Εμείς οι νεότεροι κάθε φορά που σκεφτόμαστε σειρές μυστηρίου και αστυνομικής δράσης, αυτόματα το μυαλό μας πηγαίνει στη Δέκατη Εντολή, τον Κόκκινο Κύκλο και τις Ιστορίες του αστυνόμου Μπέκα. Φυσικά, σε αυτό ευθύνεται και η διαμάχη των κατόχων της σειράς με τον ANT1, που κατέληξε σε απαγόρευση επαναπροβολής της σειράς στην τηλεόραση.
Όμως, η σειρά που εγκαθίδρυσε και νομιμοποίησε την συγκεκριμένη κατηγορία σειρών στην Ελληνική τηλεόραση, ήταν η σπουδαία, Ανατομία ενός Εγκλήματος. Σκηνοθετημένη και αυτή από τον ‘’μαιτρ’’ του είδους Πάνο Κοκκινόπουλο, η σειρά που άφησε άφωνο το κοινό με τις τεράστιες ποσότητες αίματος και την έντονη βία, αλλά και με την αφήγηση του Γρηγόρη Βαλτινού.
Η σειρά αποτελούταν από αυτοτελείς ιστορίες, οι οποίες όπως και στη Δέκατη Εντολή, αφηγούνται μία διαφορετική ιστορία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα σχετικά με τους λόγους που μπορεί να οδηγήσουν έναν άνθρωπο στη διάπραξη εγκλήματος. Πολλές ιστορίες αργότερα γυρίστηκαν ξανά στη Δέκατη Εντολή.
Η Ανατομία ενός Εγκλήματος χάρισε μερικά αθάνατα επεισόδια, όπως τον ‘’Μολυβένιο Στρατιώτη’’, στο οποίο ο πρωταγωνιστής Γιάννης Μπέζος φοράει τη στρατιωτική στολή του πατέρα του και σκοτώνει ιερόδουλες, και το Δηλητήριο με τη Χρυσούλα Διαβάτη, ιστορία που γυρίστηκε και στη Δέκατη εντολή με τίτλο ‘’τα αρραβωνιάσματα’’ και τον ‘’Κυνηγό’’ με πρωταγωνιστή τον αξέχαστο Αλέκο Αλεξανδράκη.
Μοναδική σειρά, αναμφίβολα, που μετέφερε χωρίς παραποιήσεις, τον τρόμο και το έγκλημα στα μάτια του τότε άπειρου τηλεθεατή και τον προετοίμασε παράλληλα, για μία δημιουργία μεταγενέστερων σειρών παρόμοιου είδους.
Παπαφλέσσας: 3 βραβεία (αρτιότερης παραγωγής, σκηνοθεσίας και τιμητική διάκριση για τα ντεκόρ και τα κοστούμια) Τι έκανες στον πόλεμο, Θανάση;: 3 βραβεία (καλλιτεχνικής ταινίας, σεναρίου και α’ ανδρικού ρόλου) Εκείνο το καλοκαίρι: 2 βραβεία (φωτογραφίας και μουσικής) Ολοκαύτωμα: 2 βραβεία (β’ ανδρικού ρόλου και πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη) Ευδοκία: 1 βραβείο (α’ γυναικείου ρόλου) Υποβρύχιο Παπανικολής: 1 βραβείο (τιμητική διάκριση) Η χαραυγή της νίκης: 1 βραβείο (β’ γυναικείου ρόλου)
Συμμετοχές ταινιών μεγάλου μήκους
Καταναλωτική κοινωνία Κατάχρησις εξουσίας Λατέρνα φτώχεια και φιλότιμο (εκτός συναγωνισμού)
Βραβευμένες ταινίες μικρού μήκους
Ο κόσμος των εικόνων: 1 βραβείο (καλύτερης ταινίας μικρού μήκους ντοκιμαντέρ) Πανδαισία: 1 βραβείο (πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη μικρού μήκους με υπόθεση) Σσσστ!: 1 βραβείο (καλύτερης ταινίας μικρού μήκους με υπόθεση) Το πρόσωπο: 1 βραβείο (πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη μικρού μήκους ντοκιμαντέρ)
Συμμετοχές ταινιών μικρού μήκους
Βίλλα στην εξοχή Η μεγάλη ώρα (εκτός συναγωνισμού) Θύμησες – ράμφη πεινασμένα Ολυμπία Πολιτεία Το φαράγγι της Σαμαριάς
Η προκριθείσα μικρού μήκους Ένα καράβι τραγούδια, του Γιώργου Σκαλενάκη, δεν προβλήθηκε για τεχνικούς λόγους.
