Στο ερώτημα αν έχουν τρακ πριν εμφανιστούν στη σκηνή του θεάτρου είχαν κληθεί να απαντήσουν πενήντα χρόνια πριν κάποιοι από τους πιο αγαπημένους Έλληνες ηθοποιούς, που έχουν γράψει τη δική τους Ιστορία στο θέατρο και τον κινηματογράφο. το ερώτημα τους το έθεσε η εβδομαδιαία εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ στα τέλη Ιανουαρίου 1962. Είχαν, λοιπόν, τρακ ορισμένοι από τους μεγάλους μας ηθοποιούς και τι έκαναν ορισμένοι από αυτούς για να το ξεπεράσουν;
Η Τζένη Καρέζη, από τις πιο αγαπημένες και πιο μεγάλες μας ηθοποιούς, σημείωσε ότι το τρακ που παθαίνει “δε λέγεται κι ούτε περιγράφεται”. Όμως αυτό δε συνέβαινε πάντα. “Όταν πρωτοβγήκα στο θέατρο, καρφί δε μου καιγόταν. Αδιαφορούσα, έβγαινα στη σκηνή σα να πήγαινα περίπατο. Τώρα, όσο περνάνε τα χρόνια, παγώνω, ιδρώνω, κολλάνε τα ρούχα επάνω μου – συναίσθηση ευθύνης…”.
Αντίστοιχη ήταν η απάντηση και της μεγάλης κυρίας του θεάτρου Μαίρης Αρώνη: “Όταν πρωτοβγήκα στη σκηνή, παρόλο που έπαιζα πλάι στην μεγάλη Μαρίκα Κοτοπούλη, δεν είχα συναίσθηση της ευθύνης μου και το πράγμα φαινόταν επιφανειακά – γιατί μια κάποια νευρικότης υπήρχε – σαν κάποιο γλεντάκι. Τώρα που με τα χρόνια όχι μόνο έφτασα να παίζω τους πρώτους ρόλους, αλλά είχα και στην πλάτη μου την ευθύνη των παραστάσεων, ε, τώρα είναι που δεν μπορώ να επιβληθώ στον τρακαρισμένο εαυτό μου”. Για την ίδια, το συναίσθημα του τρακ δεν ήταν απαραίτητα κακό: “Πιστεύω από την προσωπική μου πείρα ότι όχι μόνο δε βλάπτει την παράσταση, αλλά την ευεργετεί”.
Η μεγάλη ηθοποιός Έλλη Λαμπέτη αναρωτήθηκε: “Είναι να με ρωτάτε; Αν δεν πάθαινα, θα ήταν σαν να αρνιόμουνα ότι είμαι άνθρωπος με νεύρα και ζωή. Η κρίση του κοινού είναι η ζωή μας. Μπορείς λοιπόν τούτο το πράγμα, μαζί με την ευθύνη που έχεις, να το αντιμετωπίσεις ψύχραιμα;”, ενώ εξομολογήθηκε και για το τρακ που ένιωσε με την επανεμφάνισή της στο θεατρικό σανίδι ύστερα από δυο χρόνια απουσίας.
Για τον Δημήτρη Μυράτ “το τρακ δεν είναι τίποτε άλλο παρά το δέος μπροστά στην απρόσιτη αυτή μεγάλη τέχνη που λέγεται θέατρο. Αλίμονο σε εκείνους που δεν το έχουν”. Διέκρινε όμως το αρνητικό τρακ, αυτό δηλαδή “που συνεχίζεται στη διάρκεια της παραστάσεως. Αυτό είναι καταστρεπτικό. Έχω δει σπουδαία ταλέντα που δεν μπόρεσαν να προκόψουν, επειδή δεν μπόρεσαν να το υπερνικήσουν, μετά το απαραίτητο ως την έναρξη της παραστάσεως τρακ”.
Η Μάρω Κοντού ομολόγησε ότι παθαίνει κι αυτή τρακ, αλλά μόνο στις πρεμιέρες, ενώ στις υπόλοιπες παραστάσεις της φεύγει, εκτός από τις περιπτώσεις όπου “ξέρω ότι κάτω στην πλατεία είναι κάποιος που μ’ ενδιαφέρει η γνώμη του ή κάποιοι που θα με κρίνουν”.
Για τον Ντίνο Ηλιόπουλο το τρακ ήταν το μυστικό της επιτυχίας του: “Τρέμουν τα χέρια, τα πόδια – αλλά μου πάει, γιατί έτσι οι σκηνές γίνονται πιο κωμικές”. Αποκάλυψε όμως και τι κάνει για να το ξεπεράσει: “Οπλίζομαι με θάρρος, ντύνομαι την αυτοπεποίθηση και όλα καλά. Αλλά το τρακ είναι τρακ. Δε μου λείπει ποτέ”.
Το τρακ κυρίευε πριν τις παραστάσεις και την Άννα Φόνσου, η οποία, όμως, εξήγησε ότι το αντιμετώπιζε με πίστη στην κυριολεξία: “Κάνω το σταυρό μου πολλές φορές, και τότε νιώθω να μου περνάει”.
Σύμφωνα με τη Μαίρη Χρονοπούλου το τρακ που πάθαινε ήταν τρομακτικό. “Με το τρακ που παθαίνω εκδηλώνομαι νευρικά. Σμπαραλιάζεται το νευρικό μου σύστημα και κάπως, σ’ ένα έμπειρο μάτι, φαίνεται η νευρικότης μου”. Η ηθοποιός εξομολογήθηκε και για την πρώτη φορά που βγήκε στη σκηνή: “Έτρεμα και δεν ήθελα να βγω. Τότε, ο εκλεκτός και γνωστότατος συγγραφέας και σκηνοθέτης Αλέκος Σακελλάριος, σε έργο του οποίου έπαιζα, με έσπρωξε κυριολεκτικά για να βγω. Νόμιζα πως κολυμπούσα σε μια θάλασσα, που για χρόνια με βασάνιζε”.