Στην εποχή που κυβερνούσε την Ελλάδα ο Καποδίστριας ζούσε στο Ναύπλιο μια ζητιάνα, που την έλεγαν «Ψωροκώσταινα». Σε μια λοιπόν συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος θέλοντας να πει για τη φτώχεια του Ελληνικού Δημοσίου το παρομοίασε με την πασίγνωστη ζητιάνα. Από τότε η λέξη επαναλήφθηκε στις συζητήσεις και τελικά επικράτησε. Μόνο που, όταν λέγεται τώρα δεν εννοεί το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά ολόκληρη την χώρα…
Η όλη ιστορία της Ψωροκώσταινας (Ευ. Δαδιώτης, «Αιγαιοπελαγίτικα» τεύχος 13) είναι η εξής: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι»,είπε περήφανα η γριά πλύστρα Χατζηκώσταινα και τα άφησε πάνω στο τραπέζι που είχε στήσει στην πλατεία του Ναυπλίου η ερανική επιτροπή, εκείνη την Κυριακή του 1826.
Ύστερα από αυτή την απρόσμενη χειρονομία, κάποιος από το πλήθος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της.» Κι αμέσως το φιλότιμο πήρε και έδωσε. Βροχή πέφταν πάνω στο τραπέζι λίρες, γρόσια και ασημικά. Αυτή ήταν η συνέχεια της φτωχής προσφοράς της πλύστρας Χατζηκώσταινας, που από εκείνη τη στιγμή αποθανατίστηκε με το παρατσούκλι «Ψωροκώσταινα». Και το παρανόμι αυτό κόλλησε έπειτα στην Ελλάδα.
Αλλά, ποιά ήταν αυτή η «Ψωροκώσταινα»; Ήταν η κάποτε αρχόντισσα των Κυδωνιών, του Αϊβαλιού, Πανωραία Χατζηκώστα, σύζυγος πάμπλουτου Αϊβαλιώτη εμπόρου, που φημιζότανε όχι μόνο για τα πλούτη του άνδρα της, μα και για τα πολλά δικά της κι ακόμα για την ομορφιά της.
Όταν αργότερα οι Τούρκοι πυρπόλησαν την πολιτεία του Αϊβαλί, και έσφαξαν άνδρες και γυναικόπαιδα, ανάμεσα σε αυτούς που σώθηκαν ήταν και η αρχόντισσα Πανωραία Χατζηκώστα, που είδε να σφάζουν οι Τούρκοι τον άνδρα της και τα παιδιά της. Κατά καλή της τύχη ένας ναύτης την βοήθησε και μαζί με άλλους την ανέβασε σε ένα καράβι που ξεμπάρκαρε στα Ψαρά. Εκεί αναγνωρίστηκε από τον ομοιοπαθή της Βενιαμίν τον Λέσβιο, την προστάτεψε και τον ακολούθησε στην Πελοπόννησο.
Στο Ναύπλιο, ο Βενιαμίν παρέδιδε μαθήματα για να ζήσει και η Πανωραία, για να ζήσει, άρχισε να ξενοπλένει και αργότερα, με σαλεμένα σχεδόν τα λογικά της, ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου. Έπειτα από το περιστατικό του εράνου στο Ναύπλιο, όταν έφτασε ο Καποδίστριας στην Ελλάδα, τη συμμάζεψε κι όταν ίδρυσε το ορφανοτροφείο, η Πανωραία, που τώρα έγινε γνωστή με το παρανόμι «Ψωροκώσταινα», προσφέρθηκε να πλένει τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά πληρωμή.
Η ταινία, (Η ωραία του κουρέα) προβλήθηκε τη σαιζόν 1968-1969 και έκοψε 228.142 εισιτήρια. Ήρθε στην 31η θέση σε 108 ταινίες.
Σκηνή από την ταινία, “Η ωραία του κουρέα”.
-Πρόκειται για μια διασκεδαστική κωμωδία με εκλεκτό καστ ηθοποιών και πρωταγωνιστή τον Γιάννη Γκιωνάκη, σε μια από τις σπάνιες παρουσίες του στη Φίνος Φιλμ.
-Η Μάρθα Καραγιάννη συμπρωταγωνιστεί στην ταινία, μετά από ένα μικρό καβγά που είχε με τον σκηνοθέτη Γιάννη Δαλιανίδη σχετικά με την σειρά των ονομάτων στους τίτλους στην προηγούμενη ταινία του “Γοργόνες και Μάγκες“.
Περίληψη της ταινίας, “Η ωραία του κουρέα”
Ο κουρέας Γιάννης και η κομμώτρια Μάρθα είναι ερωτευμένοι και θέλουν να παντρευτούν. Όμως ο Γιάννης πρέπει πρώτα να παντρέψει τις τέσσερις αδελφές του, στόχος εξαιρετικά δύσκολος, αφού δεν υπάρχει η απαιτούμενη προίκα.
Η Μάρθα, με την πονηριά της, αναλαμβάνει να βρεί τους κατάλληλους γαμπρούς για κάθε μια αδελφή ξεχωριστά, και εξασφαλίζει την προίκα, δίνοντας το σπίτι του Γιάννη ως αντιπαροχή.
Τον Ιανουάριο του 1806, δεκαπέντε χρόνια πριν την επανάσταση, οι Τούρκοι αποφάσισαν να ξεκαθαρίσουν τους λογαριασμούς τους με τους κλέφτες της Πελοποννήσου, οι οποίοι είχαν γίνει κράτος εν κράτει.
Μεγαλύτερος όλων και πιο ενοχλητικός για την Υψηλή Πύλη, ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Τον μήνα εκείνο έφθασε στην Τριπολιτσά ο αφορισμός των κλεφτών από το Πατριαρχείο, μαζί με ένα σουλτανικό διάταγμα, που διέταζε τον τοπικό πληθυσμό, να μη προσφέρει καταφύγιο στους κλέφτες, να μην τους χορηγεί τρόφιμα, να διακόψει κάθε σχέση μαζί τους, να τους καταδίδει στις τουρκικές αρχές και να ενισχύει τον στρατό, κάθε φορά που θα οργάνωνε επιχειρήσεις εναντίον τους
Έτσι, με τη συνδρομή της εκκλησίας και όλων των προκρίτων του Μοριά, ο κατατρεγμός εναντίον των κλεφτών έλαβε την αγριότερη μορφή του. Ο Κολοκοτρώνης συγκέντρωσε τους περίπου 150 άνδρες του και τους πρότεινε να καταφύγουν στη Ζάκυνθο. Μετά την επίμονη άρνησή τους, τους συμβούλευσε να σχηματίσουν πέντε ή έξι μπουλούκια, να κρυφτούν, να περιμένουν έως τον Μάρτιο να λιώσουν τα χιόνια και τότε να συγκεντρωθούν εκ νέου. Ωστόσο, δεν εισακούσθηκε. Οι άνδρες του ήθελαν να αντισταθούν ενωμένοι σε ολόκληρη τη στρατιωτική δύναμη του Μοριά, τουρκική και ελληνική.
Οι Τούρκοι συνέλαβαν πολλούς Έλληνες, υπόπτους για υπόθαλψη των κλεφτών και τους υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια. Με αυτήν τη μέθοδο τρομοκρατίας, κατάφεραν να εξαναγκάσουν τους ντόπιους πληθυσμούς, να καταδιώξουν τους Κολοκοτρωναίους και τους άλλους κλέφτες. Κάθε χωριό έγινε και μια θανάσιμη παγίδα. Τούρκοι και Έλληνες που συνεργάζονταν μαζί τους, έστηναν ενέδρες, τους συλλάμβαναν και τους οδηγούσαν σιδηροδέσμιους στην Τριπολιτσά. Η απομόνωση των κλεφτών στέφθηκε από επιτυχία.
