφερή ερωτική ιστορία που δείχνει πόσο μεγάλη δύναμη κρύβει η αγάπη.
Μια δύναμη που μπορεί να σε βοηθήσει να αντιμετωπίσεις ακόμη και το θάνατο. Η ιδέα της Αλίκης έγινε σενάριο από τον Πάνο Κοντέλη. Ένας αξιόλογος λογοτέχνης, ο οποίος παρότι εργαζόταν ως υπάλληλος στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, δεν έπαψε να γράφει ως το τέλος της ζωής του.
Είχε τιμηθεί τρεις φορές στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης αλλά και με έπαινο από την Ακαδημία των Αθηνών για το συγγραφικό του έργο. Το σενάριο του “Σ΄αγαπώ” αποτελεί και τη μοναδική συνεργασία του με την Εθνική μας Σταρ. Μια ελληνική εκδοχή του “Love Story” που έσκιζε τότε, σκηνοθετημένη από τον αδελφό της Αλίκης, μόνο που εδώ πεθαίνει ο παρτενέρ της, και εκείνη συνεχίζει να ζει με τις αναμνήσεις ενός μεγάλου και αδιέξοδου έρωτα.
Η ταινία γυρίζεται στην Αθήνα, το Ναύπλιο αλλά και στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πόλεις. Το Παρίσι, τη Γενεύη, τη Ρώμη, τη Βερόνα και τη Βενετία. Και φυσικά δε μιλάμε για σκηνές γυρισμένες “λαθραία” (συνηθισμένη τακτική των παραγωγών) αλλά για γυρίσματα στη μισή Ευρώπη.
Ο Άγγελος Αντωνόπουλος με την επιβλητική του παρουσία και το τεράστιο ταλέντο του επιλέχθηκε από την ίδια την Αλίκη για παρτενέρ της. Υποδύεται τον καθηγητή πανεπιστημίου που ερωτεύεται μια νεαρή φοιτήτρια, την οποία διεκδικεί και ο νεαρός και “συνομήλικος” της Νίκος Γαλανός.
Φυσικά στη πραγματικότητα ο Αντωνόπουλος ήταν συνομήλικος της και ο Νίκος Γαλανός πολύ μικρότερος της. Αλλά μπροστά στην Αλίκη όλα αυτά μοιάζουν “ανόητες” λεπτομέρειες! Από το υπόλοιπο καστ ξεχωρίζει η αριστοκρατική Μπέτυ Αρβανίτη, ο Σπύρος Καλογήρου σε έναν σύντομο ρόλο,ο Νότης Περγιάλης,η Τζένη Ζαχαροπούλου, η Αγγέλα Καζακίδου και ο μικρός Ανδρέας Συρογιάννης.
Τη μουσική γράφει ο Γιώργος Χατζηνάσιος, που τότε έκανε τα πρώτα του βήματα στην κινηματογραφική μουσική. Χαρισματικός συνθέτης που με τις μελωδίες του τονίζει ακόμη περισσότερο την ερωτική ατμόσφαιρα της ταινίας.
Η Αλίκη ερμηνεύει το “Άσπρο Περιστέρι” με στίχους του Πάνου Κοντέλη ενώ το μουσικό θέμα “Αναμνήσεις” το 1987 θα γίνει τραγούδι με τίτλο “Μ΄αυτόν τον έρωτα” με στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου και ερμηνεύτρια τη Δήμητα Γαλάνη.
Το σάουντρακ της ταινίας….
Το σάουντρακ της ταινίας ξεχάστηκε τότε, άλλωστε οι δισκογραφικές εταιρείες της εποχής με δυσκολία κυκλοφορούσαν ολοκληρωμένη τη μουσική μιας ταινίας. Η μόδα των σάουντρακ ήταν ανύπαρκτη τότε και με πολύ δυσκολία οι δισκογραφικές έμπαιναν στη διαδικασία καταγραφής μουσικών έργων από ταινίες. Το 1992 όμως η Lyra προχώρησε στην έκδοση του.
Το “Σ΄αγαπώ” έκανε πρεμιέρα στις 17 Οκτωβρίου του 1971 και έκοψε 393.137 εισιτήρια στις αίθουσες Α΄προβολής. Παράλληλα η ιστορία της ταινίας με τη μορφή σινε-ρομάντσου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Φαντάζιο (για 12 εβδομάδες) και στο νεανικό περιοδικό Κατερίνα για 20 εβδομάδες.
Τα σινε-ρομάντσα αυτά επαληθεύουν την ύπαρξη της κομμένης σκηνής στο φινάλε της ταινίας. Η αρχική εκδοχή του φιλμ δεν ολοκληρώνεται με τη σκηνή στα χιόνια αλλά υπάρχει επιστροφή στην αρχική σκηνή του έργου με την Αλίκη και το Νίκο Γαλανό να φεύγουν μαζί από τη προβλήτα.
