16.7 C
Athens
ΑρχικήHθοποιοίΟρέστης Μακρής (1899-1975)

Σχετικές αναρτήσεις

Ορέστης Μακρής (1899-1975)

Ο Ορέστης Μακρής ήταν Έλληνας ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου και τενόρος της οπερέτας.

Ήταν από τις εμβληματικότερες θεατρικές φυσιογνωμίες και ένα υπόδειγμα οικογενειάρχη και καλλιτέχνη με σπάνιο προσωπικό και καλλιτεχνικό ήθος που ξεχώρισε καθώς την ίδια γνησιότητα που εξέφραζε στην ζωή του, αποτύπωνε μοναδικά και μέσα από τους ρόλους του.

Ο Ορέστης Μακρής λάτρευε να περνά τις μέρες του με τη σύζυγο και τα δυο του παιδιά, φροντίζοντας μάλιστα να μη λείπει ποτέ από το οικογενειακό τραπέζι παρά το μονίμως φορτωμένο πρόγραμμά του.

Γεννήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1899 στην Χαλκίδα. Ήταν γιος πολύτεκνης οικογένειας, μεγάλωσε με οικονομικές στερήσεις και ο πατέρας του ήταν μηχανικός. Την εποχή του ανθούσαν τα μπουλούκια τα οποία και παρακολουθούσε συχνά.

Ορέστης Μακρής (1899-1975)
Ορέστης Μακρής και Γιάννης Γκιωνάκης.

Όταν το 1930 άνοιξε το εργοστάσιο δίσκων της Κολούμπια, ένας από τους πρώτους που πήγαν να ηχογραφήσουν ήταν ο τενόρος και μετέπειτα ηθοποιός, Ορέστης Μακρής. Ο απόφοιτος του Ωδείου Αθηνών έκανε ντεμπούτο το 1925 στον θίασο οπερέτας της Ροζαλίας Νίκα.

Όταν αποφοίτησε από την σχολή ήταν ήδη ένας έτοιμος καταπληκτικός τενόρος. Σε ηλικία 20 ετών στρατεύτηκε και υπηρέτησε για την 11η μεραρχία στην Νικομήδεια της Μικράς Ασίας. Σε μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της ελληνικής ιστορίας, λίγο πριν την Μικρασιατική καταστροφή. Ενδιάμεσα της ζωής και του θανάτου, ανάμεσα στα διαλείμματα της στρατιωτικής θητείας, ο Ορέστης Μακρής θα τραγουδήσει για πρώτη φορά μπροστά σε κοινό εκεί στην Νικομήδεια και θα τους εντυπωσιάσει όλους. Σύντομα διέπρεψε με το εντυπωσιακό παράστημα και τη γοητευτική του φωνή, ερμηνεύοντας το «Τανγκό της Λεϊλά» που συγκίνησε το κοινό της εποχής.

Ο Ορέστης Μακρής στη σκηνή πρωτοεμφανίστηκε το 1925 ως τενόρος της ελληνικής οπερέτας και μετά την παρακμή της μεταπήδησε στην επιθεώρηση το 1932. Ο Αντώνιος Βώττης του ανέθεσε το νούμερο τού «μεθυσμένου», που είχε γράψει πριν από τρία χρόνια και δεν έβρισκε τον κατάλληλο ηθοποιό να το ερμηνεύσει.

Την πρώτη του ευκαιρία να εργαστεί ως ηθοποιός δεν ξέρουμε αν θα την βίωνε, αν δεν είχε μεσολαβήσει ένα τυχαίο και τόσο καθοριστικό γεγονός. Ένα μεσημέρι το 1928 και ενώ ο Ορέστης Μακρής δειπνούσε με τον θίασο του Βεάκη για το οποίο εργαζόταν τότε, θέλησε να μιμηθεί για πλάκα έναν μεθυσμένο. Η «ερμηνεία» του ήταν τόσο καλή που γέλασαν όλοι με την ψυχή τους και ένας εξ αυτών, μόλις είχε βρει το «αστέρι» του. Ευτυχώς που βρισκόταν ανάμεσα τους, ο ίδιος ο Βεάκης που εξεπλάγην με το ταλέντο του φιλήσυχου και ταπεινού τενόρου. Αμέσως του είπε με απόλυτη σοβαρότητα: «Δεν χρειάζεται καν να το σκεφτείς. Πρέπει να βγεις στην επιθεώρηση και μόνο με αυτό το νούμερο θα χαλάσεις κόσμο».

