Συνέντευξη στον Γιάννη Κολλιάκο

Ο Άγγελος Φραντζής είναι ο σκηνοθέτης εκείνος που μετά από χρόνια «έστειλε» ένα μεγάλο μέρος του κοινού στις αίθουσες για να δει μία ελληνική ταινία, και μάλιστα εξαιρετική, σύμφωνα με την κριτική του Παναγιώτη Τιμογιαννάκη και πλήθος άλλων κριτικών και κοινού. Φυσικά, έχει στο ενεργητικό του και άλλες εξαιρετικές ταινίες και συνεργασίες, όπως επίσης και σχετικές σπουδές. Τον συνάντησα τυχαία ένα μεσημέρι, Ακαδημίας και Ασκληπιού, λίγο πιο κάτω από το βιβλιοπωλείο ‘’Πολιτεία’’, και του είπα: ‘’θέλω να κάνουμε μία κουβέντα γιατί είδα την ταινία σου τρεις φορές, επειδή μου άρεσε η σκηνοθεσία και το θέμα της.’’ ‘’Βεβαίως, όποτε θέλεις…’’ μου απάντησε, κι έτσι κανονίσαμε να βρεθούμε και να τα πούμε για το Η Πόλη Ζει. Από το λίγο που τον γνώρισα, ένιωθα σα να μιλάω με έναν φίλο παλιό, που είχαμε χαθεί και βρεθήκαμε τυχαία κάπου στην Αθήνα… Συζητώντας μαζί του για το σινεμά του, αλλά και το σινεμά ευρύτερα αισθάνθηκα πως κατάλαβα λίγο περισσότερο την ιδιαίτερη ματιά του πάνω στα τοπία και τα πρόσωπα-πως έγινα για μια στιγμή κοινωνός του κινηματογραφικού του σύμπαντος.

– Άγγελε, σπούδασες σκηνοθεσία στο Ανώτατο Ινστιτούτο Τεχνών των Βρυξελλών. Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με την σκηνοθεσία;
-Από πολύ μικρός, δηλαδή στα δώδεκά μου, ήθελα να κάνω κόμικς, ήτανε το πάθος μου και μελετούσα πολλούς ξένους δημιουργούς που έφτιαχναν κόμικς. Κινηματογράφο έβλεπαν πολύ οι γονείς μου και έτσι έβλεπα πολύ κι εγώ. Μεγαλώνοντας άρχισα να αντιλαμβάνομαι σιγά σιγά ότι αυτό που μου άρεσε στα κόμικς, στον κινηματογράφο μπορούσες να το κάνεις με πιο ολοκληρωμένο τρόπο. Το ‘’Satyricon’’ του Fellini είναι η ταινία που μου καθόρισε αυτό το πέρασμα στο σύμπαν του κινηματογράφου. Για μένα είναι πολύ κοντά αυτές οι δύο ως τέχνες (cinema και comic)- έχουν ,θέλω να πω, κοινές δομές. Το κόμικ είναι σαν ένα ντεκουπάζ κινηματογραφικής σκηνής, μια σελίδα. Από την εφηβεία μου, λοιπόν, είχα αποφασίσει και είχα πει πως αυτό μου αρέσει να κάνω, κινηματογράφο, και άρχισα να ψάχνομαι.Πήγαινα θυμάμαι στην ταινιοθήκη που ήταν στην Κανάρη για να βλέπω ταινίες, και η πρόσβαση τότε ήταν πολύ πιο δύσκολη απ’ ό, τι είναι τώρα για να βρεις σπάνιες ταινίες να δεις… Κι έτσι, τελειώνοντας το λύκειο, έφυγα στο εξωτερικό για να πάω να σπουδάσω αυτό που ήθελα!

Δεν μου αρέσει να βλέπω βιογραφίες στο κινηματογράφο
Φωτογραφία: Βαγγέλης Πατσιάλος

– Πώς ξεκίνησες να δουλεύεις στον χώρο του κινηματογράφου;
-Μετά τις σπουδές στις Βρυξέλες, επέστρεψα στην Αθήνα. Στις Βρυξέλες είχα κάνει ήδη μία μικρού μήκους εκτός σχολής. Βλέπεις, κάναμε και στην σχολή μικρά ταινιάκια. Γύρισα Ελλάδα γιατί δεν άντεχα το κλίμα έξω, κι έκανα κι εδώ μικρού μήκους ταινίες και ταυτόχρονα δούλεψα στο πλάι του Θόδωρου Αγγελόπουλου στην ταινία ‘’Το Βλέμμα του Οδυσσέα’’, ενώ το 1998 άρχισα να δουλεύω για την πρώτη μου μεγάλου μήκους ταινία ‘’Polaroid’’ που προβλήθηκε το 2000.

