Η Μαρίκα Κρεββατά ήταν Ελληνίδα ηθοποιός του θεάτρου, της οπερέτας και του κινηματογράφου. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου του 1910, στους κόλπους μιας καλλιτεχνικής οικογένειας με παράδοση. Αποτέλεσε υπόδειγμα φινέτσας, γοητείας και αριστοκρατικότητας.
Ήταν κόρη του Σπαρτιατικής καταγωγής συνθέτη, Σταμάτη Κρεββατά και της ηθοποιού, Σοφίας Παντελιάδου. Γιαγιά της ήταν η ηθοποιός, Ροζαλία Παντελιάδου. Σε ηλικία 2 ετών έχασε τον πατέρα της και τη μικρότερη αδελφή της, Θάλεια. Τα παιδικά της χρόνια τα πέρασε πολύ φτωχά.
Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο σε πολύ νεαρή ηλικία, κοντά στη Μαρίκα Κοτοπούλη, όπου έπαιζε ένα από τα παιδιά της Μήδειας. Η πρώτη επαγγελματική της εμφάνιση χρονολογείται από το 1925 με τον θίασο της Ροζαλίας Νίκα.
Από το 1925 έως τα τέλη της δεκαετίας του ‘70, οπότε αποσύρθηκε από τη σκηνή, έλαβε μέρος σε μεγάλο αριθμό παραστάσεων – κωμωδίες, επιθεωρήσεις και δράματα. Η εξαιρετική φωνή που διέθετε την έκανε να διαπρέψει στο μουσικό θέατρο και την οπερέτα.
Από τις πολύ μεγάλες επιτυχίες της υπήρξαν οι οπερέτες: «Η γυναίκα του δρόμου» του Νίκου Χατζηαποστόλου, «Χριστίνα» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, «Εύα» του Φραντς Λέχαρ και «Η Πιπίτσα μας» του Στάθη Μάστορα, στην οποία πρωτοτραγούδησε την «Πίτσα Πιπίτσα Πηνελοπίτσα», ένα από τα δημοφιλέστερα τραγούδια του μεσοπολέμου.
Η Μαρίκα Κρεββατά με την κόρη της, Γκέλυ Μαυροπούλου!
Το κινηματογραφικό της ντεμπούτο έγινε το 1957 στην ταινία “Δελησταύρου και Υιός”, ενώ στην Φίνος Φίλμ εμφανίστηκε πρώτη φορά στην ταινία του 1959, “Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο”, ερμηνεύοντας τον ρόλο της ψηλομύτας μητέρας της Αλίκης Βουγιουκλάκη.
Ακολούθησαν μια σειρά από ταινίες, όπως “Το Κλωτσοσκούφι”, υποδυόμενη την αδελφή του Αλέκου Αλεξανδράκη και “Διακοπές στο Βιετνάμ”, αλλά, η ερμηνεία που έμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη του ελληνικού κοινού ήταν στον «Ηλία του 16ου», στην οποία ενσαρκώνει την απελπισμένη χαρτοπαίχτρα που κάνει τα πάντα για να βρεί το χαμένο δαχτυλίδι, το οποίο είχε δώσει ενέχυρο.
Κάποια στιγμή ξεκίνησε συνεργασία με την Εθνική Λυρική Σκηνή, εκεί που γνώρισε και τον πρώτο σύζυγό της, επίσης ηθοποιό, Άγγελο Μαυρόπουλο, τον οποίο τρεις μόλις μήνες μετά το γάμο της χωρίζει ενώ έξι μήνες μετά γέννησε τη γνωστή μετέπειτα ηθοποιό Γκέλυ Μαυροπούλου. Αργότερα παντρεύτηκε τον επίσης γνωστό ηθοποιό Γιώργο Γαβριηλίδη, με τον οποίο υποδύθηκαν το ζευγάρι σε πολλές ταινίες, όπως στην ταινία της Φίνος Φίλμ, “Η γυναίκα μου τρελλάθηκε”.
Η Μαρίκα Κρεββατά δεν πήρε μέρος σε πολλές ταινίες – 41 στο σύνολο, 5 εκ των οποίων στην Φίνος Φίλμ – ωστόσο κατάφερε να κάνει εξαιρετικές ερμηνείες και να καταγραφεί ως μία από τις φυσιογνωμίες στο ελληνικό κινηματογραφικό στερέωμα.
Η Μαρίκα Κρεββατά εγκατέλειψε τη θεατρική σκηνή το 1973. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της, έπασχε από άνοια. Έφυγε από τη ζωή στις 14 Σεπτεμβρίου του 1994 σε ηλικία 84 ετών σε Κλινική της Αθήνας. Κηδεύτηκε στον Κόκκινο Μύλο. Ήταν μόνιμη κάτοικος Αθηνών και μιλούσε επίσης γαλλικά.
Η Μαρίκα Κρεββατά ήταν εκείνη που λανσάρησε το “Πιπίτσα” από το ομώνυμο έργο των Γιάννη Πρινέα – Στάθη Μάστορα:
Πίτσα, Πιπίτσα, Πηνελοπίτσα, απ΄ το καιρό, παιδί μου, που ΄γινες κομμάτι να μας πεθάνεις όλους, το ΄βαλες γινάτι! Καημένη Πίτσα, Πηνελοπίτσα, θα μας πεθάνεις μα το ναί αφότου σήκωσες ψηλά τον αμανέ!
Η Βέρα Κρούσκα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Πήρε άδεια από την επιτροπή “Εξαιρετικών ταλέντων” για να φοιτήσει στη σχολή του Ωδείου Αθηνών σε ηλικία 15 χρονων.
Πήρε μαθήματα κλασικού και μοντέρνου χορού με δασκάλες τη Σόνια Μοριάνοβα, την Μύριαμ Σουαζι και την Καιη Χολντεν. Πήρε μαθήματα φωνητικής με δασκάλες την Έλλη Νικολαΐδη και την Γιολάντα Ντι Τάσο. Πρώτη εμφάνιση στη σκηνή στο έργο “Σαράντα καράτια” πλάι στην Έλλη Λαμπέτη.
Η Βέρα Κρούσκα έλαβε μέρος σε πρωταγωνιστικούς ρόλους στα έργα: “Το άνθος του κάκτου” με τον θίασο της Έλλης Λαμπέτη, “Ταβαριτς”, “Φορολογικές υποθέσεις”, “Πικ νικ”, “Όσκαρ”, με το θίασο του Κώστα Μουσούρη. Πρωταγωνίστρια στα έργα “Χιλιάδες κλόουν”, “Ξενοδοχείο ευτυχίας”, “Μια Κυριακή στη Νέα Υόρκη”, “Καημένε μου Μαρικ”, “Ένα καπέλο γεμάτο βροχή”, “Οι φίλοι”,”Κάτι τρέχει”, “Μαθήματα γάμου”, “Όποιος γελάσει τελευταίος”, “Πέπσυ”, “Ο άνθρωπος, το κτήνος και η Αρετή”, “Φράνκι και Τζόνυ”, “Ρεμπέτικο”, “Οι μικροαστοί” και “Αίμα στο χιόνι”.
Η Βέρα Κρούσκα συνεργάστηκε με τον Λάκη Λαζόπουλο και τον Γιάννη Ξανθούλη στις επιθεωρήσεις “Το ΠΑΣΟΚ της Χάιδως”, και “Του ΠΑΣΟΚ τους το χαβά”. Έπίσης συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο στα έργα “Ο κατά φαντασία ασθενής”, “Οι εγκληματίες”, “Ο έμπορος της Βενετίας”, “Βίρα τις άγκυρες” και “Άμλετ”.
Με το Κ.Θ.Β.Ε στα “Η όπερα της πεντάρας”, “Η τύχη της Μαρούλας”, “Το νυφιάτικο τραγούδι”, “Η θαυμαστή μπαλωματού”, “Οπερέτα”. Με το προσκήνιο του Αλέξη Σολομού στο έργο “Ο Κούρος”, με το Αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου στην “Όπερα της πεντάρας”, με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Βόλου στο “Τριαντάφυλλο στο στήθος”. με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κοζάνης στα “Ένα αφιέρωμα στα έργα του Φ.Γ. Λόρκα”, “Γερμα”, “Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμα”, Θαυμαστή μπαλωματού” και “Ο ματωμένος γάμος”.
