Όταν ταινία παίχτηκε με την άδεια του τότε Πρωθυπουργού

άδεια
Advertisement

Η αριστουργηματική από κάθε άποψη ταινία «Συνοικία το όνειρο», που γυρίστηκε το 1961, αποτελεί ίσως την πλέον «πολύπαθη» ταινία, μια ταινία που κρύβει μέσα της απίστευτο παρασκήνιο, το οποίο ξεφεύγει από τα όρια της Τέχνης και αγγίζει τις παρυφές της πολιτικής.

Advertisement

Κι αυτό διότι η δημιουργία της αποκάλυψε το δημοκρατικό έλλειμμα της πολιτικής ηγεσίας εκείνης της εποχής, με την σκληροπυρηνική δεξιά να κυβερνά και να λογοκρίνει ότι θεωρούσε ότι δεν άρμοζε στην διεθνή εικόνα της χώρας, έστω κι αν αυτό αποτύπωνε αλήθειες και μόνο.

Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι η ταινία κατάφερε να παιχτεί τελικά στους κινηματογράφους μετά από προσωπική παρέμβαση της Ελένης Βλάχου, Εκδότριας της Καθημερινής, στον τότε Πρωθυπουργό, Κωσταντίνο Καραμανλή! Και πάλι όμως η ταινία παίχτηκε «πετσοκομμένη» από τη λογοκρισία, ενώ οι σκηνές που «κόπηκαν» καταστράφηκαν ολοκληρωτικά!

Είναι αυτό ακριβώς το γεγονός που ανάγκασε τον Αλέκο Αλεξανδράκη, πρωταγωνιστή αλλά και σκηνοθέτη της ταινίας, να αποκαλύψει πολλά χρόνια αργότερα ότι η ταινία που τελικά προβλήθηκε δεν είχε σχέση με αυτή που ο ίδιος είχε δημιουργήσει και ως εκ τούτου ουδεμία σχέση δεν ήθελε πλέον να έχει μαζί της!

Ακόμα όμως και με την άδεια του Πρωθυπουργού, η πρώτη προβολή της ταινίας «Συνοικία το Ονειρο» έγινε μέσα σε επεισόδια, καθώς η αστυνομία αποπειράθηκε να εμποδίσει την είσοδο του κοινού στον κινηματογράφο και η παρακολούθησή της ουσιαστικά κατέληξε να είναι πράξη αντίστασης!

Σε συνέντευξή του στον Ιάσονα Τριανταφυλλίδη, ο Αλεξανδράκης είχε πει: «Δεν είχαμε προβλήματα με την αστυνομία, αλλά με τους τραμπούκους. Σιγά-σιγά άρχισε να γίνεται γνωστό ότι γυρίζαμε την ταινία εκεί και η τότε βαμμένη δεξιά έστελνε τους τραμπούκους[…] τα αρνητικά (ενν. της ταινίας) τα είχε εξαφανίσει η λογοκρισία.

Όταν άρχισε να παίζεται, από πολλά μέρη της επαρχίας την έστελναν πίσω, είτε γιατί ο χωροφύλακας ήταν έξω από την αίθουσα και κατέγραφε ποιοι έμπαιναν, είτε γιατί οι αντιφρονούντες πετροβολούσαν τον κινηματογράφο».

Γιατί όμως η ταινία αυτή προκάλεσε τόση ένταση; Διότι πολύ απλά, θεωρήθηκε ότι «δυσφημούσε την εικόνα της ευημερούσας Ελλάδας», αφού παρουσίαζε τη σκληρή καθημερινότητα των ανθρώπων μιας φτωχογειτονιάς της Αθήνας, και δη του Ασύρματου, μιας παραγκούπολης ανάμεσα στον λόφο του Φιλοπάππου και τα Ανω Πετράλωνα.

Ενα άλλο ενοχλητικό στοιχείο ήταν το γεγονός ότι η μουσική ήταν του Μίκη Θεοδωράκη, ενώ τα τραγούδια ερμήνευε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, με κορυφαίο όλων το «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη, τραγούδι που έγινε ο «ύμνος» του απλού λαού.

Να σημειωθεί ότι ο Τάσος Λειβαδίτης είχε γράψει και το σενάριο του έργου. Για τα γυρίσματα της ταινίας, ο Αλεξανδράκης και η τότε σύντροφός του Αλίκη Γεωργούλη, η οποία εκτός από το ότι συμπρωταγωνιστούσε μαζί του στην ταινία, ήταν και η διευθύντρια παραγωγής, αναζητούσαν μια φτωχή περιοχή για τα γυρίσματα της ταινίας τους.

Δεν γνώριζαν τον Ασύρματο, μια συνοικία που ονομαζόταν έτσι επειδή εκεί ήταν τοποθετημένος ο ασύρματος των Γερμανών επί Κατοχής. Κάποιος είπε στον Αλεξανδράκη να δει την περιοχή. Το έκανε και είδε στις παράγκες, τις φτιαγμένες από κωνσταντινουπολίτες πρόσφυγες, το ιδανικό σκηνικό του. Μάλιστα, οι ίδιοι οι ντόπιοι κάτοικοι της περιοχής, αυτοί που διέμεναν στις παράγκες, έπαιξαν στη «Συνοικία».

Όσον αφορά στην υπόθεση της ταινίας, ένας άρτι αποφυλακισμένος νέος, ο Ρίκος (Αλέκος Αλεξανδράκης), προσπαθεί να βγάλει χρήματα, την ίδια στιγμή που η αγαπημένη του (Αλίκη Γεωργούλη) βλέπει άλλους άνδρες και ο αδερφός της (Μάνος Κατράκης) προσπαθεί να συνεισφέρει στα οικονομικά της οικογένειας. Ο Ρίκος θα σκαρφιστεί μια δουλειά αλλά θα ξοδέψει τα συγκεντρωμένα χρήματα. Ένας από τους «συνεταίρους» του (Αλέκος Πέτσος) θα αυτοκτονήσει.

Ο Ρίκος, η αγαπημένη του και ο αδερφός της, ηττημένοι και απογοητευμένοι εξαιτίας των προσδοκιών που δεν ευοδώθηκαν ποτέ, θα αναγκαστούν να συμβιβαστούν με την ωμή πραγματικότητα. Στην ταινία πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι Θανάσης Μυλωνάς, Αλέκα Παϊζη, Σαπφώ Νοταρά, Βάσος Ανδρονίδης, Γιάννα Ολυμπίου, Κώστας Μπαλαδήμας, Ηλέκτρα Καλαμίδου κ.α.

«Ο ιταλικός νεορεαλισμός του Ντε Σίκα και του Ροσελίνι ενσωματωμένος στην ελληνική πραγματικότητα της αυγής της δεκαετίας του ΄60» ήταν ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά σχόλια των κριτικών του έργου. Η εκμετάλλευση της ταινίας αργότερα πέρασε στα χέρια των αδελφών Κουρουνιώτη, στους οποίους ο Αλεξανδράκης πούλησε τα δικαιώματα λόγω χρεών του.

Προηγούμενο άρθροΟι γενναίοι πεθαίνουν δυο φορές αποτελεί διασκευή
Επόμενο άρθροΗ αστεφάνωτη και το σπίτι της οικίας Κοκοβίκου