28.7 C
Athens
Παρασκευή, 19 Ιουνίου, 2026

Λαυρέντης Διανέλλος: Η ψυχή του ελληνικού κινηματογράφου

Υπάρχουν ονόματα που δεν χρειάζονται φανφάρες για...

Βαγγέλης Βουλγαρίδης: Ο ευγενικός ζεν πρεμιέ

Τις περισσότερες φορές, ήταν εκείνοι οι δευτεραγωνιστές...
spot_imgspot_img
Blog Σελίδα 243

Το τραγούδι που έγινε ύμνος από τους Κερκυραίους

kerkira kerkira me to pontikonisi
kerkira kerkira me to pontikonisi

Το γνωστό τραγούδι «Κέρκυρα με το Ποντικονήσι» είναι γραμμένο για τις ανάγκες της ταινίας «Η κόμησσα της Κέρκυρας», με πρωταγωνιστές τους αξέχαστους Ρένα Βλαχοπούλου και Αλέκο Αλεξανδράκη.

Όταν τελείωσαν τα γυρίσματα της ταινίας και κατόπιν το μοντάζ, οι συντελεστές συγκεντρώθηκαν στο στούντιο της Φίνος Φιλμ, επί της οδού Χίου στην Αθήνα για να τη δουν ολοκληρωμένη.
Σε αυτό το χρονικό σημείο παραγωγής συνηθίζεται να γίνονται κάποιες διορθώσεις στην ταινία αν χρειάζεται.
Ακόμη μπορεί να προστεθεί ή να αφαιρεθεί κάποια σκηνή που δεν αρέσει στον σκηνοθέτη.

Η κόμμισα της Κέρκυρας
Σκηνή από την ταινία, “Η κόμησσα της Κέρκυρας”.

Η προβολή της ταινίας στο στούντιο γινόταν σε μικρή οθόνη (μόνιτορ) και οι παρευρισκόμενοι εκτός από τους τεχνικούς, ήταν ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Αλέκος Σακελάριος, ο συνθέτης Γιώργος Κατσαρός και η Ρένα Βλαχοπούλου.
Όταν τελείωσε η προβολή, ο Σακελάριος έμεινε ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα, μόνο που διαπίστωσε πως λείπει ένα τραγούδι των τίτλων.

– Ε και; Απάντησε ο Κατσαρός. Κανένα πρόβλημα. Θα φτιάξουμε ένα τώρα με θέμα την Κέρκυρα.

Ο Σακελλάριος, που οι δυνατότητές του στο γράψιμο ήταν ως γνωστόν εκπληκτικές, είπε στον Κατσαρό: «Πες μου μερικές λέξεις που να θυμίζουν την Κέρκυρα». Ο Κατσαρός απάντησε: «Ποντικονήσι, Παλαιοκαστρίτσα, Μπενίτσες, Καμάρες». Δεν πέρασαν 15 λεπτά και ο Σακελάριος είχε γράψει το πρώτο κουπλέ και το ρεφρέν.

Έδωσε το χειρόγραφο στον Κατσαρό και εκείνος κάθισε στο πιάνο ακούμπησε τα πλήκτρα και άρχισε να ψάχνει τη μελωδία διαβάζοντας τους στίχους.

Όπως ήταν φυσικό η ψυχή του πέταξε στην αγαπημένη του Κέρκυρα, την ιδιαίτερη πατρίδα του και μια πολύ όμορφη μελωδία ξεχείλισε στο στούντιο της οδού Χίου.

Μέσα σε μισή ώρα το τραγούδι των τίτλων ήταν έτοιμο. Η Βλαχοπούλου ακούγοντάς το ξετρελάθηκε.
Το έμαθε σχεδόν στη στιγμή και την άλλη μέρα το τραγούδησε για την ηχογράφηση.

Το τραγούδι αγαπήθηκε από όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα από τους Κερκυραίους που το έχουν ως ανεπίσημο ύμνο του νησιού και το έχουν κατατάξει μαζί με τα υπόλοιπα παραδοσιακά τους τραγούδια.

Advertisement

Όταν ο Νίκος Καζαντζάκης ήθελε να γίνει βουλευτής

Νίκος Καζαντζάκης

Όταν ο Καζαντζάκης συνάντησε τον Βενιζέλο και θέλησε να γίνει βουλευτής του!

Η θλίψη του μεγάλου στοχαστή για την παραίτηση του Κρητικού πρωθυπουργού, τον Φεβρουάριο του 1915, και η διάθεση του να αναμειχτεί στην πολιτική για να τον βοηθήσει!

Τι έγραφε σε μια επιστολή του στην αδελφή του.

Οι δύο μεγάλοι της Κρήτης, του πνεύματος και της πολιτικής, ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, υπήρξαν για ένα διάστημα συνεργάτες. Αλλά και σίγουρα ο ένας θαύμαζε τον άλλο. Ως στοχαστής ο Βενιζέλος θαύμασε τον Καζαντζάκη και ως πολιτικό ον, τουλάχιστο μέχρι ένα διάστημα, ο Καζαντζάκης τον Βενιζέλο.

Μάλιστα το 1919 ο τελευταίος διόρισε τον πρώτο στη θέση του Γενικού Διευθυντή του υπουργείου Περιθάλψεως, δίνοντας του την εντολή να βοηθήσει τον επαναπατρισμό 150.000 Ελλήνων από τον Καύκασο, μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία. Η ελληνική παρουσία στην περιοχή αλλά και το εκστρατευτικό σώμα που πολέμησε κατά των μπολσεβίκων του Λένιν, ήταν μια συμμαχική δέσμευση του Βενιζέλου προς τις δυνάμεις της Αντάντ.

Βενιζέλος και Καζαντζάκης γνωρίστηκαν την εποχή των Βαλκανικών πολέμων, όταν ο μεγάλος συγγραφέας κατετάγη εθελοντής στον ελληνικό στρατό, πριν καν την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Γνωρίστηκαν από κοντά καθώς ο πρωθυπουργός επέλεξε τον συμπατριώτη του ως συνεργάτη του γραφείου του.

kazatzakis

Αργότερα, το 1919, τον διόρισε στο υπουργείο, στο οποίο υπηρέτησε μέχρι τον Νοέμβριο του 1920, όταν ο Βενιζέλος υπέστη πικρή και απρόσμενη ήττα, η οποία άλλαξε την πορεία των πραγμάτων όχι μόνο στον ελληνικό αλλά και στον ευρύτερο χώρο της Ανατολής και οδήγησε στη Μικρασιατική Καταστροφή.

«Θέλω να πολεμήσω στη Βουλή μαζί με τον Βενιζέλο»

Η πίστη του Νίκου Καζαντζάκη στον Ελευθέριο Βενιζέλο, αλλά και η διάθεση του να αναμειχτεί στην πολιτική, ως υποψήφιος βουλευτής στο Ηράκλειο, εκφράζονται σε μια επιστολή του μεγάλου Κρητικού στοχαστή και συγγραφέα προς την αδελφή του το Φεβρουάριο του 1915, όταν ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, έχοντας τη θέση ότι η χώρα θα έπρεπε να πάρει μέρος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, αναγκάζεται να παραιτηθεί, καθώς διαφωνεί με το γερμανόφιλο βασιλιά Κωνσταντίνο, που δεν ήθελε να συγκρουστεί με τον Κάιζερ της Γερμανίας.

Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου, τον διαδέχτηκε ο λαϊκός Δημήτριος Γούναρης και προκηρύχθηκαν εκλογές για την 31 Μαΐου, τις οποίες κέρδισαν οι Φιλελεύθεροι.

Ο Καζαντζάκης, συναισθηματικά φορτισμένος από την εξέλιξη της παραίτησης, γράφει στην αδελφή του Αναστασία από την Αθήνα όπου βρίσκεται, εκφράζοντας τη θλίψη του. «Δε φαντάζεσαι τη λύπη μου», γράφει. «Έπεσαν μαζί του και όλοι οι άνθρωποι που ήσαν στην εξουσία και ήσαν φίλοι μου. Τώρα όλοι μού είναι άγνωστοι και εχθροί. Μ’ αυτό δεν είναι τίποτα. Λυπούμαι για την Ελλάδα, γιατί μόνον ο Βενιζέλος είταν άξιος να την κυβερνήσει».

