Πολύ πριν τις διαφημίσεις των… Jumbo το promotion γινόταν κάπως διαφορετικά. Φωτογραφίες από προϊόντα και διαφημίσεις που θα κάνουν τους παλαιότερους να θυμηθούν και τους νεότερους να μάθουν!







Πολύ πριν τις διαφημίσεις των… Jumbo το promotion γινόταν κάπως διαφορετικά. Φωτογραφίες από προϊόντα και διαφημίσεις που θα κάνουν τους παλαιότερους να θυμηθούν και τους νεότερους να μάθουν!







Ο Σταύρος Τσιώλης υπήρξε ένας από τους ξεχωριστούς έλληνες σκηνοθέτες και σεναριογράφους, με δύο διακριτές περιόδους της δημιουργικής του πορείας.
Ο Σταύρος Τσιώλης γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 06 Οκτωβρίου του 1937 και σπούδασε κινηματογράφο στη Σχολή Κινηματογράφου Τηλεόρασης Λυκούργου Σταυράκου στην Αθήνα και από το 1958 δούλεψε ως βοηθός σκηνοθέτη σε 54 ταινίες, πολλές από τις οποίες της Φίνος Φιλμ, όπου και σύμφωνα με τον ίδιο έμαθε σινεμά και έμαθε να αγαπάει το σινεμά.
Από το 1958 έως το 1973 υπηρέτησε τον λεγόμενο Παλαιό Εμπορικό Κινηματογράφο και από το 1985 έως τον θάνατό του τον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο. Κύριες επιρροές του, σύμφωνα με τον ίδιο, ο ιταλικός νεορεαλισμός και ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες. Έγραψε επίσης θεατρικά έργα και στίχους για τραγούδια των ταινιών του, αλλά και για τραγουδιστές της λαϊκής μουσικής (Μαριώ, Πίτσα Παπαδοπούλου, Αντώνης Ρέμος).
Η πρώτη του ταινία, η οποία βασίστηκε και σε δικό του σενάριο, ήταν το μελόδραμα «Ο μικρός δραπέτης», που γύρισε το 1968 για τη Φίνος Φιλμ. Τον επόμενο χρόνο γύρισε πάλι για τη Φίνος Φιλμ τις ταινίες «Πανικός» σε δικό του σενάριο και «Ζούγκλα των Πόλεων» σε σενάριο του Νίκου Φώσκολου.
Το 1970 γύρισε την τελευταία ταινία του στη Φίνος Φιλμ, το αστυνομικό δράμα «Κατάχρησις Εξουσίας», σε σενάριο Νίκου Φώσκολου και πρωταγωνιστές τον Νίκο Κούρκουλο, την Μπέτυ Λιβανού και τον Μάνο Κατράκη. Η ταινία έκανε διεθνή καριέρα και είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία.

Μετά το σενάριο που έγραψε με το ψευδώνυμο Διονύσης Φωκάς για την ταινία του Πέτρου Λύκα «Θέμα Συνειδήσεως» (1973), εγκατέλειψε τον κινηματογράφο για μία δωδεκαετία και επανήλθε το 1985 με ταινίες διαφορετικού ύφους και θεματολογίας. Η ταινία του «Μια Τόσο Μακρινή Απουσία» απέσπασε έξι πρώτα βραβεία στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, ενώ οι «Ακατανίκητοι Εραστές» το 1988 παίχτηκαν στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης.
Στα τέλη του 2015 ο Σταύρος Τσιώλης ανακοίνωσε την προσπάθεια γυρίσματος της νέας του ταινίας «Γυναίκες που περάσατε από εδώ», η οποία υλοποιήθηκε με συμμετοχική χρηματοδότηση (crowdfunding) κι έκλεισε την τριλογία «Γυναίκες» (μετά το «Παρακαλώ Γυναίκες, μην κλαίτε» και «Ας περιμένουν οι Γυναίκες»). Οι ταινίες του έχουν προβληθεί σε πολλά φεστιβάλ και εκδηλώσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό κι έχουν αποσπάσει σημαντικές διακρίσεις.
Στη δεύτερη περίοδο της κινηματογραφικής του διαδρομής, ο Σταύρος Τσιώλης δημιούργησε ένα προσωπικό είδος κωμωδίας, που βασίζεται στο λεπτό χιούμορ, τους αυτοσχεδιαστικούς διαλόγους και τη χρήση, πολλές φορές, ερασιτεχνών ηθοποιών. Στις ταινίες του αποτύπωσε τη λατρεία του για τις γυναίκες, τις αντρικές παρέες και τους λαϊκούς μύθους. Αυτά τα ιδιαίτερα στοιχεία της κινηματογραφικής γραφής του τα συνδύασε με τη λαϊκή μουσική, αλλά και την περιπλάνηση στο ελληνικό τοπίο (ιδιαίτερα της Αρκαδίας), το οποίο κινηματογράφησε με αισθαντικότητα. Σε πολλές ταινίες του πρωταγωνιστής είναι ο Αργύρης Μπακιρτζής των «Χειμερινών Κολυμβητών».