Ο “Παπαφλέσσας” γυρίστηκε το 1971 με το απίστευτο κόστος των 12.000.000 δραχμών, και θεωρείται από τις μεγαλύτερες υπερπαραγωγές του ελληνικού κινηματογράφου προσεγγίζοντας αντίστοιχες αμερικανικές.
Το στόρι της ταινίας ξεκινά με τη κήρυξη της Επανάστασης στο Μοριά και καταλήγει με τη νίκη επί του Δράμαλη στα Δερβενάκια και το θάνατο του Εθνικού ήρωα στο Μανιάκι το 1825 πολεμώντας τις ορδές του Αιγύπτιου Ιμπραήμ.
Η αποδοκιμασία της ταινίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης…
Τον Παπαφλέσσα ζωντανεύει στη μεγάλη οθόνη ο κορυφαίος ηθοποιός μας Δημήτρης Παπαμιχαήλ, ο οποίος παρά την εξαιρετική ερμηνεία του αποδοκιμάστηκε από το κοινό κατά τη διάρκεια της προβολής της ταινίας στο Φεστιβάλ Ελληνικού κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης.
Τα γιουχαΐσματα από μερίδα θεατών (κυρίως φοιτητών) στην αίθουσα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών όταν στην οθόνη έπεσε το σήμα της Φίνος Φιλμ (για τους φοιτητές τότε θεωρούνταν το κατεστημένο) προκάλεσαν την οργή του ηθοποιού που δεν δίστασε να ζητήσει και την κατάργηση του θεσμού του Φεστιβάλ Κινηματογράφου.
«Δεν σεβάστηκαν τίποτε. Εξεπλάγην. Επρόκειτο για ένα φαιδρό συρφετό αγέλης, φανατικών της εξέδρας. Καφενόβιους. Ήρθαν με σκοπό να μετατρέψουν το Φεστιβάλ σε εμποροπανήγυρη. Για αυτό είναι προτιμότερο να καταργηθεί», δήλωσε ο Παπαμιχαήλ μετά το τέλος της προβολής.
Παρά το συγκεκριμένο γεγονός η ταινία αρέσει και στην κινηματογραφική εκδήλωση της συμπρωτεύουσας αποσπά τα βραβεία Καλύτερης Σκηνοθεσίας στον Ερρίκο Ανδρέου, Αρτιότερης Παραγωγής στους Φιλοποίμην Φίνο και Τζέιμς Πάρις ενώ δόθηκε και Τιμητική διάκριση στον σκηνογράφο και ενδυματολόγο του φιλμ Διονύση Φωτόπουλο.
Το καστ της ταινίας!
Στο καστ της ταινίας ξεχωρίζουν μεταξύ άλλων ο Δημήτρης Ιωακειμίδης ως Κολοκοτρώνης, ο Μάκης Ρευματάς στο ρόλο του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο Θόδωρος Μορίδης ως Π.Π.Γερμανός, ο ισπανός Φερνάντο Σάντσο στο ρόλο του Δράμαλη πασά, ο Χρήστος Πολίτης στο ρόλο του Δημήτρη Υψηλάντη και η Κάτια Δανδουλάκη ως Κατερίνα.
Ιδιαίτερη αναφορά ίσως θα έπρεπε να γίνει στο Στέφανο Στρατηγό στο ρόλο του Ιμπραήμ. Όλοι οι ηθοποιοί μακιγιαρίστηκαν εξαιρετικά από κορυφαίους μακιγιέρ της εποχής ώστε να μοιάζουν όσο το δυνατόν περισσότερο με τα πραγματικά πρόσωπα.
Το σάουντρακ της ταινίας
Τη μουσική της ταινίας γράφει ο Κώστας Καπνίσης, εμπνευσμένος και επηρεασμένος από τη δημοτική και την ανατολίτικη μουσική, όπως άλλωστε το απαιτούσε το ύφος της ταινίας.
Ο Καπνίσης δεν είναι η πρώτη φορά που γράφει μουσική για επική ταινία. Είχε γράψει πριν μουσικές για ιστορικές και πολεμικές ταινίες δίνοντας πάντα το ύφος ξένης ιστορικής υπερπαραγωγής. Το σάουντρακ του “Παπαφλέσσα” κυκλοφόρησε το 1990 από τη δισκογραφική εταιρεία Lyra σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.
Επεισοδιακή και η πρεμιέρα στο Αττικόν!
Η πρεμιέρα της ταινίας στην Αθήνα έγινε στις 25 Οκτωβρίου 1971 στον κινηματογράφο Αττικόν. Παρούσα η στρατιωτική ηγεσία του ΓΕΕΘΑ (η χούντα στήριζε ταινίες πατριωτικές, βάζοντας ακόμη και ολόκληρα τάγματα να παίζουν ως κομπάρσοι!). Η παρουσία της στρατιωτικής ηγεσίας ενόχλησε τον Φιλοποίμην Φίνο, το ανέχτηκε ωστόσο γνωρίζοντας τις φιλικές σχέσεις του συμπαραγωγού της ταινίας Τζέιμς Πάρις με το καθεστώς των Συνταγματαρχών.
