29.8 C
Athens
Κατηγορία:

Καρύδης-Φουκς Αριστείδης

Ο Αριστείδης Καρύδης-Φουκς (ή Αριστείδης Καρύδης Fuchs,) ήταν Ελληνο-γερμανός κινηματογραφιστής και μοντέρ, που, κατά κύριο λόγο, εργάσθηκε στον ελληνικό κινηματογράφο, αλλά ακόμα και σε ξένες παραγωγές, που γυρίζονταν στην Ελλάδα.

Σκηνοθέτης του σινεμά, μοντέρ, σεναριογράφος και πολλά ακόμα, ο Αριστείδης Καρύδης-Φουκς δεν θα γινόταν πουθενά γνωστότερος παρά από την υπέροχη δουλειά και την αναντίρρητη συνεισφορά του στη διεύθυνση φωτογραφίας. Η ελληνική αστική ηθογραφία δεν θα ήταν κατά κανέναν τρόπο η ίδια χωρίς τον μεγάλο Ντίντη στο τιμόνι της φωτογραφίας!

Σπουδαγμένος στο εξωτερικό και μαέστρος της εικόνας, έφερε στην περιχαρακωμένη κινηματογραφία της χώρας μας τον κοσμοπολίτικο αέρα που τόσο χρειαζόταν. Στην απίστευτη σε έκταση και εύρος καριέρα του πρόλαβε εξάλλου να κρατήσει τη θέση του διευθυντή φωτογραφίας σε περισσότερες από 50 ταινίες, αφήνοντας τη χαρακτηριστική του σφραγίδα σε όσα βλέπουμε εντός οθόνης.

Γιατί ο διευθυντής φωτογραφίας είναι μια σπουδαία καλλιτεχνική θέση στο κινηματογραφικό συνεργείο, πίσω μόνο από αυτή του σκηνοθέτη. Τα εξασκημένα μάλιστα μάτια μπορούν να διακρίνουν τις υπογραφές του στον φωτισμό και το συνολικό οπτικό αποτέλεσμα του φιλμ.

Ο Αριστείδης Καρύδης-Φουκς υπήρξε, επίσης, και διευθυντής του Θεατρικού Μουσείου.

Γεννιέται το 1929 (ή το 1928) στη Δρέσδη της Γερμανίας από έλληνα πατέρα και γερμανή μητέρα. Αδερφός του ήταν ο περίφημος μαέστρος Μιλτιάδης Καρύδης.

Για τα παιδικά του χρόνια δεν είναι και πολλά γνωστά, ξέρουμε πάντως πως σπούδασε σκηνοθεσία στη Βιέννη, σε φημισμένη κινηματογραφική σχολή, ερχόμενος σε επαφή με τις νέες αισθητικές τάσεις που δονούσαν την Ευρώπη.

Μετά το πέρας των σπουδών, καταφτάνει στην Ελλάδα, από την οποία δεν θα έφευγε ποτέ. Τον ανακαλύπτει αμέσως ο Φιλοποίμην Φίνος και ο Ντίντης, όπως γίνεται γνωστός στα κινηματογραφικά πηγαδάκια, πιάνει δουλειά ως φωτογράφος των γυρισμάτων. Δεν θα έμενε φυσικά για πολύ στη θέση αυτή, καθώς το ταλέντο του και η αισθητική του μαεστρία ήταν για πολλά περισσότερα.

Η πρώτη εταιρεία που εργάστηκε ήταν η Φίνος Φιλμ, όπου στην αρχή εργαζόταν εκεί ως οπερατέρ και φωτογράφος, αρχής γενομένης στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου, “Τελευταία αποστολή”.

Στην ταινία, “Εκείνες που δεν πρέπει ν’ αγαπούν” γίνεται διευθυντής φωτογραφίας, θέση που διατήρησε στη Φίνος Φιλμ για ακόμη 17 ταινίες μεταξύ των οποίων, “Ο γρουσούζης“, “Το σωφεράκι“, “Η ωραία των Αθηνών” και “Ούτε γάτα ούτε ζημιά“.

Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, υπήρξε διευθυντής φωτογραφίας για τις κινηματογραφικές εταιρείες Ανζερβός και Δαμασκηνός – Μιχαηλίδης.

Με την τελευταία, μάλιστα, συνέδεσε το όνομά του μεγάλες εμπορικές επιτυχίες.

Μεταξύ άλλων, “Χτυποκάρδια στο θρανίο“, “Γάμος αλά ελληνικά”, “Η σωφερίνα” και “Έγκλημα στα παρασκήνια”, με το οποίο κέρδισε το Α’ βραβείο φωτογραφίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ταινία του Ντίνου Κατσουρίδη.

Στο πλούσιό του βιογραφικό, έχει συμμετάσχει σε πάνω από 100 ταινίες.

Κατά τ’ άλλα, έχει σκηνοθετήσει μαζί με τον Αλέκο Αλεξανδράκη και 2 ταινίες, “Θρίαμβος” και “Η Αθήνα μετά τα μεσάνυχτα”. Ενώ, έχει συμμετάσχει συγγραφικά στο συλλογικό έργο Γιώργος Τζαβέλλας.

«Ο άντρας μου ήταν της δουλειάς», είχε πει η Μάρω Κοντού, «ήταν διευθυντής φωτογραφίας στη Φίνος. Εγώ βέβαια στη Φίνος έχω κάνει μόνο δύο ταινίες ή τρεις. Ανήκα σε άλλη εταιρία. Είχαμε βέβαια διαφορετικά ωράρια: ο σύζυγός μου ξυπνούσε στις έξι το πρωί, εγώ κοιμόμουν σχεδόν στις έξι το πρωί, γιατί μετά την παράσταση πηγαίναμε παρέα για φαγητό. Ήταν εννέα υπέροχα χρόνια. Κάποια στιγμή χωρίσαμε, όπως συμβαίνει σε πολλά ζευγάρια».