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του έγραψε και ανέβασε θεατρικά έργα, όπως «Τα κοκκινομπλέ πατίνια» (2006), «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ, μια ιστορία του Σταθμού Λαρίσης» (2011) και «Η πόρτα» ή «Ο σωρός των φασολιών» (2012). Όλα τα θεατρικά του έργα έχουν καταγραφεί στο βιβλίο του «Θεατρικά», που εκδόθηκε το 2016.
Ο Σταύρος Τσιώλης έφυγε από τη ζωή στις 23 Ιουλίου 2019, σε ηλικία 81 ετών.
Υπήρξαν εποχές ανέμελες για όλους, τότε που οι άνθρωποι περνούσαν καλά στις δουλειές τους και αυτό έβγαινε στον κόσμο.
Ο λόγος για τις αεροσυνοδούς αλλοτινών εποχών, τις παραδοσιακά προκλητικές καλλονές που έκαναν τις πτήσεις χάρμα οφθαλμών, αφήνοντας παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές το «σέξι» του πράγματος, που ήταν εξάλλου απαραίτητη προϋπόθεση κάποτε.
Οι φωτογραφίες μάς έρχονται από τις αμερικανικές αερογραμμές Pacific Southwest Airlines και αποτελούν μέρος του αρχείου του Air and Space Museum του Σαν Ντιέγκο. Μιλώντας για μουσειακές συλλογές!
Ρετρό αέρας λοιπόν, με μια σειρά εικόνων από περασμένα μεγαλεία…






Ο Δήμος Αβδελιώδης (Αριστόδημος Αβδελιώδης) γεννήθηκε στην Χίο την 1 Ιανουαρίου του 1952 και είναι Έλληνας σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ηθοποιός και παραγωγός.
Σπούδασε στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και παρακολούθησε μαθήματα υποκριτικής στη δραματική σχολή του Γιώργου Θεοδοσιάδη.
Έχει σκηνοθετήσει κινηματογραφικές ταινίες και θεατρικές παραστάσεις.
Έχει επίσης διδάξει κινηματογράφο στο Τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Παντείου Πανεπιστημίου από το 1993 μέχρι το 1998.
Από το 1997 ως το 2000 και από το 2003 έως το 2010 διετέλεσε Καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Βορείου Αιγαίου.
| Έτος | Τίτλος ταινίας |
|---|---|
| 1981 | Μάθε παιδί μου γράμματα |
| 1981 | Κερήθρες |
| 1987 | Το δέντρο που πληγώναμε |
| 1988 | Ένας ερωδιός για τη Γερμανία |
| 1989 | Αντανακλάσεις |
| 1990 | Νίκη της Σαμοθράκης |
| 1998 | Το Αίνιγμα |
Ο Ανέστος Δελιάς, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Αναστάσιος Δέλλιος, γεννήθηκε στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας, το 1912 και ήταν γιος του γνωστού σαντουρίστα Παναγιώτη Δέλλιου.
Από μικρός ήθελε να ακολουθήσει τα χνάρια του πατέρα του και να γίνει μουσικός. Έτσι, άρχισε να ασχολείται με την κιθάρα.

«Η Τετράς Η Ξακουστή Του Πειραιώς»
Το 1930, λίγα χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο Ανέστος πλέον ζούσε με την οικογένεια του στη Δραπετσώνα.
Όταν γνωρίστηκε με το Μάρκο Βαμβακάρη, ο συριανός ρεμπέτης αντιλήφθηκε αμέσως το ταλέντο του και τον παρότρυνε να μάθει να παίζει μπουζούκι και μπαγλαμά. Έτσι κι έγινε.
Λίγα χρόνια αργότερα, αν και αυτοδίδακτος, ο Δελιάς είχε γίνει άσσος στο μπουζούκι. Μαζί με το Βαμβακάρη, το Γιώργο Μπάτη και το Στράτο Παγιουμτζή δημιούργησαν το 1934 την πρώτη επίσημη ρεμπέτικη κομπανία στην Ελλάδα και την ονόμασαν «Η Τετράς, η Ξακουστή Του Πειραιώς».
Στις πρώτες εμφανίσεις της κομπανίας στον Πειραιά, ο Δελιάς παρουσίασε τα πρώτα του τραγούδια, τα οποία συμπεριλήφθηκαν και σε δίσκο τα επόμενα χρόνια.
Παρά την επιτυχία ωστόσο, ο Δελιάς άρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα. Η φιλενάδα του και κατά πολλούς πόρνη, με καταγωγή από τα Βουρλά, τον έμπλεξε στα ναρκωτικά.
Οι φίλοι του προσπάθησαν να τον βοηθήσουν να ξεκόψει, αλλά μάταια. Ο Ανέστος είχε εθισθεί στην ηρωίνη.