Η Βέρα Κρούσκα έχει συνεργαστεί με τους σκηνοθέτες: Αλέξη Σολομό, Μιχάλη Κακογιάννη, Νίκο Κούνδουρο, Σταμάτη Φασουλή, Κώστα Μπάκα, Γιώργο Αρμένη, Παντελή Βούλγαρη, Κοραή Δαματη, Γιώργο Θεοδοσιάδη, Γιάννη Ιορδανίδη, Γιώργο Ρεμούνδο. Έχει λάβει μέρος σε 13 ταινίες με σημαντικότερες τις: “Όχι”, “Χρυσομαλλούσα”, “Ο ασυμβίβαστος”, “Το αίμα των αγαλμάτων”, “Και ξανά προς τη δόξα τραβά” κ.α.
Σε σήριαλ την έχουμε δει στα: “Το κορίτσι της Κυριακής”, “Ο δρόμος χωρίς γυρισμό”, “Εν Αθήναις”, “Μεθυσμένη πολιτεία”, “Οι εντιμότατοι”, “Το ταξίδι”, “Βαμμένα κόκκινα μαλλιά”, “Οι επαγγελματίες”, “Αν υπήρχες θα σε χώριζα”, “Γεώργιος Βυζηινός”, “7 θανάσιμες πεθερές” και “Safe sex”.
H Κυβέλη Θεοχάρη γεννήθηκε το 1924 και είναι Ελληνίδα ηθοποιός, κόρη της πρωταγωνίστριας Μιράντας Μυράτ και του Σπύρου Θεοχάρη, εγγονή της Κυβέλης και του Μήτσου Μυράτ και πρώτη εξαδέλφη της Κυβέλης Μυράτ-Μαρίνου. Διετέλεσε διευθύντρια Δημοσίων Σχέσεων του Ιδιαίτερου Γραφείου του πρωθυπουργού τα έτη 1981-89 και 1993-99.
Γεννήθηκε το 1924. Από τον πρώτο της γάμο με τον ομογενή εκ Κωνσταντινουπόλεως Γιάννη Στεφανίδη απέκτησε την κόρη της Βαλεντίνη Στεφανίδη-Ποταμιάνου (1943). Δεύτερος σύζυγός της ήταν ο Τίτος Ζωγραφίδης (1914-1981), αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος.
H Κυβέλη Θεοχάρη πρωτοεμφανίστηκε με το θίασο της Κατερίνας (1954) στο έργο Ταξίδι αναψυχής. Τον επόμενο χρόνο συμμετείχε στο θίασο της μητέρας της και του Λάμπρου Κωνσταντάρα, παίζοντας στα έργα, “Δύο άσπρα τριαντάφυλλα” και “Οι μαιτρέσσες του μπαμπά”. Παράλληλα, έλαβε μέρες στις «ποιητικές απογευματινές» που οργάνωνε η Μιράντα Μυράτ στο Θέατρο «Κυβέλης» στην πλατεία Συντάγματος.
Το 1956 συνεργάστηκε με το θίασο Ηλιόπουλου-Φωτόπουλου, όπου και εμφανίστηκε στην κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου, “Ο φίλος μου ο Λευτεράκης” και στο έργο, “Μια τσουκνίδα στις βιολέτες”. Ακολουθεί η συνεργασία της με το θίασο του Βασίλη Λογοθετίδη (1957-59), όπου έπαιξε στα έργα, “Το τιμόνι του έρωτα” του Παναγιώτη Καγιά και “Ο Ηλίας του 16ου” των Σακελλάριου και Γιαννακόπουλου.
Το 1955 εμφανίστηκε στην ταινία του Ορέστη Λάσκου, “Γκόλφω” βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Σπύρου Περεσιάδη στο ρόλο της Σταυρούλας. Ακολούθησαν Η Άγνωστος (1956) του Ορέστη Λάσκου, στο ρόλο της Ευτυχίας, όπου έπαιξε μαζί με τη γιαγιά της Κυβέλη, Ο ζηλιαρόγατος (1956) του Γιώργου Τζαβέλλα, με το Βασίλη Λογοθετίδη (κινηματογραφική μεταφορά της κωμωδίας του Γ. Ρούσσου Ο εραστής έρχεται) στο ρόλο της Κική Μανωλοπούλου.
Επίσης, Στουρνάρα 288 (1959) του Ντίνου Δημόπουλου (πρόκειται για την ομώνυμη κωμωδία των Τραϊφόρου – Βασιλειάδη) στο ρόλο της Φώφης Ασημομύτη, Ο Ηλίας του 16ου (1959) του Αλέκου Σακελλάριου στο ρόλο της Αλέκας Κωνσταντινίδου, Ανθισμένη αμυγδαλιά (1959) του Χρίστου Αποστόλου, Ο Δήμος από τα Τρίκαλα (1962) του Γιάννη Δαλιανίδη, όπου συμπρωταγωνίστησε με τον Κώστα Χατζηχρήστο στο ρόλο της Λέλας κ.ά.
Το καλοκαίρι του 2014, και σε ηλικία 90 ετών, επιστρέφει έπειτα από δεκαετίες στον κινηματογράφο, πρωταγωνιστώντας στην ταινία docufiction του Alessandro Spiliotopulos, “Οι κόρες του Χάους” μία συμπαραγωγή του Ινστιτούτου Κυβέλη και της Tetrafillon Films. Η μικρού μήκους αυτή ταινία παρουσιάζει με πρωτότυπο και ενίοτε ανατρεπτικό τρόπο την ιστορία της μεγάλης θεατρικής οικογένειας της Κυβέλης και της ιδιαίτερης σχέσης της οικογένειας με τα έργα του Πιραντέλο, με φόντο την Ελλάδα και την Ευρώπη του πρώτου μισού του 20ου αιώνα.
Παρά το ελπιδοφόρο ξεκίνημα, η σταδιοδρομία της στο θέατρο θα σταματήσει στις αρχές του 1960. Θα ακολουθήσει διαφορετικούς δρόμους ως ξεναγός αρχαιολογικών χώρων και διευθύντρια-συντονίστρια σε ελληνικές και ευρωπαϊκές κρουαζιέρες. Αργότερα, θα αναλάβει τις δημόσιες σχέσεις στο ιδιαίτερο γραφείο του Ανδρέα Παπανδρέου, κατά τα έτη της πρωθυπουργίας του, και θα συνεχίσει ως υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων του Πρωθυπουργού κ. Κώστα Σημίτη ως το 1999. Πρωτοστάτησε ως ιδρυτικό μέλος στη δημιουργία του Ινστιτούτου Κυβέλη (Ερμούπολη Σύρου, 1999). Η Κυβέλη Θεοχάρη έφυγε από τη ζωή στις 7 Φεβρουαρίου 2017 στην Αθήνα, σε ηλικία 92 ετών.
Η Αλεξάνδρα Κυριακάκη γεννήθηκε στην Αθήνα (ή Χανιά) το 1951, ξεκίνησε την πορεία της στον καλλιτεχνικό χώρο ως ηθοποιός στο πλευρό του Μάνου Κατράκη στο Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο σε ηλικία 15 ετών, αλλά σύντομα στράφηκε στο τραγούδι για βιοποριστικούς λόγους, όπως είχε δηλώσει η ίδια.
Ήταν δημοφιλής τραγουδίστρια της ρεμπέτικης και λαϊκής μουσικής που διέγραψε τη δική της πορεία στο ελληνικό τραγούδι με πολλές και επιτυχημένες εμφανίσεις σε Κέντρα, Θέατρα και συναυλίες.
Για λόγους που ποτέ δεν έγιναν γνωστοί, η Αλεξάνδρα Κυριακάκη εγκατέλειψε εντελώς τη δισκογραφία μετά το 1983 και δεν επέστρεψε ποτέ σ’ αυτήν.
