Η Αντιγόνη Κουκούλη γεννήθηκε 1932 στην Αθήνα. Πρωτοεμφανίστηκε σε σκηνή σε παιδική ηλικία στους θιάσους της μητέρας της Εύας Μελά και του πατριού της Γ. Κουκούλη. Έγινε μέλος του Σ.Ε.Η. λόγω της θεατρικής της απασχόλησης.
Εγκαταστάθηκε στην Κύπρο. Το 1954 απέκτησε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού ς εξαιρετικό ταλέντο. Από το 1972 έως το 1980 έλαβε μέρος σε 31 παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου.
Υπήρξε κυρίως ηθοποιός του θεάτρου. Στη δεκαετία του ’70 συμμετείχε σε 31 παραγωγές του Εθνικού θεάτρου, ενώ την επόμενη δεκαετία δούλεψε στο ΔΗΠΕΘΕ Σερρών. Κλασική περίπτωση καρατερίστας. Μεταξύ 1956 και 1983 έπαιξε σε 12 ταινίες. Οι ρόλοι της ήταν πάντα μικροί, αλλά συνήθως κατάφερνε να ξεχωρίσει. Η κορυφαία της κινηματογραφική παρουσία ήταν στον ρόλο της Ρούλας, της μοντέρνας νεαρής, η οποία, “κατά τον ρουν των γεγονότων”, χορεύει στενό σεντιμεντάλ στα πεύκα με τον Μιχαλάκη (Κώστας Βουτσάς), στην ταινία του 1962 «Ο Θόδωρος και το Δίκανο» (σενάριο: Τσιφόρος, σκηνοθεσία: Δημόπουλος).
Η πρώτη της εμφάνιση ήταν το 1956 στον «Ζηλιαρόγατο» (σενάριο & σκηνοθεσία: Τζαβέλλας), στον ρόλο της Κατίνας, της υπηρέτριας του Πότηκαι της Λέλας Αντωνοπούλου (Βασίλης Λογοθετίδης & Ίλυα Λιβυκού). Λίγες οι σκηνές της, ακόμα λιγότερες οι ατάκες της. Και όμως, η νεανική της φρεσκάδα αιχμαλωτίζει το βλέμμα. Η εσωτερική λάμψη της νεότητας: βασικό συστατικό των εξιδανικευμένων αναμνήσεων.
Η Ταμίλα Κουλίεβα γεννήθηκε στο Μπακού στις 16 Φεβρουαρίου του 1967 και μεγάλωσε στην Μόσχα. Είναι ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης.
Σπούδασε σκηνοθεσία στο Πανεπιστήμιο πολιτισμού της Μόσχας και υποκριτική στο Kρατικό Πανεπιστήμιο κινηματογράφου της Μόσχας (VGIK), όπου έλαβε τον μεταπτυχιακό τίτλο (Master) Καλών Τεχνών.
Όσο δίδασκε τεχνικές αυτοσχεδιασμού στο ίδιο Πανεπιστήμιο, ήταν ενεργό μέλος της θεατρικής ομάδας “Ουζάτσοφκα” στην Μόσχα και συμμετείχε σε τέσσερις ρωσσικές ταινίες.
Από το 1992 η Ταμίλα Κουλίεβα διδάσκει σύμφωνα με τις μεθόδους του “Μιχαήλ Τσέχωφ” στην υποκριτική και τον αυτοσχεδιασμό σε πολλές δραματικές σχολές, στο Εθνικό Θέατρο της Ελλάδος, καθώς και στο Κρατικό θέατρο Βορείου Ελλάδος.
Ήταν μέλος της κριτικής επιτροπής στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης (Με πρόεδρο τον Οταρ Ιοσελιάνι).
Η Ταμίλα Κουλίεβα ήταν μέλος της κριτικής επιτροπής στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας “Νύχτες πρεμιέρας” (Με πρόεδρο τον Max Von Sydow) Έχει λάβει το χρυσό μετάλιο της UNESCO, τεχών, λόγου και επιστημών.
Είναι επίτιμο μέλος του Σλάβικου Πανεπιστημίου του Μπάκού (BSU). Έχει τιμηθεί ως ευεργέτης, για την συνεχή προσφορά της από το Χατζηκυριάκειο ίδρυμα παιδικής προστασίας.
Η Ειρήνη Κουμαριανού (1931 – 25 Ιανουαρίου 2013) ήταν Ελληνίδα ηθοποιός. Γεννήθηκε το 1931 ( σύμφωνα όμως, με το λεξικό “Έλληνες ηθοποιοί” του Θεόδωρου Έξαρχου είχε γεννηθεί το 1930). Μαθήτρια του Ελληνικού Ωδείου, η καριέρα της ξεκίνησε το 1951.