Το 1938, εξορίστηκε με την κατηγορία του τοξικομανή στην Ίο, όπου και παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Εκεί με τη βοήθεια του επίσης εξόριστου και ρεμπέτη τραγουδιστή Μιχάλη Γενίτσαρη, μπόρεσε να αποτοξινωθεί.
Όταν όμως επέστρεψε από την εξορία και πήγε στην Αθήνα, η ιστορία επαναλήφθηκε. Κύλησε ξανά στην ηρωίνη.
Δεν ηχογράφησε πολλά τραγούδια καθ’ όλη τη διάρκεια τη καριέρας του. Από το 1937, ο Ιωάννης Μεταξάς είχε επιβάλει λογοκρισία και αυτό ήταν κάτι που τον εξόργιζε. Όπως και άλλοι ρεμπέτες, έτσι και ο Δελιάς δεν μπορούσε και δεν ήθελε να ανεχτεί κάτι τέτοιο.
Προτίμησε να σταματήσει να γράφει στίχους και να συνθέτει μουσικά κομμάτια.
Ο τραγικός επίλογος
Στις 31 Ιουλίου του 1944, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Δελιάς βρέθηκε νεκρός από υπερβολική δόση ναρκωτικών, έξω από το τεκέ του Ντανάκουλη στο Μεταξουργείο, κρατώντας στα χέρια του το πολυαγαπημένο του μπουζούκι.
Το τραγούδι του «Ο Πόνος Του Πρεζάκια» αποδείχτηκε προφητικό για τη ζωή και το άδοξο τέλος του καλλιτέχνη.
Ο Ανέστος Δελιάς είναι ο μοναδικός ρεμπέτης που έχει χάσει τη ζωή του από τα ναρκωτικά.
Ορισμένα από τα πιο δημοφιλή τραγούδια του Ανέστου Δελιά είναι: «Μές Στης Πόλης Το Χαμάμ», «Έκανες Τη Φιγούρα Σου Μάγκα Στη Γειτονιά Μου», «Μάγκες Πιάστε Τα Βουνά», «Ο Τρελλάκιας», «Ο Πόνος Του Πρεζάκια», «Το Κουτσαβάκι», «Πάρε Ένα Γυαλί Και Κόψε Το Λαιμό Σου».
Πόσα μπάνια έκανες; Πόσα παγωτά έφαγες; Θάλασσα και παγωτά, τα δυο πιο σημαντικά θέματα για κουβέντα, ιδιαίτερα για τα παιδιά!

Το ελληνικό καλοκαίρι είναι συνδεδεμένο άρρηκτα με το παγωτό. Μικροί και μεγάλοι, όλες τις ώρες της ημέρας αναζητούν τη δροσιά της «παγωμένης απόλαυσης». Το παραδοσιακό ξυλάκι με γεύση βανίλιας ή το παγωτό χωνάκι, είναι χαραγμένα στην μνήμη μας, και σε μυρωδιά και σε γεύση. Που έβρισκαν οι παλιότεροι παγωτά όταν δεν υπήρχαν σούπερ μάρκετ και περίπτερα σε κάθε γωνιά; Τη δουλειά αυτή την αναλάμβανε ο παγωτατζής!

Με το τρίτροχο ποδήλατο ή το μηχανοκίνητο καροτσάκι έκανε την εμφάνισή του στα συνηθισμένα στέκια, και διαλαλούσε το παγωτό του, στα δημοτικά σχολεία, στις εκκλησίες τις Κυριακές και τις γιορτές, στους γάμους και στα πανηγύρια, στις πλατείες, στα παζάρια, στις εκδρομές, στους ποδοσφαιρικούς αγώνες και όπου αλλού σύχναζε πολύς κόσμος. Με το καρότσι του γεμάτο παγωμένη κρέμα και παγωτά κασάτα περιφέρονταν στις γειτονιές και πούλαγε την γλυκιά πραμάτια του.



Πασίγνωστες περιοχές των Αθηνών μέχρι πριν λίγα χρόνια είχαν εντελώς διαφορετικές ονομασίες, οι οποίες, μάλιστα δεν θυμίζουνσε τίποτα αυτές που φέρουν σήμερα.
Δείτε μερικές:
Αγά Βρύση : Η πλατεία Αγίου Παντελεήμονα
Αγάμων (πλατεία) : Η πλατεία Αμερικής
Αγελάδες : Σημείο του κήπου του Ζαππείου προς το τέρμα της οδού Ηρώδου του Αττικού.