Δεν εγκατέλειψε ωστόσο εντελώς το τραγούδι. Κατά τη δεκαετία του 1990 έπαιζε ζωντανά με τον ταμπουρά της στο «Cafe Παράσταση» – όπου και την προσέγγισε ξανά ο Χατζιδάκις,για να γίνει ακόμα ένας δίσκος, αλλά αρνήθηκε -, ενώ το 2003 έκανε μία ακόμα εμφάνιση, στο πέμπτο αφιέρωμα στις «Γυναικείες Φωνές».
Παρέμεινε, από επιλογή, εντελώς εξαφανισμένη από τη μουσική επικαιρότητα, μέχρι που μαθεύτηκε ο θάνατός της στις 25 Ιουλίου 2015.
Η Ηρώ Κυριακάκη ήταν Ελληνίδα ηθοποιός, που έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό από την ερμηνεία της στο ρόλο της Κατερίνας στην ταινία “Κόκκινα Φανάρια” του Αλέκου Γαλανου στο πλάι του ηθοποιού Νότη Περγιάλη. Η φιγούρα της ήταν χαρακτηριστική. Γεννήθηκε το 1932 και μεγάλωσε στον Πόρο Τροιζηνίας.
Σπούδασε σκηνοθεσία και θέατρο στη σχολή του Καρόλου Κούν.Έπαιξε κοντά στον Κουν στο θέατρο το έργο “Θείος Βάνιας” του Αντόν Τσέχωφ, στο “Τελευταίο φθινόπωρο” τουΑλέξη Δαμιανού. Στον κινηματογράφο είχε σημαντικές συμμετοχές όπως στην ταινία “Κόκκινα φανάρια” μαζί με γνωστούς ηθοποιούς όπως οι Τζένη Καρέζη, Γιώργος Φούντας, Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Δέσπω Διαμαντίδου, Μάνος Κατράκης, Μαίρη Χρονοπούλου, Φαίδων Γεωργίτσης, Αλεξάνδρα Λαδικού, Ελένη Ανουσάκη, Νότης Περγιάλης, Κώστας Κούρτης, Κατερίνα Χέλμη και στη ταινία ” Τα παιδιά της Χελιδόνας” το 1987 με τους Αλέκο Αλεξανδράκη, Μαίρη Χρονοπούλου, Βασίλη Διαμαντόπουλο, Ηλία Λογοθέτη, Πέρη Μιχαηλίδη, Στέφανο Ληναίο, Σοφία Αλιμπέρτη, Στέλιο Λιωνάκη, Θάνο Γραμμένο, Δημήτρη Πουλικάκο, Βλαδίμηρο Κυριακίδη, Φαίδρα Νούτσου.
Παντρεύτηκε τον ρηξικέλευθο κινηματογραφιστή Σταύρο Τορνέ που πέθανε το 1988.
Ευχαριστούμε θερμά το greekactor.blogspot.gr για τις πληροφορίες.
Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Ελληνικού Ωδείου, απ’ όπου αποφοίτησε το 1961.
Επίσης έκανε αρκετά χρόνια σπουδές μουσικής και πιάνου.
Στο θέατρο πρωτοεμφανίστηκε το 1962 με το Θίασο Κατερίνας Ανδρεάδη.
Μερικές από τις σημαντικότερες παραστάσεις που έλαβε μέρος: “Τα παιδιά μας οι κέρβεροι”, “Κόκκινα φανάρια”, “Τελευταίο φθινόπωρο”, “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται”, “Πραματευτής”, “Καληνύχτα Μαργαρίτα”, “Ο έμπορος της Βενετίας”, “Ιούλιος Καίσαρ”, “Η κυρία με το σκυλάκι”, “Το κορίτσι με το κορδελάκι” Θίασος Μάνου Κατράκη) κ.ά.
Πολύπλευρο ταλέντο διακρίθηκε στο δράμα, την κωμωδία αλλά και την μιμική και συγκρότησε αρκετές φορές θιάσους οπερέτας, μουσικών κωμωδιών καθώς και επιθεωρήσεων, με μεγάλα ονόματα.
Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1960 στην ταινία Για Σένα την Αγάπη μου”.
Στην τηλεόραση εμφανίστηκε σε σειρές όπως “Άγνωστος πόλεμος”, “Ισιδώρα” κ.ά.
Επίσης ήταν εξαιρετική μίμος.
Φιλμογραφία
Το βλέμμα του Οδυσσέα / Ullyses ‘Gaze (1995) Ο Μεγαλέξανδρος (1980) Ισιδώρα (1975)[Μαρία Μπάουζμερ] Αντάρτες των πόλεων (1972) [Πόπη] Η χαραυγή της νίκης (1971) [Μάρθα Καλογερή] Η Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου (1969) [Κάθριν] Ζήσε για την αγάπη μας (1968)[Μαρίνα Χατζή] Τόσα όνειρα στους δρόμους (1968) Ο νικητής (1965) [Λένα Βασιλειάδου-Ντάβαρη] Παιδί μου δεν αμάρτησα (1964)[Μαίρη] Πικρή μου, Αγάπη (1964)[Ρένα Σιδέρη] Ο λουστράκος (1962) [Μαρία Χαράτου] Ο χρυσός και ο τενεκές (1962) [Μαίρη Μπαρατέλα] Η υπέροχη οπτασία (1962) Η απολύτρωση (1961) Άτλας (1961) Για σένα την αγάπη μου (1960) [Μαρούλα] Η λίμνη των στεναγμών (1959)
Η Μαριάννα Κουράκου γεννήθηκε στην Αθήνα (Πατήσια) στις 28 Αυγούστου 1941 (άλλη πηγή αναφέρει το 1942). Σπούδασε στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου και κλασικό χορό στη σχολή της Έλλης Ζουρούδη.
Ήταν παντρεμένη με τον επιχειρηματία Γιώργο Μοίρα ιδιοκτήτη των μύλων ”Αγίου Γεωργίου”, ο οποίος πέθανε. Απέκτησε τρία παιδιά. Στις μεγάλες της δόξες, η Μαριάννα Κουράκου αποφάσισε να αφοσιωθεί στην οικογένειά της, να μεγαλώσει τα παιδιά της κι αργότερα τα εγγόνια της.
Η Μαριάννα Κουράκου μέσα σε μια δεκαετία, στη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου, έπαιξε σε 25 ταινίες κι άφησε το στίγμα της στην μεγάλη οθόνη, με την εκφραστικότητά της, την ωραία φωνή και την κομψή παρουσία της.
Ο Νίκος Κούρκουλος ήταν Έλληνας ηθοποιός, που υπηρέτησε το Εθνικό Θέατρο, το οποίο και τον γαλούχησε.
ΟΝίκος Κούρκουλος δεν ήταν απλά ένας ταλαντούχος ηθοποιός ούτε μόνο ένας κινηματογραφικός αστέρας, κατάφερε να ενσαρκώσει το αρσενικό ιδεώδες με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελεί μέτρο σύγκρισης.
Χωρίς ποτέ να λανσάρει τον εαυτό του ως μεσογειακό εραστή, με χαρακτηριστικά προσώπου που παρέπεμπαν στα αδρά πρόσωπα των χολιγουντιανών ηρώων, ο Κούρκουλος ήταν ο πρώτος δυτικού τύπου αστέρας του ελληνικού κινηματογράφου.
Τα κορίτσια πάθαιναν παραλήρημα στο άκουσμα και μόνο του ονόματός του, αν κατάφερναν να μπουν στα καμαρίνια του θεάτρου, του έσκιζαν τα ρούχα και οι άντρες τον είχαν ως πρότυπο: πώς μιλούσε στις γυναίκες και πώς στα αφεντικά, πώς διεκδικούσε, πώς κέρδιζε αλλά και πώς έχανε. Εντός και εκτός οθόνης, ήταν ο Νίκος Κούρκουλος αυτός που έδειχνε το δρόμο.
