Αξίζει να αφιερώσω ένα άρθρο μου για την ταινία Άγγελος του Γιώργου Κατακουζηνού, την πρώτη ταινία στην Ελλάδα που ασχολήθηκε με τον ανδρικό ομοερωτισμό, τους τραβεστί και τις κακόφημες πιάτσες της εποχής, προσπαθώντας να αποτυπώσει τις αντιλήψεις την τότε κοινωνίας απέναντι σε αυτά τα θέματα.
Αποτελεί μία ταινία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα εμπνευσμένη από την ιστορία του ναύτη Χρήστου Ρούσσου ο οποίος δολοφόνησε τον εραστή του Ανέστη Παπαδόπουλο, με αποτέλεσμα να καταδικαστεί ο ίδιος σε ισόβια κάθειρξη.
Η ταινία περιγράφει την ερωτική σχέση δύο ανδρών, στην οποία ο ένας είναι σκληρό αρσενικό που απαιτεί από τον Άγγελο να ντύνεται γυναίκα. Ο ίδιος βιώνοντας την κοινωνική κατακραυγή, την αυτοκτονία του πατέρα ο οποίος δεν αντέχει τη ντροπή και τη συνεχή υποτίμηση από τον εραστή, μετατρέπεται σε θύμα και τον σκοτώνει.
Πρωταγωνιστές της ταινίας ήταν ο Μιχάλης Μανιάτης, ο οποίος μαθήτευσε δίπλα στον Άντονι Χόπκινς για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στο ρόλο του και ο Διονύσης Ξάνθος στο ρόλο του εραστή που δολοφονείται.
Η ταινία προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις και είχε απορριφθεί αρχικά από το υπουργείο Πολιτισμού. Παρά τη διφορούμενη στάση του Τύπου όμως, η εισπρακτική επιτυχία της ταινίας ήταν μεγάλη. Αξιοσημείωτο είναι επίσης πως παρά την αρχική αντίδραση του Χρήστου Ρούσσου για την παραποίηση των γεγονότων, ο ίδιος μετά από χρόνια παραδέχτηκε ότι η ίδια συνέβαλλε στη θετική αντιμετώπιση της κοινής γνώμης και τον μετριασμό της ποινής του.
Η μουσική της ταινία ανήκει στον Σταμάτη Σπανουδάκη και το σενάριο στον Γιώργο Κατακουζηνό. Συμμετείχε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1982 και απέσπασε τα βραβεία καλύτερης ταινίας, σεναρίου και πρώτου ανδρικού ρόλου για τον Μιχάλη Μανιάτη.
Η ταινία όμως απέσπασε και την αρνητική κριτική, κυρίως μετά την προβολή της ταινίας στις Κάννες, διάφορες ομοφυλοφιλικές οργανώσεις είχαν αντιδράσει επειδή θεωρούσαν πως η ταύτιση ομοφυλόφιλου- δολοφόνου ήταν ατυχείς. Παρόμοια αντίδραση είχε δεχτεί και η ερωτική –αστυνομική ταινία Βασικό Ένστικτο, στην οποία παρουσιαζόταν μία αμφιφυλόφιλη γυναίκα– δολοφόνος και αυτό είχε προκαλέσει αρνητική κριτική επειδή ταύτιζε την αμφιφυλοφιλία με μία δολοφόνο.
Παραμένει η πρώτη ταινία που ασχολήθηκε με θέματα ταμπού για την Ελλάδα, αναδεικνύοντας την ομοφοβία και τις αντιλήψεις γύρω από τον ανδρικό ομοερωτισμό και τα ταμπού που τον συνοδεύουν. Είναι αναμφίβολα, μία ταινία που για εκείνη την εποχή τάραξε συθέμελα το Ελληνικό σινεμά και τις κυρίαρχες κοινωνικές αντιλήψεις. Αξίζει σίγουρα να τη δεις, έστω για μία φορά.
Όταν δε φοβάσαι το τέρας, σημαίνει πως έχεις αρχίσει να του μοιάζεις.’’
(Μάνος Χατζιδάκις)
Ο αρνηθείς δε μετανιώνει. Αν ρωτιούνταν, πάλι όχι θα ξαναέλεγε.’’
(Κωνσταντίνος Καβάφης- Che fece … il grand rifiuto)
Ήρθαν ντυμένοι φίλοι αμέτρητες φορές οι εχθροί μου, το παμπάλαιο χώμα πατώντας. Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα του. ‘’
(Οδυσσέας Ελύτης)
‘Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες. Όταν τ’ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει. Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ.’’
(Ανδρέας Εμπειρίκος)
Φοβάμαι μήπως συνηθίσω έτσι. Πάντα από μακριά να σε αγαπώ.’’