Αγιότρηση : Περιοχή στα Νέα Λιόσια
Αγχεσμός : Μέχρι το 1832 ο Λυκαβηττός, μετά τα ΤουρκοβούνιαΑέρηδες : Τέρμα της Αιόλου
Αλώνια : Πλατεία Θησείου
Αμπατζήδικα : Τσαρουχάδικα, ονομασία της οδού Πανδρόσου στο Μοναστηράκι
Αναφιώτικα : Συνοικία της Αθήνας στη βορειανατολική πλευρά του βράχου της Ακρόπολης στα όρια της συνοικίας της Πλάκας
Ασπροχώματα : Νότια της Πέτρου Ράλλη, από την Αγία Άννα μέχρι τη Νίκαια

Βαριές : Κάτω Κηφισιά
Βατραχονήσι : Τμήμα μεταξύ του Παναθηναϊκού Σταδίου και του Παγκρατίου
Βοϊδολίβαδο : Περιοχή της φαληρικής παραλίας στο τέρμα της λεωφόρου Συγγρού
Βουρλοπόταμος : Η Αμφιθέα
Βοϊδοπνίχτης : Χείμαρρος που κατέβαινε από το Λυκαβηττό
Βρωμολίμνη : Λίμνη Βουλιαγμένης
Γούβα : Αθηναϊκή συνοικία που εκτείνεται από το Α’ Νεκροταφείο ως την περιοχή της Δάφνης Δαρδανέλια : Τοπωνύμιο περιοχής του κέντρου της Αθήνας στη συμβολή των οδών Πανεπιστημίου, Βουκουρεστίου και Κριεζώτου
Δεκοχτούρα : Ονομασία υψώματος απέναντι από το Γηροκομείο στη λεωφόρο Κηφισίας
Δικηγορικά : Περιοχή στη Γλυφάδα
Δουργούτι : Νέος Κόσμος
Δράκος : Το λιμάνι του Πειραιά

Ελαιοτριβεία : Περιοχή στη συμβολή των λεωφόρων Κωνσταντινουπόλεως και Αθηνών και της οδού Σερρών
Εφοριακά : Οικισμός του Δήμου ΑλίμουΘων : Ονομασία της περιοχής του τέρματος των λεωφόρων Βασιλίσσης Σοφίας και Αλεξάνδρας, στους Αμπελοκήπους, Όπου υπήρχε η έπαυλη του Θων, επιμελητή των ανακτόρων επί Γεωργίου Α
Καρβουνιάρικα : Το βορειοδυτικό άκρο του λιμένος Πειραιώς
Κατσικάδικα : Γύρω από την εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης στα Κάτω Πετράλωνα δηλ. η περιοχή μεταξύ της οδού Πειραιώς και της γραμμής του τρένου των ΗΣΑΠΚατσιπόδι : Δάφνη
Κερατόπυργος : Γειτονιά του Κερατσινίου
Κλωναρίδη : Περιοχή στα Κάτω Πατήσια
Κουκουριάνοι : Περιοχή από τα Νέα Λιόσια μέχρι το Καματερό στους πρόποδες του Αιγάλεω
Καράουσι: Τουρκική ονομασία της δυτικής πλευράς του Αρείου Πάγου
Κόκκινα Χώματα : Περιοχή στους Αμπελοκήπους
Κουκουβάουνες : H Μεταμόρφωση
Λαδοξύστης : Η Αγίας Άννης και η γύρω περιοχή, στα όρια του ΑιγάλεωΛεβίδη : Η περιοχή της οδού Πατησίων, μεταξύ των οδών Κεφαλληνίας και Αγ. Μελετίου)Λυκότρυπα : Η Λυκόβρυση
Μαγκουφάνα : Ανάμεσα Πεύκη και Μαρούσι
Ο ζεϊμπέκικος είναι ο πιο καθαρός, συγχρόνως ελληνικός ρυθμός. Πάνω στους ρυθμούς του σε μεγάλο βαθμό χτίστηκε το ρεμπέτικο τραγούδι. Παρατηρώντας τη μελωδική του γραμμή, θα διακρίνομε καθαρά απάνω του την προέκταση της βυζαντινής μουσικής.
Όχι μόνο εξετάζοντας το ένστιχτο των λαϊκών μουσικών και τις κλίμακες που διατηρούνται αναλλοίωτες, αλλά ακόμη και τις πτώσεις, τα διαστήματα και τον τρόπο της εκτέλεσης. Όλα μαρτυρούν την πηγή, πού δεν είναι άλλη απο την απέριττη εκκλησιαστική υμνωδία. Επίσης το δημοτικό τραγούδι έχει κι αυτό κοινά με το ζεϊμπέκικο στοιχεία που είναι φανερά στο ρεμπέτικο.
Τα ζεϊμπέκικα είναι καλλιτεχνικές δημιουργίες λαϊκών στρωμάτων, η επίδραση από τη Βυζαντινή μουσική είναι φανερή και σε ό,τι αφορά τα ηχοχρώματα και τις μελωδίες, τις κλίμακές, αλλά και τις πολλές ανατολικές αλληλοεπιδράσεις.
Ίχνη του ρεμπέτικου και κατ επέκταση του ζεϊμπέκικου εμφανίζονται σε όλα τα αστικά κέντρα της περιόδου της αποσύνθεσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, δηλαδή με την εμφάνιση των αστικών κοινωνιών.
