Η Ρένα Βενιέρη – Μαυρομάτη γεννήθηκε στην Άρτα στις 20 Ιουνίου 1943.
Αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Γιώργου Θεοδοσιάδη το 1965. Εμφανίστηκε στη σκηνή, στο θέατρο ΒΕΡΓΗ, στο έργο του Όσκαρ Ουάϊλντ «Η ΒΕΝΤΑΛΙΑ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ ΓΟΥΙΝΤΕΡΜΙΡ», με τον θίασο ΒΕΡΓΗ-ΑΡΩΝΗ, σε σκηνοθεσία ΜΙΝΟΥ ΒΟΛΟΝΑΚΗ. Στη συνέχεια, ο δάσκαλός της, ΚΩΣΤΑΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, την ενέταξε στον θίασο της Αρχαίας Τραγωδίας, ως μία από τις κορυφαίες του Χορού, στην «ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ» και την «ΛΥΣΣΙΣΤΡΑΤΗ» σε περιοδία στην Νότιο Αφρική και στα Αρχαία θέατρα της Ελλάδας και της Κύπρου. Ως επαγγελματίας ηθοποιός, πρωτοέπαιξε στον θίασο της ΑΝΝΑΣ ΣΥΝΟΔΙΝΟΥ στις «ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΕΣ» του ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ, στο θέατρο ΛΥΚΑΒΗΤΤΟΥ, σε σκηνοθεσία ΜΙΝΟΥ ΒΟΛΟΝΑΚΗ.
Στη συνέχεια, εργάστηκε στο ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ.
Στο Ελέυθερο Θέατρο, συνεργάστηκε με τον ΜΑΝΟ ΚΑΤΡΑΚΗ, στον «ΒΑΣΙΛΙΑ ΛΗΡ» του ΣΑΙΞΠΗΡ, με το προσκήνιο του ΑΛΕΞΗ ΣΟΛΩΜΟΥ στις «ΘΕΣΜΟΦΟΡΙΑΖΟΥΣΕΣ» του ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ, στο χορό και τον ρόλο της ΚΥΡΗΚΑΙΝΑΣ με πρωταγωνιστή τον ΝΤΙΝΟ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟ. Συνεργάστηκε με του θιάσους ΓΙΑΝΝΗ ΓΚΙΩΝΑΚΗ, ΔΙΟΝΥΣΗ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, ΜΙΜΗ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ, ΛΑΜΠΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑ.
Με τον, μετέπειτα, σύζυγό της, ΜΑΝΩΛΗ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ, δημιούργησε την «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΛΑΙΚΗ ΣΚΗΝΗ» και ανέβασαν τα έργα, «ΔΟΞΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΧΟΑΚΙΝ ΜΟΥΡΙΕΤΑ», του ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΝΤΑ, το «ΑΧ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ», του Σ. ΜΩΜ και το «ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ», του ΤΕΝΕΣΣΗ ΟΥΙΛΙΑΜΣ. Με τον θίασο του ΣΤΑΥΡΟΥ ΠΑΡΑΒΑ, ως πρωταγωνίστρια, στον «ΕΡΑΣΤΗ ΑΠΟ ΧΑΡΤΟΝΙ», του Σ. ΜΩΜ.
‘Ελαβε μέρος και σε θεατρικά έργα ραδιοφώνου και τηλεόρασης και στην μακροβιότερη εκπομπή λόγου και τέχνης στο ραδιόφωνο, «ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ», σε σκηνοθεσία ΜΑΝΩΛΗ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ. Επίσης, στα σήριαλ, «ΟΝΕΙΡΟΠΑΡΜΕΝΟΣ», το ΚΩΣΤΑ ΠΡΕΤΕΝΤΕΡΗ, «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ», του ΝΙΚΟΥ ΦΩΣΚΟΛΟΥ, «ΜΕΘΥΣΜΕΝΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ», του Σ. ΠΑΤΑΤΖΗ, «ΒΑΜΜΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΜΑΛΛΙΑ», του ΚΩΣΤΑ ΜΟΥΡΣΕΛΑ και «ΤΟ ΠΑΘΟΣ», του ΓΙΑΝΝΗ ΦΙΛΙΠΠΑ.
Ως σεναριογράφος, έγραψε τις ταινίες μικρού μήκους «ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΧΡΟΝΙΚΟ» και το «ΕΝ ΚΑΙΡΩ ΕΙΡΗΝΗΣ», όπως και τα ντοκυμαντερ, «Η ΚΡΗΤΗ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ» και «ΛΑΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΑΔΑ», όλα σε σκηνοθεσία του συζύγου της, ΜΑΝΩΛΗ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ. Παίχτηκαν στο Φεστιβαλ Θεσσαλονίκης, αλλά και σε Φεστιβάλ του εξωτερικού.
Η Ρένα Βενιέρη υπέκυψε τα ξημερώματα του Σαββάτου 25/5/2024, σε ηλικία 81 ετών, έπειτα από πολύμηνη νοσηλεία. Το ζευγάρι είχε τραυματιστεί βαριά όταν ξέσπασε φωτιά στο διαμέρισμά τους. Η Ρένα Βενιέρη, η οποία νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο «Γεννηματάς», πέθανε από ανακοπή.
Ρένα Βενιέρη: Φιλμογραφία
Τρικυμία μιας καρδιάς (1969) Τα χρόνια της οργής (1973) Είσαι στην ΕΟΚ πάθε για την ΕΟΚ (1981) Εδώ και τώρα αγγούρια (1982)[τσατσά] Μαρία-Ηλέκτρα (1996)
Γεννήθηκε στη Νίκαια του Πειραιά το 1947. Σπούδασε στις Δραματικές Σχολές του Ωδείου Αθηνών και του Πειραϊκού Συνδέσμου. Τριάντα χρόνια στο χώρο του θεάτρου σαν συγγραφέας, ηθοποιός και σκηνοθέτης.
Διδάσκει στη δραματική σχολή της Μαίρης Βογιατζή-Τράγκα, Ιστορία Θεάτρου, Δραματολογία και Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας.
Έχει γράψει πολλά θεατρικά έργα για παιδιά που παίχτηκαν στο θέατρο και στο κρατικό ραδιόφωνο.
Βραβεύτηκε το 1983 στον Κρατικό Διαγωνισμό Θεάτρου του Υπουργείου Πολιτισμού, για το θεατρικό έργο “Σκέπασε Μάνα Σκέπασε”.
Το έργο έχει τυπωθεί σε βιβλίο από τις εκδόσεις Δωδώνη.
Ακόμη, βράβευση και έκδοση του θεατρικού Μονόπρακτου “Οι Παλιατσούρες”, από τις εκδόσεις Κάλβος, το 1970.
Συνεργάζεται με διάφορα περιοδικά, γράφοντας χρονογράφημα και εύθυμα διηγήματα. Έγινε γνωστός και από τα θεατρικά παιδικά έργα που συμμετείχε και σκηνοθετούσε, ήταν ο Οδυσσέας από το πασίγνωστη παιδική σειρά Οδύσσεια του Διαστήματος, ήταν ο Τέρρυ (για κάποιο διάστημα πριν τον Παυλίδη) και βέβαια ήταν ο ανεπανάλτηπτος He-Man που για μας, τα (τότε) αγόρια της εποχής ήταν ο απόλυτος ήρωας.
Μοναδικός αφηγητής με καταπληκτική άρθρωση, δάνεισε την υπέροχη φωνή του σε δεκάδες ήρωες παιδικών σειρών και παραμυθιών (Ιστορίες της Βίβλου, Το μικρό σπίτι στο λιβάδι, Dragonball, Χελωνονιτζάκια) και ουσιαστικά θεωρείται ο… Πρύτανης των μεταγλωττίσεων στην Ελλάδα.
Σύζυγός του η Μαρία Μπονίκου.
Μένει μόνιμα στην Αίγινα. Φιλμογραφία
Ο τελευταίος τίμιος Ρωμηός (1989) [αστυφύλακας]
Ραντεβού με το θάνατο (1989) Ο τσαρλατάνος (1973)
Οι πολεμιστές της ειρήνης (1973) [Ελπιδάκης] Η αμαρτία της ομορφιάς (1972)
Οι σατανάδες της νύχτας (1972) Το κοροϊδάκι της πριγκηπέσσας (1971)
Ευχαριστούμε θερμά το greekactor.blogspot.gr για τις πληροφορίες.