Γεννήθηκε στο Γαλάτσι και αποτέλεσε μία από τις πιο σημαντικές φυσιογνωμίες του Ελληνικού Θεάτρου. Είχε πρωταγωνιστήσει σε αρκετές παραστάσεις κυρίως του Εθνικού Θεάτρου, ενώ παράλληλα συμμετείχε σε πολλές αρχαίες τραγωδίες, κυρίως της Επιδαύρου. Τηλεοπτικά έχουν αγαπηθεί πολλές δουλειές της.Είχε συμπρωταγωνιστήσει με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, την Τζένη Καρέζη, τη Ρένα Βλαχοπούλου και άλλους και έχει στο ενεργητικό της 40 ταινίες, μεταξύ των οποίων τις: “Ιστορία μιας ζωής”, “Κορίτσια για φίλημα” (1965), “Δάκρυα για την Ηλέκτρα” (1966), “Πολύ αργά για δάκρυα“, “Καπετάν φάντης μπαστούνι” (1968), “Η νεράιδα και το παλικάρι” (1969),”Η αριστοκράτισσα και ο αλήτης”, “Κρίμα το μπόι σου” (1970), “Ο κατεργάρης”, “Η εφοπλιστίνα” (1971), “Η Μαρία της σιωπής”, “Στον αστερισμό της παρθένου” (1973), συμμετοχές στο ραδιοφωνικό “Θέατρο της Δευτέρας”. Στην τηλεόραση είχε εμφανιστεί σε σειρές όπως ”Αναστασία” (1994), Ο Πρίγκηπας (1996), “Προδοσία” (1996), Σαν αδελφές (ΕΤ1 – 1998),Alma libre” (2001) και Σ’ αγαπώ-Μ’ αγαπάς ενώ το 2004 είχε ένα μικρό ρόλο στις Σαββατογεννημένες
του Γιώργου Καπουτζίδη.
Αυτό συνετέλεσε στην επιλογή της τον επόμενο χρόνο, 2006, για τη σειρά Στο Παρά 5
του ίδιου σεναριογράφου, όπου ήρθε η μεγάλη επιτυχία. Συμπρωταγωνίστησε με τη φίλη της Έφη Παπαθεοδώρου, με την οποία επίσης πρωταγωνιστεί στην Ελληνοαμερικανική ταινία Όπα!.
Από τον Φεβρουάριο του 2007 συμμετείχε στην θεατρική παράσταση “Μάρτυρας κατηγορίας” της Αγκάθα Κρίστι με την Κάτια Δανδουλάκη, τον Δάνη Κατρανίδη, τον Κώστα Σπυρόπουλο, τον Απόστολο Τσακπίνη, τον Δημήτρη Λιτσικάκη κ.ά.
Έφυγε από τη ζωή στις 25 Ιανουαρίου 2013 σε ηλικία 82 ετών. Tις τελευταίες μέρες, νοσηλευόταν στον Ευαγγελισμό με καρδιακά προβλήματα .
Φιλμογραφία
Ο Λάκης Κομνηνός είναι Έλληνας ηθοποιός, παραγωγός και σκηνοθέτης. Γεννήθηκε στην Άγρα της Λέσβου στις 04 Ιουνίου του 1944. Το πραγματικό του όνομα είναι Απόστολος Πάστος με προπάππου Κεφαλονίτη. Ο γνωστός ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου είναι από τους ανθρώπους που συνέδεσε τη ζωή του με το πάθος του κυνηγιού.
Φοίτησε για δύο χρόνια στη Δραματική Σχολή του Πέλου Κατσέλη και στη συνέχεια αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Κ. Μιχαηλίδη. Επίσης, παρακολούθησε μαθήματα Κινηματογράφου και Θεάτρου στην Ακαδημία Τεχνών του Ιλινόις στις ΗΠΑ.
Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο στην τραγωδία, “Αντιγόνη” και στον κινηματογράφο στην ταινία, “Εγωισμός” (με το όνομα Λάκης Πάστος). Εμφανίζεται και ως Larry Daniels.
Η Ντίνα Τριάντη με τον Λάκη Κομνηνό και τα δύο παιδιά τους.
Διακρίθηκε στον κινηματογράφο σε ρόλους ωραίου και μοιραίου άντρα, «αρχηγού των κακών», κατασκόπου – πράκτορα, ξένου (Γερμανού ή Άγγλου), ή νεαρού με πλούσια καταγωγή.
Τη δεκαετία του 1970 πρωταγωνίστησε σε κοσμοπολίτικες ταινίες, κάποιες από τις οποίες είχαν διεθνές καστ και υψηλό για τα ελληνικά δεδομένα μπάτζετ, ενώ κυκλοφόρησαν και σε άλλες χώρες εκτός της Ελλάδας.
Σύζυγός του παλαιότερα ήταν η ηθοποιός, Ντίνα Τριάντη με την οποία απέκτησε δυο παιδιά, τον Γιώργο και τον Γιάννη . Με τη μετέπειτα σύζυγο του δημοσιογράφο, Τζώρτζια Κοντράρου απέκτησε ένα τρίτο γιο τον Δημήτρη. Ανιψιός (γιος της αδελφής του) είναι ο γνωστός σκηνοθέτης, Βασίλης Μαζωμένος και πρώτη του ξαδέλφη η τραγουδίστρια και συγγραφέας, Ντόρα Γιαννακοπούλου.