ΟΝίκος Κούρκουλος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου του 1934 και μεγάλωσε στη συνοικία του Ζωγράφου. Αγάπησε πολύ τον αθλητισμό, στο γυμνάσιο έγινε ποδοσφαιριστής του Παναθηναϊκού και όπως ο ίδιος είχε πει, εντελώς τυχαία, διαβάζοντας βιβλία για το θέατρο, πήρε την απόφαση να γίνει ηθοποιός.
Στην απόφασή του αυτή έπαιξε σημαντικό ρόλο ο Μάνος Κατράκης, τον οποίο ο Νίκος Κούρκουλος εκτιμούσε απεριόριστα και τον καθοδήγησε να δώσει εξετάσεις στην Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, απ’ όπου αποφοίτησε το 1958.
ΟΝίκος Κούρκουλος.
Την επόμενη χρονιά έκανε την πρώτη εμφάνισή του στο θεατρικό σανίδι το 1959, στο πλευρό της Έλλης Λαμπέτη και του Δημήτρη Χορν, στην “Κυρία με τις Καμέλιες” του Αλέξανδρου Δουμά.
Γρήγορα αναδείχθηκε σ’ έναν από τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου.
ΟΝίκος Κούρκουλος ερμήνευσε πρωταγωνιστικούς ρόλους στο αρχαίο ελληνικό δράμα και σε μεγάλα κλασικά, αλλά και σύγχρονα έργα του αμερικάνικου και του ευρωπαϊκού θεάτρου. Πρωταγωνίστησε, ανάμεσα σε άλλα, στη Μήδεια (1959) και τον Ορέστη (1971) του Ευριπίδη, στον Οιδίποδα Τύραννο (1982) και στον Φιλοκτήτη (1991) του Σοφοκλή, στο αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, που ήταν και η τελευταία του θεατρική εμφάνιση.
Ως επικεφαλής θιάσων, αλλά και δικού του θεάτρου στην Αθήνα, πρωταγωνίστησε στα έργα: Η μικρή μας πόλη (1960), Οντίν (1962), Η κληρονόμος (1962), Σαμπρίνα (1963), Ιούλιος Καίσαρ (1964), Να ντύσουμε τους γυμνούς (1964), Λούλου (1965), Ίλια Ντάρλιγκ (ΗΠΑ-1967 σε σκηνοθεσία Ζιλ Ντασέν με τη Μελίνα Μερκούρη, παράσταση για την οποία κέρδισε την υποψηφιότητα για το βραβείο TONY, Πύργος (1964), Δίκη (1971), Τάγκο (1972), Όπερα της Πεντάρας (1975), Ο Γλάρος (1976), Επιστροφή (1977), Πρόσκληση στον Πύργο (1978), Μονό Ζευγάρι (1980), Ανταπόκριση (1983), Ψηλά από τη Γέφυρα (1986) και Στην Φωλιά του Κούκου (1987).
Όμως, εκτός από σπουδαίους πρωταγωνιστής του θεάτρου, ο Νίκος Κούρκουλος υπήρξε κι ένας από τους μεγαλύτερους ζεν πρεμιέ του ελληνικού κινηματογράφου.
Πρωταγωνίστησε σε περισσότερες από 30 ταινίες, μεταξύ των οποίων “Ο κατήφορος”, “Κοινωνία ώρα μηδέν”, “Η κυρία δήμαρχος”, “Το χώμα βάφτηκε κόκκινο”, “Αδίστακτοι”, “Ορατότης μηδέν”, “Ο Αστραπόγιαννος” κ.ά.
Τιμήθηκε δύο φορές με το Α’ Βραβείο Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: το 1965 για τους “Αδίστακτους” και το 1970 για τον “Αστραπόγιαννο”.
Για πολλά χρόνια υπήρξε πρόεδρος της Ένωσης των θιασαρχών του Ελληνικού Θεάτρου, (ΠΕΕΘ), ενώ από το 1994 μέχρι το θάνατό του διετέλεσε καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου.
Από τη θέση αυτή οραματίστηκε και δημιούργησε το Παιδικό Στέκι, την Πειραματική Σκηνή, τον Άδειο Χώρο, το Εργαστήρι Υποκριτικής και Σκηνοθεσίας, τη Διεθνή Σκηνή και τη Θερινή Ακαδημία Θεάτρου, ενώ αναβάθμισε δραστικά τη Δραματική Σχολή του Εθνικού. Παράλληλα, άνοιξε τις, για χρόνια κλειστές, πόρτες του Εθνικού Θεάτρου σε όλους τους ηθοποιούς, έκανε τον θίασο περιοδεύοντα στην Ελλάδα και το εξωτερικό και προχώρησε σε μετακλήσεις ξένων σκηνοθετών.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του παρουσιάστηκαν πολλά και σημαντικά έργα του παγκόσμιου δραματολογίου, καθώς και έργα πολλών ελλήνων συγγραφέων, σε όλες τις σκηνές του Εθνικού Θεάτρου. Στις καινοτομίες του καταγράφηκε και η τεράστια επιτυχία του μιούζικαλ “Βίρα της Άγκυρες” των Β. Παπαθανασίου – Μ. Ρέππα, σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή, που ήταν το πρώτο μουσικό έργο στην ιστορία του Εθνικού Θεάτρου, αφιερωμένο στην ελληνική επιθεώρηση.
Τον Μάρτιο του 2006 υπέγραψε εκ μέρους της πολιτείας την οριστική σύμβαση για την ανάθεση του έργου “Αποκατάσταση και εξοπλισμός του κτιριακού συγκροτήματος του Εθνικού Θεάτρου”, που αποτέλεσε ένα από τα κυριότερα οράματα της καλλιτεχνικής του θητείας. Κατά κοινή ομολογία, ήταν ένας άνθρωπος με πάθος και ειλικρίνεια που δεν δίσταζε να ομολογήσει πως όταν ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση, το Εθνικό Θέατρο “ήταν ένας σάπιος οργανισμός που είχαν μείνει μόνο τα κόκαλα”.
ΟΝίκος Κούρκουλος είχε περιγράψει πως έγινε σταρ σχεδόν σε μια νύχτα σε συνέντευξή του στο Bήμα: “Ο Φίνος ζητούσε ένα νέο στο στυλ σαν το δικό μου: Ένα παλικάρι έτσι… λίγο σκληρό, για να παίξει στο “Κοινωνία ώρα μηδέν”. Με πρότεινε λοιπόν ο Δαλιανίδης. Εν τω μεταξύ εγώ ως τότε είχα παίξει σε κάτι ταινίες ρόλο κομπάρσου για να βγάλω ένα μεροκάματο και όλα αυτά περνούσαν από τον Φίνο και τα έβλεπε. Με είχε δει λοιπόν σε ρόλους κομπάρσου και δεν συμφωνούσε με τον Δαλιανίδη, που επέμενε ότι ήμουν αυτό που ζητούσε.”
Ο Νίκος Κούρκουλος.
“Ώσπου μια μέρα ανοίγει την εφημερίδα και βλέπει μια φωτογραφία με τη Βεργή και εμένα, σε μια σκληρή σκηνή από το έργο που παίζαμε, και γυρίζει και τους λέει: “Να ‘τος ρε αυτός που ψάχνατε να βρείτε… Αυτός είναι, δεν τον βλέπετε; Δεν με νοιάζει αν δεν είναι όνομα. Το πρόσωπό του και η κίνηση μιλάνε, λένε αυτό που θέλουμε για τον ρόλο”. Του λέει ο Δαλιανίδης: “Μα αυτόν εσείς δεν τον θέλατε. Ξέρετε ποιος είναι; Είναι ο Κούρκουλος που σας έλεγα και δεν θέλατε ούτε να ακούσετε για αυτόν” (γέλια). Και έτσι κάνω την πρώτη ταινία και με αυτήν γίνομαι διάσημος”.