(Γιώργος Σεφέρης)
Υπέμεινα πράγματα τα οποία δεν έπρεπε να υπομείνω, με το αιτιολογικό μίας ευγένειας ότι θα πίκραινα, ότι θα πείραζα, ότι θα αναστάτωνα των άλλων τη ζωή. Και αυτό ήταν μία ήττα. Καθαρή ήττα. ‘’
(Κική Δημουλά)
Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. Στο μυαλό είναι ο στόχος, το νου σου ε;
Σπάστηκα με την ατάκα σου «Κοίτα να διασκεδάσεις». Δε γουστάρω να περνάω καλά χωρίς εσένα. Θέλω να λες από μέσα σου να είναι όλα μαύρα εκεί που πάει χωρίς εμένα. – γιατί έτσι λέω κι εγώ. Τι να σου κάνω ανωτερότητες; Γιατί είμαστε έτσι φτιαγμένοι να μη μας αρέσει να περνάει καλά ο άλλος χωρίς εμάς»
(Μαλβίνα Κάραλη)
Έχω μία αγκαλιά που χωράει λίγους, αλλά αυτούς τους λίγους τους χωράει καλά.’’
Πώς μπορείς να μείνεις αδιάφορη απέναντι σε έναν άνθρωπο που συμβολίζει τους χιλιάδες εκείνους Έλληνες που πέτυχαν στο εξωτερικό; Πώς μπορεί κάποιος να μείνει αδιάφορος μπροστά στο έργο ενός ανθρώπου που επηρέασε τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων οι οποίοι δεν τον γνώρισαν ποτέ, χαρίζοντάς τους το σπουδαιότερο δώρο, τη ζωή και την υγεία;
Η περίπτωση του Γεώργιου Παπανικολάου είναι η περίπτωση ενός ξεχωριστού ανθρώπου, που έβαλε έναν στόχο στη ζωή του και τον κατάφερε: να χαρίσει ζωή. Και ας έφτασε στο σημείο να πουλάει χαλιά, να απαρνηθεί περιουσίες, να πάει στην Αμερική χωρίς να έχει απάνω του χρήματα για να μπορέσει να ζήσει.
Κατάφερε ο άνθρωπος αυτός να χαρίσει ζωή, να σώσει τον άνθρωπο. Η ίδια η Ελλάδα που τώρα δηλώνει υπερήφανη για το μέγα επιστήμονα, η ίδια ήταν που τον ειρωνευόταν και τον έλεγε χασομέρη επειδή αφιέρωνε χρόνο της ζωής του στο να ερευνά στο μικροσκόπιο.
Η σημαντικότερη ανακάλυψη του 20ου αιώνα επάνω στον καρκίνο, ανήκει στον Έλληνα ιατρό Γεώργιο Παπανικολάου. Το Τεστ Παπ εντοπίζει τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας σε αρχικό στάδιο, πριν καν εκδηλωθούν συμπτώματα, οπότε είναι βέβαιο ότι η ίαση είναι απόλυτη.
Ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας αποτελεί μία από τις κυριότερες αιτίες θανάτου στο γυναικείο πληθυσμό παγκοσμίως. Η ανακάλυψη του τεστ Παπ μείωσε τη θνησιμότητα στο γυναικείο πληθυσμό και ο Παπανικολάου κατάφερε και άγγιξε το ιερό δισκοπότηρο της Ιατρικής. Έδωσε την ευκαιρία στην Επιστήμη να προλαμβάνει και να θεραπεύει μία από τις κυριότερες αιτίες θανάτου παγκοσμίως.
Ο Παπανικολάου όμως είναι ο ιδρυτής και ενός ολόκληρου κλάδου της Ιατρικής, της αποφολιδωτικής Κυτταρολογίας, δηλαδή ευεργέτησε και τους άνδρες και τις γυναίκες. Και είναι άδικο ότι αυτός ο δότης ζωής δεν κέρδισε ποτέ του το Νόμπελ.
Ως γυναίκα, δε θα μπορούσα να μη νοιώθω ευγνωμοσύνη για έναν τέτοιο άνθρωπο. Και με ένα κείμενό μου τιμώ τον άνθρωπο που «έδωσε ζωή στις γυναίκες όλου του κόσμου».
Πάντα όταν γίνεται αναφορά στους ωραιότερους Έλληνες άνδρες, το πρώτο όνομα που ακούω από τους περισσότερους είναι αυτό του Νίκου Κούρκουλου. Παρά το γεγονός ότι ήταν όντως ένας ωραίος άνδρας, προσωπικά δε με ενθουσίασε ποτέ επειδή στους ρόλους του εξέπεμπε μία αλητεία και ένα στυλ τύπου ‘’εγώ είμαι κάποιος’’ που με απωθούσε.
Ο δικός μου αγαπημένος ήταν ανέκαθεν ο Αλέκος Αλεξανδράκης. Ένα ηθοποιός που υπηρέτησε την τέχνη με πίστη, όραμα και ελπίδα. Η ποιότητά του και η ευγένεια που υπήρχε στην ψυχή του διακρίνονταν ακόμα και στους ρόλους που υποδυόταν και όχι μόνο στην πραγματική του ζωή.
Ένας πραγματικός ζεν πρεμιέ με μία γοητεία που δεν άφηνε ασυγκίνητο κανένα από τα δύο φύλα. Ένας ηθοποιός δοσμένος στην τέχνη του, που δε δίστασε να τα βάλει ακόμα και με την πολιτική εξουσία της εποχής, υπερασπιζόμενος την καθολική αξία της τέχνης και του κινηματογράφου.