Η οριστική εξολόθρευσή τους ήταν πλέον θέμα χρόνου. Οι αφορισμένοι Κολοκοτρωναίοι δεν μπορούσαν να βρουν άσυλο πουθενά. Το σώμα τους έπρεπε να αυτοδιαλυθεί
Χωρίσθηκαν με δάκρυα στα μάτια και με αυτά τα λόγια: «Καλή αντάμωση στον άλλο κόσμο». Λίγο καιρό μετά τον χωρισμό, ο δρόμος, ο χαραγμένος με αίμα για την κλεφτουριά, έφθασε στο τέλος του. Όλοι όσοι χωρίσθηκαν από τον Κολοκοτρώνη, σκοτώθηκαν. Η εξόντωση των κλεφταρματολών του Μοριά υπήρξε ολοκληρωτική. Οι δυστυχισμένοι ραγιάδες έχαναν τους μοναδικούς φυσικούς τους προστάτες, απέναντι στις αυθαιρεσίες της τουρκικής εξουσίας
Τελικά ο Κολοκοτρώνης, κάτω από μυθιστορηματικές συνθήκες κατάφερε να περάσει στη Ζάκυνθο. Η φήμη του όμως, παρέμεινε στην Πελοπόννησο. Ο θρύλος του φοβερού κλέφτη, τον οποίο τόσο αποτελεσματικά συντηρούσε η λαϊκή φαντασία, προκαλούσε υστερία στις τουρκικές Αρχές. Στην Τριπολιτσά, σχεδόν καθημερινά, έφθαναν οι πιο παράξενες και αντιφατικές πληροφορίες για τον Κολοκοτρώνη. Άλλοι τον έβλεπαν να λεηλατεί, με δεκάδες κλέφτες, τα τουρκικά τσιφλίκια και άλλοι διέδιδαν ότι σκοτώθηκε. Ο Σουλτάνος τον επικήρυξε και πολλοί εμφανίσθηκαν στις αρχές με κομμένα κεφάλια, που υποστήριζαν ότι ήταν του τρομερού αρματολού. Άλλωστε, οι Τούρκοι στο διοικητικό κέντρο της Τρίπολης, δεν γνώριζαν πως ήταν το πρόσωπό του
Γνώριζαν όμως, πως είχε «κεντήσει» στο χέρι του, με στίγμα πυρίτιδας, τη χρονολογία γέννησής του. Για να σταματήσει η προσπάθεια εξαπάτησης, που μεγέθυνε και τον θρύλο του Κολοκοτρώνη, έκοψαν μερικά κεφάλια απατεώνων, που έλεγαν ψέματα ότι σκότωσαν τον Θόδωρο Κολοκοτρώνη. Άλλοι, κάθε τόσο, παρουσίαζαν στον διοικητή του Μοριά κάποιο κομμένο χέρι με το συγκεκριμένο σημάδι. Οι Τούρκοι έδιναν υπέρογκη αμοιβή και το κρεμούσαν επιδεικτικά στην αγορά, σύντομα όμως μάθαιναν πως ο Κολοκοτρώνης ζούσε. Τότε, για έναν ολόκληρο χρόνο, πήγαιναν στον διοικητή άλλα κομμένα χέρια. Τελικά απελπίστηκαν. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, ο Γέρος επέστρεψε στον Μοριά, κρατώντας στο κεντημένο χέρι του το φλάμπουρο της Επανάστασης
Αναδημοσίευση άρθρου απο το athensmagazine.gr
Η ιστορία πίσω από τον μεγαλύτερο εφιάλτη των Τούρκων
Η ταινία, “Η ωραία των Αθηνών” προβλήθηκε τη σαιζόν 1953-1954 και έκοψε 80.420 εισιτήρια. Ήρθε στην 4η θέση σε 21 ταινίες. -Με αυτή την ταινία ξεκινάει η μεγάλη μεταπολεμική καριέρα της Γεωργίας Βασιλειάδου.
Σκηνή από την ταινία, “Η ωραία των Αθηνών”.
-Ύστερα από τη Σμαρούλα Γιούλη, τον Αλέκο Αλεξανδράκη και τον Μίμη Φωτόπουλο, η Γεωργία Βασιλειάδου γίνεται το τέταρτο πιο αγαπητό πρόσωπο του Ελληνικού Σινεμά, πριν ξεκινήσει η περίοδος λατρείας των νεαρών και λαμπερών σταρ προς το τέλος της δεκαετίας του ’50.
-Η Σπεράτζα Βρανά τραγουδάει “Αυτό το Μάμπο, το Μπραζιλιέρο” και “Βαλίτσα”–τραγούδια τα οποία στη συνέχεια ηχογραφήθηκαν και έγιναν μεγάλες επιτυχίες απο την Μάγια Μελάγια.
-Ο τίτλος “Η Ωραία των Αθηνών” προήλθε από τα καλλιστεία που είχαν διοργανωθεί εκείνη την χρονιά για πρώτη φορά απο τον δημοσιογράφο Αχιλλέα Μαμάκη.
Ο Ζάχος Μαρκάς, πρόεδρος του συλλόγου “Πνεύμα και Ηθική”, μαθαίνει από τον συμβολαιογράφο του ότι κληρονομεί ένα μεγάλο ποσό από τον μακαρίτη θείο του, με τον όρο να παντρευτεί την Αριστέα, τη μεσόκοπη δεσποινίδα που τον φρόντιζε μέχρι τα τελευταία του.
Όταν όμως ο Ζάχος ανακαλύπτει ότι η Αριστέα είναι μια πανάσχημη και αγράμματη γεροντοκόρη, σκαρφίζεται να την παντρέψει με έναν από τους νοικάρηδές του. Αυτοί όμως είναι ερωτευμένοι με δύο κορίτσια και στήνουν παγίδα στον Ζάχο, ο οποίος αναγκάζεται να παντρευτεί την Αριστέα, για να μην εκτεθεί στα αυστηρά μέλη του σωματείου του.
Ήταν τότε που η ατμόσφαιρα ήταν θολή, όχι από την αιθαλομίχλη ή το νέφος, αλλά από την σκόνη του χωματόδρομου, αφού η άσφαλτος δεν είχε περάσει από κάθε γειτονιά. Τότε που διάβαινες τα σοκάκια κι απ΄ τα ανοιχτά παράθυρα σ’ έπαιρναν στο κατόπι όμορφες μυρωδιές. Τότε που σε κάθε γωνιά, έλεγες κι από μια καλημέρα, χωρίς απαραίτητα να γνωρίζεις τον συνομιλητή σου.
Εκείνες τις εποχές, τα στελέχη εταιρειών ή οι κάτοχοι πανεπιστημιακών τίτλων, ήταν κατάτι λιγότεροι από ότι σήμερα και πολλές από τις υπηρεσίες με περίσσια ζήτηση, δεν είχαν στέγη, προσφέρονταν στην ύπαιθρο, στην αυλή ή ακόμα και στις πλατείες των γειτονιών. «Μπακίρια γανώνω! Εφημερίδες! Εδώ το καλό σαλέπι», ήταν μερικές από τις συνήθεις φράσεις που ακούγονταν από τους μεταπράτες και τους πλανόδιους, οι οποίοι κατανάλωναν το 8ωρο τους περιφερόμενοι προς αναζήτηση πελατείας.
Διαβαίνοντας το κατώφλι του εκσυγχρονισμού βέβαια, δεν ήταν μόνο το αστικό τοπίο και η κοινωνική συμπεριφορά, οι συνιστώσες εκείνες που διαφοροποιήθηκαν. Η μάχη της αυτάρκειας μετέβαλε εκ διαμέτρου και τις καθημερινές ανάγκες, με αποτέλεσμα, να τοποθετηθούν, εκτός των άλλων, και πολλά επαγγέλματα του χθες, στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.
Ποιές είναι όμως; οι εργασίες εκείνες που ακόμα κι αν κατακλύζουν τις αναμνήσεις των γηραιότερων, σήμερα, απουσιάζουν εντελώς ή έστω διατηρούνται με τον ελάχιστο δυνατό αριθμό των εκπροσώπων τους;
Γανωτής
Κουβαλώντας στην πλάτη του τα εργαλεία της δουλειάς, συνήθιζε να καλεί με την τραχιά, από το παίδεμα, φωνή του τις νοικοκυρές να φέρουν τα μπακίρια τους για γάνωμα. Τα χάλκινα οικιακά σκεύη, όπως τα ταχριά, τα καζάνια, τα κουτάλια, τα πιρούνια χρειάζονταν, συχνά πυκνά, γαλβανισμό και στίλβωμα με κασσίτερο, ή αλλιώς γάνωμα.
Όταν προέκυπτε πελατεία, ο γανωτής, έστηνε την γκαζιέρα του στην αυλή του σπιτιού, έλιωνε τον κασσίτερο, κι αφού καθάριζε καλά το σκεύος, άλειφε το εσωτερικό του με σπίρτο και το τρίβε με κουρασάνι (τριμμένο κεραμίδι). Στη συνέχεια, κράταγε το σκεύος με την τσιμπίδα πάνω από τη φωτιά και έριχνε μέσα το νησιαντήρι (χλωριούχο αμμώνιο), για να στρώσει καλύτερα το καλάι( κασσίτερος) πάνω στο χάλκωμα.