Μετά το τέλος της προβολής της ταινίας ο Φίνος συνοδευόμενος από τη σύζυγο του Τζέλα Βανάκου αποχώρησε διακριτικά μη τυχόν και έλθει σε επαφή με το χουντικό καθεστώς. Εισπρακτικά ο “Παπαφλέσσας” συγκέντρωσε 297.817 θεατές, μικρός αριθμός για μια τόσο ακριβή παραγωγή. Αμέσως μετά τη πρεμιέρα της ταινίας η κοινοπραξία Φίνος Φιλμ και Τζέιμς Πάρις διαλύθηκε μάλλον άδοξα, παρά το κοσμικό και καλλιτεχνικό κοκτέιλ που δόθηκε, ένα χρόνο πριν, στις αίθουσες του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία για να αναγγελθεί η συνεργασία των δύο παραγωγών.
Διανοητής, ασυμβίβαστος, με εικαστικό ταλέντο και γνώσεις, με έντονη και εκρηκτική προσωπικότητα, έφερε ένα καινούργιο στυλ ποιότητας στον ελληνικό κινηματογράφο. Ο Νίκος Κούνδουρος άφησε πίσω του ταινίες που κοσμούν ταινιοθήκες αλλά και κινηματογραφικά μουσεία σε όλο τον κόσμο.
Από τη πρώτη ταινία του, τη «Μαγική Πόλη»(1954) ως τη τελευταία του, το «Πλοίο»(2011) εγκαινίασε ένα νέο ύφος στο ελληνικό σινεμά. Μια όχι και τόσο γνωστή του ταινία ήταν “Οι Παράνομοι”. Μια ιδιαίτερη παραγωγή της Φίνος Φίλμ γυρισμένη στο μαγευτικό τοπίο των Μετεώρων το 1957.
«Οι Παράνομοι» γυρίστηκαν σε μία εποχή που η λογοκρισία βρίσκεται στις δόξες της. Ο Νίκος Κούνδουρος καταθέτει στην Επιτροπή Λογοκρισίας το σενάριο της ταινίας προς έγκριση. Η απάντηση είναι αρνητική αλλά παρόλα αυτά ο σκηνοθέτης με μια μικρή ομάδα τεχνικών (της Φίνος Φιλμ) και με ελάχιστους ηθοποιούς καταφεύγει στα Μετέωρα, όπου και ξεκινούν τα γυρίσματα.
Το στόρι της ταινίας…
Το στόρι με συμβολισμούς,προσπαθεί να περιγράψει, αλλά και να υπενθυμίσει ένα βαθιά πληγωμένο λαό από τον εμφύλιο πόλεμο. Τρεις φυγάδες προσπαθούν, ο καθένας για δικούς του λόγους, να διαφύγουν την σύλληψη τους από τη χωροφυλακή. Καταδιώκονται, επειδή ο ένας σκότωσε τον αδερφό του για ένα κομμάτι γης ο άλλος είχε αντιστασιακή δράση, και ο τελευταίος επειδή δολοφόνησε τον προδότη που ευθυνόταν για την καταστροφή ενός ολόκληρου χωριού από τους Ναζί.
Τη μουσική της ταινίας γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις και τα σκηνικά ήταν δημιουργήματα του Τάσου Ζωγράφου. Πρωταγωνιστούν οι: Τίτος Βανδής, Πέτρος Φυσσούν, Ανέστης Βλάχος, Γιώργος Οικονόμου και η Νέλλη Αγγελίδου σε πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση. Ο Νίκος Κούνδουρος υπογράφει το σενάριο και τη σκηνοθεσία αλλά και το μοντάζ,το τελευταίο, σε συνεργασία με τον Γιώργο Τσαούλη.
Η λογοκρισία και τα προβλήματα που αντιμετώπισε ο Κούνδουρος…
Η πρεμιέρα των «Παράνομων» στις σκοτεινές αίθουσες, γίνετε στις 14 Μαΐου 1958. Εκείνη την εποχή οι ταινίες κυκλοφορούσαν κάθε Δευτέρα, οι κριτικοί τις έβλεπαν την ίδια μέρα και έγραφαν κείμενα για την Τρίτη. Μαζί με τους κριτικούς βλέπει τους “Παράνομους” η Επιτροπή Λογοκρισίας και κάτω από πιέσεις δέχεται να δώσει άδεια για το έργο, με την προϋπόθεση να κοπεί μια σκηνή – αυτή που δείχνει την εν ψυχρώ δολοφονία ενός αντάρτη από μια διμοιρία αστυφυλάκων.