Πράγματι ο Ορέστης Μακρής, έκανε το βήμα μετά από τέσσερα χρόνια και δέχθηκε τον ρόλο. Το «αστέρι» του είχε βρει ουσιαστικά, μαζί με τον Βεάκη, και ο σεναριογράφος της παράστασης, ο Αντώνιος Βώττης που είχε γράψει πριν τρία χρόνια τον «μεθύστακα» και δεν έβρισκε σε κανέναν τον κατάλληλο ηθοποιό. Το 1932, ο Ορέστης Μακρής κάνει το θεατρικό του ντεμπούτο ως «μεθύστακας» παίζοντας και τραγουδώντας το νούμερο του «Με λεν μπεκρή» στην επιθεώρηση «Ο παπαγάλος του 1932» με τον θίασο του Σπύρου Πατρίκιου στο θέατρο Ρεξ. Η φράση του τότε: «Τους μπεκρήδες και αν δικάσουνε, άδικα θα τους κρεμάσουνε» παραμένει διαχρονική μέχρι σήμερα.

Με τον καιρό τυποποιήθηκε στο ρόλο του μεθύστακα, στον οποίο έδωσε κοινωνικές διαστάσεις· «έπινε» για να ξεπεράσει τα αδιέξοδα της ζωής. Τον ίδιο χαρακτήρα ενσάρκωσε και στον κινηματογράφο το 1950, στην ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Ο Μεθύστακας».

Παράλληλα, έπλασε τον τύπο του συντηρητικού, γκρινιάρη και ανάποδου γέροντα, που στο βάθος κρύβει καλά αισθήματα, αλλά ταμπουρώνεται πίσω από την παραξενιά του για να επιβιώσει. Τους τύπους αυτούς απαθανάτισε ο κινηματογραφικός φακός στις ταινίες «Ο γρουσούζης» (1952), «Η κάλπικη λίρα» (1955), «Η θεία από το Sικάγο» (1957), «Το αμαξάκι» (1957), «Η κυρά μας η μαμή» (1958), «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» (1959), «Η Χιονάτη και τα επτά γεροντοπαλλήκαρα» (1960), που τον ανέδειξαν σε θεμελιωτή του νεορεαλιστικού ύφους στην υποκριτική, σύμφωνα με τον κριτικό Κώστα Γεωργουσόπουλο.

Ο Ορέστης Μακρής, όπως ορκίζονταν οι συνάδελφοί του, ήταν πρωτίστως ένας πολύ καλός και μελετηρός επαγγελματίας, αλλά και ένας άνθρωπος σεμνός, μετρημένος και δίκαιος, που δεν άφησε την τεράστια επιτυχία να τον φθείρει. Ντόμπρος με όλους και ολότελα συνεργάσιμος, ήταν συνήθως λιγομίλητος, αφήνοντας λες τη δουλειά του να λέει τα πάντα γι’ αυτόν.

Οι συνάδελφοί του τον θυμούνταν να κάθεται ήσυχος ήσυχος στο καμαρίνι του χωρίς να μπερδεύεται ποτέ σε κουτσομπολιά και πηγαδάκια. Στις λιγοστές μάλιστα φορές που τον είδαν να θυμώνει, η αντίδρασή του ήταν να κοιτάει ψηλά τον ουρανό, να κάνει τον σταυρό του και να μονολογεί: «Ευχαριστώ, Θεέ μου, που με έκανες λογικό άνθρωπο».

Ο σεβαστός κριτικός θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλος μιλώντας κάποτε για τον Ορέστη Μακρή είχε πει: «Είναι ο θεμελιωτής του νεορεαλιστικού ύφους στην υποκριτική».

Το 1954 στα χρόνια της μεγάλης επιτυχίας και καθιέρωσης, η οικογένεια θα εγκατασταθεί στο Χαλάνδρι σε ένα υπέροχο σπίτι γεμάτο κερασιές, όπου θα ζήσει μέχρι και τον “χαμό” του το 1975 και τέσσερα χρόνια αργότερα θα τον “ακολουθήσει” η μεγάλη αγάπη της ζωής του και πάντα πιστή και αφοσιωμένη Βαρβάρα.

