Όταν ο Καζαντζάκης συνάντησε τον Βενιζέλο και θέλησε να γίνει βουλευτής του!

Η θλίψη του μεγάλου στοχαστή για την παραίτηση του Κρητικού πρωθυπουργού, τον Φεβρουάριο του 1915, και η διάθεση του να αναμειχτεί στην πολιτική για να τον βοηθήσει!

Τι έγραφε σε μια επιστολή του στην αδελφή του.

width= Όταν ο Νίκος Καζαντζάκης ήθελε να γίνει βουλευτής

Οι δύο μεγάλοι της Κρήτης, του πνεύματος και της πολιτικής, ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, υπήρξαν για ένα διάστημα συνεργάτες. Αλλά και σίγουρα ο ένας θαύμαζε τον άλλο. Ως στοχαστής ο Βενιζέλος θαύμασε τον Καζαντζάκη και ως πολιτικό ον, τουλάχιστο μέχρι ένα διάστημα, ο Καζαντζάκης τον Βενιζέλο. Μάλιστα το 1919 ο τελευταίος διόρισε τον πρώτο στη θέση του Γενικού Διευθυντή του υπουργείου Περιθάλψεως, δίνοντας του την εντολή να βοηθήσει τον επαναπατρισμό 150.000 Ελλήνων από τον Καύκασο, μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία. Η ελληνική παρουσία στην περιοχή αλλά και το εκστρατευτικό σώμα που πολέμησε κατά των μπολσεβίκων του Λένιν, ήταν μια συμμαχική δέσμευση του Βενιζέλου προς τις δυνάμεις της Αντάντ.

Βενιζέλος και Καζαντζάκης γνωρίστηκαν την εποχή των Βαλκανικών πολέμων, όταν ο μεγάλος συγγραφέας κατετάγη εθελοντής στον ελληνικό στρατό, πριν καν την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Γνωρίστηκαν από κοντά καθώς ο πρωθυπουργός επέλεξε τον συμπατριώτη του ως συνεργάτη του γραφείου του. Αργότερα, το 1919, τον διόρισε στο υπουργείο, στο οποίο υπηρέτησε μέχρι τον Νοέμβριο του 1920, όταν ο Βενιζέλος υπέστη πικρή και απρόσμενη ήττα, η οποία άλλαξε την πορεία των πραγμάτων όχι μόνο στον ελληνικό αλλά και στον ευρύτερο χώρο της Ανατολής και οδήγησε στη Μικρασιατική Καταστροφή.

«Θέλω να πολεμήσω στη Βουλή μαζί με τον Βενιζέλο»

Η πίστη του Νίκου Καζαντζάκη στον Ελευθέριο Βενιζέλο, αλλά και η διάθεση του να αναμειχτεί στην πολιτική, ως υποψήφιος βουλευτής στο Ηράκλειο, εκφράζονται σε μια επιστολή του μεγάλου Κρητικού στοχαστή και συγγραφέα προς την αδελφή του το Φεβρουάριο του 1915, όταν ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, έχοντας τη θέση ότι η χώρα θα έπρεπε να πάρει μέρος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, αναγκάζεται να παραιτηθεί, καθώς διαφωνεί με το γερμανόφιλο βασιλιά Κωνσταντίνο, που δεν ήθελε να συγκρουστεί με τον Κάιζερ της Γερμανίας.

Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου, τον διαδέχτηκε ο λαϊκός Δημήτριος Γούναρης και προκηρύχθηκαν εκλογές για την 31 Μαΐου, τις οποίες κέρδισαν οι Φιλελεύθεροι.

Ο Καζαντζάκης, συναισθηματικά φορτισμένος από την εξέλιξη της παραίτησης, γράφει στην αδελφή του Αναστασία από την Αθήνα όπου βρίσκεται, εκφράζοντας τη θλίψη του. «Δε φαντάζεσαι τη λύπη μου», γράφει. «Έπεσαν μαζί του και όλοι οι άνθρωποι που ήσαν στην εξουσία και ήσαν φίλοι μου. Τώρα όλοι μού είναι άγνωστοι και εχθροί. Μ’ αυτό δεν είναι τίποτα. Λυπούμαι για την Ελλάδα, γιατί μόνον ο Βενιζέλος είταν άξιος να την κυβερνήσει».