Κανένας δεν πεθαίνει πραγματικά όταν αφήνει έργο πίσω του και μάλιστα τόσο σημαντικό. Και σίγουρα ο Αλεξανδράκης είναι ένας από τους λόγους για να αισθάνεται υπερήφανη η έβδομη τέχνη.
Πίσω στο μακρινό 1981, άφηνα για πάντα την πρώτη μου δουλειά κατόπιν μιας πιο δελεαστικής επαγγελματικής πρότασης. Πήγα, θυμάμαι, την τελευταία μέρα στον κυρ-Γιάννη, το αφεντικό, προκειμένου να τον ευχαριστήσω για την συνεργασία μας και να τον αποχαιρετήσω.
Εκείνος μου είπε κάποια λόγια που έμελλε να μην τα ξεχάσω ποτέ. «Κώστα μου, καλή συνέχεια στην νέα σου δουλειά και να θυμάσαι: Όπως και να στα φέρει η ζωή, όποιον δρόμο κι αν διαλέξεις, είτε γίνεις γιατρός είτε οδοκαθαριστής, τούτο να προσέξεις: Να γίνεις ο καλύτερος στο είδος σου!..» Κάθε φορά που φέρνω στο νου τα λόγια του εκλιπόντος από χρόνια παλιού μου αφεντικού, εντελώς συνειρμικά ξεπροβάλλει πάλι και πάλι το ίδιο πρόσωπο μες στη σκέψη μου· του Γιώργου Νταλάρα!..
Τον Απρίλιο του 1971 ήμουν δεν ήμουν επτά. Κάθε Κυριακή ο μπαμπάς με ανέβαζε στην μηχανή και πηγαίναμε στο Μοναστηράκι για την καθιερωμένη μας βόλτα στα παλιατζίδικα της εποχής. Κόσμος πολύς, υπαίθριες ατραξιόν όπως ο θρυλικός Σαμψών και ο Κουταλιανός και ανάμεσα σε όλα, ο απόηχος από το κουβεντολόι των περαστικών και η μυρωδιές από τα παραδοσιακά μαγειρεία στα στενά σοκάκια της περιοχής. Σε μια μαγική στροφή του χρόνου ο μπαμπάς αγόρασε ένα ραδιοκασετόφωνο, πράγμα που έμελλε να αλλάξει τόσο πολύ τη ζωή μου. Σαν γυρίσαμε στο σπίτι, θυμάμαι ακόμα με πόση λαχτάρα αποτραβήχτηκα σε μια γωνιά αγκαλιά με το «μαγικό» μου κουτί!.. Συντόνισα ανυπόμονα τα κουμπιά και νά το θαύμα!..
«Είπες πως θα ‘ρθεις να με βρεις μα γέρασ’ η καρδιά μου κι ούτε πουλί φτερούγισε μέσα στην ερημιά μου…»
Σήκωσα μαγεμένος τα μάτια μου προς το παράθυρο και κοίταξα έξω. Η φωνή του αγαπημένου Γιώργου, οι στίχοι του τραγουδιού και η ανθισμένη πασχαλιά του κήπου μας έσμιξαν για πάντα μέσα μου. Η πνοή μιας αιώνιας ερωτικής Άνοιξης…
Λόγω της απουσίας του πατέρα του από το σπίτι, ο Γιώργος Νταλάρας δούλευε από 7 χρονών έως και 15 χρονών ταυτόχρονα με το σχολείο του. Η πρώτη του δουλειά ήταν η μεταφορά πάγου. Συνολικά, στα παιδικά του χρόνια, έκανε 23 διαφορετικά επαγγέλματα όπως, βοηθός καφενείου (στο πρωτοδικείο της Αθήνας), βοηθός σε βιβλιοδετείο, τεχνικός αυτοκινήτων, γρασαδόρος σε πλυντήρια αυτοκινήτων, εργάτης σε οικοδομή, βοηθός επισκευών σκαπτικών μηχανημάτων, οξυγονοκολλητής, βοηθός χρυσοχόου κλπ.
Από τότε κύλισε πολύ νερό στον μύλο του χρόνου. Μεταπολίτευση, «Αλλαγή», Περεστρόικα, σκάνδαλα, κρίση οικονομική (και κυρίως ιδεών), μνημόνια και τόσα άλλα που έφεραν κυριολεκτικά τα πάνω κάτω. Εκείνο, ωστόσο, που απόμεινε αμετάβλητο μέσα μου, ήταν οι αμέτρητες μικρές και μεγάλες στιγμές που βίωνα και εξακολουθώ να βιώνω μέσα από το μουσικό έργο του Γιώργου «της καρδιάς μου». Πότε με την αληθινά πλούσια δισκογραφία του και πότε με τις ζωντανές του εμφανίσεις (με προεξάρχουσα εκείνη του μαγικού «Ορφέα» στα 1982) κατάφερε να παραμείνει το πιο χρήσιμο «μπουντέλι» της ψυχής μου. (Μπουντέλια, τα παλιά χρόνια, λέγανε στις οικοδομές τα στηρίγματα με τα οποία έδεναν τις σκαλωσιές.)