Σύζυγός του ήταν η Μελίτα Κουτσογιάννη – Κούρκουλου, βοηθός σκηνοθέτη, με την οποία δούλεψαν μαζί στο θέατρο – και δημιούργησαν το Θέατρο ΚΑΠΠΑ. Γνωρίστηκαν σε ένα πάρτι στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Ο έρωτας ήρθε δύο χρόνια αργότερα, όταν η γοητευτική κοπέλα χτύπησε την πόρτα του στο καμαρίνι του θεάτρου ΡΕΞ, για να τον συγχαρεί για την ερμηνεία του στην παράσταση, “Η γειτονιά των Αγγέλων”, όπου έπαιζε με την Τζένη Καρέζη. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος.
ΟΝίκος Κούρκουλος και η Μελίτα παντρεύτηκαν το 1966, την περίοδο που ξεκίνησε να γυρίζεται η ταινία “Το χώμα βάφτηκε κόκκινο”. Κουμπάρος ήταν ο ηθοποιός και συγγραφέας Νότης Περγιάλης.
Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Άλκη Κούρκουλο, ο οποίος ακολούθησε το δρόμο του πατέρα του, και την Μελίτα Κούρκουλου – Κυριακοπούλου – ο μπαμπάς της επέμενε να πάρει το όνομα της γυναίκας που λάτρεψε, Μελίτα – η οποία ασχολείται με τη διαφήμιση και τις δημόσιες σχέσεις.
Γι’ αυτές τις γυναίκες, τις γυναίκες της ζωής του, ο Νίκος Κούρκουλος τραγούδησε το 1984 με τον Γιάννη Πάριο ένα τραγούδι, το οποίο όμως δεν κυκλοφόρησε ποτέ στο εμπόριο. Ήταν κουμπάροι με την ηθοποιό και καλή του φίλη Μαίρη Χρονοπούλου, η οποία βάπτισε τον γιο του Άλκη.
Σταθμός στη ζωή του Νίκου Κούρκουλου ήταν η γνωριμία του με τη Μαριάννα Λάτση (1953) το καλοκαίρι του 1986 κατά τη διάρκεια παράστασης στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Ο ίδιος σε συνέντευξή του το 1994 στον Νίκο Χατζηνικολάου περιέγραψε με το ίδιο πάθος και το ίδιο καρδιοχτύπι την πρώτη στιγμή που αντίκρισε τον μεγάλο και τελευταίο έρωτα της ζωής του, λέγοντας: “Κάνω έτσι και παγώνω… Ξαφνικά βλέπω ένα πλάσμα να ανεβαίνει τις κερκίδες και αυτό ήταν”.
Εκείνη την εποχή η Μαριάννα Λάτση ήταν παντρεμένη με τον δάσκαλο του σκι και Δήμαρχο Βουλιαγμένης, Γρηγόρη Κασιδόκωστα, με τον οποίο απέκτησε έναν γιο, τον Πάρη (1983), ενώ το διαζύγιό τους βγήκε το 1987. Παράλληλα, ο Νίκος Κούρκουλος ζήτησε αμέσως διαζύγιο από τη σύζυγο του, Μελίτα. Διατήρησαν μία άψογη σχέση αγάπης και σεβασμού όλα τα μετέπειτα χρόνια.
ΟΝίκος Κούρκουλος είχε τέσσερα παιδιά. Δύο από τον πρώτο γάμο του με την Μελίτα, τη Μελίτα και τον ηθοποιό Άλκη Κούρκουλο και άλλα δύο από τον γάμο του με την Μαριάννα Λάτση, (με την οποία παντρεύτηκε μετά τον θάνατο του πατέρα της) την Εριέττα (1993) και τον Φίλιππο (1998).
Η τελευταία γυναίκα που “μπήκε” στη ζωή του Νίκου Κούρκουλου ήταν η εγγονή του, Αμαλία (2004). Καρπός του γάμου της κόρης του, Μελίτας (2003 – Σπέτσες) με τον επιχειρηματία Μενέλαο Κυριακόπουλο.
Ηοικογένεια του Νίκου Κούρκουλου μετρούσε τέσσερα παιδιά, όλα αγόρια, με τον σπουδαίο ηθοποιό να είναι το δεύτερο στη σειρά. Μια οικογένεια ιδιαίτερα αγαπημένη και δεμένη, η οποία βίωσε δυστυχώς απρόσμενες απώλειες.
Το 1952, ο πρωτότοκος γιος, Σπύρος, ταξίδευε με ένα γκαζάδικο ως τρίτος πλοίαρχος στα ανοιχτά της Βενεζουέλας. Εκεί το πλοίο χτυπήθηκε από τυφώνα και κόπηκε στα δύο. Σύμφωνα με μαρτυρίες το πλήρωμα σώθηκε, καθώς ο καπετάνιος έβαλε σε μια βάρκα τους πλοιάρχους και τους δύο μηχανικούς.
Η βάρκα μετά από περιπλάνηση στη θάλασσα, ξεβράστηκε σε μια ακτή της Βενεζουέλας, όπου οι κάτοικοι βρήκαν μόνο το άψυχο σώμα του καπετάνιου. Οι υπόλοιποι που επέβαιναν στη βάρκα δεν βρέθηκαν ποτέ.
Μάλιστα, την ημέρα του ναυαγίου, ο Νίκος Κούρκουλος ξύπνησε ξαφνικά και είπε στη μητέρα του, Αυξεντία: «Μάνα, μεγάλο κακό θα μας βρει». Η οικογένεια κατέρρευσε μόλις έμαθε τα νέα, ενώ η μητέρα του δεν αποδέχτηκε ποτέ τον θάνατο του παιδιού της και διατηρούσε μια άσβεστη ελπίδα στην ψυχή της, μιας και το σώμα του δεν βρέθηκε ποτέ.
Ο Νίκος Κούρκουλος συγκλονίστηκε από τον χαμό του αδελφού του, με τον οποίο είχαν μικρή διαφορά ηλικίας και ήταν αρκετά δεμένοι. Ο ηθοποιός δεν μιλούσε ποτέ δημόσια για την οικογενειακή τραγωδία και προτιμούσε να αναφέρεται στο θέατρο και τον έρωτα.
Η μοναδική αναφορά στον αδελφό του έγινε σε συνέντευξη του στο Θανάση Λάλα το 1998, όπου είχε μιλήσει για τη σχέση μεταξύ του πρωτότοκου παιδιού με τα αδέλφια του. «Ήμουν το δεύτερο παιδί. Το νούμερο που, έτσι πιστεύω, είναι το πιο δυνατό τις περισσότερες φορές. Είναι η άμιλλα που αναπτύσσεται στο δευτερότοκο παιδί.
Γεννιέται με το στίγμα, ότι ποτέ δεν θα γίνει πρώτο… ως παιδί ζει πάντα για να ξεπεράσει τον πρώτο αδελφό του. Εγώ τουλάχιστον, με αυτό βασανιζόμουν. Και εκεί ήταν ο αγώνας, εκεί έδινα τη μάχη. Ήμουν ένα παιδί που έβγαλε νυχτερινό γυμνάσιο, επειδή ήθελε να αποδείξει νομίζω ότι “εγώ μπορώ να σπουδάζω και να φέρνω και λεφτά στο σπίτι”.
Πήγα, δούλεψα, πήγα και στο νυχτερινό γυμνάσιο και όλα τα λεφτά πήγαιναν στο σπίτι. Βέβαια, όλα αυτά δεν είχαν να κάνουν με τον αδελφό μου… Ο πρώτος αδελφός μου, ο Σπύρος, ήταν ένα εξαίρετο παιδί, το καλύτερο παιδί ή αν θέλεις, πολύ καλύτερο παιδί από μένα… Μετά από κάποια χρόνια, ένιωσα τύψεις για τη συμπεριφορά μου απέναντί του, και κάποια στιγμή του είπα: “Ποτέ δεν θα συγχωρήσω στον εαυτό μου, που σου φέρθηκα έτσι σαν πιτσιρικάς”. Τον είχα πει κάποτε “χαραμοφάη”.