Το άπλωνε σ’ όλη την επιφάνεια του σκεύους μ’ ένα χοντρό βαμβακερό ύφασμα και στη συνέχεια το βουτούσε σε μια λεκάνη με κρύο νερό, που του έδινε η νοικοκυρά του σπιτιού.Το τελικό σκούπισμα γινόταν με βαμβάκι ώστε να αποκτήσει το σκεύος την απαραίτητη γυαλάδα. Το «γάνωμα», το οποίο επιβαλλόταν για λόγους υγείας, κυρίως στα σκεύη που χρησιμοποιούσαν στο μαγείρεμα, προσέφερε πελατεία ολόκληρο το χρόνο.
Αν και το επάγγελμα του γανωτή ακολούθησαν πολλοί τεχνίτες στη συνέχεια, οι πρώτοι που το εξάσκησαν ήταν οι τσιγγάνοι. Σήμερα βέβαια τον χαλκό αντικατέστησε το ανοξείδωτο ή και το πιο σύγχρονο κεραμικό, οπότε η επικασσιτέρωση είναι περιττή. Τα λίγα εναπομείναντα τέτοια σκεύη, που κληροοτήθηκαν στις νεότερες γενιές, κρεμιούνται σε τοίχους ή κοσμούν τις βιτρίνες, κυρίως εξοχικών κατοικιών
Αβδελλάς
Έχοντας τις ρίζες του στον 19ο αιώνα, το επάγγελμα του αβδελλά, συντηρήθηκε μέχρι και τα μισά του προηγούμενου, όσο οι βδέλες χρησιμοποιούνταν ακόμα για θεραπευτικούς σκοπούς. Σε περιπτώσεις πίεσης ή πονοκεφάλων, οι βδέλλες ήταν το «εργαλείο» για τις τοπικές αφαιμάξεις. Οι πρώτοι που εξάσκησαν το εν λόγω επάγγελμα, ήταν οι αθίγγανοι, οι οποίοι έμπαιναν ξυπόλητοι στα νερά και συνέλεγαν τις βδέλλες με τα χέρια. Στη συνέχεια τις τοποθετούσαν, συνήθως ανά δυάδες, σε μικρά βαζάκια, τα οποία διέθεταν προς πώληση.
Αγγειοπλάστης
Στη λίστα με τα προς εξαφάνιση επαγγέλματα θα μπορούσε να προστεθεί κι εκείνο του αγγειοπλάση, παρόλο που κάποτε η περιοχή του Κεραμικού, έβριθε από εργαστήρια τεχνητών που κατασκεύαζαν πιθάρια, ποτήρια, αγγεία, λυχνάρια και πολλά άλλα. Το κύριο εργαλείο τους, σχετικά απλό, αποτελείτο από έναν τροχό, έναν δίσκο δηλαδή στερεωμένο πάνω σε έναν κάθετο άξονα.
Εκεί τοποθετούσε ο τεχνίτης τον πηλό και περιστρέφοντας τον, έδινε στον πηλό το απαραίτητο σχήμα με τα χέρια. Μόλις το δημιούργημα είχε ολοκληρωθεί, είτε έβγαινε στον ήλιο για να ξεραθεί είτε ψηνόταν στον φούρνο ώστε να ξεκινήσει στη συνέχεια η διαδικασία της διακόσμησης.
Αχθοφόρος ή χαμάλης
Σαν να βγήκαν από ξεθωριασμένη καρτ ποστάλ , οι εναπομείναντες του είδους, τριγυρίζουν μέχρι και σήμερα με το καρότσι τους σε σταθμούς λεωφορείων και λιμάνια συνήθως χωρίς να βρίσκουν πελατεία. Παλαιότερα βέβαια ο αχθοφόρος δεν μετέφερε τις βαλίτσες από το πλοίο ως το αυτοκίνητο ή το κοντινότερο μέσο μαζικής μεταφοράς.
Κυκλοφορούσε στην αγορά, κι όταν έβρισκε πελάτη, έβαζε τα ψώνια στην πλάτη για να τα μεταφέρει μέχρι την πόρτα του σπιτιού. Έπαιρνε το χαρτζιλίκι και επέστρεφε ταχύτατα στο πόστο του, αφού το μεροκάματο ήταν ανάλογο των δρομολογίων. Στην εξέλιξη του επαγγέλματος η πλάτη ή το καρότσι αντικαταστάθηκε από τα τρίκυκλα και οι μεταφορές γινόνταν γρηγορότερα και φυσικά πιο ξεκούραστα.
Ρινιαστής
Λιγότερο γνωστό ίσως σήμερα αλλά συνήθης φιγούρα σε επαρχίες πρότερων χρόνων, υπήρξε και το επάγγελμα του ρινιαστή. Οι έρινοι, ορνιοί ή, στην κοινή, τα αρσενικά σύκα, χρησιμοποιούνται για την γονιμοποίηση των θηλυκών συκιών. Οι ρινιαστές ήταν εκείνοι που συνέλεγαν τα αρσενικά σύκα, αγριόσυκα, τα περνούσαν σε κλωστές, και στη συνέχεια τα αποθήκευαν ή τα πωλούσαν στους ενδιαφερόμενους. Όσοι τα έπαιρναν τα κρεμούσαν στις θηλυκές ώστε όταν έσκαγαν ο αέρας και τα έντομα να μεταφέρουν τα ωάρια για γονιμοποίηση
Σαματατζής
Πανομοιότυπος με τον αυτοφοράκια, με τη διαφορά ότι το δεύτερο συναντάται μέχρι και σήμερα, ο σαματατζής ήταν σε ελεύθερη μετάφραση ο «πληρωμένος ταραξίας δημοσίων συγκεντρώσεων».
Ο Σαματατζής συνήθως χρηματοδοτείτο από κάποια πολιτική ή συντεχνιακή παράταξη ή ακόμα κι από κάποιον μεμονωμένο υποψήφιο, ούτως ώστε να είναι έτοιμος να «παρέμβει» την κατάλληλη στιγμή. Κατά την άσκηση του «επαγγέλματος» , η συνήθης πρακτική λειτουργούσε κάπως έτσι: όταν ο «εργοδότης» τα έβρισκε σκούρα σε κάποια διαφωνία, ο σαματατζής επενέβαινε άμεσα με φωνές και ακατονόμαστες φράσεις, με αποτέλεσμα να διεγείρει το θυμό των παρευρισκομένων και να «διακοπεί η συνεδρίασης».
Απαραίτητα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος ήταν να στερείται ιδεολογίας, και ως πολυπράγμων να μπορεί είτε να παριστάνει τον ευκαιριακό χειροκροτητή, είτε τον τοιχοκολλητή, ενώ δεν έλειπαν κι οι φορές που έπρεπε να προσαρμοστεί στο ρόλο του αβανταδόρου και του παρατρεχάμενου.
Χαρακτηριστικό ήταν πως η πληρωμή έπρεπε να προκαταβάλλεται καλύπτοντας έτσι την πιθανότητα σπρωξίματος ή και ξυλοδαρμού. Υποκατηγορία θα μπορούσε να θεωρηθεί ο καρπαζοεισπράκτορας, αυτός που συνηθέστερα τις «μάζευε» από υποτιθέμενους παλικαράδες, με την διαφορά πως η πληρωμή ακολουθούσε πάντοτε του ξύλου. Οι καριερίστες του επαγγέλματος άλλων εποχών, στην ερώτηση «τι επαγγέλλεσαι» απαντούσαν γενικά κι αόριστα «επιχειρήσεις». Και δεν είχαν άδικο άλλωστε, εκείνοι επιχειρούσαν κι ότι βγει…
Καπνοδοχοκαθαριστής
Αν και οι καμινάδες και τα συνεργεία που αναλαμβάνουν τον καθαρισμό τους, δεν έχουν εκλείψει, ο σημερινός καπνοδοκαθαριστής σίγουρα δεν διατηρεί την παραδοσιακή έννοια του όρου. Το τότε συνεργείο αποτελούμενο από δύο ή και περισσότερα άτομα, επισκέπτονταν σπίτια, γραφεία, δημόσια κτίρια ταβέρνες και φούρνους, για να καθαρίσει τις καμινάδες με παραδοσιακά εργαλεία και τρόπο.