Κι εκφράζει την επιθυμία να είναι υποψήφιος βουλευτής του Βενιζέλου στο Ηράκλειο, για τον βοηθήσει. Με την προϋπόθεση να συμφωνήσει ο σύζυγος της Αναστασίας Μιχαήλ Σακλαμπάνης, ο οποίος είναι προφανές ότι δεν συμφώνησε, καθώς τελικά εξετέθη ως υποψήφιος και εξελέγη βουλευτής του Κόμματος Φιλελευθέρων.

Στην επιστολή την οποία δημοσιεύουμε στη συνέχεια (είχαμε κάνει μια πρώτη δημοσίευση στο ένθετο για τα 50 χρόνια από το θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη, στις 26 Οκτωβρίου 2007), το ταξίδι στο οποίο αναφέρεται ο συγγραφέας είναι η περιήγηση στην Ελλάδα με τον Άγγελο Σικελιανό, η οποία ακολούθησε αυτών των γεγονότων.

«Αγαπημένη μου αδερφή

Τα πράματα γύρισαν πολύ άσκημα και ο Βενιζέλος. Έπεσε. Δε φαντάζεσαι τη λύπη μου. Έπεσαν μαζί του και όλοι οι άνθρωποι που ήσαν στην εξουσία και ήσαν φίλοι μου. Τώρα όλοι μού είναι άγνωστοι και εχθροί. Μ’ αυτό δεν είναι τίποτα. Λυπούμαι για την Ελλάδα, γιατί μόνον ο Βενιζέλος είταν άξιος να την κυβερνήσει. Τώρα, αρχές Μαΐου, θα γίνουν εκλογές και ελπίζω να βγει πάλι ο Βενιζέλος. Πολλοί φίλοι μου θα εκτεθούν βουλευτές και εγώ θα δεχόμουν αν ήθελε ο Σακλαμπάνης να μου παραχωρήσει τη θέση του∙ αυτόν δεν τον συμφέρει να μένει στην Αθήνα, ν’ αφήσει το γραφείο του, το σπίτι του και να μένει εδώ. Γι αυτό και πρόπερσυ του πρότεινα, μα δεν εδέχτη και φέτο δεν πιστεύω να δεχτεί. Αυτό με στενοχωρά γιατί ήταν ευκαιρία να πολεμήσω στη Βουλή, τώρα που τόσο έχει ανάγκη ο Βενιζέλος από φίλους.

Ας είναι. Σε ζάλισα με τα πολιτικά. Εγώ λέω γλίγορα να κάμω το ταξίδι που θέλω. Μα το πέσιμο του Βενιζέλου με στενοχώρησε και ανέβαλα λίγο.

Δεν έχομε και δούλα και δεν μπορώ ν’ αφίσω τη Γαλάτεια μοναχή. Αν ήθελε η Καλλιόπη να γυρίσει θα τη δεχόμουν με δώδεκα ναπολεώνεια το χρόνο – μα δε θέλει.

Να μου χαιρετάς όλους, χώρια τη μητέρα.

26-2-15

Αν εδεχόταν ο Σακλαμπάνης Θα ερχόμουν στο Ηράκλειο να συνεννοηθώ μαζί του.

Νίκος»

Ο Καζαντζάκης δεν έγινε ποτέ βουλευτής του Βενιζέλου, αλλά αργότερα, όπως προαναφέραμε, συνεργάστηκαν, όταν διορίστηκε Γενικός Διευθυντής στο υπουργείο Περιθάλψεως.

Στη συνέχεια οι δυο τους συγκρούστηκαν, και η πολιτική τους φιλία χάλασε. Όπως έγραφε στο αφιέρωμα της «Π» για το μεγάλο στοχαστή και συγγραφέα ο νομικός και ιστορικός ερευνητής Δημήτρης Ξυριτάκης, αφορμή ήταν το ποντιακό ζήτημα, το οποίο ο Καζαντζάκης θεωρούσε ότι θα έπρεπε να λυθεί με απελευθερωτικό αγώνα της Ελλάδας, σε αντίθεση με το Βενιζέλο, που πίστευε στη διπλωματική οδό. Παράλληλα υπήρξε και μια δεύτερη αφορμή, οι εκλογές του Νοεμβρίου του 1920, στις οποίες οι Φιλελεύθεροι υπέστησαν μια απρόσμενη ήττα.