Κι εκφράζει την επιθυμία να είναι υποψήφιος βουλευτής του Βενιζέλου στο Ηράκλειο, για τον βοηθήσει. Με την προϋπόθεση να συμφωνήσει ο σύζυγος της Αναστασίας Μιχαήλ Σακλαμπάνης, ο οποίος είναι προφανές ότι δεν συμφώνησε, καθώς τελικά εξετέθη ως υποψήφιος και εξελέγη βουλευτής του Κόμματος Φιλελευθέρων.

Στην επιστολή την οποία δημοσιεύουμε στη συνέχεια (είχαμε κάνει μια πρώτη δημοσίευση στο ένθετο για τα 50 χρόνια από το θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη, στις 26 Οκτωβρίου 2007), το ταξίδι στο οποίο αναφέρεται ο συγγραφέας είναι η περιήγηση στην Ελλάδα με τον Άγγελο Σικελιανό, η οποία ακολούθησε αυτών των γεγονότων.

«Αγαπημένη μου αδερφή

Τα πράματα γύρισαν πολύ άσκημα και ο Βενιζέλος. Έπεσε. Δε φαντάζεσαι τη λύπη μου. Έπεσαν μαζί του και όλοι οι άνθρωποι που ήσαν στην εξουσία και ήσαν φίλοι μου. Τώρα όλοι μού είναι άγνωστοι και εχθροί. Μ’ αυτό δεν είναι τίποτα. Λυπούμαι για την Ελλάδα, γιατί μόνον ο Βενιζέλος είταν άξιος να την κυβερνήσει.

Τώρα, αρχές Μαΐου, θα γίνουν εκλογές και ελπίζω να βγει πάλι ο Βενιζέλος. Πολλοί φίλοι μου θα εκτεθούν βουλευτές και εγώ θα δεχόμουν αν ήθελε ο Σακλαμπάνης να μου παραχωρήσει τη θέση του αυτόν δεν τον συμφέρει να μένει στην Αθήνα, ν’ αφήσει το γραφείο του, το σπίτι του και να μένει εδώ. Γι αυτό και πρόπερσυ του πρότεινα, μα δεν εδέχτη και φέτο δεν πιστεύω να δεχτεί. Αυτό με στενοχωρά γιατί ήταν ευκαιρία να πολεμήσω στη Βουλή, τώρα που τόσο έχει ανάγκη ο Βενιζέλος από φίλους.

Ας είναι. Σε ζάλισα με τα πολιτικά. Εγώ λέω γλίγορα να κάμω το ταξίδι που θέλω. Μα το πέσιμο του Βενιζέλου με στενοχώρησε και ανέβαλα λίγο.

Δεν έχομε και δούλα και δεν μπορώ ν’ αφίσω τη Γαλάτεια μοναχή. Αν ήθελε η Καλλιόπη να γυρίσει θα τη δεχόμουν με δώδεκα ναπολεώνεια το χρόνο – μα δε θέλει.

Να μου χαιρετάς όλους, χώρια τη μητέρα.

26-2-15

Αν εδεχόταν ο Σακλαμπάνης Θα ερχόμουν στο Ηράκλειο να συνεννοηθώ μαζί του.

Νίκος»

Ο Καζαντζάκης δεν έγινε ποτέ βουλευτής του Βενιζέλου, αλλά αργότερα, όπως προαναφέραμε, συνεργάστηκαν, όταν διορίστηκε Γενικός Διευθυντής στο υπουργείο Περιθάλψεως.

Στη συνέχεια οι δυο τους συγκρούστηκαν, και η πολιτική τους φιλία χάλασε. Όπως έγραφε στο αφιέρωμα της «Π» για το μεγάλο στοχαστή και συγγραφέα ο νομικός και ιστορικός ερευνητής Δημήτρης Ξυριτάκης, αφορμή ήταν το ποντιακό ζήτημα, το οποίο ο Καζαντζάκης θεωρούσε ότι θα έπρεπε να λυθεί με απελευθερωτικό αγώνα της Ελλάδας, σε αντίθεση με το Βενιζέλο, που πίστευε στη διπλωματική οδό. Παράλληλα υπήρξε και μια δεύτερη αφορμή, οι εκλογές του Νοεμβρίου του 1920, στις οποίες οι Φιλελεύθεροι υπέστησαν μια απρόσμενη ήττα.

Η αποστολή στον Καύκασο

Για την αποστολή στον Καύκασο η Φωτεινή Τομαή προϊσταμένη της Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου Υπουργείου Εξωτερικών, έγραφε στις 8 Απριλίου 2007, στο “Βήμα”:

“Η γνωριμία του (σ.σ. Νίκου Καζαντζάκη) με τον Βενιζέλο από την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων, όταν κατετάγη εθελοντικά στον ελληνικό στρατό και υπηρέτησε στο γραφείο του, έδωσε την ευκαιρία στον έλληνα πρωθυπουργό να εκτιμήσει τις δυνατότητες του νέου, σχετικά, συγγραφέα και να τον τοποθετήσει σε θέση διευθυντή στο νεοσύστατο υπουργείο Περιθάλψεως με υπουργό τον Σπυρίδωνα Σίμο. Στο υπουργείο ο Καζαντζάκης θα παραμείνει μόλις έναν χρόνο (1919-20) και θα αποχωρήσει μετά την ήττα των Φιλελευθέρων τον Νοέμβριο του 1920.

Nikos Kazantzakis

Μέσα στον έναν χρόνο παραμονής του για πρώτη και μοναδική φορά σε δημόσια υπηρεσία θα ζήσει το δράμα του Ελληνισμού στις εσχατιές του Καυκάσου και του Αντικαυκάσου που σύμφωνα με επίσημες πηγές, τις προξενικές εκθέσεις του Διπλωματικού Αρχείου ΥΠΕΞ άγγιζαν, αν δεν ξεπερνούσαν, τις 500.000 ψυχές.

Επρόκειτο για διαπρεπείς επιστήμονες, γιατρούς, δικηγόρους, επιχειρηματίες αλλά και εκπαιδευτικούς, δημοσιογράφους και απλούς πολίτες που διαβιούσαν σε συμπαγείς κοινότητες σε δεκάδες πόλεις και περιφέρειες των κυβερνείων Τιφλίδας, Καρς, Μαύρης Θάλασσας, Κουμπάν, Κουταΐδος, αλλά και του Μπακού, Ερεβάν κ.ά.

Στις πόλεις αυτές λειτουργούσαν ελληνικά σχολεία και προξενεία, υπήρχαν ελληνικοί ορθόδοξοι ναοί με έλληνες ιερείς.

Ακόμη, οργανωμένα σωματεία και Τύπος (εφημερίδες). Ολοι αυτοί οι ελληνικοί πληθυσμοί βρέθηκαν μεμιάς σε δεινή θέση όταν βρέθηκαν στο επίκεντρο των τεράστιων πολιτικών αλλαγών του πρώτου μισού του 20ού αιώνα όχι μόνο γεωγραφικά, αλλά και εξαιτίας πολιτικών επιλογών στις οποίες προχώρησε η κυβέρνηση Βενιζέλου στέλνοντας από υποχρέωση προς τους συμμάχους της στην Αντάντ ελληνικό εκστρατευτικό σώμα στην Ουκρανία για την καταστολή της επανάστασης των μπολσεβίκων.

Η θέση των Ελλήνων

Μέσα στην αναταραχή που προκαλείται από τη διάλυση της αχανούς τσαρικής αυτοκρατορίας και την εκδήλωση τάσεων ατοδιαθέσεως και ανεξαρτησίας (για την επιθυμία των Ποντίων να ιδρύσουν ανεξάρτητο ποντιακό κράτος ο Βενιζέλος θα ενημερωθεί ήδη από το 1917, αλλά θα σταθεί εξαρχής αντίθετος προς την ιδέα αυτή) από διάφορες καταπιεσμένες εθνότητες που πάντως ως τότε συνυπήρχαν ειρηνικά, οι Ελληνες θα βρεθούν στη δυσχερέστερη θέση.

