Τα παλιά κακά χρόνια, τότε που οι γονείς δεν άφηναν τα παιδιά τους ελεύθερα να επιλέξουν το σύντροφο, με τον οποίο ήθελαν να μοιραστούν την ζωή τους (και ο περιορισμός αφορούσε κυρίως τα κορίτσια), πολλοί ερωτευμένοι κατέληγαν στη λύση της “απαγωγής”, κοινώς “κλέβονταν. (Βέβαια, πολλοί στέκονται στη ρομαντική διάσταση του όλου “κλεψίματος” και αναπολούν εκείνες τις “παλιές, καλές εποχές”, όμως ειλικρινά πώς μπορεί να θεωρείται “καλή” μια εποχή, στην οποία η ελευθερία βούλησης του ανθρώπου ήταν περιορισμένη έως ανύπαρκτη;)
Οι απαγωγές λόγω έρωτα δεν περιορίζονταν μόνο στους κοινούς θνητούς, αλλά και σε ηθοποιούς του θεάτρου, οι ερωτικές ιστορίες των οποίων δύσκολα έμεναν κρυφές. Αυτές είναι ορισμένες περιπτώσεις Ελλήνων ηθοποιών που κλέφτηκαν για να ζήσουν τον έρωτά τους με το αγαπημένο τους πρόσωπο, αν και δεν είχαν όλες οι ιστορίες το ίδιο ευτυχές τέλος.
4. ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ – ΝΙΤΣΑ ΛΩΡΗ
Ο πρώτος γάμος του Μάνου Κατράκη δεν ευτύχησε να διαρκέσει πολλά χρόνια, έγινε όμως με επεισοδιακό τρόπο. “Ήταν παιδάκι με κοντές κάλτσες, όταν της πρωτοείπα πως είναι χαριτωμένη. Ήταν την εποχή που το θέατρο της Κοτοπούλη μετά τις παραστάσεις γινόταν ντάσινγκ.
Ερχόταν εκεί και χόρευε η κυρία από δω” θυμόταν ο Μάνος Κατράκης για το πώς γνώρισε τη σύζυγό του, ηθοποιό Νίτσα Λώρη, λίγες μόνο μέρες μετά τον κρυφό γάμο τους στο ναΐσκο της Αγίας Βαρβάρας στο Χαλάνδρι το Σεπτέμβριο του 1934.
Βέβαια, δεν ήταν ένας έρωτας με την πρώτη ματιά. “Πέρασαν από τότε χρόνια πολλά, 4-5 μου φαίνεται, και εγώ το είχα λησμονήσει, ώσπου τώρα τελευταία προ μηνών ξαναφούντωσε το αίσθημά μας, ώσπου ένα βράδυ που πήγαινα μετά την παράσταση τη Νίτσα στο σπίτι, πήγαμε αλλού… Το περίεργο είναι ότι ήμουν εξομολογητής των απογοητευμένων από τη στάση της.
Όλοι ήρχοντο και μου έκαναν παράπονα πως ήταν σκληρόκαρδη. Έτσι μ’ έκαμαν και μένα να την προσέξω και με πικάρισε τώρα τελευταία ένας νεαρός εκατομμυριούχος, που υπέβαλε κανονική πρόταση γάμου. Βιάσου Κατράκη, είπα, γιατί την έχασες”.Υπήρχε όμως ένα εμπόδιο, που άκουγε στο όνομα Τούλα Λώρη, η μητέρα της Νίτσας και ηθοποιός του μελοδράματος.
Ο γάμος έγινε χωρίς την ευχή της, στα κρυφά ύστερα από “απαγωγή” της νύφης, αλλά και χωρίς… χρήματα, καθώς τα έξοδα κάλυψαν 4-5 φίλοι του ζευγαριού. Η οικογένεια Λώρη ήρθε προ τετελεσμένου γεγονότος και η γιαγιά της νύφης αναστέναξε: “Μας την έσκασε ο Κρητικός”! Πάντως το μη αίσιο τέλος του γάμου, πρέπει να τους ανακούφισε αρκετά…
Τα παλιά κακά χρόνια, τότε που οι γονείς δεν άφηναν τα παιδιά τους ελεύθερα να επιλέξουν το σύντροφο, με τον οποίο ήθελαν να μοιραστούν την ζωή τους (και ο περιορισμός αφορούσε κυρίως τα κορίτσια), πολλοί ερωτευμένοι κατέληγαν στη λύση της “απαγωγής”, κοινώς “κλέβονταν. (Βέβαια, πολλοί στέκονται στη ρομαντική διάσταση του όλου “κλεψίματος” και αναπολούν εκείνες τις “παλιές, καλές εποχές”, όμως ειλικρινά πώς μπορεί να θεωρείται “καλή” μια εποχή, στην οποία η ελευθερία βούλησης του ανθρώπου ήταν περιορισμένη έως ανύπαρκτη;)
Οι απαγωγές λόγω έρωτα δεν περιορίζονταν μόνο στους κοινούς θνητούς, αλλά και σε ηθοποιούς του θεάτρου, οι ερωτικές ιστορίες των οποίων δύσκολα έμεναν κρυφές. Αυτές είναι ορισμένες περιπτώσεις Ελλήνων ηθοποιών που κλέφτηκαν για να ζήσουν τον έρωτά τους με το αγαπημένο τους πρόσωπο, αν και δεν είχαν όλες οι ιστορίες το ίδιο ευτυχές τέλος.
3. ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΣ – ΤΙΝΑ ΣΟΡ
Όταν το Φεβρουάριο του 1933 ο θίασος που είχαν δημιουργήσει οι δύο αλλοτινές αντίπαλοι Μαρία Κοτοπούλη και Κυβέλη έφτασε στην Αθήνα από την Κωνσταντινούπολη, όπου είχε πραγματοποιήσει θεατρική περιοδεία επί σειρά εβδομάδων, έλειπε ένας ηθοποιός.
Αυτός ήταν ο ζεν πρεμιέ του θιάσου, ο Γιώργος Παππάς, που προερχόταν από ευυπόληπτη οικογένεια, καθώς ο πατέρας του εργαζόταν ως τμηματάρχης του γραφείου Τύπου του υπουργείου Εξωτερικών, η δε μητέρα του δεν ήταν άλλη από την ποιήτρια Θεώνη Δρακοπούλου (Μυρτιώτισσα).
Ο Παππάς επέστρεψε λίγες μέρες αργότερα και ήταν μια επιστροφή άκρως επεισοδιακή. Λίγες ώρες μετά την άφιξή του στην πρωτεύουσα, η διεύθυνση της αστυνομίας Αθηνών έλαβε ένα επείγον τηλεγράφημα από την Κωνσταντινούπολη, με το οποίο κάποιος Σορ, πλούσιος Εβραίος έμπορος της Κωνσταντινούπολης, ζητούσε τη σύλληψη του ηθοποιού, διότι είχε απαγάγει την ανήλικη κόρη του, Τίνα.
Οι αστυνομικοί κατευθύνθηκαν στη διεύθυνση που είχε δώσει ο Παπάς περνώντας από το τελωνείο (οδός Ζήνωνος 1), όμως εκεί το μόνο που βρήκαν, ήταν μια νευρολογική κλινική. Ανατρέχοντας στη λίστα των αποβιβασθέντων, οι αστυνομικοί εντόπισαν και κάποια Τίνα Σημηριώτη, η οποία είχε φτάσει μόνη της στην Αθήνα και η περιγραφή της φαίνεται ότι ταίριαζε με την κόρη του Σορ.
Εκείνη είχε δηλώσει ως διεύθυνση κατοικίας την οδό Πατησίων 40, όπου όμως βρισκόταν… το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας!
Το ζευγάρι παρέμενε άφαντο για ημέρες, το σπίτι της Μυρτιώτισσας πολιορκούταν από αστυνομικούς, όπως και εκείνο της Μαρίκας Κοτοπούλη (η θιασάρχης), ενώ τα σενάρια έδιναν και έπαιρναν.
Σε κάποια στιγμή διαδόθηκε ακόμη κι ότι οι δυο εξαφανισθέντες είχαν αυτοκτονήσει! Τελικά, οι δυο ερωτευμένοι βγήκαν από την κρυψώνα τους και κάλεσαν τους δημοσιογράφους δίνοντας κάτι σαν συνέντευξη τύπου (αφού πρώτα εκείνοι υποσχέθηκαν να μην αποκαλύψουν το κρησφύγετο).
“Κύριοι, να μου επιτρέψετε να σας ειπώ ότι δεν είναι κατάστασις αυτή! Να μην μπορεί ένας άνθρωπος να χαρεί την ευτυχία του. Μας κυνηγάνε όλοι! Μα τι ζητάνε από μας”; αναρωτήθηκε ο Παπάς, ενώ την ιστορία του παράνομου έρωτα ανέλαβε να διηγηθεί η Τίνα Σορ.
Γνωρίστηκαν τυχαία μετά από μια παράσταση του θιάσου στην Κωνσταντινούπολη μέσω μιας κοινής φίλης. Το επόμενο βράδυ συναντήθηκαν και πάλι στο κέντρο “Μαξίμ”, όπου χόρεψαν μαζί, ακολούθησε έξοδος στο σινεμά και τα ραντεβού άρχισαν να διαδέχονται το ένα το άλλο. Επειδή όμως η Τίνα γνώριζε ότι ο μπαμπάς της δεν θα δεχόταν ποτέ για γαμπρό του έναν ηθοποιό, αποφάσισαν να κλεφτούν.
Η Τίνα άφησε ένα γράμμα στον πατέρα της, όπου του έγραψε ότι θα πήγαινε στο Παρίσι θέλοντας να θολώσει τα νερά, στο μεταξύ έκλεψε το διαβατήριο της Σημηριώτη και τα υπόλοιπα ήταν ήδη γνωστά.
Όμως το ειδύλλιο, δεν είχε αίσιο τέλος. Αρχές Μαρτίου φτάνει στην Αθήνα ο Σορ, ο οποίος απείλησε να αποκληρώσει την Τίνα. Όμως δεν ήταν μόνο η απειλή του πλούσιου πατέρα που υπονόμευε την ευτυχία του ζευγαριού. Υπήρχε κάτι ακόμα χειρότερο: ο Παπάς ήταν ήδη παντρεμένος!