Ξένο μη διαγωνιστικό
Προβλήθηκαν 7 ταινίες μεγάλου μήκους.
Προβλήματα με την λογοκρισία είχαν δυο ταινίες που τελικά δεν προβλήθηκαν: Sacco e Vanzetti / Σάκκο και Βαντσέτι (Ιταλία) Giuliano Montaldo Szerelem / Αγάπη (Ουγγαρία) Károly Makk
Ο Γιάννης Βογιατζής γεννήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου του 1934 και μεγάλωσε στο Παγκράτι, ακριβώς απέναντι από το Άλσος της περιοχής. Η μητέρα του καταγόταν από την Ίμβρο και ο πατέρας του από το Αιτωλικό. Έχασε τον πατέρα του λίγο μετά την κήρυξη του πολέμου το 1941, όταν ήταν μόλις επτά ετών.
Ο Γιάννης Βογιατζής ήταν ένας από τους πιο σπουδαίους τραγουδιστές του ελαφρού τραγουδιού. Ξεκίνησε να τραγουδά, από πολύ νεαρός, στις αρχές της δεκαετίας του ’50, ενώ , απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ’60, πέρασε και στη δισκογραφία, γνωρίζοντας αμέσως την επιτυχία.
Η ωραία γλυκιά φωνή του, ερμηνευτική του εκφραστικότητα κι η θαυμάσια σκηνική του παρουσία, του έχουν εξασφαλίσει μια ξεχωριστή θέση στο ελληνικό πεντάγραμμο”.
Παράλληλα δραστηριοποιήθηκε ως καλλιτέχνης σε όλους τους χώρους όπου λειτουργούσε το τραγούδι, στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στο ραδιόφωνο.
Βραβεύτηκε δύο φορές, με το 1ο βραβείο, στο Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης, το 1963με το τραγούδι “Πέταξε ένα πουλί” (των Κ.Κλάββα και Αλ.Σακελλάριου) και το 1970 με το τραγούδι “Αδέρφια μου αλήτες πουλιά” (των Τόλη Βοσκόπουλου και Ηλία Λυμπερόπουλου).
Συνεργάστηκε δισκογραφικά με τους γνωστότερους δημιουργούς του ελαφρού τραγουδιού κι όχι μόνο, ερμηνεύοντας τραγούδια των :Μίκη Θεοδωράκη, Μάνου Χατζιδάκι, Μίμη Πλέσσα, Γιώργου Μουζάκη, Γιώργου Θεοδοσιάδη, Κώστα Καπνίση, Αργύρη Κουνάδη, Γεράσιμου Λαβράνου, Τόλη Βοσκόπουλου κ.α.) σε στίχους των Νίκου Γκάτσου, Αλέκου Σακελλάριου, Κώστα Πρετεντέρη, Γιώργου Οικονομίδη, Θάνου Σοφού, Ηλία Λυμπερόπουλου (κ.α.)
Τα περισσότερα από τα τραγούδια του έγιναν πασίγνωστα. Αναφέρουμε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του: “Ένας ουρανός μ’αστέρια“, “Η πρώτη μας νύχτα”, “Σου τό’πα μια”, “Σ’αγαπώ σ’όλες τις γλώσσες” , “Αδέρφια μου αλήτες πουλιά”, “Ξέρω κάποιο στενό”, “Ζήσε το σήμερα”, “Φωκίωνος Νέγρη”, “Μέσα στα μαύρα σου μαλλιά”, “Νύχτα καλοκαιριού”, “Μορφονιά”, “Θέλω κοντά σου να μείνω” κ.α.
Έπειτα από 25 χρόνια πολιτικού γάμου, παντρεύτηκε το 2007 τη γυναίκα του και με θρησκευτικό γάμο. Ήταν επίσης, φίλαθλος του Παναθηναϊκού και έχει τραγουδήσει και τον ύμνο της ομάδας. Ήταν εξάδελφος του ηθοποιού Γιάννη Βογιατζή.