Είναι πολύ σκληρά τα παιδιά. Μερικές φορές είναι κακά πολύ. Ο αδελφός μου σπούδαζε, αλλά εγώ δεν καταλάβαινα τότε. Αυτός πήγαινε στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων, άρα χαραμοφάης, ενώ εγώ ήμουν ο δουλευταράς, που πήγαινε και στο νυχτερινό. Τι ανόητος που ήμουν τότε, Θεέ μου, και πόσο άδικος». Ακόμα και τότε, ο ηθοποιός δεν αναφέρθηκε συγκεκριμένα στον τραγικό χαμό του αδελφού του, ωστόσο η τραγική ιστορία της οικογένειας αποκαλύφθηκε πρόσφατα μετά από συνέντευξη στον Γιώργο Λιάνη, του μικρότερου και τελευταίου αδελφού του ηθοποιού, Στέφανου, χωρίς όμως το θέμα να πάρει διαστάσεις.
Στη συνέντευξη αυτή, ο Στέφανος Κούρκουλος αποκάλυψε τη δεύτερη πράξη της οικογενειακής τραγωδίας. Τότε που χάθηκε αναπάντεχα και ο τρίτος γιος της οικογένειας. Ο Στέφανος Κούρκουλος είχε τελειώσει το Πολυτεχνείο και μαζί με τον αδελφό του, έχτιζαν πολυκατοικίες. Όταν έχτιζαν τη δεύτερη πολυκατοικία, ένα δυστύχημα συγκλόνισε για δεύτερη φορά την οικογένεια Κούρκουλου. Ο τρίτος γιος βρισκόταν στην οικοδομή μαζί με τους εργάτες, όταν ξαφνικά έπεσε από την ταράτσα και σκοτώθηκε. Η οικογένεια υπέμεινε και αυτή την απώλεια, χωρίς το θέμα να πάρει δημοσιότητα, αν και ο Νίκος Κούρκουλος ήταν ήδη γνωστός ηθοποιός.
ΟΝίκος Κούρκουλος δεν αναφερόταν ποτέ στον θάνατο των αδελφών του, αλλά δεν έμενε ανεπηρέαστος. Οι φήμες έλεγαν ότι η ένταση που έβγαλε ο γνωστός ηθοποιός στην ταινία «Ορατότης Μηδέν», οφείλεται στη μνήμη του αδελφού του, καθώς η ταινία αναφέρεται σε ένα θανατηφόρο, στημένο ναυάγιο. Ίσως γιατί για τον Κούρκουλο, η συναισθηματική φόρτιση του ήρωα δεν ήταν μόνο στο σενάριο, αλλά και στην ίδια του τη ζωή.
Το 2001 οΝίκος Κούρκουλος διαγνώστηκε ότι έπασχε από καρκίνο στο ρινοφάρυγγα. Παρά τα προβλήματα υγείας, συνέχιζε να αγωνίζεται για το Εθνικό Θέατρο. Απεβίωσε στις 30 Ιανουαρίου 2007 και κηδεύτηκε στις 31 Ιανουαρίου 2007 από το νεκροταφείο του Ζωγράφου, στη γειτονιά όπου μεγάλωσε.
Ο Νίκος Κούρος γεννήθηκε στη Χαλκίδα στις 20 Μαρτίου του 1928. Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η κλίση του Νίκου Κούρου για την τέχνη τον έστρεψε σε μουσικές σπουδές στο Ωδείο Αθηνών για να τον κερδίσει τελικά η υποκριτική, σπουδάζοντας στη δραματική σχολή του Ελληνικού Ωδείου. Ήταν από τους ηθοποιούς που θα θυμόμαστε χάρις στον αγαπημένο χαρακτήρα που υποδύθηκε στο σήριαλ «Ρετιρέ», ως φαρμακοποιός. Ωστόσο εκτός από την τηλεόραση, ασχολήθηκε εκτενέστερα με την τέχνη της υποκριτικής.
Ο Νίκος Κούρος ιδιαίτερα αγαπητός μέσα από τη συμμετοχή του στο τηλεοπτικό σήριαλ του MEGA «Το ρετιρέ» του Γιάννη Δαλιαννίδη, όπου υποδυόταν το φαρμακοποιό, αδελφό της Αμαλίας και μνηστήρα της Κατερίνας. Ο Νίκος Κούρος Θύμιζε ένα κράμα Έλληνα μικροαστού και λαϊκού αριστερού με το χαρακτηριστικό παχύ μουστάκι του
Για το πρώτο θα τον επέλεξε μάλλον ο Γιάννης Δαλιανίδης όταν έκανε για το MEGA το «Ρετιρέ», το οποίο ακόμη παίζεται και θρέφει γενιές και γενιές τηλεθεατών. Για το δεύτερο θα τον επέλεξε σίγουρα ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, όταν το 1977 τον ”πρωτοχρησιμοποίησε” στους «Κυνηγούς» του και το 1998 στην «Μια αιωνιότητα και μια μέρα», τον μοναδικό ελληνικό Χρυσό Φοίνικα στις Κάνες.
Παραδόξως ο Νίκος Κούρος δεν νευρίαζε όταν όλοι τον σταματούσαν στο δρόμο για να τον φωνάξουν ”Κυρ – Χρήστο”, όπως τον έλεγαν δηλαδή στο «Ρετιρέ». Θεωρούσε πως ήταν ένας καλός ρόλος και πως ο απλός λαϊκός κόσμος κάτι παραπάνω θα ήξερε για να τον αναγνωρίζει έτσι. Το έλεγε αυτό, βέβαια, ένας χορτασμένος καλλιτέχνης που κατά τη διάρκεια της μακράς πορείας του έκανε πολύ θέατρο, κινηματογράφο και τηλεόραση, ενώ ασχολήθηκε και με τη δημιουργική γραφή.
Στο θέατρο ”Διονύσια” στην Καλλιθέα ο Νίκος Κούρος πρωτόπαιξε στη σκηνή, συνεργαζόμενος με τον θίασο του Άλκη Παππά και της Άννας Λώρη. Με το Θέατρο Τέχνης συνεργάστηκε επί σειρά ετών, συμμετέχοντας σε οριακές παραστάσεις, όπως στο πρώτο επεισοδιακό ανέβασμα των «Ορνίθων» του Αριστοφάνη στο Ηρώδειο, τον Αύγουστο του 1959, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Συμμετείχε ακόμη σε παραστάσεις έργων των Ιονέσκο, Τ. Ουίλιαμς, Πιραντέλο, Α. Μίλερ, Μπρεχτ κ.α., πάντα υπό τη σκηνοθετική διεύθυνση του Καρόλου Κουν.
Ταυτόχρονα ο Νίκος Κούρος εμφανιζόταν και με άλλους θιάσους, όπως αυτούς του Νίκου Χατζίσκου και των Δ. Χορν – Ε.Λαμπέτη. Σύμφωνα με μαρτυρία της Εύας Κοταμανίδου, συνοδοιπόρου του Κούρου, από τα χρόνια στο Τέχνης, ο Κουν του έδινε πάντα ρόλους καρατερίστα, αξιοποιώντας τον πληθωρικό χαρακτήρα του.
Η Κοταμανίδου θυμάται σήμερα πώς ξαναβρέθηκαν με τον Κούρο χρόνια αργότερα, στους «Κυνηγούς» του Αγγελόπουλου: ”Δεν μπορώ να πω ότι εγώ είχα προτείνει τον Νίκο στον Θόδωρο, αλλά σίγουρα είχε ζητηθεί η γνώμη μου και είχα πει τα καλύτερα. Ο Θόδωρος ανέκαθεν ήθελε ηθοποιούς με εμπειρία και με πειθαρχία, χαρακτηριστικά που ο Κούρος τα είχε στο ακέραιο”.
Η θητεία του Κούρου στο σινεμά, βέβαια, δεν ξεκίνησε με τον Αγγελόπουλο. Τον συναντάμε και στο «Χώμα βάφτηκε κόκκινο» (1964) του Βασίλη Γεωργιάδη, στο «Οι σφαίρες δεν γυρίζουν πίσω» (1967) του Ντίνου Δημόπουλου, αλλά και σε μία ιδιαίτερη ταινία του Γιώργου Μιχαηλίδη: Τον «Επισκέπτη» (1973), ένα ψυχόδραμα, στο οποίο ο Κούρος έπαιξε δίπλα στους Μηνά Χρηστίδη, Μαρία Μαρμαρινού, Λευτέρη Βογιατζή, Χρήστο Καλαβρούζο.