– Ποιοι σκηνοθέτες λειτούργησαν ως πρότυπά σου;
-Κοίτα, είχα εμμονή με το νέο ελληνικό κινηματογράφο, μου άρεσε πάρα πολύ. Είχα μεγάλη αγάπη για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, για το Νίκο Παναγιωτόπουλο που ήμασταν στενοί φίλοι και είναι εκείνος που με έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό σε πράγματα που έχω κάνει. Ο Νικολαΐδης, ο Πανουσόπουλος, ο Τορνές, ο Τσεμπερόπουλος, όλοι αυτοί ήταν οι σκηνοθέτες που τους ένιωθα δικούς μου. Από ξένους σκηνοθέτες είναι πάρα πολλοί! Θα σου πω ορισμένους, ο Fellini ήταν πάντα από τους αγαπημένους μου, ο Godard, ο Lynch, ο Żuławski, όλοι αυτοί, που είναι εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους, αλλά είναι όλοι αυτοί που είχα ως πρότυπα.

– Η ταινία σου “Ευτυχία” έχει κόψει μέχρι στιγμής ένα τεράστιο αριθμό εισιτηρίων. Τι ήταν εκείνο, πιστεύεις, που έκανε την ταινία τόσο αρεστή στο κοινό;
-Νομίζω αυτό που άγγιξε πολύ είναι η προσωπικότητα της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, η ελευθερία που είχε απέναντι στα πράγματα, η ορμή και η φόρα της για ζωή που ξεπερνούσε όλα τα προβλήματα και τις δυσκολίες, και ταυτόχρονα οι αντιφάσεις της, διότι με έναν τρόπο, έχει κάτι για μένα που είναι σαν θηλυκός Ζορμπάς αν θες, και αυτό είναι κάτι που άγγιξε. Βεβαίως, η Ευτυχία είναι παράλληλα και μια διανοούμενη, και μια καλλιτέχνιδα και μια ποιήτρια. Αυτό είναι μάλλον το ένα κομμάτι που άγγιξε το κοινό πάρα πολύ, το ότι άρεσε ο τρόπος που την προσεγγίσαμε, ο τρόπος που την ερμηνεύσαμε, και το άλλο κομμάτι το γεγονός ότι είναι μία ταινία που σέβεται τον θεατή από πλευράς δουλειάς. Δεν θα κρίνω φυσικά αν είναι καλή ή κακή, έγινε όμως με πολλή δουλειά και πολύ κόπο από όλους τους συντελεστές για να βγει άρτια η δουλειά μας και προφανώς αυτό φαίνεται.

– Πώς ξεκίνησες να δουλεύεις την ταινία;
-Αυτό ήταν ένα project που υπήρχε στα σκαριά ενός παραγωγού, πολύ διαφορετικό, με άλλον σκηνοθέτη και επειδή δεν ευδοκίμησε, δεν μπόρεσαν να βρουν τα χρήματα, άλλαξε χέρια η παραγωγή και όπως καταλαβαίνεις και όλο το σχήμα. Κι έτσι, πρότειναν σε εμένα να το κάνω, και είναι η πρώτη φορά που δούλεψα πάνω σε ένα σενάριο που ήταν ήδη έτοιμο από την Κατερίνα Μπέη, γιατί μέχρι τώρα δούλευα στις ταινίες μου αρχικώς με τους συνεργάτες μου, φτιάχνοντας το σενάριο πάνω σε μια δική μου ιδέα, ενώ στην Ευτυχία υπήρχε ήδη το θέμα, και όταν μου το έδωσαν να το διαβάσω είπα ‘’θέλω να το κάνω’’, γιατί ήταν ένα σενάριο με μια αντικειμενική ματιά και καθόλου αγιογραφία. Και να σου πω πως οι βιογραφίες δεν μου αρέσουν καθόλου, δεν είναι το είδος του κινηματογράφου που μου αρέσει. Δεν είναι κάτι που με ενδιαφέρει ως θεατής θέλω να πω.