 

Η αποστολή στον Καύκασο

Για την αποστολή στον Καύκασο η Φωτεινή Τομαή προϊσταμένη της Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου Υπουργείου Εξωτερικών, έγραφε στις 8 Απριλίου 2007, στο “Βήμα”:

“Η γνωριμία του (σ.σ. Νίκου Καζαντζάκη) με τον Βενιζέλο από την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων, όταν κατετάγη εθελοντικά στον ελληνικό στρατό και υπηρέτησε στο γραφείο του, έδωσε την ευκαιρία στον έλληνα πρωθυπουργό να εκτιμήσει τις δυνατότητες του νέου, σχετικά, συγγραφέα και να τον τοποθετήσει σε θέση διευθυντή στο νεοσύστατο υπουργείο Περιθάλψεως με υπουργό τον Σπυρίδωνα Σίμο. Στο υπουργείο ο Καζαντζάκης θα παραμείνει μόλις έναν χρόνο (1919-20) και θα αποχωρήσει μετά την ήττα των Φιλελευθέρων τον Νοέμβριο του 1920.

Μέσα στον έναν χρόνο παραμονής του για πρώτη και μοναδική φορά σε δημόσια υπηρεσία θα ζήσει το δράμα του Ελληνισμού στις εσχατιές του Καυκάσου και του Αντικαυκάσου που σύμφωνα με επίσημες πηγές, τις προξενικές εκθέσεις του Διπλωματικού Αρχείου ΥΠΕΞ άγγιζαν, αν δεν ξεπερνούσαν, τις 500.000 ψυχές.

Επρόκειτο για διαπρεπείς επιστήμονες, γιατρούς, δικηγόρους, επιχειρηματίες αλλά και εκπαιδευτικούς, δημοσιογράφους και απλούς πολίτες που διαβιούσαν σε συμπαγείς κοινότητες σε δεκάδες πόλεις και περιφέρειες των κυβερνείων Τιφλίδας, Καρς, Μαύρης Θάλασσας, Κουμπάν, Κουταΐδος, αλλά και του Μπακού, Ερεβάν κ.ά.

Στις πόλεις αυτές λειτουργούσαν ελληνικά σχολεία και προξενεία, υπήρχαν ελληνικοί ορθόδοξοι ναοί με έλληνες ιερείς.

Ακόμη, οργανωμένα σωματεία και Τύπος (εφημερίδες). Ολοι αυτοί οι ελληνικοί πληθυσμοί βρέθηκαν μεμιάς σε δεινή θέση όταν βρέθηκαν στο επίκεντρο των τεράστιων πολιτικών αλλαγών του πρώτου μισού του 20ού αιώνα όχι μόνο γεωγραφικά, αλλά και εξαιτίας πολιτικών επιλογών στις οποίες προχώρησε η κυβέρνηση Βενιζέλου στέλνοντας από υποχρέωση προς τους συμμάχους της στην Αντάντ ελληνικό εκστρατευτικό σώμα στην Ουκρανία για την καταστολή της επανάστασης των μπολσεβίκων.

 

Η θέση των Ελλήνων

Μέσα στην αναταραχή που προκαλείται από τη διάλυση της αχανούς τσαρικής αυτοκρατορίας και την εκδήλωση τάσεων ατοδιαθέσεως και ανεξαρτησίας (για την επιθυμία των Ποντίων να ιδρύσουν ανεξάρτητο ποντιακό κράτος ο Βενιζέλος θα ενημερωθεί ήδη από το 1917, αλλά θα σταθεί εξαρχής αντίθετος προς την ιδέα αυτή) από διάφορες καταπιεσμένες εθνότητες που πάντως ως τότε συνυπήρχαν ειρηνικά, οι Ελληνες θα βρεθούν στη δυσχερέστερη θέση. Στο στόχαστρο της μπολσεβίκικης προπαγάνδας αλλά και των επιδρομών φανατικών ισλαμικών φύλων με πρώτους και αγριότερους τους Κούρδους (πρόξενος Σταυριδάκης από Τιφλίδα, Α11 8010, 13 Αυγ. 1919) ο Ελληνισμός του Καυκάσου δεν θα στερηθεί απλώς τα οικονομικά μέσα που του εξασφάλιζαν ευδαιμονία και άνθηση αλλά, το κυριότερο, την ασφάλειά του”.