Στο στόχαστρο της μπολσεβίκικης προπαγάνδας αλλά και των επιδρομών φανατικών ισλαμικών φύλων με πρώτους και αγριότερους τους Κούρδους (πρόξενος Σταυριδάκης από Τιφλίδα, Α11 8010, 13 Αυγ. 1919) ο Ελληνισμός του Καυκάσου δεν θα στερηθεί απλώς τα οικονομικά μέσα που του εξασφάλιζαν ευδαιμονία και άνθηση αλλά, το κυριότερο, την ασφάλειά του”.

Ενώπιον της ευθύνης του και της σοβαρότητας της καταστάσεως, ο Καζαντζάκης τον Αύγουστο του 1919 θα φύγει μέσω Κωνσταντινουπόλεως και Ιταλίας για Παρίσι προκειμένου να συναντήσει τον ίδιο τον Βενιζέλο και να του διεκτραγωδήσει όσα τρομερά είδαν τα μάτια του με την αποχώρηση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος μετά την ήττα των δυνάμεων της Αντάντ για το μικρασιατικό μέτωπο (Κανελλόπουλος από Υπατη Αρμοστεία Κωνσταντινουπόλεως προς ΥΠΕΞ Πολίτη ΑΠ 6192, 28 Αυγ. 1919). Η εκστρατεία κόστισε βαρύτατα στις ελληνικές κοινότητες της Ν. Ρωσίας και η συμπεριφορά των μπολσεβίκων ήταν αναμενόμενη.

Πολλοί για ν’ αποφύγουν τα αντίποινα έφυγαν μαζί με τους έλληνες στρατιώτες.

Οι περισσότεροι όμως ζητούσαν να γυρίσουν στην Ελλάδα. “… Οσον αφορά εγκατάστασιν Μακεδονίας εκατόν χιλιάδων Καυκασίων γίνεται μελέτη και αναγκαία προπαρασκευή ΣΤΟΠ. Οφείλω όπως πληρφορήσω Υμετέραν Εξοχότητα” τηλεγραφούσε από την Αθήνα στον Βενιζέλο στο Παρίσι ο υπουργός Περιθάλψεως Σ. σίμος “περί μεγάλων δυσχερειών και ικανού χρονικού διαστήματος τα οποία θα απαιτηθούν δια μίαν τοιαύτην μετακίνησιν της οποίας αντιλαμβανόμεθα την Εθνικήν σπουδαιότητα ΣΤΟΠ…”.

Παραπάνω ο υπουργός διαβεβαίωνε τον πρωθυπουργό ότι “λαβόντες τηλεγράφημα Κυρίου Καζαντζάκη παρήγγειλα όπως εκ πιστώσεως 20 εκατομμυρίων προωρισμένης Κωνσταντινούπολιν παρασχεθή άμεσος περίθαλψις Καυκασίων, Ποντίων και Νοτίου Ρωσίας Ελλήνων δι’ ειδικής υπηρεσίας Υπουργείου Περιθάλψεως η οποία προ διμήνου απεστάλη μετά Κυρίου Καζαντζάκη επί τόπου ΣΤΟΠ”. Τελείωνε δε “Μετά σεβασμού κ.λπ. Προς κ. Καζαντζάκην έδωκα άδειαν έλθη προς συνάντησιν Υμών και προφορικήν συνεννόησιν” (ΑΠ 42919, 22 Αυγούστου, 1919).

Ωστόσο μια ημέρα πριν, στις 21 Αυγούστου ο Σίμος ειδοποιεί μέσω της Υπάτης Αρμοστείας Κωνσταντινουπόλεως τον Κανελλόπουλο αλλά και τον Καζαντζάκη ότι “… αντίξοοι πολιτικαί περιστάσεις… μεταφορά προσφύγων εις ελευθέραν Ελλάδα θ’ απέβαινεν ολεθρία και ανθρωπίνως και Εθνικώς δι’ αυτούς…” (ΑΠ 42656).

Τη λύση θα δώσει τελικά ο Βενιζέλος από το Παρίσι, όπου εξακολουθεί να παραμένει επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης: “… Λαμβανομένων υπ’ όψιν απωλειών Ελληνικού πληθυσμού Μακεδονίας και Θράκης ανερχομένην εις 150 χιλιάδας περίπου ανδρών, εννοεί τις ότι οι 100 χιλιάδες Ελλήνων Καυκάσου είναι κεφάλαιον εθνικόν και οικονομικόν μεγίστης σημασίας…”.

Οσο για τη δαπάνη εγκαταστάσεώς τους που θ’ απαιτηθεί, “η δαπάνη είναι ου μόνον εθνική αλλά κατ’ εξοχήν παραγωγός (sic) και δεν πρέπει να διστάσωμεν να την αντιμετωπίσωμεν” (ΑΠ 8/21 Βενιζέλος προς αντιπρόεδρο κυβερνήσεως, υπουργούς Οικονομικών, Γεωργίας και Περιθάλψεως). Στο μεταξύ, προτεραιότητα αποφασίζεται να δοθεί στα 3.500 ορφανά και πάσχοντες με δάνειο “δι ο κ. Καζαντζάκης μοι λέγει ότι υπολογίζει 7 και ήμισυ εκατομμύρια παρασχόμενα ως δάνειον…” (ΑΠ 84900. Κανελλόπουλος, 20 Αυγούστου 1919).

Οι κακουχίες των προσφύγων

Εχουν όμως μεσολαβήσει δύο τουλάχιστον εβδομάδες πριν έτερο δραματικό τηλεγράφημα του Καζαντζάκη προς τον προϊστάμενό του υπουργό Σ. Σίμο “Ινα να μη αποθανώσιν εκ πείνης και κακουχιών Ελληνες πρόσφυγες (δέον όπως) όταν επιστή ο καιρός επιτευχθή ωργανωμένη και ταχεία η παλιννόστησις και εγκατάστασις αυτών εν Πόντω. Η δευτέρα κατηγορία των Ελλήνων ανερχομένη εις υπέρ 100 χιλιάδας των επιθυμούντων εγκατάστασιν μόνον εν ελευθέρα Ελλάδι παρουσιάζει οξυτάτην την ανάγκην αρωγής.

Ευρισκόμενοι μεαξύ αλληλοσυγκρουομένων φυλών κινδυνεύουσιν την στιγμήν ταύτην να εξολοθρευθώσι από τους προχωρούντας εκ της Αρμενίας και Αζερμπατζίας Κούρδους Ταρτάρους. Επιτροπαί εξ αυτών επανειλημμένως σπεύδουσι να εκπλιρήσωσι δι’ εμού την Ελληνικήν Κυβέρνησιν να μη τους αφήσει να χαθώσι. Οι πλείστοι εγκατέλιπον ήδη την γλώσσα των καταστάντες τουρκόφωνοι ή ρωσόφωνοι και μετά τινα χρόνιον δεν θα υφίστανται πλέον ως Ελληνες…

Νομίζω επιβεβλημένον να μεταφερθώσι αμέσως εις Α. Μακεδονίαν εγκαθιστάμενοι εις εκκενούμενα κτήματα από Μικρασιάτες και Θράκες πρόσφυγες… Παρακαλώ μοι τηλεγραφήσητε οδηγίας. Καζαντζάκης” (ΑΠ 80089, 16 Αυγούστου 1919).

Τα γεγονότα θ’ ακολουθήσουν όμοια με χιονοστιβάδα. Ο Βενιζέλος θα ηττηθεί εκλογικά, ο Καζαντζάκης θα επιστρέψει και η Γεωργία, παρά την de jure αναγνώρισή της από το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο τον Φεβρουάριο του 1921, θα χαρεί για πολύ λίγο την ανεξαρτησία της, αφού μέσα στην ίδια χρονιά θα της επιβληθεί σοβιετικό καθεστώς και θ’ αποτελέσει μια από τις 15 Δημοκρατίες της ΕΣΣΔ εγκλωβίζοντας αρκετές χιλιάδες Ελλήνων για πολλές δεκαετίες ακόμη στα όριά της…”.