Από τις αρχές του 1970 χρονολογείται και η φιλία του με τον σκηνοθέτη Γιάννη Δαλιανίδη – μία φιλία που οδήγησε σε μία πολυετή συνεργασία, αρχής γινομένης από το τολμηρό «Στον αστερισμό της Παρθένου» (1973) με τη Ζωή Λάσκαρη, τον «Τρομοκράτη» (1975) με τον Κώστα Βουτσά μέχρι τα «Τσακάλια» (1981), τη «Στροφή» (1982) και φυσικά τα σήριαλ «Τα λιονταράκια του κυρ – Ηλία» (1985) και «Ρετιρέ» (1991).
Ο Νίκος Κούρος είχε γίνει ευρύτερα γνωστός από την τηλεόραση πολλά χρόνια πριν το «Ρετιρέ», από τότε που έπαιζε στις παραστάσεις – σταθμούς του νεοελληνικού θεάτρου, «Το μεγάλο μας τσίρκο» (1972 – 73) και «Ω! Τι κόσμος μπαμπά» (1973 – 75) και ταυτόχρονα εμφανιζόταν σε εξίσου ιστορικά τηλεοπτικά σήριαλ: «Εκείνος κι Εκείνος» (1975), «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» (1975), «Λωξάντρα» (1979), «Αστροφεγγιά» (1980).
Σημαντικό αναμφισβήτητα είναι και το πέρασμα του από τον λεγόμενο Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο: Το 1975 ο Νίκος Κούρος εμφανίζεται στο «Κελί Μηδέν», την πρώτη πολιτική ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, και ένα χρόνο αργότερα στη φορμαλιστική «Διαδικασία» του Δήμου Θέου δίπλα στον Κώστα Σφήκα, τον Γιάννη Τότσικα, την Ελένη Μανιάτη και τον Δημήτρη Πουλικάκο. Επίσης, στο δράμα του Γιάννη Φαφούτη, «Τα όπλα μου ρίχνουν λουλούδια» (1980), βασισμένο στην ”υπόθεση Βερνάρδου”, στον «Άγγελο» (1982) του Γιώργου Κατακουζηνού, στον «Φονιά» (1983) του Τάκη Χριστόπουλου με Βαγγέλη Καζάν, Νίκο Καλογερόπουλο, Αιμιλία Υψηλάντη και στο αστυνομικό θρίλερ «Η παρεξήγηση» (1983) του Δημήτρη Σταύρακα.
Με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, τέλος, συνεργάστηκε κατά κόρον ο Νίκος Κούρος σε συνολικά πέντε ταινίες του: «Κυνηγοί» (1977), «Ο Μελισσοκόμος» (1986), «Τοπίο στην ομίχλη» (1988), «Το βλέμμα του Οδυσσέα» (1995), «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» (1998). Ενδεχομένως – το γράφω με κάθε επιφύλαξη – στην παρουσία του στις ταινίες του Αγγελόπουλου να οφείλει και τη συμμετοχή του με ένα μικρό ρόλο στη διεθνή παραγωγή «Κυνηγητό σε τρεις ηπείρους» (1992) του Graeme Clifford με την Andie McDowell και τον Liam Neeson.
Στην Αγγλικής και Ελληνικής παραγωγής τηλεοπτική μίνι σειρά “Ποιος Πληρώνει Τον Βαρκάρη;” (“Who Pays The Ferryman?”) του 1977 εμφανίζεται ο Νίκος Κούρος ως Nikos Kouros.
Από νωρίς ο Νίκος Κούρος είχε δουλέψει στο ραδιόφωνο, στο Ελληνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας της δεκαετίας του 1950, δανείζοντας τη φωνή και τις ερμηνείες του σε λογοτεχνικές και θεατρικές εκπομπές. Σε ώριμη ηλικία ασχολήθηκε και με την ποίηση, εκδίδοντας στις εκδόσεις Γκοβόστη τέσσερις ποιητικές συλλογές: Την πρώτη το 1988, άλλες δύο μέσα στο 1992 και την τελευταία, με τίτλο «Κέρχνος Λόγος και Λόγος Λιγύς», το 2005.
Ο Νίκος Κούρος ήταν αποτραβηγμένος τα τελευταία χρόνια ο Νίκος Κούρος, αν και εύκολα μπορούσε κανείς να του πάρει δηλώσεις. Βρισκόταν και σε μεγάλη ηλικία, αυτή των 90 ετών. Έφυγε από τη ζωή στις 24 Οκτωβρίου του 2018.
Η Ζωή Κουρούκλη γεννήθηκε το 1937 και ξεκίνησε σαν παιδί θαύμα παίζοντας και τραγουδώντας στο θέατρο, μέχρι που την ανακάλυψε ο Μίμης Πλέσσας στα 11 της χρόνια.
Την εποχή που τα άλλα παιδιά τραγουδούσαν παιδικά τραγούδια, εκείνη μιμούνταν τις μεγάλες κυρίες της Jazz μουσικής. Κάνει τον πρώτο της δίσκο με το Μίμη Πλέσσα που είναι και ο πρώτος δίσκος που ηχογραφεί και ο ίδιος. Πηγαίνει στη Δραματική Σχολή του Μιχαηλίδη και παίρνει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ως εξαιρετικό ταλέντο.
Παράλληλα, ασχολείται με το χορό και το πιάνο και μαθαίνει τέσσερις ξένες γλώσσες. Παρά το μικρό της ηλικίας της, γίνεται από τις πρώτες τραγουδίστριες της Ελληνικής Ραδιοφωνίας με την Ορχήστρα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και της δίνεται η ευκαιρία να τραγουδήσει τα τραγούδια όλων των τότε γνωστών συνθετών, ενώ παράλληλα, συμμετέχει σε πολλές Ελληνικές ταινίες ως τραγουδίστρια και ηθοποιός.
Ζωή Κουρούκλη, Μίμης Πλέσσας, Τάκης Μωράκης και Φώτης Δήμας
Είχε το προνόμιο να τραγουδά τα πρώτα τραγούδια πολλών συνθετών ( Στ. Κουγιουμτζή, Γ. Χατζηνάσιου, Κ. Κλάβα και πολλών άλλων.) Τη δεύτερη χρονιά του Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης της εμπιστεύεται ο Μίμης Πλέσσας το ¨Εδώ τελειώνει ο ουρανός¨ και βραβεύονται.
Στην Πολωνία η Ζωή Κουρούκλη παίρνει το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό με ένα τραγούδι του Κώστα Καπνίση και γίνεται η πρώτη Ελληνίδα που πάει στην Πολωνία και λαμβάνει μέρος σ’ αυτόν το Διαγωνισμό.
Στο φεστιβάλ της Βαρκελώνης βραβεύεται με το πρώτο βραβείο με ένα τραγούδι του Ανδρέα Οικονόμου. Κυκλοφορούν δίσκοι της στην Ισπανία που τυγχάνουν μεγάλης επιτυχίας και αποδοχής.
Εμφανίζεται στα Φεστιβάλ της Βραζιλίας και του Τόκιο, ενώ παράλληλα βρίσκεται σε εξέλιξη η καριέρα της στην Ελλάδα με ξένα τραγούδια της εποχής.
Μετά από μια μεγάλη απουσία, επιστρέφει στο ραδιόφωνο ως ραδιοφωνική παραγωγός και στο τραγούδι πάλι με το Μίμη Πλέσσα και συμμετέχει στις συναυλίες του σ’ όλη την Ελλάδα.
Το 2006, στο δίσκο του Μίμη Πλέσσα με το Jazz Quartet και τον τίτλο «Jazz … the way we like it» τραγούδησε τρία πολύ γνωστά jazz standards και έλαβε εκπληκτικές κριτικές για την ερμηνεία της, από σύσσωμο τον Ελληνικό Τύπο.