Ο σκηνοθέτης αρνείται να κόψει τη σκηνή και να λογοκρίνει ο ίδιος την ταινία του, με αποτέλεσμα να σταματήσει η προβολή της. Εισπρακτικά συγκεντρώνει μόλις 13.364 εισιτήρια ενώ ο Μάριος Πλωρίτης σε κριτική του στην εφημερίδα «Ελευθερία» γράφει για τους «Παράνομους» μεταξύ άλλων:
«Το μεγαλύτερο χάρισμα του Νίκου Κούνδουρου είναι η πλαστική κινηματογραφική ματιά του…
Και στην ταινία ετούτη, περισσότερο από κάθε άλλην, η Εικόνα είναι το μεγαλύτερο στοιχείο Ενεργητικού…Παρασύρεται πολύ συχνά από την Εικόνα και παραμελεί το δράμα. Κι ωστόσο, με όλα τα ελαττώματά τους οι Παράνομοι έχουν (εκτός από οπτικές) και αρετές που δικαιώνουν την πεποίθησή μας ότι ο Κούνδουρος είναι από τους ελάχιστους προικισμένους σκηνοθέτες μας».
Παρά τον αρχικό πόλεμο που δέχτηκε η ταινία, το 1960 προβλήθηκε και στο BBC. Είχε προηγηθεί η συμμετοχή της στο Φεστιβάλ Βερολίνου,με υποψηφιότητα για Χρυσή Άρκτο. Πενήντα χρόνια μετά τη πρώτη προβολή της, το 2008 δηλαδή, η ταινία προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες ολοκληρωμένη.
Το 2015 προβάλλεται στο πλαίσιο των δράσεων για το 28ο Συνέδριο της ΟΚΛΕ… Σήμερα η κόπια της άγνωστης, λογοκριμένης ταινίας του Νίκου Κούνδουρου έχει αποκατασταθεί και κυκλοφόρησε σε dvd από τη Φίνος Φιλμ.
Η σχέση του Κούνδουρου με το Φίνο…
Για την ιστορία να πούμε ότι ο Φιλοποίμην Φίνος, αν και γνώριζε την αντιεμπορικότητα των ταινιών ποιότητας, εκτιμούσε ιδιαίτερα το ταλέντο και τις ικανότητες του Κούνδουρου και αναλάμβανε την παραγωγή των ταινιών του. Το 1975, η Φίνος Φιλμ ήταν η κύρια παραγωγός του μουσικού ντοκιμαντέρ του Κούνδουρου, «Τα Τραγούδια της Φωτιάς». Και φυσικά όλες οι ταινίες του, μέχρι το 1977,η τεχνική τους επεξεργασία έγιναν στα στούντιο του Φίνου.
Ο Ανδρέας Μπάρκουλης ήταν Έλληνας ηθοποιός. Γεννήθηκε στον Πειραιά στις 4 Αυγούστου του 1936. Σπούδασε υποκριτική και κατά την αποφοίτησή του χαρακτηρίστηκε εξαιρετικό ταλέντο. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο θέατρο το 1956 και στον κινηματογράφο το αμέσως επόμενο έτος με την ταινία Μαρία Πενταγιώτισσα.
Ένα μικρό διάστημα της ζωής του το πέρασε στις ΗΠΑ, όπου ασχολήθηκε επαγγελματικά με το τραγούδι. Υπήρξε ένας από τους γοητευτικότερους ζεν πρεμιέ της δεκαετίας του ’60. Ενδεικτικό της αίγλης του αυτής είναι το σλόγκαν: “Κορίτσια, ο Μπάρκουλης!”.
Ένα βιβλίο-φωτιά που αναφέρεται στη ζωή του Ανδρέα Μπάρκουλη αποκαλύπτοντας άγνωστα περιστατικά από τη ζωή του μεγάλου ηθοποιού.
Οι γυναίκες της ζωής του
“Καλό κορίτσι, μεγάλη Αγάπη, τα πάθη μας χώρισαν… Έζησα καλά με την Αλέκα, ήταν από τους νεανικούς έρωτες αυτούς που ξυπνάς και πιστεύεις πώς όλα είναι αγνά, όμορφα και μεθαύριο θα καλυτερεύσουν κι άλλο. Ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερή μου.
Την λάτρεψα την Αλέκα! Μετά την ταινία “Η χαρτοπαίχτρα” άρχισε να μοιάζει με την καθημερινότητά μας. Η Αλέκα έπαιζε μερόνυχτα κι εγώ βολτάριζα με γκομενίτσες, αθώα φλερτ, χωρίς να επιδιώκω το σεξ, μήπως και την ταρακουνήσω…. ‘Ενα βράδυ το τελευταίο μας, την προσκάλεσα για φαγητό, της ανακοίνωσα πώς δεν αντέχω άλλο να αναμετριέμαι με την τράπουλα κι έφυγα…” αναφέρεται στην βιογραφία του για τηνΑλέκα Στρατηγού!