Ο Γιάννης Βογιατζής έφυγε από τη ζωή στις 15 Μαΐου του 2023 σε ηλικία 89 ετών. Νοσηλευόταν στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, όπου τον τελευταίο μήνα έδινε μάχη με τον καρκίνο.
Μπουκωμένη στα κλισέ που ακόμη και σήμερα συνοδεύουν το πιο διάσημο κυκλαδίτικο νησί, η «Παριζιάνα» εκτυλίσσεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της (αν και περισσότερο σε εσωτερικά) στο νησί των ανέμων παραδίδοντας μια καρτ-ποστάλ εποχής για τη σέικ – βάλε και λίγο Πουλόπουλο – γενιά των τελών της δεκαετίας του ’60.
Με πιο αστείο της κομμάτι το πρώτο (εκεί βρίσκεται και το αξεπέραστο «Σούζη τρως»), το όνειρο της μοδίστρας που θα την βγάλει κοσμοπολίτικα στη Μύκονο συνοδεύεται από την στα όρια του ρατσισμού χοντροκοπιά του Χρόνη Εξαρχάκου που πρέπει να σπάσει μέση για να περάσει για μόδιστρος και χωρίς περιστροφές η Μύκονος χρησιμοποιείται μόνο ως φόντο για βίντεο κλιπ χορευτικού και τραγουδιστικού κάλλους – ναι, η αιώνια κατάρα του Βαγγέλη Σειληνού να χτυπιέται με απαραίτητο αξεσουάρ τα κρόσια.
Μην σας μπερδεύουν οι ομολογουμένως υπέροχες vintage ασπρόμαυρες φωτογραφίες, αφού όλοι γνωρίζουμε πως η «Παριζιάνα» είναι έγχρωμη και μάλιστα με όλα τα κιτς χρώματα των 70s που υποδηλώνουν και το στιλιστικό μπρίο της πρωταγωνίστριας και φυσικά το εκτυφλωτικό λευκό των σπιτιών της Μυκόνου που κρατάνε αντίβαρο για να μην έρθει το τύπου technicolor και σου βγάλει τα μάτια.
Ανάμεσα σε ακούραστα greek kamakia και ανεμόμυλους, με τα στατικά χορευτικά του Δαλιανίδη να επιτείνουν την κωμωδία και την Πελαζί (Πελαγία, ντε αλά γαλλικά) να δίνει τόνο στο ελληνικό καλοκαίρι, η Μύκονος της «Παριζιάνας» δεν αποκαλυπτει ούτε το ένα εκατομμυριοστό αυτού που ήταν για το διεθνές τζετ σετ, καταδικασμένη πάντα να υπερασπίζεται το lifestyle ερήμην της μοναδικής ομορφιάς της που ακόμη και σήμερα μπορεί κανείς να βρει εκτός των καλοκαιρινών μηνών.
Η ταινία, “Όλοι οι άνδρες είναι ίδιοι” προβλήθηκε τη σαιζόν 1966-1967 και έκοψε 159.239 εισιτήρια. Ήρθε στην 37η θέση σε 117 ταινίες.
Περίληψη της ταινίας, “Όλοι οι άνδρες είναι ίδιοι”
Η Πολυξένη εξαγριώνεται όταν βρίσκει τον σύζυγό της να φλερτάρει με την υπηρέτρια τους. Αφού απολύσει την κοπέλα, θα εγκαταλείψει τον άντρα της και θα πάει να μείνει στο σπίτι των γονιών της. Εκεί όμως, κατά τύχη, θα έρθει να εργαστεί ως οικιακή βοηθός η πρώην υπηρέτρια της. Ο πατέρας, ο αδερφός, ο γαμπρός της Πολυξένης, αξιωματικός του ναυτικού, αλλά και δυο ναύτες του, θα ερωτευτούν την υπηρέτρια, και έτσι θα προκύψουν παρεξηγήσεις και ευτράπελα.
Το 11ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης διοργανώθηκε στις 21-27 Σεπτεμβρίου 1970 στην αίθουσα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.