Στο ραδιόφωνο, ο Λάκης Κομνηνός συμμετείχε σε εκπομπές και ως αφηγητής σε πολυάριθμα ντοκιμαντέρ. Το 1975, ίδρυσε την δική του εταιρία παραγωγής, την “Πανθέαμα”, η οποία από το 1996 συνέχισε τη δραστηριότητά της με το νέο τίτλο “Media Team”. Έχει ασχοληθεί και με τη σκηνοθεσία.
Μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981, έγινε διευθυντής στην ΥΕΝΕΔ μέχρι την κατάργησή της λίγο αργότερα, το Νοέμβριο του 1982. Ο διορισμός του είχε σημασία, καθώς όλοι οι προηγούμενοι διευθυντές της ΥΕΝΕΔ ήταν αξιωματικοί του Στρατού.
Ο Λάκης Κομνηνός είχε μιλήσει για τις εκδηλώσεις θαυμασμού από τις θαυμάστριες της εποχής του λέγοντας: ”Εκείνα τα χρόνια τυπώναμε φωτογραφίες και ήταν δαπανηρό το παιχνίδι αυτό με τα αυτόγραφα. Δεν είναι όπως τώρα με τις selfies και όλα τα κορίτσια που θέλουν κάθονται με το κινητό και δεν παίρνουν φωτογραφία ή αυτόγραφο.
Ο δεύτερος γάμος του Λάκη Κομνηνού
«Ήμουν 40 ετών στον δεύτερο γάμο μου με την Τζόρτζια Κοντράρου, είχε πει ο Λάκης Κομνηνός. Δεν μπερδευόμαστε ο ένας στα πόδια του άλλου, μετά λείπουμε τακτικά και έτσι δημιουργείται η επιθυμία να ξαναβρεθούμε», είχε πει ο ηθοποιός.
Μάλιστα, η σύζυγός του Τζόρτζια Κοντράρου είχε μιλήσει για πρώτη φορά για την γνωριμία τους και την πρόταση γάμου λέγοντας: «Γνωριστήκαμε τυχαία σε δημοσιογραφική παρέα, εγώ δεν είχα ποτέ σχέση στο επάγγελμά μου με τον καλλιτεχνικό κόσμο.
Όμως έκανα παρέα με δημοσιογράφους που έκαναν παρέα με καλλιτέχνες. Σε μια έξοδο έτυχε να είναι ο Λάκης και έτσι γνωριστήκαμε. Το πρώτο βήμα το κάναμε και οι δύο. Δεν θυμάμαι κάτι συγκεκριμένο. Δεν ήμασταν στην ηλικία που θα έλεγε ο ένας στον άλλον ‘θες να τα φτιάξουμε.
Η πρόταση γάμου, την θυμάμαι πολύ καλά, ήταν σε μια περίοδο που είχα πολύ δουλειά, στη διάρκεια του ειδικού δικαστηρίου. Τότε, ήταν κάπου Νοέμβριος, πλησιάζαμε στις γιορτές και τελείως ξαφνικά μου είπε παντρευόμαστε στις 21 Δεκεμβρίου.
Να φανταστείς ούτε εγώ ούτε ο Λάκης ξέραμε ότι δεν γίνονται γάμοι πριν από τα Χριστούγεννα. Ετοιμάσαμε τον γάμο και όταν πήγαμε να πάρουμε τις άδειες μας είπαν δεν μπορείτε να παντρευτείτε, γιατί δεν γίνονται γάμοι αυτή την περίοδο.
Παντρευτήκαμε στη Μάνη, επικοινωνήσαμε με τους εκεί ιερείς, οι οποίοι μας είπαν ελάτε να παντρευτείτε εδώ, εδώ είναι άλλος ο Θεός. Και έτσι μας πάντρεψαν», είχε περιγράψει η δημοσιογράφος.
Η Λυδία Κονιόρδου είναι Ελληνίδα ηθοποιός, που έχει διακριθεί για τη συμμετοχή της στο θέατρο, κυρίως σε αρχαιοελληνικές τραγωδίες. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 1953 και σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από το 1971 έως το 1974. Το 1977 αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου
Η Λυδία Κονιόρδου υπήρξε ιδρυτικό μέλος του «Θεάτρου της Άνοιξης» (1977), ενώ συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο σε έργα των Ιονέσκο, Πλαύτου, Δ. Ρώμα και έπαιξε την Αντιγόνη στις Φοίνισσες του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή (1977-1978).
Από το 1978 έως το 1987 ήταν μόνιμο μέλος του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν και έπαιξε ρόλους σε έργα του ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, Γιώργου Λαζάνη και Μίμη Κουγιουμτζή. Πήρε μέρος ως Κορυφαία του Χορού σε πολλά έργα του αρχαίου δράματος, ενώ έπαιξε την Αθηνά στις Ευμενίδες και την Κλυταιμνήστρα στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή και στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου.
Το 1996 η Λυδία Κονιόρδου σκηνοθέτησε την Ηλέκτρα του Σοφοκλή για το Εθνικό Θέατρο, κρατώντας και τον ομώνυμο ρόλο. Το 1998 έπαιξε στη Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, το 2000 στη Γέρμα του Λόρκα και το 2001 στην Ορέστεια.