Όταν ο Νίκος Καζαντζάκης ήθελε να γίνει βουλευτής

Advertisement

Κώστα τι πάμε να κάνουμε κι εσύ κι εγώ έχουμε παιδιά

παιδιά

Η ταινία «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες», είναι ελληνική κωμωδία παραγωγής Φίνος Φιλμ του 1960 σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου, με πρωταγωνιστές τους Ντίνο Ηλιόπουλο και Κώστα Χατζηχρήστο. Γυρίστηκε στα τέλη του 1959 και έκανε πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 2 Φεβρουαρίου του 1960. Έκοψε 59.436 εισιτήρια. Ήρθε στην 12η θέση σε 52 ταινίες.

Σύμφωνα με το σενάριο, δύο καλόκαρδοι, δειλοί και αθώοι άνθρωποι από την επαρχία, ο Στέλιος Κοντογιώργης και ο Θωμάς Μακρυκώστας, βρίσκονται στην Αθήνα εξαιτίας μιας μακρόχρονης βεντέτας που χωρίζει τις δυο οικογένειες από πολύ παλιά – τόσο παλιά που κανείς δεν θυμάται πώς ξεκίνησε. Οι συγγενείς τους, λόγω ενός επεισοδίου στο χωριό, ρίχνουν λάδι στην φωτιά, προκαλώντας τόσο τον φόβο όσο και την οργή τους. Οι δύο άντρες, στη προσπάθειά τους να κρυφτούν, συναντώνται, χωρίς όμως να γνωρίζει ο ένας τον άλλον.

Η ταινία ήταν η κινηματογραφική μεταφορά της ομώνυμης θεατρικής παράστασης που είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά στο θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ.

Αρχικά το επιτελείο της Φίνος Φιλμ προόριζε τον έναν από τους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους για τον Δημήτρη Χορν. Ο άλλος ρόλος δόθηκε στον Κώστα Χατζηχρήστο και όλοι ήταν έτοιμοι για να αρχίσουν τα γυρίσματα. Ο Χορν, όμως συνεχώς το ανέβαλε, μέχρι που τελικά αντικαταστάθηκε από τον Ντίνο Ηλιόπουλο.

Την περίοδο εκείνη ο ηθοποιός ήθελε να πρωταγωνιστήσει σε κάποιο μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη κι έτσι δεν έδειξε ιδιαίτερο ενθουσιασμό για τους «Μακρυκωσταίους και Κοντογιώργηδες». Ο Ντίνος Ηλιόπουλος που πήρε τη θέση του είχε παίξει και στη θεατρική εκδοχή του έργου.

Η πτώση από πολυκατοικία

Στον κινηματογράφο όμως οι σκηνές έπρεπε να γίνουν πιο θεαματικές. Σύμφωνα με το σενάριο, κάποια στιγμή οι δυο πρωταγωνιστές βρίσκονται κυνηγημένοι και προκειμένου να μην πέσουν στα χέρια του άντρα που τους καταδιώκει, πηδάνε στο κενό από τον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας. Η σκηνή που βλέπουμε μέχρι σήμερα, είναι απόλυτη αληθινή και γυρίστηκε χωρίς κασκαντέρ.

Κώστα τι πάμε να κάνουμε κι εσύ κι εγώ έχουμε παιδιά
Σκηνή από την ταινία, “Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες”.

Την ιστορία περιγράφει ο επί χρόνια φροντιστής της εταιρείας Φίνος Φιλμ, Παντελής Παλιεράκης:

«Ο Ηλιόπουλος με τον Χατζηχρήστο, που δεν είχαν συνειδητοποιήσει τι θα πει να πηδάς από τόσο ψηλά, διασκέδαζαν με την ιδέα ότι θα κάνουν κάτι τέτοιο.

Στον τόπο του γυρίσματος, σε έναν δρόμο πίσω από το Πολυτεχνείο, είχε μαζευτεί κόσμος πολύς για να παρακολουθήσει αυτό το πραγματικά επικίνδυνο γύρισμα και πολλοί δημοσιογράφοι και φωτορεπόρτερ για να απαθανατίσουν το γεγονός. Είχε έρθει και η πυροσβεστική για να βοηθήσει μιας και οι δύο ηθοποιοί όπως ήταν φυσικό, δεν θα έπεφταν στο έδαφος, αλλά πάνω σε εκείνο το μουσαμά που χρησιμοποιούσαν οι πυροσβέστες σε περίπτωση διάσωσης των εγκλωβισμένων σε φλεγόμενο σπίτι.

Και έφτασε η μεγάλη στιγμή για να αρχίσει το γύρισμα. Άντε όμως να πείσεις τον Χατζηχρήστο και τον Ηλιόπουλο να πηδήξουν, που μόλις ανέβηκαν στο μπαλκόνι κι έριξαν τη ματιά τους κάτω, τους έπιασε ίλιγγος.

«Κώστα τι πάμε να κάνουμε; Κι εσύ κι εγώ έχουμε παιδιά», είπε ο Ηλιόπουλος. Εμένα η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει από την αγωνία και τον φόβο μήπως συμβεί τίποτα κακό. Αλλά εκεί που είχαμε φτάσει δεν γινόταν να κάνουμε πίσω. «Κοιτάξτε παιδιά, θα πέσετε γιατί αν δεν πέσετε, θα σας γιουχάρουνε από κάτω. Θα γίνετε ρεζίλι», τους είπα. «Έτοιμοι, πάμε» φώναξε ο Σακελλάριος. Κάποια στιγμή πήρε την απόφαση ο Χατζηχρήστος και πήδηξε πρώτος.

Τον ακολούθησε ο Ηλιόπουλος και το γύρισμα έγινε, όχι από ηρωισμό, αλλά από τον φόβο τους μην τους γιουχάρουν.
Ήταν ένα γύρισμα χωρίς επανάληψη φυσικά μιας και τέτοιο «σάλτο μορτάλε» έγινε για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου και μάλλον και τελευταία.
Η σκηνή, για τον φόβο των Ιουδαίων, γυρίστηκε ταυτόχρονα, από τέσσερις μηχανές!»

Η αφήγηση του Π. Παλιεράκη είναι από το βιβλίο του Αλκίνου Μπουνιά «30 χρόνια πίσω από την κάμερα της Φίνος Φίλμ» από τις εκδόσεις Σμυρνιωτάκης.

Advertisement

Η πορνεία στην παλιά Αθήνα

παλιά Αθήνα

Πόθοι και πάθη στην Παλιά Αθήνα

Ακόμα και στην ακραία συντηρητική Αθήνα της περιόδου του Όθωνα και του ρομαντισμού, υπήρχαν κάποιες ελάχιστες «ιέρειες» της Πάνδημης Αφροδίτης, πρόθυμες να προσφέρουν τα κάλλη τους στους ανύπαντρους Αθηναίους και όχι μόνο.

Η πορνεία στην παλιά Αθήνα

Επειδή λόγω επαγγελματικών αναγκών πλενόντουσαν πιο συχνά από τον υπόλοιπο πληθυσμό – ο οποίος πλενόταν μια φορά κάθε δεκαπέντε μέρες- τις φώναζαν περιπαικτικά «οι παστρικές». Από την περίοδο της Belle Epoque και μετά, θα αποκαλούνται πιο συχνά οι «Παξιμάδες»!

Γιατί παξιμάδες; Οι εποχούμενες πόρνες που γύριζαν στους δρόμους συνήθιζαν, για να προκαλέσουν και να αστειευτούν με τον αντρικό πληθυσμό των καφενείων, να περνούν ανάμεσα στα τραπεζάκια και να κλέβουν τα παξιμαδάκια που συνόδευαν τον καφέ.

Οι Αθηναίοι, που διασκέδαζαν αφάνταστα με τα παρατσούκλια, δεν άργησαν να τις βαφτίσουν παξιμαδοκλέφτρες, το οποίο αργότερα έγινε «Παξιμάδες».
Είναι ευνόητο ότι ήταν αδύνατο μια «παστρικιά» να κατοικεί σε κεντρική συνοικία της Παλιάς Αθήνας. Ακόμη και να πέρναγε από κει, οι τίμιες γειτόνισσες σταυροκοπιόντουσαν για να φύγει μακριά ο διάβολος. Άλλες τις φτύνανε και οπωσδήποτε τις μουντζώνανε.