Καρύδης-Φουκς Αριστείδης

Ντίντης και Μάρω διατηρούσαν σχέση για πέντε χρόνια, πριν καν πάρει εκείνη τους πρώτους πρωταγωνιστικούς της ρόλους δίπλα στον Χορν. Τη φλέρταραν πολλοί και διάφοροι, ο Ντίντης της είχε κλέψει όμως την καρδιά. Η ίδια η ηθοποιός θυμάται τη δραματική πρόταση γάμου που της έκανε έπειτα από ένα γερό καυγαδάκι: «Μου στέλνει ένα δώρο, ένα ζευγαράκι σε ένα παγκάκι με ένα φαναράκι, κι ένα γράμμα -μπλε φάκελος, μπλε κόλλα- που έλεγε: ‘‘Αν τα ξημερώματα της 1ης Ιανουαρίου 1960 δεν έρθεις να μιλήσουμε, δεν θα με βρει η ζωή’’. Ήταν και σεναριογράφος!».

Και συνεχίζει: «Παραμονή Πρωτοχρονιάς μας καλεί ο Χορν, τη Βέρα Ζαβιτσιάνου κι εμένα, στο σπίτι του για ρεβεγιόν … Μπαίνει ο νέος χρόνος, σβήνουν τα φώτα κι όταν ανάβουν, ένας άγνωστος κύριος που ήταν απέναντί μου μου εύχεται χρόνια πολλά και μου λέει “Μα τι κάθεστε; Τρέξτε λοιπόν!”. Με πιάνει παγωμάρα, δεν ήξερε κανείς τίποτα. Λέω στον Χορν όλη την αλήθεια, μου λέει “Κάνε ό,τι θες πουλάκι μου” και φεύγω. Τρέχω με τα πόδια στην πολυκατοικία, ανοιχτή η κάτω πόρτα, στερεωμένη με το χαλάκι. Πάω επάνω, ανοιχτή η πόρτα του διαμερίσματος, στερεωμένη με το χαλάκι. Τόσο καλά με ήξερε! Μπαίνω μέσα, είχε δύο κεριά αναμμένα, είχε ρίξει ένα άδειο μπουκάλι κι ένα άδειο κουτί από χάπια στο πάτωμα κι ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Σηκώνεται, με αγκαλιάζει και μου λέει: ‘‘Πάμε στο Πικέρμι, στον Αρία, το κέντρο, να κάνουμε Πρωτοχρονιά; Τα έφαγα όλα αυτά, λουκούμι!’’. Τότε μου έκανε την πρόταση γάμου, 1η Ιανουαρίου του 1960, και σε δέκα μέρες παντρευτήκαμε».

Όλα τα ωραία φτάνουν όμως στο τέλος τους. Ανακαλεί σχετικά η Μάρω Κοντού: «Μετά από επτά χρόνια (σχέση και γάμος), αυτό το γρουσούζικο 7, έκανε μια σκανταλιά. Μόλις έγινα γνωστή ηθοποιός και νοικοκυρούλα και χαλάρωσα, μου βάρεσε ένα ωραίο κερατάκι. Το πήρα χαμπάρι και δεν το σήκωσα. Νόμιζα ότι ήταν το πρώτο, αλλά είχε φοβερό σουξέ στις γυναίκες. Χωρίσαμε, παραμείναμε όμως πάντα φίλοι».

Ο διευθυντής φωτογραφίας και η πρωταγωνίστρια έζησαν έναν μεγάλο έρωτα που απλώθηκε πάνω και πέρα από το star system της εποχής: «Πιστεύω ότι ο πιο δυνατός μου έρωτας, που με πόνεσε κιόλας, ήταν με τον Αριστείδη Καρύδη-Φουκς. Είχε φύγει ο έρωτας και είχε μείνει η αγάπη. Αυτό είναι και το πιο σημαντικό».

Το ζευγάρι χώρισε το 1962, όταν ο Ντίντης σύναψε σχέση με την Αλίκη Βουγιουκλάκη όντας τυπικά παντρεμένος.

Ο άξιος αυτός τεχνίτης του σινεμά και στυλοβάτης στα τελευταία του του Θεατρικού Μουσείου έφυγε από τον κόσμο στις 21 Απριλίου 1998, χάνοντας τη δίχρονη μάχη με την εγκεφαλοπάθεια. Όπως έγινε γνωστό από τον ημερήσιο Τύπο, υπέκυψε από ανακοπή καρδιάς στο Καψάλειο Ίδρυμα, όπου τον είχε μεταφέρει πριν από δέκα ημέρες η Μάρω Κοντού, η οποία ήταν σταθερά στο πλευρό του σε όλη τη διάρκεια της τραγικής του περιπέτειας. Ενταφιάστηκε στο Α’ Νεκροταφείο.

Φιλμογραφία σαν ηθοποιός

  • 1948 Τελευταία αποστολή
  • 1950 Ο μεθύστακας

Βραβεύσεις – Διακρίσεις

  • Α’ Βραβείο Φωτογραφίας Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: Έγκλημα στα παρασκήνια.
  • Βραβείο Φωτογραφίας, από την εφημερίδα Εμπρός: Νεκρή πολιτεία
  • Βραβείο Φωτογραφίας Φεστίβαλ Παναμά: Τρικυμία μιας καρδιάς
Προηγούμενο άρθροΚαρλάτου Όλγα
Επόμενο άρθροΒασιλάκου Κατερίνα

Περισσότερα άρθρα

Τελευταία άρθρα