Βραβευμένες ταινίες μεγάλου μήκους
Αναπαράσταση: 5 βραβεία (καλλιτεχνικής ταινίας, β’ γυναικείου ρόλου, φωτογραφίας, πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη και κριτικών καλύτερης ταινίας μεγάλου μήκους) Αστραπόγιαννος: 2 βραβεία (αρτιότερης παραγωγής και α’ ανδρικού ρόλου) Βαβυλωνία: 2 βραβεία (β’ ανδρικού ρόλου και τιμητική διάκριση) Η ανταρσία των δέκα: 1 βραβείο (σκηνοθεσίας)
Συμμετοχές ταινιών μεγάλου μήκους
Ένας γερμανός στα Καλάβρυτα Καλημέρα Αθήνα (εκτός συναγωνισμού) Μια γυναίκα στην αντίσταση
Βραβευμένες ταινίες μικρού μήκους
Επικοινωνία: 2 βραβεία (καλύτερης ταινίας μικρού μήκους ντοκιμαντέρ και β’ βραβείο κριτικών καλύτερης ταινίας μικρού μήκους) Η αρχόντισσα και ο καουμπόη: 2 βραβεία (καλύτερης ταινίας μικρού μήκους με υπόθεση και α’ βραβείο κριτικών καλύτερης ταινίας μικρού μήκους) 40,38 – 22,57: 1 βραβείο (γ’ βραβείο κριτικών καλύτερης ταινίας μικρού μήκους) Το συναξάρι του ξύλου: 1 βραβείο (πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη μικρού μήκους ντοκιμαντέρ) Το συνηθισμένο μου όνειρο: 1 βραβείο (πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη μικρού μήκους με υπόθεση)
Συμμετοχές ταινιών μικρού μήκους
Γραμμές παράλληλες Εν καιρώ ειρήνης Η άλλη σιωπή (εκτός συναγωνισμού) Η νύχτα Η ρίζα του τραγουδιού Ιστορία αγάπης Μακεδονία (εκτός συναγωνισμού) Σφραγίδα μνήμης Τα εγκαίνια Τα μαλλιά Τέλμα Χειραφέτηση Φεγγάρι στα δίχτυα
Η επέμβαση της λογοκρισίας απέτρεψε την προβολή των ταινιών: La voie lactée / Ο γαλαξίας (Γαλλία) Luis Buñuel Indagine su un cittadino al di sopra di ogni sospetto / Υπεράνω πάσης υποψίας (Ιταλία) Elio Petri
H «Δονούσα» της Αγγελικής Αντωνίου είναι ένα νησί κρυμμένο από το ατέλειωτο ελληνικό καλοκαίρι. Μια απομονωμένη χώρα με αριθμό μυστικών ανιστρόφως ανάλογο από τους ελάχιστους μόνιμους κατοίκους της. Μια μικρογραφία μιας ελληνικής οικογένειας που συνεχίζει να επιβιώνει πάνω στο ψέμα, την προαιώνια ενοχή, τη συνήθεια μιας καθημερινής φρίκης.
Τραγωδία που μεταφέρεται στο σήμερα με τις ίδιες μυθικές διαστάσεις, με από μηχανής Θεούς και απεγνωσμένες κραυγές για τη θέση της γυναίκας σε ένα κόσμο που ορίζουν οι άνδρες, το μεγάλου μήκους ντεμπούτο της Αγγελικής Αντωνίου φέρει ταυτόχρονα και εκείνη την αθόρυβη ένταση κάθε ταινίας που μιλάει για μια εξαναγκαστική ενηλικίωση ενός κοριτσιού, μιας κοινωνίας, μιας ολόκληρης χώρας.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο «ξένος» που εισβάλλει μέσα στο κλειστοφοβικό τοπίο του ελληνικού νησιού είναι φωτογράφος – το βλέμμα του απλώνεται πάνω στους κατοίκους της Δονούσας προσπαθώντας να διαχωρίσει που ακριβώς τελειώνει μια ζωή περιτρυγιρισμένη από θάλασσα και μια άλλη που μοιάζει βυθισμένη για πάντα εκεί. Η συνάντησή του με την Ελένη θα είναι καθοριστική γιατί μέσα στα μάτια ενός πληγωμένου παιδιού μπορείς πάντα να δεις πέρα από το προφανές, πέρα από αυτό που θα ήθελε να κρύψει μια ολόκληρη κοινωνία, πέρα από το ψέμα και την αλήθεια που δεν διαφέρουν και πολύ όταν το πρώτο γίνεται μια κοσμική συνενοχή και θάβεται για πάντα μέσα σε ένα κύκλο ζωής που περιστρέφεται αέναα χωρίς διέξοδο προς την επιφάνεια.