Όταν αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, έφτιαξε έναν ωραίο κήπο με κερασιές στο σπίτι του στο Χαλάνδρι και περνούσε τώρα τη μέρα περιποιούμενος τα μποστάνια του. Στα τελευταία του όλοι τον ανακαλούσαν ως έναν χαρούμενο, χορτασμένο από την επιτυχία και ευτυχισμένο άνθρωπο που απολάμβανε να περνά τον χρόνο του κοντά στην οικογένειά του.

Λίγο πριν πεθάνει, ζήτησε από τον εγγονό του να τον πάει για μια τελευταία φορά στην παλιά του γειτονιά στη Χαλκίδα και λίγο πριν κλείσει τα μάτια του είπε στην κόρη του: «Τώρα μπορώ να φύγω ευχαριστημένος, νυν απολύεις τον δούλον σου, Κύριε».

Ο Ορέστης Μακρής πέθανε λίγο μετά τα μεσάνυχτα της Τετάρτης 29 Ιανουαρίου 1975, από κρυολόγημα που εξελίχθηκε σε πνευμονικό οίδημα, στο σπίτι του στα Βριλήσσια Αττικής και κηδεύτηκε στο Α’ Νεκροταφείο στον οικογενειακό του τάφο.

Τιμημένος με το Τάγμα του Φοίνικος, ο μετρημένος αυτός άνθρωπος άφησε σε όλους εμάς τη μεγαλύτερή του κληρονομιά, το σπάνιο ήθος του και την παροιμιώδη επαγγελματική του ευσυνειδησία.

Ορέστης Μακρής: Εργολαβία

ΈτοςΤίτλος ταινίας
1931Ο μάγος της Αθήνας
1950Ο μεθύστακας
1952Ο γρουσούζης
1954Το κορίτσι της γειτονιάς
1955Η κάλπικη λίρα
1955Καταδικασμένη κι απ’ το παιδί της
1955Το φιντανάκι
1956Η αρπαγή της Περσεφόνης
1957Η θεία απ΄ το Σικάγο
1957Της νύχτας τα καμώματα
1957Το αμαξάκι
1958Η κυρά μας η μαμή
1958Μια λατέρνα μια ζωή
1958Το νησί της σιωπής
1959Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο
1959Ο Θύμιος τα ‘κανε θάλασσα
1960Στουρνάρα 288
1960Η Χιονάτη και τα 7 γεροντοπαλίκαρα
1960Οικογένεια Παπαδοπούλου
1960Της μιας δραχμής τα γιασεμιά
1961Έξω οι κλέφτες
1961Ο καλός μας άγγελος
1963Όλα και τη ζωή μου ακόμα
1963Το μεροκάματο του πόνου
1964Ο Αριστείδης και τα κορίτσια του
1964Αδικημένη
1964Ζητιάνος μιας αγάπης
1964Κάθε καημός και δάκρυ
1964Πόνεσα πολύ για σένα
1965Με πόνο και με δάκρυα
1965Οι καταφρονεμένοι
1966ο Πόνος του Μπεκρή
1968Ένα κορίτσι αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα
Προηγούμενο άρθροΛοχαΐτης Πέτρος
Επόμενο άρθροΜαλαβέτας Δημήτρης

Σχετικές αναρτήσεις

Ιεροκλής Μιχαηλίδης (1960-)

Ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης είναι Έλληνας ηθοποιός. Γεννήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου του 1960 στη Χαραυγή Κοζάνης.Αποφοίτησε το 1982 από τη Δραματική Σχολή του Κρατικού Θεάτρου...

Αλευράς Νίκος

Ο Νίκος Αλευράς γεννήθηκε το 1948 και σπούδασε κινηματογράφο στη Σχολή Λυκούργου Σταυράκου. Το 1969 δούλεψε στην ''Αναπαράσταση'' (σκην. Θ. Αγγελόπουλος) όπου υποδύθηκε...

Παπακαλιάτης Χριστόφορος

Ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου του 1974.Είναι Έλληνας ηθοποιός, σκηνοθέτης και συγγραφέας.Άρχισε να παίζει στην τηλεόραση από τα 16 του χρόνια.Από το 1999...

Τελευταίες αναρτήσεις