Οι πιο ευγενικές περιορίζονταν στο να κλείνουν πόρτες και παράθυρα μέχρι να φύγει το μίασμα και φυσικά να μην πάρουν χαμπάρι τα παιδιά και κυρίως η κόρη, που ήταν κλεισμένη σχεδόν μονίμως μέσα.
Αυτές λοιπόν οι λιγοστές πόρνες κατοικούσαν στα πιο απόκεντρα σημεία έξω από το αθηναϊκό κέντρο.
Τα σημεία αυτά ήταν κοντά στη πλατεία Βάθης, απ’ όπου περνούσε το λεγόμενο ρέμα του Κυκλοβόρου, που ερχόταν από τα Τουρκοβούνια και κατέληγε στο Κηφισό, και στα Παντρεμενάδικα (σημερινός λόφος Αρδήττου).
Πολύ αργότερα, μετά το 1885, άρχισαν να συχνάζουν στη Νεάπολη και κυρίως στο Γκαζοχώρι της Πειραιώς.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι κοντά στο Γκαζοχώρι στην Κολοκυνθού, ήταν εγκατεστημένο το πρώτο νοσοκομείο για τις αφροδίσιες αρρώστιες. Πολύ αργότερα μεταφέρθηκε «στου Συγγρού». Από ένα σημείο κι έπειτα, όταν η πόλη άρχισε να μεγαλώνει και να γίνεται όλο και πιο απρόσωπη, τα ‘κορίτσια» κατευθύνθηκαν από το Γκαζοχώρι προς την Ομόνοια και γύρω από τον Άγιο Κωνσταντίνο.

Ιδού και μερικές επώνυμες «παστρικές»: Μια από τις πιο χαρακτηριστικές παλιές «παστρικές» ήταν και η καλόβολη χήρα Θεώνη. Καθόταν σε μια αφιλόξενη κι ακατοίκητη περιοχή κοντά στη σημερινή Λεωφόρο Αλεξάνδρας, που λεγόταν και Πινακωτή. Το σπίτι της είχε γύρω μια ψηλή μάντρα και έτσι οι επισκέπτες της, γλίτωναν από κάθε αδιάκριτο μάτι που πάντα υπάρχει ακόμη και στην ερημιά.

Η πορνεία στην παλιά Αθήνα

Η Θεώνη δεν ήταν όμορφη, αλλά ήταν παχιά. Αυτό ανταποκρινόταν πλήρως στα γούστα και τις απαιτήσεις της εποχής. Έτσι μπορούσε να περηφανεύεται ότι «παρηγορούσε» τους πιο γνωστούς «λιμοκοντόρους» της Αθήνας.

Στον αντίποδα της λαϊκής Θεώνης, ο Αττικός αναφέρει τη μητρομανή κόρη ενός ξένου διπλωμάτη, που παρέδιδε συστηματικά ερωτικά μαθήματα ευρωπαϊκού επιπέδου σε όλους τους δανδήδες της Αθήνας. Δεχόταν τους φίλους της σε κρυφό διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας!

Οι άντρες της τότε εποχής είχαν να το λένε για την σαν ηφαίστειο ιδιοσυγκρασία της και την άφταστη, πολύπλευρη εμπειρία της, που αναπτυσσόταν ελεύθερα σε ένα μεγάλο ντιβάνι σκεπασμένο με γούνα.

Μια που μιλάμε για τις «παστρικές», να σημειώσουμε ότι πολύ αργότερα με το Νόμο 3032 του 1922 «Περί ασέμνων γυναικών», τέθηκε τέρμα στο κρυφτούλι με τους οίκους ανοχής, οι οποίοι πλέον αναγνωρίστηκαν και επίσημα.

Οι «μαμάδες» τους χαρακτηρίστηκαν επαγγελματίες και η εφορία έσπευσε να τις κατατάξει ανάλογα με το μέγεθος της πελατείας τους σε φορολογικές κλάσεις. Παρόλες τις επίπονες έρευνες στα Αρχεία, δεν κατόρθωσα να βρω πως γινόταν αυτή η κατάταξη. Εικάζω ότι ειδικά εντεταλμένοι δημόσιοι υπάλληλοι στεκόντουσαν έξω από τους οίκους ανοχής και μετρούσαν τους επισκέπτες! Διακριτικά πάντα……

Advertisement

Το θρυλικό καφέ της Αθήνας

καφέ

Το Δεκαπενταύγουστο του 1940, το ιστορικό καφέ – ζαχαροπλαστείο Ζόναρς, άνοιξε για πρώτη φορά τις πόρτες του για το κοινό της Αθήνας. Η μέρα εγκαινίων του κοσμικού μαγαζιού, συνέπεσε με τον τορπιλισμό του ελληνικού πολεμικού πλοίου «Έλλη» στο λιμάνι της Τήνου.

Το Ζόναρς «στόλιζε» τη γωνία Βουκουρεστίου και Πανεπιστημίου. Σύντομα, έγινε σημείο αναφοράς της πρωτεύουσας και στέκι της κοινωνικής και πολιτικής ελίτ.
Δεν είναι τυχαίο που ο συγγραφέας Δημήτρης Ψαθάς, το χαρακτήρισε ως «το πιο πολυτελές ζαχαροπλαστείο της Αθήνας, τύπου ομοίου προς τα μεγαλύτερα και ωραιότερα της Βιέννης».

Το θρυλικό καφέ της Αθήνας

Ο Κάρολος Ζωναράς δημιούργησε «ένα πολυτελέστατον κέντρον, όπου πηγαίνει η αριστοκρατία και τρώγει την πάστα της λιγάκι ακριβούτσικα». Μαντάμ Σουσού του Δημήτρη Ψαθά

Τον πρωτότυπο για την εποχή χώρο εστίασης σχεδίασε ο Έλληνας επιχειρηματίας Κάρολος Ζωναράς. Για πολλά χρόνια κατοικούσε στην Αμερική, όπου και ίδρυσε μια επιτυχημένη σοκολατοβιομηχανία, στο Ντέιτον του Οχάιο. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, ο Ζωναράς θέλησε να επεκτείνει τα έσοδα και τη φήμη του.

Το θρυλικό καφέ της Αθήνας

Έδωσε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό για να μπορέσει να εκμεταλλευτεί επαγγελματικά τον χώρο, που στεγαζόταν στο κτίριο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού.
Θεωρούσε το ακίνητο ως επένδυση διότι βρισκόταν στο πιο κεντρικό σημείο της πόλης.
Η νέα του επιχείρηση πήρε το όνομα «Ζόναρς» (Zonar’s), από το επώνυμό του.
Η αισθητική του χώρου ήταν αυτή που το έκανε ξεχωριστό από την πρώτη στιγμή.

Το θρυλικό καφέ της Αθήνας
Η πολυτελής αίθουσα του Ζόναρς

Το μαγαζί προμηθεύτηκε τα έπιπλά του από τον «Βαράγκη», ξακουστό επιπλοποιείο της εποχής στο κέντρο της πόλης. Τα κορυφαία έπιπλα «δια χειρός Βαράγκη» χρησιμοποιήθηκαν επίσης στη Βουλή και στο Μέγαρο Μαξίμου. Το Ζόναρς διέθετε ακριβά σερβίτσια και λινά τραπεζομάντηλα, ενώ ήταν διακοσμημένο με κρύσταλλα, καθρέφτες και πολυελαίους.

Το θρυλικό καφέ της Αθήνας

Η πολυτέλεια του καταστήματος, αποτυπώθηκε και στο βιβλίο «Μαντάμ Σουσού» του Δημήτρη Ψαθά, ως εξής: 

– Για πού, κυρία Σουσού; 
– Στου Ζωνάρς. 
– Τι είναι πάλι αυτό; 
– Κέντρον, κυρα-Μαρίκα μου. Κέντρον του καλού κόσμου. Αλλά, φυσικά, παρντόν. Πού να ξέρετε εσείς εδώ κάτω, αστείο πράγμα! Είναι ένα πολυτελέστατον κέντρον, όπου πηγαίνει η αριστοκρατία και τρώγει την πάστα της λιγάκι ακριβούτσικα. Δίνεις όμως κάτι παραπάνω, κυρία Πανωραία μου, αλλά την ευχαριστιέσαι! 