Ο Μάρκος Δραγούμης, μουσικολόγος μετά από μια μεγάλη έρευνα και μελέτη πάνω στο ρεμπέτικο και στο μικρασιατικό τραγούδι, δίνει από ιστορικής πλευράς την εξής άποψη για τις ρίζες του ρεμπέτικου:
«Οι μουσικές ανταλλαγές που είχαν αρχίσει πριν το 17ο αιώνα, κι ίσως πιο πριν ανάμεσα στον ποικίλο πληθυσμό που αποτελούσε το λαϊκό υπόστρωμα των αστικών κέντρων του Αιγαίου, του Ελλήσποντου, της Προποντίδας και της Μαύρης Θάλασσας συνεχίστηκαν με έντονο ρυθμό ως την καταστροφή της Σμύρνης το 1922.

Οι ανταλλαγές αυτές προκάλεσαν τη δημιουργία απειράριθμων μελωδιών, που οι ρίζες τους βρίσκονται κυρίως στη βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική με τους «ήχους» της, στην τούρκικη κλασική μουσική με τα «μακάμια» της που ονομάστηκαν από μας «δρόμοι» – στη δημοτική μουσική της Μυσίας, της Αν. Θράκης, της Βιθυνίας και των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας, στα ελληνικά νησιώτικα και αστικά λαϊκά τραγούδια και τέλος στη δημοτική μουσική τω βορείων γειτόνων μας κι ιδιαίτερα των Ρουμάνων.
Η μουσική αυτή – ίσως επειδή ήταν κάπως ανομοιογενής – δεν τράβηξε όσο θα ‘πρεπε την προσοχή των λαογράφων μας, κι έτσι δεν ευτύχησε να καταγραφεί σε νότες και να δημοσιευθεί σε ειδικές συλλογές, όπως η πιο παλιά δημοτική μουσική μας. Δεν χάθηκε όμως. Ένα μεγάλο μέρος της διαφυλάχτηκε σε μια σειρά από δίσκους 78 στροφών, που γυρίστηκαν στις ΗΠΑ κατά τη δεύτερη και τρίτη δεκαετία του αιώνα μας, με εκτελεστές Έλληνες μετανάστες.
Εξετάζοντας το υλικό αυτό βλέπουμε ότι πέρα από την καλλιτεχνική του αξία, έχει και μεγάλη ιστορική σημασία, γιατί αποτελεί την πιο ουσιαστική πηγή που διαθέτουμε για τη μελέτη των καταβολών του ρεμπέτικου τραγουδιού».
«Κέντρο μελέτης και έρευνας του ρεμπέτικου τραγουδιού» 1977.
Ο Τουρκικός χορός “Ζεϊμπέκ” (zeybek ή zeybeği ) δεν έχει καμία σχέση με το Ελληνικό Ζεϊμπέκικο. Ρυθμικά είναι μια μορφή αργού τσιφτετελιού που χορεύεται συνήθως ομαδικά.
Ο χορός έχει τις ρίζες του σε τούρκικο παραδοσιακό χορό. Χορευόταν από του Ζεϊμπέκους, ζεϊμπέκηδες οι οποίοι ήταν μια φυλή της Μικράς Ασίας. Η φυλή αυτή δημιουργήθηκε από μια πρόσμειξη Γιουρούκων, που ήταν νομάδες κάτοικοι της Πίνδου, οι οποίοι μετακινήθηκαν στα παράλια της Μ. Ασίας, αλλά και Τουρκμένιων νομάδων που μετακινήθηκαν από την Ασία (Τουρκμενιστάν).
Δημιουργήθηκε μια νέα φυλή, από επαγγελματιες πολεμιστές. Η ύπαρξή τους άλλοτε ενοχλητική και επικίνδυνη και άλλοτε χρήσιμη. Η άγρια πολεμική τους παρουσία, άλλοτε τρόμαζε τις αρχές, προκαλώντας την εκτόπιση τους και άλλοτε γινόταν χρήσιμη ανάλογα με την περίσταση. Όταν τους χρησιμοποιούσαν τους πρόσφεραν διάφορα προνόμια!
Στις τάξεις των επιστρατευμένων Ζεϊμπέκηδων υπήρχαν και Έλληνες Χριστιανοί πολλοί κάποιοι από αυτούς Τουρκοποιήθηκαν, όπως οι γενίτσαροι. Αργότερα σχημάτισαν δικές τους ομάδας Ελλήνων ενόπλων ζεϊμπέκων, οι οποίοι είχαν αντιπαλότητες με τους Τούρκους ζεϊμπέκους. Οι Ζεϊμπέκοι αυτοί ποτέ δεν ξέχασαν τις Ελληνικές ρίζες τους.
Στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο οι Τούρκοι ζεϊμπέκηδες είχαν συμμετάσχει και πολεμήσει κατά του Ελληνικού στρατού. Τις πολεμικές αυτές ομάδες διέλυσε ο Κεμάλ Ατατούρκ αργότερα.