Ο Γιώργος Νταλάρας γεννήθηκε το Σεπτέμβρη του ’49. Γιος του τραγουδιστή και δεξιοτέχνη στο μπουζούκι, Λουκά Νταράλα, έφερε εξαρχής στο καλλιτεχνικό του DNA αυτούσιο το άρωμα του ελληνικού τραγουδιού.Να σημειώσω εδώ, ότι η »ανάγκη» για αυτόν τον μεταγενέστερο μικρό αναγραμματσμό στο επίθετο του Γιώργου (από Νταράλας σε Νταλάρας) προέκυψε κάποια στιγμή στην πορεία, καθαρά μέσα από το γεγονός ότι η τελική επιλογή, είναι αισθητά πιο εύηχη σε σχέση με την αρχική μορφή του επιθέτου του.
Όπως και να έχει όμως το θέμα, ο Νταλάρας, ουσιαστικά μεγάλωσε στρατευμένος στο μεγάλο του όνειρο και από την πρώτη του δισκογραφική απόπειρα το 1967, μετρά έως σήμερα πάνω από 80 προσωπικούς δίσκους που έχουν ξεπεράσει τα 15.000.000 αντίτυπα σε όλο τον κόσμο, ενώ συμμετείχε (ως ερμηνευτής, μουσικός, παραγωγός) σε περισσότερους από 120 δίσκους άλλων καλλιτεχνών.
Οι σταθμοί της καριέρας του εντός και εκτός των «τειχών» είναι τόσοι πολλοί και σημαντικοί, που όσους κι αν αναφέρουμε, κάποιοι υποχρεωτικά και άδικα θα λησμονηθούν. Ο ίδιος, άλλωστε, σε σχετική ερώτηση που του έγινε σε μια από τις συνεντεύξεις του αναφορικά με πρόσωπα και καταστάσεις που συνάντησε στην διάρκεια της πορείας του, δήλωσε: «Από πολύ νωρίς ένιωσα την αξία που έχει η ύπαρξή μας και αγάπησα πολύ και τους ανθρώπους και τα έργα τους. Και στις αγάπες μου ήμουν υπερβολικός.
Από τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι, τον Τσιτσάνη και τον Ξαρχάκο, το δημοτικό τραγούδι και τον Χρόνη Αηδονίδη, τους Βυζαντινούς ψάλτες και τη Μαρία Κάλλας μέχρι την κλασική μουσική και τις απίστευτες νότες που βγάζουν οι κιθάρες των Λατινοαμερικάνων. Είμαι δέσμιος των παθών μου και δεν ντρέπομαι γι’ αυτό. Δεν το θεωρώ ελάττωμα αλλά κέρδος. Η ζωή είναι ένας ωκεανός. Μπήκα κι εγώ στο βαρκάκι μου αλλά δεν έμεινα στο πρώτο νησί που βρήκα μπροστά μου. Συνέχισα. Βρήκα κι άλλα πολλά νησάκια· ήταν δώρα που μου δόθηκαν. Ακόμα αυτό κάνω. Δύσκολο να πω, λοιπόν, ποια από αυτά τα δώρα αγαπώ περισσότερο.»
Το 1964, σε ηλικία 15 ετών, είχε φτιάξει κάποια συγκροτήματα με φίλους του. Κάποια από αυτά ήταν οι «Electronics» και οι «Crazy Boys» στα οποία παίζανε μουσική επηρεασμένη από τους Beatles, τους Animals κλπ. Με το συγκρότημα «Crazy Boys» είχαν κερδίσει ένα βραβείο σε ένα διαγωνισμό του REX.
Κάθε φορά που φέρνω στην σκέψη μου την ατέλειωτη μουσική διαδρομή του Γιώργου Νταλάρα, μονάχα μπροστά σε ένα πράγμα στέκω αληθινά αναποφάσιστος και όχι τυχαία. Θαρρώ ότι ποτέ δεν θα καταλήξω στο τραγούδι που λάτρεψα περισσότερο. Ίσως γιατί δεν ήταν λίγα εκείνα που κατά καιρούς έρχονταν και με επισκέπτονταν με έναν τρόπο σχεδόν μεταφυσικό για να γεμίσουν τις εμπειρίες μου με τα πιο βαθιά συναισθήματα. Πώς να ξεχάσω το «Ήρθα κι απόψε» όταν πρωτοερωτεύθηκα, την «Αλάνα» την ημέρα που παρουσιάστηκα φαντάρος, την «Άσφαλτο που τρέχει» στα ατέλειωτα ταξίδια μου στην εθνική οδό και τόσα ακόμη…
Όμως το τραγούδι που άφησε μέσα μου την πιο βαθιά χαρακιά έμελλε να είναι εκείνο που θα συνόδευε μουσικά την πιο λυπημένη μέρα της ζωή μου. Θυμάμαι, επέστρεφα από την Ελασσόνα, όπου είχα μόλις αποχαιρετήσει για πάντα τον επίγειο άγγελό μου, την κυρα-Παναγιώτα, τη μάνα μου. Σε μια στάση για καφέ κάπου εκεί στον Μπράλο ξέσπασα ανάμεσα σε γνωστούς και φίλους σε κλάματα για την μεγάλη μου απώλεια. Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά και από κάποιο αυτοκίνητο ακούστηκε σαν ουράνια παρηγοριά:
«Μη μου θυμώνεις μάτια μου τώρα που θα σ’ αφήσω κι έλα για λίγο να σε δω να σ’ αποχαιρετήσω…»
Ποιά η γνώμη του Μίκη Θεοδωράκη για τον Γιώργο Νταλάρα;…“Είvαι γvωστό ότι τα πιό απλά είvαι και τα πιό δύσκoλα. Και στη μoυσική, όταv ακoύμε έvαv ωραίo τραγoυδιστή μας φαίvεται πoλύ απλό και voμίζoυμε ότι κι εμείς θα μπoρoύσαμε vα τo κάvoυμε αυτό. Και πράγματι, επειδή στηv Ελλάδα όλoι θέλoυμε vα γίvoυμε τραγoυδιστές, υπάρχoυv χιλιάδες τραγoυδιστές και στα δημoτικά και στα λαϊκά. Ομως, τελικά από τις χιλιάδες αυτές, κάθε επoχή βγαίvει έvας ή δύo, τo πoλύ. Μέσα σε αυτoύς, τoυς πoλύ λίγoυς, είvαι και o Νταλάρας (…) Εγώ, τov Νταλάρα τov θεωρώ συvεχιστή της μεγάλης παράδoσης τoυ ρεμπέτικoυ και τoυ λαϊκoύ τραγoυδιoύ”.