Στον απέραντο χειμώνα ενός νησιού (η ταινία γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στα Κύθηρα σε μια ειρωνική σύνδεση του νησιού του τίτλου του και του τόπου των γυρισμάτων του), η «Δονούσα» δεν είναι τυχαία ένα νησί – περίπατος, ένας τόπος ανέγγιχτος από την ανθρώπινη παρέμβαση, όμορφος σαν τα πληγωμένα μάτια της Ελένης, ένα αρχαίο θέατρο ενός δράματος που αργά ή γρήγορα φτάνει στη λύτρωση, ακόμη κι αν πριν χρειάζεται λίγο φιλμ για να κάνει πανοραμικό σε όλο του το μέγεθος.
H Μακρόνησος δεν αναφέρεται πουθενά μέσα στο «Χάππυ Νταίη» του Παντελή Βούλγαρη.
Οπως κανείς δεν αναφέρεται στην Ελλάδα, τους κομμουνιστές, την εξορία, την ίδια τη βασίλισσα ή τον εμφύλιο που στην αυλαία της δικτατορίας των συνταγματαρχών ήταν ακόμη νωπός – αν θεωρήσει κανείς απατηλά πως κατάφερε ποτέ να στενγώσει σαν πληγή στη σύγχρονη ελληνική ιστορία.
Ανώνυμο ξερονήσι μιας αλληγορικής πραγματικότητας που άλλοτε μοιάζει με νεο-ρεαλισμό και άλλοτε με ένα (αρχαίο) θέατρο του παραλόγου, η Μακρόνησος φιλοξενεί μια κοινωνία στα όρια της «αποκάλυψης», φτιαγμένη από σύμβολα, ήχους και εικόνες που αντανακλούν την ιστορική πραγματικότητα με ένα τρόπο σχεδόν στα όρια του ασυνείδητου, ένα άλλο ξερονήσι όπου εξορίζονται οι μνήμες όταν πια δεν αντέχεις άλλο να τις ανακυκλώνεις στο μυαλό σου.
Η ζωή στο «Χάππυ Νταίη» είναι ταυτόχρονα ξέγνοιαστη και μια κόλαση, ένα καλοκαιρινό διάλειμμα και μια φυλακή, μια ειρωνία (σαν τον τίτλο του φιλμ) και μια αντίθεση που καίγεται κάτω από τον καυτό ήλιο (σε ένα επίτευγμα του Γιώργου Πανουσόπουλου) και όμως παραμένει γεμάτη ενέργεια (σαν ένα τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου που υπογράφει το κλασικό soundtrack), ωθούμενη λες από μια ανώτερη δύναμη που λέγεται «εμπειρία», καθώς ο Βούλγαρης θυμάται όσα έζησε και τα αναπαριστά στο τελειώμα ακόμης μια σκοτεινής σελίδας της χώρας, μετατρέποντας τα σε ποίηση, όχι μόνο επειδή έτσι το υπαγορεύει το πρωτοτύπο υλικό (από το «Λοιμό» του Αντρέα Φραγκιά), αλλά και ο φόβος της λογοκρισίας.
Πετυχαίνοντας όμως κάτι περισσότερο με το αρχικό του σημείωμα «ο χώρος της ταινίας, ο χρόνος και τα πρόσωπα είναι φανταστικά»: να φτιάξει μια ταινία που θα μπορούσε να είχε γυριστεί και σήμερα, μιλώντας για κάθε εποχή μιας εμφύλιας διαμάχης που μοιάζει να ενυπάρχει ως κακό κάρμα στα σωθικά κάθε λαού και για μια «εξορία» από οτιδήποτε ανθρώπινο.