Τα χαρακτηριστικά του χορού δεν έχουν καμία σχέση με τον Ελληνικό μοναχικό χορό ζεϊμπέκικο.
Το Ελληνικό ζεϊμπέκικο προήλθε από το Ρεμπέτικο τραγούδι (1870-1922 στην Μ. Ασία). από μουσικές προσμείξεις Ελληνικής παραδοσιακής και βυζαντινής μουσικής και συνεχίσθηκε στην Ελλάδα, πριν (καφέ αμάν) και μετά, την Μικρασιατική καταστροφή. Η μουσική του Ελληνικού Ζεϊμπέκικου στα 9/8 δεν έχει καμία σχέση με τα 4/4 και τον ρυθμό αργού τσιφτετελιού του zeybek.
Υπάρχουν πολλά είδη ρυθμών “ζεϊμπέk” που μοιάζουν μεταξύ τους αλλά κανένας δεν μοιάζει με το Ελληνικό ζεϊμπέκικο.
Υπάρχουν πολλές απόψεις για την προέλευση του Ελληνικού ζεϊμπέκικου και τους Ζεϊμπέκηδες. Μια μόνιμη παρεξήγηση των τυχαίων συμβάντων με θέμα το ζεϊμπέκικο, την “παραγγελιά“, με την αγριάδα των Ζεϊμπέκηδων. Άλλοτε βαπτίζουν το ζεϊμπέκικο σαν αρχαίο Ελληνικό χορό και άλλοτε Τούρκικο.
Μια ματιά στον τρόπο που χορεύεται το zeybek σήμερα κοινωνικά ή Παραδοσιακά με τις στολές, αρκεί για να μας δείξει ότι το Ελληνικό ζεϊμπέκικο είναι κάτι διαφορετικό και δεν έχει καμία σχέση με τον zeybek.
Κάποτε ήταν χορός μοναχικός και μόνο για τους άντρες. Σήμερα τον χορεύουν όλοι. Φυσικά και οι γυναίκες. Ο ζεϊμπέκικος σήμερα όταν δεν χορεύεται παραδοσιακά (αντικρυστός), παραμένει μοναχικός χορός. Κάθε χορευτής του έχει τις δικές του φιγούρες, με τις οποίες εκφράζεται. Επίσης, ο κάθε χορευτής, χορεύει μόνο ένα τραγούδι, μόνο μια φορά! Πολλές φορές είναι το δικό του, συγκεκριμένο τραγούδι και όχι ένα τυχαίο.
Παλαιότερα, καμιά φορά και στις ημέρες μας, συμβαίνει κάποιος να τολμήσει να διακοψει κάποιον που χορεύει ζεϊμπέκικο. αυτός ρισκάρει! Κάπως έτσι ξεκίνησε στα χρόνια της Κατοχής, ο θεσμός της “παραγγελιάς”. Δηλαδή οι μουσικοί, συνήθως με το…αζημίωτο, προανήγγειλαν το όνομα του “δικαιούχου στον επόμενο χορό.
Όσο χόρευε αυτός, δεν επιτρεπόταν να χορέψει κανείς άλλος μαζί του στον ίδιο χώρο ή να τον ενοχλήσει.
Το 1973 ο Νίκος Κοεμτζής, όταν κάποιοι παρενόχλησαν και πρόσβαλαν τον αδελφό του που χόρευε ζεϊμπέκικο με “παραγγελιά“, σκότωσε με ένα μαχαίρι τρεις ανθρώπους και τραυμάτισε αρκετούς ακόμα. Δεν είναι σπάνιο θέαμα στις ημέρες μας, οι συμπλοκές για παρόμοιες παρεξηγήσεις με αιτία ένα ζεϊμπέκικο.
Δέκα χιλιάδες Τούρκοι, με επικεφαλής τους Ομέρ Βρυώνη και Κιουταχή, πολιορκούν το Μεσολόγγι. Οι δυνάμεις των πολιορκημένων δεν ξεπερνούσαν του 900 άντρες.
Η πολιορκία είχε κρατήσει ήδη δύο μήνες και οι Τούρκοι είχαν αρχίσει να κουράζονται.
Οι ασθένειες θέριζαν το στρατόπεδο, οι μισθοί καθυστερούσαν, γινόντουσαν συνεχώς επιθέσεις από ομάδες κλεφτών και είχαν αρχίσει κι οι συνηθισμένες διαφωνίες μεταξύ Τούρκων και Αλβανών αξιωματικών.
Τότε, ο Ομέρ Βρυώνης κι ο Κιουταχής αποφασίζουν να διεξάγουν μία νυχτερινή επίθεση.
Για εκείνη την εποχή, οι βραδινές επιχειρήσεις δεν ήταν εύκολη υπόθεση.
Δεν υπήρχαν φωτοβολίδες και προβολείς και ήταν τρομερά δύσκολο να συντονιστούν τα τμήματα.