Κάπου εδώ θαρρώ πως είναι φρόνιμο να κλείσω την μικρή μου αναφορά. Άλλωστε, ούτε χρειάζεται να προσθέσω άλλες λεπτομέρειες μα ούτε και να σταθώ σε όσα κατά καιρούς έχουν χρεωθεί στην στάση ζωής του Γιώργου Νταλάρα παρά στο έργο του καθαυτό. Εκτιμώ πως στερείται κάθε νοήματος (και ξεφεύγει από τους σκοπούς τούτου του κειμένου) η αντιπαράθεση με απόψεις, αφενός απολύτως σεβαστές, αφετέρου κινούμενες -κάποιες φορές τουλάχιστον- από άλλες, μη ταπεινές προθέσεις ή κίνητρα. Εκείνο που εντέλει μπορεί να υπογράψει τούτο το μικρό αφιέρωμα είναι η αίσθηση μου πως ο κυρ-Γιάννης, στη συμβουλή που μου έδωσε, αποτύπωσε με τις πιο δυνατές λέξεις ό, τι ακριβώς ψιθύρισε η μοίρα στο αυτί του Γιώργου Νταλάρα, όταν κι εκείνος ξεκινούσε το ταξίδι στην ζωή (και στη ζωή μου): «Γίνε ό, τι θέλεις μα γίνε ο καλύτερος!..»
Η ταινία, “Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας” προβλήθηκε τη σαιζόν 1955-1956 και έκοψε 48.086 εισιτήρια. Ήρθε στην 8η θέση σε 24 ταινίες. -Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο δραματικό ειδύλλιο που έγραψε ο Δημήτριος Κορομηλάς το 1891.
-Την ίδια χρονιά (1955) έγιναν δύο παραγωγές με το ίδιο θέμα και τον ίδιο τίτλο. Η πρώτη σκηνοθετήθηκε από τον Ντίνο Δημόπουλο για την Φίνος Φιλμ και η δεύτερη από τον Δημήτρη Δαδήρα για την Ολύμπια Φιλμ. Η διαφορά τους ήταν κυρίως στην επιλογή των ηθοποιών. Η ταινία του Ντίνου Δημόπουλου βασίστηκε σε σενάριο του Γιώργου Τζαβέλλα και θεωρείται υπέρτερη.
-Αντίστοιχη ταινία είχε γυριστεί και το 1932, με ομώνυμο τίτλο, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τσακίρη και Ηλία Παρασκευά σε παραγωγή Ολύμπια Φιλμ. -Παραγωγός της ταινίας στο επιτελείο της Φίνος Φιλμ ήταν ο Ανδρέας Δρίτσας. -Η ταινία γυρίστηκε στη Φωκίδα, σε ένα γραφικό χωριό τους Πενταγιούς.
Περίληψη της ταινίας, “Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας”
Ένας μεγαλοτσέλιγκας, ο Μήτρος, χαρίζει στην πεντάμορφη Κρουστάλλω ένα χρυσαφένιο σταυρό για να της δείξει τα τρυφερά του αισθήματα. Δεν γνωρίζει όμως πως αυτή είναι ήδη ερωτευμένη με τον Λιάκο, ένα πάμπτωχο τσοπανόπουλο, στο οποίο ο Μήτρος χρωστά τη ζωή του, γιατί παλιότερα τον είχε σώσει από βέβαιο πνιγμό στο ποτάμι.
Ο σταυρός στο λαιμό της βοσκοπούλας προκαλεί φιλονικίες ανάμεσα στους δύο άνδρες, ενώ ο Μήτρος ζητάει το χέρι της Κρουστάλλως. Έτσι, δημιουργούνται κι άλλες τραγικές επιπλοκές, που όμως ξεδιαλύνονται σταδιακά, καθώς η σύνεση και η φρόνηση επικρατούν.