Αφού επιθεωρούσε τον χώρο, ένας ανέβαινε στην κορυφή της καμινάδας, κρεμώντας το σκοινί που έπιανε ο άλλος από την άλλη είσοδο της καμινάδας. Σε αυτό έδεναν τα φρόκαλα, τσαλιά, τις αφάνες, και ότι άλλο εργαλείο υπήρχε διαθέσιμο ικανό να ξύσει το εσωτερικό της καμινάδας. Όταν έριχναν όλη την μουτζούρα στο τζάκι, ή στο φούρνο, και πάνω σε εκείνον που τύγχανε να κρατάει το σκοινί έμελλε μόνο το σκούπισμα κι είχαν τελειώσει.
Στις περιπτώσεις που η κάπνα ήταν λαδωμένη, το σαπούνι ήταν απαραίτητο βοηθητικό για να αφαιρεθεί. Έτσι συνηθέστερα , τον πρωί διατηρούσαν ένα σκούρο ηλιοκαμένο ή ακόμα και μαύρο χρώμα, το οποίο έφευγε μόνο όταν επέστρεφαν σπίτι. Αυτός ήταν ο λόγος που οι συστάσεις της επαγγελματικής σταδιοδρομίας ήταν περιττές.
Ντιβανάς
Πλανόδιος και περιπλανώμενος από γειτονιά σε γειτονιά ήταν και ο ντιβανάς άλλων εποχών. Η φθαρτή φύση των κρεβατιών που ήταν φτιαγμένα από συρματένιο δίχτυ, επέβαλε εκτός από την ύπαρξη του κατασκευαστή κι εκείνη του συντηρητής ή επισκευαστής τους.
Αυτός ήταν και ο λόγος που με ένα ζεμπίλι, μια κουλούρα σύρμα, τανάλιες, πένσες, καρφιά και σφυριά, ο ντιβανάς τριγύριζε στις γειτονιές διαλαλώντας την ιδιότητά του μέχρι να εμφανιστεί κάποια νοικοκυρά που χρειαζόταν τις υπηρεσίες του.
Τότε το ντιβάνι έβγαινε στην αυλή κι ο ειδικός, μετά την εκτίμηση, όριζε το κόμιστρο της επισκευής. Βέβαια πάντα υπήρχαν επιλογές για αυξομειώσεις της τιμής, όπως το τι σύρμα, ανοξείδωτο ή γαλβανιζέ, θα επιλεγόταν χωρίς να λείπουν βέβαια και τα γνωστά παζάρια… Η συμφωνία έκλεινε κι ο μάστορας έπιανε δουλειά.
Έσφιγγε με τη μέγγενη τις άκρες ώστε να τεντώσουν καλά και να μην πάρουν κάνουν γούβα. Μετά έπαιρνε τα κάθετα σύρματα, γνωστά και ως υφάδια, τα τέντωνε και αυτά και τα κάρφωνε στις σανίδες. Στη συνέχεια τοποθετούσε το στρώμα και το κρεβάτι ήταν έτοιμο να χρησιμοποιηθεί καλά.
Σαλεπιτζής
Εν έτει 2015, στην Ομόνοια ή στους γύρω δρόμους, δεν είναι απίθανο να συναντήσει κανείς, τους τελευταίους εκπροσώπους του εν λόγω επαγγέλματος, αν και κατά γενική ομολογία κι αυτός ο επαγγελματικός προσανατολισμός τείνει προς εξαφάνιση…
Το σαλέπι, η σκόνη δηλαδή που βγαίνει από τους αποξηραμένους κονδύλους διαφόρων ειδών της οικογένειας των ορχεΐδων, καθώς και το ζεστό αφέψημα που παρασκευάζεται από αυτό, όταν η σκόνη βράζεται με ζάχαρη ή μέλι και αρωματίζεται με πιπερόριζα ή κανέλα, αποτέλεσε για χρόνια το δυναμωτικό της χώρας τόσο για τους ξενύχτηδες όσο και για τους πρωινούς ανθρώπους του μεροκάματου.
Ο σαλεπιτζής, με τον άσπρο σκούφο και την λευκή ποδιά του, τα πολύπλοκα και καλογυαλισμένα μπρούτζινα σκεύη, που συνήθιζε να κουβαλά στον ώμο κρεμασμένα από μια ξύλινη σανίδα, αποτελεί μια γραφική και συνηθισμένη εικόνα άλλων εποχών.
Περιτριγυρισμένος σχεδόν πάντα από παρέες, ψήνοντας το ρόφημα σε εύθυμο κλίμα, κρατούσε το ενδιαφέρον των πελατών ανοίγοντας πάντα κάποιο πολιτικό ή άλλο θέμα για συζήτηση , γι αυτό κι από πολλούς θεωρείται πως έβαλε τις βάσεις για τα εξελιγμένα υπαίθρια καφενεία που ακολούθησαν στην Ελλάδα, αφού οι θαμώνες πίνοντας το ποτό τους ενημερώνονταν για την καθημερινότητα και αντάλλασσαν τις απόψεις τους.
Λατερνατζής
Λατέρνα Φτώχεια και Φιλότιμο, ήταν ο τίτλος της κλασσικής ελληνικής ταινίες, που σκιαγραφούσε ένα ακόμα επάγγελμα που χάνεται στο χρόνο καθώς και τα λοιπά χαρακτηριστικά της εποχής της ακμής του. Ο λατερνατζής του χθες, μετέφερε στην πλάτη το ογκώδες όργανό του και σε κάθε στάση γυρνούσε την μανιβέλα της «ρομβίας», διασκέδαζε τους κατοίκους της κάθε γειτονιάς με κλασσικές ή και νέες μελωδίες.
Η λατέρνα, το αυτόματο μουσικό όργανο που αν και ογκώδες, συνήθως χρησιμοποιείται σε ανοιχτούς χώρους, υπήρξε απαραίτητο συστατικό της διασκέδασης άλλων εποχών, συμβάλλοντας μάλιστα στη διάδοση νέων, για την εποχή, μουσικών ήχων. Βέβαια τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι λατερνατζήδες μέσα στα χρόνια, κατάφεραν να περιθωριοποιήσουν την στολισμένη λατέρνα, με αποτέλεσμα σήμερα να διαχέει τους ξεκούρδιστους πια ήχους της, σε ελάχιστες και πολυσύχναστες, αποκλειστικά, γειτονιές.
Αμαξάς
Κι αν οι σύγχρονες διαφημίσεις τετράτροχων, διατυμπανίζουν με καμάρι τα επιπλέον άλογα, ικανά να μας μεταφέρουν γρηγορότερα στον επιθυμητό προορισμό, οι προκάτοχοι των αυτοκινήτων , που συνήθιζαν να χρησιμοποιούν ζωντανά άλογα για να κινήσουν τους τροχούς τους, ήταν αδύνατο να εκμηδενίσουν τις αποστάσεις..
Τα κάρα, ως τα πρώτα του είδους, ακολούθησαν την ανακάλυψη του τροχού και στην αρχή ήταν ανθρωποκίνητα. Αργότερα βέβαια, τους ανθρώπους αντικατέστησαν τα ζώα, στην αρχή μουλάρια ή γαϊδούρια, και ο οδηγός του κάρου ονομάστηκε αραμπάς.
Η εξέλιξη βέβαια συμπορεύτηκε με τον ερχομό της ιππήλατης άμαξας. Από εκεί και πέρα η ταχύτητα μπορούσε να αυξηθεί με την προσθήκη επιπλέον αλόγων, ενώ η πολυτέλεια αφορούσε κυρίως τον ευφάνταστο στολισμό της «καμπίνας», με τα δερμάτινα καθίσματα, τις κορδέλες και τα κρόσια να ανήκουν στα πιο χαρακτηριστικά διακοσμητικά εφέ. Σήμερα έχουν απομείνει ελάχιστοι αμαξάδες, αφού ο μόνος λόγος για να χρησιμοποιήσει κανείς το συγκεκριμένο μέσο μεταφοράς είναι για να ανακόψει την ταχύτητα της καθημερινότητας, πηγαίνοντας μια γραφική και νοσταλγική βόλτα.
Ο Τσαμπάσης
Λαλίστατος και ατσίδα στις διαπραγματεύσης, ήταν ο τσαμπάσης, ο μεταπράτης ζωέμπορος της προ αυτοκινήτου εποχής. Επίκεντρο των αγοραπωλησιών αποτελούσαν οι ζωοπανηγύρεις που συνόδευαν συνήθως τις εορταστικές και εμπορικές δραστηριότητες των μεγάλων πανηγυριών .