Αλλά ήταν τέτοια η ανάγκη των Τούρκων να σημειώσουν κάποια πρόοδο με την πολιορκία, που ήταν διατεθειμένοι να τολμήσουν ακόμα και αυτό.
Σχεδίασαν, μάλιστα, να επιτεθούν παραμονή Χριστουγέννων, όταν όλοι οι Έλληνες θα βρίσκονταν στην εκκλησία.

Η θυσία του Γιάννη Γούναρη
Ίσως το Μεσολόγγι να είχε πέσει από την πρώτη πολιορκία, αν οι υπερασπιστές δεν είχαν πληροφορηθεί τα σχέδια των Τούρκων στρατηγών.
Ο σωτήρας των Μεσολογγιτών, ήταν ο Γιάννης Γούναρης. Ήταν κυνηγός του Ομέρ Βρυώνη και ακολουθούσε υποχρεωτικά τον τουρκικό στρατό, γιατί κρατούσαν ομήρους όλη του την οικογένεια στην Άρτα.
Ο Γούναρης γνώριζε για τη νυχτερινή επίθεση, αλλά αν τολμούσε να προειδοποιήσει τους Μεσολογγίτες, θα καταδίκαζε σε θάνατο τη γυναίκα και τα παιδιά του.
Δε δίστασε ούτε στιγμή. Ξέφυγε απ’ το τουρκικό στρατόπεδο, λέγοντας πως πήγαινε για κυνήγι και ενημέρωσε τους πολιορκημένους.
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο επικεφαλής των Μεσολογγιτών, προέβλεψε σωστά ότι οι Τούρκοι θα επιτίθονταν απ’ την ανατολική πλευρά του τείχους, που ήταν πιο αδύναμη.
Ενίσχυσαν, λοιπόν, εκείνο το τμήμα και ετοιμάστηκαν για τη μάχη.
Είχαν πει σε όσους δεν πολεμούσαν, να πάνε στις εκκλησίες και να κάνουν φασαρία, για να νομίσουν οι Τούρκοι ότι ο κόσμος γιορτάζει.
Έτσι κι έγινε.
Οχτακόσιοι Τουρκαλβανοί επιτέθηκαν στην ανατολική πλευρά του Μεσολογγίου και βρήκαν σθεναρή αντίσταση.
Οι απώλειες των Μεσολογγιτών ήταν ελάχιστες, οι απώλειες των Τούρκων ξεπερνούσαν τις 500.
Δυστυχώς, ο πληροφοριοδότης που έσωσε το Μεσολόγγι, ο ηρωικός Γιάννης Γούναρης, δεν σώθηκε.
Οι Τούρκοι εκτέλεσαν τους γονείς, τη γυναίκα, τα παιδιά του και αρκετούς συγγενείς του.
Αυτή τη μάχη μνημόνευσε κι ο Διονύσιος Σολωμός στον Εθνικό Ύμνο, γράφοντας:
«Πήγες εις το Μεσολόγγι
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
για το τέκνο του Θεού»

Η ταινία, “Μια Ιταλίδα απ’ τη Κυψέλη” προβλήθηκε τη σαιζόν 1968-1969 και έκοψε 396.882 εισιτήρια. Ήρθε στην 11η θέση σε 108 ταινίες.
-Η ταινία αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου έργου του Νίκου Τσιφόρου και του Πολύβιου Βασιλειάδη.
-Τα γυρίσματα της ταινίας πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της χούντας και οι αρχές απαγόρευσαν στον Αλέκο Αλεξανδράκη, λόγω των αριστερών του πεποιθήσεων, να ταξιδέψει στην Ιταλία για τις ανάγκες των γυρισμάτων.
Μια πλούσια γυναίκα με απίστευτη ξενομανία, ταλαιπωρεί όλη της την οικογένεια, από τον άντρα της μέχρι και την μητέρα της. Όταν ο αδελφός της επιστρέφει στην Ελλάδα από τη Ιταλία, της παρουσιάζει την Ελληνίδα μνηστή του σαν Ιταλίδα, για να μην τον αποκληρώσει.
Το ζευγάρι όμως, σε συνεργασία με τον ταλαιπωρημένο σύζυγο της αυστηρής αδελφής, θα καταφέρει να της αλλάξει γνώμη και να αποβάλλει την ξενομανία της.
Ο ηθοποιός Ιωάννης Παπαδόπουλος έγινε γνωστός στο κοινό και έκανε καριέρα με το ψευδώνυμο Ζαννίνο, το οποίο η κόρη του, επίσης ηθοποιός, Σόφη Ζαννίνου, χρησιμοποιεί μέχρι σήμερα.
Καλλιτεχνικός νονός του, ήταν ο Αττίκ που τον συνάντησε στα πρώτα του βήματα, όταν εμφανιζόταν σαν χορευτής. Ένα βράδυ, ο θίασος στον οποίο συμμετείχε, θα εμφανιζόταν στη Μάνδρα του Αττίκ. Όταν ο τραγουδιστής και θιασάρχης, θέλησε να προλογίσει τον νεαρό, τον ρώτησε το όνομά του.