– Μίλησέ μου και για τους ηθοποιούς της ταινίας…
-Αυτό ήταν ένα μεγάλο στοίχημα από την αρχή, το βασικό ήταν η Ευτυχία και το πώς θα γίνει αυτή η προσέγγιση. Είχαμε αποφασίσει από την αρχή να είναι δύο οι ηθοποιοί που θα κάνουν την Παπαγιαννοπούλου σε διαφορετικές ηλικίες και προσπαθήσαμε και το δουλέψαμε πολύ, έτσι ώστε να μη χαθεί η ενότητα και η ταύτιση του θεατή, γιατί αυτό από τη φύση του έχει μεγάλη δυσκολία. Αλλά, είχα την τύχη να έχω δύο πολύ σπουδαίες πρωταγωνίστριες για αυτό το ρόλο, και το αποτέλεσμα με τις ερμηνείες τους είναι παραπάνω κι απ’ αυτό που είχα φανταστεί. Με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη είναι η πρώτη φορά που συνεργάστηκα και η χαρά μου ήταν μεγάλη, με την Κάτια Γκουλιώνη έχουμε δουλέψει πολύ στο παρελθόν και έχουμε κάνει ταινίες, πέρα όμως από τον ρόλο της Ευτυχίας, στην ταινία υπάρχει ένα μεγάλο επιτελείο σημαντικών ηθοποιών, που δούλεψαν πολύ στις πρόβες και τα γυρίσματα και ,υποκριτικά, όσο διαφορετικοί ρόλοι κι αν είναι, αυτό που ήθελα να φανεί είναι να βγαίνουν από έναν ίδιο κόσμο. Ήμουν πολύ τυχερός γιατί είχα πολύ γόνιμες συνεργασίες, γιατί όλοι οι ηθοποιοί το άγγιξαν το θέμα της Ευτυχίας με πολλή αγάπη και πολύ σεβασμό και μπήκανε βαθιά στο ρόλο τους.

Δεν μου αρέσει να βλέπω βιογραφίες στο κινηματογράφο

– Ο “Λουκάς” κλέβει τις εντυπώσεις. Είχε στην αληθινή ζωή της έναν φίλο εγκάρδιο σαν τον Λουκά η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ή είναι μυθοπλασία;
-Βεβαίως και ήταν υπαρκτό πρόσωπο και στενός φίλος της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου ο Λουκάς, το μόνο που είναι μυθοπλαστικό είναι το κομμάτι ότι έμενε μαζί τους. Στην πραγματικότητα, έμενε ακριβώς δίπλα από το σπίτι τους και περνούσαν πολλές ώρες μαζί και ήταν σαν οικογένεια. Για μένα ήταν από την αρχή ένας ενδιαφέρων ρόλος, μια προσωπικότητα έντονη ο Λουκάς που ήθελα να τον ‘’φωτίσω’’ μέσα από την σχέση του με την Ευτυχία. Ήταν κάτι ιδιαίτερο για την κοινωνία της εποχής, αλλά και η ίδια η σύνδεσή του με την στιχουργό υπήρξε ιδιαίτερη. Στάθηκε σε εκείνη ως φίλος-αδερφός. Οι δυο τους ενώνονται μέσα από την διαφορετικότητά τους ως χαρακτήρες και κρατάει ο ένας του άλλου το χέρι μέχρι τα βαθιά γεράματά τους.

– Το αποτέλεσμα της δουλειάς σου πάντως -σκηνοθετικά μιλάω πάντα- δίνει την εντύπωση ενός ανθρώπου που κατατρύχεται από τελειομανία. Αυτό εισέπραξα βλέποντας την ταινία τρεις φορές!
-Τρεις φορές;!(με έκπληξη) Χαίρομαι πολύ που σου άρεσε, Γιάννη. Κοίτα, είναι ο τρόπος που δουλεύω αυτός, αν και σε όλες μου τις ταινίες εγώ βλέπω συνέχεια ατέλειες, βλέπω συνεχώς πράγματα που θα ήθελα να τα κάνω καλύτερα, αλλά σημασία έχει η επιμονή στη δουλειά μέχρι να εισπράξεις κάτι θετικό, κάτι καλό πάνω σε αυτό που δουλεύεις, νομίζω ότι κατά βάθος ο καθένας μας μέσα του ξέρει πότε έχει πετύχει κάτι…