Όσο για την Καίτη Γκρέη, σύμφωνα με το περιοδικό CIAO έζησαν μαζί ένα χρόνο και την ζήτησε από την μαμά της την ώρα που τηγάνιζε ψάρια. “Ο αρραβώνας μας αποτέλεσε μεγάλο γεγονός της εποχής… Μέχρι που οι επόμενες ασωτίες μου μας απομάκρυναν πλέον οριστικά. Πριν οριστικοποιηθεί αυτή μου η απόφαση το ναι της Καίτης και το διαζύγιό μου, με συνέλαβαν με την γνωστή κατηγορία του χασίς…”.
“Ο καθρέπτης μου πότε πότε συνομιλούσε με το χάος…
Το αλκοόλ και τα ναρκωτικά με συντηρούσαν στην άγνοια…
Εκείνη την χρονιά έκανα μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες μου στο θέατρο. Τον “Έρωτα των Τεσσάρων συνταγματαρχών” του Ουστίνοφ.
Ο επιχειρηματίας μου έλεγε θα μας έκλειναν μέσα… Είχα πολλά χρωστούμενα ως αντιστασιακός.
Πέραν τούτο η υπογραφή μου το 71 για την αμνηστία των εξοριζομένων, κάτι τα γκομενικά που τα είχα κάνει μπάχαλο, μία που είχαν πα΄ρει φόρα και με τις κατηγορίες στο στρατό που είχαν αποδώσει την πάτησα.
Μου την έστησαν. Βρέθηκε πάνω μκροποσότητα χασίς. Η πρώην ιερόδουλος Ελένη Καραγιαννίδου -Ντρέβις… ομολόγησε εμπόριο ναρκωτικών, τους οδήγησε σε εμένα. Η αστυνομία ήρθε στο θέατρο την ώρα που έμπαινα στο αυτοκίνητό μου, με συνέλαβαν. Βρήκαν πάνω μου δυο τσιγαριλίκια κι ένα μικρό κομμάτι χασίς στο καμαρίνι μου. Παρόλο που μετέπειτα (Καραγιαννίδου -Ντρέβις) είπε πως εν αγνοία μου άφησε τα ναρκωτικά δεν μέτρησε.
Όσο άφησε η τύπισσα, τόσο παρέδωσα στους αστυνομικούς, οπότε καμία απόδειξη χρήσης. Ήμουν όμως ο Μπάρκουλης ήταν επιτυχία να με βάλλουν στο εδώλιο. Ο επίλογος αυτής της ιστορίας ήταν πώς προφυλακίστηκα στα κρατητήρια της Αίγινας, βγήκε με εγγύηση 50.000 δραχμών και στις 16-041974 έφυγα στο εξωτερικό”.
Μια αισθηματική ταινία, χαρακτηριστική της περιόδου, που έχει ως θέμα της, τον έρωτα ανάμεσα σε έναν φτωχό νέο πιανίστα σπουδαστή ωδείου, με μια πλούσια κοπέλα που οι δικοί της θέλουν να παντρέψουν με έναν της σειράς της.
Το σενάριο υπογράφουν ο Νίκος Νικολαϊδης και ο Σταύρος Τσιώλης, δύο από τα σημαντικότερα ονόματα του νέου Ελληνικού κινηματογράφου.
Η πρώτη συνάντηση του ζευγαριού γίνετε μπροστά από δίσκους 45 στροφών (διακρίνεται και ο λογότυπος της τότε Columbia) στο δισκοπωλείο του πολυκαταστήματος Μινιόν στη συμβολή Πατησίων και Δώρου.
Ένα κατάστημα με ιστορία χρόνων από το 1934 μέχρι το άδοξο φινάλε του το 1998. Ο Γιάννης Φέρτης ψάχνει στο δισκοπωλείο το Κονσέρτο Νο 2 για πιάνο του Σεργκέι Βασίλιεβιτς Ραχμάνινοφ .
Ένας από τους κορυφαίους πιανίστες του 20ου αιώνα, ρωσικής καταγωγής του οποίου το έργο αμφισβητήθηκε παρά την τεράστια δημοτικότητα του. Όσο για το πιάνο, που παίζει και αυτό πρωταγωνιστικό ρόλο στο φιλμ, είναι του οίκου Crasselt & Rahse.
Το επαναλαμβανόμενο “σ’ αγαπώ” γραμμένο στα πλήκτρα του πιάνου είναι ίσως η πιο συγκινητική σκηνή του έργου. Στα συν της ταινίας οι πολλές και καλές εξωτερικές λήψεις σε χαρακτηριστικά σημεία της Αθήνας αλλά και στον Πειραιά.