Από το 1993 έως το 1996 ανέλαβε τη διεύθυνση του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βόλου. Έχει διδάξει υποκριτική σε ιδιωτικές σχολές και στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, καθώς επίσης και στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ. Το 2004 πήρε μέρος στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Παπαιωάννου. Από το 2007 είναι καλλιτεχνική διευθύντρια στο Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Πάτρας. Το καλοκαίρι του 2008 έπαιξε για πρώτη φορά την Μήδεια του Ευριπίδη με το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας.
Το καλοκαίρι του 2009 στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Λάρισας ενσαρκώνει το διπλό ρόλο Ηλέκτρας – Κλυταιμνήστρας στις Χοηφόρες του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Κώστα Τσιάνου με συμπρωταγωνιστή τον Νίκο Ψαρρά στο ρόλο του Ορέστη.
Το 2003 πήρε το Βραβείο «Κάρολος Κουν» Σκηνοθεσίας Ελληνικού Έργου για το έργο «Ίωνας» του Ευριπίδη που παίχτηκε στο Εθνικό Θέατρο.
Ο Ερρίκος Κονταρίνης γεννήθηκε στη Βραΐλα της Ρουμανίας το 1906. Σπούδασε στη Βασιλική Σχολή Θεάτρου και πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση με τον Θίασο Βεάκη (1928). Πήρε μέρος σε πολλές περιοδείες, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε χώρες του εξωτερικού. Ήταν σύζυγος της Μαρίκας Νέζερ, την οποία έκλεψε για να την παντρευτεί.
Πέθανε από θρόμβωση στις 11 Σεπτεμβρίου του 1971, σε ηλικία 64 ετών.
Κηδεύτηκε από το Α΄ Νεκροταφείο στις 12 Σεπτεμβρίου 1971, με παρουσία ελάχιστων ηθοποιών, επειδή δεν γνωστοποιήθηκε ο θάνατός του έγκαιρα, λόγω του ότι δεν είχαν κυκλοφορήσει οι απογευματινές εφημερίδες.
Ευχαριστούμε θερμά το greekactor.blogspot.gr για τις πληροφορίες.
Ο Παύλος Κοντογιαννίδης (γεν. Βέροια, 13 Αυγούστου 1950) είναι Έλληνας ηθοποιός ποντιακής καταγωγής, με πολύχρονη θητεία στο Θέατρο, την Τηλεόραση, αλλά και το σινεμά.
Εκλέχθηκε βουλευτής στις πρώτες εκλογές 2012 με τους Ανεξάρτητους Έλληνες, αλλά δεν κατάφερε να επανεκλεγεί ένα μήνα μετά, Ιούνιος του 2012, στις δεύτερες εκλογές. Ακόμη, έχει εργασθεί ως παραγωγός ραδιοφώνου στην ΕΡΑ ΣΠΟΡ και στον ΑΝΤ1, ενώ ασχολείται και με το τραγούδι.
Ερμήνευσε δεκάδες ρόλους του παγκόσμιου αλλά και του κλασσικού ελληνικού ρεπερτορίου, ενώ ενσάρκωσε ορισμένους χαρακτηριστικούς τύπους σε σίριαλ της T.V.
Έχει τιμηθεί με τρία θεατρικά και ένα κινηματογραφικό βραβείο. Είναι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής Θεσσαλονίκης.
Θεατρικές παραστάσεις
“Πράσινα δαμάσκηνα και ψιλές ελιές” (1986)
“Και Νου Δου και light” (1990)
“Βουλή καλλιγραφία” (1991)
“Έλληνες είσθε και φαίνεστε” (1998)
“Στη Χάγη και στη Φέξη ο στόλος σας να φέξει”(1998-1999)
Υπάρχουν προσωπικότητες που δεν πέρασαν απλώς από τον ελληνικό πολιτισμό, αλλά τον συνδιαμόρφωσαν με τη φινέτσα, το ταλέντο και το ήθος τους. Η Μαριάνθη (Μάρω) Κοντού ανήκει αναμφίβολα σε αυτή τη σπάνια κατηγορία. Με μια πορεία που εκτείνεται σε δεκαετίες, κατάφερε να καθιερωθεί ως μία από τις πιο εμβληματικές, γοητευτικές και διαχρονικές πρωταγωνίστριες του θεάτρου και του κινηματογράφου μας.
Τα Πρώτα Δύσκολα Χρόνια και η Κλήση της Τέχνης
Γεννημένη στις 21 Ιουνίου 1934 στην Αθήνα, η Μάρω Κοντού μεγάλωσε στη γειτονιά του Κουκακίου. Η παιδική της ηλικία σημαδεύτηκε πρόωρα από την απώλεια: ήταν μόλις δύο ετών όταν έχασε τον πατέρα της από φυματίωση. Μεγαλώνοντας σε ένα σπίτι γυναικοκρατούμενο —με τη μητέρα, τη γιαγιά και την αδελφή της— βίωσε από νωρίς τις καθημερινές οικονομικές στερήσεις.
Αν και η οικογένειά της την προόριζε για ένα πιο σταθερό και «ασφαλές» επάγγελμα, η ίδια ένιωθε από παιδί τη μαγνητική έλξη της τέχνης. Το ένστικτό της δεν θα τη διέψευδε.