Ενώπιον της ευθύνης του και της σοβαρότητας της καταστάσεως, ο Καζαντζάκης τον Αύγουστο του 1919 θα φύγει μέσω Κωνσταντινουπόλεως και Ιταλίας για Παρίσι προκειμένου να συναντήσει τον ίδιο τον Βενιζέλο και να του διεκτραγωδήσει όσα τρομερά είδαν τα μάτια του με την αποχώρηση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος μετά την ήττα των δυνάμεων της Αντάντ για το μικρασιατικό μέτωπο (Κανελλόπουλος από Υπατη Αρμοστεία Κωνσταντινουπόλεως προς ΥΠΕΞ Πολίτη ΑΠ 6192, 28 Αυγ. 1919). Η εκστρατεία κόστισε βαρύτατα στις ελληνικές κοινότητες της Ν. Ρωσίας και η συμπεριφορά των μπολσεβίκων ήταν αναμενόμενη.

Πολλοί για ν’ αποφύγουν τα αντίποινα έφυγαν μαζί με τους έλληνες στρατιώτες.

Οι περισσότεροι όμως ζητούσαν να γυρίσουν στην Ελλάδα. “… Οσον αφορά εγκατάστασιν Μακεδονίας εκατόν χιλιάδων Καυκασίων γίνεται μελέτη και αναγκαία προπαρασκευή ΣΤΟΠ. Οφείλω όπως πληρφορήσω Υμετέραν Εξοχότητα” τηλεγραφούσε από την Αθήνα στον Βενιζέλο στο Παρίσι ο υπουργός Περιθάλψεως Σ. σίμος “περί μεγάλων δυσχερειών και ικανού χρονικού διαστήματος τα οποία θα απαιτηθούν δια μίαν τοιαύτην μετακίνησιν της οποίας αντιλαμβανόμεθα την Εθνικήν σπουδαιότητα ΣΤΟΠ…”. Παραπάνω ο υπουργός διαβεβαίωνε τον πρωθυπουργό ότι “λαβόντες τηλεγράφημα Κυρίου Καζαντζάκη παρήγγειλα όπως εκ πιστώσεως 20 εκατομμυρίων προωρισμένης Κωνσταντινούπολιν παρασχεθή άμεσος περίθαλψις Καυκασίων, Ποντίων και Νοτίου Ρωσίας Ελλήνων δι’ ειδικής υπηρεσίας Υπουργείου Περιθάλψεως η οποία προ διμήνου απεστάλη μετά Κυρίου Καζαντζάκη επί τόπου ΣΤΟΠ”. Τελείωνε δε “Μετά σεβασμού κ.λπ. Προς κ. Καζαντζάκην έδωκα άδειαν έλθη προς συνάντησιν Υμών και προφορικήν συνεννόησιν” (ΑΠ 42919, 22 Αυγούστου, 1919).

Ωστόσο μια ημέρα πριν, στις 21 Αυγούστου ο Σίμος ειδοποιεί μέσω της Υπάτης Αρμοστείας Κωνσταντινουπόλεως τον Κανελλόπουλο αλλά και τον Καζαντζάκη ότι “… αντίξοοι πολιτικαί περιστάσεις… μεταφορά προσφύγων εις ελευθέραν Ελλάδα θ’ απέβαινεν ολεθρία και ανθρωπίνως και Εθνικώς δι’ αυτούς…” (ΑΠ 42656).