Με φόντο ένα νησί τόσο κοντά στην Αττική που όλοι προσπερνάνε εδώ και χρόνια, με αποστροφή για τη μοίρα που του επιφύλαξε η ιστορική διαδρομή της Ελλάδας και με μια διάθεση να ξεχαστεί κάποτε, μόνο του εκεί στην πιο δυτική πλευρά των Κυκλάδων, τόσο ισχυρά αποτυπωμένο στη μνήμη ακόμη κι όταν δεν το αποκαλείς με το ονομά του.
Το 10ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης διοργανώθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1969 έως τις 6 Οκτωβρίου 1969 στο θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.
Στα λίγο περισσότερα από τα 30 λεπτά που διαρκεί, το «Υψωμα 33» του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου κλείνει μέσα του κάθε πτυχή του τι σημαίνει να είσαι φαντάρος σε ένα ακριτικό νησί, με τον παραλογισμό να έχει δώσει εδώ και καιρό τη θέση του στην κοινή λογική, με τις νυχτερινές εφόδους να μοιάζουν με το μοναδικό λόγο για να ξυπνάς από το «βαθύ ύπνο» μιας άσκοπης ρουτίνας και τη θέα της απέραντης θάλασσας να σταματάει στον φαντάρο των «εχθρών» στην γειτονική Τουρκία που μετράει κι αυτός τις μέρες του όπως κι εσύ για τη μέρα της μεγάλης φυγής.
Πάνω από το κεφάλι σου ίπταται η απειλή μιας εφόδου, κάτω από τα πόδια σου στην άκρη του γκρεμού η θάλασσα είναι το τελευταίο σύνορο προς την τρέλα και γύρω σου μια απέραντη ερημία έρχεται να γίνει η εθνική μοναξιά για τον πραγματικό εχθρό που δεν είναι άλλος από τον εαυτό σου σε μόνιμη σκοπιά ενηλικίωσης. Μια γυναίκα αναλαμβάνει το ρόλο της φαντασίωσης και δεν έχει σημασία αν υπάρχει ή όχι, αλλά περισσότερο η ανάγκη σου να την βλέπεις να τρέχει και να σκοντάφτει στην απόκρημνη πλαγιά του απέναντι υψώματος – σαν έξοδος κινδύνου και κραυγή αγωνίας μαζί.
H Λήμνος δεν αναφέρεται πουθενά. Ισως γιατί δεν χρειάζεται, αφού μπορείς να την αναγνωρίσεις από μακριά, ακόμη κι αν δεν έχεις βρεθεί ποτέ εκεί. Δεν είναι η μικρή της απόσταση από την Τουρκία, ούτε η αφιλόξενη βραχώδης μορφολογία της, δεν είναι οι καλοκαιρινές μπόρες ούτε οι χιλιάδες ιστορίες για τους φαντάρους της που ξέρουν καλύτερα από οποιονδήποτε τη σημασία της λέξης «ακρίτας». Είναι εκείνη η μαγική στιγμή που ένα νησί γίνεται ένας ολόκληρος υπαρκτός κόσμος ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, ικανός να σου αλλάξει τη ζωή για πάντα.
Η ταινία, “Μίνι φούστα και καράτε” προβλήθηκε τη σαιζόν 1966-1967 και έκοψε 136.948 εισιτήρια. Ήρθε στην 48η θέση σε 117 ταινίες.Η ταινία βασίζεται σε διήγημα του Δημήτρη Γιαννουκάκη.
Περίληψη της ταινίας, “Μίνι φούστα και καράτε”
Η δεσποινίδα Αύρα (Σαπφώ Νοταρά) έχει νοικάρη της τον Πέτρο (Γιώργος Πάντζας), ο οποίος αναλαμβάνει μετά από μεσολάβηση του φίλου του Άρη (Γιάννης Βογιατζής) να γράψει τη βιογραφία του συνταγματάρχη Κολάρη (Αλέκος Λειβαδίτης). Ο φίλος του όμως, παραμελώντας τη μνηστή του (Γοργώ Χρέλια), φλερτάρει την κόρη του συνταγματάρχη, την Τερέζα (Ελένη Προκοπίου), την οποία θα ερωτευθεί και ο Πέτρος.
Μετά από άπειρα μπερδέματα, ο Πέτρος θα κερδίσει την Τερέζα, και η δύστροπη δεσποινίδα Αύρα θα αναγνωρίσει στο πρόσωπο του συνταγματάρχη τον έρωτα της νιότης της.