Επτά χρόνια νωρίτερα, έχοντας μόλις ολοκληρώσει τις σπουδές του ως γεωπόνος στο Παρίσι, ο Γιώργος Παπάς πήγε στο Μονπελιέ προκειμένου να ειδικευτεί στην αμπελουργία. Εκεί εργάστηκε στο κτήμα ενός πλούσιου και ερωτεύτηκε τη 19χρονη κόρη του, Ανριέτ Γκιτάρ, την οποία και παντρεύτηκε δυο χρόνια μετά στην Αθήνα, παρόλο που ο πατέρας της νύφης διαφωνούσε. Το ζευγάρι απέκτησε μαζί κι ένα παιδί, όμως ο γάμος δεν άντεξε πολύ. Το πρόβλημα ήταν ότι για κάποιον λόγο δεν είχαν βγάλει διαζύγιο, παρότι ζούσαν σε διάσταση επί σειρά ετών και παρόλο που διατηρούσαν φιλικές σχέσεις – σύμφωνα τουλάχιστον με τον Παπά.
Πέραν αυτών, οι εφημερίδες, που έκαναν πραγματικό πάρτι με το σκάνδαλο, δημοσίευσαν πληροφορίες ότι ο ηθοποιός ήταν κατηγορούμενος για απάτες που είχαν διαπραχθεί πριν από πολλά χρόνια. Ο Παπάς εκτιμούσε ότι πίσω από τα δημοσιεύματα κρυβόταν ο πατέρας της αγαπημένης του, ενώ όσον αφορά την ουσία των κατηγοριών, ο ίδιος ισχυριζόταν ότι δεν ήταν τίποτε άλλο από “μίαν αποσυρθείσα μήνυση προ δωδεκαετίας και ένα παραπεμπτικόν βούλευμα εκδοθέν ερήμην κατά την απουσίαν μου εις την αλλοδαπήν και μετατραπέν εις απαλλακτικόν κατά την επιστροφήν μου, αμφότερα της αυτής εποχής.
Τελικά, η Τίνα εγκατέλειψε τον Γιώργο, αν και εκείνος στην αρχή δεν έδειχνε πρόθυμος να συμβιβαστεί με αυτήν την εξέλιξη, πιστεύοντας ότι η Τίνα θα γυρνούσε κοντά του. Εφημερίδα δημοσίευσε επιστολή του Παπά προς την αγαπημένη του:
“Ο πόνος μου είνε μεγάλος, που βλέπω να γίνεται η επίθεσις αυτή του Τύπου εναντίον μου. Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι όλα αυτά γίνονται με μόνο σκοπό να σε χωρίσουν από μένα. Ο πατέρας σου τα είχε προετοιμασμένα και γι’ αυτόν τον λόγον σε άφησε να έλθης να με ιδής χθες, και σήμερον το πρωί ακόμη, για να σου πη κατόπιν ότι επληροφορήθη πως είμαι απατεών κλπ…. Μια εφημερίς εδημοσίευσεν ότι επήγες σήμερα το πρωί εις την αστυνομίαν, όπου εδήλωσες ότι κατόπιν των όσων έμαθες, εκατάλαβες πλέον με τι άνθρωπον έχεις να κάμης και δεν με θέλεις πια. Είνε ψέμματα όλα αυτά. Δεν είνε έτσι;
Θέλω να πιστεύω, Τινάκι, ότι δεν είνε αλήθεια όλα αυτά. Αλλά και εάν ακόμη σε έπεισαν, και σ’ έκαμαν να τα πιστεύσης, θέλω να σε ιδώ και να σου εξηγήσω. Δεν υπάρχει πουθενά καμμιά κακή πράξις. Ελπίζω αυτό το γράμμα μου να φθάση έως τα χέρια σου. Πιστεύω στην αγάπη σου. Έχω εμπιστοσύνη σε σένα. Είμαι πολύ δυστυχισμένος. Περιμένω ανυπόμονα ειδήσεις σου. Πρέπει να βγης, να φύγης!
Ο πατέρας σου θέλει να μας χωρίση και να αφήση να με βαρύνη η γενική εντύπωσις του κόσμου ότι υπήρξα ένας απατεών. Είνε εγκληματικόν να τιμωρηθή κατ’ αυτόν τον τρόπον ένας άνθρωπος, που δεν έκανε κανένα άλλο κακό από του να σ’ αγαπήση πολύ, πολύ”. Η Τίνα όμως δεν γύρισε ποτέ…
Λέγεται ότι οι κωμικοί ηθοποιοί συνήθως έχουν μεγαλύτερη επιτυχία στις γυναίκες απ’ ό,τι οι ζεν πρεμιέ. Ή έστω αυτό λεγόταν κυρίως για τους ηθοποιούς του ’50 και του ’60, όπως ο Χατζηχρήστος, ο Γκιωνάκης κ.ά. Ο Γκιωνάκης μάλιστα είχε πρωταγωνιστήσει και σε ένα μικρό ερωτικό σκανδαλάκι που γνώρισε αρκετή δημοσιότητα το καλοκαίρι του 1952, στην εκούσια απαγωγή ενός μοντέλου που μάλιστα είχε διεκδικήσει τον τίτλο της “Σταρ Ελλάς” λίγους μήνες νωρίτερα.
Όλα ξεκίνησαν στις 6 Απριλίου 1952, στο ξενοδοχείο “Μεγάλη Βρετανία”, όπου αναβίωσε μετά σχεδόν δύο δεκαετίες ο θεσμός των καλλιστείων με την παρουσία υπουργών, ξένων πρεσβευτών (μεταξύ των οποίων ο περιβόητος Πιουριφόι), του αρχηγού του αμερικανικού στόλου κλπ.. Τη βραδιά των καλλιστείων συμπλήρωνε ένα πλούσιο καλλιτεχνικό πρόγραμμα με τους Μίμη Φωτόπουλος, Γιάννη Φλερύ και Λίντα Άλμα, Μελίνα Μερκούρη, Γιώργο Παπά, αλλά και το θίασο της Σοφίας Βέμπο, μέλος του θιάσου ήταν και ο Γιάννης Γκιωνάκης.
Οι καλλιτέχνες δεν περιορίστηκαν μόνο στην παρουσίαση του προγράμματός τους, αλλά παρακολούθησαν και την εξέλιξη της βραδιάς. Παρακολουθώντας την πασαρέλα των υποψηφίων “σταρ”, ο Γκιωνάκης εντυπωσιάστηκε από την τελευταία διαγωνιζόμενη, η οποία άκουγε στο όνομα Ρένα Κωνσταντινίδη, αλλά διεκδικούσε μια καριέρα μοντέλου υπό το ψευδώνυμο Ρένα Κωνστάνς. Το αίσθημα ήταν αμοιβαίο και κάπως έτσι, στα παρασκήνια του διαγωνισμού ομορφιάς ξεκίνησε το ειδύλλιο ανάμεσα στον ηθοποιό και τη νεαρή κοπέλα.
Τις επόμενες εβδομάδες, οι παρατηρητικοί πρόσεχαν συχνά πυκνά την παρουσία της Κωνσταντινίδη στην πλατεία του θεάτρου. Βέβαια, δεν γνώριζαν το κυοφορούμενο και εξελισσόμενο ειδύλλιο, αλλά απέδιδαν τη συχνή παρουσία της κοπέλας στην αγάπη της για το θέατρο και στη φιλοδοξία της να γινόταν κάποια μέρα ηθοποιός.
Το ειδύλλιο όμως δεν έμεινε κρυφό από τους γονείς της Ρένας, οι οποίοι δεν ενέκριναν τη σχέση της κόρης τους με τον Γκιωνάκη. Η άρνησή τους αυτή δεν ήταν ικανή να κάμψει το ειδύλλιο, που τελικά εξελίχθηκε σε “απαγωγή” (αλλιώς “κλέψιμο”) μέσα στο κατακαλόκαιρο του 1952.
Ένα βράδυ, η Ρένα και ο Γιάννης βγήκαν μαζί να διασκεδάσουν, μόνο που στο τέλος της βραδιάς η πρώτη δεν θα γύριζε στο σπίτι της. Το επόμενο πρωί, εμφανίστηκαν στο σπίτι ενός φίλου του Γκιωνάκη στον Πειραιά. Εκείνος έλειπε και τους αλληλοαπαχθέντες ερωτευμένους υποδέχθηκε η γυναίκα του, η οποία αρχικά ήταν αρνητική, αλλά τελικά συγκινήθηκε από τα παρακάλια των άστεγων ερωτευμένων και δέχτηκε να τους παραχωρήσει προσωρινά μια στέγη.
Φυσικά, οι γονείς της Ρένας δεν έμειναν με σταυρωμένα χέρια. Έψαχναν την κόρη τους, απειλούσαν τον ηθοποιό με κατάθεση μήνυσης σε βάρος τους, ενώ η ιστορία δημοσιεύτηκε ακόμη και στην πρώτη σελίδα ορισμένων εφημερίδων. Ήταν άραγε η πίεση από τις μεγάλες διαστάσεις που πήρε η υπόθεση, θυσιάστηκε για να μην έχει ο αγαπημένος της μπλεξίματα με το νόμο ή μήπως η Ρένα δεν ήταν απόλυτα σίγουρη για την απόφασή της αυτή; Όταν ο Γκιωνάκης επέστρεψε στο σπίτι μετά τη βραδινή του παράσταση στο θέατρο, εκείνη έλειπε.
Το τι απέγινε μετά και αν το ειδύλλιο έληξε αυτόματα ή χρειάστηκε να δοθούν περαιτέρω εξηγήσεις, είναι κάτι που μόνο οι πρωταγωνιστές της ιστορίας θα μπορούσαν να μας το διευκρινίσουν, με τον ηθοποιό, ο οποίος τα επόμενα χρόνια θα έγραφε ιστορία στο θέατρο και τον κινηματογράφο με τις κωμικές του ερμηνείες, να έχει φύγει από την ζωή εδώ και αρκετά χρόνια.
Τα παλιά κακά χρόνια, τότε που οι γονείς δεν άφηναν τα παιδιά τους ελεύθερα να επιλέξουν το σύντροφο, με τον οποίο ήθελαν να μοιραστούν την ζωή τους (και ο περιορισμός αφορούσε κυρίως τα κορίτσια), πολλοί ερωτευμένοι κατέληγαν στη λύση της “απαγωγής”, κοινώς “κλέβονταν. (Βέβαια, πολλοί στέκονται στη ρομαντική διάσταση του όλου “κλεψίματος” και αναπολούν εκείνες τις “παλιές, καλές εποχές”, όμως ειλικρινά πώς μπορεί να θεωρείται “καλή” μια εποχή, στην οποία η ελευθερία βούλησης του ανθρώπου ήταν περιορισμένη έως ανύπαρκτη;)
Οι απαγωγές λόγω έρωτα δεν περιορίζονταν μόνο στους κοινούς θνητούς, αλλά και σε ηθοποιούς του θεάτρου, οι ερωτικές ιστορίες των οποίων δύσκολα έμεναν κρυφές. Αυτές είναι ορισμένες περιπτώσεις Ελλήνων ηθοποιών που κλέφτηκαν για να ζήσουν τον έρωτά τους με το αγαπημένο τους πρόσωπο, αν και δεν είχαν όλες οι ιστορίες το ίδιο ευτυχές τέλος.