Από τα Βήματα του Χορού στη Θεατρική Καταξίωση
Η καλλιτεχνική της διαδρομή ξεκίνησε από τον χορό, σπουδάζοντας στην ονομαστή σχολή της Κούλας Πράτσικα και κερδίζοντας μάλιστα υποτροφία για τη σχολή Hladek στη Γερμανία. Από το 1953 έως το 1958, θήτευσε στο χορό του Αρχαίου Δράματος του Εθνικού Θεάτρου. Εκεί, δίπλα σε ιερά τέρατα της υποκριτικής όπως η Κατίνα Παξινού και ο Αλέξης Μινωτής, απέκτησε τα πρώτα της πολύτιμα εφόδια.
Το 1958 αποτελεί χρονιά-σταθμό: αναγνωρίζεται επίσημα ως «εξαιρετικό ταλέντο» και λαμβάνει την άδεια ηθοποιού. Το ντεμπούτο της στο σανίδι γίνεται στην παράσταση «Η Κυρία του Κυρίου» (των Ν. Τσιφόρου και Π. Βασιλειάδη) πλάι στον σπουδαίο Ντίνο Ηλιόπουλο. Η σκηνική της άνεση, η αριστοκρατική της παρουσία και η αμεσότητά της την οδηγούν γρήγορα σε πρωταγωνιστικούς ρόλους.
Δημήτρης Χορν: Ο Μέντορας και ο «Συμβουλάτορας»
Το 1959, η μοίρα τη φέρνει στο πλευρό του Δημήτρη Χορν, αντικαθιστώντας την Έλλη Λαμπέτη μετά τον χωρισμό του θρυλικού ζευγαριού. Η συνεργασία τους στο θεατρικό «Ρομανσέρο» και αργότερα στην κινηματογραφική ταινία «Αλίμονο στους Νέους» (1961) υπήρξε καθοριστική.
Ο Χορν δεν ήταν απλώς συμπρωταγωνιστής, αλλά ο μεγάλος της μέντορας. Η ίδια θυμάται πάντα με συγκίνηση τη συμβουλή-παρακαταθήκη που της έδωσε όταν εκείνη εξέφρασε την επιθυμία να αποκτήσει τη λαοφιλία της Αλίκης Βουγιουκλάκη:
«Ευχή και κατάρα σου δίνω να μη γίνεις λαϊκό είδωλο. Να μπορείς να παίζεις μέχρι τα 80 σου σε ωραίες δουλειές».
Μια συμβουλή που η Μάρω Κοντού τήρησε ευλαβικά σε όλη της τη ζωή, επιλέγοντας την ποιότητα και τη διάρκεια από την εφήμερη δόξα. Η Χρυσή Εποχή του Κινηματογράφου και τα Θρυλικά Ντουέτα
Αν και το ντεμπούτο της στο σινεμά έγινε το 1954 με το «Χαρούμενο Ξεκίνημα», η δεκαετία του ’60 ήταν αυτή που την απογείωσε. Με περισσότερες από 60 ταινίες και 90 θεατρικές παραστάσεις στο ενεργητικό της, η Μάρω Κοντού σφράγισε τη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου.
Η «Ελενίτσα» και ο «Κοκοβίκος»: Το 1965, στην ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», η ερμηνεία της ως Ισμήνη πλάι στον Γιώργο Κωνσταντίνου έγραψε ιστορία. Το φιλμ αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα και αγαπημένα αριστουργήματα του ελληνικού σινεμά.
ΗΜάρω Κοντού με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα.
Η εκρηκτική χημεία με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα: Μαζί συμπρωταγωνίστησαν σε 13 αξέχαστες ταινίες (όπως «Ο Μπλοφατζής», «Ο Γεροντοκόρος», «Η Σωφερίνα», «Ο Στρίγγλος που έγινε αρνάκι»). Η χημεία τους στην οθόνη ήταν τόσο αφοπλιστική, που για χρόνια το κοινό πίστευε πως ήταν ζευγάρι και στη ζωή, κάτι που η ίδια έχει διαψεύσει.
Παράλληλα, ξεδίπλωσε και το μουσικό της ταλέντο, συμμετέχοντας στην ιστορική «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι και ερμηνεύοντας τραγούδια που έμειναν κλασικά.
Προσωπική Ζωή, Ειλικρίνεια και Πολιτική Πορεία
Στην προσωπική της ζωή έκανε δύο γάμους: τον πρώτο με τον διευθυντή φωτογραφίας Αριστείδη Καρύδη-Φουκς και τον δεύτερο με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα. Πάντα ειλικρινής και συμβιβασμένη με τις επιλογές της, μίλησε ανοιχτά για την απόφασή της να μην αποκτήσει παιδιά, αλλά και για τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια της ελληνικής κρίσης, απομυθοποιώντας την εικόνα της «εύκολης και πλούσιας» ζωής των ηθοποιών.
Από τη δεκαετία του ’90, η Μάρω Κοντού αποφάσισε να προσφέρει και στα κοινά. Εντάχθηκε στη Νέα Δημοκρατία, εκλέχθηκε δημοτική σύμβουλος Αθηναίων επί δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου και αργότερα υπηρέτησε ως βουλευτής στην Α’ Αθηνών, μεταφέροντας την ίδια συνέπεια και αξιοπρέπεια από το σανίδι στην πολιτική σκηνή.