Παρουσίασε πρώτο το παγωτό Σικάγο και την Coca Cola σε βαρέλια από την Αμερική

Το θρυλικό καφέ της Αθήνας
Ο Άντονι Κουίν έξω από το Ζόναρς

Ιστορικές προσωπικότητες από την πολιτική και καλλιτεχνική σκηνή της Αθήνας, καθιέρωσαν το Ζόναρς σε επίσημο στέκι τους. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Γεώργιος Ράλλης, ο Σοφοκλής Βενιζέλος και ο Ευάγγελος Αβέρωφ ήταν μερικοί μόνο από τους πολιτικούς που σύχναζαν εκεί.

Ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Γιάννης Τσαρούχης ένωναν τις καλλιτεχνικές τους ανησυχίες, γευματίζοντας στα τραπέζια της οδού Βουκουρεστίου και Πανεπιστημίου.
Ο Σπύρος Μελάς έγραψε τα χρονογραφήματά του για τον τορπιλισμό της «Έλλης» μέσα στον χώρο του Ζόναρς.

Η Μελίνα Μερκούρη, η Τζένη Καρέζη, η Αλίκη Βουγιουκλάκη και άλλοι σταρ του κινηματογράφου, γεύτηκαν για πρώτη φορά εκεί το παγωτό «Σικάγο» και τα πιάτα του σεφ Γιώργου Τσακίρη που ίδρυσε αργότερα την ομώνυμη εταιρία με τα πατατάκια.
Η Coca Cola που δεν είχε κυκλοφορήσει επίσημα στην Ελλάδα ερχόταν αποκλειστικά για το Ζόναρς, μέσα σε βαρέλια από την Αμερική.
Όλα αυτά κατέστησαν το μαγαζί του Ζωναρά ένα από τα πιο δημοφιλή της εποχής του.

Το θρυλικό καφέ της Αθήνας
Η Σοφία Λόρεν έξω από το Ζόναρς το 1956

Η φήμη του εξαπλώθηκε ακόμη και σε ηθοποιούς του εξωτερικού, οι οποίοι όταν έρχονταν στην Αθήνα, γευμάτιζαν εκεί.
Σήμερα το θρυλικό εστιατόριο, καφέ και ζαχαροπλαστείο, έχει ανακαινιστεί, αλλά κρατάει ακόμη την αίγλη των περασμένων χρόνων.

Advertisement

Οι ανιψιές του Διονύση Παπαγιαννόπουλου

nionios
nionios

Ο «γυναικοκατακτητής» Διονύσης Παπαγιαννόπουλος σεβόταν και θαύμαζε πολύ τις γυναίκες.

Γι’ αυτό ήταν πάντα διακριτικός και προσπαθούσε να κρύβει τις σχέσεις του, ώστε να μην εκθέτει τις συντρόφους του.

Ακόμα και όταν έβγαινε έξω μαζί τους, προσπαθούσε να πηγαίνει σε μέρη που δεν ήταν πολυσύχναστα.

Οι φίλοι του, που γνώριζαν την επιθυμία του να κρατάει την προσωπική του ζωή μακριά από τη δημοσιότητα, ακόμα και όταν τον συναντούσαν με κάποια κοπέλα, προσποιούνταν ότι δεν τον είχαν δει για να μην τον φέρουν σε δύσκολη θέση.

Μεγαλώνοντας ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος απέκτησε αδυναμία στις νεαρότερες κοπέλες.

Για να είναι σίγουρος ότι δε θα δημιουργήσει πρόβλημα σε κάποια  κοπέλα, όταν έβγαιναν τις σύστηνε πάντα ως ανιψιές του.

‘Αλλωστε ήταν και αρκετά νέες σε ηλικία.

Ο Γιάννης Δαλιανίδης, που ήταν στενός συνεργάτης του, είχε γνωρίσει αρκετές από τις «ανιψιές» του.

Όταν τύχαινε κάποια ανιψιά να είναι και νεαρή ηθοποιός, ο Νιόνιος προσπαθούσε να τις βοηθήσει και ζητούσε από το γνωστό σκηνοθέτη «ένα μικρό ρολάκι για την ανιψιά του».

Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Βραδυνή, θέλοντας να αποφύγει τα σχόλια γύρω από την ερωτική του ζωή, είχε δηλώσει:

«Ούτε ωραίος είμαι, ούτε τον γόη κάνω και δεν σέρνονται οι γυναίκες πίσω μου. Εξ’ άλλου δεν είναι σωστό να κάθεται κανείς και να αραδιάζει κατακτήσεις».

Την τακτική αυτή ακολούθησε μέχρι το τέλος της ζωής του, κάνοντας όλους όσους τον γνώρισαν να μιλούν για έναν γνήσιο τζέντλεμαν…

Advertisement

Η φωνή της καρδιάς 1943-1944

Η φωνή της καρδιάς

Η ταινία, “Η φωνή της καρδιάς” προβλήθηκε τη σαιζόν 1943-1944 και έκοψε 102.237 εισιτήρια.

-Η ταινία, “Η φωνή της καρδιάς” προβαλλόταν με μεγάλη επιτυχία επί τρεις συνεχείς εβδομάδες σε τρεις κινηματογράφους του κέντρου των Αθηνών. Μάλιστα, η κοσμοσυρροή έξω από τους κινηματογράφους Ρεξ και Έσπερος, ενόχλησε ιδιαίτερα τους Γερμανούς κατακτητές.

Η φωνή της καρδιάς
Σκηνή από την ταινία, “Η φωνή της καρδιάς”.

-Σε αυτήν την ταινία πρωτοεμφανίζονται οι Δημήτρης Χορν, Καίτη Πάνου και Σμαρούλα Γιούλη. Ο Αιμίλιος Βεάκης ντουμπλάρεται από τον ηθοποιό Τζαβάλα Καρούσο.

-Αυτή ήταν η πρώτη ταινία που έφερε το λογότυπο της Φίνος Φιλμ στην παραγωγή, παρ’όλα αυτά, πρόκειται για μία συμπαραγωγή της εταιρείας με τον Γιώργο Καβουκίδη.

-Πρώτη κατοχική ταινία και η πρώτη με την επωνυμία Φίνος Φιλμ.

-Στα παρασκήνια των γυρισμάτων αναφέρεται η παρ’ ολίγον αποχώρηση του πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή, χρονογράφου και συνθέτη του ελαφρού τραγουδιού, Χρήστου Χαιρόπουλου, όταν έμαθε πως στην ταινία θα ακουγόταν ένα ρεμπέτικο τραγούδι.

-Η πρώτη μεγάλη παραγωγή του Φιλοποίμενα Φίνου.
-Η ταινία γυρίστηκε κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

-Πρόκειται για την δεύτερη ομιλούσα ελληνική ταινία, ο ήχος της οποίας ήταν επεξεργασμένος στην Ελλάδα.

-Σε αυτήν την ταινία πρωτοεμφανίζονται οι Δημήτρης Χορν, Καίτη Πάνου και Σμαρούλα Γιούλη. Ο Αιμίλιος Βεάκης ντουμπλάρεται από τον ηθοποιό Τζαβάλα Καρούσο.

Περίληψη της ταινίας, “Η φωνή της καρδιάς”

Ο κυρ Σπύρος έχει αποφυλακιστεί μετά από χρόνια επειδή είχε σκοτώσει τον εραστή της γυναίκας του. Ένας φίλος του τον βοηθάει να εργαστεί ως κηπουρός. Αναζητά την κόρη του που συχνάζει στην ταβέρνα όπου εργάζεται ο ίδιος. Εκεί γνωρίζει ένα νεαρό ζευγάρι που η μητέρα της κοπέλας δεν θέλει τον νεαρό φίλο της επειδή είναι φτωχός.

Τότε μαθαίνει πως η κοπέλα είναι η κόρη του καθώς προσπαθεί να τους βοηθήσει να παντρευτούν. Θα ματαιώσει έναν αρραβώνα που της ετοιμάζει η μητέρα της απειλώντας τη. Και βέβαια στο τέλος η νεαρή κοπέλα θα μάθει ότι είναι ο πατέρας της.