Πριν την αναγγελία της εκτίμησης, ζύγιζε το ζώο «με το μάτι» και το ψηλάφιζε. Έτριβε με χοντρό αλάτι το πάνω χείλος του, μέχρι να ματώσει, και πειραματιζόταν με διάφορους τρόπους για να διαπιστώσει τα ζακόνια του , δηλαδή τα ελαττώματά του. Αν κλώτσαγε, δάγκωνε, σκόνταφτε, ή δεν έκανε καλό καμάτι(όργωμα), τότε το ζώο δεν άξιζε και πολλά.
Όταν η αγοροπωλησία αφορούσε άλογα , για τον προσδιορισμό της τιμής, συνυπολογιζόταν πάντα και η γιοργάδα του ζώου, δηλαδή η ικανότητα του να τρέχει γρήγορα και χωρίς καλπασμό. Βέβαια ο καλός επιχειρηματίας του είδους προτιμούσε συνήθως το αδύνατο και καχεκτικό άλογο του στάβλου, το οποίο τάιζε, εκπαίδευε και φρόντιζε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, ώστε να πετύχει μεγαλύτερη τιμή πώλησης από εκείνη της αγοράς, αυξάνοντας κατά πολύ το κέρδος.
Μεταπράτης
Ο λιανοπωλητής που δεν είχε πρωτογενή παραγωγή άλλοτε ονομαζόταν μεταπράτης. Αγόραζε την πραμάτεια του από παραγωγούς ή χοντρέμπορους και στη συνέχεια την μεταπωλούσε σε γειτονιές και πανηγύρια.Κάλτσες πουκάμισα κι άλλα ήδη ρουχισμού, είδη σπουτιού ακόμα και τρόφιμα αποτελούσαν το εμπόρευμά του.
Οι πελάτες του, μόνιμοι ή ευκαιριακοί, ήταν κυρίως νοικοκυρές οι οποίες αγόραζαν ακόμα και είδη προικός για τα κορίτσια του σπιτιού , τα οποία απολήρωναν με δόσεις ή και με την γνωστή μέθοδο του τεφτεριού. Για μια καλή σταδιοδρομία στο επάγγελμα του μεταπράτη, χρειαζόταν ισχυρή διαπραγματευτική ικανότητα, αφού το παζάρι αποτελούσε χαρακτηριστικό της αγοραπωλησίας, και πολυλογία ώστε υπογραμμίζοντας ή και εφευρίσκοντας ανάγκες να πρωωθεί καλύτερα τα προϊόντα.
Νερουλάς ή Νεροκόπος
Τότε που η ΟΥΛΕΝ δεν υπήρχε ακόμα, ο γνωστός ολυμπιονίκης Σπύρος Λούης συνήθιζε να μεταφέρει νερό στα λίγα τότε σπίτια του Αμαρουσίου. Το επαγγελμά του ήταν νερουλάς , και έπρεπε ν απρομηθεύει με νερό την σταθερή του πελατεία.
Τον πρώτο καρό η μεταφορά του νερού γινόταν με τενεκέδες ή μπακιρένια γκιούμια. Ο νερουλάς γέμιζε τους τενεκέδες από την κεντρική βρύση , τους έδενε έπειτα σ’ ένα γυρτό ξύλο και τους κουβαλούσε στον ώμο.Ήταν δε στους δρόμους από το πρωί ώς το βράδυ αφού για να εξυπηρετήσει όλη του την πελατεία έκανε αμέτρητα δρομολόγια.
Με τον καιρό βέβαια που οι ανάγκες πολλαπλασιάστηκαν, το νερό κουβαλούσε κάποιο ζώο , γαϊδούρι ή μουλάρι, το οποίο φόρτωνε με μεγάλα ξύλινα βαρέλια των 30 περίπου οκάδων. Στα βαρέλια υπήρχε και μια κάνουλα από την οποία γέμιζαν οι κανάτες του κάθε σπιτιού. Δεν έλειπαν βέβαια και οι νερουλάδες με τις βοϊδάμαξες, στις οποίες μετέφεραν βαρέλια των 100 οκάδων, πουλώντας το νερό με τον κουβά για οικιακή κυρίως χρήση.
Εφημεριδοπώλης
Εφημερίδες , εφημερίδες, έκτακτο παράρτημα, ο βασιλιάς…” έλεγαν οι πλανόδιοι εφημεριδοπώλες που περιφέρονταν στους δρόμους διατυμπανίζοντας τα νέα της ημέρας. Παραλάμβαναν τις εφημερίδες από τα Πρακτορεία Διανομής Τύπου και προωθούσαν την καθημερινή κυκλοφορία του ελληνικού τύπου περπατώντας στους κεντρικούς δρόμους της πόλης το. Εκτός από τους περαστικούς έκανε και την διανομή στα σπίτια, που αποτελούσαν και τους μόνιμους πελάτες του.
Το συνήθειο του εφημεριδοπώλης των αρχών του 20ού αιώνα να διαλαλεί την πραμάτεια του: το «Σκριπ», το «Άστυ», την «Ακρόπολη» αλλά και ενημερώνει για τα μεγάλα γεγονότα ήταν ένα κόλπο για να αυξάνει τις πωλήσεις του.
Αγωγιάτης ή κιρατζής
Οι πρόδρομοι των αυτοκινιτιστών, ή αλλιώς αγωγιάτες εκτελούσαν επί πληρωμή ιδιωτικές μεταφορές εμπορευμάτων , διακινούσαν ταξιδιώτες, γιατρούς για επίσκεψη σε ασθενείς, κρατικούς λειτουργούς για την εκτέλεση της υπηρεσίας και φυσικά και προϊόντα.
Τις μεταφορές οι κιρατζήδες, όπως ονομάζονταν διαφορετικά, τις έκαναν συνήθως με μουλάρια μέχρι και την δεκαετία του ’30 ενώ σε μερικές περιοχές μέχρι και τη δεκαετία του ’50. Το επάγγελμα συνήθως εξασκούσαν οι ακτήμονες αγρότες των χωριών και των κωμοπόλεων ενώ παράλληλα μπορούσαν να εργάζονται και σε εργοστάσια, ελαιοτριβεία, ταλκορυχεία ή άλλες βιομηχανικές ζώνες.
Aρκουδιάρης
Με το όνομα ακρουδιάρης ή και αρκουδόγυφτος, φερόταν συνήθως εκείνος που γυρνούσε τις περιοχές με την αρκούδα του, δίνοντας υπαίθριες παραστάσεις στην πλατεία της γειτονιάς τείνοντας στο τέλος το κασκέτο του για την καταβολή της πληρωμής. Κατάλοιπο του βάρβαρου αυτού επαγγέλματος είναι η ανάπαρσταση του σε κάποιες περιοχές, όπως αυτή της Σάμου, κατά την περίοδο της αποκριάς.
Δύο άντρες, ο ένας υποδυόμενο τον αρκουδιάρη κι ό άλλος την αρκούδα φορώντας περιλαίμιο με αλυσίδα χορεύουν προς αστεϊσμό τον «αρκουδιάρικο» χορό, σε μίμηση κατά μελωδία και χορό εκείνου της αρκούδας του αρκουδόγυφτου.
Εισπράκτορας Συγκοινωνιών
Κάποια χρόνια πριν υπήχρε περίπτωσε σε κάποια απομακρυσμένη γραμμή λεωφορείου της συμπρωτεύουσας να συναντήσει κανείς την γνωστή ούρα που σχηματιζόταν κατά την είσοδο λόγω του εισπράκτορα. Καθισμένος συνήθως σε ειδικά διαμορφωμένη θέση στο πίσω μέρος του λεωφορείου, εκοβε κατά την είσοδο των επιβατών τα εισιτήρια, ανήγγειλε τις στάσεις των λεωφορείων, ή συνέβαλε στο ανεβοκατέβασμα των επιβατών, δίνοντας οδηγίες.
Ήταν επίσης δέκτης των παραπόνων των επιβατών αφού θεωρούνταν υπαίτιος για τυχόν καθυστερήσεις ή προβλήματα που προέκυπταν.. Την εποχή του εισπράκτορα άλλωστε σε κάθε λεωφορείο υπήρχε η ενδεικτική πινακίδα: «ΜΗΝ ΟΜΙΛΕΙΤΑΙ ΣΤΟΝ ΟΔΗΓΟ»
Όταν η θέση θεωρήθηκε ασύμφορη, υπουργικές ή συντεχνιακές αποφάσεις σταμάτησαν τις προσλήψεις και εκείνοι που δεν συνταξιοδοτήθηκαν αναβαθμίστηκαν σε οδηγούς και ελεγκτές.