Η Μάρω Κοντού, μία από τις τελευταίες μεγάλες κυρίες που διαμόρφωσαν τη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών, στις 15 Ιουλίου 2026. Κατέκτησε μια ολότελα δική της, ξεχωριστή θέση στην καρδιά του κοινού και στην ιστορία της ελληνικής τέχνης.
Με μια λαμπρή καριέρα που ξεπέρασε τις έξι δεκαετίες, η σπουδαία ηθοποιός άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στην πολιτιστική ζωή της χώρας, πρωταγωνιστώντας σε δεκάδες θεατρικές παραστάσεις και κινηματογραφικές ταινίες που λατρεύτηκαν από γενιές και γενιές.
Το τελευταίο διάστημα, η αγαπημένη πρωταγωνίστρια και πρώην βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας αντιμετώπιζε προβλήματα με την υγεία της. Σύμφωνα με πληροφορίες, τις τελευταίες ημέρες της νοσηλευόταν στο νοσοκομείο “Άγιος Σάββας”.»
Ο Νάσος Κεδράκας ήταν Έλληνας ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Διακρίθηκε σε ρόλους δευτεραγωνιστή κι έγινε ευρύτερα γνωστός μέσα από την τηλεόραση τη δεκαετία του 1970. Στα πρώτα στάδια της καριέρας του εμφανιζόταν ως Θάνος Κεδράκας.
Ο Αθανάσιος (Νάσος ή Θάνος) Κεδράκας γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 21 Νοεμβρίου 1915. Για τα παιδικά του χρόνια ή την οικογενειακή του κατάσταση δεν είναι τίποτα γνωστό, καθώς όταν τον ξαναβρίσκουμε, ζει στην προπολεμική Αθήνα και σπουδάζει υποκριτική στη δραματική σχολή του Εθνικού Ωδείου Αθηνών.
Τον μάθαμε ως καλοσυνάτο και καλόκαρδο μεροκαματιάρη, ως αδικημένο και περιθωριοποιημένο χωριάτη, ως ταπεινωμένο και καταφρονεμένο μικροαστό ή ως φουκαρά που υποκύπτει συνήθως κάτω από το βάρος της κοινωνικής αδικίας που δεσπόζει στη μεταπολεμική Ελλάδα. Άλλοτε πάλι οΝάσος Κεδράκας είναι ο πιστός φίλος με την τεράστια αισιοδοξία και αγάπη για τη ζωή, που επιμένει να επιλέγει τη συντροφικότητα και την αλληλεγγύη προς τους άλλους σε πείσμα των καιρών.
ΟΝάσος Κεδράκας υπηρέτησε όλα τα είδη του θεάτρου, σε θιάσους όπως της κυρίας Κατερίνας, της Μαρίκας Κοτοπούλη, της Σοφίας Βέμπο, του Κώστα Μουσούρη, του Βασίλη Αργυρόπουλου και του Μάνου Κατράκη.
ΟΝάσος Κεδράκας συμμετείχε στον θίασο Ενωμένοι Καλλιτέχνες (1945-1946), που συγκρότησαν ηθοποιοί προσκείμενοι στο ΕΑΜ, όπως οι Αιμίλιος Βεάκης, Λυκούργος Καλλέργης, Δήμος Σταρένιος, Θόδωρος Μορίδης, Τίτος Βανδής, Αλέξης Δαμιανός και Αλέκα Παΐζη. Για πολλά χρόνια υπήρξε μέλος του Εθνικού Θεάτρου.
ΟΝάσος Κεδράκας ξεκίνησε τη θητεία του στο Εθνικό θέατρο το 1941 με τον ρόλο του «Τονίνο» στο έργο του Κάρλο Γκολντόνι Η βεντάλια και την ολοκλήρωσε στις αρχές του 1976 ως «πλοίαρχος» στην κωμωδία του Σαίξπηρ Δωδεκάτη Νύχτα.
Παρότι έπαιξε σε περίπου 200 ταινίες και είχε πολύχρονη παρουσία στο θεατρικό σανίδι, ο Νάσος Κεδράκας έγινε γνωστός μέσα από την τηλεόραση τη δεκαετία του ’70. Για να καταλάβουμε τι σημαίνει αυτό το «κοντά 200 ταινίες», αρκεί να αναφέρουμε ότι με τον Νίκο Ξανθόπουλο και μόνο έπαιξαν μαζί σε 20 φιλμ!
Μεγάλη του επιτυχία, “Ο Φωτογράφος του χωριού”, ένα σήριαλ 16 επεισοδίων σε σκηνοθεσία Αντώνη Βογιάζου, που προβλήθηκε από την ΕΡΤ την τηλεοπτική σεζόν 1977-1978. ΟΝάσος Κεδράκας υποδύεται τον φωτογράφο σ’ ένα ερημωμένο από τη μετανάστευση ελληνικό χωριό του Παρνασσού, τη Βάργιανη. Πολλοί από τους συγχωριανούς του, αλλά και άλλοι από τα γειτονικά χωριά, τον επισκέπτονται για φωτογράφηση, ενώ η προσωπική τους ιστορία γίνεται το θέμα κάθε επεισοδίου.