Advertisement

Γιατί μετρούσε μανιωδώς στο δρόμο τα Volkswagen

Volkswagen
Volkswagen

Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας δεν οδηγούσε ποτέ ο ίδιος. Στις διαδρομές είχε την περίεργη συνήθεια να μετρά τα «Volkswagen».

Ήθελε να φτάσει σε κάποιον αριθμό.

Συνέχεια κούναγε το κεφάλι του δεξιά και αριστερά και έψαχνε πάντα να βρει για να μετρήσει ένα Volkswagen, όταν πηγαίναμε κάπου », θυμάται η Σίσσυ Αιβαλιώτου, ανιψιά του Λάμπρου Κωνσταντάρα….

Ο γιος του, Δημήτρης, τον είχε ζήσει σε πολλές διαδρομές να μετρά τα Volkswagen:

«Τον έβλεπα να μετράει. Έκανε προσθέσεις και αφαιρέσεις ώστε να είναι σίγουρος ότι το πρόσημο είναι θετικό».

Μία μέρα, ο Δημήτρης τον ρώτησε τον λόγο που έχει αυτή την ιδιαίτερη συνήθεια.

«Μου είπε τα αυτοκίνητα που περνάνε με την μεγαλύτερη συχνότητα δίπλα σου είναι οι μέρες που έχεις μπροστά σου για να ζήσεις. Ήθελε λοιπόν να μεγαλώνει τον αριθμό των Volkswagen για να είναι σίγουρος ότι θα ζήσει περισσότερα χρόνια. Εάν κάποιος τον ταρακούναγε την ώρα που τα μέτραγε γινότανε καυγάς, καθώς ήταν νευρικός και φωνακλάς. Οι συνάδελφοι του που γνώριζαν την ιδιοτροπία του, πολλές φορές του έκαναν πλάκες.

«Κάθε μέρα με ρώταγε πόσα είχα μετρήσει στο δρόμο. Εγώ δεν είχα μετρήσει κανένα. Αλλά του απαντούσα 20 για να τον πειράξω. Του έκανε εντύπωση καθώς αυτός είχε μετρήσει μόλις 11, ενώ είχε κάνει μεγαλύτερη διαδρομή. Στενοχωριόταν και νευρίαζε. Στη συνέχεια πρόσθετε τα 20 δικά μου με τα 11 δικά του ώστε να έχει μετρήσει στο τέλος περισσότερα Volkswagen», διηγείται η Άννα Φόνσου

Advertisement

Κάτω στα Λεμονάδικα έγινε φασαρία

Κάτω στα Λεμονάδικα

Το «Κάτω στα Λεμονάδικα» είναι ένα από τα δημοφιλέστερα τραγούδια του Βαγγέλη Παπάζογλου.

Γνώρισε πολλές επανεκτελέσεις αλλά, πρώτη φορά, το τραγούδησε ο Στελλάκης Περπινιάδης  το 1934.
Το τραγούδι αναφέρεται στα Λεμονάδικα του Πειραιά και σε ένα από τα σχεδόν καθημερινά περιστατικά που συνέβαιναν στην περιοχή.

Τα Λεμονάδικα ήταν η οπωραγορά του Πειραιά, η οποία στεγαζόταν μέχρι την δεκαετία του 1950 στην πλατεία Καραϊσκάκη.
Με την αύξηση του πληθυσμού και ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1920, το λιμάνι οργανώθηκε, φτιάχθηκαν υπόστεγα και διαχωρίστηκαν οι θέσεις παραλαβής εμπορευμάτων.

Τα πλοία με είδη γενικού εμπορίου προσορμίζονταν σε άλλες περιοχές του λιμανιού, ενώ τα οπωρολαχανικά στην προβλήτα Καραϊσκάκη, κοντά στην πλατεία. Έτσι, το σημείο πήρε το προσωνύμιο «Λεμονάδικα».

Με την άφιξη των προσφύγων το 1922 επετράπη να δημιουργηθεί επί της πλατείας αυτοσχέδιος καταυλισμός από παράγκες, ώστε να στεγαστούν οι πρόσφυγες, τουλάχιστον προσωρινά.

lemonadika

Δίπλα στα υπόστεγα με τα οπωρολαχανικά προστέθηκαν και οι παράγκες, οι οποίες με το πέρασμα του χρόνου και το ελληνικό δαιμόνιο, μετατράπηκαν σε μαγαζιά με κάθε είδους εμπόρευμα.

Η πλατεία έγινε το εμπορικό κέντρο του Πειραιά και ο κόσμος συνέρρεε καθημερινά κατά χιλιάδες. Τα χρόνια ήταν τρομερά δύσκολα και η φτώχεια δέσποζε σε ολόκληρη την πόλη.

Καθένας προσπαθούσε να επιβιώσει με κάθε τρόπο, έτσι αυξήθηκαν οι πορτοφολάδες, το εμπόριο ναρκωτικών και οι ληστείες.
Ένας από τους βασικούς στόχους των πορτοφολάδων που λυμαίνονταν την περιοχή ήταν οι λαχαναγορίτες και οι εμπορομανάβηδες.

Στο λιμάνι, δεκάδες καΐκια, μικρά ή μεγάλα προερχόμενα από τα νησιά, την Κρήτη, την Πελοπόννησο και άλλες περιοχές, ξεφόρτωναν κοφίνια και τσουβάλια με φρέσκα φρούτα και λαχανικά.

Το εμπόρευμα συγκεντρωνόταν στα υπόστεγα από τους λαχαναγορίτες που είχαν πάγκους μέσα στην αγορά και από εκεί γίνονταν οι πωλήσεις λιανικής για το κοινό και οι μεταπωλήσεις χονδρικής προς τους μανάβηδες της ευρύτερης περιοχής.

Στα Λεμονάδικα, από τα ξημερώματα, δεκάδες μανάβηδες πήγαιναν για να κάνουν τα ψώνια τους για τις λαϊκές αγορές και τα μαγαζιά τους. Το χρήμα έπεφτε ζεστό πάνω στον πάγκο.

Οι λαχαναγορίτες όπως και οι μανάβηδες, που πήγαιναν για προμήθειες, είχαν πάντα γεμάτο πορτοφόλι. Έτσι, τα Λεμονάδικα και οι επονομαζόμενοι «λαχανάδες» (στην αργκό, λάχανο ή παντόφλα σήμαινε πορτοφόλι) ήταν διαρκής στόχος για τους πορτοφολάδες, γι αυτό και το τραγούδι αναφέρει:

Κυρ αστυνό , βρε κυρ αστυνό , κυρ αστυνόμε μη βαράς 
κυρ αστυνόμε μη βαράς, γιατί κι εσύ το ξέρεις 
πως η δουλειά μας είναι αυτή 
και ρέφα μη γυρεύεις 
εμείς τρώμε τα λάχανα, τσιμπούμε τις παντόφλες 
για να μας βλέπουν τακτικά 
της φυλακής οι πόρτες 

Άπειρα είναι τα συμβάντα που έχουν καταγραφεί στο αστυνομικό δελτίο, ιδιαίτερα από το 1922 έως το 1949, γεγονότα που δεν μπορούσαν να μην αναφερθούν από τους ρεμπέτες οι οποίοι κατέγραφαν την καθημερινότητα.

Ένα από τα δεκάδες περιστατικά, που όμως δεν είχε αίσιο τέλος για τους πορτοφολάδες, αφού συνελήφθησαν, καταγράφει στο τραγούδι του ο Βαγγέλης Παπάζογλου.

Μετά το 1922 και τον ερχομό των προσφύγων οι άνθρωποι πεινούσαν, δεν είχαν να φάνε, να ντυθούν και τα παιδιά τους δεν είχαν γάλα να πιουν.

Ο Παπάζογλου στην περιγραφή του δείχνει ότι το γεγονός είναι καθημερινό και συμβαίνει, καθένας πρέπει να επιβιώσει, έστω και με αυτόν τον τρόπο. Ο τελευταίος στίχος του είναι ξεκάθαρος: «Δεν μας φοβίζει ο θάνατος, μόν’ μας τρομάζει η πείνα».