Ο κανόνας που ήθελε τον άντρα να “κλέβει” τη γυναίκα, με την οποία ήταν ερωτευμένος, για να την παντρευτεί, ανατράπηκε στην περίπτωση της Μαρίκας Νέζερ και του Ερρίκου Κονταρίνη. Οι δυο τους ερωτεύτηκαν, όταν ο Κονταρίνης προσελήφθη στο θίασο Μακέδου στο θέατρο “Μοντιάλ”, όπου εργαζόταν ήδη η Μαρίκα.
Το ειδύλλιο, όμως, δεν είχε την έγκριση των γονιών της ηθοποιού, οι οποίοι δεν ήθελαν η κόρη τους να παντρευτεί ηθοποιό ελπίζοντας ότι στο τέλος θα αποτραβιόταν από το θέατρο. Μάλιστα, είχαν γίνει και μια σειρά από περιστατικά κατά την περιοδεία του θιάσου στην επαρχία, με τους γονείς της Νέζερ πότε να περιορίζουν την κόρη τους κόβοντας κάθε επικοινωνία με τον αγαπημένο της και πότε να καλούν την αστυνομία για να συλλάβει τον Κονταρίνη.
Όχι ότι κι εκείνοι δεν είχαν δώσει αφορμές, αφού μεσολάβησε και μια απόπειρα να κλεφτούν στους Γαργαλιάνους στα πλαίσια της περιοδείας το Φεβρουάριο του 1929, με αποτέλεσμα ο νεαρός ηθοποιός να φύγει τρέχοντας και υπό καταρρακτώδη βροχή προς την Κυπαρισσία, όπου ήταν ο επόμενος σταθμός της περιοδείας!
Και φτάνουμε στην Κυριακή των Βαΐων του 1929. Ο Κονταρίνης βρισκόταν σ’ ένα εντευκτήριο στην Ομόνοια, το “Στέμμα”, όπου σύχναζαν πολλοί ηθοποιοί. Κάποια στιγμή, ένα παιδάκι τον πλησίασε και του είπε: “Ένας κύριος σας ζητάει έξω και είπε ότι είναι ανάγκη να σας δει εξάπαντος”.
Ο ανύποπτος Κονταρίνης βγήκε από το μαγαζί και κατευθύνθηκε στο σημείο που του είχε δείξει το άγνωστο παιδί. Εκεί, όμως, δεν τον περίμενε κάποιος κύριος, αλλά η Μαρίκα. “Έλα να φύγουμε! Θέλω να ζήσουμε πια μαζί και οπωσδήποτε” του είπε αδιαφορώντας για την οικονομική στενότητα του αγαπημένου της. Κατευθύνθηκαν πρώτα στο σπίτι μιας θείας της Μαρίκας στον Πειραιά, όμως εκείνη τους έδιωξε.
Περπατώντας την παραλιακή γραμμή, οι δυο ερωτευμένοι έφτασαν στο Παλαιό Φάληρο κι από κει συνέχισαν με τα πόδια μέχρι την Αθήνα, όπου έφτασαν τα ξημερώματα της Δευτέρας.
“Γιατί παραξενεύεστε; Την ευτυχία του δεν την αφήνει κανένας να χαθεί, ακόμα κι αν ξέρει ότι θα διαρκέσει στιγμές μονάχα, ή θα την πληρώσει πολύ ακριβά” συμφωνούσε και ο Κονταρίνης.
Και οι ενστάσεις των γονιών και του αδερφού της Μαρίκας; “Τι να τους κάμω! Εγώ τον Ερρίκο τον αγαπώ κι ήταν αδύνατο να ζήσω δίχως αυτόν” δήλωνε η ηθοποιός, που πάντως παραδεχόταν ότι στην αρχή είχε αισθανθεί “φόβο, σχετική στενοχώρια, αδημονία για το τι θα γίνει αύριο, περιέργεια για το τι θα πει ο μπαμπάς κι η μαμά ίσως και ο κόσμος”, όμως γρήγορα άφησε πίσω τις σκέψεις αυτές. Όπως είπε και η ίδια, “[Ο Ερρίκος κι εγώ] γράψαμε το ρομάντζο μας και ησυχάσαμε”.
Ακολούθησε ο γάμος, ενώ το ζευγάρι παρέμεινε μαζί και αγαπημένο μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου 1971, οπότε ο Ερρίκος Κονταρίνης έφυγε από την ζωή.
Οι σεναριακές ανάγκες, μοιραία κάποια στιγμή, θα οδηγούσαν τα βήματα των πρωταγωνιστών ηθοποιών σε μια ταβέρνα, σ’ ένα νυχτερινό κέντρο, ή σε μια φτωχική αυλή όπου με χορό και τραγούδι θα έπνιγαν τα μεράκια τους αλλά και θα διασκέδαζαν, γλεντώντας και γιορτάζοντας χαρμόσυνες στιγμές. Το τραγούδι άλλωστε είναι μέρος της καθημερινότητας του ελληνικού λαού και κατά συνέπεια αυτό αποτυπωνόνταν στις ταινίες.
Προς τα τέλη της δεκαετίας του πενήντα ο ελληνικός κινηματογράφος γνώρισε μια πρωτόγνωρη, αριθμητική τουλάχιστον, άνθηση που κράτησε μέχρι και τα τέλη αυτής του εξήντα. Ο λαϊκός κόσμος γέμισε τις σκοτεινές αίθουσες, ο κινηματογράφος έγινε το «ψωμί του λαού», κύρια και λυτρωτική διασκέδασή του.
Οι σεναριακές ανάγκες, μοιραία κάποια στιγμή, θα οδηγούσαν τα βήματα των πρωταγωνιστών ηθοποιών σε μια ταβέρνα, σ’ ένα νυχτερινό κέντρο, ή σε μια φτωχική αυλή όπου με χορό και τραγούδι θα έπνιγαν τα μεράκια τους αλλά και θα διασκέδαζαν, γλεντώντας και γιορτάζοντας χαρμόσυνες στιγμές. Το τραγούδι άλλωστε είναι μέρος της καθημερινότητας του ελληνικού λαού και κατά συνέπεια αυτό αποτυπωνόνταν στις ταινίες.
Προς τα τέλη της δεκαετίας του πενήντα ο ελληνικός κινηματογράφος γνώρισε μια πρωτόγνωρη, αριθμητική τουλάχιστον, άνθηση που κράτησε μέχρι και τα τέλη αυτής του εξήντα. Ο λαϊκός κόσμος γέμισε τις σκοτεινές αίθουσες, ο κινηματογράφος έγινε το «ψωμί του λαού», κύρια και λυτρωτική διασκέδασή του.
Οι σεναριακές ανάγκες, μοιραία κάποια στιγμή, θα οδηγούσαν τα βήματα των πρωταγωνιστών ηθοποιών σε μια ταβέρνα, σ’ ένα νυχτερινό κέντρο, ή σε μια φτωχική αυλή όπου με χορό και τραγούδι θα έπνιγαν τα μεράκια τους αλλά και θα διασκέδαζαν, γλεντώντας και γιορτάζοντας χαρμόσυνες στιγμές. Το τραγούδι άλλωστε είναι μέρος της καθημερινότητας του ελληνικού λαού και κατά συνέπεια αυτό αποτυπωνόνταν στις ταινίες.
Προς τα τέλη της δεκαετίας του πενήντα ο ελληνικός κινηματογράφος γνώρισε μια πρωτόγνωρη, αριθμητική τουλάχιστον, άνθηση που κράτησε μέχρι και τα τέλη αυτής του εξήντα. Ο λαϊκός κόσμος γέμισε τις σκοτεινές αίθουσες, ο κινηματογράφος έγινε το «ψωμί του λαού», κύρια και λυτρωτική διασκέδασή του.
Τα παλιά κακά χρόνια, τότε που οι γονείς δεν άφηναν τα παιδιά τους ελεύθερα να επιλέξουν το σύντροφο, με τον οποίο ήθελαν να μοιραστούν την ζωή τους (και ο περιορισμός αφορούσε κυρίως τα κορίτσια), πολλοί ερωτευμένοι κατέληγαν στη λύση της “απαγωγής”, κοινώς “κλέβονταν. (Βέβαια, πολλοί στέκονται στη ρομαντική διάσταση του όλου “κλεψίματος” και αναπολούν εκείνες τις “παλιές, καλές εποχές”, όμως ειλικρινά πώς μπορεί να θεωρείται “καλή” μια εποχή, στην οποία η ελευθερία βούλησης του ανθρώπου ήταν περιορισμένη έως ανύπαρκτη;).
Οι απαγωγές λόγω έρωτα δεν περιορίζονταν μόνο στους κοινούς θνητούς, αλλά και σε ηθοποιούς του θεάτρου, οι ερωτικές ιστορίες των οποίων δύσκολα έμεναν κρυφές. Αυτές είναι ορισμένες περιπτώσεις Ελλήνων ηθοποιών που κλέφτηκαν για να ζήσουν τον έρωτά τους με το αγαπημένο τους πρόσωπο, αν και δεν είχαν όλες οι ιστορίες το ίδιο ευτυχές τέλος.
1. ΑΛΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ – ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ
Η πρώτη υπόθεση γυναίκας ηθοποιού που προκάλεσε μεγάλη αίσθηση, επειδή είχε κλεφτεί με τον αγαπημένο της, ήταν αυτή της Κυβέλης, η οποία το Σεπτέμβριο του 1906 εγκατέλειψε τον σύζυγό της Μήτσο Μυράτ και τα δυο τους παιδιά, για να φύγει στο εξωτερικό με τον νεαρό δικηγόρο Κώστα Θεοδωρίδη. Το σκάνδαλο ήταν τεράστιο απ’ όλες τις απόψεις, καθώς εδώ δεν είχαμε απλά την περίπτωση ενός έρωτα, ο οποίος δεν είχε την έγκριση των γονιών, αλλά υπήρχε στη μέση κι ένας γάμος με δυο παιδιά.
Έχω γράψει ολόκληρο θέμα για τη συγκεκριμένη απαγωγή (το οποίο αρχικά προοριζόταν γι’ αυτό το αφιέρωμα, αλλά είχε τόσο μεγάλη έκταση, ώστε ανέβηκε αυτόνομο. Διαβάστε περισσότερα εδώ: Η “απαγωγή” της Κυβέλης που προκάλεσε τεράστιο σκάνδαλο στη μικρή Ελλάδα του 1906, γιατί η ηθοποιός εγκατέλειψε σύζυγο και παιδιά για χάρη του εραστή της).