Περίληψη: Ο Αλέκος συνδέεται από καιρό με την Βούλα, χωρίς να αποφασίζει να την παντρευτεί, μέχρι που ο αδελφός της απειλεί να τον σκοτώσει αν δεν αποκαταστήσει την χαμένη τιμή της αδελφής του. Ο Αλέκος έχει και αυτός μια ανύπαντρη αδελφή, την Άννα, που χωρίς να το ξέρει συνδέεται κρυφά με έναν νεαρό, τον Αντώνη. Ο Αλέκος και ο Αντώνης συναντιούνται τυχαία σε ένα εξοχικό κέντρο, στο οποίο ο Αντώνης μαθαίνει στον Αλέκο την μέθοδο στρίβειν δια του αρραβώνος. Έτσι, εκπλήσσεται σφόδρα όταν αργότερα ανακαλύπτει ότι ο Αντώνης είναι ο μέλλων μνηστήρας της αδελφής του, με αποτέλεσμα να αρχίσουν τα μπερδέματα τόσο για τον ίδιο και την Βούλα, όσο και για την αδελφή του. Παρασκήνιο: Η ταινία προβλήθηκε τη σαιζόν 1961-1962 και έκοψε 69.414 εισιτήρια. Ήρθε στην 5η θέση σε 68 ταινίες.
-Κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού έργου του Δημήτρη Ψαθά “Εξοχικόν κέντρον ο Έρως”.
-Τα γυρίσματα της ταινίας πραγματοποιήθηκαν στην πόλη της Θεσσαλονίκης.
-Οι ατάκες του Ντίνου Ηλιόπουλου: “Στρίβειν δια του αρραβώνος” και “Δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα”, αφήσανε εποχή και αναπαράγονται μέχρι σήμερα.
Αντώνης Μοσχοβάκης, Εφημερίδα Η Νίκη, Ιανουάριος 1962
-Διασκευή θεατρικής κωμωδίας και πάλι (της επιτυχίας του Δημ. Ψαθά Εξοχικόν κέντρον «Ο Έρως» ), αλλά από τις πιο πετυχημένες. Ο κ. Γιάννης Νταλ εκμεταλλεύτηκε αρκετά επιδέξια τις δυνατότητες για κινηματογραφική ανάπτυξη που προσέφερε το πρωτότυπο, άφησε ανέπαφα και συχνά τόνισε τα σατιρικά στοιχεία που περιείχε, και έδωσε όλες τις δυνατότητες στον Ντίνο Ηλιούπουλο να αναπτύξει το δαιμονισμένο, το σπαρταριστό μπρίο του. Ένα σφάλμα του: από πολύ σεβασμό, ίσως, στον συγγραφέα τού θεατρικού έργου, δεν περιόρισε τους διαλόγους που στην ταινία γίνονται φλυαρία και ζημιώνουν. Παρά το αρκετό αυτό ελάττωμα, τόσο με το θέμα του (σάτιρα της διπλής «ηθικής» των αδελφών και πατεράδων, ανάλογα αν πρόκειται για ξένες ή για δικές τους αδελφές ή κόρες) όσο και με την εξαίρετη ανάπτυξη και τ΄ανεξάντλητα κωμικά επεισόδια, Ο Ατσίδας είναι μια πολύ καλή κωμωδία. Ως σκηνοθέτης, ο κ. Νταλ, αν και δεν απέφυγε τις θεατρικές σκηνές, έχει πετύχει μια γοργή εναλλαγή πλάνων και σκηνών, που διασπά τη στατικότητα του θεατρικού στυλ. Ο ρυθμός είναι γοργός, η αφήγηση, στρωτή και άνετη. Η φωτογραφία του Νίκου Δημόπουλου είναι πολύ καλή. Ο Ντίνος Ηλιούπουλος είναι περίφημος, απολαυστικός, αμίμητος: ενθουσιάζει. Έξοχη, όχι μόνο στο τραγούδι, αλλά και στο «παίξιμο», η Μαίρη Λίντα. Άριστος ο Παντελής Ζερβός.
Η ταινία, “Ο Θανάσης στη χώρα της σφαλιάρας” προβλήθηκε τη σαιζόν 1975-1976 και έκοψε 248.982 εισιτήρια. Ήρθε στην πρώτη θέση ανάμεσα σε 38 ταινίες. -Πρώτη εισπρακτική θέση ανάμεσα σε 38 ελληνικές παραγωγές, και προτελευταία ταινία της Φίνος Φιλμ.
-Η συμπαραγωγή αυτή σηματοδοτεί την τελευταία συνεργασία του Θανάση Βέγγου με την Φίνος Φιλμ, η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία. -Σημαντικό στοιχείο της ταινίας ήταν ο τρόπος που κατάφερε να ισορροπήσει τον παραδοσιακό τρόπο γυρίσματος της ταινίας με τις νέες μεθόδους κινηματογράφησης του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου.
Περίληψη της ταινίας, “Ο Θανάσης στη χώρα της σφαλιάρας”
Η ταινία αποτελεί ένα δίπτυχο πάνω στη δικτατορία του Μεταξά (1936-1940) και στη δικτατορία των συνταγματαρχών (1967-1974). Στο πρώτο μέρος, η μεταξική δικτατορία αποδίδεται με ένα τσίρκο, στο οποίο ο Θανάσης εργάζεται ως κλόουν και προσπαθεί να συγκαλύψει τη δράση ενός φίλου του που δρα εναντίον του καθεστώτος. Στο δεύτερο μέρος, βλέπουμε τον Θανάση να ταλαιπωρείται εξαιτίας της αγνότητας του, ενώ ο παραλογισμός της εξουσίας καθίσταται ανάγλυφος.
