Τον Ιούνιο του 1959, λίγο πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα της ταινίας “Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο”, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, που ήδη θεωρείτο η δημοφιλέστερη κινηματογραφική ηθοποιός της χώρας, βρέθηκε στο Βερολίνο.
Στα πλαίσια του ετήσιου κινηματογραφικού φεστιβάλ  της γερμανικής πόλης προβαλλόταν η ταινία “Αστέρω” του Ντίνου Δημόπουλου, όπου η ίδια είχε τον ομώνυμο πρωταγωνιστικό ρόλο. Εκεί βρισκόταν και η βραβευμένη με Όσκαρ (β γυναικείου ρόλου για τη συμμετοχή της στην ταινία “Για ποιον χτυπά η καμπάνα” το 1943) σπουδαία ελληνίδα τραγωδός Κατίνα Παξινού, η οποία ήταν μέλος της επιτροπής που θα έκρινε τις ταινίες μικρού μήκους.
Από τη μια η ανερχόμενη ηθοποιός, γνωστή εκείνη την εποχή ως “Μουσίτσα”, που επρόκειτο να εξελιχθεί σε εθνική σταρ κι από την άλλη η σημαντικότερη εν ζωή ελληνίδα ηθοποιός της εποχής.
Τι έκβαση θα μπορούσε να έχει μια τέτοια συνάντηση κορυφής;
Οι πρώτες ανταποκρίσεις έκαναν λόγο για ελαφρές, σχεδόν μητρικές, επιπλήξεις της τραγωδού προς την άμαθη από διεθνή φεστιβάλ Αλίκη, επειδή η τελευταία εμφανίστηκε στην επίσημη προβολή της ταινίας με ανοιχτόχρωμο φόρεμα, αλλά κι επειδή άρχισε να κλαίει συγκινημένη από την πρωτόγνωρη αυτή εμπειρία.
“Μα σοβαρά πράγματα είναι αυτά, να κάθεσαι να κλαις;” φέρεται να της είπε η Παξινού.
Εξάλλου, σύμφωνα με δημοσιεύματα, κύκλοι της σπουδαίας μας τραγωδού μεταφέροντας την άποψή της για το γεγονός ότι η “Αστέρω” δεν απέσπασε κανένα βραβείο στο φεστιβάλ, σχολίαζαν ότι “ήταν μεν έκτακτη η μικρή”, αλλά η ταινία, αν και ήταν “καλογυρισμένη και καλής ποιότητας”, ήταν “ακατάληπτη” για το ξένο κοινό, που δεν ήταν εξοικειωμένο με τα φουστανελάτα δράματα.
Όπως ανέφεραν χαρακτηριστικά, “ύστερα από την προβολή της κάθε ταινίας τα μέλη έβγαιναν, έπιναν ουισκάκι ή καφεδάκι και τα κουβέντιαζαν”, ενώ “μετά την προβολή της Αστέρως, όλοι είχαν γίνει… καπνός” (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, 18 Ιουλίου 1959).
Στη συνέχεια, οι ήδη ψυχρές σχέσεις μπήκαν οριστικά στην κατάψυξη με αφορμή μια δήλωση της Αλίκης Βουγιουκλάκη μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα, ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο Βερολίνο είχε παρακολουθήσει στο Μπερλίνερ Ανσάμπλ τη θεατρική παράσταση “Μάνα κουράγιο” του Μπέρτολντ Μπρεχτ και ότι μάλιστα είχε βρει την ερμηνεία της Έλεν Βάιγκελ, της χήρας του Μπρεχ που κρατούσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο της παράστασης, “μοναδική κι εξαίρετη”.
Σε συνέντευξη της σε εβδομαδιαίο περιοδικό, η Κατίνα Παξινού το αμφισβήτησε δηλώνοντας ότι την περίοδο του φεστιβάλ δεν παιζόταν στο Βερολίνο το θεατρικό έργο του Μπρεχτ, αλλά “Η Μάνα” του σοβιετικού συγγραφέα Μαξίμ Γκόργκι, υπογραμμίζοντας ότι αν παιζόταν η “Μάνα Κουράγιο” θα την παρακολουθούσε οπωσδήποτε, καθώς επρόκειτο να την ερμηνεύσει στη Νέα Υόρκη το φθινόπωρο.
Η Αλίκη απάντησε λίγες ημέρες αργότερα με επιστολή που έστειλε σε απογευματινή εφημερίδα, στην οποία σημείωνε ότι το συγκεκριμένο θέατρο του Βερολίνου παρουσιάζει μόνο έργα του Μπρεχτ, αλλά και ότι έχει τα πειστήρια να το αποδείξει, διότι έλαβε στο πρόγραμμα της παράστασης ιδιόγραφη υπογραφή της χήρας του Μπρεχτ.
Δημοσιεύματα των εφημερίδων αμφισβητούσαν την ύπαρξη της εν λόγω υπογραφής, ενώ άλλοι έπαιρναν το μέρος της Αλίκης υποστηρίζοντας ότι είδαν την υπογραφή της Βάιγκελ με τα ίδια τους τα μάτια.
Η αλήθεια ποτέ δεν ξεκαθαρίστηκε, αλλά εν τέλει λίγη σημασία έχει.
Και μόνη αυτή η μίνι κόντρα των δύο ηθοποιών που συμβόλιζαν δύο διαφορετικές εποχές για το ελληνικό θέατρο, το παλιό και το καινούριο, έχει τη δική της μικρή, πικάντικη αξία.