Θεωρώ πως ο Γιώργος Καπουτζίδης αποτελεί μία από τις πιο ξεχωριστές περιπτώσεις ανθρώπων στην Ελληνική τηλεόραση. Ποτέ δε γράφει για να γίνει αρεστός ή για να γράψει και να γεμίσει άδειες τηλεοπτικές ώρες; γράφει όταν θέλει πραγματικά και όταν έχει περιεχόμενο με ουσία για να γράψει.
Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί πως θα υπήρχε άνθρωπος που θα μιλούσε τόσο σωστά και δομημένα για έννοιες όπως το έθνος και ο ρατσισμός σε μία πρωινή, τηλεοπτική και τελείως ανάλαφρη εκπομπή;
Ο Καπουτζίδης είναι εκείνος ο δημιουργός που μπορεί να γράφει σειρές για απατημένες γυναίκες που θέλουν να αρπάξουν τα χρήματα του πρώην συζύγου και στο τέλος να γεννιέται η σπουδαιότερη φιλία, να γράφει σειρά στην οποία μπορεί να συνυπάρξει η εμβάθυνση σε θέματα όπως ο θάνατος με τα αστεία τύπου ‘’φαγκρί, φαμπέζ, φαμωβ’’. Είναι αυτός που εξισορροπεί ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό με μοναδική φαντασία και ευρηματικότητα.
Είναι ο άνθρωπος εκείνος που δε φοβάται να μιλήσει ανοιχτά για θέματα ταμπού που ενώ μας απασχολούν όλους, οι περισσότεροι υποκρινόμαστε πως δε γνωρίζουμε. Που δεν αναπαρήγαγε το στερεότυπο του γκέι άνδρα που το μυαλό του είναι κολλημένο διαρκώς στο σεξ και που δεν εμφανίζεται διόλου θηλυπρεπής, αλλά ως ένας άνθρωπος με αξίες, ιδανικά, φίλους, με μία σεξουαλικότητα που είναι ένα κομμάτι της ζωής και όχι όλη του η ύπαρξη.
Γιατί μπόρεσε να δείξει την Ελληνική οικογένεια χωρίς ίχνος ωραιοποίησης; ενώ σε όλες τις σειρές βλέπουμε τους πάντες να ξυπνάνε το πρωί και να εμφανίζονται ντυμένοι και βαμμένοι στην τρίχα, εκείνος ξεγυμνώνει τα ελαττώματα, την κούραση, το άγχος της βιοπάλης, τη φασαρία, τα νεύρα.
Γιατί με απόλυτα φυσικό τρόπο τόλμησε να συμπεριλάβει σε σειρά του ακόμα και ένας τρανς άτομο, αγγίζοντας κάθε φάσμα διαφορετικότητας, σε μία Ελληνική τηλεόραση που αυτό θα φάνταζε αδύνατο. Που με τον πιο ευαίσθητο τρόπο σε μία Ελληνική τηλεόραση που ζει σε έναν μικρόκοσμο, έστρεψε την πένα του ενάντια σε κάθε είδος ρατσισμού, μιλώντας για όλες του τις μορφές: για την άνοδο του ναζισμού, για τα άτομα με αναπηρία, για το δικαίωμα ενός ανθρώπου με διαφορετική σεξουαλική ταυτότητα στην αγάπη και την οικογένεια. Και μέσα σε όλα αυτά, πετάει και ένα κέρλινγκ, για να συμπληρωθεί η ατμόσφαιρα με κάτι εντελώς πρωτοποριακό.
Ο Γιώργος Καπουτζίδης είναι, πράγματι, μία από τις πιο ξεχωριστές μορφές της Ελληνικής τηλεόρασης.
Ο Γιώργος Καμπανέλλης (1930 - 2010) ήταν Έλληνας ηθοποιός. Αδερφός του σεναριογράφου Ιάκωβου Καμπανέλλη, διακρίθηκε σε ρόλους ζεν πρεμιέ στον κινηματογράφο. Γεννήθηκε στη Νάξο το...
Ο Χρήστος Πάρλας ήταν ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου, από τους σημαντικότερους της γενιάς του. Διακρινόταν για την εκπληκτική φωνή του, που τον...