Η ταινία, “Ο επαναστάτης ποπολάρος” προβλήθηκε τη σαιζόν 1971-1972 και έκοψε 212.276 εισιτήρια. Ήρθε στην 18η θέση σε 90 ταινίες.
-Η ταινία βασίζεται στο θεατρικό έργο του Γρηγόριου Ξενόπουλου “Ο Ποπολάρος”. -Πρόκειται για μια αρκετά ακριβή παραγωγή, με εξωτερικά γυρίσματα στο νησί της Ζακύνθου. Παρά τον μεγάλο σεισμό που έπληξε τη Ζάκυνθο στις αρχές του 1950, ο Δαλιανίδης κατάφερε να αναδείξει τις ομορφιές του νησιού με μοναδικό τρόπο. -Ο πρωταγωνιστής Κώστας Πρέκας είχε παίξει σε αρκετές ταινίες της Φίνος Φιλμ εκείνη την εποχή, ακολουθώντας τα χνάρια του ανδρικού προτύπου που είχε χαράξει στο μεγάλο πανί ο Νίκος Κούρκουλος.
Περίληψη της ταινίας, “Ο επαναστάτης ποπολάρος”
Στα τέλη του 19ου αιώνα, στη Ζάκυνθο, υφίσταται η ταξική διάκριση μεταξύ μεγαλογαιοκτημόνων αρχόντων και αστών ποπολάρων. Ένα καλοκαίρι στη Μπόχαλη, στα κτήματα του κόντε Δημαρά (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος), η όμορφη και κακομαθημένη κόρη του Έλντα (Μπέτυ Λιβανού), γνωρίζεται με έναν γοητευτικό ποπολάρο φοιτητή της νομικής, τον Ζέπο Πεμπονάρη (Κώστας Πρέκας).
Με την επιστροφή του στην πόλη, ο Ζέπος, που νομίζει ότι η Έλντα αφενός τον αγαπάει και αφετέρου δεν αποδέχεται τις κοινωνικές διακρίσεις, κάνει το μοιραίο σφάλμα να τη χαιρετήσει δημόσια, κάτι που στους αριστοκρατικούς κύκλους του νησιού θεωρείται μεγάλη προσβολή. Η κοινωνική κατακραυγή και ο όρκος του κόντε Δημαρά να πάρει εκδίκηση, αναγκάζουν τον Ζέπο να φύγει στην Αθήνα. Η αγάπη όμως τον οπλίζει με δύναμη και θάρρος και τον κάνει να επιστρέψει και να εναντιωθεί στην κάστα των ευγενών
Περίληψη: Θεσσαλονίκη 2015. Ο ώριμος οικογενειάρχης Κλέαρχος, Έλληνας της Πόλης, συνεχώς φλερτάρει αδιάντροπα, ρίχνοντας το φταίξιμο στον αθώο γαμπρό του, Μάχο. Προκειμένου να συναντήσει στην Κωνσταντινούπολη, την όμορφη γειτόνισσά του, Ηρώ, χρησιμοποιεί και πάλι σαν προκάλυμμα τον γαμπρό του. Έτσι ενώ ο Μάχος πηγαίνει στην Πόλη για να κάνει μασάζ και θεραπείες στο πονεμένο χέρι του, ο Κλέαρχος συμφωνεί με τη σύζυγο του, Μαρίνα, να τον ακολουθήσει κρυφά μήπως έχει ερωμένη. Όμως ένα γύρισμα της τύχης θα φέρει την Μαρίνα, μαζί με την κόρη τους στην Πόλη με απρόσμενα αποτελέσματα… Παρασκήνιο: Το τραγούδι της ταινίας ερμηνεύει ο Γιάννης Πλούταρχος. -Μέρος των γυρισμάτων της ταινίας πραγματοποιήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη.
Η ταινία, “Παπαφλέσσας: Η μεγάλη στιγμή του 21” προβλήθηκε τη σαιζόν 1971-1972 και έκοψε 297.817 εισιτήρια. Ήρθε στην 10η θέση σε 90 ταινίες.
-Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο “Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης”. Ξεκίνησε να προβάλλεται σε όλους τους κινηματογράφους στις 25 Οκτωβρίου 1971.
-Η ταινία κόστισε 12.000.000 δραχμές και θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες υπερπαραγωγές του ελληνικού κινηματογράφου προσεγγίζοντας αντίστοιχες αμερικανικές. Για τις ανάγκες των γυρισμάτων, όπως αναφέρει η Κάτια Δανδουλάκη, χρησιμοποιήθηκαν ως κομπάρσοι και πολλοί στρατεύσιμοι που υπηρετούσαν εκείνη την εποχή τη θητεία τους. Ο συνολικός τους αριθμός υπολογίστηκε στους 3 χιλιάδες.