– Πώς αντιμετωπίζεις την κριτική;
-Η κριτική με ενδιαφέρει πάρα πολύ όταν είναι σοβαρή και έχει να πει επί της ουσίας κάτι, ειδάλλως η κριτική για την κριτική με αφήνει παντελώς αδιάφορο. Με ενδιαφέρον διαβάζω κριτικά κείμενα, επειδή κι εγώ έγραφα για πάρα πολλά χρόνια κριτική, μου αρέσει σαν διαδικασία, είναι κάτι που γοητεύει γιατί είναι μια προέκταση της απόλαυσης και της σκέψης, είτε είναι μία κριτική αρνητική είτε θετική. Αυτό που δεν μου αρέσει είναι η επιπολαιότητα στην κριτική. Για να κάνεις μία ταινία έχει πάρα πολύ κόπο και θα ήθελα και ο κριτικός να κάνει κόπο και να δει κανονικά μια ταινία για να γράψει και όχι επιφανειακά. Οι έτοιμες λύσεις και τα έτοιμα λόγια δεν είναι πράγματα που υπολογίζω.

-Με τις πρώτες πληροφορίες για μια ταινία για την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ήμουν επιφυλακτικός. Όταν βγήκε στις αίθουσες και διάβασα και την κριτική του Παναγιώτη Τιμογιαννάκη, ενός κριτικού που εκτιμώ και σέβομαι απεριόριστα για την καθαρότητα της άποψής του, πήγα και την είδα χωρίς δεύτερες σκέψεις πια.
-Είναι σπουδαίος ο Παναγιώτης. Αυτό που μου αρέσει σε μία κριτική ,στο είπα και προηγουμένως, είναι η κριτική που έχει επιχειρήματα, που λέει κάτι, που όντως ο άλλος έχει μία σκέψη πάνω στο θέμα που είδε , για να σου φανεί ενδιαφέρον, έτσι ώστε να σε παρακινήσει και να πας να δεις μια ταινία που σε άλλη φάση μπορεί και να μην πήγαινες. Κάποιος καλός αντικειμενικά κριτικός κινηματογράφου μπορεί να το καταφέρει αυτό, όπως λειτούργησε σε εσένα ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης, γιατί την αξία τους κάποιοι κριτικοί την έχουν αποδείξει μέσα από την δουλειά τους εδώ και πολλά χρόνια.

– Πες μου τρία τραγούδια της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου που σε χτυπάνε στην καρδιά.
– Όνειρο Απατηλό, Όλα είναι ένα ψέμα, Είμαι αητός χωρίς φτερά.

– Μίλησέ μου για τις ταινίες σου, μικρού και μεγάλου μήκους, να τις μάθουν και κάποιοι αναγνώστες που ίσως να μην ξέρουν παλαιότερες δουλειές σου και ορισμένοι μπορεί να σε ψάξουν μετά στο…Youtube!
-Τις μικρού μήκους είναι πολύ δύσκολο κανείς να τις βρει, μία μόνο υπάρχει στο Youtube, αν θέλει κάποιος να τη δει, το ‘’Δεκαεννιά’’. Είναι αυτή που έκανα αμέσως μόλις γύρισα στην Ελλάδα μετά τις σπουδές και έχει έντονα το στοιχείο της νοσταλγίας που ήμουν μακριά και μου λείπανε οι φίλοι, οι δικοί μου, η Αθήνα και όλα αυτά…

Η πρώτη μου μεγάλου μήκους το ‘’Polaroid’’ του 2000 υπάρχει επίσης στο YouTube, έγινε με μια παρέα φίλων αυτή η ταινία, των δικών μου φίλων φυσικά, και έχει έτσι μία βάση ντοκιμαντερίστικη αν μπορώ να το πω αυτό. Έχει να κάνει με το τι είναι αυτό που μπορεί να μας ενώσει και να δράσουμε συλλογικά σε οποιονδήποτε τομέα και τι θα πει συλλογικότητα ουσιαστικά, είτε αυτό αφορά το ανέβασμα μιας παράστασης, είτε το να διοργανώσεις ένα πάρτυ με την παρέας σου, είτε τον πολιτικό ακτιβισμό…

