Είναι μερικές ταινίες που καταφέρνουν να ξεχωρίσουν ακολουθώντας συμβατικούς δρόμους και μεθόδους: προβλέψιμο σενάριο, ερμηνείες χωρίς εξάρσεις, σκηνοθεσία δίχως νεύρο.

Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό; Και γιατί κάποιες άλλες ταινίες, που κινούνται στο ίδιο πλαίσιο πάνε «άπατες»;

Ποια είναι η λεπτή, κόκκινη γραμμή που ξεχωρίζει την επιτυχία από την αποτυχία; Η απάντηση δεν είναι εύκολη.

Μια ταινία που ανήκει στις «προβλέψιμες» και που κατορθώνει ωστόσο να ξεχωρίσει είναι και η ταινία με τίτλο «Ο αδελφός μου ο λόρδος», η οποία γυρίστηκε το 1966 από την Ανζερβός.

Ένας ηλεκτρολόγος αυτοκινήτων, ο Χάρης, τρώει όλα του τα χρήματα στους ράφτες, καθώς έχει τη λόξα να θέλει να εμφανίζεται σαν «λόρδος». Έστω κι αν το επίθετό του είναι…Μπατάρας! Τσακώνεται διαρκώς με τον αδελφό του, τον Βασίλη, που είναι κι αυτός άνθρωπος του μεροκάματου, ελαιοχρωματιστής και επιβαρύνεται ολομόναχος τα έξοδα του σπιτιού.

Ο Χάρης πιστεύει πως με την εμφάνισή του κάποτε θα κατορθώσει να βρει μια πλούσια κοπέλα και να την παντρευτεί και έτσι να αλλάξει τη ζωή του και να γίνει κι αυτός πλούσιος.

Η ζωή όμως παίζει τα δικά της παιχνίδια. Η Μάρθα, η ζάπλουτη κόρη του εφοπλιστή Καρνέζη, ερωτεύεται και παντρεύεται τον αδελφό του Βασίλη, ο οποίος της έσωσε τη ζωή, όταν την γλύτωσε από ένα φορτηγό που παραλίγο να πέσει πάνω της, στο δρόμο.

Φυσικά μέχρι να γίνει ο γάμος τους, δημιουργούνται εξαιρετικά ενδιαφέρουσες καταστάσεις που προκαλούν άφθονο γέλιο, κυρίως λόγω των σπουδαίων ηθοποιών που συμμετέχουν στο καστ.

Όπως ο Γιώργος Πάντζας που υποδύεται τον Χάρη, ο Κώστας Καρράς στο ρόλο του Βασίλη και ο Γιώργος Γαβρηιλίδης στο ρόλο του πλούσιου πεθερού. Άξιοι συμπαραστάτες τους, οι Νικήτας Πλατής, Άννα Ιασωνίδου, Μαρίκα Κρεβατά, Μίτση Κωνσταντάρα, Δημήτρης Γούσης, Μαρία Ιωαννίδου, Γιάννης Αλεξανδράκης, Στάθης Χατζηπαυλής, Γιάννης Αλεξανδρίδης, Θανάσης Παπαδόπουλος, Καίτη Θεοχάρη, Κλεό Σκουλούδη, Γιάννης Γκιωνάκης.

Η ταινία αποτελεί μια από τις σπάνιες σκηνοθετικές απόπειρες του Βαγγέλη Σειληνού, ο οποίος μάλλον δεν καταφέρνει να δώσει στην ταινία το νεύρο που επέβαλλε να έχει το καστ των ηθοποιών που την απαρτίζουν.

Ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν μπορείς να πεις την απόπειρα αποτυχημένη, αφού η ταινία βλέπεται ευχάριστα και 2η και 3η και 4η φορά, ενώ υπάρχουν σκηνές που προκαλούν άφθονο γέλιο, κυρίως από τον μοναδικό Γιώργο Πάντζα, ο οποίος ίσως εδώ να δίνει και μια από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του.

Γιατι ποιος άραγε δεν θα γελάσει στη σκηνή που τον χτυπάει το ρεύμα, με αποτέλεσμα τα μαλλιά του να σηκωθούν σαν μεγάλα καρφιά, ενώ μέχρι και η γραβάτα που φοράει λυγίζει σαν σίδερο…προς τα πάνω!

Ή με τη φράση «Αχ, Παρίσι, τι μου θυμίζει…οτι δεν έχω πάει»!

Το κοινό της εποχής πάντως επιβράβευσε την ταινία, η οποία στην πρώτη της προβολή το 1966 έκοψε 234.180 εισητήρια και ήρθε 20η ανάμεσα στις 117 ταινίες της σεζόν εκείνης. Καθόλου άσχημα δηλαδή.

Η μουσική ήταν του Γιώργου Μουζάκη, ενώ τραγουδά η Χαρούλα Λαμπράκη.

Φυσικά οι χορογραφίες ήταν του Βαγγέλη Σειληνού. Το σενάριο της ταινίας ήταν του Στέφανου Φωτιάδη.

Να σημειωθεί ότι η ταινία κυκλοφόρησε και με τον τίτλο «Ο αδελφός μου ο τρελάρας».
πηγή

Προηγούμενο άρθροΈγκλημα στο Κολωνάκι
Επόμενο άρθροΤα ζευγάρια που τα χώρισε μόνο ο θάνατος
Ελληνικός Κινηματογράφος
Ο ιστότοπος αυτός δημιουργήθηκε με σκοπό να μοιραζόμαστε όλες τις υπέροχες αναμνήσεις από την εποχή του ελληνικού κινηματογράφου, το γέλιο και τη συγκίνηση, μέσα απο πλούσιο φωτογραφικό υλικό, βίντεο, τρέιλερ, ατάκες που έμειναν στην ιστορία, άγνωστες και μη πτυχές της προσωπικής και επαγγελματικής ζωής των ηθοποιών, προτεινόμενες ταινίες και οτιδήποτε σχετικό με όλους εκείνους τους ηθοποιούς, σεναριογράφους και σκηνοθέτες που με το λαμπρό ταλέντο τους μεγαλώνουν γενιές και γενιές!