-Η ταινία απέσπασε τις καλύτερες κριτικές το 1971 στο 12ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, και πήρε τα βραβεία Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Αρτιότερης Παραγωγής και δόθηκε Τιμητική διάκριση στον σκηνογράφο και ενδυματολόγο Διονύση Φωτόπουλο, ενώ η ταινία χαρακτηρίστηκε ως “η καλύτερη στιγμή” στην καριέρα του Δημήτρη Παπαμιχαήλ.
-Η ιδιαίτερη περίπτωση του ισπανού σταρ Fernando Sancho τελειώνει εδώ και στους Σουλιώτες την ελληνική της πορεία. Κι ενώ εδώ είναι ο πασάς Δράμαλης, στους Σουλιώτες είναι ο Αλί Πασάς.
-Η Κάτια Δανδουλάκη είχε πει πως επειδή τότε είχε 9 βαθμούς μυωπίας, στα μακρινά πλάνα της κουνούσαν σημαίες για να καταλάβει ότι έπρεπε να ξεκινήσει η σκηνή.
-Τα περισσότερα γυρίσματα έλαβαν χώρα στα Αμπελάκια, ενώ αρκετές σκηνές γυρίστηκαν σε αρχοντικό της Λάρισας. Μάλιστα, πολλοί κάτοικοι της περιοχής πήραν κι αυτοί μέρος στην ταινία ως κομπάρσοι.
-Ο Φιλοποίμην Φίνος επιστράτευσε ακόμα και γερανούς από τη Γαλλία για τα γυρίσματα.
-Στην επίσημη πρεμιέρα βρέθηκε η στρατιωτική ηγεσία του ΓΕΕΘΑ (ο Τζέιμς Πάρις είχε άριστες σχέσεις με τη χουντική κυβέρνηση), αλλά, σύμφωνα πάντα με τα δημοσιεύματα, ο Φίνος ενοχλήθηκε τόσο, που αποχώρησε διακριτικά με τη σύζυγο του, αποφεύγοντας τη συνάντηση μαζί τους. Επίσης, δεν συνεργάστηκε ξανά με τον Τζέιμς Πάρις.
-Δεν έλειψαν, όμως, και τα παρατράγουδα, αφού ομάδα του περίφημου “εξώστη” από το κοινό του Φεστιβάλ υποδέχτηκε την ταινία με γιουχαΐσματα και κοροϊδίες. Σε συνέντευξή του στην Απογευματινή και στον Δημήτρη Λυμπερόπουλο, ο Παπαμιχαήλ είχε πει:
«Μίσησα την οργανωμένη οχλαγωγία του Φεστιβάλ. Εκείνων που μετέτρεψαν την αίθουσα σε εξέδρα γηπέδου. Ντροπή τους τέτοια ασέβεια. Δεν σεβάστηκαν τίποτε. Εξεπλάγην. Επρόκειτο για ένα φαιδρό συρφετό αγέλης, φανατικών της εξέδρας. Καφενόβιους. Ήρθαν με σκοπό να μετατρέψουν το Φεστιβάλ σε εμποροπανήγυρη. Για αυτό είναι προτιμότερο να καταργηθεί».
Περίληψη της ταινίας, “Παπαφλέσσας: Η μεγάλη στιγμή του 21”
Σε αυτή την ταινία παρουσιάζεται μια από τις επιφανέστερες προσωπικότητες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, του Παπαφλέσσα ή αλλιώς Γρηγορίου Δικαίου. Η ταινία ξεκινά με την κήρυξη της επανάστασης στο Μοριά, συνεχίζεται με τη νίκη επί του Δράμαλη στα Δερβενάκια και τελειώνει με τον θάνατο του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι το 1825 πολεμώντας τις ορδές του Αιγύπτιου Ιμπραήμ.
Η ταινία, “Ο μικρός δραπέτης” προβλήθηκε τη σαιζόν 1968-1969 και έκοψε 226.993 εισιτήρια. Ήρθε στην 32η θέση σε 108 ταινίες. -Πρόκειται για μία ευαίσθητη ταινία, η οποία πραγματεύεται το ζήτημα των αναμορφωτηρίων και των παραμελημένων παιδιών. -Την παράσταση κλέβουν τα δύο μικρά παιδιά που πρωταγωνιστούν, ο Νίκος Οικονομίδης και η Μαρία Παπαιωάννου.
Περίληψη της ταινίας, “Ο μικρός δραπέτης”
Ένα μικρό αγόρι το σκάει από το αναμορφωτήριο στο οποίο βρισκόταν τα τελευταία χρόνια και βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι μιας κοπέλας. Μεταξύ των παιδιών αναπτύσσεται μια δυνατή φιλία. Όταν όμως κατά τύχη θα περάσει από την περιοχή ο περιοδεύων θίασος των γονιών του μικρού, εκείνοι θα τον ανακαλύψουν και θα τον πάρουν μαζί τους.
Στις 16 Νοεμβρίου του 1968 κάνει πρεμιέρα στους κινηματογράφους της Αθήνας και του Πειραιά, η ελληνική ταινία «Ένας ιππότης για τη Βασούλα», η οποία...
Η Όλγα Καρλάτου υπήρξε μία από τις ομορφότερες διεθνείς Ελληνίδες ηθοποιούς, μία από τις ελάχιστες που κατάφεραν πραγματικά να κάνουν καριέρα εκτός των συνόρων...