Ο Ανδρέας Βεντουράτος ήταν ηθοποιός, σκηνοθέτης, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας από τη Σμύρνη όπου γεννήθηκε το 1921.
Σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και δραματική τέχνη στη σχολή του Κάρολου Κουν (αποφοίτησε το 1944) και στη Γαλλία.
Συνεργάστηκε με πολλούς θιάσους και διάφορους ραδιοφωνικούς σταθμούς, ως εκφωνητής, συγγραφέας πολλών εκπομπών και ραδιοσκηνοθέτης. Έγραψε ποιήματα που δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά και θεατρικά έργα που μεταδόθηκαν από το ραδιόφωνο όπως “Κωνσταντίνος Παλαιολόγος” και άλλα.
Ο Ανδρέας Βεντουράτος συμμετείχε σε εννέα κινηματογραφικές ταινίες. Στην ταινία, “Τρούμπα ’67” αναφέρεται λανθασμένα στους τίτλους ως “Γιώργος Βεντουράτος”
Η Λευκή Βεντουράτου – Φιλιπποπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1934 και σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη. Ήταν μόνιμο στέλεχος του Εθνικού Θεάτρου από το 1957 έως το 1980. Πρωτοεμφανίστηκε το 1956 με το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» του Μάνου Κατράκη στο έργο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Ν. Καζαντζάκη, σε διασκευή Γερ. Σταύρου – Νότη Περγιάλη (Μαριορή).
Στη συνέχεια συνεργάστηκε με το «Εθνικό Θέατρο» υπηρετώντας όλα τα είδη θεάτρου: αρχαίο δράμα (Ιφιγένεια εν Αυλίδι, Ιφιγένεια εν Ταύροις, Ελένη, Τρωάδες, Μήδεια, Βάκχες, Ηλέκτρα, Προμηθέας Δεσμώτης, Επτά επί Θήβας, Ορέστεια, Λυσιστράτη, Θεσμοφοριάζουσαι, Βάτραχοι, Εκκλησιάζουσαι), κλασικό και σύγχρονο ρεπερτόριο ελληνικό και ξένο (Σαίξπηρ, Ντίρενματ, Καζαντζάκη, Κορνάρο, Λόρκα, Ιψεν, Λορεντζάτσιο, Ε. Ιψεν, Οστρόφσκι, Πρεβελάκη, Μπόγρη, Ζακόπουλο, Μπίχνερ, Κάφκα, Πιραντέλο κ.ά.).
Περιόδευσε επανειλημμένα στο εξωτερικό με το κλιμάκιο Αρχαίου Δράματος του «Εθνικού Θεάτρου». Στο ραδιόφωνο έλαβε μέρος σε θεατρικά έργα (Εθνικό Ιδρυμα Ραδιοφωνίας, μετέπειτα ΕΡΤ) και σε εκπομπές συνεχείας. Ηταν παντρεμένη με τον ηθοποιό Νίκο Φιλιππόπουλο. Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 75 ετών στις 7 Δεκεμβρίου του 2009 και κηδεύτηκε στο νεκροταφείο Παλαιού Φαλήρου.
Ευχαριστούμε θερμά το greekactor.blogspot.gr για τις πληροφορίες.
Ο Γιώργος Βελέντζας γεννήθηκε στην Αθήνα στις 04 Δεκεμβρίου του 1927 και μεγάλωσε στην περιοχή του Αγίου Θωμά Αμπελοκήπων. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών και το 1948 έκανε το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο, στο πολεμικό δράμα του Μαυρίκιου Νόβακ «Οχυρό 27». Την ίδια χρονιά εμφανίστηκε και στο θέατρο, με τον θίασο του Βασίλη Αργυρόπουλου, με το έργο του Μιχάλη Κουνελάκη «Η απαγωγή του Σμαράγδως».
Στο θέατρο ο Γιώργος Βελέντζας συνεργάστηκε με τους θιάσους των Βέμπο, Αυλωνίτη – Βασιλειάδου – Ρίζου, Βουτσά, Χατζηχρήστου, Βέγγου κ.ά. και ερμήνευσε σημαντικούς ρόλους στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και το Εθνικό Θέατρο, όπου έκλεισε την καριέρα του το 2011 με το έργο του Αντωνίου Μάτεσι «Βασιλικός», σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου.
Στον κινηματογράφο, χαρακτηριστικός είναι ο ρόλος του στην κωμωδία του Θόδωρου Μαραγκού «Από πού πάνε για τη χαβούζα;» (1978), όπου έκανε τον αδερφό της αξέχαστης Άννας Μαντζουράνη, ενώ στην ταινία του Ερρίκου Θαλασσινού «Ο τσαρλατάνος» (1973) με το Θανάση Βέγγο να κάνει το Θανάση, τη Θανάσω και τον πατέρα του το μπαρμπα-Λευτέρη, ο Γιώργος Βελέντζας υποδύθηκε τον αυστηρό διοικητή του αστυνομικού τμήματος.
Ο Γιώργος Βελέντζας έπαιξε πολλές φορές ρόλους στρατιωτικού, κυρίως όμως αστυνομικού. Το 1993, για τη συμμετοχή του στην ταινία του Πατρίς Βιβανκό «Ζωή χαρισάμενη», κέρδισε το βραβείο ερμηνείας β’ ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Τελευταία του εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη το 2010, στην ταινία του Τζώρτζη Αγαθονικιάδη «Πικρό Χιόνι».
Ο Γιώργος Βελέντζας ασχολήθηκε με το ντουμπλάρισμα φωνής σε πολλές ελληνικές ταινίες και σε μεταγλωττίσεις για την τηλεόραση («Μικρό σπίτι στο λιβάδι»). Επίσης, έκανε ένα σημαντικό πέρασμα από το ραδιόφωνο, ενώ συμμετείχε και στο σήριαλ του ΑΝΤ1 «Κωνσταντίνου και Ελένης», ως ο πατέρας της Ματίνας.
Στην προσωπική του ζωή, το 1965 παντρεύτηκε την Αρτάνα Παπαπέτρου, με κουμπάρους τη Σοφία Βέμπο και τον σύζυγό της Μίμη Τραϊφόρο. Ένα χρόνο αργότερα ήρθε στη ζωή μοναχογιός τους Θανάσης, τον οποίο βάφτισε ο Νίκος Ξανθόπουλος.
Ο Γιώργος Βελέντζας πέθανε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2015, σε ηλικία 87 ετών. Είναι δεύτερος στη λίστα με τις συμμετοχές στον Ελληνικό Κινηματογράφο με 201 συμμετοχές.
1960 Η Χιονάτη και τα 7 γεροντοπαλλήκαρα 1960 Κασσιανή 1960 Λύτρωσε με αγάπη μου 1960 Στην Κύπρο άρχισε η αγάπη μας 1960 Στρατιώτες δίχως στολή 1960 Το Χαμίνι 1960 Το αγρίμι 1960 Το γεφύρι του πεπρωμένου 1960 Το νησί της αγάπης 1960 Τυφλός άγγελος 1960 Χριστίνα 1961 Έξω οι κλέφτες! 1961 Αλίμονο στους νέους 1961 Ευτυχώς… τρελλάθηκα! 1961 Μυρτιά 1961 Το νησί των πειρασμών 1961 Χαμένα όνειρα 1962 Δουλειές του ποδαριού 1962 Εταιρία Θαυμάτων 1962 Η μεγάλη θυσία 1962 Η υπέροχη οπτασία 1962 Κορόιδο γαμπρέ 1962 Ο Ταξιτζής 1962 Οι άσσοι της τράκας 1962 Πρέπει να Ζήσεις Τίμια 1962 Το κορίτσι του λόχου 1963 Siralardaki Heyecanlar 1963 Αγάπησα και πόνεσα 1963 Αμόκ 1963 Ανάμεσα σε δυο αγάπες 1963 Για λίγη στοργή 1963 Ευτυχώς χωρίς δουλειά 1963 Καρδιές στην καταιγίδα 1963 Μάνα γιατί με γέννησες 1963 Ο ανηψιός μου ο Μανόλης 1963 Ο δρόμος με τα κόκκινα φώτα 1963 Ο κος πτέραρχος 1963 Ο ταυρομάχος προχωρεί 1963 Οι καθώς πρέπει 1963 Οι σκανδαλιάρηδες 1963 Πληγωμένες Καρδιές 1963 Της κακομοίρας 1963 Το μεροκάματο του πόνου 1963 Χτυποκάρδια στο Θρανίο 1964 Άλλος… για το εκατομμύριο! 1964 Ένα παιδί χωρίς όνομα 1964 Ένας ζόρικος δεκανέας 1964 Έξω φτώχεια και καλή καρδιά 1964 Αδικημένη 1964 Απαγωγή 1964 Η Σωφερίνα 1964 Κάθε καημός και δάκρυ 1964 Κάτι να Καίη 1964 Κατατρεγμένοι της μοίρας 1964 Ο παράς και ο φουκαράς 1964 Οι Κληρονόμοι 1964 Πόνεσα πολύ για σένα 1964 Στη θύελλα του πάθους 1964 Τα δάκρυά μου είναι καυτά 1964 Τρία κορίτσια από την Αμέρικα 1964 Χωρίς γονείς κι αδέλφια 1965 Όταν σημάνουν οι καμπάνες 1965 Διχασμός 1965 Η Μοίρα Ενός Αθώου 1965 Καρδιά μου πάψε να πονάς 1965 Μοντέρνα Σταχτοπούτα 1965 Ο Μετανάστης 1965 Ο επαναστάτης 1965 Ο ουρανοκατέβατος 1965 Περιφρόνα με γλυκειά μου 1965 Πράκτορες 005 εναντίον χρυσοπόδαρου 1965 Πρέπει να ζήσεις αγάπη μου 1965 Στοργή 1965 Τιμωρία 1965 Το ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη 1965 Το φυλαχτό της μάνας 1966 Ένοχοι 1966 Έχω Δικαίωμα να σ’ αγαπώ 1966 Η μοίρα μας χτύπησε σκληρά 1966 Θέλω να ζήσω στον ήλιο 1966 Κούνια που σε κούναγε… 1966 Μεγάλη μου αγάπη 1966 Μην αδικήσεις ορφανή 1966 Ο Μελέτης στην άμεσο δράση 1966 Ο άνθρωπος που γύρισε από τον πόνο 1966 Ο ζεστός μήνας Αύγουστος 1966 Ο κατατρεγμένος 1966 Ούτε μιλάει ούτε λαλάει 1966 Σκλάβοι της μοίρας 1966 Τώρα που φεύγω απο τη ζωή 1967 Ήθελε να γίνει βασιλιάς 1967 Αντίο για πάντα 1967 Από λαχτάρα σε λαχτάρα 1967 Δάκρυα οργής 1967 Δακρυσμένα μάτια 1967 Ζητώντας την τύχη στα ξένα 1967 Η κόρη της Πενταγιώτισσας 1967 Κάποτε κλαίνε και οι δυνατοί 1967 Κάτι κουρασμένα παληκάρια 1967 Μανωλάκης ο Τέντυ Μπόυ 1967 Τα δολλάρια της Ασπασίας 1967 Τα ψίχουλα του κόσμου 1967 Το χρήμα ήταν βρώμικο 1968 Όνειρο απατηλό 1968 Αργυρώ η προδομένη τσελιγκοπούλα 1968 Ζήσε για την αγάπη μας 1968 Η καρδιά ενός αλήτη 1968 Καταραμένη αγάπη 1968 Ξεριζωμένη γενηά 1968 Ο μαχαραγιάς 1968 Ο μπακαλόγατος 1968 Ο πεθερόπληκτος 1968 Ο τσαχπίνης 1968 Ορκίζομαι είμαι αθώα! 1968 Πήρε ο άνεμος τα όνειρά μου 1968 Στα σύνορα της προδοσίας 1968 Τα Ξένα Χέρια Είναι Πικρά 1968 Ταπεινός και καταφρονεμένος 1968 Τόσα όνειρα στους δρόμους 1969 Ένα ασύλληπτο κορόιδο 1969 Ένας άνδρας με συνείδηση 1969 Αδούλωτη ράτσα 1969 Για την τιμή και τον έρωτα 1969 Η Λεωφόρος της Προδοσίας 1969 Η δίκη ενός αθώου 1969 Η κραυγή μιας αθώας 1969 Η μεγάλη Ανάσταση 1969 Η σφραγίδα του Θεού 1969 Καινούργια μέρα χάραξε 1969 Κουρέλι της ζωής 1969 Μαριώ η κατατρεγμένη βοσκοπούλα 1969 Ο πρόσφυγας 1969 Πληγωμένα νειάτα 1969 Ποιος Θανάσης!! 1969 Το φθινόπωρο μιας καρδιάς 1969 Φίλησέ με πριν φύγεις για πάντα 1969 Φοβάται ο Γιάννης το θεριό…. 1969 Φτωχογειτονιά, αγάπη μου
Ο Πάνος Βέλιας ή Βέλλιας (Βελισσαρόπουλος) γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939. Αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Γιώργου Θεοδοσιάδη το 1965. Επίσης σπούδασε τηλεόραση και δημοσιογραφία στη Ρώμη. Υπήρξε σύζυγος της ηθοποιού Μαίρης Χαλκιά. Πέθανε στην αφάνεια το 2009 και κηδεύτηκε στη Βοιωτία.
Πάνος Βέλιας: Φιλμογραφία
Θανάσης, ο αισιόδοξος (1989) [Λέανδρος Μαστραπάς] Ο Θανάσης στη χώρα του “ΘΑ”… (1988) [Ντίμης Τάμπανος] Νεφέλη (1982) Κορόιδο Ρωμιέ!.. (1981) [Λάμπης] Ο Κος ΕΞΟΥΣΙΑΣ (1980) Ο ποδόγυρος (1980) Μονά… ζυγά δικά μου… (1979) Συμμορία εραστών (1972) [Γιάγκος Μαρμαρινός] Τι 30… τι 40… τι 50… (1972) [Φίλιππας Καρυώτης] Κακός, ψυχρός και ανάποδος (1969)
Η Αλίκη Βέμπο ήταν ηθοποιός, σκηνοθέτης, χορογράφος και χορεύτρια. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1913. Το 1912 η οικογένειά της μετεγκαταστάθηκε στη Κωνσταντινούπολη, όπου εκεί γεννήθηκε ο αδελφός της Γιώργος (1914-1969), που τον αποκαλούσαν Τζώρτζη και ο μικρότερος αδελφός της Ανδρέας (1919-1989).
Το 1914, με την υπογραφή της ελληνοτουρκικής συμφωνίας ανταλλαγής πληθυσμών που συνομολόγησε η κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου, η οικογένειά της αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και επέστρεψε στην Τσαριτσάνη και από εκεί εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Βόλο.Το όνομά της ήταν Αλίκη Μπέμπου. Μεγαλύτερη αδελφή της, ήταν η Σοφία Βέμπο.
Αλίκη Βέμπο: Φιλμογραφία
Η προσφυγοπούλα (1938)[Ρίτα] Ευτυχώς… τρελάθηκα! (1961) Ένας βλάκας… με πατέντα! (1963)[ταίζει το σκύλο της] Η αστεφάνωτη (1964)[Μαρία]
Η Σοφία Βέμπο (Καλλίπολη Ανατολικής Θράκης, 10 Φεβρουαρίου 1910 – Αθήνα, 11 Μαρτίου 1978) ήταν κορυφαία Ελληνίδα ερμηνεύτρια και ηθοποιός της οποίας η καλλιτεχνική πορεία εκτείνεται από το Μεσοπόλεμο έως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και τη δεκαετία του ’50. Χαρακτηρίστηκε «Τραγουδίστρια της Νίκης» εξαιτίας των εθνικών τραγουδιών που ερμήνευσε κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940.
Το όνομα Βέμπο επέλεξε η ίδια να υιοθετήσει κάνοντας και τις απαραίτητες νόμιμες διαδικασίες επειδή έτσι (εσφαλμένα) είχε συνηθίσει να προφέρει το όνομά της το κοινό.
Το πραγματικό της όνομα ήταν Σοφία Μπέμπου. Γεννήθηκε στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης στις 10 Φεβρουαρίου του 1910 όπου ο πατέρας της Αθανάσιος Γ. Μπέμπος (1864-1944), καταγόμενος από την Τσαριτσάνη είχε εγκατασταθεί εκεί δουλεύοντας ως καπνεργάτης.
Το 1912 η οικογένειά της μετεγκαταστάθηκε στη Κωνσταντινούπολη, όπου εκεί γεννήθηκε ο αδελφός της Γιώργος (1914-1969), που τον αποκαλούσαν Τζώρτζη, η αδελφή της Αλίκη (1913-1993) και ο μικρότερος αδελφός της Ανδρέας (1919-1989). Το 1914, με την υπογραφή της ελληνοτουρκικής συμφωνίας ανταλλαγής πληθυσμών που συνομολόγησε η κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου, η οικογένειά της αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και επέστρεψε στην Τσαριτσάνη και από εκεί εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Βόλο.
Στο Βόλο η Έφη Μπέμπο, όπως αρεσκόταν να λέγεται, μετά τις εγκύκλιες σπουδές της αναγκάστηκε λόγω φτώχειας να δουλεύει για να βοηθήσει την οικογένειά της. Έτσι ξεκίνησε να δουλεύει ταμίας στο κατάστημα «Φλωρία» του Βόλου. Παράλληλα της άρεσε η μουσική και αγοράζοντας μία κιθάρα άρχισε να εξασκείται σ’ αυτή με τη βοήθεια της φίλης της Μαρίτσας Χασάπη.
Τον Σεπτέμβριο του 1933 αποφάσισε να πάει στη Θεσσαλονίκη να βρει τον αδελφό της Τζώρτζη που σπούδαζε εκεί που είχε καιρό να στείλει γράμμα. Έτσι παίρνοντας την κιθάρα της επιβιβάστηκε στο Α/Π «ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ» όπου στη διάρκεια του ταξιδιού της άρχισε με την κιθάρα της το τραγούδι. Σε ελάχιστο χρόνο όλοι οι επιβάτες του πλοίου και το πλήρωμα βρίσκονταν γύρω της και την χειροκροτούσαν ενθουσιασμένοι από τη φωνή της. Αυτή θεωρητικά ήταν και η πρώτη δημόσια εμφάνιση της Σοφίας.
Μεταξύ των επιβατών ήταν και ένας καλλιτεχνικός διευθυντής που, ακούγοντάς την, ενθουσιάστηκε τόσο πολύ που στο τέλος την πλησίασε και της συστήθηκε, Κωνσταντίνος Τσίμπας, ήταν ο μεγαλύτερος ιμπρεσάριος της Θεσσαλονίκης, (που αργότερα αποδείχθηκε και πράκτορας των Γερμανών), ο οποίος και πρότεινε στη Σοφία Βέμπο, με την άφιξή της στη Θεσσαλονίκη να δουλέψει στο μεγάλο κοσμικό κέντρο ΑΣΤΟΡΙΑ.
Φθάνοντας η Σοφία Βέμπο στη Θεσσαλονίκη, όπου την περίμενε ο αδελφός της, συζήτησε την πρόταση του Τσίμπα οπότε με τη συγκατάθεση εκείνου η Μπέμπο την επομένη ξεκίνησε τις πρώτες καλλιτεχνικές της εμφανίσεις, όπου οι θαμώνες κάθε βράδυ παρέτειναν το πρόγραμμά της με τα συνεχή χειροκροτήματά τους.
ΗΣοφία Βέμπο.
Μέσα σε μια μόλις εβδομάδα η φήμη της έχει φθάσει στην Αθήνα όπου και αμέσως της γίνεται πρόταση να εμφανιστεί στο θέατρο του Φώτη Σαμαρτζή. Η Σοφία Βέμπο, ενημερώνοντας σχετικά τους γονείς της που δεν έφεραν αντίρρηση, αποδέχθηκε την πρόταση και στις 25 Οκτωβρίου του 1933 βρίσκεται στην αθηναϊκή σκηνή του θεάτρου «Κεντρικόν», του Φώτη Σαμαρτζή, στη πλατεία Κολοκοτρώνη, συμμετέχοντας στην επιθεώρηση «Παπαγάλος 33», με τον θίασο Σαμαρτζή – Μηλιάδη.
Στην επιθεώρηση αυτή η Σοφία Βέμπο παρουσιαζόταν σαν τσιγγάνα με μια κιθάρα με την οποία και απέδιδε το πρώτο της τραγούδι που ήταν «Μια γυναίκα πέρασε». Η επιτυχία που είχε ήταν εκπληκτική, όταν στο τέλος υποκλίθηκε και περνώντας την κιθάρα της στον ώμο κατευθύνθηκε προς τα παρασκήνια, οι άλλοι ηθοποιοί της φώναζαν – Που πας, δεν ακούς τον κόσμο που σου φωνάζουν «μπιζ» – Και τι με νοιάζει εμένα αν φωνάζουν μπιζ; αποκρίθηκε η Μπέμπο, μη γνωρίζοντας τον όρο που σήμαινε επανάληψη.
Τέσσερις φορές χρειάστηκε η Σοφία Βέμπο να επαναλάβει αυτό το τραγούδι κατά τη πρεμιέρα προκειμένου να ικανοποιήσει το κοινό που παραληρούσε και χειροκροτούσε όρθιο. Στο τέλος της παράστασης όλοι οι ηθοποιοί την συνεχάρησαν λέγοντας της «μπράβο ήσουν υπέροχη», μεταξύ των οποίων ο Ορέστης Μακρής,η Μαρίκα Νέζερ,ο Φώτης Αργυρόπουλος κ.ά.
Τότε υπέγραψε συμβόλαιο 10.000 δραχμών το μήνα, αστρονομικό για την εποχή εκείνη για έναν τραγουδιστή και για μία θεατρική περίοδο. Σημειώνεται μάλιστα ότι στη παράσταση αυτή ο Πολ Νορ την βάπτισε καλλιτεχνικά Σοφία Βέμπο (αντί Έφη Μπέμπο). Από εκείνη την πρώτη παράσταση η καλλιτεχνική εξέλιξη της Σοφίας Βέμπο πλέον, υπήρξε αλματώδης.
Η πρώτη αυτή μεγάλη αναγνώριση της Σοφίας Βέμπο στο αθηναϊκό κοινό προκάλεσε την ανανέωση του συμβολαίου της και την εμφάνισή της σε δύο θέατρα, στο «Κεντρικόν» και το «Μουντιάλ».
Η φήμη της όμως έφθασε στην Αίγυπτο όπου η Σοφία Βέμπο ανταποκρινόμενη σε σχετική πρόσκληση εμφανίζεται στο «Γκραν Τριανόν» της Αλεξάνδρειας σημειώνοντας και εκεί τεράστια επιτυχία. Επιστρέφοντας, το 1934 συνεχίζει τις παραστάσεις της στο θερινό θέατρο του Σαμαρτζή επί της οδού Καρόλου με νέα τραγούδια που γράφονται γι΄ αυτήν και που γίνονται αμέσως επιτυχίες όπως τα «Μαύρα μου μάτια», «Μη ζητάς φιλιά», ενώ μαζί της εμφανίζεται και η αδελφή της Αλίκη.
Η πρώτη ηχογράφηση τραγουδιών της Σοφίας Βέμπο έγιναν στην εταιρεία Παρλοφόν, μετά την αρχική άρνηση του Α. Βιτάλη, υπεύθυνου της εταιρείας Κολούμπια, με το αιτιολογικό ότι η φωνή της Βέμπο ξέφευγε από το καθιερωμένο τότε στυλ της λετζέρα σοπράνο.
Όταν όμως αντελήφθη πόσο λάθος είχε από την μεγάλη επιτυχία που σημείωσε το «Μη ζητάς φιλιά» έσπευσε αμέσως στη Βέμπο και σύναψε συμβόλαιο μεγάλης περιόδου. Έτσι όλα τα επόμενα τραγούδια τα ηχογραφούσε η Κολούμπια σε δίσκους των 78 στροφών με πρώτο το «Σ’ αγαπώ», (των Κ. Νικολαΐδη και Κ. Γιαννίδη), που είχε ομοίως τεράστια επιτυχία. Το ίδιο έτος (1934) ακολούθησε και το τραγούδι «Για το φιλί σου το στερνό».
Το 1935 η Σοφία Βέμπο τραγουδά το «Ας πεθάνω»του οποίου οι στίχοι ήταν δικοί της, που υπήρξε νέα μεγάλη επιτυχία. Τότε και επιστρατεύτηκαν όλοι σχεδόν οι στιχουργοί να τηςγράφουν τραγούδια με πρώτο τον Κώστα Γιαννίδη και συνθέτη τον Σουγιούλ. Έτσι αυτό το έτος ακολουθούν τα τραγούδια «Αφήστε με να πιω», (στίχοι και μουσική Κ. Γιαννίδη), «Να γιατί ακόμα σ’ αγαπώ», (επίσης στίχοι και μουσική Κ. Γιαννίδη), «Δεν έχεις τίποτα, μα έχεις κάτι»(των Ν. Νικολαΐδη και Ν. Ντ’Άντζελι), και το «Κι αν μ’ αγαπάς μη μου το πεις».
Το 1936 νέες επιτυχίες της Σοφίας Βέμπο που τραγουδά όλη η Αθήνα είναι «Συγνώμη σου ζητώ συγχώρεσέ με»και το «Κάτι με τραβά κοντά σου», (των Αιμ. Σαββίδη, Γαϊτάνου και Μ. Σουγιούλ).
Το 1937 αποτελεί σταθμό στη καριέρα της Βέμπο. Εκτός της ηχογράφησης των νέων της τραγουδιών «Για μια Γυναίκα» και «Αντίο»το Φθινόπωρο μεταβαίνει μετά από πρόσκληση, για δεύτερη φορά στην Αίγυπτο, προκειμένου να επανεμφανιστεί στο «Γκράν Τριανόν» της Αλεξάνδρειας.
Κατά την διάρκεια των εκεί παραστάσεων της η Σοφία Βέμπο δέχεται την πρόταση του κινηματογραφιστή παραγωγού Τόγκο Μιζράχι, με τον οποίο υπογράφει συμβόλαιο και συμμετέχει στη ταινία «Προσφυγοπούλα». Τον ίδιο ακριβώς χρόνο του συμβολαίου ο Ν. Παπαδόπουλος, των κινηματογραφικών γραφείων Σαντίγκου έλαβε άμεση παραγγελία από Αμερική για επείγουσα πραγματοποίηση στην Αθήνα ενός κινηματογραφικού «σορτς» στο οποίο να τραγουδά απαραίτητα η δημοφιλής ντιζέζ δις Σοφία Βέμπο προκειμένου να συμπεριληφθεί στη νέα σαιζόν των αμερικανικών κινηματογράφων περιοχών που διαμένουν Έλληνες.
Η Σοφία Βέμπο πιστή στα συμβόλαιά της δήλωσε στον Παπαδόπουλο τη δέσμευση του συμβολαίου της οπότε θα έπρεπε να ζητήσει την άδεια από τον Μιζράχι.
Το 1938 χαρακτηρίστηκε χρυσή χρονιά της Σοφίας Βέμπο. Κατά την επιστροφή της από την Αίγυπτο στις 15 Φεβρουαρίου 1938 παραμένει στον Πειραιά για δύο μέρες προκειμένου κατά ευτυχή σύμπτωση να συναντήσει τον χρηματοδότη του Μιζράχι, τον Μπέχα που κατευθυνόταν με πλοίο προς Ιταλία και που θα προσέγγιζε στον Πειραιά.
Τελικά η συνάντηση έγινε, παρουσία του Παπαδόπουλου, η άδεια δόθηκε πλην όμως το γύρισμα του σορτς με πλάνα από τον εθνικό κήπο, και από τον λόφο Νυμφών με θέα την Ακρόπολη ξεκίνησε μετά την επιστροφή της Βέμπο από την Κωνσταντινούπολη όπου κατόπιν πρόσκλησης εμφανίσθηκε στο κοσμικό θέατρο Μαξίμ με τεράστια και εκεί επιτυχία.
Παράλληλα, οι δισκογραφικές επιτυχίες της Βέμπο το έτος αυτό είναι εκπληκτικές. Η Εταιρεία Κολούμπια στο νέο συμβόλαιο της μεταβιβάζει το 10% των κερδών από την πώληση του κάθε δίσκου της, γεγονός που συμβαίνει για πρώτη φορά, ενώ όλοι οι άλλοι πληρώνονταν κατ΄ αποκοπή (μεροκάματο) για κάθε δισκογραφία.
Το Καλοκαίρι του 1938 στο θέατρο Σαμαρτζή που έχει ανεβάσει την επιθεώρηση «Σιρουέτα» η Σοφία Βέμπο τραγουδά το «Κάποιο μυστικό» και το «Κλαις» σε στίχους Κοφινιώτη και μουσική Λεό Ραπίτη, των οποίων ακολούθησε η υπερεπιτυχία «Ζεχρά», σε στίχους Αιμ. Σαββίδη και σε μουσική Σουγιούλ που κυριολεκτικά χάλασε κόσμο. Ακολούθησαν το «Θα σε περιμένω», το βουκολικό «Διαμαντούλα» του Θ. Σακελλαρίδη και το «Άσε τον παλιόκοσμο να λέει» των Α. Σακελάριου και Μ. Σουγιούλ.
Το Καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς εγκαθίσταται ραδιοφωνική κεραία στο Ζάππειο, στην Αθήνα, όπου τα τραγούδια της Βέμπο αποτελούν την πρώτη πειραματική μετάδοση. Τα Χριστούγεννα του 1938 την παραμονή, η Σοφία Βέμπο τραγουδά στο μεγάλο ρεβεγιόν του «Σαντεκλαίρ» στην Κύπρο. Επίσης συνεργάστηκε με τους μεγάλους Κύπριους μουσικούς Μιχαλάκη και Αντωνάκη Γιασεμίδη.
Το 1939 η Σοφία Βέμπο έχει ήδη καταξιωθεί ως η πρώτη τραγουδίστρια του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού. Το κινηματογραφικό «σορτς» που γυρίστηκε το προηγούμενο έτος με τον τίτλο «Η Ελλάς του 1938 ομιλεί», όπου στη κυριολεξία ήταν ένα ζουρνάλ και που συμμετείχε με δύο τραγούδια σπάει κυριολεκτικά τα ταμεία των αμερικανικών κινηματογράφων ενώ ζητούνται κόπιες στη Λατινική Αμερική. Σημειώνεται ότι την φωνοληψία της ταινίας αυτής είχε επιμεληθεί η ελληνική εταιρεία M. NOVAK Co.
Στο μεταξύ οι θεατρικές της παρουσιάσεις με νέες δισκογραφικές επιτυχίες συνεχίζονται, αρχικά στο θέατρο Σαμαρτζή με τα τραγούδια «Πόσο λυπάμαι» (των Β. Σπυρόπουλου και Κ. Γιαννίδη) και «Την αλήθεια να μου πεις», ενώ το Καλοκαίρι συνεχίζοντας στο θέατρο Μουντιάλ τραγουδά τα δύο ταγκό «Στην ακρογιαλιά» και «Χειμώνας», που και τα δύο έγιναν επιτυχίες.
Παραμονές των Χριστουγέννων του 1939 η Βέμπο βρίσκεται στο απόγειό της, όταν στην επιθεώρηση «Νάνι – νάνι» τραγουδά το ομώνυμο τραγούδι το ρεφραίν του οποίου άφηνε με τον χρωματισμό της φωνής της υπονοούμενα, σημειώνοντας εξαιρετική επιτυχία. Λίγο πριν το τέλος του έτους η Βέμπο είχε γνωριστεί με τον μεγάλο συνθέτη μουσικής τζαζ, Απόστολο Μοσχούτη του οποίου σύνθεση ήταν το τραγούδι «Δυο λουλούδια σε μιαν άκρη».
Το 1940 ανέτειλε με τα σύννεφα του πολέμου, πολλές χώρες ήδη έχουν καταληφθεί από τις δυνάμεις του άξονα. Στην Ελλάδα σημειώνονται οι πρώτες παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου από ιταλικά αεροπλάνα. Τον Ιανουάριο στο θέατρο Μουντιάλ έχει ανέβει η επιθεώρηση «Παύσατε πυρ» όπου η Σ. Βέμπο τραγουδά τη νέα της επιτυχία «Το καινούργιο φεγγάρι» (των Α. Σακελάριου και Γ. Κυπαρίσση) .
Στην επιθεώρηση εκείνη η Σοφία Βέμπο γνώρισε και τη Γεωργία Βασιλειάδου όπου και της υποσχέθηκε να τη βοηθήσει διαβλέποντας το ταλέντο της. Λίγο αργότερα το τραγούδι «Ψαροπούλα», (των Χ. Γιαννακόπουλου και Χ. Χαιρόπουλου), γίνεται η νέα μεγάλη επιτυχία.
Το Καλοκαίρι ανεβαίνει η επιθεώρηση «Βραδινές τρέλες» στην οποία η Βέμπο τραγουδά το υπέροχο βαλς «Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά» (των Χ. Γιαννακόπουλου και Γ. Κυπαρίσση). Στο μεταξύ η Σοφία Βέμπο αναζητούσε τραγούδι με τοπικό ιδίωμα της ελληνικής υπαίθρου, στο αίτημά της αυτό έσπευσαν κάποιοι με διάφορα δημοτικά της εποχής πλην όμως η ίδια επέλεξε τελικά ένα από την περιοχή της που φέρεται να τραγουδούσε παλαιότερα η μητέρα της συμπληρώνοντας η ίδια κάποιους στίχους με τη βοήθεια του Μοσχούτη.
Ήταν το τραγούδι «Στ’ Λάρισ’ βγαίν’ ο αυγερινός». Όταν η Σοφία Βέμπο το ολοκλήρωσε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, ίσως και από φόρτο αναμνήσεων το έδωσε στον Κ. Γιαννίδη, λίγο για να το παίξει σε πρόβα, εκείνος διαβάζοντάς το αρνήθηκε έντονα λέγοντάς της:
-Είσαι καλά Σοφία μου που θα παίξω εγώ αυτό το βλαχοτράγουδο; Παραιτούμαι! Μετά όμως από την επιμονή της Σοφίας και του θεατρικού επιχειρηματία Α. Μακέδου τελικά ο Κ. Γιαννίδης με κρύα καρδιά άρχισε να το παίζει. Στη πρώτη παράσταση που ακολούθησε έγινε χαλασμός. Το θεατρικό κοινό τέσσερις φορές (μπιζ) υποχρέωσε τη Σοφία Βέμπο να επανέλθει στη σκηνή. Όταν μετά την παράσταση εκείνη ρώτησε ο επιχειρηματίας τον Κ. Γιαννίδη τη γνώμη του, εκείνος απάντησε:
– «Μα δεν είδατε; Μας το τραγούδησε με σκέρτσα που δεν την έφτανε ο χώρος της σκηνής, μας το τραγούδησε ακουμπισμένη στο πιάνο, μας το τραγούδησε ακουμπισμένη πάνω στη κουΐντα, μας το τραγούδησε με την πλάτη στο κοινό, μόνο ανάσκελα που δεν μας το τραγούδησε!
Σημειώνεται ότι το ίδιο ακριβώς συνέβη αργότερα και με το τραγούδι «Ανακασιά». Στις 28 Οκτωβρίου του 1940 στις 10.00 ώρα που θα συνέχιζε το ραδιοφωνικό πρόγραμμα του Ζαππείου με αναμετάδοση τραγουδιών της Σ. Βέμπο, ο εκφωνητής Κώστας Σταυρόπουλος διακόπτει τη ροή του προγράμματος και προβαίνει στην ιστορική εκείνη ανακοίνωση της επίθεσης των ιταλικών δυνάμεων κατά της Ελλάδας και την άμυνα των ημετέρων. Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος είχε αρχίσει.
Η έκρηξη στην καριέρα της ήρθε με την κήρυξη του πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940. Τότε, όλες οι επιθεωρήσεις προσάρμοσαν τη θεματική τους στην πολεμική επικαιρότητα και τα τραγούδια επαναγράφονται με πατριωτικούς στίχους.
Η Σοφία Βέμπο τραγουδά σατιρικά και πολεμικά τραγούδια και γίνεται η εθνική φωνή που εμψυχώνει τους Έλληνες στρατιώτες στο μέτωπο και συγκλονίζει το πανελλήνιο. Την ίδια εποχή, σε μία συμβολική πράξη, προσφέρει στο Ελληνικό Ναυτικό 2.000 χρυσές λίρες. Με την είσοδο των ναζιστικών στρατευμάτων στην Αθήνα φυγαδεύεται μεταμφιεσμένη σε καλόγρια στη Μέση Ανατολή, όπου συνεχίζει να τραγουδά για τα εκεί ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα.
Η Σοφία Βέμπο έχει συμμετάσχει στις ελληνικές ταινίες «η Προσφυγοπούλα» (1938) στον ρόλο της Σοφίας Νάκου, «Στέλλα» (1955) στον ρόλο της Μαρίας και στην ταινία του 1959 «Στουρνάρα 288» σε διπλό ρόλο, της ηλικιωμένης καθηγήτριας πιάνου κυρίας Ευγενίας (πάλαι ποτέ διάσημης Τζένης Μπλανς) και της Σοφίας Βέμπο. Χαρακτηριστική παραμένει η σκηνή στην οποία οι δύο γυναίκες συναντώνται και τραγουδούν μαζί.
Το 1949 απόκτησε δική της θεατρική στέγη στο Μεταξουργείο, το «Θέατρον Βέμπο». Μετά από μακροχρόνιο δεσμό με το Μίμη Τραϊφόρο παντρεύτηκαν τελικά το 1957, ένας δεσμός πολυκύμαντος που διήρκεσε μέχρι το θάνατό της και υπήρξε καταλυτικός για τη μεγάλη ερμηνεύτρια. Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 αραιώνει τις θεατρικές εμφανίσεις της, τις οποίες σταματά οριστικά στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Τη βραδιά του Πολυτεχνείου η Βέμπο ανοίγει το σπίτι της και κρύβει φοιτητές τους οποίους αρνείται να παραδώσει όταν η ασφάλεια χτυπά την πόρτα της.
Η εμφάνισή της στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Καλλιμάρμαρο για την επάνοδο της Δημοκρατίας, τραγουδώντας:/ Παιδιά της Ελλάδος παιδιά και τα τανκς γονάτισαν κείνη τη βραδιά…, ήρθε να απαλύνει τις θλιβερές εντυπώσεις από την παρουσία της πάνω στα κακόγουστα άρματα στις φιέστες των συνταγματαρχών λίγα χρόνια πριν στον ίδιο χώρο.
Η Σοφία Βέμπο πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 11 Μαρτίου του 1978 και η κηδεία της μετατράπηκε σε ένα πάνδημο συλλαλητήριο.
Η Τραγουδίστρια της Νίκης αποθεώνεται εκείνη τη μέρα από τον ελληνικό λαό που τη θεωρούσε ηρωίδα του.
Η Άννα Βενέτη ήταν ηθοποιός και σκηνοθέτης. Γεννήθηκε το 1937. Ήταν βοηθός σκηνοθέτη σε 10 παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου από το 1985 έως και το 1991. Επίσης έλαβε μέρος σε πολλά έργα στο ραδιόφωνο. Υπήρξε σύζυγος του ηθοποιού Κώστα Μπάκα (1926 – 2003). Πέθανε στις 6 Σεπτεμβρίου 2014.
Άννα Βενέτη: Φιλμογραφία
Όταν σημάνουν οι καμπάνες (1965) Ένα παιδί χωρίς όνομα (1964) [Μαρίνα] Αμόκ 1963 [Άννα] Σε ποιον να πω τον πόνο μου (1964)
Ο Νίκος Βασταρδής (1924-2012) ήταν Έλληνας ηθοποιός. Γεννήθηκε στον Πειραιά την 1η Μαΐου 1924 και πέθανε στις 18 Μαρτίου 2012. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης, του Κάρολου Κουν. Παρέμεινε κοντά στο δάσκαλό του και πρωτοεμφανίστηκε το 1942 στην Αγριόπαπια του Ίψεν. Μέχρι το 1944, εμφανίστηκε επίσης στα έργα: “Για ένα κομμάτι γης” του Κόντγουελ, όπου ερμήνευσε το ρόλο του Ντιουντ, “Στέλλα Βιολάντη” του Γρ. Ξενόπουλου, “Χαρούμενα νιάτα” του Πιζέ. Μετά το “Θέατρο Τέχνης” συνεργάστηκε με το “Θέατρο του Λαού” και τους “Ενωμένους Καλλιτέχνες” (1945-1946), παίζοντας στον “Ιούλιο Καίσαρα” του Σαίξπηρ, στο “Μακρινό δρόμο” του Αρμπούζωφ και στο έργο του Μπ. Σω “Πάνω στα βράχια”. Το 1947 συμμετείχε στο θίασο του Γιώργου Παππά και το 1948 στο θίασο Βασίλη Λογοθετίδη.
Στη συνέχεια, στράφηκε προς το μουσικό θέατρο όπου εργάστηκε για αρκετά χρόνια. Το 1953, μάλιστα, συγκρότησε δικό του θίασο οπερέτας, ενώ το 1955 ανέβασε διάφορες επιθεωρήσεις. Το 1956 επιστρέφει στην πρόζα και ερμηνεύει το Βοναπάρτη στο έργο του Τσβάιχ “Του φτωχού τ’ αρνί” με το θίασο Τζ. Καρούσου – Μαίρης Λεκκού.
Από το 1958 μέχρι το 1962 συνεργάστηκε το το “Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο” του Μ. Κατράκη και έπαιξε στα έργα “Βασίλισσα Αμαλία” του Γ. Ρούσσου (Όθων), “Το τέλος του ταξιδιού” του Ρ. Σέρριφφ (Ίμπερ), “Εμπορος της Βενετίας” του Σαίξπηρ (Βασσάνης),”Η δίκη των πιθήκων” των Λώρενς – Λη, “Ατμόπλοιο Τζόαν Ντάνβερς” του Φρανκ Στέητον (πλοίαρχος Ρος), “Οδύσσεια” του Μαν. Σκουλούδη, “Μαριμπέλ” του Μίγελ Μιούρα, “Βαθιές είναι οι ρίζες” των Ντ’ Υσσώ – Γκάου.
Από το 1962 μέχρι το 1964 συμμετείχε στο θίασο Έλσας Βεργή και πρωταγωνίστησε στα έργα “Το μπαλκόνι” του Ζενέ, “Η βεντάλια της λαίδης Γουίντερμηρ” του Ό. Ουάιλντ, “Ο φυγάς” τουΤεν. Γουίλιαμς.
Το 1965, ως συνθιασάρχης με τον Κατράκη και τη Βεργή, περιόδευσε στην Ευρώπη, παρουσιάζοντας αρχαίες τραγωδίες. Την περίοδο 1965-1966, έγινε συνθιασάρχης με τον Κ. Ρηγόπουλοκαι την Κάκια Αναλυτή. Επαιξε στο θέατρο “Πορεία” στο έργο του Κ. Μπαλ “Αν ο κόσμος μας έβλεπε μαζί”. Ακουλούθησαν τα “Ευλαβικό γύναιο” του Σαρτρ, στο Θέατρο “Φλωρίντα” με τηνΤιτίκα Νικηφοράκη, “Ο Τίγρης” του Σήσγκαλ, στο Θέατρο “Βεργή”, “Επιστροφή στις Μυκήνες” του Ευαγγ. Αβέρωφ και “Λεωφορείον ο πόθος” του Τεν. Ουίλλιαμς (Κοβάλσκι), στο Θέατρο “Κάβα” θίασος Τζ. Καρέζη, “Θεοδώρα” του Γ. Ρούσσου και “Κυρία δε με μέλει” του Σαρντού (Ναπολέων), “Βασιλιάς Ληρ” του Σαίξπηρ, με το “Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο” του Μ. Κατράκη (Έντγκαρ) 1971, “Μαυρόλυκοι” του Θαν. Πετσάλη, με το “Εθνικό Θέατρο” στο “Ηρώδειον” 1971-1972, θίασος Τζ. Καρέζη, “Ασπασία” του Ιακ. Καμπανέλλη (Ανακριτής). Το 1973 περιόδευσε με προσωπικό θίασο στις επαρχιακές πόλεις και αμέσως μετά έπαιξε, σε συνεργασία με τη Νόρα Βαλσάμη, το έργο του Σωβαζόν “Ξενοδοχείο η ευτυχία” στο θέατρο “Όρβο”. Τον επόμενο χρόνο (1974),ως συνθιασάρχης και πάλι με την Ελ. Ερήμου, ανέβασε στο Θέατρο “Γκλόρια” το έργο του Άλκη Παπά “Σου χαρίζω τη γυναίκα μου”. Ακολούθησαν τα Πάμπλο Νερούντα “Δόξα και Θάνατος του Ιωακείμ Μουριέτα” στο Θέατρο “Διάνα” -1978, θίασος Παπαγιαννόπουλου – Βασταρδή – Ερήμου, “Σκάνδαλο στην Τράπεζα” του Βερνέιγ – θίασος Ζωής Λάσκαρη, Γ. Ρούσσου “Φρύνη” (Ευθείας). Το 1981 έκανε περιοδεία με δικό του θίασο.
Το 1982 ίδρυσε το Θέατρο “Θεμέλιο”, στην οδό Λέσβου, όπου σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε σε πολλά έργα: “Η κυρία με τα κρεμμυδάκια”, “Τα διαστημικά χρυσάνθεμα” του Ζίντελ, “Κλειστές πόρτες” του Σαρτρ, Μάκβεθ τουΣαίξπηρ, που παίχτηκε και στο “Θέατρο Λυκαβηττού”, “Ως εδώ σύντροφοι” του Βασ. Ανδρεόπουλου, “Ταξίδι μακριάς μέρας μέσα στη νύχτα” του Ο ‘Νηλ, “Ο ιμπρεσάριος της Σμύρνης” του Γκολντόνι, “Προικοθήρας επί Θήρας” του Γ. Χατζιδάκη, Ιφιγένεια εν Αυλίδι του Ευριπίδη κ.ά.
Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε σε μερικές ταινίες (“Χωρίς συνείδηση”, “Ιπποκράτης και Δημοκρατία“, “Παύλος Μελάς” κ.ά.), ενώ στην τηλεόραση έπαιξε σε διάφορες τηλεοπτικές σειρές (“Εν τούτω νίκα”, “Ανακριτικό γραφείο”, “Πορφύρα και αίμα” ή “Ρωμανός Διογένης” κ.ά.) και σε τηλεοπτικές διασκευές θεατρικών έργων.
Υπήρξε για πολλά χρόνια καθηγητής της υποκριτικής στη Σχολή Γ. Θεοδοσιάδη και το 1992 ίδρυσε δική του Δραματική Σχολή που λειτουργεί στα πλαίσια του Θεάτρου “Θεμέλιο”. Είναι μέλος του Σ.Ε.Η. (με ημερομηνία εγγραφής 1-3-1943), της Εταιρείας Σκηνοθετών και της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων. Έχει μεταφράσει και διασκευάσει διάφορα θεατρικά έργα. Πέθανε στο Σισμανόγλειο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν στις 18 Μαρτίου του 2012 σε ηλικία 88 ετων.
Κόρη του είναι η ελληνίδα ηθοποιός και επιτυχημένη σεναριογράφος Άννα Ανδριανού.
Ο Γρηγόρης Βαφιάς γεννήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου του 1918. Την περίοδο της Κατοχής έλαβε μέρος στην αντίσταση με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Στη συνέχεια σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Το 1946 γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.
Το 1946 οΓρηγόρης Βαφιάς γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου όπου παρέμεινε για δεκαπέντε χρόνια ως βασικό στέλεχος και ερμήνευσε πολλούς ρόλους.
Νίκος Κούρκουλος και Γρηγόρης Βαφιάς στη ταινία, “Το φράγμα”.
Το 1965 οΓρηγόρης Βαφιάς αποχώρησε και συνεργάστηκε με την «Ελληνική Σκηνή» της Αννας Συνοδινού.
Αργότερα επανήλθε στο Εθνικό και έμεινε μέχρι το 1979.
Το 1960 ίδρυσε, μαζί με τη σύζυγό του Λίνα Κρασσά – Βαφιά, δραματική σχολή που λειτούργησε ώς το 1977.
Το 1969 του απονεμήθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Θεάτρου για το έργο του «Οι Πίθηκοι», που παίχτηκε με μεγάλη επιτυχία στη Θεσσαλονίκη από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, και το 1979 έπαινος για το έργο του «Ο Τροχός», το οποίο εξέδωσε μαζί με το «Τερλ» και την ποιητική συλλογή «Αν Δεν» το 2003.
ΟΓρηγόρης Βαφιάς δίδαξε υποκριτική στη δραματική σχολή του Ωδείου Αθηνών, της οποίας ήταν και διευθυντής για ένα διάστημα.
Στην πορεία συνεργάστηκε με τους θιάσους Κατερίνας, Αννας Συνοδινού, Ελσας Βεργή, Αλέκου Αλεξανδράκη, Νίκου Χατζίσκου, Κωστή Μιχαηλίδη, Αλέξη Μινωτή.
Στο πλευρό τουΑλέξη Μινωτή ήταν άλλωστε η τελευταία του θεατρικήεμφάνιση, το 1986, στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ».
Εμφανίστηκε και στον κινηματογράφο. «Νησί των γενναίων», «Μπουμπουλίνα», «Γενναίοι του Βορρά», «Παπαφλέσσας», «Οχι», «Ενας νομοταγής πολίτης» είναι μερικές από τις ταινίες, ενώ το σενάριό του με τίτλο «Ραντεβού στη Βενετία» έγινε κινηματογραφική ταινία.
Η τελευταία του θεατρική εμφάνιση ήταν το 1986, στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ», με τον Αλέξη Μινωτή. Αργότερα εγκαταστάθηκε στη γενέτειρα του, την Άρτα, όπου εργάστηκε με ερασιτέχνες της πόλης. Υπήρξε μία από τις ωραιότερες φωνές του θεάτρου με πολλές αφηγήσεις στο ραδιόφωνο. Ασχολήθηκε επίσης με την συγγραφή και την ποίηση, ενώ έγραψε και το κινηματογραφικό σενάριο της ταινίας «Ραντεβού στη Βενετία» (’60).
Ο Γρηγόρης Βαφιάς απεβίωσε στην Άρτα στις 10 Αυγούστου του 2007 .
Ο Αιμίλιος Βεάκης ήταν γόνος καλής οικογενείας, γεννήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου του 1884 και μεγάλωσε στον Πειραιά σε συγγενικές οικογένειες, αφού έχασε τους γονείς του σε βρεφική ηλικία.
Δεν είναι εύκολο να γράψει κανείς σε λίγες μόνο γραμμές για το μεγαλείο του ηθοποιού Αιμίλιου Βεάκη, την «σπάνια και προικισμένη ιδιοφυία με όλα τα εφόδια περιεχομένου και μορφής», όπως τον χαρακτήρισε ο Άγγελος Τερζάκης, «τον μεγαλύτερο Έλληνα ηθοποιό ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες», όπως τον αποκάλεσε η Κατίνα Παξινού. Γιατί ο Αιμίλιος Βεάκης αποτελεί από μόνος του ένα από τα σπουδαιότερα κεφάλαια της ιστορίας του ελληνικού θεάτρου, που συνδυάζει τέχνη, ήθος και ποιότητα.
Στα 16 του χρόνια ο Αιμίλιος Βεάκης πέτυχε στις εξετάσεις της δραματικής σχολής του Βασιλικού Θεάτρου, αλλά σύντομα η σχολή έκλεισε. Συνέχισε τις σπουδές του στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά και αυτές τις διέκοψε, προκειμένου να παίξει σαν ηθοποιός σε θέατρα της Αθήνας. Σύντομα όμως ξεκίνησε μακροχρόνιες περιοδείες στην ελληνική επαρχία με εξαιρετικές παραστάσεις.
Με την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων, το 1912, ο Αιμίλιος Βεάκης επιστρατεύεται και διακρίνεται για την ανδρεία του. Με την επιστροφή του το 1914 εγκαθίσταται στην Αθήνα και συνεργάζεται με την Κοτοπούλη, αργότερα με την Κυβέλη και με άλλους εκλεκτούς θιάσους, με εξαιρετικές αποδόσεις σε όλα τα είδη του θεάτρου.
Το 1932 αρχίζει η συνεργασία του με το Εθνικό Θέατρο, στο οποίο έδωσε ανεπανάληπτες παραστάσεις που έγραψαν ιστορία και δημιούργησαν Σχολή. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής αλλά και μετά τα Δεκεμβριανά οργανώθηκε στο ΕΑΜ με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν διώξεις που τον ταλαιπώρησαν. Τον Απρίλιο και τον Μάιο του 1951 ο Αιμίλιος Βεάκης έδωσε τις αποχαιρετιστήριες παραστάσεις του στο Εθνικό Θέατρο.
Στον κινηματογράφο συμμετείχε σε μερικές βουβές ταινίες. Το 1943 η Φίνος Φιλμ είχε την τιμή, στην πρώτη επίσημη ταινία της, με τίτλο «Η Φωνή της Καρδιάς», να έχει πρωταγωνιστή τον μεγάλο ηθοποιό. Το 1950, ένα χρόνο πριν αφήσει τα εγκόσμια, πρωταγωνίστησε και στην ταινία «Αρραβωνιάσματα» της Νόβακ Φιλμ.
Το ταλέντο του Βεάκη δεν εξαντλήθηκε στην υποκριτική, αφού επέδειξε πλούσιο συγγραφικό έργο με διηγήματα, θεατρικά έργα και ποιήματα. Ένα από αυτά δείχνει και τη ανθρώπινη μεγαλοσύνη του. Πρόκειται για το ποίημα αφιέρωμα στον Έλληνα δικτάτορα Μεταξά για το ΟΧΙ που αντέταξε στους Ιταλούς. Και όμως ο Βεάκης ήταν κουμουνιστής! Ο μεγαλύτερος «Σαιξπηρικός» ηθοποιός, και για πολλούς ο σημαντικότερος ηθοποιός του 20ού αιώνα, Λώρενς Ολιβιέ, καθώς παρακολουθούσε την παράσταση «Βασιλιάς Ληρ», στην οποία ο Αιμίλιος Βεάκης ερμήνευε τον ομώνυμο ρόλο, αναφώνησε στην Κατίνα Παξινού: «Αυτός είναι ο Βασιλιάς Ληρ!».
Σήμερα το σύγχρονο θερινό θέατρο του Δήμου Πειραιά φέρει το όνομα του (Βεάκειο), ενώ στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς υπάρχει η προτομή του. Από το 1994 το θεατρικό μουσείο απονέμει κάθε δύο χρόνια το έπαθλο «Αιμίλιος Βεάκης» για πρώτους ανδρικούς ρόλους, καθώς και το «τιμητικό έπαθλο Βεάκη» για τη συνολική προσφορά τους στο θέατρο.
Ο Αιμίλιος Βεάκης πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 29 Ιουνίου του 1951 στην Αθήνα, σε ηλικία 66 ετών. Το βράδυ της ίδιας μέρας και ενώ καθόταν με τη σύζυγό του στο μπαλκόνι του σπιτιού του στην Κυψέλη ένιωσε αδιαθεσία και πήγε στο νοσοκομείο, όμως οι γιατροί δεν κατάφεραν να τον σώσουν.
Σύμφωνα με τον θεατρικό κριτικό Κώστα Γεωργουσόπουλο, ο Βεάκης «υπήρξε ηθοποιός πλήρης: τραγικός, δραματικός και χυμώδης κωμικός. Με τεχνική εκπληκτική, κατόρθωνε να εισέρχεται στην ουσία των προσώπων που υποδυόταν, με άνεση, αίσθηση του ύφους και αφοπλιστική ευχέρεια.
Εκτός των μεγάλων ρόλων που εφώτισε με απαράμιλλη τέχνη, ανέδειξε πληθώρα μικρών χαρακτηριστικών ρόλων, αποδείχνοντας πως ο μεγάλος ηθοποιός μπορεί να λάμψει και μέσα στα μικρά και απειροελάχιστα. Οι ερμηνείες του έμειναν ιστορικές, πηγές έμπνευσης για τους νεώτερους και όρια αξεπέραστα στην πορεία του ελληνικού θεάτρου».
Η Αμαλία Γκιζά γεννήθηκε στα Γιάννινα και σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Σύζυγός της ο ηθοποιός Βασίλης Μητσάκης. Μένει μόνιμα στο Βόλο.Αμαλία...
Βρισκόμαστε στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 70. Οι έντονες φήμες για τον αισθηματικό δεσμό Ζωής Λάσκαρη και Τόλη Βοσκόπουλου βγαίνουν αληθινές.Όλα ξεκίνησαν στα...