Η ταινία, “Θέμα συνειδήσεως” προβλήθηκε τη σαιζόν 1972-1973 και έκοψε 132.930 εισιτήρια. Ήρθε στην 11η θέση σε 64 ταινίες. -Ο σεναριογράφος Σταύρος Τσιώλης – που γεννήθηκε κινηματογραφικά μέσα στη Φίνος Φιλμ – υπογράφει το σενάριο της ταινίας με το ψευδώνυμο Αντώνης Φωκάς.
Σκηνή από την ταινία, “Θέμα συνειδήσεως”.
-Ο Πέτρος Λύκας, βασικός μοντέρ της εταιρίας επί χρόνια, δοκιμάζει τις σκηνοθετικές του ικανότητες με εντυπωσιακά αποτελέσματα.
-Η μουσική του Μίμη Πλέσσα εντείνει την αγωνία του σεναρίου, με αποκορύφωμα την ερμηνεία του Αντώνη Καλογιάννη στο τραγούδι “Το Ποτάμι”.
Περίληψη της ταινίας, “Θέμα συνειδήσεως”
Ένας εξαιρετικά φιλότιμος νευροχειρούργος, ο Γεραλής, αφοσιωμένος στην επιστήμη του και στο παιδί του, καλείται επειγόντως να χειρουργήσει κάποιον με όγκο στον εγκέφαλο. Μετά την επιτυχή επέμβαση, ο ασθενής εξαφανίζεται.
Ο Γεραλής παίρνει το θέμα προσωπικά και αρχίζει να ερευνά την υπόθεση, ανακαλύπτοντας ότι ο ασθενής είναι ο πρόεδρος του Ελληνικού Οργανισμού Πετρελαίων, που έχει πέσει θύμα του αμείλικτου ανταγωνισμού των πολυεθνικών, έχοντας άθελά του γίνει πιόνι τους.
Αμέσως αντιλαμβάνεται ότι και ο ίδιος έχει πέσει σε βαθιά νερά, αλλά με την συμπαράσταση του εισαγγελέα και του ανακριτή, αγωνίζεται να φτάσει στο τέρμα, παρά τα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζει σε όλα τα επίπεδα.
Η Δέσποινα Στυλιανοπούλου στον κινηματογράφο έχει κάνει αρκετές φορές την οικιακή βοηθό. Ένας ακόμη ρόλος που την έκανε γνωστή ήταν της ταξιτζού, από την ομώνυμη ταινία που γυρίστηκε το 1970 μετά από πολλές περιπέτειες. Η Στυλιανοπούλου που έπαιζε τον πρωταγωνιστικό ρόλο είχε ένα τρομερό ατύχημα κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων στο Πέραμα.
Η περιγραφή είναι δική της:
«Είχα ένα σοβαρότατο ατύχημα με το αυτοκίνητό μου, όταν πήγαινα στη Σαλαμίνα για τα γυρίσματα. Σταμάτησε το αμάξι σε μια πέτρα δίπλα ακριβώς στη θάλασσα και έσβησε η μηχανή του. Την ώρα που κατέβαινα και μόλις είχα ανοίξει την πόρτα, τότε εκείνο τσούλησε γιατί είχα ξεχάσει να βάλω χειρόφρενο και με παρέσυρε μαζί του στη θάλασσα.
Ευτυχώς είχα την προνοητικότητα πηδήξω έξω από το αυτοκίνητο, όταν έπεφτα στο νερό. Με έσωσαν οι δύτες, όταν βρέθηκα να παλεύω για να μην πνιγώ. Μόλις βγήκα στην στεριά τους είπα: «Ζει η ταξιτζού κι εγώ» γράφει στην αυτοβιογραφία της με τίτλο «Ηθοποιός Αμέσου Δράσεως».
Ο απολογισμός του ατυχήματος για τη Στυλιανοπούλου, ήταν ένα σπασμένο πόδι και δυνατοί πόνοι σε όλο της το κορμί. Το γεγονός όμως ότι είχε σωθεί, ήταν μεγάλη παρηγοριά για την ίδια, που αποδείχτηκε «σκληρό καρύδι».
Τα γυρίσματα της ταινίας σταμάτησαν για λίγο καιρό μέχρι η ηθοποιός να αναρρώσει και να μπορέσει να συνεχίσει. Οι θεατρικές παραστάσεις όμως δεν μπορούσαν να σταματήσουν καθώς κάτι τέτοιο θα σήμαινε την οικονομική καταστροφή του προσωπικού της θιάσου. Η ηθοποιός έπαιζε τότε το έργο «Μαριχουάνα Στοπ», με πρωτοεμφανιζόμενους τη Ζωή Λάσκαρη και τον Τόλη Βοσκόπουλο και δεν ήταν εύκολο να βρει άμεση αντικαταστάτρια για τον ρόλο της.
Παρά τους φριχτούς πόνους εμφανιζόταν κανονικά κάθε βράδυ στο θέατρο και όπως ανέφεραν οι συνάδελφοι της, κανείς από τους θεατές δεν καταλάβαινε ότι η πρωταγωνίστρια υπέφερε. Η ταινία «η Ταξιτζού» ολοκληρώθηκε και προβλήθηκε στις αίθουσες την κινηματογραφική σεζόν 1970-71 με μεγάλη επιτυχία.
Έκοψε σχεδόν 380 χιλιάδες εισιτήρια και κατετάγη 8η ανάμεσα σε 87 ταινίες της ίδιας περιόδου. Ενδεικτικά για την επιτυχία της ταινίας έχει αναφερθεί πως εκείνη την περίοδο το ντύσιμο της ηθοποιού, με το τζιν παντελόνι, το τζιν μπουφάν και η τραγιάσκατο τζιν καπελάκι τύπου τραγιάσκα, πέρασε στη μόδα και φορέθηκε από πολλές Ελληνίδες.
Υπήρξε η απόλυτη φαντασίωση των ανδρών τη δεκαετία του ’80. Το καλλίγραμμο κορμί και το παιχνιδιάρικο βλέμμα της σε συνδυασμό με το ταλέντο της βοήθησαν τη Βίνα Ασίκη να συνεργαστεί με σημαντικούς καλλιτέχνες και να γίνει ένα από τα πιο περιζήτητα ονόματα εκείνης της εποχής.
Χάρη στην ικανότητά της να μεταμορφώνεται από ναζιάρα γατούλα σε άγριο θηλυκό, διατηρώντας τις περισσότερες φορές το κωμικό στοιχείο που τη χαρακτήριζε, κατάφερε να πρωταγωνιστήσει σε ταινίες που ακόμη και σήμερα γνωρίζουν επιτυχία όταν προβάλλονται, καθώς περιγράφουν με ακρίβεια τα 80s.
Η καθηγήτρια του Λυκείου Χαβαλέ, στη θρυλική παραγωγή «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα», μαζί με τον εξίσου ταλαντούχο σύζυγό της, χορευτή και χορογράφο Ορέστη Δημητρίου σήμερα ασχολείται με το βραβευμένο παιδικό χοροθέατρο Αμυνα, το οποίο έχουν ιδρύσει στα Ανω Λιόσια υπό την αιγίδα του Δήμου Φυλής.
Και κάπως έτσι η λουσμένη στα φώτα της δημοσιότητας Βίνα επέλεξε να αποσυρθεί ήσυχα και να ασχοληθεί με την υποκριτική με τρόπο που λατρεύει, ενώ δίνει σπάνια συνεντεύξεις και αποφεύγει τις δημόσιες εμφανίσεις.
Η Βίνα Ασίκη ξεκίνησε ως παιδί-θαύμα από το Εθνικό Θέατρο, όπου η μητέρα της εργαζόταν ως ταξιθέτρια. Σε ηλικία μόλις πέντε ετών έκανε το ντεμπούτο της στο σανίδι πλάι σε δύο ιερά τέρατα της υποκριτικής, την Ελλη Λαμπέτη και τον Δημήτρη Χορν. Αυτό ήταν μόνον η αρχή, αφού τα επόμενα χρόνια συμμετείχε ως παιδί σε πολλές παραστάσεις του Εθνικού, ενώ βρέθηκε και στην ορχήστρα του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου, παίζοντας σε αρχαία τραγωδία δίπλα στη σπουδαία Αννα Συνοδινού.