Το «Γιάννης» που ήταν ανέκαθεν ένα πολύ συνηθισμένο όνομα, δεν ικανοποίησε τον Αττίκ. «Εκείνη τη στιγμή η Σοφία που φρεσκάριζε το μακιγιάζ της μου είπε: Νίνο φόρα τις άσπρες μπότες. «Νίνο, τι Νίνο;» ρωτάει ο Αττίκ. «Ε Νίνο είναι το παρατσούκλι μου τολμώ να πω, αντί Γιάννης». «Τότε τι Γιάννης και κουραφέξαλα; Γιάννης δηλαδή Ζαν. Ζαν και Νίνο ίσον Ζαννίνο. Έτσι θα σε αναγγείλω, Ζαννίνο» και το όνομα του έμεινε για πάντα.

Από τότε δεν χρησιμοποίησε ξανά το πραγματικό του, που σιγά σιγά ξεχάστηκε. Το ίδιο ψευδώνυμο χρησιμοποίησε και η μετέπειτα σύζυγός του Τζένη. Η σχέση των δύο καλλιτεχνών στο ξεκίνημά της, ήταν περιπετειώδης.
Ο Ζαννίνο κατηγορήθηκε ότι «έκλεψε» τη γυναίκα του
Ο ηθοποιός γνώρισε την αγαπημένη του όταν ήταν φαντάρος κατά τη διάρκεια μιας άδειας. Συναντήθηκαν σε ένα υπόγειο στέκι καλλιτεχνών στην Ομόνοια και ο Ζαννίνο γοητεύτηκε από την παρουσία της. Από τη σύντομη συζήτηση που είχαν, ο ηθοποιός πρόλαβε να μάθει ότι η Τζένη ήταν δευτεροετής μιας θεατρικής σχολής και έμενε σαν φιλοξενούμενη σε φιλικό της σπίτι στο Φάληρο. Όταν την επόμενη μέρα ρώτησε έναν συνάδελφο του περισσότερες πληροφορίες, ήρθε αντιμέτωπος με μια μεγάλη έκπληξη. Η κοπέλα είχε εξαπατηθεί από έναν επιχειρηματία και ενώ η ίδια νόμιζε ότι θα ξεκινούσε να εργάζεται σαν ηθοποιός, εκείνος την προόριζε για κονσομασιόν. Ο Ζαννίνο έγινε έξαλλος και αποφάσισε να την πάρει υπό την προστασία του. Τη μετέφερε σε δικό του φιλικό σπίτι και την απομάκρυνε από τον απατεώνα επιχειρηματία. Έκτοτε οι δυο τους άρχισαν να δένονται και σύντομα έγιναν ζευγάρι.
Οι περιπέτειες τους όμως δεν τελείωσαν. Ένα πρωί την ώρα που ο ηθοποιός καθόταν σε ένα καφενείο, τον πλησίασαν δύο αστυνομικοί με πολιτικά και του ζήτησαν να τους ακολουθήσει στο τμήμα, καθώς μια κυρία τον κατηγορούσε ότι είχε κλέψει την κόρη της. Ο Ζαννίνο αμέσως ειδοποίησε τον διοικητή του στο στρατό, που όχι μόνο γνώριζε προσωπικά τη Τζένη, αλλά της είχε δώσει και την άδεια να κατασκηνώσει δίπλα στη δική του γυναίκα, μέχρι να τελειώσει τη θητεία του ο αγαπημένος της.
Φτάνοντας στο αστυνομικό τμήμα ο ηθοποιός αντίκρισε μια έξαλλη ηλικιωμένη κυρία αλλά και την ίδια τη Τζένη που έκλαιγε με λυγμούς. Όταν ο αστυνομικός ρώτησε την κοπέλα με ποιον ήθελε να πάει, εκείνη απάντησε «με τον άντρα μου». Η κυρία, που αποδείχτηκε πως ήταν τελικά θεία της, επέμενε να πάρει μαζί της τη νεαρή. Όταν όμως αντίκρισε τις «ενισχύσεις» που είχαν σταλεί από το στρατό για την υποστήριξη του Ζαννίνο, άλλαξε γνώμη. Το ζευγάρι συνέχισε να είναι μαζί και αργότερα οι δύο καλλιτέχνες παντρεύτηκαν και έφεραν στον κόσμο την κόρη τους Σόφι.
Η καριέρα του Ζαννίνο περνώντας τα χρόνια απογειώθηκε και παρόλο που οι κινηματογραφικοί του ρόλοι ήταν κυρίως δεύτεροι, ο ηθοποιός αγαπήθηκε πολύ από το κοινό. Παρά τις αρχικές περιπέτειες στα προσωπικά του, κατάφερε να συνδυάσει μια επιτυχημένη πορεία στον καλλιτεχνικό χώρο αλλά και μια ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή.