27.3 C
Athens
Παρασκευή, 19 Ιουνίου, 2026

Λαυρέντης Διανέλλος: Η ψυχή του ελληνικού κινηματογράφου

Υπάρχουν ονόματα που δεν χρειάζονται φανφάρες για...

Βαγγέλης Βουλγαρίδης: Ο ευγενικός ζεν πρεμιέ

Τις περισσότερες φορές, ήταν εκείνοι οι δευτεραγωνιστές...
spot_imgspot_img
Blog Σελίδα 241

Όλα τα χει η Μαριορή ο φερετζές της έλειπε

φερετζές

«Άλλαξε ο Μανωλιός και έβαλε τα ρούχα του αλλιώς», είναι η έκφραση που χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε ότι κάποιος δεν αλλάζει αλλά παραμένει ίδιος. 
Η φράση προέρχεται από έναν γραφικό τύπο που ζούσε στην Αθήνα την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα.

Το όνομά του ήταν Μανώλης Μπατίνος και παρουσίαζε τον εαυτό τους ως ρήτορα και φιλόσοφο.
Κυκλοφορούσε ρακένδυτος στους δρόμους της Αθήνας και συνήθως πήγαινε στις πλατείες και έβγαζε λόγους.
Όλοι οι Αθηναίοι τον γνώριζαν και χαίρονταν όταν τον συναντούσαν στην πρωτεύουσα.
Μια μέρα που βρισκόταν σε μια πλατεία, περνούσε από μπροστά του ο Ιωάννης Κωλέττης, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος Πρωθυπουργός της Ελλάδας.
Ο Μανώλης έτρεξε προς το μέρος του και τον ρώτησε αν θα του επέτρεπε να πάει στη βουλή και να βγάλει λόγο.
Ο Κωλέττης του απάντησε πως θα μπορούσε να πάει στη Βουλή αν έβγαζε τα κουρέλια που φορούσε και ντυνόταν ευπρεπώς.

Την επόμενη ημέρα ο Μπατίνος παρουσιάστηκε στην πλατεία με τα ίδια κουρελιασμένα ρούχα. Η μόνη διαφορά ήταν ότι τα είχε φορέσει ανάποδα.
Δεν κατάφερε να μπει στη Βουλή. Παρέμεινε στη κεντρική πλατεία και έβγαλε τον εξής λόγο στους περαστικούς:

«Άλλαξε η Αθήνα όψη, σαν μαχαίρι δίχως κόψη, πήρε κάτι απ’ την Ευρώπη και ξεφούσκωσε σαν τόπι. Άλλαξαν χαζοί και κούφοι και μας κάναν κλωτσοσκούφι. Άλλαξε κι ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς».

Από τότε η τελευταία φράση του λόγου του χρησιμοποιούταν όταν κάποιος προσπαθούσε να αλλάξει αλλά δεν τα κατάφερνε.

Την ίδια περίοδο ειπώθηκε άλλη μια γνωστή παροιμιώδη έκφραση από τον Ιωάννη Κωλέττη.
Στα χρόνια του Όθωνα, ξεκίνησε να δημιουργείται η αστική τάξη και να πραγματοποιούνται δεξιώσεις στα κοσμικά σαλόνια της πόλης.
Καλεσμένοι ήταν συνήθως άνθρωποι από τον χώρο της πολιτικής, βασιλιάδες, αγωνιστές και αντιπρόσωποι των ξένων κρατών.
Σε μια δεξίωση του αντιβασιλιά Άρμανσμπεργκ παραβρέθηκε και ο Κωλέττης. Πιθανόν το περιστατικό συνέβη πριν ο Κωλέττης έρθει σε αντιπαράθεση με την αντιβασιλεία και σταλεί στην Γαλλία ως πρεσβευτής.

Ανάμεσα στους καλεσμένους του αντιβασιλιά ήταν και η «εύθυμη» χήρα Μαριορή-Ζαφειρίτσα Κοντολέοντος, η οποία είχε καλύψει το πρόσωπό της με ένα αραχνοΰφαντο μαύρο βέλο.
Κάποια στιγμή ένας από τους καλεσμένους ρώτησε τον Κωλέττη πώς του φαίνεται αυτό που φορούσε κυρία Κοντολέοντος και ο Κωλέττης του αποκρίθηκε:

«Έτσι δε θα φαίνεται όταν θα κοκκινίζει καμιά φορά». Και συμπλήρωσε: «Μωρέ όλα τα’ χει η Μαριορή ο φερετζές της λείπει».

Advertisement

Ποιά είναι η Ρόζα του ομότιτλου τραγουδιού

Ρόζα

Η «Ρόζα» του ομότιτλου τραγουδιού είναι η Ρόζα Λούξεμπουργκ;
Δεν θέλησε ποτέ, μα ποτέ, όσες φορές και αν τον ρώτησα να μου πει, αλλά προσωπικά είμαι εκατό τοις εκατό σίγουρος ότι ναι, είναι!

Κάποιο πολύ κοντινό του πρόσωπο μου είχε πει ότι κάποτε υπήρχε στην ζωή του μία Ρόζα αλλά για εμένα αναμφίβολα το τραγούδι έχει γραφτεί για την Λούξεμπουργκ. Το αποδεικνύει νομίζω και ο συγκλονιστικός στίχος «πώς η ανάγκη γίνεται Ιστορία / πώς η Ιστορία γίνεται σιωπή» ο οποίος συνοψίζει την συγκυρία καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο στην ελληνική γλώσσα!

Είναι η απάντηση του Θάνου Μικρούτσικου, σε συνέντευξη του (1/2/2014 – εφημερίδα «Αυγή» – Θάνος Μαντζάνας), για την εμβληματική, πια, «Ρόζα» του ποιητή Άλκη Αλκαίου.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπκνεχτ δολοφονήθηκαν 15 Ιανουαρίου 1919. Ήρθε στο νου η «Ρόζα» του Άλκη Αλκαίου, του Θάνου Μικρούτσικου και του Δημήτρη Μητροπάνου.

Πολλοί, ακούγοντας, χρόνια τώρα, το τραγούδι έχουμε σκεφτεί: Μα, δεν μπορεί, σίγουρα στη «Ρόζα» των στίχων υπάρχει η Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Κι όταν λέμε «υπάρχει» δεν εννοούμε «γραμμικά». (Συν)υπάρχει σε έναν υπαρξιακό κι έντονα ιδεολογικό «διάλογο».

Έχει αξία η καταγραφή της επιθυμίας του ποιητή Άλκη Αλκαίου, ο οποίος δεν ήθελε να το επιβεβαιώσει, όπως μετέφερε ο Θάνος Μικρούτσικος. Ίσως, (κι ας μας συγχωρεθεί αυτή η προσωπική εκτίμηση) έτσι να γίνεται ακόμα μεγαλύτερο το ποίημα.

Δεν θα αναζητήσουμε, με μια τυπική φιλολογική ανάλυση, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ στη «Ρόζα» του Αλκαίου. Δεν χρειάζεται να «αποδειχθεί» κάτι, νομίζουμε.

Αρκεί που αυτό το ποίημα γράφτηκε.

Ρόζα

Τα χείλη μου ξερά και διψασμένα
γυρεύουνε στην άσφαλτο νερό
περνάνε δίπλα μου τα τροχοφόρα
και συ μου λες μας περιμένει η μπόρα
και με τραβάς σε καμπαρέ υγρό

Βαδίζουμε μαζί στον ίδιο δρόμο
μα τα κελιά μας είναι χωριστά
σε πολιτεία μαγική γυρνάμε
δεν θέλω πια να μάθω τι ζητάμε
φτάνει να μου χαρίσεις δυο φιλιά

Με παίζεις στη ρουλέτα και με χάνεις
σε ένα παραμύθι εφιαλτικό
φωνή εντόμου τώρα ειν’ η φωνή μου
φυτό αναρριχώμενο η ζωή μου
με κόβεις και με ρίχνεις στο κενό

Πώς η ανάγκη γίνεται Ιστορία
πώς η Ιστορία γίνεται σιωπή
τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο
συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω
τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί

Αγάπη μου από κάρβουνο και θειάφι
πώς σ’ έχει αλλάξει έτσι ο καιρός
περνάνε πάνω μας τα τροχοφόρα
και γω μέσ’ την ομίχλη και τη μπόρα
κοιμάμαι στο πλευρό σου νηστικός

Πώς η ανάγκη γίνεται Ιστορία
πώς η Ιστορία γίνεται σιωπή
τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο
συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω
τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί

Advertisement

Οι διαβόητες φυλακές Μεντρεσέ της Πλάκας

φυλακές

Εδώ, στην καρδιά της πόλης μας, στην Πλάκα, βόρεια των σημερινών «Αέρηδων», άλλοτε περιοχή του Ωρολογίου του Κυρρήστου, έλαβε χώρα το 1834 μία σημαντική πολιτισμική «γέννα»: εδώ δημιουργήθηκαν τα πρώτα ρεμπέτικα, τα λεγόμενα «μουρμούρικα», τα οποία τραγουδούσαν οι κατάδικοι των Φυλακών Μεντρεσέ.

Ο Μεντρεσές των Αθηνών, του οποίου την πύλη μπορεί να θαυμάσει ακόμη κανείς στην Πλάκα, ήταν Ισλαμικό ιεροσπουδαστήριο που είχε ιδρυθεί τον 17ο αιώνα. Αυτό άλλωστε σημαίνει και η τουρκική λέξη Μεντρεσές.
Επί εποχής Όθωνα και Γεωργίου Α’ χρησιμοποιούνταν ως φυλακές και τόπος εκτέλεσης καταδίκων. Μάλιστα, οι απαγχονισμοί λάμβαναν χώρα στα
κλαδιά του αιωνόβιου πλάτανου στο κέντρο της αυλής του, περιμετρικά της οποίας ξεδιπλώνονταν τα κελιά των φυλακισμένων, άλλοτε δωμάτια των ιεροσπουδαστών.
Από εκεί βγήκε και η έκφραση «χαιρέτα μου τον πλάτανο»: μία φράση που την έλεγαν οι κατάδικοι σε όποιον «συνάδελφό» τους επεδείκνυε παραβατική συμπεριφορά, διακινδυνεύοντας έτσι να βρεθεί κρεμασμένος από τα κλαδιά του πλάτανου, ο οποίος καταστράφηκε το 1915 από κεραυνό!

Ένας τόπος άμεσα συνδεδεμένος με την προϊστορία, τη γέννηση και τα πρώτα βήματα του μουσικού ιδιώματος που φέρει το όνομα «ρεμπέτικο»: εκεί, στις φυλακές του Μεντρεσέ το 1834, άρχισαν να σημειώνονται στην Αθήνα τα πρώτα ρεμπέτικα ακούσματα τα λεγόμενα «μουρμούρικα».
Την ίδια εκείνη εποχή οι Βαυαροί προσπαθούσαν να εισάγουν στη τότε αθηναϊκή κοινωνία τις καντρίλιες και την πόλκα. Αντίθετα στη πλατεία του Ψυρρή τα μουρμούρικα, και τα σεβνταλήτικα άρχισαν να βρίσκουν ανάπτυξη. Στις αρχές του 1900 τα ρεμπέτικα αποτελούσαν το λαϊκό τραγούδι των φτωχών συνοικιών των κυριοτέρων πόλεων.
Η μετέπειτα ιστορική εξέλιξη είναι εν πολλοίς γνωστή…
Οι φωτογραφίες του Μεντρεσέ που ακολουθούν αντλήθηκαν από τον ιστότοπο athensville

Οι διαβόητες φυλακές Μεντρεσέ της Πλάκας
Η απομείνασα πύλη του Μεντρεσέ
Οι διαβόητες φυλακές Μεντρεσέ της Πλάκας
Το εσωτερικό της αυλής
Οι διαβόητες φυλακές Μεντρεσέ της Πλάκας
Ο πλάτανος από γκραβούρα του 18ου αιώνα

Ακούστε μερικά δείγματα «μουρμούρικων», απευθείας από τον «υπόκοσμο»:

Advertisement

Η Μαρία της σιωπής 1972-1973

Η Μαρία της σιωπής

Η ταινία, “Η Μαρία της σιωπής” προβλήθηκε τη σαιζόν 1972-1973 και έκοψε 202.403 εισιτήρια. Ήρθε στην πρώτη θέση σε ανάμεσα σε 64 ταινίες.

Η Μαρία της σιωπής
Σκηνή από την ταινία, “Η Μαρία της σιωπής”.

-Η ταινία ήρθε πρώτη σε εισπράξεις ανάμεσα σε 64 ελληνικές παραγωγές.

-Πρόκειται για την τελευταία ταινία της Αλίκης Βουγιουκλάκη στην Φίνος Φιλμ.

-Τη σκηνοθεσία είχε αναλάβει αρχικά ένας Ελληνοαμερικανός σκηνοθέτης, αλλά μετά τα πρώτα γυρίσματα κλήθηκε να τον αντικαταστήσει ο Γιάννης Δαλιανίδης.

-Το σενάριο της ταινίας θυμίζει έντονα το χολυγουντιανό φίλμ Johnny Belinda.

Περίληψη της ταινίας, “Η Μαρία της σιωπής”

Η Μαρία, μια κωφάλαλη κοπέλα, ζει με τον πατέρα της σε ένα νησί εντελώς απομονωμένη. Ο καινούργιος δάσκαλος ενδιαφέρεται γι’ αυτήν και προσπαθεί να της μάθει την νοηματική γλώσσα. Κάποια μέρα, ο πλούσιος του χωριού βιάζει την Μαρία και όταν αυτή αποκτά ένα παιδάκι, προσπαθεί να της το πάρει μιας και αυτός και η γυναίκα του είναι άκληροι. Σε μια βίαιη στιγμή η Μαρία τον σκοτώνει και ακολουθεί μια μεγάλη δίκη, όπου αθωώνεται, με τον δάσκαλο στο πλευρό της.

Κριτική

Κώστας Σταματίου, Εφημερίδα Τα Νέα, Ιανουάριος 1973
Η υπόθεση θα θυμίσει στους παλιότερους την άλλη εκείνη κωφάλαλη, στο Τζόννυ Μπελίντα. Εκεί υπήρχε «μελό» με ποίηση (καμιά φορά γίνεται). Εδώ υπάρχει «μελό» χωρίς ποίηση∙ μελό σκέτο, αναπηρικό – από τα χειρότερα. Δεν αποκλείεται, η επιτυχία της ανάπηρης (και ολίγον εγκύου) Χριστίνας Ψάχου της τηλεόρασης να ενέπνευσε την αναπηρία της Μαρίας (που και αυτή καθίσταται ολίγον έγκυος).

Η ταπεινή μας γνώμη, πάντως, είναι ότι ούτε η θεαματική μίμηση τηλεόρασης, ούτε η εμμονή σε ιστορίες ξεπερασμένες μια για πάντα, ούτε η ανατριχιαστικιά κραυγαλέα σκηνοθεσία, όπως αυτή του φίλου Γιάννη Δαλιανίδη στην προκειμένη περίπτωση, θα σώσουν την εγχώρια κινηματογραφία. Ίσως, αντί, να σφαδάζουν παραπαίοντες – και χωρίς διάφορο επιπλέον – οι παραγωγοί θα έπρεπε να αφήσουν την τηλεοπτική θύελλα να καταλαγιάσει, αποσυρόμενοι, για μια «περίοδο περισυλλογής». Ίσως, για ένα-δύο χρόνια, όπως θα έλεγε και ο Ρενέ Κλαιρ, «η σιωπή είναι χρυσός».

Advertisement

Νίκος Μαμαγκάκης (1929-2013)

nikos mamagkakis
nikos mamagkakis

Ο Νίκος Μαμαγκάκης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο στιε 3 Μαρτίου του 1929 και ήταν Έλληνας συνθέτης.

Από τους μεγαλύτερους σύγχρονους Έλληνες μουσουργούς, ο ταλαντούχος και καλλιεργημένος Νίκος Μαμαγκάκης, σφράγισε τη μουσική πορεία της χώρας μας για μισό και πλέον αιώνα.

Με επιδράσεις της Δύσης αλλά και της δημοτικής μουσικής της Ελλάδας –  ιδιαίτερα της Κρήτης – και αφιερωμένος στην εξέλιξη της σύνθεσης, έγραψε όλα τα είδη μουσικής με μοναδικό και πρωτότυπο ύφος.

Ξεκίνησε τις σπουδές του από το Ωδείο Αθηνών και εν συνεχεία από το 1957 μαθήτευσε στην Ανώτατη Μουσική Σχολή του Μονάχου δίπλα στους Καρλ Ορφ και Γκέντσμερ.

Νίκος Μαμαγκάκης (1929-2013)
Ο Νίκος Μαμαγκάκης με τον Ευγένιο Σπαθάρη.

Οι αρχικές του αναζητήσεις αφορούσαν στην ανανέωση του ηχοχρώματος και τις δομικές και ρυθμικές σχέσεις που βασίζονται σε αριθμητικές αναλογίες, τόσο με βάση τα δυτικά πρότυπα, όσο και με αναφορές στη δημοτική μας μουσική, κυρίως της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Συνέπεια αυτής της αναζήτησης ήταν η χρήση στα έργα του διαφόρων δημοτικών οργάνων (κρητική λύρα, σαντούρι, κ.ά.) ή αντίθετα η χρήση και μόνο της ηχητικότητάς τους χωρίς αυτά καθ’ εαυτά τα όργανα.

H δημοτικότητα του οφειλόταν κατά κύριο λόγο στον ελληνικό κινηματογράφο και κυρίως στις ταινίες της Φίνος Φιλμ, με την οποία ξεκίνησε συνεργασία το 1968.

Ο Νίκος Μαμαγκάκης έγραψε μουσική για τον ελληνικό κινηματογράφο, όπως: Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά, Η νεράιδα και το παλικάρι, Η αρχόντισσα και ο αλήτης (όλες του Ντίνου Δημόπουλου), Λούφα και παραλλαγή, Άρπα-κόλλα, Βίος και Πολιτεία (του Νίκου Περάκη), Η λεωφόρος του μίσους (του Νίκου Φώσκολου) και πολλά άλλα.

Συνεργάστηκε και σε αρκετές ταινίες άλλων παραγωγών, καθώς και  σε ταινίες του Τάκη Κανελλόπουλου και του Νίκου Περράκη. Σπουδαίο έργο του θεωρείται η μουσική της γερμανικής  σειράς «Heimat» του Εντγκαρ Ράιτ, με διάρκεια περισσότερη των 20 ωρών, η οποία  έκανε πρεμιέρα στην Όπερα του Μονάχου το 1992.

Το 1962 ο Νίκος Μαμαγκάκης πήρε το Β’ βραβείο του μουσικού διαγωνισμού «Μάνος Χατζιδάκις» με τον «Μονόλογο για σόλο τσέλο».

Το 1964, κατέκτησε το βραβείο μουσικής του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, για τη μουσική του στην ταινία «Μονεμβασιά» του Γιώργου Σαρρή, και το 1968 το βραβείο των κριτικών του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για τη μουσική του στην ταινία «Παρένθεση» του Τ. Κανελλόπουλου.

Το 1972, κατά παραγγελία των Ολυμπιακών Αγώνων του Μονάχου, έγραψε το έργο του «Κυκεώνας».

Ορόσημα, αποτελούν οι  όπερες του «Ερωφίλη» και «Ερωτόκριτος» τις οποίες επεξεργαζόταν μέχρι το τέλος σχεδόν της ζωής του, αν και είχαν γραφτεί και παρουσιαστεί, πολλά χρόνια πριν.

Τον Απρίλιο 1997 παρουσίασε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το τρίπρακτο λυρικό έργο του «Όπερα των σκιών» (εμπνευσμένο από το θέατρο σκιών) σε λιμπρέτο του Νάσου Θεοφίλου.

Ο Νίκος Μαμαγκάκης απεβίωσε από καρκίνο στις 24 Ιουλίου 2013.

Νίκος Μαμαγκάκης: Έργα

Αναρχία για κρουστά και ορχήστρα, Σενάριο για δύο, Παραστάσεις για φλάουτο, Μουσική για τέσσερεις πρωταγωνιστές, Κασσάνδρα, Ερωτόκριτος, μουσική για τον Πλούτο του Αριστοφάνη, Τριττύς, Τετρακτύς, Εγκώμιο στο Ν. Σκαλκώτα και πρόσφατα, η σύγχρονη όπερα Οδύσσεια (βασισμένη στο ομώνυμο έπος του Νίκου Καζαντζάκη.

Advertisement

Ο στρογγυλοφάναρος θρύλος των 80s

θρύλος
Τσάρκες, μαγκιά, αλητεία και εφηβικές τρέλες ενσαρκώνονταν άλλοτε ιδανικά στη χώρα μας μέσα από ένα μικρού κυβισμού μηχανάκι που συστάσεις δεν χρειάζεται, μιας και δεν έφυγε ποτέ από τις ζωές μας.
Εκεί λοιπόν στην καρδιά της δεκαετίας του 1980, ανάμεσα στα φαντεζί χτενίσματα, το κιτσάτο ντύσιμο, τα έντονα βαψίματα, τις φωτεινές επιγραφές, τις ντίσκο και τις βιντεοταινίες, ένα πειραγμένο μηχανάκι βάλθηκε να απαθανατίσει τη νεανική κουλτούρα με την απαραίτητη εξαλλοσύνη της εποχής: το πενηντάρι Honda Super Cub!
Το λατρεμένο «παπάκι» ανέβασε στη σέλα του όλα όσα σήμαινε η ιδιαίτερη δεκαετία του ’80 και με ένα κατοστάρικο βενζίνη τα έφερε γυροβολιά απ’ άκρη σ’ άκρη στην Ελλάδα, δίνοντας έκφραση αλλά και μορφή στην εφηβική αναστάτωση.
Σε μια εποχή που ο Σταμάτης Γαρδέλης ράγιζε καρδιές και η Ισμήνη Καλέση ήταν το sex symbol στα ελληνικά, το πειραγμένο «παπάκι» μεταμορφωνόταν στο όχημα της πολυπόθητης κοινωνικής αλλαγής που θα έβγαζε την Ελλάδα από την επαρχιώτικη φύση της και θα την άνοιγε στην ξενομανία και τον νεοπλουτισμό.
Κι αν σήμερα πολλοί σπεύδουν να κατηγορήσουν τα ’80s για την αισθητική του κιτς και τις υπερβολές της, το «παπάκι» διασώζεται αναγκαστικά για όλη τη γλυκόπικρη νοσταλγία που προκαλεί…
Η γέννηση του θρύλου
Ο στρογγυλοφάναρος θρύλος των 80s
Καμιά εικόνα, ιστορία, κατάσταση ή θέαμα των ’80s δεν θα ήταν πλήρες χωρίς ένα «παπάκι» συνοδευτικό, καθώς πάνω του γαλουχήθηκαν όλα τα νιάτα στις γυροβολιές, τη σούζα και τις νεανικές αποκοτιές. Το προσιτό οικονομικά πενηντάρι «παπάκι», μεταχειρισμένο συνήθως από Ιαπωνία μεριά, το έβαζαν στο χέρι ακόμα τα 16χρονα αποκτώντας την πρώτη «ρόδα» τους, με την οποία θα γίνονταν οι πρώτες κοπάνες αλλά και τα παρθενικά μπασίματα στις ντισκοτέκ και τα καφέ.
 
Εργαλείο από κάθε άποψη, δεν θα έπαιρνε πολύ στο «παπί» να γίνει μόδα, κι από κει η πορεία του ως σύμβολο κοινωνικής ανυπακοής και επανάστασης των ηθών ήταν εξασφαλισμένη. Με το χαρτζιλίκι προκαταβολή και τα υπόλοιπα γραμμάτια, ο πιτσιρικάς καβάλαγε το «παπάκι» αψηφώντας τις απεγνωσμένες κραυγές της μάνας για τις «σκοτώστρες τα μηχανάκια» και ανοιγόταν σε ένα νέο σύμπαν εμπειριών, χαβαλέ και απαραίτητων δόσεων μαγκιάς.
 
Ο στρογγυλοφάναρος θρύλος των 80s
Όσο για τη σταδιοδρομία της φιγούρας, μία ήταν η υποχρεωτική στάση: το τσαμπουκάλεμα του «παπιού»! Η ποδιά κοβόταν ή αφαιρούνταν τελείως, η μαμίσια εξάτμιση άλλαζε αναγκαστικά σε Sebring και το μοτέρ «πειραζόταν», φτάνοντας από τα ταπεινά 50cc στα 72, τα 80 ή ακόμα περισσότερα κυβικά. Το μυθικό πια Honda Super Cub φορούσε τετράχρονο αερόψυκτο μονοκύλινδρο κινητήρα 50 κυβικών και ημιαυτόματο κιβώτιο τεσσάρων σχέσεων (ή τριών αρχικά), αν και αυτά ήταν για τους φλώρους. Γιατί τα αλάνια της εποχής έψαχναν να ξεζουμίσουν το εύστροφο μοτεράκι φτάνοντάς το στα 72 ή τα 85 κυβικά.
 
Η τελική τιμή του «παπιού» μετά τις μεταποιήσεις εκτοξευόταν σε διπλάσια ή τριπλάσια νούμερα, καθώς το τσαμπουκάλεμα δεν είχε πρακτικά τέλος: αντικατάσταση κυλίνδρου, αλλαγή καρμπιρατέρ και άλλαγμα εξάτμισης ώστε να γίνει «σεμπρίκι» (Sebring) και να προκαλεί τέτοια βαβούρα ώστε να σε παίρνουν χαμπάρι από χιλιόμετρα. Αν μάλιστα ήσουν ακόμα πιο μάγκας, φόραγες την «κοντή» εξάτμιση ή ακόμα και κοντοκομμένο σωλήνα!
 
Ο στρογγυλοφάναρος θρύλος των 80s
Τα μαρσαρίσματα έξω από τα ουφάδικα έδιναν και έπαιρναν, όπως και τα σπινιαρίσματα στο τσιμέντο με την ταχύτητα πατημένη. Μετά ακολουθούσαν σούζες και «κωλιές» έξω από τις ντισκοτέκ, καθώς με ένα κατοστάρικο (δραχμές!) έφερνες γύρο όλη την Αθήνα. Αν και το «πείραγμα» δεν είχε να κάνει μόνο με τα μηχανικά μέρη, καθώς όλο το ζουμί ήταν στο στιλ και τη φιγούρα: το «παπί» έπρεπε να φυσάει! Γι’ αυτό και ξερίζωνες αμέσως τους καθρέφτες και τη σχάρα, αποσυναρμολογούσες την ποδιά (ή αν την κρατούσες τελικά, τη γέμιζες αυτοκόλλητα) και έκοβες τα φτερά. Αν ήσουν μάλιστα σουζάκιας, πετσόκοβες και την πινακίδα για να μη σε ενοχλεί στις σούζες.
 
Ο σκοπός ήταν να μη μοιάζει με τίποτα με το εργοστασιακό μοντέλο, κι έτσι οι ρόδες, η σέλα και τα φλασάκια δεν έμεναν στο απυρόβλητο των μεταποιήσεων. Γιατί πέρα από τη μόστρα σε πλατείες και νεολαιίστικα μέρη, στο πίσω μέρος του μυαλού υπήρχε αναγκαστικά το «γκάζι» και οι κόντρες με τους φλώρους της διπλανής συνοικίας. Η εικόνα του παπόβιου συμπληρωνόταν με μαλλάκι-χαίτη και υποχρεωτικά λευκή καλτσούλα, ενώ ολοκληρωνόταν με πινελιές μπουφάν flight ή δερμάτινου perfecto, αν ήσουν αγριόμαγκας και καβαλούσες «αγριόπαπια».
 
Ο στρογγυλοφάναρος θρύλος των 80s
Για να έχεις βέβαια «αγριόπαπια», έπρεπε το μηχανάκι να βγάζει απίστευτα θορύβια κι εσύ να ήσουν μαέστρος όλων των τσαλιμακίων στις δύο ρόδες. Όφειλες ταυτοχρόνως να το λύνεις και να το δένεις με τα μάτια κλειστά και το «παπάκι» σου να είσαι εξίσου πειραγμένο εξωτερικά και εσωτερικά. Μόνο έτσι ήσουν αληθινά περπατημένος και σε σέβονταν όλοι. Είπαμε, η «πάπια» έσερνε μια ολόκληρη κουλτούρα ξοπίσω της και μόνο τηρώντας τη απαρέγκλιτα σε σέβονταν όλοι οι μάγκες του ντουνιά.
 
«Δεν οδήγησα ποτέ μηχανή, πάντα οδηγούσα παπάκι», εξομολογήθηκε παλιότερα το σύμβολο της εποχής Σταμάτης Γαρδέλης, επιβεβαιώνοντας την απήχηση του «παπιού» στα έξαλλα εκείνα χρόνια. Γιατί το πενηντάρι μηχανάκι ήταν όχημα κοινωνικής αλλαγής, μεταφέροντας με τα ταπεινά αλογάκια του όλους τους πόθους της νιότης: επανάσταση στο κατεστημένο και υπέρβαση των κοινωνικών συμβάσεων.
 
Ο στρογγυλοφάναρος θρύλος των 80s
Αν και η κουλτούρα του «παπιού» δεν πρέπει να εξαντλείται στο Χοντάκι, καθώς εξίσου θρυλικό ήταν το πενηντάρι Town Mate της Yamaha. Η γνωστή σε πολλούς «ταούνα»! Το Town Mate ήταν το μοναδικό «παπάκι» που φορούσε διαφορικό αντί αλυσίδας στη μετάδοση και έζησε εξίσου μεγάλες δόξες με το Honda Super Cub. Όλα τους δηλωμένα πενηντάρια, αν και στην πραγματικότητα ήταν πολύ μεγαλύτερα μετά τις ερασιτεχνικές μεταποιήσεις.
 
Όσο για τον όρο «παπί», κανείς δεν ξέρει πώς έχει προέλθει. Παρά την τεράστια απήχησή του δηλαδή στην ελληνική κοινωνία, η καταγωγή του παρατσουκλιού αγνοείται. Άλλοι λένε ότι ήταν η εμφάνισή του με την ποδιά που το έκανε να μοιάζει με πάπια, άλλοι πάλι θέλουν τον ήχο της βγαλμένης εξάτμισης να πυροδοτεί αυτό το «παπάκι». Παρά τη νοσταλγική θέση που έχει όμως για μας τους Έλληνες ως σύμβολο μιας άλλης εποχής, το «παπάκι» παραμένει το δημοφιλέστερο μηχανάκι όλων των εποχών!
 
Το «παπάκι» μπαίνει σουζάτο στην πολιτική
Ο στρογγυλοφάναρος θρύλος των 80s
Ακόμα και προεκλογικό σύνθημα έγινε το ιστορικό μηχανάκι όταν οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ τραγουδούσαν εν χορώ «Καλύτερα παπάκι παρά τον Μητσοτάκη»! Πριν από τις εκλογές του Ιουνίου 1985, ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας υποσχέθηκε μειώσεις στις τιμές των αυτοκινήτων και χαμηλότερη φορολογία στην αυτοκίνηση, αν και οι πασοκτζήδες δήλωσαν την προτίμησή τους στο ταπεινό δίτροχο με το περιβόητο σύνθημα, που όχι μόνο ακουγόταν κατά κόρον στις συγκεντρώσεις και τους κεφενέδες, αλλά γράφτηκε κιόλας σε μαντρότοιχους.
Ο στρογγυλοφάναρος θρύλος των 80s
Το «Καλύτερα παπάκι παρά τον Μητσοτάκη» άρεσε μάλιστα τόσο πολύ στους αντιπάλους της Δεξιάς που έμελλε να το τιμήσουν και στις επόμενες προεκλογικές περιόδους, κι ας μην είχε πια καμιά αντιστοιχία με τις νέες εξαγγελίες της ΝΔ…
 
Η ιστορία της «πάπιας»
Ο στρογγυλοφάναρος θρύλος των 80s
Το δημοφιλέστερο μηχανάκι όλων των δίτροχων εποχών, το «πολύ» Honda Super Cub, εμφανίστηκε στην Ιαπωνία το 1958, μετρώντας αδιάλειπτη παρουσία μέχρι και σήμερα στις γραμμές παραγωγής της Honda και έχοντας πουλήσει μέχρι το 2014 περισσότερα από 87 εκατομμύρια κομμάτια! Ο δαιμόνιος μηχανικός Σοϊτσίρο Χόντα συνέλαβε την ιδέα για μια μικρού κυβισμού μηχανή πόλης ήδη από το 1956, όταν βρέθηκε στη Γερμανία και είδε από κοντά τα μοτοποδήλατα του καιρού που αγκομαχούσαν στις ανηφόρες.
 
Κι έτσι ένα ελαφρύ και κυρίως αξιόπιστο μηχανάκι μικρού κυβισμού μπήκε αμέσως στο δημιουργικό στόχαστρο του μεγάλου πιονέρου της Honda, ο οποίος άλλαζε εν αγνοία του την ιστορία των δίτροχων. Παρά την έμφαση στην ποιότητα παραγωγής, τα πρώτα πενηντάρια «παπάκια» της Honda δεν πήγαν καλά στην Ιαπωνία και έβγαλαν αρκετά προβλήματα, αναγκάζοντας τον τελειομανή Σοϊτσίρο να ξαποστέλνει τους μηχανικούς του στα σπίτια των πελατών για τις απαραίτητες επισκευές!
Ο στρογγυλοφάναρος θρύλος των 80s
Ο μακροχρόνιος συνεργάτης του Χόντα μπήκε μια μέρα στο σχεδιαστήριό του και του ζήτησε να φτιάξει το μηχανάκι με τρόπο που να μπορεί να οδηγηθεί με το ένα χέρι, ώστε να μπορούν οι ντελιβεράδες του Τόκιο να κουβαλούν στο άλλο τις παραγγελίες με τα νουντλς! «Αν μπορέσεις να σχεδιάσεις μια μικρή μοτοσικλέτα, ας πούμε 50 κυβικών, με ένα κάλυμμα για να κρύβει τη μηχανή, τους σωλήνες και τα καλώδια στο εσωτερικό, τότε μπορώ να την πουλήσω. Δεν ξέρω πόσα μαγαζιά με νουντλς υπάρχουν στην Ιαπωνία, αλλά σε πάω στοίχημα ότι κάθε κατάστημα θα θελήσει μία για τους ντελιβεράδες του».
image 1
Το Super Cub είχε γεννηθεί και λίγο μετά (αρχές δεκαετίας 1970) θα ακολουθούσε η Yamaha με το ανταγωνιστικό Town Mate, δημιουργώντας έναν νέο τρόπο φτηνής δίτροχης μετακίνησης. Το χαρακτηριστικό τους σχήμα, η ευκολία στη χρήση και το χαμηλό κόστος συντήρησης και μετακίνησης τα έστειλαν στα ουράνια, αλλά και η σύνδεσή τους φυσικά με τα εξεγερμένα νιάτα μιας άλλης εποχής…
Advertisement

Ολημερίς το χτίζανε το βράδυ εγκρεμιζόταν

βράδυ

Το πασίγνωστο γεφύρι της Άρτας βρίσκεται στα δυτικά της πόλης και απέχει από το κέντρο 1 χλμ. Είναι το πιο γνωστό πολύτοξο λιθόκτιστο γεφύρι της Ηπείρου, που γεφυρώνει τις δύο όχθες του ποταμού Αράχθου και αποτελεί ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα μνημεία της πόλης.

Διακρίνεται για τη μοναδική αρχιτεκτονική του αλλά και για τους θρύλους που έχουν συνδεθεί με την κατασκευή του και κυρίως από το ομώνυμο θρυλικό δημοτικό τραγούδι που αναφέρεται στην θυσία της γυναίκας του πρωτομάστορα στα θεμέλια της γέφυρας.

Στη σύγχρονη εποχή η φράση  «ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν» χρησιμοποιείται για κάθε έργο που συναντά δυσκολίες και αδυνατεί να ολοκληρωθεί. Η μεγάλη δυσκολία κατασκευής του ενέπνευσε την παράδοση, τον μύθο, την ποίηση, τη ζωγραφική και τη μουσική για να εξυμνηθεί ο δύσκολος αγώνας του ανθρώπου να πραγματοποιήσει μεγαλόπνοα σχέδια.

Ολημερίς το χτίζανε το βράδυ εγκρεμιζόταν
Το γεφύρι της Άρτας σε γκραβούρα του W. Turner (1820). Η Άρτα, παλιά πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, γνωστή με αυτό το όνομα από το έτος 1082, ήταν κτισμένη στην αριστερή όχθη του Αράχθου, απλωνόταν αμφιθεατρικά στους πρόποδες του λόφου της Περάνθης (Βαλαώρας) και κατείχε τη θέση της αρχαίας Αμβρακίας. Παραδόθηκε στους Οθωμανούς στις 10 Μαρτίου του 1449, εξασφαλίζοντας κάποια προνόμια και παρέμεινε στην κατοχή τους μέχρι τις 24 Ιουνίου του 1881, με ένα μικρό διάστημα Βενετοκρατίας (1688-1715).

Κατασκευή

Χρονολογικά, το χτίσιμο του δεν έχει καθοριστεί ακριβώς. Υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Φαίνεται ότι είχε αρχικά θεμελιωθεί κατά τον 3ο π.Χ. αιώνα επί βασιλείας Πύρρου του Α΄.
Κατά καιρούς έγιναν επισκευές και προσθήκες στην κατασκευή, με τελευταία εκείνη του 1612 που πιθανόν του έδωσε και την σημερινή του μορφή.
Είναι κομψό, επιβλητικό και οι καμάρες του στηρίζονται σε ευρείες βάσεις.

Η κρεμάλα στον πλάτανο του Αλή Πασά

Στην ανατολική όχθη του Αράχθου, κοντά στην αρχή της γέφυρας, μπροστά στην ταβέρνα «Πρωτομάστορας» σώζεται ο μεγάλος πλάτανος του Αλή Πασά.
Λέγεται ότι κάτω από αυτό το τεράστιο δέντρο καθόταν ο Αλή Πασάς Τεπελενλής και απολάμβανε τον απαγχονισμό από τα κλαδιά του, όσων Ελλήνων καταδίκαζε σε θάνατο.
Σ’ αυτό το μακάβριο θέαμα μας μεταφέρει το δημοτικό τραγούδι: «Τι έχεις καημένε πλάτανε και στέκεις μαραμένος με τις ριζούλες στο νερό; Αλή πασάς επέρασε και δεν μπορώ να πιώ».

Ολημερίς το χτίζανε το βράδυ εγκρεμιζόταν
Λιθογραφία με τον πρωτομάστορα

Ο θρύλος

Η ιστορική έρευνα καταδεικνύει ότι ο θρύλος αυτός βασίζεται σε μια ιστορική αλήθεια. Όταν οι Τούρκοι χρειάστηκαν γέφυρα για να περάσει ο στρατός τους προς τη νότια Ελλάδα ζήτησαν από τους ντόπιους να τους βοηθήσουν στην κατασκευή της.
Πολλοί Έλληνες προσφέρθηκαν να βοηθήσουν ελπίζοντας ότι θα κερδίσουν την εύνοιά τους. Μόλις όμως έμαθαν οι κάτοικοι τις προθέσεις των Τούρκων, πήγαιναν τη νύκτα και γκρέμιζαν ό,τι οι ίδιοι είχαν φτιάξει την ημέρα. Οι Τούρκοι προβληματίστηκαν από την κωλυσιεργία και ζήτησαν εξηγήσεις.

Οι ντόπιοι για να δικαιολογηθούν ισχυρίστηκαν ότι το γεφύρι ήταν στοιχειωμένο, με την ελπίδα ότι οι Τούρκοι δεν θα περνούσαν από εκεί.
Όμως ο Τούρκος διοικητής, οργισμένος από την κοροϊδία, διέταξε τη σύλληψη του πρωτομάστορα και της γυναίκας του και τη θανάτωσή τους. Όταν οι ντόπιοι έμαθαν τις εξελίξεις φοβήθηκαν και ολοκλήρωσαν το γεφύρι. Φρόντισαν όμως να καταραστούν όποιον διέσχιζε το γεφύρι.
Μετά την εθνεγερσία του 1821 και αναμένοντας την απελευθέρωσή τους από τον ελληνικό στρατό οι προηγούμενες κατάρες έγιναν ευχές.

Το δημοτικό τραγούδι και η ανθρωποθυσία

Το τραγούδι βασίζεται στη λαϊκή δοξασία ότι για να θεμελιωθεί γερά ένα κτίσμα πρέπει να θυσιαστεί κάποιο ζώο ή άνθρωπος, που θα πρέπει κατά κάποιον τρόπο να εντοιχιστεί στα θεμέλια.
Δηλαδή η λαϊκή παράδοση από τους αρχαίους χρόνους απαιτεί θυσία στα θεμέλια των δύσκολων έργων, με κορύφωμα την ανθρωποθυσία, όπως στη γέφυρα της Άρτας.

Το γνωστό δημοτικό τραγούδι «της Άρτας το γεφύρι», που υπήρξε πρότυπο για παραλλαγές σε όλη τη Βαλκανική χερσόνησο, αναφέρει σχετικά σε στίχο του: «Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γεφύρι δεν στεριώνει».
Έτσι ο πρωτομάστορας αποφάσισε να παραπλανήσει τη γυναίκα του προφασιζόμενος ότι έχασε την βέρα του στα θεμέλια . Εκείνη προθυμοποιήθηκε να ψάξει και τότε ο πρωτομάστορας προχώρησε στο μακάβριο σχέδιο της ανθρωποθυσίας.

Όταν η τραγική γυναίκα κατάλαβε ότι οι μάστορες και κυρίως ο Πρωτομάστορας άντρας της την ξεγέλασαν, έριξε βαριά κατάρα για όσους διαβούν το γεφύρι: «Αν τρέμουν τ” άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι κι αν πέφτουν τ” άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες». «Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες».

Ολημερίς το χτίζανε το βράδυ εγκρεμιζόταν
Στην εξοθωμανισμένη Άρτα ζούσαν Έλληνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι, Μουσουλμάνοι, Εβραίοι και Λατίνοι -κυρίως- Βενετοί έμποροι. Τον 15ο αιώνα ήταν η σημαντικότερη πόλη της Ηπείρου, μετά τα Γιάννενα. Προς το τέλος του 17ου αιώνα, ο πληθυσμός της έφθανε τους 7.000 κατοίκους. Τα Γιάννενα απελευθερώθηκαν το 1912, 31 χρόνια μετά την Άρτα. Ο μεθοριακός σταθμός βρισκόταν τότε στα ελληνοτουρκικά σύνορα.

Φόρος τιμής στην πρωτομαστόρισσα

Με το χτίσιμο της γυναίκας του Πρωτομάστορα στα θεμέλια πραγματοποιήθηκε η θυσία που απαιτούσαν τα στοιχειά του ποταμού προκειμένου να επιτρέψουν στους ανθρώπους να γεφυρώσουν τις δύο όχθες του ορμητικού Άραχθου. Μέχρι και σήμερα όταν οι Αρτινοί διασχίζουν το γεφύρι της Άρτας λέγεται πως χαμηλώνουν τη φωνή και τα μάτια αποδίδοντας φόρο τιμής στην Πρωτομαστόρισσα που με τη θυσία της αλλά και την αλλαγή της κατάρας της σε ευχές προσέφερε στους ντόπιους ένα μνημείο -σύμβολο στο πέρασμα του χρόνου.

Ο θρύλος του Γεφυριού της Άρτας έκανε το πέτρινο πέρασμα γνωστό με την βοήθεια του δημοτικού τραγουδιού. Η εικόνα του Γεφυριού έχει κοσμήσει πίνακες, κεντήματα, χαλκογραφίες, νομίσματα και ξυλόγλυπτα κάνοντας διαχρονικό και προσφέροντας του μια θέση ανάμεσα στα υπόλοιπα θρυλικά ελληνικά μνημεία.

Ολημερίς το χτίζανε το βράδυ εγκρεμιζόταν
Μετά την απελευθέρωση στις 24-6-1881,
το τμήμα αυτό της Ηπείρου μέχρι τον Άραχθο
ποταμό αποτέλεσε το Νομό Άρτας

Τα σύνορα της Ελλάδας

Το έτος 1881, όταν απελευθερώθηκε η Άρτα από τους Τούρκους , το γεφύρι ήταν τα σύνορα της ελεύθερης Ελλάδας με την οθωμανική αυτοκρατορία . Στο δυτικό άκρο του γεφυριού, υπάρχει ένα διώροφο νεοκλασικό κτήριο που χτίστηκε το 1864 μΧ από αυστριακό αρχιτέκτονα και σήμερα στεγάζει το Λαογραφικό Μουσείο Άρτας. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως Οθωμανικό φυλάκιο της Γέφυρας και αργότερα, μετά το έτος 1881 , ως Τελωνείο των Τούρκων.

Οι Γερμανοί και η βεβήλωση του μνημείου

Στο τέλος της δεκαετίας του 1930 στις αρχαίες βάσεις προστέθηκαν και τσιμεντένιες για τη στήριξη μιας ξύλινης γέφυρας, την οποία οι Γερμανοί κατακτητές, ενίσχυσαν με σιδηροδοκούς για τη διέλευση των οχημάτων τους. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1944 όταν οι Γερμανοί Ναζί αποχώρησαν, διέταξαν να ανατιναχθεί το πέτρινο Γεφύρι της Άρτας, αλλά ο Γερμανός αξιωματικός στον οποίο ανατέθηκε η αποστολή, αντιλαμβανόμενος την ιστορική και πολιτιστική αξία του μνημείου, δεν υπάκουσε στη διαταγή και το γεφύρι σώθηκε.
Άλλη εκδοχή αναφέρει ότι κάποιος Γερμανός στρατιώτης Λούντβιχ, μάλλον αρχαιολόγος, γύρισε κρυφά πίσω και απενεργοποίησε τον εκρηκτικό μηχανισμό.

Ολημερίς το χτίζανε το βράδυ εγκρεμιζόταν
Robert A. Mc Cabe, Το γεφύρι της Άρτας (1961)

Το γεφύρι έχει ανάγκη προστασίας

Την δεκαετία του 80, το υπουργείο Πολιτισμού επί Μελίνας Μερκούρη, έστρεψε την προσοχή του στο γεφύρι της Άρτας και αποφάσισε να αφαιρέσει τις σιδερένιες και τσιμεντένιες ενισχύσεις που αλλοίωναν την εικόνα του. Οι αρμόδιες υπηρεσίες μετά από ειδικές μελέτες για την στατικότητά του προχώρησαν σε σημαντικές στερεωτικές εργασίες και τσιμεντοενέσεις.
Μετά την κατασκευή του υδροηλεκτρικού φράγματος της ΔΕΗ στο Πουρνάρι του Πέτα, από Σοβιετική Εταιρεία ( 1976-1981 ) δεν υπάρχει πλέον συνεχής ροή στο ποτάμι του Αράχθου.

Το 1983 το γεφύρι διέτρεξε μεγάλο κίνδυνο λόγω της ακανόνιστης ροής υδάτων. Τότε τοποθετήθηκε ειδική κατασκευή στον πυθμένα η οποία αυτό το διάστημα ενισχύεται εκ νέου μετά την περσινή θεομηνία που γκρέμισε το εξίσου ιστορικό γεφύρι της Πλάκας στην ευρύτερη περιοχή και έθεσε σε κίνδυνο το ιστορικό γεφύρι της Άρτας.

Advertisement

Η νεράιδα και το παληκάρι 1969-1970

Η νεράιδα και το παληκάρι

Η ταινία, “Η νεράιδα και το παληκάρι” προβλήθηκε τη σαιζόν 1969-1970 και έκοψε 626.540 εισιτήρια. Ήρθε στην 4η θέση σε 99 ταινίες.

-Μια πολύ επιτυχημένη ταινία, στην οποία ο Φιλοποίμην Φίνος απέδειξε, για μια ακόμα φορά, πόσο μερακλής παραγωγός υπήρξε όταν αποφάσισε να γυρίσει ξανά το πανάκριβο φινάλε με την πληθώρα χορευτών κρητικών χορών, γιατί θεώρησε ότι τα πρόσωπα των ηθοποιών δεν αναδεικνύονται σωστά.

Η Νεράιδα και το παληκάρι
Σκηνή από την ταινία, “Η νεράιδα και το παληκάρι”.

-Πηγή έμπνευσης για το σενάριο της ταινίας ήταν το έργο Ρωμαίος και Ιουλιέτα, αλλά με χαρούμενο τέλος.

-Τα γυρίσματα της ταινίας, “Η νεράιδα και το παληκάρι” έγιναν στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου, με εξαίρεση κάποιες σκηνές που γυρίστηκαν στο Κολυμβάρι Χανίων, το ενετικό λιμάνι Χανίων και στην Παναγία την Κερά στην Κριτσά.

Το σπίτι των Φουρτουνάκηδων, ήταν το σπίτι του σκηνοθέτη, Νίκου Κούνδουρου στην Μιραμπέλο Λασιθίου.

-Κατά την διάρκεια των γυρισμάτων, η Αλίκη ήταν έγκυος στον γιο της, Γιάννη Παπαμηχαήλ. Στις σκηνές οι οποίες δεν μπορούσαν να γυριστούν λόγω της φουσκωμένης της κοιλιάς, σε ορισμένες σκηνές την αντικατέστησε η Μίτσι Καρά. Σε άλλες σκηνές, η Αλίκη φορούσε φαρδιά φορέματα, για να μην φαίνεται η κοιλιά της.

-Παρόλο που λαμβάνει χώρα στην Κρήτη, η μουσική δεν είναι Κρητική, αλλά Νησιώτικη.

-Το 2019, η ταινία έγινε θεατρικό του Γιώργου Βάλαρη, με πρωταγωνιστές τους Μαρία Κορινθίου (Κατερινιώ), Παναγιώτη Πετράκη (Μανούσος), Σταύρο Νικολαίδη (Ενωμοτάρχης), Σπύρο Μεριανό (Ιερέας), Ευτυχία Φαναριώτη (Λενιώ), Ανδρέα Κωνσταντινίδη (Μανολιός) και Κοσμά Ζαχάρωφ

Περίληψη της ταινίας, “Η νεράιδα και το παληκάρι”

Ο Ρουμελιώτης αστυνομικός διοικητής Καρακώστας φτάνει στην Κρήτη, όπου θα αναλάβει ενωματάρχης χωροφυλακής. Στο χωριό αυτό, υπάρχει μια μεγάλη βεντέτα που κρατάει αιώνες, ανάμεσα στους Βροντάκηδες και τους Φουρτουνάκηδες. Η κάθε μια από τις δύο οικογένειες κρατάνε μακριά τα παιδιά τους για να μη τύχει και αγαπηθούν, ο Άρχοντας Φορτουνάκης (Διονύσης Παπαγιαννόπουλος) την κόρη του, Κατερινιώ (Αλίκη Βουγιουκλάκη), η οποία είναι η μασκότ του χωριού και ο Άρχοντας Βροντάκης (Γιάννης Αργύρης) το γιο του, Μανούσο (Δημήτρης Παπαμιχαήλ), τον οποίο έστειλε από μικρό παιδί στην Αθήνα.

Ο Φουρτουνάκης προξενεύει την Κατερινιώ με τον Σκανταλάκη (Σπύρος Καλογήρου) στα Χανιά, ο οποίος όμως είναι αγριάνθρωπος και δεν αρέσει στην Κατερινιώ. Εν τω μεταξύ, ο Μανούσος που κατεβαίνει από την Αθήνα, μετά από κάλεσμα των γονιών του για να τον προξενέψουν με την κόρη του Κωνσταντογιωργάκη το Λενιώ, βρίσκεται τυχαία στο γλέντι του αρραβώνα και αντικρίζει για πρώτη φορά το Κατερινιώ, και την ερωτεύεται.

neraida palikari

Με την βοήθεια του Μανωλιού (Αλέκος Τζανετάκος), ο οποίος είναι ο μπάτλερ της οικογένειας των Βροντάκηδων, φτάνει στο μπαλκόνι στο σπίτι της. Εκείνη του συστήνεται, αλλά αυτός δεν αποκαλύπτει την ταυτότητά του πέραν του ότι είναι από χωριό, για να μην τον ανακαλύψει.

Αποφασίζουν να βγουν ραντεβού έξω από το μοναστήρι, όπου ο Μανούσος, μην μπορώντας να κρατήσει άλλο το μυστικό του, της αποκαλύπτει την ταυτότητά του, Θυμωμένη, η Κατερινιώ τον κυνηγάει με το δίκαννο προσπαθώντας να τον σκοτώσει. Όμως ο παπάς της ενορίας του χωριού, ο πατήρ Νικόλας (Νότης Περγιάλης), της λέει ότι η αγάπη είναι ένα από τα μεγαλύτερα δώρα του Θεού, και ότι για χρόνια έλεγε να σταματήσει το μίσος.

Στην πορεία, ο Μανούσος καταφτάνει στο σπίτι του για να αρραβωνιαστεί με την Λενιώ, όμως αυτός έχει ερωτευτεί την Κατερινιώ. Για να την κάνει να ζηλέψει, ο Μανούσος κάνει ψέματα ότι παντρεύεται την Λενιώ. Η Κατερινιώ, μαθαίνει για τον αρραβώνα στο σπίτι των Βροντάκηδων, και παραβρίσκεται στο γλέντι μεταμφιεσμένη σε άντρα για να επέμβει. Αλλά τελικά η ταυτότητά της αποκαλύπτεται και φεύγει τρέχοντας από την έπαυλη με τους Βροντάκηδες να την κυνηγάνε.

Τελικά, φτάνει στο καπηλειό του πατέρα της, όπου την περιμένει μαζί με τον Σκανταλάκη. Εκεί, αποκαλύπτει σε όλους ότι βαρέθηκε το μίσος και φιλάει τον Μανούσο. Ο Φουρτουνάκης κλείνει την Κατερινιώ στην υπόγα και ο Βροντάκης στέλνει τον Μανούσο πίσω στην Αθήνα, όμως αυτός με τον Μανωλιό έχουν καταστρώσει ένα σχέδιο για να κλέψουν την Κατερινιώ. Μετά την αρπαγή της Κατερινιώς, φτάνουν στο μοναστήρι, όπου παντρεύονται κρυφά και κάνουν ότι αυτοκτονούν.

Το άλλο πρωί, ο πατήρ Νικόλας χτυπά την καμπάνα πένθιμα και οι οικογένειες καταφθάνουν, όπου ο παπάς τους αποκαλύπτει ότι παντρεύτηκαν, αλλά για να μην γίνει ο γάμος τους αιτία για να χυθεί αίμα, θυσιάστηκαν. Τελικά, η θεία της Κατερινιώς, Δέσποινα, ανακαλύπτει ότι είναι ακόμη ζεστοί. Το ζευγάρι συνέρχεται και τελικά παντρεύονται. Η ταινία τελειώνει με τον Σκανταλάκη να προσπαθεί να σκοτώσει τον Μανούσο με μαχαίρι, αλλά τελικά πέφτει στην θάλασσα.

Advertisement

Εφυγε από τη ζωή ο Σπύρος Ευαγγελάτος

spiros e1485283557684
spiros e1485283557684

Πέθανε σε ηλικία 77 ετών – Η κηδεία του σκηνοθέτη και ακαδημαϊκού θα γίνει από το Α’ Νεκροταφείο Αθηνών την Πέμπτη 26 Ιανουαρίου

Εφυγε από τη ζωή ο καταξιωμένος σκηνοθέτης Σπύρος Ευαγγελάτος σε ηλικία 77 ετών. Η είδηση του θανάτου του, βύθισε σε θλίψη τον καλλιτεχνικό κόσμο. Το τελευταίο διάστημα αντιμετώπιζε αρκετά προβλήματα υγείας. Η κηδεία του σκηνοθέτη και ακαδημαϊκού, θα γίνει από το Α’ Νεκροταφείο Αθηνών την Πέμπτη 26 Ιανουαρίου στις 3.00 το μεσημέρι, δημοσία δαπάνη.

Το περασμένο καλοκαίρι έδωσε την τελευταία του παράσταση στο Ηρώδειο με τον «Αμύντα» του Γεωργίου Μόρμορη. Στην υπόκλιση σύσσωμο το θέατρο τον χειροκρότησε όρθιο.

Ο ηθοποιός και βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Πάνος Σκουρολιάκος, αποχαιρέτησε τον Σπύρο Ευαγγελάτο, γράφοντας: «Έφυγε ο Σπύρος Α.Ευαγγελάτος. Μαζί του μία ολόκληρη εποχή. Ανεπανάληπτος και αναντικατάστατος. Οδύνη. σεβασμός και ευγνωμοσύνη από όλους μας!».

Ποιος ήταν ο μεγάλος «θεατράνθρωπος» Σπύρος Ευαγγελάτος

Γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν γιος του συνθέτη Αντίοχου Ευαγγελάτου και της αρπίστριας Ξένης Mπουρεξάκη. Η καλλιτεχνική παράδοση της οικογένειας τον οδήγησε προς το θέατρο.

Σπούδασε αρχικά στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, απο την οποία αποφοίτησε το 1961.

Σπούδασε θεατρολογία στο Πανεπιστήμιο της Bιέννης, με υποτροφία του ιδρύματος Woursell, και παρακολούθησε τη θεατρική πράξη στη Γερμανία, Aυστρία, Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία. Επί ένα χρόνο παρέμεινε στο Λονδίνο για έρευνες, με υποτροφία του Bρετανικού Συμβουλίου.

Για πρώτη φορά σκηνοθέτησε επαγγελματικά σε ηλικία 21 ετών. Μέχρι το τέλος της ζωής του, έδωσε την υπογραφή του σε περισσότερες από 220 σκηνοθεσίες στα ελληνικά κρατικά θέατρα, στα Φεστιβάλ Αθήνων, Επιδαύρου, και σε όλα τα γνωστά ελληνικά φεστιβάλ, σε ιδιωτικούς αθηναϊκούς θιάσους και στο εξωτερικό (Bιέννη, Zυρίχη, Zάλτσμπουργκ, Kάσσελ, Λουκέρνη, Πρίνστον-HΠA, Mαδρίτη κ.α.).

Είχε σκηνοθετήσει έργα: Aισχύλου, Σοφοκλή, Eυριπίδη, Αριστοφάνη, Mενάνδρου, Σενέκα, Σαίξπηρ, Γουέμπστερ, Λόπε ντε Bέγκα, Kαλντερόν, Mολιέρου, Tσικαμάτσου, Γκολντόνι, Γκαίτε, Σίλλερ, Mπύχνερ, Ίψεν, Στρίντμπεργκ, Τσέχωφ, Γκόρκι, Πιραντέλλο, Mπρέχτ, Λόρκα, T. Ουίλλιαμς, Ιονέσκο, Nτε Φιλίππο, Nτύρρενματ, Mρόζεκ, Kόχουτ, Xάντκε, Στρατίεβ καθώς και πολλά παλαιά και λιγότερα σύγχρονα νεοελληνικά έργα.

Επίσης είχε σκηνοθετήσει όπερες των: Mότσαρτ, Pοσσίνι, Nτονιτσέτι, Mπελλίνι, Mπετόβεν, Tομά, Bάγκνερ, Bέρντι, Γιόχαν Στράους, Όφφεμπαχ, Mπιζέ, Σαιν Σανς, Mουσόργκσκυ, Pίμσκι-Kόρσακοφ, Πουτσίνι, Pίχιαρντ Στράους, Στραβίνσκυ, Mενόττι, Nταλαπίκολα, Σοστακόβιτς, Kαλομοίρη, Θεοδωράκη, Kούκου, Mπαλτά.

Είχε γράψει πολλά επιστημονικά μελετήματα, κυρίως σε θέματα του κρητικού και του επτανησιακού θεάτρου. Είχε μεταφράσει έργα των Eυριπίδη, Αριστοφάνη, Σαίξπηρ, Λόπε ντε Bέγκα, Γκαίτε, Σίλερ, Λόρδου Bύρωνα, Mπύχνερ, Ίψεν, Στρίντμπεργκ, Mπρεχτ, Kόχουτ. Από το 1977 ως το 1980, διατέλεσε Γενικός Διευθυντής του Kρατικού Θεάτρου Bορείου Ελλάδος και από το 1984 ως το 1987 της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Tο 1989 εκλέχθηκε Καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Tο 1991 εκλέχτηκε Καθηγητής του Tμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 1992 έως το 1996 Πρόεδρος του Ελληνικού Kέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου (I.T.I.). Από το 1997 έως το 1999, από το 2001 έως το 2003, και από το Σεπτέμβριο του 2005 έως το 2007 πάλι Πρόεδρος του Tμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 1999 μέχρι το 2006 Πρόεδρος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Το 1974 του απονεμήθηκε το βραβείο «Kαρλ Σκράουπ» του Λαϊκού Θεάτρου της Bιέννης για την καλύτερη σκηνοθεσία της χρονιάς. Tο 1988 τιμήθηκε με το βραβείο αρχαίου δράματος του Δήμου Αθηναίων «Kάρολος Kουν», για τη διδασκαλία της Ορέστειας.

Tο 1995 ο πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας του απένειμε το παράσημο “Cavaliere Ufficiale” για την προβολή του ιταλικού πολιτισμού στην Ελλάδα. Tο 1996 τιμήθηκε με το βραβείο σκηνοθεσίας της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων για την Θεοφανώ και το 1997 το βραβείο «Φώτος Πολίτης» του Θεατρικού Mουσείου για το «Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» και τον «Ίωνα».

Tο 1999 ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας του απένειμε το παράσημο του Tαξιάρχη του Φοίνικος.

Tο 2001 το Πανεπιστήμιο Αθηνών εξέδωσε προς τιμήν του Σπύρου Ευαγγελάτου τον συλλογικό τόμο Δάφνη. Tον Δεκέμβριο του 2001 τον βράβευσε η Ακαδημία Αθηνών με το Αργυρό Mετάλλιό της. Tο 2004 (Ιούνιος) ο πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας τον τίμησε με το ανώτερο παράσημο “Ordine della Stella Solidarietà Italiana-Cavaliere” (III Classe) για την προσφορά του στη σύσφιγξη των ελληνο-ιταλικών πολιτιστικών σχέσεων. Tο 2005 (Φεβρουάριος) εκλέχτηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Στις 12 Ιανουαρίου 2012 ανακηρύχθηκε αντιπρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών και πρόεδρος το 2013.

Ήταν παντρευμένος με την ηθοποιό Λήδα Τασοπούλου με την οποία απέκτησαν μαζί δύο παιδιά, την Κατερίνα και τον Αντίοχο που έφυγε από τη ζωή το 2010, σε ηλικία 23 ετών.

Μητσοτάκης: Ο Σπύρος Ευαγγελάτος ενέπνευσε γενιές Ελλήνων

Ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης, έκανε την ακόλουθη δήλωση για την απώλεια του Σπύρου Ευαγγελάτου:

«Ο σκηνοθέτης και Ακαδημαϊκός Σπύρος Ευαγγελάτος ανήκει στους Έλληνες εκείνους που με το έργο τους, την ευρυμάθειά τους και την εν γένει παρουσία τους στη δημόσια σφαίρα, έγιναν σημεία αναφοράς και ενέπνευσαν γενιές συμπατριωτών τους.

Ο Σπύρος Ευαγγελάτος γνώρισε την αποδοχή και την εκτίμηση του κοινού και των φοιτητών του επιλέγοντας το δύσκολο δρόμο.

Με αφετηρία την Ελλάδα και την αρχαία ελληνική  και βυζαντινή γραμματεία, δημιούργησε ευρωπαϊκό θέατρο θυμίζοντάς μας με τον τρόπο του διαρκώς πού ανήκουμε.

Εκφράζω τα ειλικρινή μου συλλυπητήρια στην κόρη του Κατερίνα».

Το υπουργείο Πολιτισμού για το θάνατο του Σπύρου Ευαγγελάτου

Μετά την ανακοίνωση του θανάτου του σπουδαίου θεατρανθρώπου, το υπουργείο Πολιτισμού εξέδωσε την παρακάτω ανακοίνωση:
Ο Σπύρος Ευαγγελάτος, ο άνθρωπος που φώτισε με το έργο του το ελληνικό θέατρο, έφυγε από τη ζωή.
Όπως όλοι οι σημαντικοί σκηνοθέτες στην Ελλάδα, με το δικό του θεατρικό ύφος και υψηλό επίπεδο αισθητικής, προσέγγισε με μοναδικό τρόπο την εθνική κληρονομιά, από το αρχαίο δράμα μέχρι την ελληνική λαϊκή παράδοση, γνωρίζοντας την καταξίωση και αναγνώριση από καλλιτέχνες και κοινό.

Χάρη στο πηγαίο ταλέντο, στη βαθιά του μόρφωση και στην άσβεστη αγάπη του για την ελληνική δραματουργία, κατόρθωσε να γίνει κοινωνός της ελληνικής πραγματικότητας, ανοίγοντας νέους δρόμους στην τέχνη.

Με τη θεατρική ομάδα «Νεοελληνική Σκηνή», με το «Αμφι-θέατρο» αλλά και στο Εθνικό θέατρο σκηνοθέτησε παραστάσεις εντός και εκτός Ελλάδας λαμβάνοντας τακτικά μέρος στα Φεστιβάλ Επιδαύρου, Αθηνών καθώς και σε Διεθνή Φεστιβάλ, με έργα αρχαίου δράματος, μεσαιωνικής και αναγεννησιακής ελληνικής λογοτεχνίας -κάνοντας γνωστά παραγνωρισμένα έργα της νεοελληνικής δραματουργίας- καθώς και με έργα διεθνούς δραματολογίου. Ήδη από νεαρή ηλικία σκηνοθέτησε έργα από το κρητικό, το επτανησιακό και το λαϊκό θέατρο που μέχρι τότε θεωρούνταν αναχρονιστικά και απροσπέλαστα. Στο τόσο δύσκολο αυτό πλαίσιο, ο Σπύρος Ευαγγελάτος κατάφερε να παράγει εξαιρετικά σκηνικά αποτελέσματα θεμελιωμένα στην θεατρολογική έρευνα και την επιστημονική ακρίβεια και τελικά να επαναπροσδιορίσει τη σχέση μας με τα κείμενα αυτά και τον λαϊκό πολιτισμό.

Γενικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και πρόεδρός αυτής, καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρός του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών, ο Σπύρος Ευαγγελάτος συνδύασε τη θεωρία με την πράξη όσο ελάχιστοι στην ιστορία του Νεοελληνικού θεάτρου.

Η απώλειά του Σπύρου Ευαγγελάτου αποτελεί απώλεια για το ίδιο το ελληνικό θέατρο αλλά και για τον ελληνικό πολιτισμό γενικότερα.

Κατόπιν απόφασης της Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού Λυδίας Κονιόρδου, η κηδεία του θα πραγματοποιηθεί δημοσία δαπάνη.

Αναδημοσίευση άρθρου απο το protothema.gr

Εφυγε από τη ζωή ο Σπύρος Ευαγγελάτος

Advertisement

Έτσι διασκέδαζε η Αθήνα πριν από 30 χρόνια

Αθήνα

Εκστασιασμένοι 20χρονοι σε χορό μέχρι τελικής πτώσης

Ένα βίντεο από το club Αυτοκίνηση έκανε την εμφάνισή του στο internet τις τελευταίες ώρες.
Αν ήσουν νέος στην Αθήνα το 80 και του 90 είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτές οι εικόνες θα σου θυμίσουν πολλά.
Η Αυτοκίνηση υπήρξε ένα από τα θρυλικά αθηναϊκά clubs των προηγούμενων δεκαετιών και αυτό το βίντεο το επιβεβαιώνει με τον πιο διασκεδαστικό τρόπο.
Advertisement

Οι παλιές γειτονιές της Αθήνας

γειτονιές

Πού βρίσκονταν τα Κατσικάδικα; Πώς λέγονται σήμερα οι Κουκουβάουνες; Πού είναι το Τουρκολίμανο και ποια γειτονιά γνωρίζουν οι κάτοικοι της και ως Μαγκουφάνα; Ακολουθήστε μας, σε μια βόλτα στα παλιά τοπωνύμια των περιοχών της Αθήνας.

Κατσικάδικα: Στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ακόμα σχεδιαζόταν η Πλατεία Δεξαμενής, το Κολωνάκι αποκαλούταν Κατσικάδικα, και βόρεια της πλατείας δεν υπήρχαν παρά καλύβες βοσκών. Τα κατσικάκια τους, μάλιστα, έφαγαν –στην κυριολεξία– την πρώτη απόπειρα δεντροφύτευσης του Λυκαβηττού.

Κουκουβάουνες: Λεγόταν η σημερινή Μεταμόρφωση, πριν η μανία να καταργήσουμε τα αρβανίτικα τοπωνύμια «χτυπήσει» την Αττική, και γίνουν τα Λιόσια Ίλιον, η Χασιά Φυλή, το Μενίδι Αχαρνές και το Λιόπεσι Παιανία.

Λοιμικό: Ήταν το Ελληνικό μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Αν δεν το μαντέψατε, το όνομα προέρχεται από ένα λοιμοκαθαρτήριο που υπήρχε στην περιοχή.

Μαγκουφάνα: «Θύμα» κι αυτή της από-αρβανιτοποίησης των αττικών τοπωνυμίων, άλλαξε το όνομά της σε Πεύκη με διάταγμα που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το 1960.

Μπραχάμι: Εντάξει, αυτό το ξέρετε –κυρίως επειδή οι παλαιότεροι κάτοικοι του Αγίου Δημητρίου και της Δάφνης αποκαλούν ακόμα έτσι τη γειτονιά τους.

Τουρκολίμανο: Κι αυτό θα το έχετε ακουστά, αν γνωρίζετε έστω και έναν Πειραιώτη άνω των 40. Είναι το Μικρολίμανο του Πειραιά, που κάποια στιγμή αποφασίσαμε πως παραέχει πολλά τούρκικα τοπωνύμια. Το Πασαλιμάνι έμεινε, το Τουρκολίμανο έφυγε.

Κακοσάλεσι: «Στου σπιτ’ στου Κακοσάλεσ’ δε ματαξαναγυρνώ» τραγουδούσε ο Γιάννης Μηλιώκας τότε που η Αυλώνα αποκαλούταν ακόμα από τους γηραιότερους κατοίκους της με το όνομα που είχε ως το 1927 –και το οποίο σήμαινε «κακό πέρασμα», επειδή το ορμητήριο των κλεφτών εκεί δυσκόλευε το πέρασμα των Οθωμανών.

Βουρλοπόταμος: Είναι η σημερινή Αμφιθέα, του Παλαιού Φαλήρου, η οποία τότε δανειζόταν το όνομά της από το ρέμα που την διέσχιζε.

Λεβί: Ένα από τα πιο άγνωστα παλιά τοπωνύμια της Αθήνας, το εβραϊκό Λεβί έγινε αργότερα επίθετο –ο Δημήτρης Λεβής ήταν ο τελευταίος ιδιοκτήτης της αγροικίας στον Ελαιώνα, που δάνειζε το όνομά της στην γειτονιά γύρω της.

Αλώνια: Λεγόταν το Θησείο μέχρι και τα πρώτα χρόνια της ανεξάρτητης Αθήνας –τότε που εκπονήθηκε το πρώτο σχέδιο πόλης, από τους Κλεάνθη και Σάουμπερτ. Υπήρχαν όντως αλώνια στην πλατεία έξω από τον σταθμό του ηλεκτρικού, τα οποία μάλιστα σημειώνονται στα σχέδια των Κλεάνθη και Σάουμπερτ.

1

Δουργούτι: Απλούστερα γνωστό και ως «τα προσφυγικά του Νέου Κόσμου», είναι η γειτονιά πίσω από το Intercontinental της λεωφόρου Συγγρού. Θα την αναγνωρίσετε εύκολα από τις γιγάντιες εργατικές πολυκατοικίες που χτίστηκαν την δεκαετία του ’60, για να αντικαταστήσουν τα (άνευ αποχετεύσεως, νερού και ρεύματος) παραπήγματα που στέγαζαν από το 1922 τους πρόσφυγες από τη Σμύρνη. Μια πολύ ωραία φωτογραφική βόλτα στο Δουργούτι έχει εδώ το blog του Πιγκουίνου.

Γεράνι: Αυτό που οι περισσότεροι εξ ημών αποκαλούμε «τα δρομάκια κάτω από την Ομόνοια», και πιο συγκεκριμένα το τρίγωνο που περικλείουν οι οδοί Επικούρου, Ευριπίδου, Αθηνάς και Πειραιώς. Πήρε το όνομά του από τους μικρούς γερανούς που χρησιμοποιούσαν οι παλιοί Αθηναίοι για να αντλούν νερό από τα πηγάδια που βρίσκονταν εδώ.

Χαυτεία: «Δεν ζη κανείς εις τας Αθήνας αν δεν περνά μίαν τουλάχιστον ώραν την ημέραν εις τα Χαυτεία» γράφει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος στην «Εφημερίς» τον Ιούλιο του 1913. Η γειτονιά που πήρε το όνομά της από το καφενείο του Ιωάννη Χάφτα (και άρα έπρεπε να γράφεται Χαφτεία, αντί του Χαυτεία που επικράτησε) αντιστοιχεί αρχικά στα τετράγωνα της Πατησίων από την οδό Βερανζέρου μέχρι τη Σταδίου. Σήμερα, το όνομα χρησιμοποιείται για το κομμάτι της Αιόλου ανάμεσα στην Πανεπιστημίου και τη Σταδίου (ή, για να το θέσουμε απλούστερα, τα τετράγωνα γύρω από το καφεκοπτείο του Λουμίδη).

2

Τζιτζιφιές: Η γειτονιά που παλιότερα λεγόταν «Αράπικα» απλώνεται εκεί όπου η Παραλιακή διασταυρώνεται με την λεωφόρο Θησέως. Πήρε το όνομά της από τα ομώνυμα δέντρα που φύτρωναν στην γειτονιά –η οποία κάποτε ήταν ολόκληρος συνοικισμός: το 1955 είχε 2.843 κατοίκους. Υπήρξε θρύλος τη δεκαετία του ’70 για τα νυχτερινά κέντρα όπως η Νοσταλγία.

3

Αέρηδες: Κι όμως, είναι και επίσημα όνομα γειτονιάς –το ποιας γειτονιάς υποθέτουμε το μαντεύετε εύκολα: εκείνης γύρω από το Λουτρό των Αέρηδων. Τόσο επίσημα, που αναφέρεται και στο Google Map της Αθήνας. Κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα, εδώ ήταν το κέντρο της πόλης, με την κεντρική αγορά και τον στρατώνα όπου στρατοπέδευε ο βαυαρικός στρατός. Το 1904 με Βασιλικό Διάταγμα «περί αλλαγής ονομάτων τοποθεσιών» η γειτονιά μετονομάσθηκε σε συνοικία Αδριανού, όνομα που δεν επικράτησε ποτέ.

Σούρμενα: Είναι η γειτονιά του Ελληνικού πάνω από την λεωφόρο Βουλιαγμένης. Πήρε το όνομά της από τους πρόσφυγες από την Σούρμενα του Πόντου που εγκαταστάθηκαν εδώ το 1922.

Θυμαράκια: Η γειτονιά γύρω από την ομώνυμη πλατεία, η οποία είναι επίσημα γνωστή ως πλατεία Αθανασίου Διάκου. Βρίσκεται ανάμεσα στα Σεπόλια, τον Λόφο Σκουζέ και την Πλατεία Αμερικής, κάτω από τις γραμμές του τραίνου.

Μυκονιάτικα: Τι νομίζατε, ότι υπάρχουν μόνο «Αναφιώτικα»; Τα Μυκονιάτικα είναι γειτονιά των Αγίων Αναργύρων, πολύ κοντά στη λεωφόρο Κηφισού. Υποθέτουμε ότι περιττεύει να εξηγήσουμε από πού πήραν το όνομά τους.

Γούβα: Είναι η «γούβα» ανάμεσα στις λεωφόρους Ηλιουπόλεως και Βουλιαγμένης. Αν έχετε κατέβει από το Παγκράτι την Υμηττού με κατεύθυνση προς Νέο Κόσμο, σίγουρα μπορείτε να μαντέψετε από πού πήρε το όνομά της.

Μπύθουλας: Μπούθουλα ή Μπύθουλα ονόμαζαν οι παλιοί Αθηναίοι μια γειτονιά του Κολωνού, όπου λίμναζαν στάσιμα νερά σε ξεροπόταμο. Το όνομα της γειτονιάς όπου έμενε η Μαντάμ Σουσού κάνει ωραία ηχητική αντίθεση με τον Βούθουλα, τη γειτονιά δίπλα στην Αγία Φωτεινή. Σε αντίθεση με τον Μπύθουλα, τα νερά του Βούθουλα ήταν τρεχούμενα: Εκεί βρισκόταν μια λιμνούλα στα νερά της οποία κατέληγε ένας μικρός καταρράκτης. Η λαϊκή φράση «ο Βούθουλας κι ο Μπούθουλας» χρησιμοποιούταν για να εκφράσει διαφορετικότητα –όπως λέμε «λαός και Κολωνάκι».

Βατραχονήσι:  Ήταν νησί του ποταμού Ιλισού, στη σημερινή ομώνυμη συνοικία του Παγκρατίου στην Αθήνα. Αποτελούσε μια κατάφυτη επίπεδη λωρίδα γης ανάμεσα στις δύο όχθες του ποταμού που διασχίζει σήμερα υπόγεια τη πόλη.

Το Βατρανονήσι εκτεινόταν από το Ολυμπιακό Κολυμβητήριο του Ζαππείου μέχρι το Προεδρικό Μέγαρο. Η ευρύτερη περιοχή σήμερα είναι γνωστή ως Μετς. Στη νησίδα αυτή, υπήρχαν ιερά της αρχαιότητας και χριστιανικοί ναοί. Στα νεότερα χρόνια η περιοχή ήταν αδόμητη, μέχρι περίπου τη δεκαετία του 1870 που κατασκευάστηκε το θέατρο του «Παραδείσου», το πρώτο θέατρο στην Αθήνα, ενώ αργότερα λειτούργησαν καφωδεία.

Tο νησί σήμερα δεν υπάρχει καθώς ο Ιλισός έχει καλυφθεί στο μεγαλύτερο μήκος του. Τα έργα κάλυψης του ποταμού ξεκίνησαν λίγο πριν την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κατά την διάρκεια της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά, αρχικά στο βόρειο τμήμα του, και έπειτα το υπόλοιπο τμήμα στα μέσα του 20ου αιώνα από διάφορες κυβερνήσεις.

Ποδαράδες:  Ήταν το όνομα μιας σημαντικής βυζαντινής οικογένειας, η οποία κατείχε τα κτήματα της περιοχής, και η περιοχή αυτή ήταν τεράστια. Έτσι, όποιος πήγαινε εκεί έλεγε «πάω στην περιοχή των Ποδαράδων», και με την πάροδο του χρόνου έγινε «πάω στους Ποδαράδες». Σημερινή ονομασία Νέα Ιωνία.

Advertisement

Η ιστορία των καπέλων στην αθηναϊκή κοινωνία

ιστορία

Το 1938, η Μαίρη Μπρατσάκη άνοιξε ένα καπελάδικο στην οδό Μητροπόλεως 48.
Πάνω από τη βιτρίνα, έγραφε «άνθη» και «πτερά», διαφημίζοντας τα υλικά με τα οποία στόλιζε τις δημιουργίες της.

Ήταν η πρώτη από την οικογένειά της που ασχολήθηκε με τη μόδα, αλλά τότε συνηθιζόταν οι γυναίκες να ανοίγουν καταστήματα με καπέλα και είδη ρουχισμού.
Ήταν μία από τις λίγες δουλειές που άρμοζαν περισσότερο σε γυναίκες παρά σε άντρες.

Τη δεκαετία του ’30 και του ’40, τα καπέλα υπήρχαν παντού.
Ήταν απαραίτητο μέρος της γκαρνταρόμπας κάθε άντρα και γυναίκας.
Ένας άντρας που δεν φορούσε καπέλο ήταν ένας «άντρας χωρίς παντελόνια» για την κοινωνία.
Στο βιβλίο «Μεγάλες Προσδοκίες» του Τσαρλς Ντίκενς, ο συγγραφέας αρκούσε να γράψει ότι ο Μάγκγουιτς «ήταν ένας άντρας χωρίς καπέλο», για να τονίσει πόσο ρακένδυτος και εξαθλιωμένος ήταν ο κατάδικος που τρομοκράτησε τον 7χρονο Πιπ, τον πρωταγωνιστή του βιβλίου.
Κάθε άντρας, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης και εισοδήματος, έπρεπε να φορά καπέλο όταν βρισκόταν σε εξωτερικό χώρο.
Οι περισσότεροι άνθρωποι, επειδή ήταν φτωχοί, αγόραζαν ένα καπέλο, το οποίο κρατούσαν ίσως εφ΄όρου ζωής.
Οι μόδες ήταν κλασικές και απαράλλαχτες, έτσι ώστε να μην χρειάζεται να αγοράζουν συνέχεια καινούρια. Εκτός φυσικά αν κάποιος ανήκε σε ανώτερη κοινωνική τάξη και είχε την πολυτέλεια να συνδυάζει κάθε καπέλο με το καθημερινό του ντύσιμο. Άλλωστε αυτό ήταν ένα προνόμιο των εύπορων, που το επιδείκνυαν.

Η ιστορία των καπέλων στην αθηναϊκή κοινωνία
«Κάτσε καλά, γιατί παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω!»

Καπέλο πάντως είχαν όλοι. Γι αυτό και ήταν δημοφιλής η φράση: «Παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω!»
Γιατί θα ήταν αδιανόητο για ένα σοβαρό κύριο να κυκλοφορεί ασκεπής.

Η ιστορία των καπέλων στην αθηναϊκή κοινωνία
Αριστερά: Η βιτρίνα του μαγαζιού στην οδό Μητροπόλεως 48
Δεξιά: Η Μαίρη με τον σύζυγό της, που ήταν σοκολατοποιός

Το πιο διαδεδομένο καπέλο ήταν η «φεδόρα».
Τα φορούσαν άντρες κάθε κοινωνικής τάξης στα μέσα του 20ου αιώνα, αν και πρώτη φορά εμφανίστηκαν πάνω στο κεφάλι μια γυναίκας.
Το 1882, η θρυλική ηθοποιός Σάρα Μπέρνχαρτ υποδύθηκε την «Πριγκίπισσα Φεδόρα», που φορούσε το καπέλο που αργότερα πήρε το όνομα του χαρακτήρα.
Αρχικά, έγινε σύμβολο των απελευθερωμένων γυναικών και των φεμινιστριών, αλλά τη δεκαετία του 1920, άρχισε να φοριέται από τον Πρίγκιπα Εδουάρδο της Βρετανίας και έγινε ανάρπαστο στους άντρες.
Αργότερα, στα μέσα του αιώνα, συνδέθηκε με τους θρυλικούς γκάνγκστερ της Αμερικής και με σταρ όπως ο Φρανκ Σινάτρα. Το ίδιο φορούσε και ο Ιντιάνα Τζόουνς.
Σήμερα, είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα καπέλα παγκοσμίως.
Τα πιο ακριβά είναι τα «Μπορσαλίνο», μία ιταλική μάρκα που φημίζεται για την εξαιρετική ποιότητα των προϊόντων της.

Οι πλούσιοι και οι αριστοκράτες συχνά διέθεταν και ημίψηλα καπέλα, τα οποία διαφήμιζαν την κοινωνική τους τάξη και οικονομική ισχύ.
Στο κατάστημα «Μαίρη», που λειτουργεί μέχρι σήμερα, αν και μετακόμισε το 1995 στην οδό Σταδίου 39, υπάρχει ένα ημίψηλο του 1920, που η τιμή του ξεπερνά τα 600 ευρώ.

Η ιστορία των καπέλων στην αθηναϊκή κοινωνία
Αριστερά πάνω: Καπέλο «Bowler». Το στυλ έκανε διάσημο ο Τσάρλι Τσάπλιν. Η αξία του καπέλου της φωτογραφίας φτάνει τα 500 ευρώ.
Αριστερά κάτω: Ημίψηλο καπέλο από τη δεκαετία του ’20. Η αξία του φτάνει τα 600 ευρώ.
Δεξιά: Καπέλα «φεδόρα».

Ένα άλλο δημοφιλές στυλ καπέλων, που συναντάται κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες, είναι το καπέλο «Παναμά».
Οι περισσότεροι το αναγνωρίζουν από ταινίες, όταν η δράση επικεντρώνεται σε ηλιόλουστες χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Τα καπέλα «Παναμά», σε αντίθεση με το όνομά τους, κατασκευάζονται αποκλειστικά και μόνο στο Εκουαδόρ.

Η ιστορία των καπέλων στην αθηναϊκή κοινωνία
Καπέλα «παναμά». Πήραν το όνομά τους
από την επίσκεψη του Προέδρου των ΗΠΑ,
Θίοντορ Ρούσβελτ, στα εγκαίνια
της διώρυγας του Παναμά

Σε δύο χωριά του Εκουαδόρ, το Jipijapa και το Montecristi, οι κάτοικοι χρησιμοποιούν ίνες φοινικόδεντρων, για να κατασκευάσουν τα διάσημα χειροποίητα καπέλα.
Πήραν το όνομά τους το 1904, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Θίοντορ Ρούσβελτ φόρεσε ένα, στα εγκαίνια της διώρυγας του Παναμά.
Έκτοτε έχουν διαδοθεί σε όλο τον κόσμο και η τιμή τους σήμερα ξεκινά από 70 ευρώ, αλλά μπορεί να φτάσει και τα 1.000.

Οι τραγιάσκες, καπέλα που ο κόσμος συνήθως συνδέει με τις εργατικές τάξεις, λέγεται ότι πήραν το όνομά τους από τις ζητωκραυγές των Ρουμάνων τουριστών, που φώναζαν «traiasca», δηλαδή «ζήτω», όταν έφταναν στην Ελλάδα.
Η εγκυρότητα της ιστορίας δεν έχει εξακριβωθεί, αλλά σίγουρα κολακεύει τη χώρα μας.

Στις γυναίκες, οι απαιτήσεις για ποικιλία ήταν πιο αυστηρές, καθώς υπήρχαν και περισσότερα μοντέλα που μπορούσαν να φορέσουν.
Κάθε γυναίκα μπορούσε να επιλέξει τι θα αγόραζε, ανάλογα με τις καθημερινές της ανάγκες και την οικονομική της άνεση.
Τα πιο δημοφιλή όμως, ήταν τα λεγόμενα καπέλα «κουάφ» που κάθονταν σφιχτά γύρω από τα μαλλιά.
Τα «κουάφ», εκτός από το ότι έδωσαν στους Γάλλους τη λέξη «coiffure» που σημαίνει κούρεμα, διέθεταν βέλο, το οποίο έπεφτε μπροστά από τα μάτια των γυναικών.
Αργότερα, έγιναν γνωστά μέσω ταινιών, που έδειχναν μαυροντυμένες, αλλά κομψές χήρες, να καλύπτουν το πρόσωπό τους με ένα διχτυωτό βέλο.
Χρησιμοποιούνταν συχνά κι από τους ενδυματολόγους της θρυλικής σειράς των ’80s, «Δυναστεία».

Η ιστορία των καπέλων στην αθηναϊκή κοινωνία
Καπέλο «κουάφ» με βέλο.
Τα πιο δημοφιλή γυναικεία καπέλα
που σχεδιάζονταν σύμφωνα με τις
προτιμήσεις της πελάτισσες.
Το βέλο έπεφτε μπροστά στα μάτια,
για να τραβάει προσοχή στο βλέμμα,
παρά να το κρύβει

Πριν όμως γίνουν διάσημα στον κινηματογράφο, τα κουάφ ήταν τα αγαπημένα καπέλα των γυναικών, σχεδιάζονταν σύμφωνα με τις επιθυμίες κάθε πελάτισσας και το βέλο θεωρούνταν ένα είδος «τσαχπινιάς» που τόνιζε, παρά έκρυβε, τα μάτια και το βλέμμα.

Η σημασία των καπέλων στην καθημερινή ένδυση μειώθηκε σημαντικά από τη δεκαετία του ’60 και έπειτα.
Οι ιστορικοί αποδίδουν αυτή την αλλαγή στη διάδοση του αυτοκινήτου.
Ο κόσμος κυκλοφορούσε λιγότερο με δημόσια μέσα και προτιμούσε τον πιο «ιδιωτικό» χώρο του αυτοκινήτου, στον οποίο όμως δεν υπήρχε αρκετά ψηλή οροφή, ώστε να χωρέσει το καπέλο.
Σταδιακά, οι ώρες που χρησιμοποιούνταν μειώθηκαν.
Παράλληλα, οι νέοι της δεκαετίας του ’60 επαναστατούσαν ενάντια των παραδοσιακών κανόνων της κοινωνίας.
Επέλεγαν να μην φορούν καπέλα, ούτε σακάκια και πουκάμισα, αλλά τζιν και φανέλες, που μέχρι τότε ήταν ανεπίτρεπτα.
Η αλλαγή στη μόδα επισφραγίστηκε όταν κι ο ίδιος ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζον Φ. Κένεντι, άρχισε να εμφανίζεται δημοσίως χωρίς καπέλο.

Η ιστορία των καπέλων στην αθηναϊκή κοινωνία
Η ηθοποιός Γεωργία Βασιλειάδου
αγνώριστη με καπέλο στα νιάτα της

Σε αντίθεση με τα περισσότερα καταστήματα καπέλων, η «Μαίρη» λειτουργεί ακόμα, 77 χρόνια μετά τα εγκαίνια του καταστήματος.
Απ” το μαγαζί τους έχουν περάσει θρύλοι όπως η Ρένα Βλαχοπούλου, που αγόρασε ένα ψάθινο καπέλο, ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, όταν συνέθετε τη μουσική για το άλμπουμ «1942: Conquest of Paradise» και η Μαρίκα Μητσοτάκη, που παρήγγειλε ένα «κουάφ», για να το φορέσει στην επίσκεψή της στο Βατικανό.
Πλέον, το κατάστημα διευθύνουν οι εγγονοί της Μαίρης, Χρήστος και Ξενοφώντας Μεταξάς.
Όπως μας λένε, υπάρχει ακόμα κόσμος που αγοράζει καπέλα.
Οι πελάτες τους είναι συνήθως άνω των 50, αλλά τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανιστεί πολύ εικοσάρηδες που ζητούν μία αυθεντική φεδόρα ή ένα καπέλο παναμά.
Οι κοπέλες κυρίως ψάχνουν ένα «τυρμπάν», που έχει επανέλθει στη μόδα.
Έχουν και αφοσιωμένους πελάτες από το εξωτερικό, την Αυστραλία και την Τουρκία, που όποτε επισκέπτονται την Ελλάδα, περνάνε πάντα από το μαγαζί.

Είτε είναι φεδόρα, είτε παναμά, είτε ημίψηλο, τα καπέλα μένουν ίδια, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Μία σταθερή, κλασσική μόδα που δεν χάνει την αξία της.

Advertisement

Μία ματιά και εδώ..

Ελένη Θεοφιλοπούλου 1937-2015

Ελένη Θεοφιλοπούλου
Η Ελένη Θεοφίλου (Ελένη Θεοφιλοπούλου), όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1937 και σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Πέλου Κατσέλη....

Βίκυ Παπαδοπούλου 1982-

Βίκυ Παπαδοπούλου
Η Βίκυ Παπαδοπούλου (Βασιλική Παπαδοπούλου) γεννήθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου του 1982 και είναι Ελληνίδα ηθοποιός.Έγινε γνωστή μέσα από την συμμετοχή της στην...