Τη λύση θα δώσει τελικά ο Βενιζέλος από το Παρίσι, όπου εξακολουθεί να παραμένει επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης: “… Λαμβανομένων υπ’ όψιν απωλειών Ελληνικού πληθυσμού Μακεδονίας και Θράκης ανερχομένην εις 150 χιλιάδας περίπου ανδρών, εννοεί τις ότι οι 100 χιλιάδες Ελλήνων Καυκάσου είναι κεφάλαιον εθνικόν και οικονομικόν μεγίστης σημασίας…”. Οσο για τη δαπάνη εγκαταστάσεώς τους που θ’ απαιτηθεί, “η δαπάνη είναι ου μόνον εθνική αλλά κατ’ εξοχήν παραγωγός (sic) και δεν πρέπει να διστάσωμεν να την αντιμετωπίσωμεν” (ΑΠ 8/21 Βενιζέλος προς αντιπρόεδρο κυβερνήσεως, υπουργούς Οικονομικών, Γεωργίας και Περιθάλψεως). Στο μεταξύ, προτεραιότητα αποφασίζεται να δοθεί στα 3.500 ορφανά και πάσχοντες με δάνειο “δι ο κ. Καζαντζάκης μοι λέγει ότι υπολογίζει 7 και ήμισυ εκατομμύρια παρασχόμενα ως δάνειον…” (ΑΠ 84900. Κανελλόπουλος, 20 Αυγούστου 1919).

 

Οι κακουχίες των προσφύγων

 

Εχουν όμως μεσολαβήσει δύο τουλάχιστον εβδομάδες πριν έτερο δραματικό τηλεγράφημα του Καζαντζάκη προς τον προϊστάμενό του υπουργό Σ. Σίμο “Ινα να μη αποθανώσιν εκ πείνης και κακουχιών Ελληνες πρόσφυγες (δέον όπως) όταν επιστή ο καιρός επιτευχθή ωργανωμένη και ταχεία η παλιννόστησις και εγκατάστασις αυτών εν Πόντω. Η δευτέρα κατηγορία των Ελλήνων ανερχομένη εις υπέρ 100 χιλιάδας των επιθυμούντων εγκατάστασιν μόνον εν ελευθέρα Ελλάδι παρουσιάζει οξυτάτην την ανάγκην αρωγής. Ευρισκόμενοι μεαξύ αλληλοσυγκρουομένων φυλών κινδυνεύουσιν την στιγμήν ταύτην να εξολοθρευθώσι από τους προχωρούντας εκ της Αρμενίας και Αζερμπατζίας Κούρδους Ταρτάρους. Επιτροπαί εξ αυτών επανειλημμένως σπεύδουσι να εκπλιρήσωσι δι’ εμού την Ελληνικήν Κυβέρνησιν να μη τους αφήσει να χαθώσι. Οι πλείστοι εγκατέλιπον ήδη την γλώσσα των καταστάντες τουρκόφωνοι ή ρωσόφωνοι και μετά τινα χρόνιον δεν θα υφίστανται πλέον ως Ελληνες…

Νομίζω επιβεβλημένον να μεταφερθώσι αμέσως εις Α. Μακεδονίαν εγκαθιστάμενοι εις εκκενούμενα κτήματα από Μικρασιάτες και Θράκες πρόσφυγες… Παρακαλώ μοι τηλεγραφήσητε οδηγίας. Καζαντζάκης” (ΑΠ 80089, 16 Αυγούστου 1919).

Τα γεγονότα θ’ ακολουθήσουν όμοια με χιονοστιβάδα. Ο Βενιζέλος θα ηττηθεί εκλογικά, ο Καζαντζάκης θα επιστρέψει και η Γεωργία, παρά την de jure αναγνώρισή της από το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο τον Φεβρουάριο του 1921, θα χαρεί για πολύ λίγο την ανεξαρτησία της, αφού μέσα στην ίδια χρονιά θα της επιβληθεί σοβιετικό καθεστώς και θ’ αποτελέσει μια από τις 15 Δημοκρατίες της ΕΣΣΔ εγκλωβίζοντας αρκετές χιλιάδες Ελλήνων για πολλές δεκαετίες ακόμη στα όριά της…”.

Αναδημοσίευση άρθρου απο το kirakatina.gr