Γιαγιά της ήταν η Ζωή Καλέντση και έχει συγγένεια με τον εθνικό ποιητή της Ελλάδας, Διονύσιο Σολωμό. Ο παππούς της μητέρας της, Ζυγομάλας, ήταν ο πρώτος πρωθυπουργός της Ελλάδας. Είχε ξαδέρφη την συνονόματη ηθοποιό, Ζωή Λάσκαρη. Συμμετείχε ως τραγουδίστρια στο μουσικό συγκρότημα “Stormies”.
Η Ζωή Κουρούκλη έφυγε από τη ζωή την 01 Μαΐου του 2018 σε ηλικία 81 ετών από την επάρατη νόσο, παραμονή της μεγάλης συναυλίας προς τιμήν της για οικονομική ενίσχυση στη δύσκολη περίοδο που διάνυε.
O Γιώργος Κοτανίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 5 Φεβρουαρίου του 1945 και ήταν ηθοποιός, σκηνοθέτης και συγγραφέας. Τελείωσε το δημοτικό στη Δράμα και το γυμνάσιο στη Θεσσαλονίκη. Φοίτησε δύο χρόνια στην Κτηνιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου μπήκε κατά λάθος, και ασχολήθηκε κυρίως με τη δημιουργία του φοιτητικού θεάτρου και της κινηματογραφικής λέσχης (ΦΟΘΚ).
Μίλαγε Ελληνικά, Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά και Ιταλικά. Με την επιβολή της δικτατορίας, άφησε το πανεπιστήμιο και κατέβηκε στην Αθήνα για να γίνει ηθοποιός. Τελείωσε τη Δραματική Σχολή του “Εθνικού Θεάτρου” το 1970 και αμέσως μετά συμμετείχε στη δημιουργία του “Ελεύθερου Θεάτρου”, όπου παρέμεινε την περίοδο 1970-75.
Αργότερα συνεργάστηκε με την Άννα Συνοδινού, τον Γιώργο Μιχαηλίδη, τον Αλέξη Σολομό, την Ξένια Καλογεροπούλου, τον Μιχάλη Κακογιάννη, τον Γιάννη Χουβαρδά, τον Κωνσταντίνο Αρβανιτάκη, τη “Νέα Πορεία”, την “Εθνική Λυρική Σκηνή”, το “Από Μηχανής Θέατρο”, το “Θέατρο Στοά” και άλλους θιάσους και σκηνοθέτες, ερμηνεύοντας ρόλους σε όλα τα θεατρικά είδη.
Το 2004 o Γιώργος Κοτανίδης ίδρυσε το θίασο, “Σαλτιμπάγκοι” και ανέβασε τα έργα “QED ή Τι απέδειξε ο κύριος Φάινμαν” του Πίτερ Παρνέλ, “Δέκατη έβδομη νύχτα” του Απόστολου Δοξιάδη, “Bal-Trap” του Ξαβιέ Ντιριγκέρ, “Low Level Panic” της Κλερ Μακ Ιντάιρ, “Μια τρελή μέρα” του Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ, “Οι αγνοούμενοι” του Βασίλη Κατσικονούρη και σε συνεργασία με την Adam Productions το “Rock ‘n’ Roll” του Τομ Στόπαρντ, το οποίο σκηνοθέτησε. Επίσης συνεργάστηκε με την Κατερίνα Ευαγγελάτου στο “Cock” του Μάικ Μπάρτλετ, καθώς και με το “Εθνικό Θέατρο”.
Στον κινηματογράφο έπαιξε σημαντικούς ρόλους σε ελληνικές και διεθνείς παραγωγές. Έγραψε το σενάριο της ταινίας “Πάμπτωχοι Α.Ε.” Εμφανίστηκε σε κωμικούς και δραματικούς ρόλους τηλεοπτικών σειρών της κρατικής και της ιδιωτικής τηλεόρασης, σε θεατρικά έργα για την τηλεόραση, καθώς και σε διεθνείς τηλεοπτικές παραγωγές. Έγραψε και παρουσίασε στην κρατική τηλεόραση πολιτιστικά και οικολογικά τηλεπαιχνίδια.
Έκανε επίσης οικολογικές και ιστορικές εκπομπές στο ραδιόφωνο. Έχοντας πολιτικοποιηθεί από πολύ νέος, στη διάρκεια της δικτατορίας συμμετείχε στον αντιδικτατορικό αγώνα ενταγμένος στο Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κίνημα Ελλάδας (ΕΚΚΕ) και σε άλλους πολιτικούς φορείς, όπως η Ελληνοευρωπαϊκή Κίνηση Νέων (ΕΚΙΝ).
Για τη δράση του συνελήφθη επανειλημμένα, φυλακίστηκε και βασανίστηκε. Την περίοδο 1980-85 δημιούργησε με τον Θ. Κακουλίδη τον εκδοτικό οίκο “Ιθάκη” και τύπωσε βιβλία για το θέατρο, τον κινηματογράφο και τη μουσική. Το 1995 εκδόθηκε η νουβέλα του “Περί Μαιάνδρου” και το 1999 το μυθιστόρημα “Απρόσμενα αισθήματα” από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη. Το 2004 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του “Οι σαλτιμπάγκοι” από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.
Ο Γιώργος Κοτανίδης έφυγε από τη ζωή στις 28 Ιανουαρίου του 2020, σε ηλικία 74 ετών. Ο ηθοποιός αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας το τελευταίο χρονικό διάστημα και βρισκόταν 15 ημέρες στην εντατική με ειλεό. Άφησε πίσω τις κόρες του Εύα και Αντιγόνη και τη σύντροφό του Ιωάννα.
Ο ηθοποιός Λάμπρος Κοτσίρης, ένας από τους σεμνούς και αθόρυβους ανθρώπους του θεάτρου γεννήθηκε το 1917 στην Αθήνα. Σπούδασε στη δραματική σχολή του σκηνοθέτη Γιαννούλη Σαραντίδη και πρωτεμφανίστηκε στη σκηνή το 1955, στον «Μάκβεθ» του Σαίξπηρ. Συνεργάστηκε με πολλούς αθηναϊκούς θιάσους, μεταξύ των οποίων το «Αρμα Διονύσου», η «Νέα Σκηνή», ο θίασος του Κώστα Λειβαδέα, του Δημήτρη Μυράτ, της Μαλαίνας Ανουσάκη ενώ δούλεψε και με τους Δημήτρη Χορν, Μαίρη Αρώνη, Αννα Συνοδινού, Ελσα Βεργή και Μάνο Κατράκη.
Ο Κοτσίρης, εκτός από το ελεύθερο θέατρο, έπαιξε στις κρατικές σκηνές καθώς και σε πολλά ΔΗΠΕΘΕ ενώ έλαβε μέρος σε πολλές κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές.
Μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών από το 1953, ανέπτυξε έντονη συνδικαλιστική δράση και συμμετείχε ενεργά στις κινητοποιήσεις για τα αιτήματα του κλάδου των ηθοποιών.
Οι δύο κόρες του είναι η Βάσω Κοτσίρη, ηθοποιός και η Μαρία Κοτσίρη, μουσικός.
Απεβίωσε στις 9 Αυγούστου του 1998 από καρδιακό επεισόδιο στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν τις τελευταίες ημέρες λόγω θερμοπληξίας και η κηδεία του έγινε στο Β΄Νεκροταφείο Αθηνών.
Ευχαριστούμε θερμά το greekactor.blogspot.gr για τις πληροφορίες.
Η ταινία, "Παράνομοι πόθοι" προβλήθηκε τη σαιζόν 1965-1966 και έκοψε 140.698 εισιτήρια. Ήρθε στην 43η θέση σε 101 ταινίες.-Η ταινία σε πολλά σημεία της,...
Ο Τάκης Σπυριδάκης γεννήθηκε στην Αίγινα στις 04 Φεβρουαρίου 1958 και μεγάλωσε στον Πειραιά, όπου πήγε και σχολείο. Εργάστηκε από μικρός σε διάφορες δουλειές...