Οι πλέον παρατηρητικοί θα έχουν προσέξει μεταξύ άλλων, στα εξωτερικά πλάνα διάφορα σημεία της ελληνικής πρωτεύουσας όπως την Ρωσική Εκκλησία της Αγίας Τριάδος στην οδό Φιλελλήνων. Πλάνα του φιλμ έχουν γυριστεί και στον αύλειο χώρο του νοσοκομείου ΚΑΤ ενώ το σπίτι του Γιάννη Φέρτη βρίσκεται στη Νεάπολη (οδός Βουλγαροκτόνου 34).
Η έπαυλη της Ζωίτσας είναι ένα μοναδικό κτίσμα του 19ου αιώνα στην οδό Τατοϊου 31 στην Κηφισιά. Γνωστή ως βίλα Ζερβουδάκη την είδαμε και σε άλλες ταινίες της Φίνος Φιλμ. Το φινάλε είναι γυρισμένο στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά στη πλατεία Κοραή.
Μόλις ένα χρόνο πριν, είχε γίνει πλήρης εξωραϊσμός του θεάτρου, εσωτερικά αλλά και εξωτερικά όπως και στο φουαγιέ, επί δημαρχίας Αριστείδη Σκυλίτση. Το σάουντρακ της ταινίας φέρει την υπογραφή του Κώστα Καπνίση. Ένας πολυγραφότατος συνθέτης, γνώστης της κινηματογραφικής τέχνης που με τις συμφωνικές συνθέσεις του έντυσε περισσότερες από 100 ταινίες.
Κρίμα που το συγκεκριμένο σάουντρακ δεν εκδόθηκε ποτέ επίσημα από κάποια δισκογραφική εταιρεία. Από τους υπόλοιπους συντελεστές της ταινίας ξεχωρίζουν οι ηθοποιοί Κάκια Παναγιώτου, Νίκος Κάπιος, Κατερίνα Γώγου, Ανδρέας Φιλιππίδης, Νότης Περγιάλης και σε περιορισμένους ρόλους η Μέλπω Ζαρόκωστα, ο Άρης Τσιούνης και ο Άγγελος Μαυρόπουλος (πατέρας της Γκέλυς Μαυροπούλου).
Έξοχη και η φωτογραφία του Νίκου Γαρδέλη. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις Αθηναϊκές αίθουσες στις 16 Μαρτίου 1970,και έκοψε 266.826 εισιτήρια.
Μία ταινία δημιούργημα της φαντασίας και του ταλέντου του Νίκου Φώσκολου,που ισορροπεί με μαεστρία ανάμεσα στο μελό και το δραματικό μιούζικαλ είναι το «Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα». Ένα φιλμ που η ιδιωτική τηλεόραση δείχνει να το αγνοεί χρόνια τώρα.
Και είναι κρίμα που οι νεότερες γενιές δεν έχουν την ευκαιρία να δούνε τις ταινίες αυτές και να συνειδητοποιήσουν τα όρια της τέχνης από τα όρια της ηλιθιότητας και της «πλαστικούρας» κάποιων σημερινών ταινιών, που πλασάρονται ως ταινίες ποιότητος.
Το «Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα» γυρίστηκε το 1968 από τη Φίνος Φιλμ, με σενάριο και σκηνοθεσία του Νίκου Φώσκολου.
Μερικά χρόνια μετά την πρώτη της προβολή,ο ίδιος ο Φίνος είχε πει στον Φώσκολο: «Η καλύτερη ταινία σου είναι το «Οι σφαίρες δεν γυρίζουν πίσω»,η μεγαλύτερη επιτυχία σου η «Υπολοχαγός Νατάσσα» και η πιο ανθρώπινη ταινία το «Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα».
Πολλοί ειδικοί έχουν πει πως σκηνοθετικά ήταν η καλύτερη ταινία του Φώσκολου,αν και δεν έκανε τα εισιτήρια των άλλων ταινιών του.
Το στόρι του φιλμ ασχολείται με τρεις αδελφές (Μάρθα Καραγιάννη, Νόρα Βαλσάμη και Μάρθα Βούρτση), όπου η καθεμία με διαφορετικό τρόπο, αναζητά τον έρωτα.
Η πρώτη εγκαταλείπει τον κακοποιό φίλο της για χάρη ενός σκληροτράχηλου λιμενικού . Η δεύτερη ερωτεύεται για πρώτη φορά, όταν συναντά ένα νεαρό, ο οποίος την αντιμετωπίζει φιλικά.
Η τρίτη περιμένει καρτερικά για μια δεκαετία τον αγαπημένο της, ο οποίος επιστρέφει κοντά της, διαψεύδοντας όσους τη χλεύαζαν, θεωρώντας την θύμα.
Οι ιστορίες των κοριτσιών εξελίσσονται στις γειτονιές του Πειραιά και ειδικότερα στη Δραπετσώνα και στο Ικόνιο.