Advertisement

Ο Μουτζούρης του Πηλίου

Μουτζούρης

Η σιδηροδρομική γραμμή του Πηλίου που φιλοξενεί τα 4 βαγόνια του περίφημου “Μουντζούρη” , κατασκευάστηκε το 1896, για να συνδέσει το Βόλο με τις ακτές του Παγασητικού.

Ο Μουτζούρης του Πηλίου

Με φάρδος γραμμής μόλις 60 εκατοστά…, το τραινάκι του Πηλίου αποτελεί στις μέρες μας ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της ευρύτερης περιοχής. Από το Βόλο μέχρι τα Λεχώνια, και κατά τη διάρκεια μιας μοναδικής διαδρομής μέσα από μικρές σήραγγες, πλούσια βλάστηση, και πάνω από τοξωτά πέτρινα γεφύρια, το τραινάκι διανύει μια διαδρομή 13 χιλιομέτρων, και 16 ακόμα μέχρι το σταθμό στις Μηλιές.

Ο Μουτζούρης του Πηλίου

Έως το 1950 αποτελούσε μέσο μεταφοράς εμπορευμάτων αλλά και συγκοινωνίας, ώσπου το 1971 τέθηκε οριστικά εκτός λειτουργίας εφόσον είχε πλέον απαξιωθεί από τα μοντέρνα δίκτυα μεταφοράς.

Αξίζει πραγματικά να το επισκεφτείτε, ειδικά Φθινόπωρο και Άνοιξη όπου το τοπίο είναι μαγικό….

Ο Μουτζούρης του Πηλίου
Ο Μουτζούρης του Πηλίου
Advertisement

Η ψεύτρα 1962-1963

i pseftra4 e1483981270519
i pseftra4 e1483981270519

Η ταινία, “Η ψεύτρα” προβλήθηκε τη σαιζόν 1962-1963 και έκοψε 196.250 εισιτήρια. Ήρθε στην 2η θέση σε 82 ταινίες.

Η ψεύτρα
Σκηνή από την ταινία, “Η ψεύτρα”.

-Το σενάριο της ταινίας βασίστηκε σε ουγγαρέζικο θεατρικό έργο, που έδωσε ο Μάριος Πλωρίτης στον Γιάννη Δαλιανίδη.

Αλίκη Βουγιουκλάκη κάνει μερικές τολμηρές εμφανίσεις, χωρίς βέβαια να φτάσει ποτέ σε αποκαλύψεις.

-Η ταινία γυρίστηκε ύστερα από επιθυμία που εξέφρασε η Αλίκη στον Φίνο, να της γυρίσει μια μουσική κωμωδία με σκηνοθέτη τον Γιάννη Δαλιανίδη.

Περίληψη της ταινίας, “Η ψεύτρα”

Η Μαίρη, μια πλούσια, όμορφη αλλά κακομαθημένη κοπέλα, ερωτεύεται ένα γοητευτικό γλύπτη και αποφασίζει να τον κατακτήσει. Καταφέρνει να πείσει τον πατέρα της να παραγγείλει από το γλύπτη ένα γλυπτό, που να παριστάνει μια γυμνή κοπέλα.

Μετά με την βοήθεια του κυρ Βλάσση του ταχυδρόμου της γειτονιάς και των μικρών παιδιών του, που παριστάνουν τα αδέλφια της, παρουσιάζεται σαν ένα φτωχό κορίτσι, που θέλει να δουλέψει γι’ αυτόν σαν μοντέλο. Με το νάζι και την πονηριά της κάνει τον καλλιτέχνη να την ερωτευτεί και να χωρίσει την αρραβωνιαστικιά του.

Όταν όμως μαθαίνει την “συνωμοσία”, που του έχει στήσει γίνεται έξαλλος και την διώχνει από το εργαστήριο του. Τότε τα “δήθεν αδελφάκια” της, αποφασίζουν να βάλουν τα πράγματα στη θέση τους.

Advertisement

Η Ψωροκώσταινα

Η Ψωροκώσταινα

Στην εποχή που κυβερνούσε την Ελλάδα ο Καποδίστριας ζούσε στο Ναύπλιο μια ζητιάνα, που την έλεγαν «Ψωροκώσταινα». Σε μια λοιπόν συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος θέλοντας να πει για τη φτώχεια του Ελληνικού Δημοσίου το παρομοίασε με την πασίγνωστη ζητιάνα. Από τότε η λέξη επαναλήφθηκε στις συζητήσεις και τελικά επικράτησε. Μόνο που, όταν λέγεται τώρα δεν εννοεί το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά ολόκληρη την χώρα…

Η όλη ιστορία της Ψωροκώσταινας (Ευ. Δαδιώτης, «Αιγαιοπελαγίτικα» τεύχος 13) είναι η εξής: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι»,είπε περήφανα η γριά πλύστρα Χατζηκώσταινα και τα άφησε πάνω στο τραπέζι που είχε στήσει στην πλατεία του Ναυπλίου η ερανική επιτροπή, εκείνη την Κυριακή του 1826.

Ύστερα από αυτή την απρόσμενη χειρονομία, κάποιος από το πλήθος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της.» Κι αμέσως το φιλότιμο πήρε και έδωσε. Βροχή πέφταν πάνω στο τραπέζι λίρες, γρόσια και ασημικά. Αυτή ήταν η συνέχεια της φτωχής προσφοράς της πλύστρας Χατζηκώσταινας, που από εκείνη τη στιγμή αποθανατίστηκε με το παρατσούκλι «Ψωροκώσταινα». Και το παρανόμι αυτό κόλλησε έπειτα στην Ελλάδα.

psorokostaina

Αλλά, ποιά ήταν αυτή η «Ψωροκώσταινα»; Ήταν η κάποτε αρχόντισσα των Κυδωνιών, του Αϊβαλιού, Πανωραία Χατζηκώστα, σύζυγος πάμπλουτου Αϊβαλιώτη εμπόρου, που φημιζότανε όχι μόνο για τα πλούτη του άνδρα της, μα και για τα πολλά δικά της κι ακόμα για την ομορφιά της.

Όταν αργότερα οι Τούρκοι πυρπόλησαν την πολιτεία του Αϊβαλί, και έσφαξαν άνδρες και γυναικόπαιδα, ανάμεσα σε αυτούς που σώθηκαν ήταν και η αρχόντισσα Πανωραία Χατζηκώστα, που είδε να σφάζουν οι Τούρκοι τον άνδρα της και τα παιδιά της. Κατά καλή της τύχη ένας ναύτης την βοήθησε και μαζί με άλλους την ανέβασε σε ένα καράβι που ξεμπάρκαρε στα Ψαρά. Εκεί αναγνωρίστηκε από τον ομοιοπαθή της Βενιαμίν τον Λέσβιο, την προστάτεψε και τον ακολούθησε στην Πελοπόννησο.

Στο Ναύπλιο, ο Βενιαμίν παρέδιδε μαθήματα για να ζήσει και η Πανωραία, για να ζήσει, άρχισε να ξενοπλένει και αργότερα, με σαλεμένα σχεδόν τα λογικά της, ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου. Έπειτα από το περιστατικό του εράνου στο Ναύπλιο, όταν έφτασε ο Καποδίστριας στην Ελλάδα, τη συμμάζεψε κι όταν ίδρυσε το ορφανοτροφείο, η Πανωραία, που τώρα έγινε γνωστή με το παρανόμι «Ψωροκώσταινα», προσφέρθηκε να πλένει τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά πληρωμή.

Advertisement

Μία ματιά και εδώ..

Οι κληρονόμοι 1963-1964

fotofrafies kinimatografou
Η ταινία, "Οι κληρονόμοι" προβλήθηκε τη σαιζόν 1963-1964 και έκοψε 249.751 εισιτήρια. Ήρθε στην 12η θέση σε 92 ταινίες.-Πρόκειται για την τελευταία κινηματογραφική εμφάνιση...

Καφετζόπουλος Αντώνης

Ο Αντώνης Καφετζόπουλος είναι Έλληνας ηθοποιός. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 13 Οκτωβρίου 1951 και τελείωσε το δημοτικό στο Ζωγράφειο, ενώ το 1964, ήρθε πρόσφυγας...