Παίζει η ταινία σε διάφορα μέτωπα. Η επόμενη ταινία μου ‘’Το όνειρο του σκύλου’’ είναι μία ταινία στην οποία παίζουν ο Μαρκουλάκης, ο Σερβετάλης, ο Στέργιογλου, η Τρικαλιώτη, η Σακκά και άλλοι πολλοί ηθοποιοί. Είναι μία ταινία ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα, διαδραματίζεται μέσα σε μία νύχτα στην Αθήνα, μία Αθήνα πολύ διαφορετική από αυτό που έχουμε συνηθίσει , που πατάει κάπως σε κάτι πολύ παράδοξο και σουρεαλιστικό και μιλάει για το τι θα πει συνάντηση, για τη συνάντηση δύο ανθρώπων, αλλά με πάρα πολλούς ήρωες που διαπλέκονται μέσα στην πόλη.

Μετά έκανα το ‘’Μέσα στο δάσος’’ που ήταν μία ερωτική ιστορία ανάμεσα σε δύο αγόρια και ένα κορίτσι- στα όρια του experimental θα έλεγα και με τρεις διαφορετικές εκδοχές. Λειτούργησε ως ταινία σε φεστιβάλ του εξωτερικού και εδώ, αλλά και ως εικαστικό έργο για Gallery. Ακολούθησε το ‘’Σύμπτωμα’’, που είναι μια ταινία η οποία δανείζεται κώδικες από ταινίες είδους θα έλεγε κανείς, αλλά που έχει να κάνει με το τι θα μπορούσε να είναι ο διάβολος και τι νομίζουμε εμείς ότι είναι ο διάβολος…

Αυτή την ταινία τη γύρισα όλη χειμώνα στην Αμοργό, και διαδραματίζεται σε ένα νησί σε αυτή την ατμόσφαιρα. Πέρσι, η άλλη ταινία που βγήκε στις αίθουσες είναι το ‘’Ακίνητο ποτάμι’’ που είναι μια ταινία που γύρισα στη Σιβηρία και που αφορά ένα ζευγάρι το οποίο έρχεται αντιμέτωπο με ένα μη εξηγήσιμο γεγονός. Τον Δεκέμβρη του ’19 βγήκε η ‘’Ευτυχία’’.

– Με το θέατρο ή την τηλεόραση θα ήθελες να ασχοληθείς;
-(σκεπτικός) Με την τηλεόραση είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα νομίζω, ειδικά τώρα με την επιτυχία της ‘’Ευτυχίας’’ μου έχουν κάνει διάφορες προτάσεις. Αν ασχολιόμουν με την τηλεόραση θα το έκανα με όρους παραγωγικούς που δεν ξέρω αν θα ευδοκιμούσαν, γιατί δεν είναι μόνο το θέμα των χρημάτων για μια παραγωγή, μπορεί να γίνει μια καλή δουλειά και με λίγα χρήματα, απλά ο τρόπος που δουλεύω δεν ξέρω πώς θα λειτουργούσε. Χρειάζεται μία απόλυτη δημιουργική ελευθερία, για να κάνεις κάτι ενδιαφέρον- αυτό στην τηλεόραση δεν είναι εύκολο. Στο θέατρο έχω κάνει ορισμένες δουλειές που άπτονται κάπως του cinema, που ο κινηματογράφος είναι μέρος τους μ’ έναν τρόπο, πράγματα όχι αμιγώς θεατρικά, και οι παραστάσεις που έχω κάνει στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών και στο φεστιβάλ Αθηνών, όπως ‘’Το μέσα στο δάσος’’, ήταν δουλειές που είχαν μια σχέση με τον κινηματογράφο.

– Έχεις σκεφτεί το θέμα της επόμενης ταινίας;
-Ναι, έχω αρχίσει ήδη να δουλεύω κάτι, αλλά είναι νωρίς ακόμα να μιλήσω για την επόμενη ταινία, θα τα πούμε τότε που θα είναι η ώρα της…

Αναδημοσίευση άρθρου: ipolizei.gr