Η ταινία αποτελεί σημείο-σταθμό στην καριέρα της Μάρθας Καραγιάννη, η οποία ερμήνευσε τον πρώτο και μοναδικό δραματικό ρόλο της στον κινηματογράφο, αφήνοντας μάλιστα άφωνους κριτές και κοινό, οι οποίοι την είχαν ταυτίσει με κωμικούς και ανάλαφρους ρόλους στα μουσικά φιλμ του Γιάννη Δαλιανίδη.
Παρά τη μοναδική της ερμηνεία ωστόσο, δεν έπαιξε ποτέ ξανά δραματικό ρόλο, αφήνοντας έτσι ένα σημαντικό κενό στην καριέρα της.
Στο «Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα» υποδύεται την τραγουδίστρια Πέρσα, ερμηνεύοντας μάλιστα τα τραγούδια «Το καινούργιο μου φεγγάρι» και «Έλα να σβήσεις τη φωτιά» του Μίμη Πλέσσα με στίχους του Άκου Δασκαλόπουλου, με τη φωνή όμως της Δέσποινας Σταυρουλάκη.
Δισκογραφικά τα δύο αυτά τραγούδια καταγράφηκαν με τη φωνή της Ρένας Κουμιώτη.
Αξίζει να σημειωθεί,πως στο «Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα»,ακούγονται και τα τραγούδια «Μην αργήσεις»(με την Πόπη Αστεριάδη) και «Κρίμα το παλικάρι»(με τους Γιώργο Χατζηαντωνίου και Μιχάλη Βιολάρη).
Το πρώτο αρχικά είχε ηχογραφηθεί με τη φωνή της Μάρθας Βούρτση,αλλά τελικά δεν χρησιμοποιήθηκε στο φιλμ. Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει και στο εκλεκτό καστ της ταινίας,όπου εκτός από τις τρεις βασικές πρωταγωνίστριες εμφανίζονται οι:
Η Μάρθα Βούρτση συγκλονιστική και εξαιρετική καταγράφει ίσως τον καλύτερο ρόλο στην πλούσια φιλμογραφία της.
Η ταινία έχει αρκετές σκηνές ανθολογίας: ο καυγάς Αντωνόπουλου-Καζάκου στην ακρογιαλιά,κάτω από τους ήχους της κορυφαίας μουσικής του Μίμη Πλέσσα, ο αποχαιρετισμός Γαλανού-Βαλσάμη και η επιστροφή του Γαλανού, η σύλληψη του Καζάκου, ο σπαραγμός της Βούρτση στην επιστροφή του ψεύτικου και του παραγματικού αρραβωνιαστικού καθώς και το φινάλε με την Καραγιάννη και τον Καζάκο στις γραμμές του τρένου.
Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις 03 Φεβρουαρίου 1969 και έκοψε 241.668 εισιτήρια στις αίθουσες Α΄προβολής. Για την ιστορία το «Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα» δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο εβδομαδιαίο περιοδικό Ρομάντζο.
Μετά το θρίαμβο της ταινίας “Ο Κατήφορος“(1961),η Φίνος Φιλμ και ο Γιάννης Δαλιανίδης επανέρχονται με μια ακόμη πιο προχωρημένη ταινία, το «Νόμο 4000». Προκλητικό και συνάμα προχωρημένο για την εποχή του σενάριο, πάνω στο οποίο “χτίζει” εξαιρετικά την σκηνοθετική του άποψη ο νεαρός τότε Γιάννης Δαλιανίδης, προτού αφιερωθεί στα έγχρωμα μιούζικαλ.
Τι ακριβώς ήταν ο Νόμος 4000;….Βρισκόμαστε στο έτος 1958. Η τότε κυβέρνηση Καραμανλή ψηφίζει τον περίφημο νόμο περί τεντυ μποϊσμού, δηλαδή το Νόμο 4000.
Αφήσα της ταινίας, “Νόμος 4000”.
Σύμφωνα με αυτόν οι νεαροί ταραχοποιοί που κατηγορούνταν για το αδίκημα της εξύβρισης θα τιμωρούνταν αφού συλλαμβάνονταν με κούρεμα (τους έπαιρναν τα μαλλιά με την ψιλή) και σκίσιμο των ρεβέρ στα παντελόνια τους.
Η πρώτη εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου έγινε την 4η Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους. Αστυνομικοί κούρεψαν με την ψιλή τέσσερα αγόρια, έσκισαν τα ρεβέρ και τους διαπόμπευαν ρίχνοντας τους στον δρόμο υποχρεώνοντας τους να κρατάνε μια πινακίδα που έγραφε “Είμαι τεντυμποις γιατί γιαούρτωσα μια γυναίκα“. Η διαδικασία υπήρξε αμφιλεγόμενη και δίχασε την ελληνική κοινωνία για χρόνια για τον παιδευτικό της ρόλο.