Από κει και πέρα, η επόμενη μεγάλη ιστορία παράνομου καλλιτεχνικού έρωτα που κατέληξε σε απαγωγή γράφτηκε 22 χρόνια μετά από – τι σύμπτωση κι αυτή! – την κόρη της Κυβέλης και του Θεοδωρίδη, Αλίκη, η οποία μάλιστα είχε γεννηθεί στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια της σκανδαλώδους εξαφάνισής τους από την Ελλάδα.
Όταν η Αλίκη μεγάλωσε, ασχολήθηκε με το θέατρο και ερωτεύθηκε έναν ηθοποιό του θιάσου της μητέρας της, τον Κώστα Μουσούρη, ο οποίος είχε θεατρική εμπειρία, όμως δεν είχε ακόμη καθιερωθεί ως πρωταγωνιστής. Ο Μουσούρης είχε ήδη ένα γάμο στο ενεργητικό του με την επίσης ηθοποιό Μαρίκα Κούρμη, με την οποία δεν είχαν χωρίσει, αλλά βρίσκονταν σε διάσταση επί πολλά χρόνια. Εξάλλου, την περίοδο της γνωριμίας τους και η Αλίκη φερόταν – σύμφωνα με τα κουτσομπολιά της εποχής – να έχει δεσμό με τον ηθοποιό Νίκο Δενδραμή.
Και ενώ το ειδύλλιο του Μουσούρη και της Αλίκης εξελισσόταν, σε κάποια στιγμή η τελευταία μπήκε στον πειρασμό να ζητήσει την έγκριση της μητέρας της. Όμως εκείνη ούτε που ήθελε ν’ ακούσει για το δεσμό και με αυστηρό ύφος ζήτησε από την κόρη της να το βγάλει από το μυαλό της με το επιχείρημα ότι η Αλίκη ήταν ακόμη πολύ μικρή.
Και φτάνουμε στη 18η Οκτωβρίου 1928. Το πρωί της ημέρας εκείνης, η Αλίκη, η οποία διέμενε στο σπίτι του μεγαλύτερου αδερφού της Αλέκου Μυράτ και της συζύγου του στην οδό Πανδρόσου, βγήκε για περίπατο συνοδευόμενη από τέσσερις φίλες της, χωρίς κανείς ν’ ανησυχήσει. Οι ώρες περνούσαν και το απόγευμα, όταν πήγε στο θέατρο, ο Αλέκος διαπίστωσε ότι κανείς από την οικογένεια δεν γνώριζε πού βρισκόταν η Αλίκη. Άρχισαν να την αναζητούν στα σπίτια των φίλων της, όμως τίποτα.
Σε κάποια στιγμή έγινε γνωστό ότι είχε εξαφανιστεί και ο Μουσούρης. “Παναγιά μου, έκλεψε την Αλίκη” ήταν η αυθόρμητη αντίδραση της Κυβέλης στο άκουσμα αυτής της είδησης.
Η παράσταση βέβαια ανέβηκε κανονικά, αν και με κάποια καθυστέρηση, ενώ τους αλληλοαπαχθέντες ερωτευμένους αντικατέστησαν ο Δενδραμής και η Βεάκη. Επίσημη δικαιολογία; Οι δυο πρωταγωνιστές είχαν δήθεν αδιαθετήσει ταυτόχρονα!
Λίγες μέρες μετά και ενώ είχε πλέον γίνει γνωστό ότι οι δυο νέοι είχαν κλεφτεί, το ζευγάρι εντοπίστηκε στο ξενοδοχείο “Παλίρροια” της Χαλκίδας. Ο Μουσούρης και η Αλίκη επέστρεψαν τελικά στην Αθήνα, όπου μάταια ο Θεοδωρίδης προσπαθούσε ν’ αλλάξει τα μυαλά της κόρης του. Όχι μόνο δεν τα κατάφερε, αλλά εκείνη άφησε το σπίτι του αδερφού της και διανυκτέρευσε στο σπίτι του Μουσούρη. Εξάλλου, όπως έγραψε απογευματινή εφημερίδα, επικαλούμενη πηγές της οικογένειας, “διά την κυρίαν Κυβέλην δεν υπάρχει πλέον Αλίκη”.
Όμως η άρνηση των συγγενών της Αλίκης δεν ήταν το μοναδικό εμπόδιο σ’ αυτήν τη σχέση. Η Μαρίκα Κούρμη, η από πολύ καιρό εν διαστάσει σύζυγος του Μουσούρη, αρνιόταν να του δώσει διαζύγιο. Ο λόγος; Καθαρά και μόνο εγωιστικός, όπως η ίδια παραδεχόταν σε επιστολή της, που δημοσιεύτηκε στον Τύπο: “Μετά του κ. Μουσούρη ευρίσκομαι εν διαστάσει από εξαετίας και πλέον, εις επανειλημμένας δε αιτήσεις μου όπως συγκατατεθή εις την χορήγησιν διαζυγίου, ηρνείτο διαρρήδην, μη δεχόμενος ούτε να συζήτηση επ’ αυτού.
Ήδη, μετά την απαγωγήν της δίδος Αλίκης Θεοδωρίδου, διά να λείψη από το μέσον κάθε εμπόδιον διά την σύναψιν του γάμου, επιδιώκει πλέον ο ίδιος την λήψιν του διαζυγίου. Σήμερον, νομίζω, ότι μου δίδεται η ευκαιρία να τον εκδικηθώ. Δεν ζητώ αποζημίωσιν δύο εκατομμυρίων ως εγράφη. Δεν ζητώ τίποτε απολύτως. Από εκδίκησιν και μόνον από εκδίκησιν, δεν δέχομαι να του δώσω διαζύγιον. Θα επιθυμούσα μάλιστα να μη προκληθώ υπό του κ. Μουσούρη εις δημοσίαν συζήτησιν, διότι εις το τέλος ο ίδιος θα βγη πολύ ζημιωμένος”.
Αξίζει ν’ αναφερθεί πάντως ότι ένα χρόνο πριν το περιστατικό αυτό, η Κούρμη είχε επίσης απασχολήσει, όταν “κλέφτηκε” μ’ έναν σοφέρ υπουργικού αυτοκινήτου, με τον οποίο συζούσαν για μικρό διάστημα, αλλά η σχέση εκείνη είχε άδοξο τέλος.
Τίποτα, όμως, δεν εμπόδισε την Αλίκη και τον Μουσούρη να χαρούν τον έρωτά τους. Τις πρώτες μέρες μετακόμισαν σε φιλικό τους σπίτι στη Γαργαρέττα κι από εκεί σ’ ένα ισόγειο (ή ημιυπόγειο) διαμέρισμα στην οδό Καλύμνου (αριθμός 8), που ρεπορτάζ το περιέγραφε ως “λιτώτατα επιπλωμένο” και με “πολύν αρτίστικο αέρα με μια βιβλιοθήκη γεμάτη κυρίως από ποιητικές συλλογές, μια γκαρνταρόμπα, ένα ντιβάνι κι ένα παραβάν”, ενώ οι τοίχοι ήταν στολισμένοι από ένα σκίτσο της Αλίκης και δυο φωτογραφίες του Μουσούρη.
Και ενώ τις πρώτες ημέρες κράτησαν χαμηλούς τόνους, περίπου ένα μήνα μετά το σκάνδαλο της απαγωγής, οι δυο ηθοποιοί πραγματοποίησαν τη θεατρική τους επάνοδο στις αρχές Δεκεμβρίου και για ορισμένο αριθμό παραστάσεων στο Εθνικό θέατρο με την κωμωδία “Πρωί – Μεσημέρι – Βράδυ” του Ντάριο Νικοντέμι.
Τελικά τα τυπικά εμπόδια άργησαν να ξεπεραστούν και ο γάμος πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1931. Αλίκη και Μουσούρης θα διέγραφαν μια δύσκολη, πλην όμως σημαντική πορεία στο θέατρο, ενώ θα εμφανίζονταν μαζί και σε δύο ταινίες (“Αστέρω” και “Αγνούλα”). Ωστόσο, το 1939 η Αλίκη θα έφευγε για την Αμερική και ο γάμος τους θα έβαινε στο τέλος του.
“Δεν είνε η πρώτη φορά καθ’ ην μία καλλιτέχνις απήχθη. Αλλ’ η χθεσινή απαγωγή θα συνταράξη όλην την Ελλάδα και όλην την Ανατολήν, διότι η απαχθείσα καλλιτέχνις Κυβέλη Αδριανού Μυράτ ήτο το συμπαθές τέκνον της ελληνικής σκηνής”. Έτσι ξεκινούσε το ρεπορτάζ της εφημερίδας Αθήναι στις 25 Σεπτεμβρίου 1906 σχετικά με την (εκούσια) απαγωγή της ηθοποιού Κυβέλης, παντρεμένης με τον επίσης ηθοποιό Μήτσο Μυράτ και μητέρα δύο παιδιών (Μιράντα και Αλέξανδρος), από τον εραστή της Κώστα Θεοδωρίδη, έναν ευκατάστατο νεαρό δικηγόρο της πρωτεύουσας. Εγκατέλειψαν τη χώρα με προορισμό την Ιταλία κι από εκεί το Παρίσι.
Η απαγωγή έγινε γνωστή γύρω στις 10 το βράδυ της προηγούμενης ημέρας, όταν θα ξεκινούσε η παράσταση “Μαραθώνιος Δρόμος” στη Νέα Σκηνή, όπου πρωταγωνιστούσε η ηθοποιός. Ωστόσο, ο συγκλονισμένος Μυράτ βγήκε κανονικά στη σκηνή και έπαιξε το ρόλο του. Όπως έγραφαν την επομένη οι Αθήναι, “Οι θεαταί ουδέποτε τον είδον ευθυμότερον. Οι ηθοποιοί ουδέποτε τον είδον με τόσην πικρίαν να κλαίη εις τα παρασκήνια”.
Πολλά σχόλια προκάλεσε και η κίνηση του απατημένου συζύγου να δημοσιεύσει τα απομνημονεύματά του – εστιάζοντας φυσικά στον ατυχή γάμο του – όπως και η πρώτη του κίνηση να μηνύσει την Κυβέλη για κλοπή των ρούχων της, με το επιχείρημα ότι της τα είχε αγοράσει ο ίδιος δαπανώντας περίπου 2000 δραχμές. Μάλιστα, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης της ηθοποιού κατά την άφιξή της στην Ιταλία, όμως δεν εκτελέστηκε ποτέ, καθώς ψυχραιμότερα σκεπτόμενος ο Μυράτ απέσυρε έγκαιρα τη μήνυσή του.
ΤΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ ΣΤΙΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ
Οι εφημερίδες έστησαν πανηγύρι επί σειρά εβδομάδων σχολιάζονταν τα απόνερα του πρωτοφανούς σε έκταση καλλιτεχνικού σκανδάλου. Από την πρώτη μέρα της απαγωγής, λες και είχε έτοιμα γραμμένα τα χαρτιά στο συρτάρι του, ο Τιμολέων Σταθόπουλος άρχισε να διηγείται μέσω της Ακροπόλεως με μυθιστορηματικό τρόπο απίθανες λεπτομέρειες του παράνομου ερωτικού δεσμού ξεκινώντας από την πρώτη γνωριμία της Κυβέλης με τον Θεοδωρίδη σε μια παρτίδα πόκερ, στην οποία συμμετείχε και ο ίδιος ο Σταθόπουλος.
Σκοπός του ήταν μάλλον να σκιαγραφήσει ένα ελεεινό πορτρέτο της πρωταγωνίστριας ικανοποιώντας παράλληλα τη δίψα του κόσμου, που επιθυμούσε να μάθε λεπτομέρειες για το σκάνδαλο. Για παράδειγμα, η περιγραφή της σκηνής, όπου στο πλευρό της βαριά άρρωστης Κυβέλης βρισκόταν καταπονημένος από τη θλίψη ο νόμιμος σύζυγος, όμως εκείνη ρωτούσε να μάθει πού βρισκόταν ο εραστής της.
Ωστόσο, πιο σοκαριστικό κι από το μυθιστόρημα του Σταθόπουλου ήταν το “ημερολόγιο” του Μυράτ, που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο Άστυ. Ο απατημένος σύζυγος θεώρησε σωστό να βγάλει στη φόρα αδιανόητες λεπτομέρειες της προσωπικής του ζωής με μοναδικό στόχο να μειώσει την Κυβέλη, τον εραστή της, ακόμα ακόμα και τους θετούς της γονείς, τους οποίους περιέγραφε ως μπεκρήδες (αντίστοιχη περιγραφή έκανε πάντως και ο Σταθόπουλος στο δικό του αφήγημα).
Κατ’ αρχήν επιχείρησε να υποβιβάσει το υποκριτικό ταλέντο της συζύγου του: “Η Κυβέλη ουδέποτε ηθέλησε να κοπιάση διά την σκηνήν. Η επιμονή, η διαρκής τάσις προς την τέχνην, ο φανατισμός διά την τέχνην της ήτο άγνωστος. Ουδέποτε σχεδόν εμελέτησε ρόλον. Οι ρόλοι έμεναν στην τσέπη όπως τους έπερνε. Αντελαμβάνετο τον ρόλον μόνον εις τας δοκιμάς”.
Σε άλλο σημείο έγραφε σε μελοδραματικό τόνο: “Η γυναίκα έχει εις τα χείλη της μίαν εύκολον φράσιν. Την φράσιν “εγώ είμαι ειλικρινής”. Είπε και η Κυβέλη χίλιες φορές ότι είνε ειλικρινής. Μου επανέλαβε πολλάκις με τόνον, χωρίς να την προκαλέσω, ότι δεν θα διανοηθή αγάπην προς άλλον. Μου ωρκίζετο ότι την πρώτην στιγμήν που θα της περάση τοιαύτη σκέψις θα μου το πη τιμίως και ειλικρινώς. Επέρασεν η πρώτη στιγμή… Επέρασαν μήνες. αλλά δεν ετήρησεν τον όρκον της”.
Βέβαια, αλλού περιέγραφε τη σκηνή που η Κυβέλη του ομολογούσε το κρυφό αίσθημά της για τον Θεοδωρίδη, το οποίο ο Μυράτ ισχυριζόταν ότι ήδη γνώριζε. Πριν παραθέσω το απόσπασμα, θα γράψω τη γνώμη μου. Δεν πιστεύω τους διαλόγους που παρέθετε ο απατημένος σύζυγος στο ανάγνωσμά του. Από τη μια εμφανίζεται η Κυβέλη να αποκαλύπτει ένα μεγάλο μυστικό μέσα από κοφτές ατάκες γεμάτες αδιαφορία κι από την άλλη ο Μυράτ να ξιφουλκεί με ηθικούς μονολόγους προσπαθώντας να επαναφέρει στο σωστό δρόμο την παραστρατημένη.
Πιστεύω ότι δεν ήταν παρά φανφάρες ενός πληγωμένου άνδρα, που ήθελε απλά να εκδικηθεί τη γυναίκα που τον παράτησε. Έγραφε λοιπόν ο Μυράτ για τη στιγμή της αποκάλυψης: “Ήτο βράδυ. Εις το σπήτι μας.
Αγαπώ άλλον! Μου είπε. Είμαι ειλικρινής. Με ειδοποίησε περί πράγματος το οποίον την εξηνάγκασα διά της στάσεώς μου να αποκαλύψη.
Ναι, δεν σ’ αγαπώ πια! Συμφωνήσαμε να τα λέμε όλα μεταξύ μας. Είμαι τιμία και σου το λέγω.
Τιμία; Της είπα. Τιμία θα ήσουν αν μου το έλεγες όταν έπρεπε να μου το πης!
Λοιπόν, να με αφήσης.
Εγώ; Ή εσύ;
Ναι εσύ!
Εννοείς να φύγω από το σπήτι μου; Ο ένοχος διώχνει τον τίμιον; Τόσον εύκολα, δυστυχισμένη, υποθέτεις ότι θα σου παραδώσω το σπήτι μου διά να διασκεδάσης όπως θέλεις; Ότι θ’ αφήσω τα παιδιά μας ν’ αναπνεύσουν τόσον μολυσμένην ατμόσφαιραν;
Δεν θα κάνω τίποτε άτιμο. Όχι! Θα τον αγαπώ μόνον.
Θα τον αγαπάς μόνον; Υπάρχει και μόνον αγάπη; Ή θέλεις να νομίζης ότι ο έρως σταματά εις ορισμένον σημείον; Πλανάσαι ή θέλεις να πλανάς;
Ναι, θα τον αγαπώ μόνον.
Μωρολογείς. Και ψεύδεσαι!
Λοιπόν καλά. Ψεύδομαι, κάνω ό,τι θέλω. Αλλ’ αν ήσαι άντρας – ετόνισεν αυτήν την φράσιν τόσο περισσότερον όσω ήτο ένοχος – αν ήσαι άντρας πρέπει να φύγης.
Ως άντρας, ένα μόνον έχω να κάμω. Να σε πιάσω από το αυτί και να σε τινάξω έξω από το παράθυρο, ως μικρό και τιποτένιο πλάσμα που υπήρξες εις το πλευρό μου κατά λάθος. Αλλά θέλω να σώσω την μητέρα των παιδιών μου. Ναι, αυτή που λέγεται μητέρα, που δεν την ησθάνθης, δεν την εφαντάσθης ποτέ. Δεν θα σε διδάξω εγώ τι είνε μητέρα. Έπρεπε να το έχης μέσα σου! Έπρεπε να το είχες αισθανθής. Αν το ησθάνεσο δεν θα έλεγες “φύγε”! Αν το ησθάνεσο θα ένοιωθες τι μόλυνσις είνε ν’ ανατραφούν αυτά τ’ αθώα πλάσματα κάτω από τους έρωτάς σου: Αυτά τ’ αγαπημένα! Τα παιδιά!
Λοιπό μάθε κι αυτό: Δεν τ’ αγαπώ τα παιδιά μου! Εις την φράσιν αυτήν η οποία έβγαινεν από τα σπλάχνα μητρός ενόμισα ότι εσείσθη το σπήτι. Εν ονόματι της ιεράς μητρότητος δεν κατεδέχθην να της είπω τίποτε άλλο. Της είπα μόνον ότι οιαδήποτε απάντησις εκ μέρους μου εις την τελευταίαν της φράσιν θα είνε προσβολή όχι ιδική μου πλέον, αλλά του ανθρώπου!”.
Η μοιραία μέρα: “Το απόγευμα θα βγαίναμεν έξω όχι για περίπατον απλώς, αλλά και για καθήκον ιερώτερον. Επρόκειτο να ιδούμε το μικρότερο παιδί μας. Ήτο στην παραμάνα, και πολλές ημέρες δεν το είχαμε ιδεί. Εις τας 3 ξύπνησα. Το σπίτι μου ήτο κενόν. Η Κυβέλη δεν υπήρχεν εκεί.
Η Κυβέλη; Ερώτησα τους γέρους [σ.σ. έτσι αποκαλούσε τους θετούς γονείς της συζύγου του]
Εβγήκεν έξω!
Πού επήγε;
Δεν μας το είπε! Απήντησεν η γρηά, ως κάτι να προησθάνετο. Εντύθη κι έφυγε.
Μήπως πήγε να ιδή το παιδί; Ηρώτησεν ο γέρος.
Αλλ’ αυτή η υποψία δεν εστηρίζετο πουθενά. Τόση στοργή, ώστε να τρέξη να ιδή το αθώον πλάσμα, δεν ήτο συνήθης διά την Κυβέλην. Εντύθην και βγήκα έξω, διά να την ζητήσω. Η πρώτη υποψία που μου επέρασεν από τον νουν ήτο κακή. Αλλά ο άνθρωπος ποτέ δεν πείθεται αμέσως δι’ εκείνο που είνε το πιθανώτερον. Ηθέλησα να διώξω την υποψίαν ότι η Κυβέλη κατέστρεψεν εντός μιας στιγμής τους δεσμούς, εντός των οποίων οι άνθρωποι γίνονται μάρτυρες και ήρωες. Την ανεζήτησα παντού. Ματαίως. Δύο ώρες ολόκληρες επέρασαν εις αναζήτησίν της. Μία μόνο ελπίς έμεινεν, όταν εχάθησαν αι άλλαι. Η ελπίς ότι επήγε να επισκεφθή την οικίαν του κ. Λεονάρδου, εκείνην από την οποίαν ευηργετήθη. Δεν είχε τόσον ζωηρόν το αίσθημα της ευγνωμοσύνης ώστε να ενθυμήται τους ευεργέτας της. Πρωτότυπος και εις αυτό εμίσει τους ανθρώπους που την ευηργέτησαν. Η ευεργεσία ήτο δι’ αυτήν ενόχλησις. Δεν ήτο λοιπόν τόσον βέβαιον ότι επεσκέφθη τον κ. Λεονάρδον. Αλλά ήλπιζον ότι πιθανόν να το έκαμε κατά λάθος… Επήρα αμάξι και έτρεξα εις του κ. Λεονάρδου. Όταν ήκουσα και απ’ εκεί την απάντησιν “δεν ήρθε” έμαθα πλέον την αλήθειαν. Επείσθην ότι η Κυβέλη δεν ευρίσκεται εις τας Αθήνας, αλλ’ ότι εισέρχεται εις τα σύνορα νέας ζωής την οποίαν αυτή εφαντάσθη θαυμασίαν και εγώ της προείπον ότι θα είνε αθλία. Το αμάξι με μετέφερεν εις την “Νέαν σκηνήν”. Εις τον δρόμον, εντός του αμαξιού, έχυσα τα δάκρυα του χωρισμού, ανάξια δι’ εκείνην, αλλ’ αναπόφευκτα και άξια εμού”.