ΟΝάσος Κεδράκας ήταν καθηγητής δραματολογίας στη δραματική σχολή του Εθνικού Ωδείου, καθώς η πολυσχιδής του δραστηριότητα τέλος δεν φαινόταν να έχει. ΟΝάσος Κεδράκας, είχε κάνει δύο γάμους, έναν νωρίς-νωρίς στη ζωή του και τον δεύτερο με το ιστορικό πια στέλεχος του ΚΚΕ, Κικίτσα Κεδράκα.
ΟΝάσος Κεδράκας πέθανε στις 25 Αυγούστου 1981 από καρδιακή προσβολή και ετάφη στην Ηλιούπολη, όπου διέμενε και δραστηριοποιόταν στα πολιτιστικά δρώμενα του αθηναϊκού προαστίου.
Μέχρι τότε οΝάσος Κεδράκας είχε υπηρετήσει με ήθος και συνέπεια την υποκριτική τέχνη για σαράντα ολόκληρα χρόνια, απολαμβάνοντας καθολική αναγνώριση αλλά και εκτίμηση τόσο από το πλατύ κοινό όσο τους ανθρώπους της τέχνης. Αυτός ο αξέχαστος κινηματογραφικός χωρικός με την τραγιάσκα του ανθρώπου του μόχθου μας έκανε να γελάσουμε και να δακρύσουμε πολύ στα ασπρόμαυρα «διαμαντάκια» της εθνικής μας κινηματογραφίας…
Ο Γιώργος Κιμούλης γεννήθηκε στον Πειραιά στις 18 Σεπτεμβρίου του 1956 και είναι Έλληνας ηθοποιός, σκηνοθέτης και μεταφραστής.
ΟΓιώργος Κιμούλης.
Εμφανίστηκε για πρώτη φορά επαγγελματικά στο θέατρο το 1977 με τη θεατρική ομάδα “Ελεύθερο Θέατρο”.
Το 1986 δημιούργησε τη δική του θεατρική ομάδα, το “Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας”.
Το 1996 ίδρυσε δραματική σχολή.
Είναι μέλος του “Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών” στο οποίο κατά το παρελθόν έχει διατελέσει και αντιπρόεδρος και μέλος της “εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων”.
Πρώτος του γάμος με την τραγουδίστρια Μαργαρίτα Ζορμπαλά και δεύτερος με την Ελληνίδα πολιτικό Μαρία Δαμανάκη, με την οποία απέκτησε την κόρη του, Μαριάννα.
Από τον Οκτώβριο του 2016 είναι μέλος της επιτροπής διαλόγου για την συνταγματική αναθεώρηση.
Στις 28 Φεβρουαρίου του 2017 ορίστηκε πρόεδρος του Κέντρου Πολιτισμού του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος και παραιτήθηκε από τη θέση αυτή λίγες ημέρες μετά, στις 16 Μαρτίου.
Τον Ιανουάριο του 2021, στα πλαίσια του Ελληνικού, Me Too η ηθοποιός, Ζέτα Δούκα αρχικά και αργότερα και άλλες ηθοποιοί κατηγόρησαν τον Γιώργο Κιμούλη για αντιεπαγγελματική και κακοποιητική συμπεριφορά.
Οι καταγγελίες παραδόθηκαν γραπτώς και ονομαστικά, στο Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών. Ύστερα από την μελέτη των περιστατικών από το Πειθαρχικό συμβούλιο του Συλλόγου δεν προέκυψε η τέλεση αξιόποινων πράξεων.
Ο Μίμης Κοκκίνης γεννήθηκε το 1903 και ήταν Έλληνας ηθοποιός του ελαφρού μουσικού θεάτρου και πρωταγωνιστής-κωμικός της επιθεώρησης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Θεόδωρου Έξαρχου, έγινε μέλος του ΣΕΗ το 1922 και προπολεμικά εμφανίστηκε σε διάφορες επιθεωρήσεις του Αιμ. Δραγάτση.
Επίσης εμφανίστηκε ως θιασάρχης θιάσου «βαριετέ» (Θέατρο «Μόντιαλ») και ως συνθιασάρχης στην επιθεώρηση «Η Κιβωτός του Νώε» (Θέατρο «Απόλλων»).
Μεταπολεμικά ήταν συνθιασάρχης: στον «Θίασο των 8» (Μ. Θεοφανίδης, Α/φές Καλουτά, Μ. Κοκκίνης, Ορ. Μακρής, Κ. Μανιατάκης, Κ. Μαυρέας, Μ. Φιλιππίδης), στον Θίασο του Θεάτρου «Λυρικόν» (στην οπερέτα «Να τα πάρεις τα κορίτσια»), το 1948 στον Θίασο του Θεάτρου «Σαμαρτζή» (Μ. Κρεββατά, Γ. Γαβριηλίδης, Στ. Ιατρίδης, κ.ά.), το 1949 στον Θίασο της Ηρούς Χαντά (στις οπερέτες του Θ. Σακελλαρίδη «Γλυκειά Νανά» και «Η Κόρη της αμαρτίας»).