Τα βήματα της Βίνας ακολούθησε και η αδερφή της Νατάσα, σύζυγος του Αντώνη Αντωνίου. Στα έξι της η ηθοποιός ήταν πρωταγωνίστρια στο παιδικό θέατρο του Γιάννη Φύριου, όπου έπαιξε κάθε Κυριακή.
Σε δραματική σχολή
Ετσι ήταν αναμενόμενο στα 17 της -και συγχρόνως με το σχολείο- να δώσει εξετάσεις στην Επιτροπή Εξαιρετικών Ταλέντων, μπαίνοντας στη Δραματική Σχολή Αθηνών του Γιώργου Θεοδοσιάδη, ενώ παράλληλα έκανε για πολλά χρόνια μαθήματα χορού. Μάλιστα, εξαιτίας του χορού ήξερε να πλασάρει σωστά το σώμα της στον φακό που τη… λάτρευε, όπως είχε αποκαλύψει η ίδια στο παρελθόν.
Τη δεκαετία του ’80 η ηθοποιός έπαιξε κυρίως σε κωμωδίες με παρτενέρ μεγάλα ονόματα του κινηματογράφου και του θεάτρου, όπως ο Θανάσης Βέγγος και η Ρένα Βλαχοπούλου, οι οποίοι της είχαν μεγάλη αδυναμία, ο Κώστας Βουτσάς, ο Σωτήρης Μουστάκας, η Ξένια Καλογεροπούλου, ο Στάθης Ψάλτης και ο Ντίνος Ηλιόπουλος.
Μάλιστα, η εθνική μας σταρ Αλίκη Βουγιουκλάκη σε θεατρική συνεργασία τους -η Βίνα ήταν αντικαταστάτρια του δεύτερου γυναικείου ρόλου στο μιούζικαλ «Βίκτορ – Βικτόρια»- την είχε χαρακτηρίσει γνήσιο και πηγαίο ταλέντο. Στο βιογραφικό της βρίσκει κανείς 27 κινηματογραφικές ταινίες και 30 βιντεοταινίες.
Παρά το γεγονός ότι οι σκηνοθέτες φρόντιζαν να προβάλλουν τη σέξι εικόνα της, εντούτοις το αποτέλεσμα δεν ήταν καθόλου προκλητικό. Ετσι, όταν της έγινε πρόταση να παίξει σε ερωτική ταινία εκείνη αρνήθηκε, παρότι είχαν ρίξει στα πόδια της πάνω από 1.000.000 δραχμές, για να την πείσουν.
Σχέσεις ζωής
Ωστόσο, την ώρα που το κασέ της ανέβαινε, τη χτύπησαν τα… βέλη του έρωτα. Ετσι, αν και υπήρξε ευσεβής πόθος πολλών αρσενικών, εκείνη είχε βρει την αγάπη στο πρόσωπο του χορευτή και χορογράφου Ορέστη Δημητρίου, με τον οποίο μοιράζεται τη ζωή της για περισσότερο από 30 χρόνια. Κι ενώ βρισκόταν στο πικ της καριέρας της, αποφάσισε να απομακρυνθεί από τα φώτα και να υπηρετήσει την υποκριτική με άλλον τρόπο.
Η Βίνα Ασίκη εξακολουθεί να είναι και σήμερα γοητευτική, ενώ κάνει επιλεκτικές εμφανίσεις με τα παιδιά του χοροθεάτρου Αμυνα, αποσπώντας τις καλύτερες κριτικές και πολλά βραβεία. Κι αυτό γιατί είναι το μοναδικό χοροθέατρο, στο οποίο πρωταγωνιστούν παιδιά.
Αλλωστε, η Βίνα και ο Ορέστης έχουν φροντίσει να περάσουν την αγάπη τους για το σανίδι στους μικρούς ηθοποιούς και χορευτές, γι’ αυτό κι εκείνοι ανταποκρίνονται σαν σωστοί επαγγελματίες, χωρίς ωστόσο να χάνουν την παιδικότητα και τη φρεσκάδα τους. Αυτό είναι μια μεγαλύτερη επιβράβευση για τους δασκάλους τους, οι οποίοι χαίρονται με την πρόοδό τους.
Να πούμε, βέβαια, ότι η οικογενειακή ευτυχία του ζευγαριού ολοκληρώθηκε με τον ερχομό του γιου τους Αλέξανδρου, στον οποίο έχουν μεγάλη αδυναμία, γι’ αυτό και έχουν σταθεί στο πλευρό του σε κάθε απόφασή του. Σε αντίθεση με άλλα παιδιά ηθοποιών εκείνος δεν επέλεξε την υποκριτική και αποφεύγει τα φλας και τη δημοσιότητα.
Ήταν πολλές και σχεδόν μυθιστορηματικές οι κόντρες που είχε ο Αριστοτέλης Ωνάσης με τους ισχυρούς του πλανήτη. Δεν ήταν μόνο ο Νιάρχος, αλλά και ο πανίσχυρος Ρενιέ του Μονακό. Ο Ωνάσης χρησιμοποιήσε ακόμη και τη Μαρία Κάλλας, προσπαθώντας να την κάνει πιο εντυπωσιακή ακόμη και από την εκπάγλου καλλονής Γκρέις Κέλι που από ηρωίδα του Χόλιγουντ έγινε πραγματική βασίλισσα.
Γράφει χαρακτηριστικά η Σίβυλλα στο Βήμα: «Ο χρόνος γυρίζει πίσω. Ο Αριστοτέλης Ωνάσης προτιμούσε πάντα τις Rolls-Royce. Λάτρευε τα συγκεκριμένα αυτοκίνητα ακριβώς όπως και τα super glamorous yachts. Όταν έφθανε στο Μονακό φρόντιζε να κάνει ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του. Ήταν άλλωστε γνωστή η κόντρα του με τον Ρενιέ. Ο πρίγκιπας συνήθιζε να λέει ότι ο brutal, πάμπλουτος Έλληνας επιθυμούσε να κυριαρχήσει στο Μόντε Κάρλο. «Θέλει να αγοράσει τα πάντα» υποστήριζε. «Παραμένει όμως άξεστος παρά την τεράστια περιουσία του» τόνιζε.
Ο Ωνάσης γνώριζε τι ακριβώς έλεγε ο Ρενιέ πίσω από την πλάτη του. Φρόντιζαν άλλωστε να του τα μεταφέρουν οι στενοί του φίλοι. Ο Greek tycoon σε μία «κίνηση αβροφροσύνης» φρόντισε σε κάποια στιγμή να προσφέρει την θαλαμηγό “Christina” για ένα big party με την ευκαιρία της πρώτης επετείου των γάμων του πρίγκιπα με την Γκρέις Κέλι.
Το παιχνίδι Κάλλας-Γκρέης με την haute couture και ο Τσώρτσιλ
Μερικά χρόνια αργότερα η Μαρία Κάλλας, η μεγαλύτερη σοπράνο της εποχής μας προσπαθούσε να «μιμηθεί» το ντύσιμο της πανέμορφης Γκρέις. Επέλεγε πλέον μόνο δημιουργίες Γάλλων σχεδιαστών, όπως οι Dior, Balenciaga, Balmain, Chanel. Τεράστιες χειροποίητες καπελίνες και πέρλες από του Cartier και του Boucheron. Ακριβώς όπως η elegant, κατάξανθη πριγκίπισσα. Ο Αριστοτέλης Ωνάσης άλλωστε δεν είχε να κανένα πρόβλημα να πληρώνει αδρά τους διάσημους σχεδιαστές ρούχων και κοσμημάτων.
«Ο Άρης έχει βάλει και την Κάλλας στο παιχνίδι» έλεγε κολλητός του φίλος. «Μόνο που εκείνη δεν έχει καταλάβει ότι ακόμα και οι επιλογές των πανάκριβων γαλλικών ρούχων και μπιζού είναι ένα παιχνίδι εξουσίας του Ωνάση απέναντι στον Ρενιέ» συνεχίζει. «Η Κάλλας δεν είναι σίγουρα τόσο ωραία και elegant όσο η Γκρέις. Μπορεί όμως να είναι εξίσου καλά ντυμένη. Με τα λεφτά του Άρη πάντα. Αρκετές φορές μάλιστα τα κοσμήματά της αξίζουν περισσότερο από αυτά της νεαρής Αμερικανίδας που έμελε να γίνει πριγκίπισσα».
Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, στενός φίλος του Ωνάση, γνώριζε αυτό το «περίεργο» παιχνίδι εξουσίας του μεγιστάνα. Ο Άγγλος πολιτικός, λάτρης των ακριβώς πούρων και της ροζ σαμπάνιας, συμπαθούσε την διάσημη Ελληνίδα σοπράνο. Συνομιλούσε συχνά μαζί της για όπερα. Είχε όμως ιδιαίτερη αδυναμία στην Τίνα Λιβανού.
Το «ατύχημα» της Μαρίας
Κάποιο βράδυ η ασπρόμαυρη ταφταδένια τουαλέτα της Κάλλας με το τεράστιο φουρό «πιάστηκε» στην πόρτα της Rolls Royce. Η Μαρία προσπαθούσε να την «τραβήξει» με μάλλον άγαρμπες κινήσεις. Το σκηνικό διαδραματίστηκε στο καζίνο του Μόντε Κάρλο, όπου ο Ωνάσης συνήθιζε να περνάει αρκετές ώρες. Την επόμενη μέρα η Γκρέις σχολίαζε ότι η «τραγουδίστρια» (έτσι συνήθιζε να την αποκαλεί η πρώην σύζυγος Τίνα Ωνάση) παραμένει μια χοντροκομμένη, «άκομψη» γυναίκα…»
Την εποχή της Τουρκοκρατίας υπήρχε στην Αθήνα ένας Αλβανός φοροεισπράκτορας, που γύριζε στα διάφορα σπίτια των Χριστιανών και μάζευε τον καθιερωμένο κεφαλικό φόρο. Ονομαζόταν Κιουλάκ Βογιατζή.
Ήταν δύο μέτρα περίπου ψηλός και το άγριο πρόσωπο του ήταν κατάμαυρο και βλογιοκομμένο.
Οι Έλληνες, μόνο που τον έβλεπαν, τους κοβόταν η ανάσα.
Ο λόρδος Βύρωνας που τον γνώρισε από κοντά, γράφει ότι έμοιαζε σαν δαίμονας, που ξεπήδησε από την κόλαση κι ότι τα παιδιά πάθαιναν ίλιγγο τρόμου, όταν τον αντίκριζαν, ξαφνικά μπροστά τους.
Ο Κιουλάκ Βογιατζή κρατούσε πάντοτε στα χέρια του ένα κοντόχοντρο κόπανο και με αυτόν απειλούσε τους χριστιανούς.
Έλεγε, δηλαδή ότι θα τους σπάσει το κεφάλι, αν δεν του έδιναν μια χρυσή λίρα ή δύο φλουριά, όπως απαιτούσε ο κεφαλικός φόρος κάθε έξι μήνες.
Ο Αλβανός, όμως αυτός ήταν τόσο κουτός, ώστε δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τα διάφορα νομίσματα της εποχής εκείνης.
Έτσι, πολλοί Έλληνες που δεν είχαν να πληρώσουν, του έδιναν μερικές μπρούτζινες δεκάρες, που τις γυάλιζαν προηγούμενα, για να φαίνονται χρυσές και τον ξαπόστελναν.
Από τότε, λοιπόν, έμεινε η φράση «Τα μυαλά σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος», που τη λέμε συνήθως για τους ελαφρόμυαλους.
Μπογιατζής δεν ήταν άλλος από τον Κιουλάκ Βογιατζή με τον κόπανό του.
Τα μυαλά σου και μια λίρα και του Μπογιατζή ο κόπανος
Η ταινία, “Ίλιγγος” προβλήθηκε τη σαιζόν 1963-1964 και έκοψε 454.451 εισιτήρια. Ήρθε στην 4η θέση σε 92 ταινίες.
Σκηνή από την ταινία, “Ίλιγγος”.
-Ο Γιάννης Δαλιανίδης εμπνεύστηκε το σενάριο αυτής της ταινίας από ένα συμβάν του 1950, κατά το οποίο η κόρη της μεγάλης σταρ του Αμερικανικού κινηματογράφου, Λάνα Τάρνερ, σκότωσε τον εραστή της μητέρας της.
-Σημαντικό παράγοντα στην ταινία έπαιξε η παρουσία της μεγάλης πρωταγωνίστριας του ελληνικού θεάτρου, Βούλας Ζουμπουλάκη, σε μια από τις σπάνιες εμφανίσεις της στον κινηματογράφο.
Περίληψητης ταινίας, “Ίλιγγος”
Η κατάδικος Έλλη Καπράλου αρνείται να δει τη μητέρα της Καίτη στο επισκεπτήριο των φυλακών. Η διευθύντρια του ιδρύματος αρχίζει να διαβάζει το ημερολόγιο της κοπέλας. Η Έλλη είχε γοητευτεί απ’ τον άνεργο εραστή της μητέρας της, τον Νίκο ο οποίος προσπαθούσε να την παρασύρει σε μια παθιασμένη σχέση.
Η μητέρα της αντιλαμβανόταν μεν τι συνέβαινε, αλλά δεν αντιδρούσε από φόβο πως θα χάσει τον αγαπημένο της. Όταν η Έλλη συνδέθηκε με έναν χαρτοπαίκτη, τον Γιώργο, που τον συντηρούσε μια πόρνη, η Νίτσα, ο έξαλλος από ζήλεια Νίκος έγινε αιτία να εγκαταλείψει το σπίτι της.
Η Έλλη πήγε να ζήσει με τον Γιώργο, ο οποίος μετά από λίγο την εγκατέλειψε για να γυρίσει στη Νίτσα, και η Έλλη βυθίστηκε στην απελπισία. Ωστόσο, μια αχτίδα φωτός φάνηκε αμυδρά με την επιστροφή του Κώστα, ενός εύπορου νέου που σπούδαζε γιατρός στη Γερμανία, ο οποίος ήταν ερωτευμένος μαζί της. Έτσι επέστρεψε σπίτι της, αποφασισμένη να κάνει μια καινούργια αρχή, αλλά …
Η ταινία, “Ιστορία μιας ζωής” προβλήθηκε τη σαιζόν 1965-1966 και έκοψε 307.940 εισιτήρια. Ήρθε στην 15η θέση σε 101 ταινίες.
Σκηνή από την ταινία, “Ιστορία μιας ζωής”.
-Η Ζωή Λάσκαρη ερμηνεύει ένα ρόλο σχετικό με τις κοινωνικές καταστάσεις εκείνης της εποχής, αυτόν της φτωχής κοπέλας που φτάνει στην Αθήνα από την επαρχία και μεγαλοπιάνεται.
-Η ταινία αποτελεί ίσως το καλύτερο από τα κοινωνικά δράματα που έφτιαξε ο Γιάννης Δαλιανίδης στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’60 για την Φίνος Φιλμ.
-O Μάνος Κατράκης δίνει μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του.
Περίληψη της ταινίας, “Ιστορία μιας ζωής”
Μια ορφανή κοπέλα φεύγει από το χωριό όπου ζούσε με τη γιαγιά της, μετά από τη δημόσια διαπόμπευση της και πηγαίνει στην Αθήνα. Αρχικά προσλαμβάνεται ως υπηρέτρια σε ένα μικροαστικό σπίτι, αλλά διώχνεται, όταν “πιάνεται στα πράσα” με τον γιο της οικογένειας. Έπειτα εργάζεται σε ένα κομμωτήριο όπου γνωρίζει έναν πάμπλουτο κύριο, τον οποίο παντρεύεται μετά το θάνατο της γυναίκας του.
Έτσι εισέρχεται στους κόλπους της υψηλής κοινωνίας, όπου γνωρίζει τον μεγάλο έρωτα στο πρόσωπο ενός νεαρού και γίνεται ερωμένη του. Σχεδιάζει τότε να χωρίσει από τον άντρα της αλλά η μοίρα την αναγκάζει να υποχωρήσει προκειμένου ο σύζυγός της να μην καταστρέψει οικονομικά τον νεαρό που αγαπά.
O Γιάννης Γκιωνάκης ανήκει σε μια ιδιάζουσα «πάστα» ηθοποιών του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, που άφησαν το δικό τους στίγμα σε αυτόν. Ωστόσο οι ηθοποιοί...
Η ταινία, "Παπαφλέσσας: Η μεγάλη στιγμή του 21" προβλήθηκε τη σαιζόν 1971-1972 και έκοψε 297.817 εισιτήρια. Ήρθε στην 10η θέση σε 90 ταινίες.-Η ταινία...