[Σημ.: Στο σπίτι της οικογένειας Λεονάρδου είχε βρεθεί έκθετη η Κυβέλη σε μικρή ηλικία. Εκεί εργάζονταν οι θετοί της γονείς, οι οποίοι πήραν το παιδί υπό την προστασία τους.]
ΕΠΙΚΡΙΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Όλοι κατηγορούσαν την άπιστη σύζυγο, που τόλμησε να εγκαταλείψει τη συζυγική οικία, για να ταξιδέψει με τον πλούσιο εραστή της στην Ευρώπη. Ένα τέτοιο σκάνδαλο θα προκαλούσε εξώφυλλα επί εξωφύλλων σε κουτσομπολίστικα περιοδικά σήμερα, πόσο μάλλον το 1906, όταν τα ήθη της εποχής ήταν σαφώς πολύ πιο συντηρητικά και δύσκολα γινόταν ανεκτή η γυναικεία απιστία, πόσο μάλλον όταν αυτή εκδηλωνόταν τόσο ανοιχτά. Η μόνη διαφορά ήταν ότι τότε δεν υπήρχαν κουτσομπολίστικα περιοδικά κι έτσι το θέμα απασχόλησε τις στήλες των χρονογράφων των πολιτικών εφημερίδων της εποχής κατηγορώντας την Κυβέλη για ό,τι μπορούσε να φανταστεί κανείς.
Για παράδειγμα, ο Κονδυλάκης ανακάλυψε ότι η ηθοποιός δεν… λουζόταν, δεν πλενόταν και δεν καθάριζε τα νύχια της!. Άλλοι την κατηγορούσαν ότι δεν ήταν ερωτευμένη με τον Θεοδωρίδη αλλά με το πορτοφόλι του κλπ. Πολλές εφημερίες δημοσίευσαν και δήθεν τυχαίες συναντήσεις συνεργατών τους στο εξωτερικό με την Κυβέλη, δήθεν συνεντεύξεις της μαζί τους (χωρίς ν’ αποκλείεται κάποια ή κάποιες από αυτές να ίσχυαν όντως), ενώ δεν έλειπαν τα ανέκδοτα ή τα στοιχήματα για σύντομο άδοξο τέλος στον έρωτα της Κυβέλης με τον Θεοδωρίδη – έπεσαν έξω όλοι.
Ίσως το πιο ακραίο άρθρο υπέγραφε κάποιος Σ.Π. στους Καιρούς κάνοντας λόγο για “υπόνομο” μπροστά στον οποίο κάποιος αισθάνεται την ανάγκη “να προφυλάξη την όσφρησίν του”, για “την ελεεινοτέραν αισχρουργίαν”, για “γύναιον της εποχής με μυαλά, τα οποία της εφούσκωσαν οι διάφοροι νέοι και γέροντες, οι αποτελούντες τον περίφημον αστερισμόν της”, η οποία στο Παρίσι θα κατέληγε να βγάζει χρήματα όπως “αι γυναίκες των Παρισινών νυκτών… αναμένουσαι εις τας γωνίας των δρόμων και των γεφυρών”!
Υπήρχαν βέβαια και οι μετά Χριστόν προφήτες, εκείνοι που είχαν προβλέψει την απαγωγή, όπως ο Νικόλαος Τσοκόπουλος (Φιλέας Φογγ), ο οποίος έγραφε: “Όταν έβλεπα την Κυβέλην, μικρόν διάβολον ακόμη, θηλυκόν δαιμόνιον, τέρας μιμητικότητος, αρπάζον εις τον αέρα κάθε ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν του πρώτου ανθρώπου που έβλεπε διά να τον μιμηθή έπειτα υπερόχως έλεγα μέσα μου:
Πότε θα γίνη ηθοποιός η Κυβέλη; Και όταν πάλι την έβλεπα επάνω εις την σκηνήν, εμφανιζομένην εις ακροατήριον προκαταβολικώς ανοίγον το στόμα του από θαυμασμόν, φορτωμένην μετάξια, ιδιότροπιν, σφιγγώδη, ακατάληπτον, έλεγα πάλιν μέσα μου:
Πότε θ’ απαχθή η Κυβέλη;”
Λάβρος και ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου: “Η Κυβέλη είχε τόσην σοφίαν, ώστε επερίμενε να απαχθή όταν έπρεπε. Όταν ήτο ένδοξος. Εάν έφευγε προ τριών ετών, θα ήτο τούτο απλή απαγωγή. Αλλά το να φύγη σήμερον δεν είνε απαγωγή. Είνε ζήτημα. Τόσον καλά εψυχολόγησε το δαιμόνιον αυτό έντομον τας Αθήνας! Και ιδού ότι αφίνει τας Αθήνας βοώσας από το όνομά της.
Η μεγαλειτέρα ευχαρίστησις που δοκιμάζει, πετώσα προς τας Ευρώπας, με ένα ευτυχή σήμερον και αύριον δυστυχήν άνθρωπον εις το πλευρόν, είνε η συναίσθησις ότι η πλατεία της Ομονοίας βομβεί διά την Κυβέλην. Ήτο μονοτονία η δόξα του θεάτρου! Εδίψασε την δόξαν του σκανδάλου. Και την εκέρδισε με τον προχειρότερον τρόπον, απαγομένη”.
Από τους λίγους υπερασπιστές της Κυβέλης στάθηκε ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο οποίος μέχρι τότε δεν γνώριζε προσωπικά την ηθοποιό. Ήταν ενδιαφέρουσα η τοποθέτηση, καθώς δικαιολογούσε όχι τη γυναίκα, αλλά την ηθοποιό, που λόγω της καλλιτεχνικής της ιδιοσυγκρασίας είχε μια ιδιαίτερη ηθική. Κάποια αποσπάσματα:
“Αυτή είνε! Ούτε ημπορούσε να ήτο διαφορετική. Ένα κράμα κτηνώδους αναισθησίας και υπερευαισθησίας αγγελικής· ένα κουβάριασμα νεύρων χονδρών ως βούνευρα και λεπτών ως ιστοί αράχνης· εν αμάλγαμα καπηλικής προστυχιάς και ηγεμονικής ευγενείας. Αιθήρ μαζί και βόρβορος. Σκότος κολάσεως και φως παραδείσου. Ένα ψυχικόν χάος, μία άβυσος παθών, ορέξεων, ορμών, μία κατάπληξις και ένα αίνιγμα…
Όλοι οι καλλιτέχναι είνε ανήθικοι, ή αν θέλης, έχουν ιδικήν των ηθικών. Των αρσενικών σκεπάζεται κάπως, οικονομείται, των θηλυκών φωνάζει περισσότερον. Αλλά όλοι κατά βάθος είνε το ίδιον. Και κανείς, ούτε άνδρας ούτε γυναίκα, δεν ημπορεί να είνε καλλιτέχνης, αν η φύσις του δεν είνε τόσον εκλεκτή, τόσον διαφορετική από την των κοινών ανθρώπων, ώστε να φθάνη, ευσυνειδήτως ή ανεπιγνώστως, εις την υπεροχήν μιας ηθικής του ιδιαιτέρας. Η κοινωνία την λέγει ανηθικότητα· ίσως να έχη και δίκαιον. αλλά τι να γίνη! Η ανηθικότης αυτή είνε προσόν, άνευ του οποίου δεν ημπορεί να υπάρξη καλλιτέχνης”.
Ύστερα από δέκα μήνες απουσίας, η Κυβέλη και ο Θεοδωρίδης επέστρεψαν στην Ελλάδα και η ηθοποιός πραγματοποίησε την πρώτη της θεατρική εμφάνιση με το σκάνδαλο στις 30 Ιουλίου 1907 πρωταγωνιστώντας σε δύο παραστάσεις: στην “Κοκκινότριχα” (Poil de Carotte) του Ρενάρ και στο “Κοριτσάκι”.
Πολλοί ήλπιζαν ότι το κοινό θα της γύριζε την πλάτη ή – ακόμα καλύτερα – θα αποδοκίμαζε και θα μαξιλάρωνε την πρωταγωνίστρια. Χαρακτηριστικά, οι Καιροί έγραφαν την ημέρα των δύο παραστάσεων: “Ας ελπίσωμεν ότι ουδείς θα οδηγήση την αδελφήν του ή την σύζυγόν του, όπως ίδη εκείνην, ήτις τα ανηθικώτατα και τα ασεμνότατα των έργων παίξασα εν τω θεάτρω εμιμήθη τας ηρωίδας των και εν τη πραγματική ζωή, εμπτύσασα την κοινωνίαν και φθάσασα μέχρι του σημείου να δικαιολογήση την αθλίαν της διαγωγήν, την εγκατάλειψιν των τέκνων της. Όσοι θα πάτε απόψε και εις το μαξιλάρωμα ας καταφύγουν, όπως δώσουν ένα μάθημα εις την καπηλεύσασαν το ελληνικόν θέατρον”.
Τελικά, όχι απλά το θέατρο γέμισε ασφυκτικά από άνδρες θεατές, που πήγαν μαζί με τις γυναίκες ή τις αδελφές τους, αλλά η Κυβέλη καταχειροκροτήθηκε επιβεβαιώνοντας ότι παρά τα όσα πικρόχολα και εξυβριστικά είχαν γραφεί εναντίον της τους προηγούμενους μήνες, η ίδια ήταν μια ταλαντούχα ηθοποιός, ενώ τα επόμενα χρόνια θα εδραιωνόταν στην κορυφή.
Το διαζύγιο της Κυβέλης με τον Μήτσο Μυράτ θ’ άνοιγε στην πρώτη το δρόμο να παντρευτεί τον αγαπημένο της, τον οποίο και προφανώς δεν ήθελε μόνο για το πορτοφόλι του, όπως χυδαιολογούσαν πολλοί αρθρογράφοι, αν και πολλά χρόνια αργότερα στην ζωή της Κυβέλης θα έμπαινε ένας τρίτος άνδρας, ίσως ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής της, ο Γεώργιος Παπανδρέου.
Η Μαρία Φωκά γεννήθηκε στο Αργοστόλι με γονείς τους Νικόλαο Θ. Φωκά (πλοίαρχος) και Καικιλία Κουντούρη. Ήταν ηθοποιός και αγωνίστρια της Αριστεράς που διακρίθηκε σε ρόλους ενσάρκωσης ισχυρών χαρακτήρων.