Εκτός των προηγουμένων, συνεργάστηκε πολλές φορές και με τους θιάσους του Θεάτρου «Ακροπόλ».
Το 1952 ήταν θιασάρχης στο έργο «3 μοντέρνα κορίτσια» και το 1953, συνθιασάρχης στην εξαιρετικά επιτυχημένη επιθεώρηση «Ο μήνας έχει 9».
ΟΜίμης Κοκκίνης έφυγε από τη ζωή το 1956.
Κηδεύτηκε στο Διακοφτό της Αχαΐας και ανάμεσα σε αυτούς που είχαν πάει στην κηδεία του ήταν ο Βασίλης Αυλωνίτης.
Η Νικόλ Κοκκίνου γεννήθηκε το 1943 και σπούδασε στη Δραματική Σχολή Πέλου Κατσέλη, καθώς επίσης χορό στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ και μουσικό θέατρο στη Σχολή Θεοφανίδη.
Εκτός από ηθοποιός, όμως, ηΝικόλ Κοκκίνου ήταν και δασκάλα χορού, κάτι που της φάνηκε ιδιαίτερα χρήσιμο όταν σταμάτησε να παίζει.
ΗΝικόλ Κοκκίνου με το Διονύση Παπαγιαννόπουλο στη ταινία, “Ο μάγκας με το τρίκυκλο”.
Σύζυγος του ηθοποιού Κωστή Μαλκότση και μητέρα του ηθοποιού Λαέρτη Μαλκότση, αλλά και του Ερμή Μαλκότση, ενός από τους πιο επιτυχημένους χορογράφους, ο οποίος δούλεψε και για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας.
Από το 1994 έως το 2003 συμμετείχε σε 10 παραστάσεις στο Εθνικό Θέατρο.
ΗΝικόλ Κοκκίνου μένει στο κέντρο, στο Μεταξουργείο, και έχει έντονη δράση στην περιοχή.
Αν και έχει παίξει σε αρκετές ταινίες, εδώ και χρόνια ηΝικόλ Κοκκίνου αρνείται να τις παρακολουθήσει.
«Τις παλιές ταινίες δεν τις βλέπω, γιατί δεν μπορώ να αντικρίζω τον Χρόνη Εξαρχάκο και τον Βαγγέλη Σειληνό, με τους οποίους κάναμε πάρα πολλή παρέα και πηγαίναμε μετά τη δουλειά και τρώγαμε. Εχασα τα φιλαράκια μου, έχασα κάτι από τη γενιά μου και τώρα που έφτασα στα 70 βλέπω ότι είμαστε λίγοι πια, κι αυτό το πράγμα με τρομοκρατεί.
Για τον Γιάννη Δαλιανίδη και τον Γιάννη Φλερύ, έχει πει: «Ο Φλερύ ήταν ο πατέρας, φίλος, δάσκαλός μου, εκείνος με έκανε χορογράφο, ήταν το μεγάλο μου “σχολείο”», ενώ αναφέρεται και στο πόσο αυστηρός ήταν ο Γιάννης Δαλιανίδης στα γυρίσματα.
«Δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του, αλλά μετά τη δουλειά μάς κανάκευε όλους. Ηταν αυστηρός όχι μόνο με τους ηθοποιούς, με όλους. Δεν μας τυραννούσε ποτέ, δεν μας παίδεψε ποτέ και μόλις τελειώναμε τα γυρίσματα μας έκανε τραπέζι, γέλαγε, μας πείραζε» λέει.
Εκείνη δεν ασχολήθηκε ποτέ με τα κουτσομπολιά των καμαρινιών, δούλευε και γύριζε σπίτι της. «Δεν ήμουν ούτε μίζερη ούτε κουτσομπόλα, έκανα τη δουλειά μου και περνούσα καλά. Οταν γέννησα τα παιδιά ταλαιπωρήθηκα λίγο παραπάνω, αλλά ήταν και ό,τι πιο ωραίο έχω κάνει στη ζωή μου. Ολα τ’ άλλα ήταν απλώς επάγγελμα που μου επέτρεπε να ζω καλά».
Στα παρασκήνια, πάντως ηΝικόλ Κοκκίνου είχε άλλα φιλαράκια. «Ημουν deksiaφίλη με το συνεργείο πιο πολύ. Ημουν το κορίτσι τους. Κάθε φορά που έμπαινα μέσα έλεγα “Καλημέρα, αγόρια μου” και οι τεχνικοί απαντούσαν “Το κορίτσι μας” και μου άρεσε που έκανα παρέα μαζί τους».
Η σπουδαία καρατερίστα Λουίζα Ποδηματά άφησε τη σφραγίδα της στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση με ρόλους χαρακτηριστικούς, παίζοντας πάντα δίπλα σε σπουδαίους...
Ο Κώστας Βουτσάς διέγραψε τεράστια, επιτυχημένη καριέρα 70 ετών. Ήταν από τους σταρ που σημάδεψαν τον ελληνικό κινηματογράφο.Σπουδαίος κωμικός, άφησε ανεξίτηλο στίγμα στο ρόλο...