Ήταν η εποχή που η νεολαία είχε αρχίσει να αμφισβητεί γενικώς την κοινωνία και τους θεσμούς της. Το γιαούρτι που έπεφτε,κυρίως σε εκπαιδευτικούς, άρχισε να γίνεται μόδα και μέτρο έκφρασης αυτής της αντίδρασης.
Ο νόμος 4000 θεωρήθηκε ότι θα νουθετούσε τη νεολαία της εποχής. Το φαινόμενο να γιαουρτώνονται άτομα ξεκίνησε από νεαρούς στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 50 στην Αθήνα, σε περιοχές όπως η Κυψέλη, το Θησείο και το Μεταξουργείο.
Εισηγητής του νόμου 4000 ήταν ο υπουργός Δικαιοσύνης Κωνσταντίνος Καλλίας, ενώ ο Ευάγγελος Καλαντζής, υφυπουργός Εσωτερικών, αρμόδιος για θέματα ασφαλείας, ήταν αυτός που εφήρμοσε πρώτος το νόμο.
Ο πρώτος Έλληνας που διαπομπεύτηκε με το Νόμο 4000 ήταν ο Αντώνης Μαλανδρής. Στα χρόνια της Δικτατορίας (1967 – 1974) με διαταγή του υπουργού Παιδείας Θεοφύλακτου Παπακωνσταντίνου όσοι νεαροί ήταν μακρυμάλληδες, συλλαμβάνονταν από την αστυνομία και κουρεύονταν.
Ο μετέπειτα διοικητής της ΕΣΑ, συνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς, έλεγε χαρακτηριστικά, «ο σκοπός δεν είναι να τους κόψω τα μαλλιά αλλά «να τους κόψω την νοοτροπίαν, ήτις είναι καταστρεπτική δι’ αυτούς και διά την Ελλάδαν». Το 1981 ο νόμος 4000 εφαρμόστηκε για τελευταία φορά από την κυβέρνηση Ράλλη και δύο χρόνια αργότερα καταργήθηκε από τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Το 1962 ο νόμος 4000 περί «τεντιμποϋσμού» έγινε κινηματογραφική ταινία από το Γιάννη Δαλιανίδη για τη Φίνος Φιλμ. Η θρυλική εταιρεία παίζει με αυτό το ρεύμα αμφισβήτησης και ανησυχίας της νεολαίας, που ισορροπεί ανάμεσα στην ανεμελιά, την αθώα πλάκα, την παραβατικότητα, την ηθική της εποχής. Η σκηνή τόσο του γιαουρτώματος όσο και της δημόσιας διαπόμπευσης του μαθητή με το ξυρισμένο κεφάλι, αποτελούν ντοκουμέντα εποχής.
Το αποτέλεσμα είναι μάλλον αριστουργηματικό καθώς η ταινία,που φέρει το τίτλο «Νόμος 4000», αρέσει στο κοινό με 118.841 εισιτήρια στις αίθουσες πρώτης προβολής.
Μικρό ρόλο στο φιλμ έχει και ο Θάνος Σουγιούλ, γιος του μεγάλου συνθέτη Μιχάλη Σουγιούλ. Για την ιστορία να πούμε ότι ο Θάνος ήταν μέλος του μουσικού γκρούπ Juniors,και έχασε τη ζωή του σε αυτοκινητικό δυστύχημα στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας (άλλοι αναφέρουν την Εθνική οδό Αθηνών – Λαμίας) το απόγευμα της Κυριακής 10 Οκτωβρίου 1965.
Στη ταινία «Νόμος 4000»,στη σκηνή του λαϊκού κέντρου,ακούγεται το τραγούδι «Ρίξε μου μια διπλοπενιά» του Μίμη Πλέσσα,που ερμηνεύει η Κατερίνα Τζοβάρα, ενώ στην ορχήστρα διακρίνεται,να προσπαθεί να παίξει το μπουζούκι του, ο κορυφαίος Μάρκος Βαμβακάρης.
Όσο για τις περιοχές των Αθηνών που γυρίστηκε το φιλμ αξίζει να αναφέρουμε ότι το υποτιθέμενο σπίτι του Αυστηρού καθηγητή Βασίλη Διαμαντόπουλου είναι στην οδό Μιχαήλ Βόδα 138,το στενό που προσπαθούν να κλέψουν το αυτοκίνητο είναι Μιχαήλ Βόδα & Λαέρτιου Διογένους ενώ η παρέα των μαθητών γιαουρτώνει τον καθηγητή επί της οδού Λαέρτιου Διογένους.
Ο Φίλιππος Γκιώνης σπούδασε στην επαγγελματική σχολή θεάτρου του Νίκου Μπίνα και αποφοίτησε το 1982.Εμφανίστηκε σε δεκάδες ταινίες και βιντεοκασέτες.Έπαιξε στο θέατρο με το...