Στη δεκαετία του 1950 απείχε από το σανίδι, σχεδόν για 8 χρόνια, εξαιτίας της καταδίκης της ως κατασκόπου, στην δίκη του Νίκου Μπελογιάννη. Είχε καταδικαστεί σε ισόβια με ψήφους 3-2, αλλά αργότερα μετατράπηκε σε κάθειρξη 10 ετών με στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.
Ήταν Πρόεδρος του ΣΕΗ (1977). Υπήρξε παντρεμένη με τον επίσης ηθοποιό Λυκούργο Καλλέργη. Υπήρξε μία από τις διασημότερες γιαγιάδες της ελληνικής τηλεόρασης, χαρακτηριστικοί ήταν οι ρόλοι της στις σειρές «Εκμέκ παγωτό» και «Ντόλτσε βίτα».
Η Μαρία Φωκά στα μαύρα χρόνια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και ως μέλος του ΚΚΕ συμμετείχε στους αγώνες.
Πάλεψε για τις ιδέες της και στα μεταπολεμικά χρόνια κάθισε στο εδώλιο και καταδικάστηκε ως κατάσκοπος κατά της Ελλάδας! Ηταν η εποχή του ψυχρού πολέμου και οι κομμουνιστές αντιμετωπίζονταν ως πράκτορες της Σοβιετικής Ένωσης.
Η Μαρία Φωκά.
Την περίοδο της παρανομίας του ΚΚΕ, ήρθε σε επαφή με αριστερούς στο Παρίσι, που της έδωσαν χρήματα, για να τα μεταφέρει στο κόμμα στην Αθήνα. Έλειπε, όμως, ο άνθρωπος, στον οποίο έπρεπε να παραδώσει τα χρήματα. Ετσι, η Φωκά του άφησε ένα σημείωμα.
Η αστυνομία έκανε έφοδο στο αρτοποιείο, όπου θα παραδίδονταν τα χρήματα, βρήκε το σημείωμα και ενοχοποίησε τη νεαρή ηθοποιό. Αυτό ήταν αρκετό, για να την κατηγορήσουν -όπως όλους τους κομμουνιστές- για αντεθνική δράση και κατασκοπεία.
Έτσι, το 1952, βρέθηκε συγκατηγορούμενη των Νίκου Μπελογιάννη, Αργυριάδη, Μπάτση, Καλούμενου, Έλλης Παππά-Ιωαννίδου και πολλών άλλων, στην περίφημη δίκη, που κατέληξε σε εκτελέσεις. Στα πρακτικά αναφέρεται με το όνομα Μαρία Καλλέργη, δηλαδή με το όνομα του τότε συζύγου της, Λυκούργου Καλλέργη, επίσης ηθοποιού.
Το Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών αποφάνθηκε ότι οι κατηγορούμενοι «εκηρύχθησαν ένοχοι». Ειδικότερα, καταδίκασε «διά ψήφων 3-2 την Καλλέργη Μαρία επί σκοπώ κατασκοπείας». Η ποινή αρχικά ήταν ισόβια κάθειρξη, αλλά αργότερα μειώθηκε σε 10 χρόνια κάθειρξη και επιβλήθηκε «αποστέρησις των πολιτικών δικαιωμάτων επί 10ετίαν».
Ο μάρτυρας που «έκαψε» τη Μαρία Φωκά
Από τα πρακτικά της δίκης του «Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών (Τμήμα Β), κατά τις συνεδριάσεις του Φεβρουαρίου και της 1ης Μαρτίου του 1952, εντοπίσαμε το κάτωθι απόσπασμα, από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Κωνσταντίνου Παπαθανασίου: «Μετά την λήξιν του συμμοριτισμού υπήρχον πληροφορίαι ότι ειργάζοντο παρανόμως δίκτυα πληροφοριοδοτών και κατασκόπων, κατωρθώθη δε να τεθώμεν επί τα ίχνη των. Το πρώτο εντοπίσθη ασύρματος εις Γλυφάδαν…».
Και συνεχίζει: «Η Καλλέργη ήλθεν από το Παρίσι εκ μέρους του Δημητρακαρέα διά να δη αν έφθασαν αι αποσταλείσαι 1.600 λίρες… Τα χρήματα αυτά προωρίζοντο διά τη χρηματοδότησιν του δικτύου».
Η καταδίκη απο το Στρατοδικείο ανάγκασε την ηθοποιό να αποχωριστεί το θέατρο για οκτώ περίπου χρόνια.
Επανήλθε στη σκηνή τη σεζόν 1958-59, σε περιοδεία του Λάμπρου Κωνσταντάρα.
Η αγαπημένη γιαγιά του θεάτρου και της τηλεόρασης, η στρατευμένη ηθοποιός, άφησε την τελευταία της πνοή μετά από εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς στις 15 Ιουνίου 2001 στο νοσοκομείο St. Thomas του Λονδίνου, όπου ζούσε μαζί με την κόρη της Ισμήνη Καλλέργη.
Ο τάφος της είναι στο κοιμητήριο του Πόρτσμουθ στη Νότια Αγγλία.
Ο Δημήτρης Καλλιβωκάς έχει παίξει σε πολλά μεγάλα θέατρα, ενώ έχει συνεργαστεί με όλους σχεδόν τους σπουδαίους ηθοποιούς της χρυσής εποχής του θεάτρου και του κινηματογράφου.
Υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος των εταιρικών θιάσων Πειραϊκό Θέατρο – Δ.Ροντήρη, Εταιρικού θιάσου του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, Προσκήνιο – Αλέξη Σολομού, Δημοτικό Θέατρο Θράκης, Θεατρική συνεργασία, και στο Δημοτικό Θέατρο Κηφισιάς.
Έχει λάβει μέρος συνολικά σε 95 θεατρικά έργα του ελληνικού και παγκοσμίου δραματολογίου, κωμωδίες και δράματα, κλασικά και σύγχρονα. Συμμετείχε σε 38 ταινίες μεγάλου μήκους, ελληνικές και ξένες. Ακόμη, έλαβε μέρος σε θεατρικά έργα στα ραδιόφωνα της ΕΡΤ και της ΥΕΝΕΔ, καθώς και σε πολλές τηλεοπτικές παραγωγές.
Μπορεί να μην έχει παίξει σε πολλές ταινίες, αλλά όλοι τον θυμούνται έντονα. Οι κινηματογραφικοί ρόλοι που μου δόθηκαν ήταν πολύ δυνατοί.
Το 1956 συμμετείχα στην πρώτη ταινία μου, «Μακριά από τον κόσμο». Δεν έπαιξα πολύ, γιατί είχα έναν εξαιρετικά μοναχικό χαρακτήρα. Δεν μπήκα ποτέ σε φιλίες μέσα από το επάγγελμά μου. Τα βράδια μετά το θέατρο έπαιρνα το αυτοκινητάκι μου και γύριζα στο σπίτι. Σπίτι, δουλειά και κοπέλα. Τίποτα άλλο.
Στον κινηματογράφο πρέπει να είσαι ωραίος και μοιραίος. Εγώ έπαιξα ρόλους αντεραστών.
Κάποια στιγμή λοιπόν ο σκηνοθέτης έβαλε έως και τον Χατζηχρήστο να μου «πάρει» τη γυναίκα.
Εγώ λοιπόν, για να μη συμβεί αυτό, ζήτησα ένα υπερβολικό ποσό προκειμένου να… στραβώσει η δουλειά και να μην παίξω.
Μου λέει ο σκηνοθέτης: «Γιατί τόσα, ρε Δημήτρη;». Και του απαντάω: «Πρώτον, επειδή θα παίξω με τον Χατζηχρήστο-τότε δεν διακρινόταν για σπουδαία πράγματα που είχε κάνει στον κινηματογράφο.
Δεύτερον, γιατί θα μου “πάρει” τη γυναίκα ο Χατζηχρήστος. Ε, όχι και ο Χατζηχρήστος. Δεν το δέχομαι. Αυτό ο Κώστας δεν μου το συγχώρησε ποτέ.
Έπαιζε λοιπόν στο θέατρο Παρκ και το πλημμύριζε από κόσμο. Εκείνος είχε Τζάγκουαρ και εγώ βέσπα. Η σύντροφός μου λοιπόν έπαιζε στον θίασό του.
Παρκάρει μπροστά μας και κλείνει με δυνατή κλοτσιά την πόρτα του αυτοκινήτου. Θυμάμαι που κολλούσε έντονα στην κοπέλα μου και της έλεγε:
Τι θες και πας με τον Καλλιβωκά. Έχει δύο ρόδες και αυτές μικρές.
Ο Χατζηχρήστος ήταν Μέγας και καταπιεστικός εραστής. Πίεζε πολλές κοπέλες, μέχρι που κάποια στιγμή είχε μία στον θίασο, η οποία ήξερε ζίου ζίτσου.
Προσπαθούσε να τη… ρίξει, μία από δω, μία από εκεί, του ρίχνει μία, κάτω αναίσθητος ο Χατζηχρήστος.
Έπρεπε να έχει έναν εραστή στις ταινίες της. Οι ώριμοι λοιπόν εραστές εκείνης της εποχής ήταν ελάχιστοι. Ήρθε μαζί με τον επιχειρηματία και έτσι έπαιξα μαζί της. Σπουδαία γυναίκα.
Όταν τέλειωνε η παράσταση, βγαίναμε μαζί και ο κόσμος έπεφτε κάτω και μας προσκυνούσε. Θεούς μάς έκαναν.
Η ταινία, “Η γέφυρα της ευτυχίας” προβλήθηκε τη σαιζόν 1964-1965 και έκοψε 33.938 εισιτήρια. Ήρθε στην 80η θέση σε 93 ταινίες.
Η αφίσα της ταινίας, “Η γέφυρα της ευτυχίας”.
Περίληψη της ταινίας, “Η γέφυρα της ευτυχίας”
Μετά την αναχώρηση του αγαπημένου της Άλκη (που ξενιτεύτηκε στην Αμερική, ζητώντας της όμως να τον περιμένει), η Λέλα (Άντζελα Ζήλεια) επιστρέφει στο σπίτι της όπου ζει με τον μέθυσο πατέρα της, την άκαρδη μητριά της και τα δυο αδελφάκια της που ζητιανεύουν καθημερινά δώθε ‘κείθε.
Η Λέλα ζει έγκλειστη, περιορισμένη από τη μητριά της, κάνοντας όλες τις δουλειές του σπιτιού και γράφει συχνά στον Άλκη (Ανδρέας Ζησιμάτος), τον οποίο προσμένει μ’ ανυπομονησία.
Η μητριά της, όμως, μαζί με κάποιον φίλο της σχεδιάζουν να την παντρέψουν μ’ έναν πλούσιο Άραβα, αλλά δεν θα τα καταφέρουν. Η Λέλα πιστή στον Άλκη περνάει τα πάνδεινα αλλά στο τέλος δικαιώνεται.
Η Έρρικα και η Μαργαρίτα Μπρόγιερ έπαιξαν και τραγούδησαν σε 21 ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Έγραψαν τη δική τους ιστορία στο μουσικό θέατρο και ηχογράφησαν τραγούδια όλων των κορυφαίων συνθετών, από Μάνο Χατζιδάκι και Μίμη Πλέσσα εως Γιώργο Μουζάκη και Κώστα Κλάββα.
Οι εντυπωσιακές τους εμφανίσεις με τα λαμπερά κοστούμια και το προσεγμένο ρεπερτόριο των τραγουδιών τους πέρασαν στη μυθολογία της εγχώριας έβδομης τέχνης. Ας ξεδιπλώσουμε την ιστορία αυτών των σπουδαίων κοριτσιών,που αγαπήθηκαν τόσο όσο και οι μυθικοί πρωταγωνιστές των ελληνικών ταινιών.
Μαργαρίτα και Έρρικα Μπρόγερ
Η Έρρικα γεννήθηκε το 1943 και δυο χρόνια αργότερα η Μαργαρίτα. Τόπος γέννησης η πόλη Στάιερ της Αυστρίας. Από μικρές ήταν πολύ δεμένες και μεγάλωσαν μέσα σε μια καλλιτεχνική οικογένεια λόγω της επαγγελματικής ιδιότητας του πατέρα τους.
Το 1951 η οικογένεια του Αριστοτέλη Μαστραπά έρχεται στην Ελλάδα και οι δυο αδελφές σπούδασαν χορό στη σχολή της Έλλης Ζουρούδη ενώ παράλληλα παρακολούθησαν μαθήματα φωνητικής στη σχολή Τζουανέα.
Ο πατέρας τους ήταν ηθοποιός και τα καλοκαίρια έπαιρνε τα κορίτσια του σε διάφορες περιοδείες ανά την Ελλάδα. Το χειμώνα η Έρρικα και η Μαργαρίτα ήταν εσώκλειστες σε καθολικό σχολείο στα Λουτρά της Τήνου.
Για ένα μικρό χρονικό διάστημα η οικογένεια Μαστραπά φεύγει για την Αφρική, γρήγορα όμως επιστρέφουν στην Ελλάδα. Και εκεί αρχίζει το “καλλιτεχνικό όνειρο” των δύο κοριτσιών.
Ξεκινούν, ερασιτεχνικά, να τραγουδούν σε αμερικανικό κλαμπ στη Γλυφάδα, ακριβώς απέναντι από τα Αστέρια. Λίγο αργότερα ο διευθυντής των Αστεριών, υπογράφει συμβόλαιο μαζί τους, γοητευμένος από τη σκηνική παρουσία τους αλλά και τις δροσερές φωνές τους.
Το επόμενο βήμα τους, τις φέρνει δίπλα στον Γιάννη Βογιατζή, μεγάλο σταρ της εποχής, να του κάνουν φωνητικά σε ζωντανές εμφανίσεις. Τα κορίτσια γοητεύουν το κοινό αλλά και τα υψηλά πρόσωπα, που βρίσκονται κάθε βράδυ ανάμεσα στους θαμώνες των Αστεριών.
Ο Ωνάσης, η Μαρία Κάλλας, ο Νουρέγιεφ αλλά και ο Κένεντι μαζί με τη Τζάκι διασκεδάζουν μαζί τους.
Για την ιστορία να σημειώσουμε ότι στην κινηματογραφική επιθεώρηση “Η Αθήνα τη νύχτα” του Κλέαρχου Κονιτσιώτη υπάρχει αυθεντικό υλικό από τις εμφανίσεις του στα Αστέρια.
Εδώ τα δυο κορίτσια κάνουν τη πρώτη εμφάνιση τους στη μεγάλη οθόνη τραγουδώντας το “Τουίστ” (σύνθεση του Γιώργου Μουζάκη) και τότε αλλάζουν το επώνυμο τους από Μαστραπά σε Μπρόγιερ, καθώς ο παραγωγός της ταινίας βρίσκει το πατρώνυμο τους κακόηχο και αντικαλλιτεχνικό.
Το Μπρόγιερ είναι το επώνυμο της μητέρας τους. Παράλληλα ηχογραφούν τα πρώτα τους τραγούδια σε δισκάκι 45 στροφών. Είναι οι συνθέσεις του Μάνου Χατζιδάκι: “Αθήνα” και “Σαν σφυρίξεις τρεις φορές”.
Το 1962 περνούν τις πύλες της Φίνος Φιλμ και μαζί με τη Τζένη Βάνου τραγουδούν στη ταινία “Ο Θόδωρος και το δίκανο” το πολύ όμορφο τραγούδι των Γεράσιμου Λαβράνου και Ντίνου Δημόπουλου “Σου ΄στησα καρτέρι”.
Ίσως η καλύτερη εμφάνιση τους στη μεγάλη οθόνη. Τον αμέσως επόμενο χρόνο πήραν μέρος για πρώτη φορά σε θεατρική παράσταση, στην επιθεώρηση “Κι εφέτος διασκεδάζουμε”, στο θέατρο Βέμπο, όπου τις παρουσίασε στο κοινό η ίδια η Σοφία Βέμπο.
Θα ακολουθήσουν εμφανίσεις στα φιλμ: “Ο φίλος μου ο Λευτεράκης”(1963), “Δεσποινίς Διευθυντής”(1964 – τραγουδούν το “Άγγελε του Παραδείσου”), “Τρία κορίτσια από την Αμέρικα”(1964), “Ο Ανήφορος”(1964) και “Τέντυ Μπόι αγάπη μου”(1965 – τραγουδούν το αγγλόφωνο “Little Kiss”).
Το 1964 η Έρρικα κάνει τη πρώτη εμφάνιση της ως ηθοποιός στο φιλμ του Γρηγόρη Γρηγορίου “Τα 201 καναρίνια”.
Στη πρεμιέρα της ταινίας γνωρίζεται με τον Κώστα Βουτσά.
Για δυο περίπου χρόνια είναι ζευγάρι και η σχέση τους καταλήγει σε γάμο και αμέσως σχεδόν έρχεται η κόρη τους, η Σάντρα. Οι πολλές επαγγελματικές υποχρεώσεις και των δυο οδηγούν το γάμο σε διαζύγιο.
Η Έρρικα θα κάνει ακόμη ένα γάμο αρκετά χρόνια αργότερα με τον Γιάννη Μαρινάκη.
Μια σχέση και ένας γάμος που διατηρήθηκε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Η Μαργαρίτα από τη πλευρά της παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Τσολακάκη, από τα ιστορικά στελέχη της ομάδας του Πανιωνίου.
Από το γάμο αυτό γεννήθηκε η Κρίστη(μάνατζερ της Άννας Βίσση για αρκετά χρόνια και σύζυγος του δημοσιογράφου Νίκου Χατζηνικολάου).
Το 1969 στη μουσική κωμωδία του Γιάννη Δαλιανίδη “Η Παριζιάνα” η Έρρικα κάνει τη δεύτερη εμφάνιση της ως ηθοποιός δίπλα στη Ρένα Βλαχοπούλου, το Χρόνη Εξαρχάκο και τον Κώστα Καρρά.
Το 1972 κάνουν τη τελευταία κοινή τους εμφάνιση στον κινηματογράφο στη ταινία της Φίνος Φιλμ “Η Ρένα είναι όφ-σάιντ”. Με τη παρακμή του ελληνικού κινηματογράφου η τηλεόραση αρχίζει να κερδίζει έδαφος.
Η νέα οικοσυσκευή μπαίνει δειλά-δειλά στα σπίτια και όλοι σχεδόν οι καλλιτέχνες δοκιμάζουν τη τύχη τους σε σίριαλ και μουσικοχορευτικές εκπομπές.
Οι Αδελφές Μπρόγιερ εμφανίζονται στο “Χαρούμενη Κυριακή”, μια επιθεωρησιακού χαρακτήρα εκπομπή που συγκεντρώνει το ενδιαφέρον μικρών και μεγάλων.
Με κείμενα των Κώστα Νικολαϊδη και Ηλία Λυμπερόπουλου αγαπημένοι καλλιτέχνες διασκεδάζουν τους τηλεθεατές.
Το τραγούδι των τίτλων ερμηνεύουν η Μαργαρίτα και η Έρρικα. Είναι το “Κυριακάτικο Φεγγάρι” των Γιώργου Θεοδοσιάδη και Κώστα Νικολαϊδη.
Εκεί κάπου στα 1974 το διάσημο ντουέτο χωρίζει και η Μαργαρίτα απομακρύνεται από τα φώτα της δημοσιότητας αναζητώντας την ηρεμία.
Η Έρρικα συνεχίζει στο θέατρο αλλά εμφανίζεται και στον κινηματογράφο στις ταινίες του Νίκου Φώσκολου “Έξοδος Κινδύνου” και “17 σφαίρες για έναν άγγελο”.
Κάποια στιγμή αποφασίζει να αποσυρθεί και η ίδια αν και όπως έχει δηλώσει είναι πάντα μάχιμη και ίσως θα επέστρεφε κάποια στιγμή μόνο αν πραγματικά η πρόταση που θα της γινόταν άξιζε το κόπο!!!
Κάπως έτσι πέρασαν τα δυο αυτά κορίτσια από το χώρο του θεάματος. Σε μια εποχή που οι καλλιτέχνες αποτελούσαν πρότυπα ταλέντου και άψογου επαγγελματισμού…
Γράφει ο Ηλίας Τάσκου / δημοσιογράφος / iliasamfipoli@gmail
Η ταινία, “Ο Αριστείδης και τα κορίτσια του” προβλήθηκε την σαιζόν 1964-1965 και έκοψε 143.059 εισιτήρια. Ήρθε στην 42η θέση σε 93 ταινίες.
Περίληψη της ταινίας, “Ο Αριστείδης και τα κορίτσια του”
Ένας πατέρας συνταξιούχος (Ορέστης Μακρής) και παλαιών αρχών, καταπιέζει τις τρεις κόρες του με αποτέλεσμα τα αγόρια τους για να μπορέσουν να τις βλέπουν τακτικά, να μεταμφιεστούν σε γυναίκες και να πηγαίνουν στο σπίτι τους σαν φιλενάδες τους.
Aliki My LoveΗ ταινία, "Aliki My Love" προβλήθηκε τη σαιζόν 1963-1964 και έκοψε 235.890 εισιτήρια. Ήρθε στην 14η θέση σε 92 ταινίες.Τα γυρίσματα της...
Ο Πέτρος Λοχαΐτης γεννήθηκε το 1933, έγινε γνωστός στο κοινό από τους δεύτερους ρόλους που ερμήνευε κυρίως σε ταινίες με πρωταγωνίστρια την Αλίκη Βουγιουκλάκη.Οι...